Language of document : ECLI:EU:C:2016:897

Υπόθεση C-443/15

David L. Parris

κατά

Trinity College Δουβλίνοκ.λπ.

(αίτηση του Labour Courtγια την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Προδικαστική παραπομπή – Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία – Οδηγία 2000/78/ΕΚ – Άρθρο 2 – Απαγόρευση διακρίσεων λόγω γενετήσιου προσανατολισμού και ηλικίας – Εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα – Καταβολή συντάξεως επιζώντος σε ομόφυλο σύντροφο – Προϋπόθεση – Σύναψη του συμφώνου συμβιώσεως πριν τη συμπλήρωση του 60ού έτους ηλικίας του ασφαλισμένου στο οικείο συνταξιοδοτικό σύστημα – Σύμφωνο συμβιώσεως – Αδύνατο στο οικείο κράτος μέλος πριν το έτος 2010 – Αποδεδειγμένη σταθερή σχέση – Άρθρο 6, παράγραφος 2 – Δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα)της 24ης Νοεμβρίου 2016

1.        Κοινωνική πολιτική – Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία – Οδηγία 2000/78 – Πεδίο εφαρμογής – Εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα το οποίο προβλέπει την καταβολή συντάξεως επιζώντος στον σύζυγο ή στον καταχωρισμένο σύντροφο του ασφαλισμένου – Εμπίπτει – Προϋποθέσεις

(Άρθρο 157 ΣΛΕΕ· οδηγία 2000/78 του Συμβουλίου)

2.        Κοινωνική πολιτική – Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία – Οδηγία 2000/78 – Απαγόρευση διακρίσεων λόγω γενετήσιου προσανατολισμού – Σύνταξη επιζώντος χορηγούμενη στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως – Εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά το δικαίωμα των επιζώντων καταχωρισμένων συντρόφων των ασφαλισμένων να λάβουν σύνταξη επιζώντος από την προϋπόθεση το σύμφωνο συμβιώσεως να έχει συναφθεί πριν ο ασφαλισμένος συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του – Εθνικό δίκαιο το οποίο δεν καθιστά δυνατό για τον ασφαλισμένο να συνάψει σύμφωνο συμβιώσεως πριν το εν λόγω ηλικιακό όριο – Δεν υφίσταται δυσμενής διάκριση

(Οδηγία 2000/78 του Συμβουλίου, άρθρο 2)

3.        Κοινωνική πολιτική – Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία – Οδηγία 2000/78 – Απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων λόγω ηλικίας – Σύνταξη επιζώντος χορηγούμενη στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως – Εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά το δικαίωμα των επιζώντων καταχωρισμένων συντρόφων των ασφαλισμένων να λάβουν σύνταξη επιζώντος από την προϋπόθεση το σύμφωνο συμβιώσεως να έχει συναφθεί πριν ο ασφαλισμένος συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του – Εθνικό δίκαιο το οποίο δεν καθιστά δυνατό για τον ασφαλισμένο να συνάψει σύμφωνο συμβιώσεως πριν το εν λόγω ηλικιακό όριο – Δεν υφίσταται δυσμενής διάκριση – Δυνατότητα των κρατών μελών να καθορίζουν, όσον αφορά τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, την ηλικία για την ένταξη ή την αποδοχή σε παροχές συνταξιοδοτήσεως

(Οδηγία 2000/78 του Συμβουλίου, άρθρα 2 και 6 § 2)

4.        Κοινωνική πολιτική – Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία – Οδηγία 2000/78 – Απαγόρευση διακρίσεως βάσει γενετήσιου προσανατολισμού και ηλικίας συνδυαστικώς – Σύνταξη επιζώντος χορηγούμενη στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως – Εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά το δικαίωμα των επιζώντων καταχωρισμένων συντρόφων των ασφαλισμένων να λάβουν σύνταξη επιζώντος από την προϋπόθεση το σύμφωνο συμβιώσεως να έχει συναφθεί πριν ο ασφαλισμένος συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του – Εθνικό δίκαιο το οποίο δεν καθιστά δυνατό για τον ασφαλισμένο να συνάψει σύμφωνο συμβιώσεως πριν το εν λόγω ηλικιακό όριο – Δεν υφίσταται δυσμενής διάκριση

(Οδηγία 2000/78 του Συμβουλίου, άρθρα 1, 2 και 6 § 2)

1.      Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 33-40)

2.      Το άρθρο 2 της οδηγίας 2000/78, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση η οποία, στο πλαίσιο επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος, εξαρτά το δικαίωμα των επιζώντων καταχωρισμένων συντρόφων των ασφαλισμένων να λάβουν σύνταξη επιζώντος από την προϋπόθεση το σύμφωνο συμβιώσεως να έχει συναφθεί πριν ο ασφαλισμένος συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του, καίτοι το εθνικό δίκαιο δεν επέτρεπε στον εν λόγω ασφαλισμένο να συνάψει σύμφωνο συμβιώσεως πριν τη συμπλήρωση αυτού του ηλικιακού ορίου, δεν συνιστά διάκριση λόγω γενετήσιου προσανατολισμού.

Πράγματι, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να προβλέψουν ή μη τον γάμο ομόφυλων προσώπων ή ορισμένη εναλλακτική μορφή νομικής αναγνωρίσεως της σχέσεώς τους καθώς και, αναλόγως της περιπτώσεως, να προβλέψουν τον χρόνο από τον οποίο ο εν λόγω γάμος ή η εν λόγω εναλλακτική μορφή αναγνωρίσεως αρχίζουν να παράγουν έννομα αποτελέσματα.

Κατά συνέπεια, το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως η οδηγία 2000/78, δεν υποχρεώνουν το κράτος μέλος ούτε να προβλέψει, πριν την έναρξη ισχύος του νόμου για το σύμφωνο συμβιώσεως, τον γάμο ή ορισμένη μορφή αστικής ενώσεως ομόφυλων ζευγαριών, ούτε να προσδώσει αναδρομικό αποτέλεσμα στον νόμο περί συμφώνου συμβιώσεως, καθώς και στις διατάξεις που θεσπίστηκαν κατ’ εφαρμογήν αυτού του νόμου, ούτε, περαιτέρω, όσον αφορά την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύνταξη επιζώντος, να προβλέψει μεταβατικές διατάξεις για τα ομόφυλα ζευγάρια στα οποία ένας εκ των συντρόφων είχε ήδη συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του ως άνω νόμου.

(βλ. σκέψεις 59, 60, 62, διατακτ. 1)

3.      Τα άρθρα 2 και 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχουν την έννοια ότι εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη η οποία, στο πλαίσιο επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος, εξαρτά το δικαίωμα των επιζώντων καταχωρισμένων συντρόφων των ασφαλισμένων να λάβουν σύνταξη επιζώντος από την προϋπόθεση το σύμφωνο συμβιώσεως να έχει συναφθεί πριν ο ασφαλισμένος συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του, καίτοι το εθνικό δίκαιο δεν επέτρεπε στον εν λόγω ασφαλισμένο να συνάψει σύμφωνο συμβιώσεως πριν τη συμπλήρωση αυτού του ηλικιακού ορίου, δεν συνιστά διάκριση λόγω ηλικίας.

Ειδικότερα, η ως άνω ρύθμιση επιφυλάσσει λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση στους ασφαλισμένους οι οποίοι παντρεύτηκαν ή συνήψαν σύμφωνο συμβιώσεως μετά το 60ό έτος της ηλικίας τους απ’ ό,τι σε εκείνους οι οποίοι παντρεύτηκαν ή συνήψαν το οικείο σύμφωνο πριν τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας τους και, κατά συνέπεια, θεσπίζει διαφορετική μεταχείριση εδραζόμενη ευθέως στο κριτήριο της ηλικίας.

Ωστόσο, η ως άνω ρύθμιση καθορίζει συγκεκριμένη ηλικία για την πρόσβαση σε παροχή γήρατος και, κατά συνέπεια, τέτοια διάταξη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78.

Συναφώς, η ως άνω διάταξη, καθόσον εξαρτά την απόκτηση δικαιώματος συντάξεως επιζώντος από την προϋπόθεση ο ασφαλισμένος να έχει παντρευτεί ή να έχει συνάψει σύμφωνο συμβιώσεως πριν την ηλικία των 60 ετών, απλώς προβλέπει ένα ηλικιακό όριο το οποίο καθιστά δυνατή την απόκτηση του δικαιώματος λήψεως αυτής της παροχής. Με άλλα λόγια, η εθνική ρύθμιση καθορίζει συγκεκριμένη ηλικία για την πρόσβαση στη σύνταξη επιζώντος η οποία χορηγείται στο πλαίσιο του οικείου συνταξιοδοτικού συστήματος.

(βλ. σκέψεις 67, 68, 74, 75, 78, διατακτ. 2)

4.      Τα άρθρα 2 και 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/78, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχουν την έννοια ότι εθνική ρύθμιση η οποία, στο πλαίσιο επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος, εξαρτά το δικαίωμα των επιζώντων καταχωρισμένων συντρόφων των ασφαλισμένων να λάβουν σύνταξη επιζώντος από την προϋπόθεση το σύμφωνο συμβιώσεως να έχει συναφθεί πριν ο ασφαλισμένος συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας του, καίτοι το εθνικό δίκαιο δεν επέτρεπε στον εν λόγω ασφαλισμένο να συνάψει σύμφωνο συμβιώσεως πριν τη συμπλήρωση αυτού του ηλικιακού ορίου, δεν είναι δυνατόν να εισάγει διάκριση λόγω γενετήσιου προσανατολισμού και ηλικίας συνδυαστικώς, εφόσον η οικεία ρύθμιση δεν εισάγει διάκριση ούτε λόγω γενετήσιου προσανατολισμού ούτε λόγω ηλικίας, χωριστά εξεταζομένων.

Συναφώς, καίτοι, βεβαίως, μια διάκριση μπορεί να βασίζεται σε πλείονες εκ των λόγων οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78, εντούτοις δεν υφίσταται καμία καινούργια κατηγορία διακρίσεως προκύπτουσα από τον συνδυασμό πλειόνων εξ αυτών των λόγων, όπως ο γενετήσιος προσανατολισμός και η ηλικία, η οποία θα μπορούσε να διαπιστωθεί, εφόσον δεν αποδείχθηκε η διάκριση βάσει των προαναφερθέντων λόγων, χωριστά εξεταζομένων.

(βλ. σκέψεις 80, 82, διατακτ. 3)