Language of document : ECLI:EU:C:2017:109

Υπόθεση C‑443/16

Francisco Rodrigo Sanz

κατά

Universidad Politécnica de Madrid

(αίτηση του Juzgado de lo Contencioso-Administrativo no 8 de Madridγια την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου – Οδηγία 1999/70/ΕΚ – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP – Ρήτρα 4 – Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα – Αναδιάρθρωση της οργανώσεως των πανεπιστημίων – Εθνική ρύθμιση – Ένταξη των καθηγητών των ανωτέρων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στους καθηγητές πανεπιστημίων – Προϋπόθεση – Απόκτηση διδακτορικού τίτλου – Μετατροπή των θέσεων εργασίας πλήρους απασχολήσεως σε θέσεις εργασίας μερικής απασχολήσεως – Εφαρμογή μόνον στους καθηγητές οι οποίοι υπηρετούν ως μη μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι – Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων»

Περίληψη – Διάταξη του Δικαστηρίου (δέκατο τμήμα) της 9ης Φεβρουαρίου 2017

Κοινωνική πολιτική – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP – Οδηγία 1999/70 – Απαγόρευση των διακρίσεων έναντι των εργαζομένων ορισμένου χρόνου – Αναδιάρθρωση της οργανώσεως των πανεπιστημίων – Εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την ένταξη των καθηγητών των ανωτέρων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στους καθηγητές πανεπιστημίων – Προϋπόθεση – Απόκτηση διδακτορικού τίτλου – Μετατροπή των θέσεων εργασίας πλήρους απασχολήσεως σε θέσεις εργασίας μερικής απασχολήσεως σε περίπτωση που δεν υπάρχει διδακτορικός τίτλος – Εφαρμογή μόνον στους καθηγητές οι οποίοι υπηρετούν ως μη μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι – Δεν επιτρέπεται

(Οδηγία 1999/70 του Συμβουλίου, παράρτημα, ρήτρα 4, σημείο 1)

Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, συναφθείσα στις 18 Μαρτίου 1999, η οποία προσαρτάται στην οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, έχει την έννοια ότι αποκλείει εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, η οποία επιτρέπει, στο πλαίσιο των μέτρων αναδιαρθρώσεως της οργανώσεως των πανεπιστημίων, στις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους να μειώνουν κατά το ήμισυ το ωράριο εργασίας των καθηγητών των ανωτέρων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων οι οποίοι υπηρετούν ως μη μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, λόγω του ότι δεν έχουν διδακτορικό τίτλο, ενώ οι καθηγητές των ανωτέρων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων οι οποίοι είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά δεν έχουν διδακτορικό τίτλο, δεν υπάγονται στο ίδιο μέτρο.

Πράγματι, η εφαρμογή του κανόνα αυτού στηρίζεται στη γενική παραδοχή ότι η ορισμένου χρόνου σχέση εργασίας των καθηγητών των ανωτέρων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δικαιολογεί αφεαυτής τη διαφορετική μεταχείριση της κατηγορίας αυτής καθηγητών σε σχέση με όσους είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ οι δύο αυτές κατηγορίες καθηγητών ασκούν παρεμφερή καθήκοντα. Η παραδοχή αυτή προσκρούει στους σκοπούς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου.

Η διαπίστωση αυτή δεν κλονίζεται από το επιχείρημα ότι η διαφορετική μεταχείριση των μη μονίμων δημοσίων υπαλλήλων δικαιολογείται τόσο από τα μέτρα διαχειρίσεως των καθηγητών πανεπιστημίων όσο και από περιορισμούς του προϋπολογισμού τους οποίους επιβάλλει το οικείο κράτος μέλος, καθόσον το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δημοσιονομικοί λόγοι, περιλαμβανομένων αυτών που αντλούνται από τη μέριμνα εξοικονομήσεως προσωπικού, δεν δικαιολογούν τη δημιουργία διακρίσεων (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 2003, Schönheit και Becker, C‑4/02 και C‑5/02, EU:C:2003:583, σκέψη 85, καθώς και της 22ας Απριλίου 2010, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols, C‑486/08, EU:C:2010:215, σκέψη 46).

Πράγματι, ναι μεν δημοσιονομικοί λόγοι μπορούν να αποτελούν το έρεισμα των επιλογών κράτους μέλους ως προς την κοινωνική πολιτική και να επηρεάζουν τη φύση και το εύρος εφαρμογής των μέτρων κοινωνικής προστασίας που επιθυμεί να θεσπίσει το κράτος αυτό, πλην όμως δεν αποτελούν σκοπό επιδιωκόμενο με την πολιτική αυτή και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία καταλήγει σε διαφορετική μεταχείριση εις βάρος των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 2013, Thiele Meneses, C‑220/12, EU:C:2013:683, σκέψη 43· της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 110, καθώς και διάταξη της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Popescu, C‑614/15, EU:C:2016:726, σκέψη 63). Τέλος, προστίθεται ότι η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής ώστε να μπορούν οι ιδιώτες να την επικαλεσθούν έναντι του κράτους ενώπιον εθνικού δικαστηρίου (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C‑444/09 και C‑456/09, EU:C:2010:819, σκέψεις 78 έως 83, και της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Rosado Santana, C‑177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 56, καθώς και διάταξη της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, Álvarez Santirso, C‑631/15, EU:C:2016:725, σκέψη 59).

(βλ. σκέψεις 51-53, 55, 56 και διατακτ.)