Language of document : ECLI:EU:C:2014:224

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 3ης Απριλίου 2014 (1)

Υπόθεση C‑114/12

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

«Διαπραγμάτευση συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης περί προστασίας των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών — Αρμοδιότητα — Διαδικασία»





1.        Μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέκυψε διαφορά σχετικά με το ποιος έχει την αρμοδιότητα να διαπραγματευθεί τη σύναψη συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης περί προστασίας των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών (στο εξής: σύμβαση).

2.        Στις 19 Δεκεμβρίου 2011, το Συμβούλιο και οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών (συνερχόμενοι στα πλαίσια του Συμβουλίου ως αντιπρόσωποι των κυβερνήσεών τους) εξουσιοδότησαν την Επιτροπή να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ανέθεσαν στην Προεδρία να διαπραγματευθεί εξ ονόματος των κρατών μελών καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των τελευταίων (στο εξής: απόφαση) (2). Η Επιτροπή ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως, διότι δεν σέβεται την αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της προστασίας των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι η απόφαση θα έπρεπε να ακυρωθεί διότι ελήφθη κατά παράβαση των εφαρμοστέων διαδικαστικών κανόνων και κατά παραβίαση της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας (3).

 Η σύμβαση

3.        Το 2002, το Συμβούλιο της Ευρώπης εξέδωσε τη σύσταση Rec(2002)7 για τη μεγαλύτερη προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών (στο εξής: σύσταση του 2002) (4). Η Επιτροπή των Υπουργών, με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2008, ανέθεσε στη διευθύνουσα επιτροπή για τα μέσα ενημέρωσης και τις νέες υπηρεσίες επικοινωνίας (στο εξής: CDMC) (5) να εκτιμήσει τη σκοπιμότητα επιβολής των δικαιωμάτων αυτών. Επίσης, η ειδική για τον απολογισμό ομάδα της CDMC κατήρτισε το 2008 ένα υπόμνημα σχετικά, αφενός, με την προστασία που δύναται να προσφέρει το Συμβούλιο της Ευρώπης στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς και, αφετέρου, με την εκτίμηση σκοπιμότητας του εν λόγω μέσου προστασίας αυτών (στο εξής: υπόμνημα του 2008).

4.        Το 2009 η CDMC ενέκρινε τους όρους εντολής (στο εξής: όροι εντολής του 2009) (6) της ειδικής συμβουλευτικής ομάδας για την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών (στο εξής: MC‑S‑NR), καλώντας την να εργαστεί για την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και την κατάρτιση, ει δυνατόν, ενός σχεδίου συμβάσεως.

5.        H MC-S-NR δεν έχει ακόμη συσταθεί. Εντούτοις, διενεργήθηκαν διαβουλεύσεις σχετικά με τις μελλοντικές εργασίες της. Στη συνάντηση διαβουλεύσεως του 2010, συζητήθηκαν ζητήματα σχετικά με το αντικείμενο και το πεδίο εφαρμογής πιθανής νέας συμβάσεως (7). Προκύπτει, ειδικότερα, από το υπόμνημα του 2008 και τα πρακτικά της συναντήσεως διαβουλεύσεως του 2010 (στο εξής: πρακτικά συναντήσεως του 2010) ότι η επιδίωξη είναι να επιτευχθεί συμφωνία για δέσμη αποκλειστικών δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, όπως είναι το δικαίωμα υλικής ενσωματώσεως (8), το δικαίωμα αναπαραγωγής, το δικαίωμα αναμεταδόσεως, το δικαίωμα διαθέσεως στο κοινό, το δικαίωμα παρουσιάσεως στο κοινό και το δικαίωμα διανομής, με τεχνολογικά ουδέτερους όρους (9). Η συζήτηση προσανατολίστηκε επίσης και στα θέματα της προστασίας των σημάτων-φορέων προγραμμάτων προ εκπομπής (10), της διάρκειας προστασίας, της ανάγκης για έναν ενδεικτικό κατάλογο περιορισμών και εξαιρέσεων, της έννομης προστασίας δικαιωμάτων και της επιβολής υποχρεώσεων που αφορούν τεχνολογικά μέτρα και πληροφορίες σχετικά με το καθεστώς των δικαιωμάτων (11).

6.        Η σύμβαση θα συμπληρώσει τους υπάρχοντες κανόνες δικαίου που έχουν θεσπίσει οι διεθνείς και περιφερειακές συμβάσεις επί του ιδίου αντικειμένου. Πολλές από τις εν λόγω ρυθμίσεις και συμβάσεις δεν έχουν επικυρωθεί ή/και δεν έχουν τεθεί σε ισχύ (12). Λαμβανομένου υπόψη ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις συνεχίζονται με έντονο ρυθμό, αρκετοί από τους εν λόγω κανόνες δικαίου χάνουν κάτι από την αποτελεσματικότητά τους (πράγμα που αντιστοίχως καθιστά λιγότερο πιθανό να επικυρωθούν και να τεθούν σε ισχύ οι συμβάσεις αυτές).

7.        Εκ παραλλήλου με τις εντός του Συμβουλίου της Ευρώπης προετοιμασίες μιας πιθανούς συμβάσεως, συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για μια συνθήκη του ΠΟΔΙ για τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών (13). Η επιδίωξη των διαπραγματεύσεων αυτών, όπως και των αντιστοίχων στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης, είναι να «επικαιροποιηθούν» τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών αναλόγως των εξελίξεων και της αυξανόμενης χρήσεως της τεχνολογίας. Το 2001, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη μέλη αυτής υπέβαλαν από κοινού πρόταση στον ΠΟΔΙ σχετικώς με τη συνθήκη προστασίας των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών (14).

8.        Το Συμβούλιο της Ευρώπης αποφάσισε την έναρξη διαπραγματεύσεων για τη σύναψη αυτοτελούς συμβάσεως και τούτο οφείλεται εν μέρει στην έλλειψη σημαντικής προόδου κατά τις συζητήσεις στον ΠΟΔΙ. Πάντως, από τη δικογραφία προκύπτει ότι στις τελευταίες διαπραγματεύσεις θα ληφθούν υπόψη οι διαπραγματεύσεις στον ΠΟΔΙ, καθώς και άλλες που διεξάγονται επί του παρόντος όπως επίσης και πιθανές μελλοντικές διεθνείς υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών (15).

 Το νομικό πλαίσιο

 Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση

9.        Το άρθρο 5 ΣΕΕ καθιερώνει την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, σύμφωνα με την οποία οι αρμοδιότητες που δεν απονέμονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τις Συνθήκες ανήκουν στα κράτη μέλη (16). Το άρθρο 5, παράγραφος 2, προβλέπει ότι «[…] η Ένωση ενεργεί μόνον εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν τα κράτη μέλη με τις Συνθήκες για την επίτευξη των στόχων που οι Συνθήκες αυτές ορίζουν. Κάθε αρμοδιότητα η οποία δεν απονέμεται στην Ένωση με τις Συνθήκες ανήκει στα κράτη μέλη».

10.      Το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ ορίζει: «Κάθε θεσμικό όργανο δρα εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται από τις Συνθήκες, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και τους σκοπούς τους οποίους προβλέπουν. Τα θεσμικά όργανα συνεργάζονται μεταξύ τους καλή τη πίστει».

11.      Το άρθρο 16, παράγραφος 3, ΣΕΕ προβλέπει: «Πλην των περιπτώσεων για τις οποίες οι Συνθήκες ορίζουν άλλως, το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία».

 Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

12.      Κατά το άρθρο 2 ΣΛΕΕ:

«1.      Όταν οι Συνθήκες απονέμουν στην Ένωση αποκλειστική αρμοδιότητα σε συγκεκριμένο τομέα, μόνον η Ένωση δύναται να νομοθετεί και να εκδίδει νομικά δεσμευτικές πράξεις, ενώ τα κράτη μέλη έχουν την εν λόγω δυνατότητα μόνον εάν εξουσιοδοτούνται προς τούτο από την Ένωση ή μόνο για να εφαρμόσουν τις πράξεις της Ένωσης.

2.      Όταν οι Συνθήκες απονέμουν στην Ένωση συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη σε συγκεκριμένο τομέα, η Ένωση και τα κράτη μέλη δύνανται να νομοθετούν και να εκδίδουν νομικά δεσμευτικές πράξεις στον τομέα αυτό. Τα κράτη μέλη ασκούν τις αρμοδιότητές τους κατά το μέτρο που η Ένωση δεν έχει ασκήσει τη δική της [(17)]. Τα κράτη μέλη ασκούν εκ νέου τις αρμοδιότητές τους κατά το μέτρο που η Ένωση αποφάσισε να παύσει να ασκεί τη δική της.

[…]»

13.      Το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου 25 (18) σχετικά με την άσκηση των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων ορίζει ότι: «Όσον αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 2 [ΣΛΕΕ] σχετικά με τις συντρέχουσες αρμοδιότητες, όταν η Ένωση αναλαμβάνει δράση σε συγκεκριμένο τομέα, το πεδίο άσκησης αυτής της αρμοδιότητας καλύπτει μόνον τα στοιχεία που διέπονται από την εν λόγω πράξη της Ένωσης και, συνεπώς, δεν καλύπτει ολόκληρο τον τομέα».

14.      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαριθμεί τους τομείς αναφορικά με τους οποίους η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, στους οποίους περιλαμβάνεται:

«[…]

(β)      θέσπιση των κανόνων ανταγωνισμού που είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς,

[…]

(ε)      κοινή εμπορική πολιτική.»

15.      Το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αναθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας «[…] όταν η σύναψη αυτή προβλέπεται σε νομοθετική πράξη της Ένωσης ή είναι απαραίτητη για να μπορέσει η Ένωση να ασκήσει την εσωτερική της αρμοδιότητα, ή κατά το μέτρο που ενδέχεται να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους».

16.      Το άρθρο 4 ΣΛΕΕ αφορά τις συντρέχουσες αρμοδιότητες και ορίζει ότι:

«1.      Η Ένωση έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη όταν οι Συνθήκες της απονέμουν αρμοδιότητα μη εμπίπτουσα στους τομείς των άρθρων 3 και 6.

2.      Οι συντρέχουσες αρμοδιότητες της Ένωσης και των κρατών μελών αφορούν τους εξής κύριους τομείς:

(α)      την εσωτερική αγορά,

[…]».

17.      Κατά το άρθρο 26, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση «θεσπίζει τα μέτρα για την εγκαθίδρυση ή τη διασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις των Συνθηκών». Το άρθρο 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι εκδίδονται από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, «[…] μέτρα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».

18.      Η πρώτη περίοδος του άρθρου 83, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ορίζει: «Όταν η προσέγγιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών στον τομέα του ποινικού δικαίου είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής πολιτικής της Ένωσης σε τομέα στον οποίο εφαρμόζονται μέτρα εναρμόνισης, οδηγίες μπορούν να θεσπίζουν ελάχιστους κανόνες σχετικούς με τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων στον εν λόγω τομέα […]».

19.      Το πέμπτο μέρος, τίτλος I, ΣΛΕΕ περιλαμβάνει τις γενικές διατάξεις για την εξωτερική δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 207, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η κοινή εμπορική πολιτική (η οποία, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, ΣΕΕ, συνιστά τομέα αποκλειστικής αρμοδιότητας) «[…] διαμορφώνεται βάσει ενιαίων αρχών, ιδίως όσον αφορά […] τις εμπορικές πτυχές της διανοητικής ιδιοκτησίας [...] Η κοινή εμπορική πολιτική ασκείται στο πλαίσιο των αρχών και των στόχων της εξωτερικής δράσης της Ένωσης». Ο πέμπτος τίτλος του αυτού μέρους αφορά ειδικότερα τις διεθνείς συμφωνίες. Το άρθρο 216 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:

«1.      Η Ένωση μπορεί να συνάπτει συμφωνία με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς όταν το προβλέπουν οι Συνθήκες ή όταν η σύναψη συμφωνίας είναι αναγκαία για την επίτευξη, στο πλαίσιο των πολιτικών της Ένωσης, ενός εκ των στόχων που καθορίζονται από τις Συνθήκες, ή προβλέπεται σε νομικά δεσμευτική πράξη της Ένωσης ή ακόμη ενδέχεται να επηρεάσει κοινούς κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους.

2.      Οι συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση δεσμεύουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη».

20.      Το άρθρο 218 ΣΛΕΕ απαριθμεί τους διαδικαστικούς κανόνες οι οποίοι ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, τη διαπραγμάτευση, την υπογραφή και τη σύναψη των διεθνών συμφωνιών:

«1.      Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 207, για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη των συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών ακολουθείται η εξής διαδικασία:

2.      Το Συμβούλιο εγκρίνει την έναρξη διαπραγματεύσεων, εκδίδει οδηγίες διαπραγμάτευσης, επιτρέπει την υπογραφή και συνάπτει τις συμφωνίες.

3.      Η Επιτροπή […] υποβάλλει συστάσεις στο Συμβούλιο, το οποίο εκδίδει απόφαση που επιτρέπει την έναρξη διαπραγματεύσεων και ορίζει, ανάλογα με το αντικείμενο της σχεδιαζόμενη συμφωνίας, τον διαπραγματευτή ή τον επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας της Ένωσης.

4.      Το Συμβούλιο μπορεί να απευθύνει οδηγίες στον διαπραγματευτή και να ορίζει ειδική επιτροπή, σε διαβούλευση με την οποία πρέπει να διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις.

5.      Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση του διαπραγματευτή, εκδίδει απόφαση που επιτρέπει την υπογραφή της συμφωνίας και, ενδεχομένως, την προσωρινή της εφαρμογή πριν να τεθεί σε ισχύ.

6.      Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση του διαπραγματευτή, εκδίδει απόφαση για τη σύναψη της συμφωνίας.

[…] το Συμβούλιο εκδίδει απόφαση για τη σύναψη της συμφωνίας:

(α)      Μετά από έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις ακόλουθες περιπτώσεις:

[…]

(v)      συμφωνίες που καλύπτουν τομείς στους οποίους εφαρμόζεται η συνήθης νομοθετική διαδικασία ή η ειδική νομοθετική διαδικασία όταν απαιτείται η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Σε επείγουσες περιπτώσεις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να συμφωνούν προθεσμία για την έγκριση.

(β)      Μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στις υπόλοιπες περιπτώσεις. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διατυπώνει τη γνώμη του εντός προθεσμίας που μπορεί να ορίσει το Συμβούλιο ανάλογα με το επείγον του ζητήματος. Ελλείψει γνώμης εντός της προθεσμίας αυτής, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίζει.

7.      Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 5, 6 και 9, το Συμβούλιο μπορεί, κατά τη σύναψη συμφωνίας, να εξουσιοδοτεί τον διαπραγματευτή να εγκρίνει εξ ονόματος της Ένωσης τις τροποποιήσεις της συμφωνίας, εφόσον η συμφωνία προβλέπει ότι οι τροποποιήσεις αυτές πρέπει να θεσπισθούν με απλοποιημένη διαδικασία ή μέσω οργάνου που συνιστάται με την εν λόγω συμφωνία. Το Συμβούλιο μπορεί να εξαρτά την εξουσιοδότηση αυτή από ειδικούς όρους.

8.      Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

Ωστόσο, το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα, όταν η συμφωνία αφορά τομέα για τον οποίο απαιτείται ομοφωνία για τη θέσπιση πράξης της Ένωσης καθώς και προκειμένου περί συμφωνιών σύνδεσης και των συμφωνιών του άρθρου 212 με τα κράτη που είναι υποψήφια για προσχώρηση. Το Συμβούλιο αποφασίζει επίσης ομόφωνα όσον αφορά τη συμφωνία για την προσχώρηση της Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η απόφαση περί σύναψης της συμφωνίας αυτής τίθεται σε ισχύ μόνο μετά την έγκρισή της από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς κανόνες τους.

9.      Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής ή του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, εκδίδει απόφαση για την αναστολή της εφαρμογής μιας συμφωνίας και τον καθορισμό των θέσεων που θα πρέπει να ληφθούν, εξ ονόματος της Ένωσης, σε όργανο που συνιστάται από δεδομένη συμφωνία, όταν το εν λόγω όργανο καλείται να θεσπίσει πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα, με εξαίρεση τις πράξεις που συμπληρώνουν ή τροποποιούν το θεσμικό πλαίσιο της συμφωνίας.

10.      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται αμέσως και πλήρως σε όλα τα στάδια της διαδικασίας.

11.      Ένα κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να γνωμοδοτήσει εάν η σχεδιαζόμενη συμφωνία είναι συμβατή με τις Συνθήκες. Εάν η γνώμη του Δικαστηρίου είναι αρνητική, η σχεδιαζόμενη συμφωνία μπορεί να τεθεί σε ισχύ μόνον εφόσον τροποποιηθεί, ή εάν αναθεωρηθούν οι Συνθήκες.»

21.      Κατά το άρθρο 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ:

«Το Δικαστήριο […] ελέγχει τη νομιμότητα των νομοθετικών πράξεων, των πράξεων του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εκτός των συστάσεων και γνωμών, και των πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων. Ελέγχει επίσης τη νομιμότητα των πράξεων των λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων.»

22.      Το άρθρο 288 ΣΛΕΕ ορίζει ότι:

«Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, τα θεσμικά όργανα θεσπίζουν κανονισμούς, οδηγίες, αποφάσεις, συστάσεις και γνώμες.

[…]

Η απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της. Όταν ορίζει αποδέκτες, είναι δεσμευτική μόνο για αυτούς.

[…]»

 Νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα συγγενικά δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών

23.      Η προσφυγή της Επιτροπής επικεντρώνεται στην αρμοδιότητα προς διαπραγμάτευση μιας συμφωνίας για τα συγγενικά δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Θα παρουσιάσω, επομένως, μόνον τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία ρυθμίζει τα συγκεκριμένα δικαιώματα.

24.      Η συγκεκριμένη νομοθεσία είναι κάπως διάσπαρτη και συντίθεται από πλήθος νομοθετημάτων. Για πρώτη φορά η πνευματική ιδιοκτησία και τα συγγενικά προς αυτήν δικαιώματα αντιμετωπίστηκαν ενιαία με την οδηγία 92/100, η οποία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2006/115 (στο εξής: οδηγία σχετικά με τα δικαιώματα εκμίσθωσης και δανεισμού) (19). Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 16 της τελευταίας, «τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να προβλέπουν, για τους δικαιούχους των συγγενικών δικαιωμάτων, ευρύτερη προστασία από αυτή που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία όσον αφορά τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές και την παρουσίαση στο κοινό» (20).

25.      Η οδηγία 2006/115 εφαρμόζεται από κοινού με την οδηγία 2006/166 (σχετικά με τη διάρκεια προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενικών δικαιωμάτων) (21), την οδηγία 93/83 (η οποία περιλαμβάνει αυτοτελείς κανόνες για τις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και την καλωδιακή αναμετάδοση) (22) και την οδηγία 2001/29 (για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας).

26.      Οι συγκεκριμένες οδηγίες τονίζουν τη διάκριση μεταξύ του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων, καθόσον προβλέπουν ότι η προστασία των συγγενικών προς το δικαίωμα του δημιουργού δικαιωμάτων δεν θίγει ούτε τροποποιεί κατ’ ουδένα τρόπο την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού (23).

27.      Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 κατοχυρώνει το δικαίωμα στην υλική ενσωμάτωση που απολαύουν οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί, ήτοι το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους είτε οι εκπομπές αυτές μεταδίδονται ενσυρμάτως είτε ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής μετάδοσης. Το άρθρο 7, παράγραφος 3, προβλέπει ότι ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός δεν έχει το συγκεκριμένο δικαίωμα όταν αναμεταδίδει απλώς μέσω καλωδίου εκπομπές ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/83, η προστασία θα πρέπει να ισχύει και στην περίπτωση της παρουσιάσεως στο κοινό μέσω δορυφόρου, η οποία ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας ως «[…] η πράξη της εισαγωγής, υπό τον έλεγχο και με ευθύνη του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, των σημάτων-φορέων προγραμμάτων που προορίζονται για λήψη από το κοινό σε μια αδιάκοπη αλληλουχία μετάδοσης προς το δορυφόρο και από εκεί προς το έδαφος».

28.      Το άρθρο 2, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 2001/29 κατοχυρώνει το δικαίωμα αναπαραγωγής (24) σύμφωνα με το οποίο «Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν, την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει: […] στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, όσον αφορά την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους, που μεταδίδονται ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής μετάδοσης». Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/83, η προστασία αυτή θα πρέπει να ισχύει και στην περίπτωση της παρουσιάσεως στο κοινό μέσω δορυφόρου.

29.      Το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/115 απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβλέπουν για τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την παρουσίαση των εκπομπών τους στο κοινό, εάν η παρουσίαση αυτή γίνεται σε μέρη όπου η είσοδος επιτρέπεται στο κοινό έναντι καταβολής αντιτίμου. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 20, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια να παρέχουν ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων αυτών. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/83, η προστασία αυτή θα πρέπει να ισχύει και στην περίπτωση της παρουσιάσεως στο κοινό μέσω δορυφόρου, ωστόσο το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας.

30.      Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2001/29 κατοχυρώνει το δικαίωμα διαθέσεως στο κοινό, ήτοι «[…] το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διάθεση στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος […] στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, όσον αφορά την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους, που μεταδίδονται ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής αναμετάδοσης». Η αιτιολογική σκέψη 24 της οδηγίας 2001/29 ορίζει ότι τούτο «[…] θα πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτει όλες τις πράξεις διάθεσης των προστατευομένων αντικειμένων σε κοινό, το οποίο δεν παρίσταται στον τόπο όπου διενεργείται η πράξη διάθεσης, και ότι δεν καλύπτει άλλες πράξεις».

31.      Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2006/115 απαιτεί από τα κράτη μέλη να παρέχουν στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής για τη διάθεση στο κοινό των υλικών ενσωματώσεων των εκπομπών τους, συμπεριλαμβανομένων και των αντιγράφων τους, μέσω πωλήσεως ή με άλλους τρόπους. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, αφορά την εξάντληση του δικαιώματος αυτού και το άρθρο 9, παράγραφος 3, προσθέτει ότι το δικαίωμα διανομής δεν θίγει τις διατάξεις για τα δικαιώματα εκμισθώσεως και δανεισμού του κεφαλαίου I της αυτής οδηγίας. Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 4, «[τ]ο δικαίωμα διανομής μπορεί να μεταβιβάζεται, να εκχωρείται ή να αποτελεί αντικείμενο συμβατικών αδειών».

32.      Το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/115 απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβλέπουν για τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την ασύρματη ραδιοτηλεοπτική αναμετάδοση των εκπομπών τους (αναφερόμενη επίσης και ως αναμετάδοση). Σύμφωνα με τη αιτιολογική σκέψη 16, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια για να παρέχουν ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων αυτών. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/83 επεξέτεινε το δικαίωμα παρουσιάσεως στο κοινό μέσω δορυφόρου και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας.

33.      Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/115 αναφέρει τέσσερις λόγους για τους οποίους τα κράτη μέλη δικαιούνται να προβλέπουν περιορισμούς στα συγγενικά δικαιώματα τα οποία διαλαμβάνονται στο κεφάλαιο II της αυτής οδηγίας. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέπουν περιορισμούς της ίδιας φύσεως με αυτούς που προβλέπονται στη νομοθεσία τους για την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού στην περίπτωση των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων. Στην ίδια διάταξη προβλέπεται επίσης ότι «[…] η χορήγηση υποχρεωτικών αδειών μπορεί να προβλέπεται μόνο στο βαθμό που οι άδειες αυτές συμβιβάζονται με τη Σύμβαση της Ρώμης». Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 3, οι συγκεκριμένοι περιορισμοί «[…] εφαρμόζονται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις που δεν αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση των προστατευομένων αντικειμένων και δεν θίγουν αδικαιολογήτως τα νόμιμα συμφέροντα του δικαιούχου».

34.      Στην αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας 2001/29 ορίζεται ότι «[…] οι εν λόγω εξαιρέσεις και περιορισμοί θα πρέπει να εναρμονισθούν περισσότερο» και «ο βαθμός της εναρμόνισής τους θα πρέπει να εξαρτηθεί από τις επιπτώσεις τους στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς». Η αιτιολογική σκέψη 32 συμπληρώνει ότι η οδηγία 2001/29 «περιέχει εξαντλητικό κατάλογο εξαιρέσεων και περιορισμών από το δικαίωμα αναπαραγωγής και το δικαίωμα παρουσίασης στο κοινό». Εξαιρέσεις και περιορισμοί προβλέπονται βάσει του επίμαχου κάθε φορά δικαιώματος. Επί παραδείγματι, το άρθρο 5, παράγραφος 2, αναφέρει τους λόγους για τους οποίους είναι δυνατό να προβλέπονται εξαιρέσεις ή περιορισμοί από το δικαίωμα αναπαραγωγής (του άρθρου 2). Το άρθρο 5, παράγραφος 3, επισημαίνει εξαιρέσεις ή περιορισμούς από αμφότερα τα δικαιώματα αναπαραγωγής και τα δικαιώματα που αναφέρονται στο άρθρο 3 (συμπεριλαμβανομένου επομένως του δικαιώματος διάθεσης στο κοινό). Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 5, οι εξαιρέσεις και οι περιορισμοί αυτοί «[…] εφαρμόζονται μόνο σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις οι οποίες δεν αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση του έργου ή άλλου προστατευομένου αντικειμένου και δεν θίγουν αδικαιολογήτως τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου».

35.      Το άρθρο 6 της οδηγίας 2001/29 αναφέρει τις υποχρεώσεις ως προς την προστασία έναντι της εξουδετερώσεως των αποτελεσματικών τεχνολογικών μέτρων, τα οποία σύμφωνα με την παράγραφο 3 είναι «[…] κάθε τεχνολογία, μηχανισμός ή συστατικό στοιχείο που, με τον συνήθη τρόπο λειτουργίας του, αποσκοπεί στο να εμποδίσει ή να περιορίσει πράξεις, σε σχέση με έργα ή άλλα προστατευόμενα αντικείμενα, μη επιτραπείσες από τον δικαιούχο οποιουδήποτε δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικού δικαιώματος, όπως ορίζεται από το νόμο […]». Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, «τα κράτη μέλη παρέχουν την κατάλληλη έννομη προστασία κατά της εξουδετέρωσης κάθε αποτελεσματικού τεχνολογικού μέτρου την οποία πραγματοποιεί κάποιος εν γνώσει του ή έχοντας βάσιμους λόγους που του επιτρέπουν να γνωρίζει ότι επιδιώκει αυτό το σκοπό». Η αιτιολογική σκέψη 47 της οδηγίας 2001/29 αναφέρει: «προκειμένου να αποφευχθεί η αποσπασματική λήψη νομοθετικών μέτρων που ενδέχεται να παρεμποδίσουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, χρειάζεται μια εναρμονισμένη έννομη προστασία έναντι της εξουδετέρωσης των αποτελεσματικών τεχνολογικών μέτρων και έναντι της παροχής συσκευών και προϊόντων ή υπηρεσιών προς το σκοπό αυτό».

36.      Το άρθρο 7 της οδηγίας 2001/29 προβλέπει τις υποχρεώσεις σχετικά με τις πληροφορίες για το καθεστώς των δικαιωμάτων, οι οποίες ορίζονται στην παράγραφο 2 ως «[…] κάθε παρεχόμενη από τον δικαιούχο πληροφορία η οποία επιτρέπει την αναγνώριση του έργου ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου που αναφέρεται [στην οδηγία 2001/29] […] του δημιουργού ή οποιουδήποτε άλλου δικαιούχου, ή πληροφορίες σχετικές με τους όρους και τις προϋποθέσεις χρήσης του έργου ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου, καθώς και κάθε αριθμός ή κωδικός που αντιπροσωπεύει τις πληροφορίες αυτές». Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη «[…] παρέχουν την κατάλληλη έννομη προστασία έναντι κάθε προσώπου που εν γνώσει του προβαίνει άνευ αδείας […] (α) αφαίρεση ή αλλοίωση οποιασδήποτε πληροφορίας με ηλεκτρονική μορφή σχετικά με το καθεστώς των δικαιωμάτων, (β) διανομή, εισαγωγή προς διανομή, ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, παρουσίαση στο κοινό ή διάθεση στο κοινό έργων ή άλλου αντικειμένου προστατευομένων δυνάμει της παρούσας οδηγίας [οδηγία 2001/29] […] από το οποίο έχουν αφαιρεθεί ή αλλοιωθεί άνευ αδείας οι πληροφορίες ηλεκτρονικής μορφής σχετικά με το καθεστώς των δικαιωμάτων, αν το πρόσωπο αυτό γνωρίζει ή έχει βάσιμο λόγο να γνωρίζει ότι με την ενέργεια αυτή προτρέπει, επιτρέπει, διευκολύνει ή συγκαλύπτει την παραβίαση δικαιώματος του δημιουργού ή άλλων συγγενικών δικαιωμάτων, όπως προβλέπονται από τη νομοθεσία […]». Κατά την αιτιολογική σκέψη 56 της οδηγίας 2001/29, «για να αποφευχθεί η λήψη αποσπασματικών νομοθετικών μέτρων που ενδέχεται να δυσχεράνουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, χρειάζεται εναρμονισμένη έννομη προστασία έναντι όλων αυτών των δραστηριοτήτων».

37.      Όσον αφορά τη διάρκεια προστασίας, η αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2006/116 όρισε ότι η διάρκεια προστασίας πρέπει να είναι ίδια σ’ ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 2006/116 προβλέπει ότι τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών αποσβέννυνται πενήντα χρόνια μετά την πρώτη μετάδοση μιας εκπομπής, είτε αυτή μεταδίδεται ενσυρμάτως είτε ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής μετάδοσης.

38.      Τέλος, όσον αφορά την έννομη προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων, το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν κατάλληλες κυρώσεις και μέσα έννομης προστασίας και να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής τους. Ορίζεται περαιτέρω ότι οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές (25). Το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 3, αφορά αγωγές αποζημιώσεως, αιτήσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων (συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών μέτρων κατά των διαμεσολαβητών) και την κατάσχεση του σχετικού υλικού.

39.      Η οδηγία 2004/48 (26) θεσπίστηκε λόγω του ότι στα κράτη μέλη εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά την έννομη προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, ιδίως δε όσον αφορά τις αιτήσεις για τη λήψη προσωρινών μέτρων, τον υπολογισμό της αποζημιώσεως και τις ρυθμίσεις περί εφαρμογής προσωρινών διαταγών (27). Οι διατάξεις της οδηγίας αυτής δεν θίγουν τις διατάξεις της οδηγίας 2001/29 και η αιτιολογική σκέψη 23 της οδηγίας 2004/48 αναφέρεται σε «ένα υψηλό επίπεδο εναρμόνισης» με την πρώτη όσον αφορά τις προσβολές του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών προς αυτό δικαιωμάτων (28). Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας 2004/48, «[…] οι ποινικές κυρώσεις αποτελούν επίσης, εφόσον ενδείκνυται, μέσο που διασφαλίζει την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας […]». Στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχεία β΄ και γ΄, προβλέπεται ότι η οδηγία 2004/48 δεν θίγει «τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από διεθνείς συμβάσεις, και ιδίως από τη Συμφωνία TRIPS, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που αφορούν ποινικές διαδικασίες και ποινές» ή «οποιεσδήποτε εθνικές διατάξεις ισχύουν στα κράτη μέλη και αφορούν ποινικές διαδικασίες ή κυρώσεις λόγω προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας».

 Η απόφαση

40.      Στις 9 Φεβρουαρίου 2011 η Επιτροπή συνέστησε στο Συμβούλιο να της επιτρέψει να διαπραγματευθεί τη σύμβαση. Χωρίς να επικαλείται συγκεκριμένη διάταξη των Συνθηκών ως νομική βάση η Επιτροπή υποστήριξε ότι είχε αποκλειστική αρμοδιότητα καθώς το αντικείμενο της συμβάσεως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ισχυουσών οδηγιών και επειδή η σύμβαση θα θεμελιωθεί στο κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από έγγραφα που προσκόμισε το Συμβούλιο κατόπιν σχετικού αιτήματος του Δικαστηρίου (29) προκύπτει αφενός ότι η πρόταση της Επιτροπής συζητήθηκε επανειλημμένως στην Ομάδα Εργασίας για τη διανοητική ιδιοκτησία (δικαίωμα του δημιουργού) και, αφετέρου, ότι η Προεδρία προετοίμασε στη συνέχεια μια συμβιβαστική πρόταση η οποία χρησίμευσε ως έρεισμα για την απόφαση. Κατά την εν λόγω διαδικασία, περιελήφθη στα πρακτικά του Συμβουλίου επίσημη δήλωση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η σύναψη της συμφωνίας αφορούσε ζήτημα αποκλειστικής αρμοδιότητας και η απόφαση, την οποία χαρακτηρίζει ως «υβριδική απόφαση», εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 218, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ.

41.      Το Συμβούλιο και οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών οι οποίοι συνήλθαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου εξέδωσαν την απόφασή τους στις 19 Δεκεμβρίου 2011. Εξ όσων γνωρίζω, δεν υπάρχουν διαθέσιμα έγγραφα τα οποία να εξηγούν τη διαδικασία ψηφοφορίας. Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 21 Δεκεμβρίου 2011.

42.      Το προοίμιο της αποφάσεως, η οποία απευθύνεται προς την Επιτροπή (30), διαλαμβάνει τα εξής:

«Έχοντας υπόψη τη [ΣΛΕΕ], και ιδίως το άρθρο 218, παράγραφοι 3 και 4,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)      Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι εξουσιοδοτημένη να συμμετέχει, εξ ονόματος της Ένωσης, στις διαπραγματεύσεις [της συμβάσεως] για θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της και για τα οποία η Ένωση εξέδωσε κανόνες.

(2)      Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμμετέχουν εξ ονόματός τους στις εν λόγω διαπραγματεύσεις μόνον όταν τα ανακύπτοντα κατά τις διαπραγματεύσεις ζητήματα εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους. Με σκοπό να διασφαλιστεί η ενότητα στη διεθνή εκπροσώπηση της Ένωσης, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να συνεργαστούν στενά κατά τη διαδικασία διαπραγματεύσεως,

[…]».

43.      Το άρθρο 1 της αποφάσεως έχει ως εξής:

«1.      Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις [της συμβάσεως] και να διεξάγει τις εν λόγω διαπραγματεύσεις εξ ονόματος της Ένωσης για θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης και για τα οποία η Ένωση εξέδωσε κανόνες, σε διαβούλευση με την Ομάδα Εργασίας για τη διανοητική ιδιοκτησία (δικαίωμα του δημιουργού) (στο εξής: ειδική επιτροπή).

2.      Η Επιτροπή πρέπει να διεξάγει τις επίμαχες διαπραγματεύσεις σύμφωνα με τις οδηγίες διαπραγματεύσεως οι οποίες εκτίθενται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης ή/και με τις κοινές θέσεις οι οποίες υιοθετήθηκαν ειδικώς για τους σκοπούς των εν λόγω διαπραγματεύσεων στα πλαίσια της ειδικής επιτροπής.

3.      Όταν το θέμα των διαπραγματεύσεων εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, η Προεδρία θα πρέπει να συμμετέχει πλήρως στις διαπραγματεύσεις και θα πρέπει να τις διεξάγει εξ ονόματος των κρατών μελών βασιζόμενη σε προηγουμένως συμφωνηθείσα κοινή θέση. Εάν δεν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνηθείσα κοινή θέση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ασκούν αυτοτελώς το δικαίωμα λόγου και ψήφου επί του επίμαχου ζητήματος, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 4.

4.      Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεργαστούν στενά κατά τη διαδικασία διαπραγματεύσεως, με σκοπό να διασφαλιστεί η ενότητα στη διεθνή εκπροσώπηση της Ένωσης.

5.      Η Επιτροπή ή/και η Προεδρία θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα σχετικά με τις διαπραγματεύσεις έγγραφα διανέμονται στα κράτη μέλη σε εύθετο χρόνο. Θα πρέπει να εκθέτουν προς την Επιτροπή ή/και την ειδική επιτροπή κατά τρόπο απρόσκοπτο και διαφανή τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων πριν και μετά από κάθε διαπραγματευτική σύνοδο, καθώς και, όπου ενδείκνυται, τα προβλήματα που τυχόν ανακύπτουν κατά τις διαπραγματεύσεις.»

44.      Τα παράρτημα της αποφάσεως εκθέτει τις οδηγίες διαπραγματεύσεως, σύμφωνα με τις οποίες:

«1.      Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι το προταθέν από το Συμβούλιο της Ευρώπης σχέδιο συμφωνίας για την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών περιλαμβάνει κατάλληλες διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση να καταστεί συμβαλλόμενο μέρος στην εν λόγω συμφωνία.

2.      Η Επιτροπή θα διεξάγει τις διαπραγματεύσεις κατά τρόπο ο οποίος διασφαλίζει ότι οι προγραμματιζόμενες διατάξεις είναι συμβατές με την οδηγία 2006/115/ΕΚ […] την οδηγία 2006/116/ΕΚ […] την οδηγία 93/83/ΕΟΚ […] και την οδηγία 2001/29/ΕΚ […] και με τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη στα πλαίσια της Συμφωνίας TRIPS […] υπό την αιγίδα του ΠΟΕ.

3.      Οι εν λόγω οδηγίες διαπραγματεύσεως μπορούν να προσαρμόζονται σύμφωνα με την πρόοδο των διαπραγματεύσεων.»

 Αιτιάσεις και διαδικασία

45.      Η Επιτροπή προβάλλει στην προσφυγή της τέσσερις λόγους αιτούμενη την ακύρωση της αποφάσεως.

46.      Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αφορά την αρμοδιότητα. Η Επιτροπή διατείνεται ότι το Συμβούλιο παρέβη τα άρθρα 2, παράγραφος 2, και 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, καθώς έκρινε ότι το ρυθμιστέο με τη σύμβαση ζήτημα είναι ζήτημα συντρέχουσας αρμοδιότητας και εξουσιοδότησε τα κράτη μέλη ή άλλο όργανο πέραν της Επιτροπής προκειμένου να διαπραγματευθεί σε έναν τομέα στον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα.

47.      Οι άλλοι τρεις λόγοι αφορούν τις διαδικασίες λήψεως της αποφάσεως. Ειδικότερα, η Επιτροπή προβάλλει παράβαση:

–        της διαδικασίας και των προϋποθέσεων εγκρίσεως διαπραγματεύσεων διεθνών συνθηκών από την Ευρωπαϊκή Ένωση?

–        των κανόνων ψηφοφορίας εντός του Συμβουλίου (άρθρο 16, παράγραφος 3, ΣΕΕ και άρθρο 218, παράγραφος 8, ΣΛΕΕ)? και

–        των σκοπών που επιδιώκουν οι Συνθήκες και παραβίαση της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας (άρθρο 13 ΣΕΕ).

48.      Υπεβλήθησαν γραπτές παρατηρήσεις από το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, καθώς και από την Τσεχική, τη Γερμανική, την Ολλανδική, την Πολωνική Κυβέρνηση και την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Η Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 62, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, υπέβαλε στις 25 Ιουλίου 2013 έγγραφα σχετικά με τη διαδικασία λήψεως της αποφάσεως.

49.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 24ης Σεπτεμβρίου 2013 ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις όλοι οι ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις, πλην της Ολλανδικής Κυβερνήσεως.

 Η έκταση του ελέγχου νομιμότητας της αποφάσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου

50.      Μολονότι το Συμβούλιο δεν προέβαλε τυπικώς ένσταση απαραδέκτου, εντούτοις υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ να εξετάσει αποφάσεις των κρατών μελών επί ζητημάτων της αρμοδιότητάς τους. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει την απόφαση, στο μέτρο που πρόκειται για απόφαση των αντιπροσώπων των κρατών μελών την οποία δεν εκδίδουν υπό την ιδιότητα των μελών του Συμβουλίου. Η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν την άποψη του Συμβουλίου.

51.      Η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο υποστηρίζουν ότι η απόφαση εξουσιοδοτεί την Ευρωπαϊκή Ένωση να διαπραγματευθεί μια διεθνή συμφωνία. Ως εκ τούτου, λαμβάνεται κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου και είναι δεκτική προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου. Μολονότι η Επιτροπή δέχεται ότι οι οδηγίες διαπραγματεύσεως ή η ληφθείσα θέση της ειδικής επιτροπής (της οποίας η σύσταση προβλέπεται από την απόφαση) δεν είναι δεσμευτικές, εντούτοις ισχυρίζεται ότι το έννομο αποτέλεσμα της αποφάσεως είναι ότι περιορίζει την εξουσία να διαπραγματευθεί για θέματα «για τα οποία η Ένωση εξέδωσε κανόνες».

52.      Δεν μπορώ να δεχθώ το επιχείρημα του Συμβουλίου.

53.      Κατά το άρθρο 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων του Κοινοβουλίου που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Συναφώς, ούτε η φύση ούτε η μορφή της πράξεως έχουν σημασία (31). Ο έλεγχος δύναται να αφορά τόσο την ουσία της πράξεως όσο και τους κανόνες διαδικασίας δυνάμει των οποίων ελήφθη.

54.      Η απόφαση είναι πράξη του Συμβουλίου, η οποία ελήφθη δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφοι 3 και 4, ΣΛΕΕ, και επιτρέπει στην Επιτροπή να διαπραγματευθεί τη σύμβαση σύμφωνα με την κατανομή αρμοδιοτήτων και τις οδηγίες διαπραγματεύσεως που περιλαμβάνει. Ως εκ τούτου, παράγει έννομα αποτελέσματα (32).

55.      Δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγξει την απόφαση, περιλαμβανομένης της πτυχής που αφορά τη διακυβερνητική δράση των κρατών μελών. Το Δικαστήριο, ασκώντας τον έλεγχο αυτό, δεν λαμβάνει θέση επί της διακυβερνητικής δράσεως των κρατών μελών καθεαυτή —κάτι το οποίο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του (33). Ο έλεγχος του Δικαστηρίου επικεντρώνεται αποκλειστικώς στο Συμβούλιο: ειδικότερα, εάν επιτρέπουν οι Συνθήκες να συμπεριλάβει τη διακυβερνητική δράση σε μια τέτοιου είδους απόφαση.

56.      Στην πραγματικότητα, εν προκειμένω το ερώτημα δεν είναι αν η απόφαση αποτελεί απόφαση του Συμβουλίου ή διακυβερνητική απόφαση (34). Το ερώτημα μάλλον είναι αν μια απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 218, παράγραφοι 3 και 4, ΣΛΕΕ και η οποία υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου δύναται να είναι και τα δύο. Η απάντηση εξαρτάται κατ’ ουσίαν από το βάσιμο του δεύτερου και του τρίτου λόγου που προέβαλε η Επιτροπή, οι οποίοι αφορούν τη νομιμότητα της υβριδικής αποφάσεως. Εντούτοις, η συγχώνευση του περιεχομένου μιας διακυβερνητικής αποφάσεως με μια απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο προκειμένου να παρακαμφθούν οι επιταγές του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να τεθεί η συγκεκριμένη απόφαση εκτός του πεδίου ελέγχου του Δικαστηρίου (35).

 Η σειρά αναλύσεως των λόγων

57.      Μολονότι η Επιτροπή διατύπωσε τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο περί νομιμότητας της υβριδικής αποφάσεως ως εναλλακτικούς λόγους ακυρώσεως αυτής, εντούτοις υποστηρίζει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι λυσιτελείς ανεξαρτήτως του αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να διαπραγματευθεί τη σύμβαση.

58.      Εάν οι διατάξεις των Συνθηκών που παρατίθενται στον δεύτερο, στον τρίτο και στον τέταρτο λόγο δεν επιτρέπουν τη λήψη εκ μέρους του Συμβουλίου μιας υβριδικής αποφάσεως όπως είναι η επίμαχη, τότε, τυπικώς, δεν υπάρχει πλέον καμία ανάγκη να κριθεί το περιεχόμενο αυτής. Τούτου λεχθέντος, είναι προφανές ότι το ερώτημα περί αρμοδιότητας έχει μεγάλη σημασία τόσο για τους διαδίκους όσο και για τους παρεμβαίνοντες: πράγματι, στις παρατηρήσεις τους όλοι έχουν επικεντρωθεί ιδίως στον πρώτο λόγο. Ως εκ τούτου, θα αναλύσω τους λόγους που προέβαλε η Επιτροπή με τη σειρά κατά την οποία παρουσιάζονται.

 Πρώτος λόγος ακυρώσεως: αρμοδιότητα

 Επιχειρήματα

59.      Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Επιτροπής αντλείται από την παράβαση των άρθρων 2, παράγραφος 2, και 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, καθώς το Συμβούλιο έκρινε ότι το αντικείμενο της διαπραγματεύσεως στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης υπάγεται στο πεδίο της συντρέχουσας αρμοδιότητας και επέτρεψε στα κράτη μέλη ή σε άλλο όργανο πέραν της Επιτροπής να διαπραγματευθεί μια διεθνή σύμβαση η οποία στην πραγματικότητα υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ουσία του πρώτου λόγου έγκειται στο ότι το Συμβούλιο δεν ήταν εξουσιοδοτημένο να αναγνωρίσει οποιαδήποτε αρμοδιότητα των κρατών μελών κατά τις διαπραγματεύσεις.

60.      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο, ισχυρίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα να διαπραγματευθεί και να συνάψει διεθνείς συμφωνίες σε έναν τομέα που καλύπτεται σε μεγάλο μέρος από κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι δεν έχουν χαρακτήρα ελάχιστων απλώς προδιαγραφών. Επ’ αυτού στηρίζεται στη νομολογία AETR του Δικαστηρίου (36).

61.      Ακόμη και αν η σύμβαση, όταν οριστικοποιηθεί, ενδέχεται να υπερβεί το κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, παρά ταύτα, κάθε θέμα που φέρεται προς διαπραγμάτευση δύναται να επηρεάσει ή να τροποποιήσει το πεδίο εφαρμογής του κεκτημένου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ασκήσει την αρμοδιότητά της προκειμένου να εναρμονίσει τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και, ως εκ τούτου, οφείλει πλέον να δράσει αποκλειστικά μόνη της. Το γεγονός ότι, υπό το καθεστώς των εν λόγω κανόνων εναρμονίσεως, τα κράτη μέλη ενδέχεται να διατηρούσαν κάποια αρμοδιότητα προκειμένου να δημιουργήσουν περιορισμούς ή να επιλέξουν έναν ανώτερο βαθμό προστασίας δεν επηρεάζει τον αποκλειστικό χαρακτήρα της αρμοδιότητας αυτής, αφής στιγμής, ιδίως, υπάρχουν κοινοί κανόνες όσον αφορά το δικαίωμα υλικής ενσωματώσεως, το δικαίωμα αναπαραγωγής, το δικαίωμα αναμεταδόσεως, το δικαίωμα παρουσιάσεως στο κοινό, το δικαίωμα διαθέσεως και το δικαίωμα διανομής.

62.      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο, απορρίπτει την άποψη ότι η Συνθήκη της Λισσαβώνας περιόρισε το πεδίο εφαρμογής της εξωτερικής αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και το πρωτόκολλο 25 δεν αντικατέστησαν τη νομολογία AETR. Η Επιτροπή θεωρεί ότι εάν οι συντάκτες των Συνθηκών είχαν την πρόθεση να περιορίσουν την εξωτερική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να τροποποιήσουν μια νομολογία 40 ετών θα είχαν αναφέρει σαφώς την πρόθεσή τους αυτή.

63.      Εξ ορισμού, σε μια περίπτωση αποκλειστικής αρμοδιότητας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν εφαρμόζεται το άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Εκ του γεγονότος ότι η κοινή αγορά ανήκει στους τομείς συντρέχουσας αρμοδιότητας δεν συνάγεται ότι η εξωτερική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συνάψει μια διεθνή συμφωνία για την πνευματική ιδιοκτησία είναι επίσης συντρέχουσα. Δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ μπορεί να εφαρμοσθεί σε διεθνείς συμφωνίες: ως εκ τούτου, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί, με τη μορφή μιας διεθνούς συμφωνίας, να αποφασίσει να θεσπίσει νέους κοινούς κανόνες οι οποίοι, εν συνεχεία, θα ήταν επίσης δεσμευτικοί για τα κράτη μέλη. Ακόμη και αν το Δικαστήριο δεχόταν ότι η αρμοδιότητα δεν είναι αποκλειστική, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε και στην περίπτωση αυτή να διαπραγματευθεί και να συνάψει τη σύμβαση αποκλειστικά μόνη της, διότι η άσκηση της συντρέχουσας αρμοδιότητας δεν στηρίζεται στην προηγούμενη θέσπιση κοινών κανόνων.

64.      Ως προς τη μεθοδολογική προσέγγιση, η Επιτροπή επιχειρηματολογεί κατά της προσεγγίσεως εκείνης σύμφωνα με την οποία κάθε διάταξη της υφιστάμενης νομοθεσίας της Ένωσης συγκρίνεται με κάποια πιθανή διάταξη μιας μελλοντικής συμφωνίας. Αντιθέτως, το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να προσεγγίζεται ως ένα συνεκτικό και ισορροπημένο σύνολο κανόνων. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή παρουσιάζει τόσο μια «κατά τομέα» ανάλυση όσο και μια συνολική —ακόμη και αν, υποστηρίζει, δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι κάθε ζήτημα το οποίο φέρεται κατά τις διαπραγματεύσεις προς συζήτηση επηρεάζει την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (τη βάση επί της οποίας εκδόθηκαν οι σχετικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ). Ως μέρος της τελευταίας αναλύσεως, η Επιτροπή επικαλείται τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι το αντικείμενο της Συμβάσεως της Βέρνης ρυθμίζεται πολύ εκτεταμένα από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (37). Η γνωμοδότηση 1/03 της 7ης Φεβρουαρίου 2006 αποδεικνύει ότι αυτό καθεαυτό το γεγονός ότι τα κράτη μέλη ενδεχομένως διαθέτουν κάποια εναπομείνασα ελευθερία για να δράσουν δεν καθιστά την αρμοδιότητα μη αποκλειστική? το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει ακολούθως αν η εν λόγω ελευθερία δύναται να επηρεάσει ή να αλλοιώσει την έκταση εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (38). Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι μια αρμοδιότητα δεν παύει να θεωρείται αποκλειστική για τον λόγο ότι η εναρμόνιση δεν είναι πλήρης. Επ’ αυτού, η υπό κρίση υπόθεση πληροί τις προϋποθέσεις της γνωμοδότησης 2/91 της 19ης Μαρτίου 1993: ο τομέας καλύπτεται σε μεγάλο μέρος από το δίκαιο της Ένωσης το οποίο δεν προβλέπει απλώς ελάχιστες προδιαγραφές (39).

65.      Η Επιτροπή συγκρίνει την παρούσα υπόθεση με την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2009, C‑45/07, Επιτροπή κατά Ελλάδας, η οποία αφορά κανονισμό που ενσωμάτωσε την ουσία δύο διεθνών κειμένων στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπό το φως της νομολογίας AETR, το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα κράτος μέλος δεν θα μπορούσε να κινήσει διαδικασία δυνάμενη να τροποποιήσει τους εν λόγω κανόνες (40).

66.      Όσον αφορά το περιεχόμενο της συμβάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ορισμός της ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής και των δικαιούχων προστασίας (στους οποίους πιθανώς περιλαμβάνονται οι φορείς διαδικτυακής αναμεταδόσεως και οι φορείς ταυτόχρονης μεταδόσεως) θα επηρεάσουν άμεσα το κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επί του παρόντος, οι οδηγίες 2006/115 και 2001/29 προστατεύουν τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που μεταδίδουν τα σήματά τους ενσυρμάτως είτε ασυρμάτως (η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει τόσο τους επίγειους όσο και τους δορυφορικούς ραδιοτηλεοπτικούς φορείς), ενώ η οδηγία 93/83 δεν αναγνωρίζει τις επιχειρήσεις καλωδιακής διανομής ως αυτοτελή κατηγορία δικαιούχων.

67.      Όσον αφορά τα προστατευόμενα κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαιώματα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι:

–        προτάσεις για την προστασία και των καλωδιακών αναμεταδόσεων εκπομπών (συμπεριλαμβανομένων και των διαδικτυακών) και των μαγνητοσκοπημένων αναμεταδόσεων θα επηρέαζαν ή θα τροποποιούσαν την έκταση του δικαιώματος αναμεταδόσεως κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και

–        η πρόταση για διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του δικαιώματος παρουσιάσεως στο κοινό κατά τρόπο που να ισχύει για μέρη διαφορετικά από εκείνα όπου η είσοδος επιτρέπεται στο κοινό έναντι καταβολής αντιτίμου θα επηρέαζε το περισσότερο περιορισμένο δικαίωμα παρουσιάσεως στο κοινό κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως επίσης και τα δικαιώματα άλλων δικαιούχων για τα οποία χρησιμοποιείται η συγκεκριμένη έννοια.

68.      Η Επιτροπή δέχεται ότι κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν προστατεύονται τα σήματα-φορείς προγραμμάτων προ εκπομπής, καθώς δεν συνιστούν πράξη ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως ή αναμεταδόσεως καθεαυτή. Εντούτοις υποστηρίζει ότι οι προτάσεις για την προστασία των εν λόγω σημάτων, είτε διά της παροχής ενός αυτοτελούς δικαιώματος είτε μέσω ενός ευρύτερου ορισμού της «ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής» ή διά της παροχής του δικαιώματος πραγματικής δικαστικής προστασίας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το ισχύον δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι θα ισχύουν για την ίδια και ήδη προστατευόμενη πραγματική κατάσταση σε ένα προγενέστερο, ωστόσο, της μεταδόσεως στάδιο. Επιπροσθέτως, η προστασία αυτή θα πρέπει να εκτιμηθεί υπό το φως της οδηγίας 93/83 με την οποία θεσπίζονται οι κανόνες για τα σήματα-φορείς προγραμμάτων που μεταδίδονται μέσω δορυφόρου.

69.      Περαιτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο όρος της προστασίας είναι εναρμονισμένος και ότι η κοινοτική νομοθεσία ρυθμίζει την προστασία κατά της εξουδετερώσεως κάθε αποτελεσματικού τεχνολογικού μέτρου και την προστασία κατά της άνευ αδείας αφαιρέσεως ή αλλοιώσεως πληροφοριών για το καθεστώς των δικαιωμάτων.

70.      Τέλος, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει έννοιες όπως αυτή του «κοινού» στην «παρουσίαση στο κοινό» με τρόπο ενιαίο και (κατά το μέτρο του δυνατού) υπό το φως του διεθνούς δικαίου και επιδίωξε, παρά την έλλειψη ειδικής εναρμονίσεως, να εφαρμόσει αρχές ή έννοιες που περιλαμβάνονται σε μια οδηγία για το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας σε άλλες οδηγίες. Κατά συνέπεια, η τροποποίηση μιας οδηγίας δύναται να επηρεάσει ολόκληρο το σώμα της νομοθεσίας που πρέπει να ερμηνευθεί και να εφαρμοσθεί στις διάφορες κατηγορίες δικαιούχων.

71.      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη, υποστηρίζει ότι από τον συνδυασμό του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ με το άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και το πρωτόκολλο 25 αποδεικνύεται ότι η αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιορίζεται σε εκείνα τα στοιχεία της διεθνούς συμφωνίας τα οποία ρυθμίζονται από τις επίμαχες πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με άλλα λόγια, το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι κωδικοποιεί το κριτήριο «τομέας που, σε μεγάλο μέρος, ήδη καλύπτεται από τους κοινοτικούς κανόνες» σύμφωνα με τη γνωμοδότηση 1/03 (41). Επικουρικώς, ακόμα και αν ερμηνευθεί έτσι, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της προκείμενης υποθέσεως και της παλαιότερης νομολογίας, επί παραδείγματι της γνωμοδοτήσεως 2/91 (42), της αποφάσεως της 5ης Νοεμβρίου 2002, C‑467/98, Επιτροπή κατά Δανίας (43), και της γνωμοδοτήσεως 1/03 (44).

72.      Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, μολονότι αρκετά ζητήματα τα οποία δύνανται ενδεχομένως να ρυθμισθούν από τη σύμβαση υπόκεινται ήδη σε ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητά της, εντούτοις η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να διαπραγματευθεί το σύνολο της συμβάσεως.

73.      Το Συμβούλιο δεν δέχεται ότι η προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών θα επηρεάσει τη συνολική ισορροπία της προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων και της ασκήσεως αυτών, διότι τα πρώτα δικαιώματα είναι ανεξάρτητα και αυτοτελή σε σχέση με τα τελευταία. Τούτο καταδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από την απόφαση SCF (45), στην οποία το Δικαστήριο ερμήνευσε διαφορετικά την έννοια της «παρουσίασης στο κοινό» στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 και στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/100 (όπως κωδικοποιήθηκε από την οδηγία 2006/115). Επιπροσθέτως, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι πιθανώς η σύμβαση θα περιλαμβάνει την εθιμική αρχή κατά την οποία η χορηγηθείσα προστασία θα αφήσει ανέπαφη και με κανέναν τρόπο δεν θα επηρεάσει την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού στην περίπτωση των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων.

74.      Εν συνεχεία, το Συμβούλιο προσδιορίζει τρεις πτυχές της προστασίας των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών οι οποίες θα καλύπτονται από τις διαπραγματεύσεις και οι οποίες, ωστόσο, δεν έχουν ακόμη εναρμονισθεί. Συνεπώς, η εκ μέρους των κρατών μελών διαπραγμάτευση και σύναψη διεθνών δεσμεύσεων που αφορούν τις εν λόγω πτυχές δεν θα επηρεάσει ή μεταβάλει την εμβέλεια του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

75.      Πρώτον, εναπόκειται στα κράτη μέλη αν θα προβλέψουν αποκλειστικό δικαίωμα σύμφωνα με το οποίο θα επιτρέπεται ή θα απαγορεύεται η παρουσίαση στο κοινό σε μέρη όπου για την είσοδο δεν απαιτείται καταβολή αντιτίμου. Το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/115 ρυθμίζει μόνον την παρουσίαση στο κοινό σε μέρη όπου η είσοδος επιτρέπεται έναντι καταβολής αντιτίμου.

76.      Δεύτερον, δεν υπάρχει διάταξη της νομοθεσίας της Ένωσης (περιλαμβανομένου και του άρθρου 6 της οδηγίας 2001/29) η οποία να αποσκοπεί στην προστασία αναμεταδόσεων σημάτων-φορέων προγραμμάτων προ εκπομπής πριν από τη ραδιοτηλεοπτική εκπομπή τους στο κοινό. Ενώ το περιεχόμενο του εν λόγω σήματος θα μπορούσε να προστατευθεί μέσω του δικαιώματος του δημιουργού, το αντικείμενο και οι δικαιούχοι του συγκεκριμένου δικαιώματος δεν ταυτίζονται όπως στην περίπτωση της ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής.

77.      Τρίτον, ενώ το Συμβούλιο δέχεται ότι υφίστανται ενωσιακές ρυθμίσεις έννομης προστασίας, οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν αποκλείουν την περίπτωση να προβλέψουν τα κράτη μέλη ευνοϊκότερα από τα προβλεπόμενα στην οδηγία 200/48 μέτρα αποκαταστάσεως για τους δικαιούχους. Επίσης, δεν αφορούν ποινικές κυρώσεις ούτε περιλαμβάνουν έναν ελάχιστο κανόνα κατά το άρθρο 83, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Το Συμβούλιο αναγνωρίζει ότι, τη στιγμή εκδόσεως της αποφάσεως, το περιεχόμενο της συμβάσεως δεν ήταν αρκούντως ακριβές ώστε να δύνανται να καθοριστούν με ακρίβεια το πεδίο εφαρμογής, η φύση και το περιεχόμενο των διατάξεων που αφορούν την έννομη προστασία.

78.      Η Πολωνική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η σύμβαση θα μπορούσε επίσης να δώσει έναν ευρύτερο ορισμό της έννοιας της ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής και ότι, όπως υποστηρίζει και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει δικαίωμα ενσύρματης αναμεταδόσεως.

79.      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Ολλανδική, την Πολωνική Κυβέρνηση και την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αντιτάσσεται περαιτέρω στην υπόδειξη της Επιτροπής προς το Δικαστήριο ότι θα έπρεπε να επιλέξει μιαν αδρομερή εκτίμηση δίχως να επικεντρώνεται στις επιμέρους προβλέψεις (όπως, επί παραδείγματι, στις προβλέψεις οι οποίες αφορούν τις τρεις πτυχές και, κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, υπάγονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών). Επ’ αυτού, υποστηρίζει ότι από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι όλοι οι δικαιούχοι θα πρέπει να απολαύουν των ίδιων δικαιωμάτων. Όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις πρέπει να ερμηνεύονται λαμβανομένου υπόψη του σκοπού τους και του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται. Το γεγονός ότι μια έννοια που περιλαμβάνεται σε κάποια οδηγία για την πνευματική ιδιοκτησία χρειάζεται ενδεχομένως να ερμηνευθεί υπό το φως των κανόνων και των αρχών που θέτουν οι λοιπές οδηγίες επί του ιδίου αντικειμένου (46) δεν σημαίνει ότι η πρώτη επηρεάζει αναγκαστικά τις τελευταίες.

80.      Τέλος, το Συμβούλιο δέχεται ότι, αν η συναφθησόμενη κατόπιν διαπραγματεύσεως σύμβαση δεν περιλαμβάνει οιοδήποτε ζήτημα υπαγόμενο στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, τότε μόνον η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση.

 Εκτίμηση

 Η έννοια της εκφράσεως «κατά το μέτρο που ενδέχεται να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους» του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ

81.      Όλοι οι μετέχοντες στη δίκη συμφωνούν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εξωτερική αρμοδιότητα προς διαπραγμάτευση διεθνούς συμφωνίας για τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Το ζήτημα είναι αν έχει αποκλειστική ή συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη.

82.      Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι οι Συνθήκες δεν προβλέπουν ρητώς αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, ότι η σύναψη της συμβάσεως δεν κρίνεται απαραίτητη προκειμένου να έχει τη δυνατότητα η Ευρωπαϊκή Ένωση να ασκήσει την εξωτερική αρμοδιότητά της στον τομέα που καλύπτεται από το σχέδιο της συμβάσεως και ότι, κατ’ αρχήν, η εν λόγω εσωτερική αρμοδιότητα είναι συντρέχουσα. Το ζήτημα του αν είναι αποκλειστική η εξωτερική αρμοδιότητα εξαρτάται από το αν η σύναψη της συμβάσεως επηρεάζει τους κοινούς κανόνες ή μεταβάλει την εμβέλειά τους κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

83.      Οι διάδικοι διαφωνούν κυρίως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και την απάντηση επί του ερωτήματος υπό ποιες προϋποθέσεις η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να διαπραγματευθεί μια σύμβαση στο σύνολό της, όταν οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλύπτουν εν μέρει τον εμπίπτοντα στο σχέδιο της διεθνούς συμβάσεως τομέα. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι υπάρχει αποκλειστική αρμοδιότητα όταν ο τομέας καλύπτεται σε μεγάλο μέρος από τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Συμβούλιο ευνοεί μιαν αυστηρότερη προσέγγιση, κατά την οποία δεν υπάρχει αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά τομείς στους οποίους η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ενεργήσει (47).

84.      Σύμφωνα με τις γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων το επίμαχο ζήτημα είναι αν το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ κωδικοποιεί τη νομολογία AETR. Δεν είναι η πρώτη φορά που αποτελεί αντικείμενο συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου η θέση του Συμβουλίου επί της σχέσεως του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ με τη νομολογία AETR. Στην απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2013, C‑137/12, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, η επίμαχη αρμοδιότητα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της κοινής εμπορικής πολιτικής και, ως εκ τούτου, παρείλκε η εξέταση του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (48). Εντούτοις, η γενική εισαγγελέας J. Kokott έθεσε το ερώτημα με τις προτάσεις της στην προμνησθείσα υπόθεση. Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι η τελευταία περίοδος του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ κωδικοποιεί τη νομολογία AETR και δεν βρήκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του επιχειρήματος του Συμβουλίου ότι οι συντάκτες της Συνθήκης της Λισσαβώνας είχαν διαφορετική βούληση. Επιπροσθέτως, δεν επείσθη ότι το πρωτόκολλο 25 μπορεί να ερμηνευθεί ως περιοριστικό της αρμοδιότητας που έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (49).

85.      Δεν είμαι πεπεισμένη ότι είναι χρήσιμο να διατυπωθεί το ερώτημα αν το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ κωδικοποιεί τη νομολογία AETR, αν μη τι άλλο λόγω της υφιστάμενης διαφωνίας περί του τι (ακριβώς) καθιερώνει η εν λόγω νομολογία. Αυτό που προέχει δεν είναι άλλο παρά το νόημα της εκφράσεως «κατά το μέτρο που ενδέχεται να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους», η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Η ερμηνεία της επίμαχης διατυπώσεως θα πρέπει να λάβει υπόψη της αφενός το πλαίσιο που διαμορφώνεται από τα υπόλοιπα μέρη των Συνθηκών και, αφετέρου, το ιστορικό θεσπίσεως του εν λόγω άρθρου, μέρος του οποίου, προφανώς, αποτελεί η συγκεκριμένη νομολογία.

86.      Θα ασχοληθώ πρώτα με το γράμμα της ΣΛΕΕ

87.      Στη ΣΛΕΕ χρησιμοποιείται δύο φορές η φράση «επηρεάζει τους κοινούς κανόνες ή μεταβάλει την εμβέλειά τους». Πέρα από το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕ, εμφανίζεται και στο άρθρο 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, όπου αποτυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αρμοδιότητα να συνάπτει μια διεθνή συμφωνία άνευ διακρίσεως μεταξύ αποκλειστικής και συντρέχουσας αρμοδιότητας.

88.      Μολονότι υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ των δύο διατάξεων, υπάρχουν επίσης και διαφορές από πλευράς διατυπώσεως. Σε πολλές αλλά όχι σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις οι εν λόγω διαφορές δημιουργούν την εντύπωση ότι ενδεχομένως θα ήταν ευκολότερο να θεμελιωθεί αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ παρά αρμοδιότητα κατά το άρθρο 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (50). Ως εκ τούτου, στην αγγλική απόδοση ο ρηματικός τύπος «δύναται» («may») στην πρώτη περίπτωση αναφέρεται σε μια απλή δυνατότητα, ενώ η αντίστοιχη διατύπωση «είναι πιθανό να» («is likely to») στη δεύτερη περίπτωση υπονοεί ένα βαθμό πιθανότητας. Εντούτοις, η εν λόγω διάκριση δεν μπορεί να είναι ορθή. Εάν κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ θεμελιώνεται αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα, τότε δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ότι κατά το άρθρο 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ θεμελιώνεται εξωτερική αρμοδιότητα καθεαυτή. Ταυτοχρόνως, εάν είναι ορθό ότι πρέπει να προηγείται η ανάλυση κατά το άρθρο 216, παράγραφος 1, (υπάρχει αρμοδιότητα;) της εξετάσεως του είδους της αρμοδιότητας (είναι αποκλειστική η αρμοδιότητα;), τότε αυτό σημαίνει ότι, αποδεικνύοντας ότι η σύναψη της διεθνούς συμφωνίας είναι πιθανό να επηρεάσει ή να μεταβάλει την εμβέλεια των κοινών κανόνων τους, αυτομάτως η αρμοδιότητα είναι αποκλειστική και αποκλείεται η δυνατότητα θεμελιώσεως συντρέχουσας εξωτερικής αρμοδιότητας.

89.      Κατά τη δική μου ερμηνεία, η τελευταία περίοδος του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ υπονοεί ότι θα πρέπει να υπάρχουν ήδη κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με τον τομέα που καλύπτεται από τη διεθνή συμφωνία. Εάν δεν υπάρχουν οι εν λόγω κανόνες, τότε δυσχερώς μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς η τελευταία θα μπορούσε να επηρεάσει ή να μεταβάλει την εμβέλεια των πρώτων. Τούτο υποδηλώνει ότι κατά την ανάλυση πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξεταστούν (διαδοχικώς): (i) η εμβέλεια και το περιεχόμενο της σχεδιαζόμενης διεθνούς συμφωνίας· (ii) εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη ασκήσει εσωτερική αρμοδιότητα και, ενδεχομένως, η εμβέλεια και το περιεχόμενο του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης· και (iii) εάν η σύναψη της εν λόγω διεθνούς συμφωνίας μπορεί να επηρεάσει τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους. Αυτή η τελευταία πιθανότητα ενδέχεται να υφίσταται για διάφορους λόγους και ενδέχεται να είναι περισσότερο προφανής σε ορισμένες περιπτώσεις απ’ ό,τι σε άλλες.

90.      Ενδεχομένως είναι μικρής σημασίας ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν αναφέρει ρητώς αν η σύναψη μιας διεθνούς συμφωνίας, για την οποία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι «ενδέχεται να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους», γίνεται «από την Ευρωπαϊκή Ένωση» ή «από τα κράτη μέλη». Το περιεχόμενο της διεθνούς συμφωνίας και όχι η ταυτότητα του συμβαλλόμενου μέρους ή των συμβαλλόμενων μερών είναι αυτό το οποίο θα επηρεάσει τους κοινούς κανόνες ή θα μεταβάλει την εμβέλεια τους. Εάν ληφθεί ως σημείο εκκινήσεως η παραδοχή ότι η αρμοδιότητα είναι συντρέχουσα, τότε με βάση τη λογική το καίριο ζήτημα έγκειται στο τι θα συνέβαινε αν τα κράτη μέλη συνήπταν διεθνή συμφωνία για έναν τομέα όπου υφίστανται ήδη κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τη χρήση των λέξεων «κατά το μέτρο που» διευκρινίζεται ότι, μολονότι ορισμένα μέρη της διεθνούς συμβάσεως μπορεί, επ’ αυτής της βάσεως, να εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αρμοδιότητα θα μπορούσε εντούτοις να είναι ακόμα συντρέχουσα όσον αφορά άλλα μέρη αυτής.

91.      Επιπροσθέτως, με τη χρήση της φράσεως «έχει επίσης αποκλειστική αρμοδιότητα» διευκρινίζεται ότι, πέρα από τους λόγους του άρθρου 3, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, είναι περιοριστικός ο κατάλογος των (γενικώς οριζόμενων) λόγων στο άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

92.      Θα ασχοληθώ τώρα με το πλαίσιο του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και τον σκοπό, ειδικότερα, του άρθρου 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και του πρωτοκόλλου 25.

93.      Φρονώ ότι ούτε το πρωτόκολλο 25 ούτε το άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ περιορίζει την εμβέλεια καθεαυτή του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Αμφότερα αφορούν συντρέχουσα αρμοδιότητα. Η πρώτη περίοδος του άρθρου 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προβλέπει τη συνέπεια του ορισμού μιας αρμοδιότητας ως συντρέχουσας. Η δεύτερη και η τρίτη περίοδος αφορούν την περίπτωση κατά την οποία η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αρμοδιότητα των κρατών μελών συνυπάρχουν. Συνεπώς, εκ του συνδυασμού της δεύτερης περιόδου με το πρωτόκολλο 25 (το οποίο αναφέρεται αποκλειστικώς στο άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ) προκύπτει ότι, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ασκήσει την εν λόγω αρμοδιότητα σε έναν συγκεκριμένο τομέα, τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να ασκήσουν τη δική τους αρμοδιότητα όσον αφορά ζητήματα τα οποία καλύπτονται από την επίμαχη πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εντούτοις, θα μπορούσαν να έχουν ακόμα ελευθερία δράσης σε άλλους τομείς. Όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ασκήσει την αρμοδιότητά της, τα κράτη μέλη μπορούν ακόμα να δράσουν κατά το μέτρο που δεν έχει πράξει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον, τα κράτη μέλη ανακτούν (την αρχική τους) αρμοδιότητα να ενεργήσουν σε τομέα στον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε να παύσει να ασκεί τη δική της.

94.      Τέλος, θα αναφερθώ στο ιστορικό υπόβαθρο του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

95.      Η ορολογία της τελικής περιόδου του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προφανώς έχει ληφθεί από την απόφαση AETR. Το Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή διαμόρφωσε ένα κριτήριο για τη θεμελίωση της υπάρξεως εξωτερικής αρμοδιότητας (πλέον αντικείμενο του άρθρου 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ) (51) και του αποκλειστικού χαρακτήρα της εν λόγω αρμοδιότητας (πλέον αντικείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ). Όσον αφορά την τελευταία, το Δικαστήριο έκρινε ότι κάθε φορά που η Ευρωπαϊκή Ένωση θεσπίζει κοινούς κανόνες, με οποιαδήποτε μορφή, για την εφαρμογή μιας προβλεπόμενης από τις Συνθήκες κοινής πολιτικής, η Ευρωπαϊκή Ένωση καθίσταται αποκλειστικώς αρμόδια (52) και τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να αναλαμβάνουν υποχρεώσεις έναντι τρίτων κρατών που «θίγουν αυτούς τους [κοινούς] κανόνες» (53). Στο εξής θα αναφέρομαι σε αυτήν ως η αρχή AETR. Η δικαιολογητική βάση της αρχής AETR ήταν η ανάγκη προστασίας της ενότητας της κοινής αγοράς και της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (54).

96.      Εάν το ιστορικό των διαπραγματεύσεων για το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αποδεικνύει κάτι, αυτό είναι ότι δεν υπήρξε πρόθεση παρεκκλίσεως από την αρχή AETR (55). Συναφώς, συμφωνώ με τη θέση της γενικής εισαγγελέα J. Kokott, την οποία ανέπτυξε στις προτάσεις της στην υπόθεση C‑137/12, επί της οποία εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Οκτωβρίου, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (56).

97.      Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να αντλήσει έμπνευση από τη μέχρι τούδε νομολογία στον τομέα αυτό, στην οποία περιλαμβάνεται (προφανώς) η AETR και μια σειρά από άλλες αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις δυνάμει του νυν άρθρου 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ.

98.      Με τη νομολογία του αυτή, το Δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω τη δικαιολογητική βάση της αρχής AETR. Συναφώς, η αρχή εφαρμόζεται στην περίπτωση που η σύναψη της διεθνούς συμφωνίας (ή μερών αυτής) από τα κράτη μέλη θα ήταν ασυμβίβαστη με την ενότητα της κοινής αγοράς και την ομοιόμορφη και συνεκτική εφαρμογή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (57), ή θα έθιγε την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος που καθιερώνουν οι κοινοί κανόνες (58), ή στην περίπτωση που, λόγω της ίδιας της φύσεως των υφιστάμενων διατάξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οποιαδήποτε διεθνής συμφωνία θα επηρέαζε κατ’ ανάγκη το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (59). Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι σε όλους τους τομείς που αντιστοιχούν στους σκοπούς της Συνθήκης, το άρθρο 10 ΕΚ (60) (αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, διατυπωμένη πλέον στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ) απαιτεί από τα κράτη μέλη να απέχουν από κάθε μέτρο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης (61).

99.      Ποιες περαιτέρω διευκρινίσεις έχει παράσχει το Δικαστήριο αναφορικά με το νόημα της αρχής AETR;

100. Η εφαρμογή της αρχής AETR προϋποθέτει ότι έχει υπάρξει κάποια δράση σε εσωτερικό επίπεδο· δεν αρκεί απλώς η ύπαρξη αρμοδιότητας σε εσωτερικό επίπεδο (62). Πράγματι, καθό μέτρο δεν έχει ασκηθεί η εσωτερική αρμοδιότητα, δεν θα υφίστανται οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι θα μπορούν να επηρεαστούν ή των οποίων θα μπορεί να μεταβληθεί η εμβέλεια. Ομοίως, η ύπαρξη πρωτοβουλιών και μέσων με σκοπό να αποφευχθούν αντιφάσεις μεταξύ του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της σχεδιαζόμενης διεθνούς συμφωνίας δεν αναιρεί την ανάγκη συγκρίσεως των δύο προκειμένου να καθοριστούν οι συνέπειες της τελευταίας επί του πρώτου (63). Επίσης, δεν έχουν σημασία η νομική βάση καθεαυτή για τους επίμαχους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (64) και (όπως ορθώς επισημαίνει το Συμβούλιο) το γεγονός ότι η διαπραγμάτευση μιας μικτής συμφωνίας θα μπορούσε να συνεπάγεται μειονεκτήματα και πρακτικές δυσχέρειες (65). Τέλος, δεν αρκεί το γεγονός και μόνον ότι η σύναψη από τα κράτη μέλη μιας διεθνούς συμφωνίας θα μπορούσε να επηρεάσει την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, προκειμένου να θεωρηθεί ότι τηρείται η αρχή AETR (66).

101. Υπό την προϋπόθεση ότι έχει υπάρξει δράση σε εσωτερικό επίπεδο, η αρχή AETR μπορεί να εφαρμοστεί στο σύνολο συμβάσεως ή σε μέρη αυτής.

102. Όταν η εσωτερική πράξη έχει λάβει μορφή πλήρους εναρμονίσεως σε έναν ορισμένο τομέα, τότε υπάρχει αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα όσον αφορά τον εν λόγω τομέα (67). Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να διατηρούν ή να εφαρμόζουν μέτρα μη συμβιβαζόμενα με την εν λόγω πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλως να θίγουν τους σκοπούς και τα αποτελέσματά της (ακόμη και αν περιοριστικότερα μέτρα θα μπορούσαν να διασφαλίσουν υψηλότερο βαθμό προστασίας) (68). Οποιαδήποτε ευχέρεια παρεκκλίσεως από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τα ίδια τα μέτρα (69). Ως εκ τούτου, εάν η διεθνής συμφωνία ρυθμίζει τον τομέα Α και στο σύνολό του ο τομέας Α είναι εναρμονισμένος, τότε η σύναψη διεθνούς συμφωνίας για τον εν λόγω τομέα ικανοποιεί αυτομάτως την αρχή AETR και η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αποκλειστική. Η συμμετοχή των κρατών μελών θα μπορούσε ενδεχομένως να περιορίσει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση ασκεί εν συνεχεία την εσωτερική αρμοδιότητά της. Εάν η διεθνής συμφωνία καλύπτει τόσο τον τομέα Β όσο και τον τομέα Α αλλά ο τομέας Β δεν είναι ακόμα εναρμονισμένος, τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα τουλάχιστον για τον τομέα Α. Εξαιρουμένης της δυσχέρειας να αποδειχθεί αν και ως προς ποιον τομέα έχει υπάρξει πλήρης εναρμόνιση, το ανωτέρω ζήτημα αποτελεί κατά τη γνώμη μου «εύκολη υπόθεση».

103. Η ύπαρξη πλήρους εναρμονίσεως εξαρτάται από το πόσο εκτενώς ρυθμίζεται ο συγκεκριμένος τομέας. Τούτο αποδεικνύεται με βάση, ιδίως, το γράμμα και τον στόχο ή τους στόχους των σχετικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης: το περιεχόμενό τους, το πεδίο εφαρμογής τους και τη φύση των υποχρεώσεων τις οποίες καθορίζουν. Ο ειδικότερος τομέας ενδέχεται να είναι, επί παραδείγματι, ένας κλάδος της οικονομίας, ένα είδος επιχειρηματικής πρακτικής, μια κατηγορία ιδιωτών ή ένα είδος αγαθών.

104. Είναι δυνατό να έχει επίσης η Ευρωπαϊκή Ένωση αποκλειστική αρμοδιότητα να διαπραγματεύεται και να συνάπτει μια ολόκληρη συμφωνία όταν δεν έχει ακόμη πλήρως εναρμονισθεί ο τομέας που καλύπτεται ή οι τομείς καλύπτονται από τη συμφωνία (ή μέρος αυτής);

105. Αυτό είναι δυνατό.

106. Το Δικαστήριο αποδέχτηκε την άποψη αυτή με τη γνωμοδότηση 2/91, καθώς έκρινε ότι ο συγκεκριμένος τομέας σε μεγάλο μέρος καλυπτόταν από τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική εξέλιξη και τους στόχους της ρυθμίσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως επίσης και το γεγονός ότι η διεθνής συμφωνία προσέφερε εκτενέστερη προστασία ως αποτέλεσμα ευρύτερων ορισμών των στοιχείων τα οποία επηρέασαν το πεδίο εφαρμογής της (70). Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι το σχετικό μέρος της διεθνούς συμφωνίας είναι ικανό να επηρεάσει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη δεν θα μπορούσαν πλέον να αναλάβουν υποχρεώσεις εκτός του πλαισίου των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (71). Στην απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, το Δικαστήριο στηρίχτηκε στην εν λόγω διαπίστωση, η οποία φάνηκε τότε να συνοψίζει ότι οι κοινοί κανόνες επηρεάζονται ή θίγονται από διεθνείς συμφωνίες όταν οι διεθνείς δεσμεύσεις εμπίπτουν σε έναν τομέα ο οποίος ήδη σε μεγάλο μέρος καλύπτεται από τους κανόνες αυτούς (72). Εν συνεχεία, στη γνωμοδότηση 1/03, το Δικαστήριο περιέγραψε την κατάσταση αυτή ως παράδειγμα και μόνον περιπτώσεως αναγνωρίσεως αποκλειστικής αρμοδιότητας και τόνισε την ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη η έκταση εφαρμογής των κανόνων, η φύση και το περιεχόμενό τους και οι προβλέψιμες προοπτικές εξελίξεώς τους (73).

107. Σύμφωνα με τη δική μου ερμηνεία της εν λόγω νομολογίας, το γεγονός και μόνον ότι μια διεθνής συμφωνία (ή μέρος ή μέρη αυτής) αφορά έναν τομέα ο οποίος «σε μεγάλο μέρος καλύπτεται» από τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ή από κάποιο άλλο αφηρημένο όριο όσον αφορά τον βαθμό ρυθμίσεως) δεν οδηγεί καθεαυτό αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι υπάρχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τη διαπραγμάτευση ολόκληρης της συμφωνία αυτής (ή του σχετικού μέρους αυτής) χωρίς να εξετάζεται με κάποιον τρόπο αν ισχύει η αρχή AETR. Είναι προφανές ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο τομέας ο οποίος ήδη καλύπτεται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τόσο πιθανότερο είναι το υπολειπόμενο μέρος της διεθνούς συμφωνίας να έχει ενδεχομένως κάποιο αντίκτυπο στους υπάρχοντες κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, αυτό μπορεί να μην ισχύει πάντοτε. Τα πάντα εξαρτώνται από το περιεχόμενο των δεσμεύσεων που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη και από την πιθανή σύνδεσή τους με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η σχέση μεταξύ της προτάσεως συμβάσεως και των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, την οποία θα αναλύσω στη συνέχεια, ενισχύει την άποψη αυτή.

108. Η εφαρμογή της αρχής AETR απαιτεί να καθοριστεί το ακριβές περιεχόμενο των υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο τόσο της διεθνούς συμφωνίας όσο και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να προσδιοριστεί αν και, ενδεχομένως, σε ποιο βαθμό τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να ρυθμίσουν ένα συγκεκριμένο ζήτημα και συνεπώς δεν μπορούν πλέον να αναλάβουν τις διεθνείς δεσμεύσεις τους (ακόμα και αν αυτές δεν αντιβαίνουν προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Η εφαρμογή της αρχής AETR δεν απαιτεί να υπάρχει αντίφαση μεταξύ της διεθνούς συμφωνίας και των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (74). Συναφώς, ο γενικός εισαγγελέας Α. Tizzano με τις προτάσεις του στις υποθέσεις Open Skies προέβη στη χρήσιμη διευκρίνιση ότι, ακόμα και όταν ενσωματώνονται σε μια διεθνή συμφωνία υπάρχοντες κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί να διασφαλιστεί ότι «[…] οι κανόνες αυτοί θα εφαρμόζονται πράγματι ομοιόμορφα και, κυρίως, ότι οι ενδεχόμενες τροποποιήσεις τους σε ενδοκοινοτικό επίπεδο θα μεταφέρονται πλήρως και εγκαίρως στις συμφωνίες […]»· η φύση και το νομικό καθεστώς των κοινών κανόνων θα μπορούσε συνεπώς να αλλοιωθεί, πράγμα που θα ενείχε «[…] τον ιδιαίτερα μεγάλο και συγκεκριμένο κίνδυνο να μην υπόκεινται οι συμφωνίες αυτές στον έλεγχο που ασκεί το Δικαστήριο […]» (75). Το Δικαστήριο στη γνωμοδότηση 1/03 υποστήριξε κατά τρόπο γενικό ότι η εφαρμογή της αρχής AETR απαιτεί μιαν ανάλυση η οποία πρέπει να στηρίζεται στην έκταση εφαρμογής των κανόνων, στη φύση και στο περιεχόμενό τους, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνον το ισχύον επί του παρόντος δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και τις προοπτικές εξελίξεώς του, εφόσον είναι προβλέψιμες κατά τον χρόνο της αναλύσεως αυτής (76).

109. Ως εκ τούτου, το ζήτημα αν η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα, δυνάμει της τελευταίας περιόδου του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, εξαρτάται κατ’ ουσίαν από τη συνολική και συγκεκριμένη σύγκριση μεταξύ των τομέων που καλύπτονται από τη σχεδιαζόμενη διεθνή συμφωνία και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (77).

110. Στη νομολογία του, το Δικαστήριο επικεντρώθηκε ειδικότερα στο ζήτημα ποια είναι τα κρίσιμα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του καθεστώτος του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τον τομέα ο οποίος πρόκειται να καλυφθεί από τη συμφωνία, όπως είναι: αν η Ένωση έχει ασκήσει τις εσωτερικές αρμοδιότητές της? το αντικείμενο των ρυθμίσεων στο οποίο στηρίζεται η δράση σε εσωτερικό επίπεδο? η έκταση εφαρμογής, η φύση και το περιεχόμενο του (ισχύοντος) δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (78)? ο σκοπός των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (79)? η δομή κάθε σχετικής πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (80)? ο βαθμός στον οποίο με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεσπίζονται απλώς κατώτατες προδιαγραφές (81)? το ιστορικό υπόβαθρο της εξέλιξης του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συγκεκριμένο τομέα (82)? οι προοπτικές εξέλιξης του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον είναι προβλέψιμες κατά τον χρόνο της αναλύσεως (83)? η πλήρης αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (84)· και η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος που καθιερώνουν οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (85). Ορισμένα από τα κριτήρια αυτά θα είναι, κατά τη γνώμη μου, σημαντικά για την περιγραφή της μελετώμενης διεθνούς συμφωνίας.

111. Αυτός ο τύπος αναλύσεως θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα μέρη της διεθνούς συμφωνίας η οποία τίθεται προς διαπραγμάτευση και φέρεται προς υπογραφή.

112. Ένα συγκεκριμένο κριτήριο μπορεί να επηρεάσει αισθητώς το αποτέλεσμα της εφαρμογής της αρχής AETR: όταν με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεσπίζονται κατώτατες προδιαγραφές σε συγκεκριμένο τομέα. Στην περίπτωση αυτή τα κράτη μέλη παραμένουν αρμόδια για να συνάψουν διεθνή συμφωνία με την οποία ομοίως επιβάλλονται ελάχιστες προδιαγραφές, διότι η εν λόγω συμφωνία δεν δύναται να θίξει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν και πρέπει να εφαρμόσουν πλήρως (86). Το ζήτημα αν πράγματι παραμένουν αρμόδια τα κράτη μέλη θα εξαρτάται από τον βαθμό ελευθερίας που απολαύουν δυνάμει τόσο της διεθνούς συμφωνίας όσο και των κανόνων του ΕΕ. Εάν με τη διεθνή συμφωνία τίθεται ο πήχης των κατώτατων προδιαγραφών χαμηλότερα από ό,τι με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε η σύναψη της συγκεκριμένης διεθνούς συμφωνίας από τα κράτη μέλη δεν θα μπορούσε να υπονομεύσει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: υπεροχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν στο έδαφός τους να θέτουν τον πήχη των κατώτατων προδιαγραφών χαμηλότερα από ό,τι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ακόμα και αν αυτό το χαμηλότερο ελάχιστο όριο συνάδει με τη διεθνή συμφωνία). Ομοίως το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπονομεύεται όταν με τη διεθνή συμφωνία ο πήχης των κατώτατων προδιαγραφών τίθεται υψηλότερα, εφόσον το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να θεσπίζουν υψηλότερες κατώτατες προδιαγραφές.

113. Τι συμβαίνει όταν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει χαρακτήρα κατώτατων προδιαγραφών, ενώ με τη διεθνή συμφωνία θεσπίζεται η μέγιστη δυνατή προστασία; Υποτεθείσθω ότι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεσπίζει ότι τα συγγενικά δικαιώματα προστατεύονται για «τουλάχιστον 70 έτη» και ότι η διεθνής συμφωνία ορίζει τη διάρκεια προστασίας τους «μέχρι 50 έτη». Στην περίπτωση αυτή τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εφαρμόσουν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίχως να παραβιάσουν τη διεθνή συμφωνία. Τούτο επηρεάζει την απορρέουσα από το διεθνές δίκαιο ευθύνη των κρατών μελών αλλά δεν θίγεται ο κανόνας προστασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για «τουλάχιστον 70 έτη», ο οποίος και παραμένει δεσμευτικός γι’ αυτά ως κράτη μέλη.

114. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, θα εξετάσω τώρα το ερώτημα αν εν προκειμένω η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να διαπραγματευτεί ολόκληρη τη σύμβαση.

Η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαπραγματευτεί τη σύμβαση

–       Καθορισμός αρμοδιότητας κατά το προ της ενάρξεως των διαπραγματεύσεων για τη Σύμβαση στάδιο

115. Εν προκειμένω, οι διαπραγματεύσεις για τη Σύμβαση δεν έχουν ακόμα ξεκινήσει (87) και δεν είναι διαθέσιμο κάποιο κείμενο (σχεδίου) συνθήκης (88).

116. Αναμφιβόλως, η επίλυση του ζητήματος της αρμοδιότητας προ της ενάρξεως των διαπραγματεύσεων διασφαλίζει ότι μόνον τα αρμόδια μέρη κάθονται γύρω από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Τούτο προσφέρει σε κάποιο βαθμό ασφάλεια δικαίου και είναι προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των κρατών μελών και των περιλαμβανόμενων στις συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις τρίτων χωρών (89).

117. Εντούτοις, οι διαπραγματεύσεις μιας συνθήκης είναι απρόβλεπτες και το περιεχόμενο της υπό διαπραγμάτευση διεθνούς συμφωνίας ένας κινούμενος στόχος. Με ποιον τρόπο λοιπόν επηρεάζει η πραγματικότητα αυτή την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία ως προς τον καθορισμό του εάν, σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση, η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αποκλειστική ή συντρέχουσα με τα κράτη μέλη;

118. Κατ’ αρχάς επισημαίνεται ότι ενδεχομένως υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να αποφανθεί λόγω ελλείψεως επαρκών στοιχείων. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί (επί παραδείγματι) εν προκειμένω αν τα μοναδικά διαθέσιμα σχετικώς στοιχεία ήταν οι δηλώσεις προθέσεων σχετικά με τη διαπραγμάτευση μιας διεθνούς συμφωνίας για την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, δίχως καμία απολύτως ένδειξη όσον αφορά το πιθανό περιεχόμενο μιας τέτοιας μελλοντικής συμφωνίας.

119. Εν συνεχεία, μπορεί να ζητηθεί από το Δικαστήριο να γνωμοδοτήσει δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ «[…] πριν την έναρξη των διαπραγματεύσεων σε διεθνές επίπεδο, εφόσον είναι γνωστό το αντικείμενο της σχεδιαζόμενης συμφωνίας, έστω και αν υφίσταται η δυνατότητα ορισμένων εναλλακτικών λύσεων ή το ενδεχόμενο διαφοροποιήσεων ως προς την τελική μορφή των υπό κατάρτιση κειμένων, εφόσον τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο καθιστούν δυνατό σ’ αυτό να διαμορφώσει επαρκώς βεβαία κρίση επί του ζητήματος που ήγειρε […]» (90). Κατά τη γνώμη μου, τα ίδια κριτήρια θα έπρεπε να ισχύουν όταν (όπως εν προκειμένω) ενώπιον του Δικαστηρίου ασκείται προσφυγή ακυρώσεως (91). Εφόσον είναι διαθέσιμες επαρκείς πληροφορίες όσον αφορά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά στοιχεία της σχεδιαζόμενης διεθνούς συμφωνίας, το γεγονός ότι παραμένει σε κάποιο βαθμό αβέβαιο το τελικό περιεχόμενο αυτής δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να εκπληρώσει τη λειτουργία του, εφαρμόζοντας τα νομικά κριτήρια προκειμένου να καθορισθεί αν η Επιτροπή έχει αποδείξει την αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να αποφανθεί επί της υποθέσεως.

120. Το γεγονός ότι η αρμοδιότητα προσδιορίσθηκε εκ των προτέρων βάσει του διαθέσιμου κατά το εν λόγω στάδιο υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου, ωστόσο, δεν κωλύει αναγκαστικώς το Δικαστήριο να εξετάσει εκ νέου το ζήτημα στην περίπτωση που η διαδικασία διαπραγματεύσεως καταλήξει σε ένα τελικό (σχέδιο συμφωνίας) κείμενο σημαντικά διαφορετικό από αυτό το οποίο είχε υποβληθεί αρχικώς. Στις περιπτώσεις αυτές, ενδείκνυται ενδεχομένως να ερωτηθεί περαιτέρω το Δικαστήριο για την αρμοδιότητα και, εν ανάγκη, τα συμβαλλόμενα μέρη να επανέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων (92).

121. Συναφώς, τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα κράτη μέλη οφείλουν να συνεργάζονται στενά. Η υποχρέωση αυτή ισχύει τόσο κατά τη διαδικασία διαπραγματεύσεως και συνάψεως όσο και κατά την εκτέλεση μιας διεθνούς συμφωνίας της οποίας το ουσιώδες μέρος υπάγεται εν μέρει στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εν μέρει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (93). Συνεπώς, αν το Δικαστήριο έχει κρίνει εκ των προτέρων ότι η Επιτροπή απέδειξε ότι μόνον η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αρμόδια, ενώ οι διαπραγματεύσεις προσανατολίστηκαν τελικώς σε διαφορετική κατεύθυνση με αποτέλεσμα να περιλάβουν καινούρια ζητήματα, η εξέλιξη αυτή θα υποχρέωνε τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εξετάσουν την αρμοδιότητά τους όσον αφορά τα εν λόγω ζητήματα. Εν ανάγκη, θα όφειλαν να προσκαλέσουν τα κράτη μέλη να συμμετάσχουν. Τουλάχιστον, θα έπρεπε να ενημερώσουν τα κράτη μέλη για τις εξελίξεις αυτές ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να ασκήσουν τα δικαιώματα που απολαύουν βάσει των Συνθηκών. Αντιστρόφως, όταν τα κράτη μέλη διατηρούν κάποια αρμοδιότητα, είναι υποχρεωμένα να συμμετέχουν καλόπιστα στις διαπραγματεύσεις και να απέχουν από κάθε πράξη που θα μπορούσε να υπονομεύσει την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η αρμοδιότητα είναι συντρέχουσα αλλά το τελικό κείμενο της συμβάσεως, όπως τέθηκε υπό διαπραγμάτευση, περιέλαβε αποκλειστικώς εκείνα τα ζητήματα τα οποία καλύπτονταν ήδη από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε αρμόδια να συνάψει τη σύμβαση θα είναι αποκλειστικώς η Ευρωπαϊκή Ένωση.

–       Η σύμβαση

122. Επί του παρόντος δεν υπάρχει σχέδιο κειμένου συμβάσεως. Εντούτοις, η Επιτροπή υπέβαλε σειρά εγγράφων στα οποία διατυπώνονται οι στόχοι και το εύρος των διαπραγματεύσεων (και ως εκ τούτου και του πιθανού τελικού κειμένου), και δη: (i) τη σύσταση του 2002, περιλαμβανομένων του προσαρτήματος και της αιτιολογικής εκθέσεως αυτής· (ii) το υπόμνημα του 2008· (iii) τους όρους εντολής του 2009· και (iv) τα πρακτικά συναντήσεως του 2010. Οι υπόλοιποι διάδικοι ή παρεμβαίνοντες δεν προέβαλαν αντιρρήσεις επ’ αυτών.

123. Από τα έγγραφα αυτά φαίνεται ποιο θα μπορούσε να είναι το αντικείμενο της διαπραγματεύσεως. Η αποδεικτική αξία εκάστου εξ αυτών υποχρεωτικώς εξαρτάται από τον εκδότη του, το περιεχόμενό του και τη χρονική εγγύτητά του προς την πραγματική διαδικασία διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων. Στα πρακτικά συναντήσεως του 2010 φαίνεται να διαλαμβάνεται η πλέον πρόσφατη διατύπωση του στόχου ή των στόχων και του εύρους των διαπραγματεύσεων. Εντούτοις, μολονότι το περιεχόμενό τους αντανακλά τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα κατά τη συνάντηση διαβουλεύσεως του 2010, δεν περιλαμβάνεται μια συστηματική επεξεργασία της συμφωνηθείσας ουσίας της σχεδιαζόμενης συμβάσεως. Η σύσταση του 2002 και οι όροι εντολής του 2009 είναι πολιτικά έγγραφα, υπό την έννοια ότι εκδόθηκαν από την επιτροπή των υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Με τους όρους εντολής του 2009 απλώς δίδεται η εντολή στο MC-S-NR «να συνεχίσει την εργασία για την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και, εφόσον πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, να υποβάλει σχέδιο συμβάσεως σχετικά με το αντικείμενο αυτό». Η πλέον εμπεριστατωμένη έκθεση μιας πιθανής διαπραγματευτικής εντολής διαλαμβάνεται στο υπόμνημα του 2008 το οποίο εξέδωσε η ειδική για τον απολογισμό ομάδα και προοριζόταν να χρησιμεύσει ως έγγραφο εργασίας για τη CDMC. Στο έγγραφο αυτό αναλύεται η σκοπιμότητα προετοιμασίας μιας τέτοιας συμβάσεως και διερευνάται η αναγκαιότητα και η λειτουργία αυτής. Στηρίζεται επίσης στη σύσταση του 2002, την οποία περιγράφει ως πιθανό σημείο αφετηρίας των συζητήσεων επί του περιεχομένου της συμβάσεως.

124. Η Επιτροπή υπέβαλε μια χωριστή δέσμη εγγράφων που αφορά τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις του ΠΟΔΙ για μια συνθήκη προστασίας των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, η αργή εξέλιξη των οποίων (94) προφανώς ώθησε το Συμβούλιο της Ευρώπης να αναλάβει πρωτοβουλία για την προετοιμασία συμβάσεως. Η αποδεικτική αξία των εγγράφων αυτών του ΠΟΔΙ είναι περιορισμένη. Ομοίως, ούτε οι διεθνείς συμφωνίες, όπως η Σύμβαση της Ρώμης (95), με τις οποίες ρυθμίζονται (εν μέρει) τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση για την εξακρίβωση του περιεχομένου της συμβάσεως, καθώς δεν εμφαίνεται με σαφήνεια αν υπάρχει η βούληση να χρησιμοποιηθούν ως πρότυπο οι υφιστάμενες διεθνείς συμφωνίες ή μέρη αυτών.

125. Καθόλη την ανάπτυξη του συλλογισμού όσον αφορά το αντικείμενο το οποίο προβλέπεται ότι θα καλύψει η σύμβαση, στηρίζομαι ουσιαστικά στο υπόμνημα του 2008 και στη συνάντηση διαβουλεύσεως του 2010. Θα λάβω επίσης υπόψη μου σχετικά στοιχεία τα οποία βρίσκονται σε άλλα έγγραφα.

126. Ο στόχος της προτεινόμενης συμβάσεως είναι να ενισχυθεί η προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και η προσαρμογή τους έναντι των κινδύνων κλοπής σημάτων (οι οποίοι συνήθως έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα). Αυτό πρέπει να γίνεται μέσω της παραχωρήσεως στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς αποκλειστικών δικαιωμάτων τα οποία είναι αγώγιμα και ορίζονται με τεχνολογικά ουδέτερους όρους. Από κανένα στοιχείο των διαθέσιμων εγγράφων δεν προκύπτει ότι η σύμβαση έχει ως σκοπό να καλύψει επίσης τα δικαιώματα, παραδείγματος χάριν, του δημιουργού ή τα συγγενικά δικαιώματα των παραγωγών ή των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών.

127. Δεν είναι σαφές πώς θα ορίσει η σύμβαση την έννοια «ραδιοτηλεοπτική εκπομπή»: ειδικότερα αν στη συγκεκριμένη έννοια θα εντάσσεται επίσης, για παράδειγμα, η εκπομπή μέσω του διαδικτύου (είτε πρόκειται για διαδικτυακή, για ταυτόχρονη μετάδοση ή για κάποια μετάδοση άλλης μορφής). Όπως ορθώς επισημαίνει η Πολωνική Κυβέρνηση, το υπόμνημα του 2008 (το οποίο παραπέμπει στις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον ΠΟΔΙ (96)) εκ πρώτης όψεως αποκλείει έναν τέτοιο ορισμό ενώ η συνάντηση διαβουλεύσεως του 2010 επικεντρώνεται στην ανάγκη διατηρήσεως τεχνολογικής ουδετερότητας, ζητεί όμως περαιτέρω έρευνα για το αν θα πρέπει να προστατεύονται με τη σύμβαση οι νέες υπηρεσίες στον τομέα των οπτικοακουστικών μέσων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των κατ’ παραγγελία υπηρεσιών (on demand services) και υπηρεσιών ετεροχρονισμένης προβολής. Προκύπτει σαφώς από το υπόμνημα του 2008 ότι, εν πάση περιπτώσει, κάθε απόπειρα διευρύνσεως της έννοιας αυτής, ώστε να καλύπτει τη μία ή την άλλη μορφή ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής μέσω του διαδικτύου, θα διηύρυνε σημαντικά την έκταση της παρεχόμενης προστασίας (και ως εκ τούτου και της προστασίας των αποκλειστικών δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών) συγκριτικά με την προσφερόμενη προστασία δυνάμει της Συμβάσεως της Ρώμης, η οποία, στο άρθρο 3, στοιχείο στ΄, αναφέρεται αποκλειστικώς στη μετάδοση με ασύρματα μέσα.

128. Το υπόμνημα του 2008 ορίζει έξι αποκλειστικά δικαιώματα, αναφέρει ότι τα εν λόγω δικαιώματα θα πρέπει να εφαρμόζονται και στα σήματα-φορείς προγραμμάτων προ εκπομπής, τονίζει το έννομο συμφέρον και την ανάγκη για έννομη προστασία κατά της καταστρατηγήσεως των τεχνολογικών μέτρων και για τη θέσπιση υποχρεώσεων όσον αφορά τις πληροφορίες για το καθεστώς των δικαιωμάτων, και καθορίζει τη διάρκεια προστασίας.

129. Όσον αφορά την ουσία της προστασίας, η σύσταση του 2002 προτείνει ότι θα πρέπει να υπάρχει δικαίωμα αναμεταδόσεως, το οποίο να έχει ως σκοπό να καλύψει όλες τις μορφές αναμεταδόσεως ανεξαρτήτως μέσου. Οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί θα έχουν τη δυνατότητα ασκώντας το δικαίωμα αυτό να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την ενσύρματη ή με ασύρματα μέσα αναμετάδοση των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών τους, είτε αυτή είναι ταυτόχρονη είτε ετεροχρονισμένη (βασιζόμενη επί της υλικής ενσωματώσεως) (97).

130. Ο σκοπός είναι (όπως προκύπτει επίσης από τη σύσταση του 2002) να καθιερώσει η σύμβαση δικαίωμα υλικής ενσωματώσεως το οποίο οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί θα μπορούν να προβάλλουν προκειμένου να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τις υλικές ενσωματώσεις των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών τους (98).

131. Εκ της συστάσεως του 2002 προκύπτει ότι η σύμβαση θα μπορούσε επίσης να καλύπτει ένα δικαίωμα αναπαραγωγής, το οποίο οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί θα μπορούν να επικαλούνται για να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την άμεση ή έμμεση αναπαραγωγή της υλικής ενσωματώσεως με οποιοδήποτε μέσο και μορφή (99).

132. Κατά τη σύσταση του 2002, το δικαίωμα διαθέσεως στο κοινό θα περιγράφεται ως το δικαίωμα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διάθεση στο κοινό των υλικών ενσωματώσεων των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος (100). Από το υπόμνημα του 2008 προκύπτει ότι το εν λόγω δικαίωμα θα μπορούσε επίσης να καλύπτει τη δυνατότητα κατά παραγγελία διαθέσεως των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών στο διαδίκτυο.

133. Σύμφωνα με τη σύσταση του 2002, η σύμβαση θα έπρεπε να καθιερώσει ένα δικαίωμα διανομής ή το δικαίωμα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διάθεση στο κοινό μέσω πωλήσεως ή άλλης μεταβιβάσεως της κυριότητας των υλικών ενσωματώσεων και των αντιγράφων των υλικών ενσωματώσεων των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών τους, συμπεριλαμβανομένων των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών προγραμμάτων τα οποία δεν προστατεύονται από το δικαίωμα του δημιουργού (101). Το υπόμνημα του 2008 υποδηλώνει ότι η σύμβαση θα μπορούσε να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω δικαιώματος στη Σύμβαση της Ρώμης, παρέχοντας προστασία και όσον αφορά την ενσύρματη διανομή.

134. Η σύσταση του 2002 προβλέπει ότι η σύμβαση θα μπορούσε να καθιερώσει ένα δικαίωμα παρουσιάσεως στο κοινό, το οποίο συνίσταται στο δικαίωμα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την παρουσίαση των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών τους στο κοινό εάν η παρουσίαση αυτή γίνεται σε μέρη όπου η είσοδος επιτρέπεται στο κοινό έναντι καταβολής αντιτίμου, ενώ τα κράτη μέλη θα έχουν το δικαίωμα να ορίσουν, βάσει του εθνικού δικαίου, την έννοια «αντίτιμο» και να αποφασίσουν αν θα προστατεύουν ή όχι το εν λόγω δικαίωμα στην περίπτωση παρουσιάσεως στο κοινό σε μέρη όπου η είσοδος στο κοινό επιτρέπεται έναντι καταβολής έμμεσου αντιτίμου (102).

135. Από τα διαθέσιμα έγγραφα προκύπτει με σαφήνεια ότι ένας από τους κύριους σκοπούς της Συμβάσεως είναι η προστασία των σημάτων-φορέων προγραμμάτων προ εκπομπής, μολονότι φαίνεται πως υπάρχει ασάφεια ως προς το εύρος της προστασίας (103). Η Σύμβαση της Ρώμης δεν προστατεύει τα εν λόγω σήματα. Σε κανένα από τα διαθέσιμα έγγραφα δεν ορίζεται το πιθανό περιεχόμενο του συγκεκριμένου δικαιώματος, μολονότι στο υπόμνημα του 2008 σημειώνεται ότι η προστασία θα μπορούσε να επιτευχθεί διευρύνοντας απλώς τον ορισμό των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Εντούτοις, σύμφωνα με το υπόμνημα του 2008 και πάλι, αυτό πιθανώς θα είχε ως συνέπεια να λάβουν τα κράτη μέλη κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα έναντι της παράνομης διανομής και άλλης χρήσεως των εν λόγω σημάτων. Το ζήτημα αν τα συγκεκριμένα μέτρα θα ρυθμίζονται βάσει του ιδιωτικού ή του δημοσίου δικαίου μένει ανοιχτό. Από τα πρακτικά συναντήσεως του 2010 προκύπτει ότι παραμένει εκκρεμές επίσης το ζήτημα αν η προστασία θα πρέπει να επεκτείνεται σε σήματα τα οποία, σε αντίθεση με τα εκπεμπόμενα σήματα, θα μπορούσαν να μεταφέρουν ακατέργαστο υλικό ή υλικό το οποίο δεν θα μπορούσε να μεταδοθεί.

136. Η σύμβαση ενδεχομένως θα μπορούσε να αντιμετωπίσει, προβλέποντας μέσα έννομης προστασίας, το πρόβλημα της καταστρατηγήσεως των τεχνολογικών μέτρων, τα οποία χρησιμοποιούν οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί σε συνάρτηση με την άσκηση των συγγενικών δικαιωμάτων τους. Στο υπόμνημα του 2008 προτείνεται ότι οι προβλέψεις της συμβάσεως θα μπορούσαν να «ευθυγραμμίζονται» με τις Συνθήκες του 1996 του ΠΟΔΙ και την οδηγία 2001/29.

137. Η Σύμβαση θα αφορά ενδεχομένως το πρόβλημα των προσώπων που εν γνώσει τους αφαιρούν ή αλλοιώνουν πληροφορίες διαχειρίσεως ηλεκτρονικών δικαιωμάτων (ήτοι πληροφορίες σχετικά με το προστατευμένο περιεχόμενο, τους δικαιούχους των δικαιωμάτων, τη διάρκεια και τους όρους χρήσεως του εν λόγω περιεχομένου). Σύμφωνα με το υπόμνημα του 2008, οι Συνθήκες του 1996 του ΠΟΔΙ και η οδηγία 2001/29 θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως βάση για τη διατύπωση των εν λόγω διατάξεων.

138. Όσον αφορά τη διάρκεια προστασίας, από τη σύσταση του 2002 και το υπόμνημα του 2008 προκύπτει τάση υπέρ της απόψεως ότι η διάρκεια προστασίας των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 50 έτη, υπολογιζόμενη από το τέλος του έτους εντός του οποίου έλαβε χώρα η ραδιοτηλεοπτική εκπομπή (104). Μια διαφορετική προσέγγιση προέκυψε από τα πρακτικά συναντήσεως του 2010, συγκεκριμένα η άποψη ότι η διάρκεια προστασίας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει εκείνη του άρθρου 14 της Συμβάσεως της Ρώμης, σύμφωνα με το οποίο η διάρκεια προστασίας δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 20 ετών, υπολογιζόμενη από το τέλος του έτους εντός του οποίου έγινε η ραδιοτηλεοπτική εκπομπή.

139. Τέλος, από τα διαθέσιμα έγγραφα συνάγεται ότι η Σύμβαση θα περιέχει (πράγμα εξάλλου που δεν εκπλήσσει) σχετική ρήτρα περιορισμών και εξαιρέσεων. Εντούτοις, η συμφωνία η οποία αντανακλάται στα πρακτικά συναντήσεως του 2010 υποδεικνύει ότι οι εν λόγω περιορισμοί και εξαιρέσεις δεν θα πρέπει να οριστούν κατά τρόπο εξαντλητικό.

–       Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

140. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ασκήσει συντρέχουσα αρμοδιότητα στον τομέα της εσωτερικής αγοράς (105), λαμβάνοντας μέτρα εναρμονίσεως στον τομέα της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, ο οποίος πρόκειται να καλυφθεί από τη σύμβαση. Ομοίως εφαρμόζονται επί των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και άλλα μέρη της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία ωστόσο αφορούν διαφορετικούς τομείς, όπως, επί παραδείγματι, η πρόβλεψη για τις υπηρεσίες των οπτικοακουστικών μέσων (106), και, ως εκ τούτου, δεν σχετίζονται με το επίδικο αντικείμενο.

141. Όπως το αντιλαμβάνομαι, η Επιτροπή δέχεται ότι οι σχετικές οδηγίες δεν ρυθμίζουν ολόκληρο τον τομέα προστασίας των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και ότι η πλήρης εναρμόνιση, ως εκ τούτου, δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Πράγματι, το ίδιο το πεδίο εφαρμογής του σχεδίου συμβάσεως δείχνει ότι υπάρχουν κάποια στοιχεία που αφορούν την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών τα οποία δεν καλύπτονται ακόμη από την ισχύουσα νομοθεσία. Επιπροσθέτως, πρόκειται για έναν τομέα στον οποίο το προς ρύθμιση αντικείμενο συχνά συνδέεται άμεσα με τις τεχνολογικές εξελίξεις (107). Οι εν λόγω εξελίξεις πρέπει να ληφθούν υπόψη προτού συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα για την κατάσταση εναρμονίσεως.

142. Ανωτέρω, στα σημεία 23 έως 29, ήδη περιγράφηκε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τον εν λόγω τομέα.

–       Το αποτέλεσμα ή τα αποτελέσματα που θα είχε η σύναψη της συμβάσεως από τα κράτη μέλη επί των κανόνων δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διέπουν τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών

143. Τα διαφορετικά μέρη της συμβάσεως δύνανται να έχουν διαφορετικές συνέπειες για το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διέπει τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Στο σημείο αυτό της αναλύσεως η προσοχή εστιάζεται υποχρεωτικώς στο ζήτημα αν η Επιτροπή έχει αποδείξει ή όχι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα προς διαπραγμάτευση ολόκληρης της συμβάσεως. Εξάλλου, η Επιτροπή προσάπτει στο Συμβούλιο ότι ήταν εσφαλμένη η κρίση του περί του αντιθέτου. Λαμβανομένου υπόψη του ισχυρισμού της Επιτροπής, αν η βασιζόμενη στις διαθέσιμες πληροφορίες ανάλυση της συμβάσεως και των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δείξει ότι τα κράτη μέλη διατηρούν την αρμοδιότητά τους τουλάχιστον ως προς μία πτυχή, τότε η αιτίαση της Επιτροπής θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Δεν είναι αναγκαίος, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ένας σαφής ορισμός του ποιος είναι αρμόδιος να διαπραγματεύεται και τι ακριβώς. Αλλά ούτε και δυνατός φαίνεται να είναι.

144. Φρονώ ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε γιατί, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα προς διαπραγμάτευση ολόκληρης της συμβάσεως.

145. Βεβαίως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλύπτει ένα σημαντικό τμήμα των ζητημάτων που φέρονται προς διαπραγμάτευση ενόψει της συνάψεως της συμβάσεως. Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν επαρκεί καθεαυτό για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι πληρούται το κριτήριο του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (108).

146. Θα ασχοληθώ πρώτα με τα αποκλειστικά δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών.

147. Είναι αλήθεια ότι τα δικαιώματα τα οποία αναγνωρίζει η σύμβαση, και δη τα δικαιώματα της υλικής ενσωματώσεως, της αναπαραγωγής, της ασύρματης αναμεταδόσεως, της διαθέσεως στο κοινό, της παρουσιάσεως σε μέρη όπου η είσοδος επιτρέπεται στο κοινό έναντι καταβολής αντιτίμου και της διανομής, θα στηριχθούν ενδεχομένως στο ισχύον δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εναρμονίζει την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών (109). Κατ’ αρχήν, το γεγονός αυτό θα μπορούσε να υποδηλώνει ότι εξ αυτού του λόγου η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα προς διαπραγμάτευση των ως άνω μερών της συμβάσεως καθόσον τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αναλαμβάνουν διεθνείς υποχρεώσεις οι οποίες θα έθιγαν ενδεχομένως την ενότητα και την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εντούτοις, καθό μέτρο το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει απλώς χαρακτήρα ελάχιστων προδιαγραφών προστασίας και η σύμβαση τις αναπαράγει, τα κράτη μέλη δύνανται να διατηρούν την αρμοδιότητα προς διαπραγμάτευση της συμβάσεως.

148. Θεσπίζει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατώτατες προδιαγραφές;

149. Είναι σαφές ότι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεσπίζει κατώτατες προδιαγραφές όσον αφορά τα δικαιώματα της ασύρματης αναμεταδόσεως και της παρουσιάσεως στο κοινό τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/115.

150. Ως εκ τούτου, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ρυθμίζει «τουλάχιστον» το δικαίωμα ενσύρματης ή ασύρματης αναμεταδόσεως, ενώ η σύμβαση θα μπορούσε ενδεχομένως να το πράξει, ενώ και τα κράτη μέλη έχουν επί του παρόντος τη δυνατότητα να προβλέψουν επ’ αυτού εντός των ορίων της δικής τους δικαιοδοσίας. Συναφώς, δεν έχει σημασία το αν θα ενεργήσουν με δική τους πρωτοβουλία ή συνεπεία διεθνούς προς τούτο υποχρεώσεώς τους. Επίσης, δεν ασκεί καμία επιρροή το αν η εν λόγω ευρύτερη προστασία χαρακτηρίζεται νέο δικαίωμα ή διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής ενός υφιστάμενου δικαιώματος. Γεγονός είναι ότι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφέρει ρητώς ότι τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να διευρύνουν την προστασία που πρέπει να προσφερθεί στους δικαιούχους του δικαιώματος όσον αφορά την αναμετάδοση σε αντιδιαστολή με τα άλλα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται από τις σχετικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο ίδιος συλλογισμός θα ίσχυε για το δικαίωμα παρουσιάσεως στο κοινό και σε μέρη διαφορετικά από εκείνα όπου η είσοδος επιτρέπεται στο κοινό έναντι καταβολής αντιτίμου (παραδείγματος χάριν, καταστήματα ή εστιατόρια), σε περίπτωση που η σύμβαση προέβλεπε το εν λόγω δικαίωμα. Εντούτοις, κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν με ωθεί να υποστηρίξω ότι η σύμβαση ενδέχεται να διευρύνει κατ’ αυτόν τον τρόπο το εύρος εφαρμογής του δικαιώματος παρουσιάσεως. Ως εκ τούτου το δικαίωμα αυτό δεν θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

151. Τι ισχύει για τα δικαιώματα της υλικής ενσωματώσεως, αναπαραγωγής, διανομής και διαθέσεως στο κοινό;

152. Είμαι της γνώμης ότι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θεσπίζει απλώς κατώτατες προδιαγραφές προστασίας των εν λόγω δικαιωμάτων, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα φάση των τεχνολογικών εξελίξεων βάσει των οποίων πραγματοποιούνται οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές. Συναφώς, οι αιτιολογικές σκέψεις 6 και 7 της οδηγίας 2001/29 (η οποία κατοχυρώνει, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα αναπαραγωγής και διαθέσεως στο κοινό) αποσαφηνίζουν ότι τα εν λόγω δικαιώματα εντάσσονται στο πλαίσιο ενός εναρμονισμένου νομοθετικού πλαισίου το οποίο σκοπεί στην αποφυγή νομοθετικών διαφορών μεταξύ των κρατών μελών και νομικών αβεβαιοτήτων οι οποίες ενδεχομένως επηρεάζουν δυσμενώς τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Μολονότι η οδηγία 2006/115 δεν περιλαμβάνει παρόμοιες αιτιολογικές σκέψεις, εντούτοις έχει τον ίδιο γενικό σκοπό και την ίδια νομική βάση με την οδηγία 2001/29. Ως εκ τούτου, δυνάμει του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χορηγείται στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους (η οποία είναι η πρώτη εγγραφή ενός σήματος) ανεξαρτήτως του αν οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές μεταδίδονται ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής μεταδόσεως. Τούτο φαίνεται να καλύπτει κάθε τρόπο αναμεταδόσεως. Εντούτοις, τα κράτη μέλη στερούνται τη δυνατότητα να χορηγούν το εν λόγω δικαίωμα υλικής ενσωματώσεως σε καλωδιακούς διανομείς οι οποίοι απλώς μεταδίδουν μέσω καλωδιακού δικτύου τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Είναι αυτές ακριβώς οι υλικές ενσωματώσεις οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο του αποκλειστικού δικαιώματος των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την άμεση ή έμμεση αναπαραγωγή και το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής για τη διάθεση στο κοινό των υλικών ενσωματώσεων των εκπομπών τους, συμπεριλαμβανομένων και των αντιγράφων τους, μέσω πωλήσεως ή με άλλους τρόπους. Συνεπώς, όσον αφορά τα συγκεκριμένα δικαιώματα, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν δίδει κανένα περιθώριο στα κράτη μέλη να καθορίσουν διαφορετικό επίπεδο προστασίας. Η αρχή AETR επομένως εφαρμόζεται πλήρως ως προς αυτά τα μέρη των διαπραγματεύσεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να έχει αποκλειστική αρμοδιότητα —ακόμη και αν η σύμβαση απλώς αντιγράφει και επικολλά τα συγκεκριμένα μέρη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι απλώς αναπαράγει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

153. Εντούτοις, πανομοιότυπη ανάλυση δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε ενδεχομένως αναγνωριζόμενο από τη σύμβαση δικαίωμα προστασίας των σημάτων-φορέων προγραμμάτων προ εκπομπής. Επί του παρόντος, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέχει προστασία μόνον εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι για την κλοπή των εν λόγω σημάτων χρησιμοποιήθηκαν μέσα καταστρατηγήσεως κάθε αποτελεσματικού τεχνολογικού μέτρου κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας 2001/29. Η προστασία αυτή φαίνεται πάντως να απαιτεί να αποσκοπούσαν τα εν λόγω μέτρα στην αποτροπή ή στον περιορισμό πράξεων για τις οποίες υπάρχει ένας δικαιούχος δικαιώματος του οποίου απαιτείται η άδεια (110). Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ωστόσο δεν απαιτεί τα κράτη μέλη να χορηγούν στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς το δικαίωμα να αποκλείουν την πρόσβαση ή τη χρήση των σημάτων-φορέων προγραμμάτων προ εκπομπής.

154. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, είναι δύσκολο να αξιολογηθεί ποια μορφή προστασίας των εν λόγω σημάτων θα υιοθετήσει η σύμβαση. Μια δυνατότητα είναι η διεύρυνση των σχετικών ορισμών (111). Θα μπορούσαν επίσης να εφαρμόζονται στα εν λόγω σήματα οι προβλέψεις για την προστασία των τεχνολογικών μέτρων (εξαλείφοντας έτσι ορισμένους περιορισμούς που εφαρμόζονται βάσει του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προσφέρει έννομη προστασία μόνον όσον αφορά πράξεις για τις οποίες απαιτείται η άδεια του δικαιούχου του δικαιώματος) ή να υπάρξει πρόβλεψη ώστε να προστατεύονται και οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί από πράξεις οι οποίες καλύπτονται, επί παραδείγματι, από τα δικαιώματα της υλικής ενσωματώσεως, της αναπαραγωγής, της αναμεταδόσεως, της διαθέσεως στο κοινό ή της παρουσιάσεως στο κοινό σε σχέση με σήματα σε στάδιο προ εκπομπής (112). Αν ισχύσει κάποια από τις ανωτέρω εκδοχές, τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει αποκλειστική αρμοδιότητα.

155. Εντούτοις, εάν οι διαπραγματεύσεις επικεντρωθούν στην κατοχύρωση ενός αυτοτελούς δικαιώματος όσον αφορά την προστασία των σημάτων-φορέων προγραμμάτων προ εκπομπής και υπό μορφή η οποία διαφέρει όσων περιγράφηκαν ήδη, τότε θεωρώ ότι δεν είναι προφανές γιατί, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να έχει αποκλειστική αρμοδιότητα. Το γεγονός ότι το σήμα ενδεχομένως περιέχει έργο προστατευμένο από δικαίωμα του δημιουργού για την προστασία του οποίου εφαρμόζεται ήδη το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν σημαίνει ότι ένα αυτοτελές δικαίωμα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών θα επηρέαζε το εν λόγω δικαίωμα του δημιουργού με τρόπο άλλον πέραν της βελτιώσεως της αποτελεσματικότητάς του. Επίσης, δεν είναι αρκετό ούτε το ότι ένα τέτοιο δικαίωμα θα μπορούσε ενδεχομένως να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων δικαιωμάτων της Ένωσης για τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, τα οποία, επί του παρόντος, «ενεργοποιούνται» μόνον κατά τη στιγμή της υλικής ενσωματώσεως ενός σήματος και ενδεχομένως ανεξαρτήτως του αν η ραδιοτηλεοπτική εκπομπή περιέχει έργο προστατευμένο από δικαίωμα του δημιουργού ή ακατέργαστο υλικό. Τούτο ισχύει όσον αφορά δικαιώματα απορρέοντα από την οδηγία 2001/29 και την οδηγία 2006/115. Όσον αφορά την οδηγία 93/83, το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας καθορίζεται από τους ορισμούς που διατυπώνονται στο άρθρο 1, η πρώτη παράγραφος του οποίου επεξηγεί ότι οι δορυφόροι πρέπει να εκπέμπουν σε δέσμες συχνοτήτων οι οποίες προορίζονται αποκλειστικά για την εκπομπή σημάτων προς λήψη από το κοινό ή για κλειστή επικοινωνία μεταξύ δύο σημείων. Όσον αφορά τον δεύτερο τύπο σήματος, το Δικαστήριο έχει κάνει δεκτό ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες γίνεται η ατομική λήψη θα πρέπει να είναι παρόμοιες με αυτές που ισχύουν για τον πρώτο τύπο (113). Ωστόσο, όπως το αντιλαμβάνομαι, ίδιο γνώρισμα των σημάτων-φορέων προγραμμάτων προ εκπομπής είναι ότι αυτά (συνήθως σε αντίθεση με τα προγράμματα των οποίων είναι φορείς) δεν προορίζονται για το κοινό.

156. Στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ορίζεται η έννοια «ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί», αν και προφανώς οι τελευταίοι μπορούν να περιγραφούν ως οι δικαιούχοι δικαιωμάτων όσον αφορά τις προστατευμένες ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές δυνάμει της οδηγίας 93/83, της οδηγίας 2001/29 και της οδηγίας 2006/115. Εντούτοις, ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν λαμβάνει θέση επί του αν οι οργανισμοί οι οποίοι εκπέμπουν μέσω διαδικτύου, μεταδίδουν ταυτόχρονα ή μεταδίδουν σήματα σε νέο μορφότυπο (συνεπεία των τεχνολογικών εξελίξεων) θα πρέπει να χαρακτηρίζονται ως δικαιούχοι δικαιωμάτων δυνάμει των συγκεκριμένων οδηγιών. Ορισμοί εννοιών όπως οι εν λόγω, αναλόγως της διατυπώσεώς τους, δύνανται να επηρεάζουν ολόκληρο το νομικό καθεστώς της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο αφορά τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων εκείνων για τα οποία ρητώς προβλέπεται στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προσφέρουν ευρύτερη προστασία στους δικαιούχους των δικαιωμάτων (χωρίς ωστόσο να υπονοείται ότι τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να διευρύνουν την κατηγορία των ίδιων των δικαιούχων δικαιωμάτων). Εάν ο ορισμός της συμβάσεως δημιουργεί μιαν απόλυτη κατηγορία, ευρύτερη εκείνης στην οποία περιλαμβάνονται οι δικαιούχοι δικαιωμάτων δυνάμει των προμνησθεισών οδηγιών ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί, τότε η δημιουργία της εν λόγω κατηγορίας θα μπορούσε ενδεχομένως να περιορίσει την ελευθερία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καθορίσει τον δικό της ορισμό. Άλλως θα έχει η κατάσταση αν ο ορισμός της συμβάσεως δεν είναι εξαντλητικός και δεν χορηγεί προστασία σε φορείς άλλους από τους υφιστάμενους δικαιούχους δικαιωμάτων δυνάμει του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

157. Οι περιορισμοί και οι εξαιρέσεις οριοθετούνται επιμελώς και απαριθμούνται εξαντλητικώς στο άρθρο 5 της οδηγίας 2001/29 και στο άρθρο 10 της οδηγίας 2006/115. Όπως ερμηνεύω τις εν λόγω διατάξεις, προβλέπουν έναν περιορισμένο αριθμό εξαιρέσεων και περιορισμών και η όποια ελευθερία των κρατών μελών να δράσουν περιορίζεται από την εν λόγω απαρίθμηση. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να υπονομεύσουν τους συγκεκριμένους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναλαμβάνοντας αυτόνομες διεθνείς δεσμεύσεις.

158. Όσον αφορά την έννομη προστασία των δικαιωμάτων, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι κανένα διαθέσιμο στοιχείο δεν υποδηλώνει ότι στη σύμβαση θα περιέχονται διατάξεις σχετικά με ποινικές κυρώσεις. Συναφώς, δεν μπορώ να θεωρήσω ένα ανεπίσημο έγγραφο του προέδρου της αρμόδιας επιτροπής για τις παράλληλες εν εξελίξει διαπραγματεύσεις του ΠΟΔΙ ως απόδειξη του εν δυνάμει πεδίου εφαρμογής της συμβάσεως. Μολονότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύτατο περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να θεσπίζουν μέτρα αποκαταστάσεως (όχι απλώς ποινικές κυρώσεις, ακόμη και όταν τα μέτρα ελήφθησαν δυνάμει του άρθρου 83, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ) σε περίπτωση προσβολής συγγενικών δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, εντούτοις η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας διέπεται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

159. Όσον αφορά τη διάρκεια προστασίας, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθορίζει τη διάρκεια προστασίας και τα κράτη μέλη δεν είναι ελεύθερα να παρεκκλίνουν από την απαίτηση αυτή.

160. Οι υπολειπόμενοι δύο τομείς αφορούν την προστασία των τεχνολογικών μέτρων και τις πληροφορίες σχετικά με το καθεστώς των δικαιωμάτων. Δεν έχει γίνει ακόμη γνωστό αν η σύμβαση ενδέχεται να υπερβεί το κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή με άλλο τρόπο να καθορίσει κατώτατες προδιαγραφές ούτε πώς θα μπορούσε να ορίσει «τα τεχνολογικά μέτρα» και «τις πληροφορίες σχετικά με το καθεστώς των δικαιωμάτων». Μολονότι τα κράτη μέλη, όπως φαίνεται, διατηρούν κάποια αρμοδιότητα δυνάμει του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να ορίσουν τον τρόπο «κατάλληλης» έννομης προστασίας, εντούτοις τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 2001/29 αποσκοπούν σε εναρμονισμένη έννομη προστασία. Συνεπώς, ακόμα και αν η σύμβαση αναπαραγάγει τις προβλέψεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποκλειστική αρμοδιότητα θα έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

161. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, εκτιμώ ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι, στο παρόν στάδιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για το σύνολο της συμβάσεως.

162. Είναι δυνατό να αλλάξει το συγκεκριμένο συμπέρασμα λόγω πιθανών επιπτώσεων της συμβάσεως σε άλλα μέρη του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

163. Το Δικαστήριο ερμηνεύει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί πνευματικής ιδιοκτησίας λαμβάνοντας υπόψη ότι οι έννοιες διαθέτουν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ένα αυτοτελές νόημα (114), χρησιμοποιούνται συχνώς σε διαφορετικά πλαίσια και πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των σχετικών κανόνων του διεθνούς δικαίου (115), είτε απορρέουν από συμφωνίες στις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι συμβαλλόμενος μέρος (και για τον λόγο αυτό αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης) ή επηρεάζουν εμμέσως την έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Συμβάσεως της Ρώμης). Συνεπώς, ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή ότι το Δικαστήριο επιδιώκει να διασφαλιστεί συνοχή στην ερμηνεία του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, και ειδικότερα του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων (116). Στο πλαίσιο αυτό, και εφόσον δεν προβλέπεται άλλως, έννοιες που δεν ορίζονται σε μια οδηγία ενδέχεται να πρέπει να ερμηνευτούν υπό το πρίσμα μιας άλλης, ιδίως όταν οι δύο οδηγίες αφορούν διακριτές πτυχές του αυτού αντικειμένου, όπως συμβαίνει, επί παραδείγματι, με την οδηγία 93/83 και την οδηγία 2001/29.

164. Τούτο δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι το Δικαστήριο μεταφέρει αδιακρίτως το νόημα ενός όρου από το ένα πλαίσιο στο άλλο (117). Συνεπώς, αν η σύμβαση επρόκειτο να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος παρουσιάσεως στο κοινό κατά τρόπο ώστε να εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση παρουσιάσεως και σε μέρη διαφορετικά από εκείνα όπου η είσοδος επιτρέπεται στο κοινό έναντι καταβολής αντιτίμου, τούτο δεν θα άλλαζε αυτομάτως το εύρος της έννοιας «παρουσίαση στο κοινό» στα λοιπά μέρη του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου η συγκεκριμένη έννοια, εν πάση περιπτώσει, μπορεί να οριοθετείται από διαφορετικές προϋποθέσεις.

165. Έχει επίσης σημασία ότι, δυνάμει της Συμβάσεως της Ρώμης όπως επίσης και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, η προστασία των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών δεν δύναται να θίξει ή να επηρεάσει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο το δικαίωμα του δημιουργού. Η Επιτροπή δεν έχει αποδείξει πώς η διεύρυνση της προστασίας ή η καθιέρωση νέων δικαιωμάτων για τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς θα μπορούσε να επηρεάσει το δικαίωμα του δημιουργού, ενώ δεν μπορούν να το επηρεάσουν τα υφιστάμενα δικαιώματα (τα οποία προορίζονται κατά τα φαινόμενα να «αντιγραφούν και [να] επικολληθούν»).

166. Κατόπιν αυτών, φρονώ ότι η Επιτροπή δεν έχει αποδείξει, κατά το παρόν στάδιο, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα προς διαπραγμάτευση όλων των μερών της συμβάσεως. Επιθυμώ να διευκρινίσω ότι το συγκεκριμένο συμπέρασμα ενδέχεται να χρειαστεί να επανεξεταστεί καθώς γίνονται γνωστά περαιτέρω στοιχεία του περιεχομένου της συμβάσεως, εφόσον διαφανεί ότι θα καταστεί σαφές ότι η σύναψη του συνόλου της συμβάσεως «ενδέχεται να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

 Δεύτερος λόγος ακυρώσεως: άρθρο 218, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ

 Επιχειρήματα

167. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση αντιβαίνει τόσο στο άρθρο 218, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο μόνον το Συμβούλιο εγκρίνει την έναρξη διαπραγματεύσεων για τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας και εκδίδει οδηγίες διαπραγματεύσεως, όσο και στο άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, το οποίο όπως έχει ερμηνευτεί από το Δικαστήριο στην υπόθεση C‑27/04 έχει την έννοια ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει εναλλακτικές διαδικασίες (118). Το Συμβούλιο δεν δύναται να παρεκκλίνει μονομερώς από τη διαδικασία του άρθρου 218, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ συμπεριλαμβάνοντας τα κράτη μέλη, ως δρώντα συλλογικά στο πλαίσιο του Συμβουλίου, στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων εκ μέρους του. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει την αιτίαση της Επιτροπής.

168. Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη, ισχυρίζεται ότι είναι αδιάφορο αν η έναρξη των διαπραγματεύσεων εγκρίθηκε δυνάμει μιας «υβριδικής» απλώς αποφάσεως ή αν εκδόθηκαν προς τούτο εκ μέρους του Συμβουλίου και των κρατών μελών, αντιστοίχως, δύο χωριστές αποφάσεις. Προσθέτει ότι στο πλαίσιο αυτό η απόφαση των κρατών μελών να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις για τη σύνοψη διεθνών συνθηκών στηρίζεται στο δημόσιο διεθνές δίκαιο, ιδίως στην αρχή της συναινέσεως, και όχι στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ ή σε κάποια άλλη διάταξη των Συνθηκών. Πράγματι, η χρησιμοποίηση μιας υβριδικής αποφάσεως υπό τις περιστάσεις αυτές συνάδει με την απαίτηση ενότητας της διεθνούς εκπροσωπήσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας.

169. Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει περαιτέρω ότι η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη της το γεγονός ότι, όταν τα κράτη μέλη ασκούν μια συντρέχουσα αρμοδιότητα, πρέπει επίσης να συμφωνούν να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη μιας μικτής συμφωνίας. Ως εκ τούτου είναι εσφαλμένη η θέση της Επιτροπής ότι η απόφαση θα έπρεπε να έχει ληφθεί μόνον από το Συμβούλιο. Προσθέτει δε ότι, εάν είχαν εκδοθεί δύο χωριστές αποφάσεις, εκ μέρους του Συμβουλίου και των κρατών μελών αντιστοίχως, δεν θα είχε αποσαφηνιστεί περισσότερο το ποιοι ήταν οι τομείς αρμοδιότητας των κρατών μελών. Επιπροσθέτως, το άρθρο 218, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να συνεργάζονται με την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τη διαπραγμάτευση μιας διεθνούς συμφωνίας όσον αφορά ζητήματα στα οποία ασκούν συντρέχουσες αρμοδιότητες.

 Εκτίμηση

170. Φρονώ ότι οι Συνθήκες δεν επιτρέπουν την έκδοση της αποφάσεως με τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε (119).

171. Όπως προκύπτει από την κατανομή των εξωτερικών αρμοδιοτήτων, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη πρέπει να συνεργάζονται κατά τη διαπραγμάτευση, την υπογραφή και την εκτέλεση μιας διεθνούς συμφωνίας. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από την απαίτηση ενότητας της διεθνούς εκπροσωπήσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης (120). Εντούτοις, καθένα οφείλει να εφαρμόσει τις δικές του συνταγματικές διαδικασίες για τη διαπραγμάτευση, την υπογραφή, τη σύναψη και την επικύρωση διεθνών συμφωνιών. Η υποχρέωση συνεργασίας δεν διαφοροποιεί το γεγονός αυτό. Εάν μια διεθνής συμφωνία υπάγεται στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε εφαρμόζονται αποκλειστικώς οι συνταγματικές διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν τα κράτη μέλη διατηρούν επίσης αρμοδιότητα, τότε το εθνικό δίκαιο εφαρμόζεται για τη συμμετοχή τους στη συμφωνία (και στις σχετικές διαπραγματεύσεις) και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζεται όσον αφορά τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το γεγονός ότι μια συμφωνία είναι μικτή δεν διαφοροποιεί το δεδομένο ότι μόνον το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να ρυθμίζει τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη συγκεκριμένη συμφωνία (και στις διαπραγματεύσεις).

172. Κατά την άποψή μου, το άρθρο 218, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ διευκρινίζει ότι μόνον το Συμβούλιο είναι αρμόδιο να εγκρίνει τη διαπραγμάτευση από την Ένωση, να εκδίδει οδηγίες διαπραγματεύσεως και να επιτρέπει την υπογραφή και τη σύναψη μιας διεθνούς συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών. Το άρθρο 218 εφαρμόζεται σε όλες τις διεθνείς συμφωνίες, ανεξαρτήτως του αν το περιεχόμενο αυτών εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στη συντρέχουσα με τα κράτη μέλη. Ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι Συνθήκες επιτρέπουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση να αναλαμβάνει διεθνείς συμφωνίες.

173. Το πιο συγκεκριμένο μέσο διά του οποίου δίδεται έγκριση είναι η απόφαση κατά την έννοια της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 288 ΣΛΕΕ: είναι ως εκ τούτου δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της και, καθόσον μέτρο απευθύνεται στην Επιτροπή, είναι δεσμευτική μόνο για την Επιτροπή. Η έκδοση μιας τέτοιας αποφάσεως στο πλαίσιο του άρθρου 218 ΣΛΕΕ αποτελεί προνόμιο του Συμβουλίου. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να καθορίζουν οποιοδήποτε μέρος του περιεχομένου αυτής ή να συμμετέχουν στην έκδοσή της. Επίσης, το Συμβούλιο δεν μπορεί να αποφασίζει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη οργανώνουν τη συμμετοχή τους στη διαπραγμάτευση μιας μικτής συμφωνίας.

174. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από άλλα σημεία του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, το οποίο εφαρμόζεται τόσο στις μικτές όσο και στις αποκλειστικές συμφωνίες. Επί παραδείγματι, σύμφωνα με την παράγραφο 3, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλλει συστάσεις όσον αφορά την εξουσιοδότηση του Συμβουλίου (και όχι των κρατών μελών). Εκτός από το άρθρο 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ (σύμφωνα με το οποίο ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να γνωμοδοτήσει), σε καμία από τις υπόλοιπες παραγράφους του άρθρου 218 δεν γίνεται μνεία (κάποιου ρόλου) των κρατών μελών.

175. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι κανόνες που προβλέπονται από τις Συνθήκες και αφορούν τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης «είναι δεσμευτικοί τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για τα ίδια τα κοινοτικά όργανα» (121). Συνεπώς, σύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας του άρθρου 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ (122) το Συμβούλιο πρέπει να δρα εντός των ορίων της αρμοδιότητας που του ανατίθεται και δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να συμπεριλάβει τα κράτη μέλη σε διαδικασία λήψεως αποφάσεως όταν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως. Ούτε άλλωστε μπορεί να επικαλεσθεί για την επίτευξη του εν λόγω αποτελέσματος την αρχή της οργανωτικής αυτοτέλειας. Την αρχή αυτή (όπως και την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας) μπορεί να την επικαλεσθεί μόνον ένα θεσμικό όργανο το οποίο δρα εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του. Η εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ απόφαση μπορεί συνεπώς να εκδοθεί μόνον από το Συμβούλιο.

176. Δεν έχω πεισθεί από το επιχείρημα ότι η απόφαση δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από το άθροισμα μιας αποφάσεως του Συμβουλίου και μιας διακυβερνητικής δράσεως των κρατών μελών. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στην υπόθεση ότι τηρούνται οι διαδικαστικοί κανόνες που προβλέπονται στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ κατά την έκδοση κάθε επίσημου εγγράφου το οποίο το Συμβούλιο αποκαλεί «απόφαση» καθό μέτρο περιέχει κάποιο στοιχείο αποφάσεως η οποία έπρεπε να ληφθεί δυνάμει του άρθρου αυτού. Οι Συνθήκες, ωστόσο, προϋποθέτουν ότι το θεσμικό όργανο το οποίο λαμβάνει την απόφαση είναι υπεύθυνο για το συνολικό περιεχόμενο αυτής.

177. Όσον αφορά το περιεχόμενο της αποφάσεως, το άρθρο 218, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν απαγορεύει στο Συμβούλιο να εγκρίνει τη διαπραγμάτευση από την Επιτροπή μιας διεθνούς συμφωνίας εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που απονέμονται όσον αφορά έναν ειδικότερο τομέα και να προβλέπει ότι η εν λόγω συμφωνία ενδέχεται να είναι μικτή. Εντούτοις, δεν επιτρέπει στο Συμβούλιο να αποφασίζει με ποιον τρόπο θα διαπραγματεύονται κράτη μέλη τη συμφωνία αν είναι μικτή (123). Σε τούτο ακριβώς αποσκοπεί, όμως, η παράγραφος 3 της αποφάσεως.

178. Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως.

 Τρίτος λόγος ακυρώσεως: άρθρο 218, παράγραφος 8, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και άρθρο 16, παράγραφος 3, ΣΕΕ

 Επιχειρήματα

179. Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο, ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο, λαμβάνοντας ομοφώνως την απόφαση, παρέβη το άρθρο 218, παράγραφος 8, ΣΛΕΕ, διότι η απόφαση έπρεπε να ληφθεί με ειδική πλειοψηφία. Τούτος άλλωστε είναι επίσης ο γενικός κανόνας ο οποίος τίθεται στο άρθρο 16, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Συγχωνεύοντας μιαν απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μια διακυβερνητική απόφαση σε μια υβριδική πράξη, το Συμβούλιο στέρησε πράγματι από τη διαδικασία του άρθρου 218, παράγραφος 8, ΣΛΕΕ την ουσία της, υπονόμευσε την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας λήψεως αποφάσεως, ενδεχομένως επηρέασε το περιεχόμενο της αποφάσεως και υπέβαλε τη λήψη της αποφάσεως στην απαιτούμενη για μια διακυβερνητική πράξη αυστηρότερη πλειοψηφία. Τα μέτρα εναρμονίσεως στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας τα οποία βελτιώνουν την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών θα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (ειδική πλειοψηφία). Αποτελεί παράδοξο να διατυπώνεται η γνώμη, όπως εκ μέρους του Συμβουλίου, ότι μπορεί να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα μέσω της διαπραγματεύσεως μιας διεθνούς συμφωνίας στην οποία συμμετέχουν όλα τα κράτη μέλη και για την οποία ως εκ τούτου απαιτείται ομοφωνία.

180. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι η υβριδική πράξη δεν είναι ο απλός συνδυασμός δύο αποφάσεων. Τα κράτη μέλη ενδεχομένως θα μπορούσαν να διαμορφώσουν διαφορετικές απόψεις όταν ενεργούν ως μέλη του Συμβουλίου όσον αφορά την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όταν ενεργούν ως μεμονωμένα κράτη όσον αφορά τις δικές τους αρμοδιότητες. Παρόμοια πρακτική απειλεί επίσης με υπονόμευση της θεσμικής ισορροπίας η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ (ιδίως στις παραγράφους 6 και 10) και στη συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (124), σύμφωνα με την οποία η άμεση και πλήρης ενημέρωση του Κοινοβουλίου σε όλα τα στάδια διαπραγματεύσεως και συνάψεως διεθνών συμφωνιών πρέπει να γίνεται εγκαίρως ώστε αυτό μεν να έχει τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του, η δε Επιτροπή να είναι σε θέση να τις λάβει υπόψη της.

181. Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη, αντιτάσσει ότι η απόφαση ελήφθη με ειδική πλειοψηφία όσον αφορά την αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ομοφώνως μεταξύ των αντιπροσώπων των κρατών μελών όσον αφορά τις αρμοδιότητές τους. Δεν συνεπάγεται ότι η ομοφωνία αντικατέστησε την ειδική πλειοψηφία κατά τρόπο που να στρεβλώνει τον εφαρμοστέο δυνάμει του άρθρου 218 ΣΛΕΕ κανόνα περί ψηφοφορίας. Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι καμία αντιπροσωπεία στο πλαίσιο του Συμβουλίου δεν αντιτάχθηκε στην απόφαση ουδόλως συνεπάγεται ότι δεν τηρήθηκαν οι κανόνες ψηφοφορίας. Ακόμη και αν η απόφαση είχε ληφθεί μόνον από το Συμβούλιο, οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμφωνίας δεν θα μπορούσαν να έχουν προχωρήσει δίχως μια χωριστή απόφαση ή την έγκριση εκ μέρους των κρατών μελών.

 Εκτίμηση

182. Το Συμβούλιο πρέπει να λαμβάνει με ειδική πλειοψηφία τις αποφάσεις που εγκρίνουν την έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών. Ο συγκεκριμένος κανόνας ψηφοφορίας υπαγορεύεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως. Δεν διακρίνει ανάλογα με το αν η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι συντρέχουσα ή αποκλειστική. Ο εν λόγω κανόνας ψηφοφορίας δεν μπορεί να ισχύει, ωστόσο, για την έκδοση αποφάσεως το περιεχόμενο της οποίας δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

183. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ψηφοφορία του Συμβουλίου δεν αφορούσε ολόκληρο το περιεχόμενο της αποφάσεως. Με άλλα λόγια, το Συμβούλιο εφήρμοσε τον κανόνα ψηφοφορίας σε ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο διατάξεων. Υπό αυτήν την έννοια, ο εν λόγω τύπος υβριδικής πράξεως δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς μια πράξη η οποία, λόγω του περιεχομένου της, διαθέτει διττή νομική βάση, μία εκ των οποίων απαιτεί ομοφωνία και η άλλη ειδική πλειοψηφία. Οι Συνθήκες προβλέπουν έναν ενιαίο κανόνα ψηφοφορίας ο οποίος πρέπει να εφαρμόζεται όταν το Συμβούλιο αποφασίζει να εγκρίνει την έναρξη των διαπραγματεύσεων.

184. Κατ’ αρχήν, υπάρχουν τρεις εναλλακτικές εκδοχές για τον τρόπο με τον οποίο εκδόθηκε η απόφαση. Μήπως το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη ψήφισαν επί της αποφάσεως χωριστά και σύμφωνα με διαφορετικούς κανόνες ψηφοφορίας; Μήπως εφαρμόστηκε μόνον ο κανόνας της ομοφωνίας, όπως προσάπτει η Επιτροπή; Ή μήπως ολόκληρη η απόφαση εκδόθηκε με ειδική πλειοψηφία;

185. Είμαι της γνώμης ότι, όποια και αν είναι η απάντηση, η απόφαση δεν μπορούσε να εκδοθεί σύμφωνα με τον κανόνα ψηφοφορίας που προβλέπεται στο άρθρο 218, παράγραφος 8, ΣΛΕΕ.

186. Η τρίτη εκδοχή μπορεί να αποκλειστεί: η απόφαση δεν μπορεί να εμπεριέχει μια διακυβερνητική πράξη και παρόλα αυτά να εκδόθηκε με ειδική πλειοψηφία.

187. Το Συμβούλιο δεν είναι αρμόδιο να εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη προκειμένου να διαπραγματεύονται μια μικτή συμφωνία ούτε να καθορίζει τις λεπτομέρειες της μεθόδου που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στις εν λόγω διαπραγματεύσεις. Συνεπώς, οι Συνθήκες δεν επιτρέπουν την εφαρμογή του κανόνα ψηφοφορίας του άρθρου 218, παράγραφος 8, ΣΛΕΕ σε μια τέτοια απόφαση και για τον ίδιο λόγο η διενέργεια χωριστής ψηφοφορίας (πρώτη εκδοχή) μπορεί επίσης να αποκλειστεί.

188. Αφής στιγμής η απόφαση εμπεριέχει πράγματι τόσο μια διακυβερνητική πράξη όσο και μια πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παρά ταύτα διενεργήθηκε μία μόνον ψηφοφορία, δεν μπορεί να εγκρίθηκε με ειδική πλειοψηφία. Θα πρέπει να εγκρίθηκε ομοφώνως (δεύτερη εκδοχή).

189. Ασφαλώς, είναι δεδομένο ότι στην ομοφωνία περιλαμβάνεται η ειδική πλειοψηφία. Εντούτοις, τούτο δεν σημαίνει ότι η ομοφωνία είναι αδιάφορη για το περιεχόμενο μιας αποφάσεως. Μια απόφαση για την οποία όλοι συμφωνούν ή στην οποία δεν αντιτίθεται κανένας δεν είναι υποχρεωτικώς όμοια με μια απόφαση για την οποία συμφωνεί μια ειδική πλειοψηφία. Επί παραδείγματι, το περιεχόμενο μιας αποφάσεως που μπορεί να επιτύχει ειδική πλειοψηφία θα πρέπει ενδεχομένως να τροποποιηθεί προκειμένου να εγκριθεί ομοφώνως ή δίχως την ελάχιστη εναντίωση.

190. Επομένως, φρονώ ότι πρέπει να γίνει δεκτός και ο τρίτος λόγος της προσφυγής.

 Τέταρτος λόγος ακυρώσεως: οι στόχοι της Συνθήκης και το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ

 Επιχειρήματα

191. Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο, διατείνεται ότι η εκ μέρους του Συμβουλίου έκδοση της αποφάσεως αντιβαίνει στο άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, διότι το Συμβούλιο δεν ενήργησε σύμφωνα με τους σκοπούς των Συνθηκών και έλαβε μιαν απόφαση κατά παραβίαση της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας. Στους εν λόγω σκοπούς περιλαμβάνονται η ανάγκη να προσδιορισθεί πώς και από ποιον θα έπρεπε να ασκούνται στις εξωτερικές σχέσεις οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ανάγκη πρόβλεψης για ενοποιημένη εκπροσώπηση. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός και μόνον της εκδόσεως μιας υβριδικής αποφάσεως συνεπάγεται αυτό καθαυτό παραβίαση των σκοπών των Συνθηκών. Το Συμβούλιο, ενεργώντας κατά τον τρόπο που ενήργησε, επέφερε σύγχυση όσον αφορά την προσωπικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την παρουσία και εκπροσώπησή της στις διεθνείς σχέσεις. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το καθήκον συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων, το Συμβούλιο όφειλε αφενός να ασκήσει την εξουσία του ούτως ώστε να μην καταστρατηγηθούν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ διαδικασίες και, αφετέρου, να μην αναθέσει στα κράτη μέλη κάποιον μη προβλεπόμενο από τις Συνθήκες ρόλο.

192. Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη, αμφισβητεί ότι με την απόφαση θα μπορούσε να προκληθεί σύγχυση στη διεθνή κοινότητα και υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε σύγχυση προκύπτει μάλλον από το γεγονός ότι η Επιτροπή είναι το μόνο διαπραγματευόμενο μέρος ακόμα και όσον αφορά ζητήματα που υπάγονται στις αρμοδιότητες των κρατών μελών. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ακόμα ότι άρθρο 218, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε συμφωνίες υπαγόμενες στην αρμοδιότητα των κρατών μελών και αρνείται ότι παραβίασε με τον τρόπο που ενήργησε την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας. Αντιθέτως, το καθήκον συνεργασίας απαιτούσε κοινή δράση του Συμβουλίου και των κρατών μελών. Το Συμβούλιο προβάλλει το γενικότερης φύσεως επιχείρημα ότι ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εικασίες ή υποθέσεις.

 Εκτίμηση

193. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει τον σύνδεσμο μεταξύ, αφενός, της ανάγκης για ενότητα και συνοχή στις εξωτερικές σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, αφετέρου, της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας. Η αρχή σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να διασφαλίζουν στενή συνεργασία τόσο κατά τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη όσο και κατά την εκτέλεση διεθνών συμφωνιών «απορρέει από την ανάγκη ενιαίας διεθνούς εκπροσώπησης της Κοινότητας» (125). Η αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας έχει εφαρμογή τόσο στις εσωτερικές όσο και στις εξωτερικές δράσεις καθώς και στις διοργανικές σχέσεις (126). Η εφαρμογή της δεν εξαρτάται από τον συντρέχοντα ή αποκλειστικό χαρακτήρα της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (127), αν και είναι σαφές ότι η ανάγκη συνεργασίας καθίσταται ακόμα πιο πιεστική στην περίπτωση που απαιτείται η διαπραγμάτευση και η σύναψη μικτής συμφωνίας (128). Ως εκ τούτου, κατά το αρχικό στάδιο των διαπραγματεύσεων, τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά όσον αφορά την ισχύουσα κατανομή αρμοδιοτήτων. Η ανάγκη κατοχυρώσεως της ενότητας και της συνοχής στις εξωτερικές σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί το υπόβαθρο ολόκληρου του πεδίου των διεθνών σχέσεων (και πράγματι ήταν δικαιολογητική βάση της αρχής AETR). Μολονότι αφορά ειδικότερα την εξωτερική δράση, εντούτοις δύναται να έχει συνέπειες και επί των εσωτερικών δράσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

194. Εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα προς διαπραγμάτευση της συμβάσεως δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, κάθε απόφαση προβλέπουσα ότι και τα κράτη μέλη διαπραγματεύονται επίσης (μέρος από) την εν λόγω συμφωνία αναγκαστικώς θα έθιγε το άρθρο 218 ΣΛΕΕ και θα υπονόμευε τις αρμοδιότητες και τις δράσεις των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, θα ήταν επίσης αντίθετη προς τους στόχους των Συνθηκών. Το καθήκον τηρήσεως των κανόνων κατανομής αρμοδιοτήτων (συμπεριλαμβανομένου αυτού που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ) και της αρχής της δοτής αρμοδιότητας είναι εκφάνσεις της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας και για τον λόγο αυτό δεν απαιτείται αυτοτελής εκτίμηση βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ (129).

195. Εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει αποκλειστική αρμοδιότητα προς διαπραγμάτευση ολόκληρης της Συμβάσεως, η συνεργασία μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών συνιστά αναμφιβόλως απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να καταστεί δυνατή η σύναψη μιας μικτής συμφωνίας. Μολονότι δέχομαι ότι μια κοινή απόφαση είναι έκφανση της πλέον στενής ενδεχομένως μορφής συνεργασίας, δεν επιτρέπεται εντούτοις η παράκαμψη των διαδικαστικών κανόνων εν ονόματι της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας. Συναφώς, έχω ήδη εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη μου, οι Συνθήκες δεν επιτρέπουν την έκδοση μιας υβριδικής πράξεως. Για τον λόγο αυτό, δεν θεωρώ αναγκαίο να προχωρήσω σε χωριστό συμπέρασμα όσον αφορά τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση προσφυγής.

 Δικαστικά έξοδα

196. Η Επιτροπή είναι η νικήσασα διάδικος. Ζήτησε δε με τα δικόγραφά της να καταδικαστεί το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδά της. Σύμφωνα με το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.

 Πρόταση

197. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να:

–        ακυρώσει την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2011 του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών που μετείχαν εντός του Συμβουλίου σε συζητήσεις περί της συμμετοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης περί προστασίας των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών·

–        το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή·

–        η Τσεχική, η Γερμανική, η Ολλανδική, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.


1 –      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2 – Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2011 του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών που μετείχαν εντός του Συμβουλίου σε συζητήσεις περί της συμμετοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης περί προστασίας των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Η απόφαση δεν δημοσιεύθηκε· κατατέθηκε στη δικογραφία ως παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής της Επιτροπής. Βλ. σημεία 40 έως 44 κατωτέρω.


3 – Η αρχή αυτή διατυπώνεται με διαφορετική φρασεολογία σε ορισμένες γλώσσες: βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 20ής Απριλίου 2010, C‑246/07, Επιτροπή κατά Σουηδίας (Συλλογή 2010, σ. I‑3317, σκέψεις 70 και 71).


4 – Το εν προκειμένω κρίσιμο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου όπως επίσης και της υπόλοιπης τεκμηριώσεως η οποία αφορά τις διαπραγματεύσεις της συμβάσεως περιγράφονται κατά την ανάλυση του πρώτου λόγου προσφυγής στα σημεία 122 έως 139 κατωτέρω.


5 – Τα ακρωνύμια CDMC και MC-S-NR (όπως αυτά χρησιμοποιούνται στο σημείο 4 κατωτέρω) είναι αυτά ακριβώς τα οποία χρησιμοποιούνται από το Συμβούλιο της Ευρώπης.


6 – Οι όροι εντολής του 2009 κατατέθηκαν στη δικογραφία ως παράρτημα στη «Συνάντηση διαβουλεύσεως περί της προστασίας των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών» του Συμβουλίου της Ευρώπης (Στρασβούργο, 28 και 29 Ιανουαρίου 2010) (στο εξής: συνάντηση διαβουλεύσεως του 2010), πρακτικά συναντήσεως, MC-S-NR (2010) Misc1rev. Είναι επίσης διαθέσιμοι και στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης.


7 – Βλ. πρακτικά συναντήσεως του 2010, προπαρατεθέντα στην υποσημείωση 6, παράγραφοι 1 και 2.


8 – Η ραδιοτηλεοπτική εκπομπή είναι ουσιαστικά η αποστολή ενός σήματος που περιέχει εικόνα ή/και δεδομένα ήχου μεταξύ δύο σημείων. Το σήμα είναι ένας ηλεκτρομαγνητικός παλμός και υπάρχει μόνο για όσο μεταδίδεται και ως εκ τούτου μέχρι να ληφθεί. Το σήμα μπορεί να εγγραφεί (ή να ενσωματωθεί υλικώς) με συγκεκριμένο τρόπο και στη συνέχεια να μεταδοθεί με έναν ή περισσότερους τρόπους (για παράδειγμα, με ασύρματα ή καλωδιακά μέσα) προκειμένου να φθάσει στον δέκτη, ο οποίος μπορεί, για παράδειγμα, να είναι μια τηλεοπτική συσκευή, ένα ραδιόφωνο, ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ή ένα έξυπνο κινητό τηλέφωνο. Οι εν λόγω δέκτες, στη συνέχεια, παράγουν το οπτικό ή ακουστικό υλικό που περιέχεται στο σήμα.


9 – Βλ. πρακτικά συναντήσεως του 2010, προπαρατεθέντα στην υποσημείωση 6, παράγραφος 13.


10 – Το σήμα-φορέας ενός προγράμματος το οποίο έχει αποσταλεί, για παράδειγμα, από τον τόπο ενός συμβάντος σε έναν πομπό ή από τον ένα ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό στον άλλο ονομάζεται σήμα-φορέας προγράμματος προ εκπομπής. Συνήθως πρόκειται για ένα ψηφιακό σήμα το οποίο προορίζεται να χρησιμοποιείται κυρίως από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμός παρά να λαμβάνεται απευθείας από το κοινό.


11 – Για την έννοια των πληροφοριών για το καθεστώς δικαιωμάτων, βλ. σημείο 137 κατωτέρω.


12 – Βλ., για παράδειγμα, τη Σύμβαση της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων (Πράξη του Παρισιού της 24ης Ιουλίου 1971) (στο εξής: η Σύμβαση της Βέρνης) [η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος, ωστόσο, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (στο εξής: Συμφωνία TRIPS), οφείλει να εφαρμόζει τα άρθρα 1 έως 21 (εξαιρουμένου του άρθρου 6α) της Συμβάσεως της Βέρνης καθώς και το προσάρτημα της ίδιας συμβάσεως]? τη Σύμβαση της Ρώμης για την προστασία των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών φωνογραφημάτων και των οργανισμών ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, η οποία συνήφθη στη Ρώμη στις 26 Οκτωβρίου 1961 (στο εξής: Σύμβαση της Ρώμης) (η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος)? την Ευρωπαϊκή Συμφωνία για την προστασία των τηλεοπτικών μεταδόσεων, η οποία συνήφθη στις 22 Ιουνίου 1960 (η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος)? την ευρωπαϊκή σύμβαση σχετικά με ορισμένα ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων, στα πλαίσια των διασυνοριακών ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων μέσω δορυφόρου, η οποία συνήφθη στις 11 Μαΐου 1994 (η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος)? τη Σύμβαση των Βρυξελλών της 21ης Μαΐου 1974 σχετικά με τη διανομή σημάτων-φορέων δορυφορικών προγραμμάτων (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών του 1974 για τα δορυφορικά προγράμματα) (η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέλος)· τη Συμφωνία TRIPS (η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1Γ της Συμφωνίας του Μαρακές, της 15ης Απριλίου 1994, για την ίδρυση του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου) (στο εξής: ΠΟΕ) (η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μέλος του ΠΟΕ)· η συμφωνία αυτή εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα ως προς το τμήμα των πολυμερών συμφωνιών του ΠΟΕ που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της με την απόφαση του Συμβουλίου 94/800/ΕΚ, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ L 336, σ. 1)· τη Συνθήκη του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (στο εξής: ΠΟΔΙ) για την πνευματική ιδιοκτησία και τη συνθήκη του ΠΟΔΙ για τις ερμηνείες και εκτελέσεις και τα φωνογραφήματα του 1996 [η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος· αμφότερες εγκρίθηκαν από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα με την απόφαση του Συμβουλίου 2000/278/ΕΚ, της 16ης Μαρτίου 2000, σχετικά με την έγκριση, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της συνθήκης του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία και της συνθήκης του ΠΟΔΙ για τις εκτελέσεις και τα φωνογραφήματα (ΕΕ L 89, σ. 6)].


13 – Βλ., για παράδειγμα, μόνιμη επιτροπή δικαιωμάτων δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων του ΠΟΔΙ, έγγραφο εργασίας για την κατάρτιση συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, SCCR/24/10 Corr.


14 – ΠΟΔΙ, προστασία για τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών – υποβλήθηκε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη μέλη, SCCR/6/2 (3 Οκτωβρίου 2001) (στο εξής: πρόταση του ΠΟΔΙ του 2001). Το 2003, υποβλήθηκε συμπληρωματική πρόταση για τον ορισμό της «ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής» [βλ. ΠΟΔΙ, άρθρο 1α – πρόταση υποβληθείσα από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη μέλη, SCCR/9/12 (24 Ιουνίου 2003)]. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν με την προσφυγή της Επιτροπής. Κανένα ζήτημα δεν ανέκυψε ενώπιον του Δικαστηρίου όσον αφορά την αρμοδιότητα προς διαπραγμάτευση και τελικώς προς σύναψη της Συνθήκης του ΠΟΔΙ.


15 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σημείο 6.


16 – Βλ., επίσης, άρθρο 4, παράγραφος 1, ΣΕΕ.


17 –      Βλ., επίσης, δήλωση 18 για την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων στις δηλώσεις που προσαρτώνται στην τελική πράξη της διακυβερνητικής διασκέψεως η οποία υιοθέτησε τη Συνθήκη της Λισσαβώνας.


18 –      ΕΕ 2012, C 326, σ. 307.


19 – Οδηγία 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (ΕΕ L 346, σ. 61), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 93/98/ΕΟΚ, της 29ης Οκτωβρίου 1993, για την εναρμόνιση της διάρκειας προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενών δικαιωμάτων (ΕΕ L 290, σ. 9), και έπειτα με την οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ L 167, σ. 10, στο εξής: οδηγία InfoSoc), και τελικώς κωδικοποιήθηκε και καταργήθηκε με την οδηγία 2006/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006 (ΕΕ L 376, σ. 28).


20 – Βλ. σημεία 29 και 32 κατωτέρω.


21 – Οδηγία 2006/116/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη διάρκεια προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενικών δικαιωμάτων (ΕΕ L 372, σ. 12), αναφερόμενη επίσης και ως η οδηγία για τη διάρκεια προστασίας.


22 – Οδηγία 93/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, περί του συντονισμού ορισμένων κανόνων όσον αφορά το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα που εφαρμόζονται στις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και την καλωδιακή αναμετάδοση (ΕΕ L 248, σ. 15). Η εν λόγω οδηγία παραπέμπει εκτενώς στην οδηγία 92/100 αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/115 «[…] αναφορές στην καταργούμενη οδηγία [92/100] θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία […]».


23 – Άρθρο 5 της οδηγίας 93/83, άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29 και άρθρο 12 της οδηγίας 2006/115. Η οδηγία 2006/116 καθορίζει ξεχωριστές διάρκειες προστασίας για το δικαίωμα του δημιουργού και για τα συγγενικά δικαιώματα και για τον λόγο αυτό δεν περιέχει παρόμοια διάταξη.


24 – Το εν λόγω δικαίωμα καθιερώθηκε αρχικώς στο άρθρο 7 της οδηγίας 92/100· ωστόσο η οδηγία 2001/29 το κατήργησε.


25 – Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 58 της οδηγίας 2001/29.


26 – Οδηγία 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004 , σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (ΕΕ L 157, σ. 45).


27 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2004/48.


28 – Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 2, και αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 2004/48. Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 23 όσον αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/29.


29 – Βλ. σημείο 48 κατωτέρω.


30 –      Άρθρο 2 της αποφάσεως.


31 – Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1993, C‑181/91 και C‑248/91, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I‑3685, σκέψη 13 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 13ης Ιουλίου 2004, C‑27/04, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2004, σ. I‑6649, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


32 – Συναφώς, το έννομο αποτέλεσμα των οδηγιών διαπραγματεύσεως πρέπει να διαχωρίζεται από το επίσημο έγγραφο που περιέχει δεσμευτική πράξη του Συμβουλίου η οποία είναι το αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως και επί της οποίας στηρίζονται κατά βάση οι προβαλλόμενοι εκ μέρους της Επιτροπής τέσσερις λόγοι. Συνεπώς, στην περίπτωση που ακυρωθεί η εν λόγω απόφαση βάσει κάποιου ή του συνόλου των λόγων, αυτό θα επηρεάσει και τις οδηγίες διαπραγματεύσεως, διότι δεν μπορούν να παράγουν κανένα αποτέλεσμα όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις των οποίων το αντικείμενο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και δεν ήταν νομίμως εγκεκριμένες. Με άλλα λόγια, δεν μπορούν να παράγουν αποτελέσματα (ανεξαρτήτως του αν και, ενδεχομένως, για ποιον ακριβώς λόγο είναι κατ’ αρχήν δεσμευτικές) όσο η Επιτροπή δεν είναι νομίμως εξουσιοδοτημένη να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις.


33 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31 απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (σκέψη 12).


34 – Αυτό ήταν το ερώτημα στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31 απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο, στη σκέψη 14, έκρινε ότι δεν είναι αρκετός ο χαρακτηρισμός μιας πράξεως και ότι για να επιλυθεί το ζήτημα της αρμοδιότητας θα έπρεπε να εξακριβωθεί «[…] ότι ενόψει του περιεχομένου της και του συνόλου των συνθηκών υπό τις οποίες εκδόθηκε, δεν αποτελεί στην πραγματικότητα απόφαση του Συμβουλίου».


35 – Το Δικαστήριο έλαβε αυτήν ακριβώς τη θέση στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31 απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, όσον αφορά μιαν απόφαση την οποία έλαβαν μεν τα κράτη μέλη, ως μέλη δε του Συμβουλίου (βλ. σκέψη 12). Το γεγονός και μόνον ότι μια απόφαση χαρακτηρίζεται ως πράξη των κρατών μελών συνελθόντων στο πλαίσιο του Συμβουλίου (ή συνιστά πράξη που χαρακτηρίζεται με παρόμοιους όρους) δεν επαρκεί για να απορριφθεί η αρμοδιότητα (σκέψη 14). Βλ., επίσης, σε ένα ελαφρώς διαφορετικό πλαίσιο, την απόφαση της 12ης Μαΐου 1998, C‑170/96, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I‑2763, σκέψεις 12 έως 18).


36 – Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1969‑1971, σ. 729, Ευρωπαϊκή Συμφωνία περί της εργασίας των πληρωμάτων των οχημάτων που πραγματοποιούν διεθνείς μεταφορές οδικώς ή «AETR»).


37 – Βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 2002, C‑13/00, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2002, σ. I‑2943, σκέψη 17).


38 – Συλλογή 2006, σ. I‑1145, σκέψεις 148 έως 151.


39 – Συλλογή 1993, σ. I‑1061, σκέψεις 22 έως 26.


40 – Συλλογή 2009, σ. I‑701, σκέψεις 21 και 22.


41 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38.


42 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39.


43 – Συλλογή 2002, σ. I‑9519, πρόκειται για μία από τις λεγόμενες αποφάσεις «ελεύθερης αεροπλοΐας» ή αποφάσεις Open Skies).


44 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38.


45 – Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, C‑135/10, SCF Consorzio Fonografici (σκέψεις 75 και 76, στο εξής: απόφαση SCF).


46 – Απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, C‑431/09 και C‑432/09, Airfield και Canal Digitaal (Συλλογή 2011, σ. I‑9363, σκέψη 44).


47 – Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι από κανέναν διάδικο δεν υποστηρίχθηκε η άποψη ότι η σύμβαση (ή μέρος ή μέρη αυτής) εμπίπτει στην αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφόσον, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα ουσιαστικά κριτήρια προστασίας των δικαιωμάτων ενδεχομένως είναι τα ίδια ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της διεθνούς συμφωνίας στην οποία περιλαμβάνονται, τα αποκλειστικά δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και οι προϋποθέσεις, εξαιρέσεις, περιορισμοί και επιφυλάξεις όσον αφορά τα συγκεκριμένα δικαιώματα καλύπτονται από τη Συμφωνία TRIPS (ειδικότερα από το άρθρο 14) και ότι, μετά την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά την κοινή εμπορική πολιτική η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 207, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, «[…] διαμορφώνεται βάσει ενιαίων αρχών, ιδίως όσον αφορά […] τις εμπορικές πτυχές της διανοητικής ιδιοκτησίας […]». Όσον αφορά την έννοια «εμπορικές πτυχές της διανοητικής ιδιοκτησίας», βλ. απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, C‑414/11, Daiichi Sankyo και Sanofi-Aventis Deutschland (σκέψεις 49 έως 61).


48 – Σκέψη 77.


49 – Σημεία 111 έως 117 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48 υπόθεση C‑137/12, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.


50 – Αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελεί η γαλλική απόδοση των άρθρων 3, παράγραφος 2, και 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, κατά την οποία χρησιμοποιείται πανομοιότυπη διατύπωση στις δύο διατάξεις: «est susceptible d’affecter des règles communes ou d’en altérer la portée».


51 – Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εξωτερική αρμοδιότητα όταν, μολονότι δεν υφίσταται ρητή απονομή αρμοδιότητας, η θέσπιση κοινών κανόνων έχει ως αναγκαίο αποτέλεσμα την απονομή αρμοδιότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες σχετικές με το ρυθμιζόμενο από τους εν λόγω κοινούς κανόνες αντικείμενο. Στην υπόθεση AETR, οι εν λόγω κοινοί κανόνες εφαρμόζονται επίσης και στα διεθνή μέσα μεταφοράς από ή προς τρίτες χώρες όσον αφορά το τμήμα του δρομολογίου στο έδαφος της Κοινότητας (βλ. απόφαση AETR, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36 ανωτέρω, σκέψη 28). Στην απόφαση Kramer κ.λπ. επικυρώθηκε μια ανάλογη θέση στο πλαίσιο της αρμοδιότητας για τη διατήρηση των βιολογικών πόρων της θάλασσας (απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, 3/76, 4/76 και 6/76, Συλλογή τόμος 1976, σ. 473, σκέψεις 30 και 33). Βλ., επίσης, γνωμοδοτήσεις 1/76 της 26ης Απριλίου 1977 (Συλλογή τόμος 1977, σ. 211, σκέψη 3), 2/91, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 (σκέψη 7), 2/94 της 28ης Μαρτίου 1996 (Συλλογή 1996, σ. I-1759, σκέψη 26), και 1/03, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 (σκέψεις 114 και 115).


52 – Απόφαση AETR, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36 ανωτέρω (σκέψεις 17 και 18)· βλ. επίσης, για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 43 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας (σκέψη 77).


53 – Απόφαση AETR, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36 ανωτέρω (σκέψη 17).


54 – Απόφαση AETR, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36 ανωτέρω (σκέψη 31).


55 – Το άρθρο I‑12, παράγραφος 2, του σχεδίου Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος για την Ευρώπη, από το οποίο φαίνεται εμπνευσμένο το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, όριζε ότι: «Η Ένωση διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα για τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας όταν η σύναψη αυτή […] θίγει εσωτερική πράξη της Ένωσης» (διαθέσιμο στην http://european-convention.eu.int). Η ομάδα εργασίας VII της συμβάσεως για την εξωτερική δράση στην τελική έκθεσή της αναφέρει ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει «[…] εμμέσως εξωτερικές κοινοτικές αρμοδιότητες στην περίπτωση που η σύναψη διεθνών συμφωνιών [ήταν] απαραίτητη για την εφαρμογή εσωτερικών πολιτικών ή ως αντιστοιχία προς τις εσωτερικές της αρμοδιότητες σε τομείς στους οποίους είχε ασκήσει την αρμοδιότητα αυτή θεσπίζοντας παράγωγη νομοθεσία […]» και ότι η ομάδα εργασίας έκρινε ότι «[…] θα ήταν σκόπιμο να αναφέρεται ρητώς στη νομολογία του Δικαστηρίου προκειμένου να διευκολυνθεί η δράση της Ένωσης στην παγκοσμιοποιημένη υφήλιο, ιδίως όσον αφορά την εξωτερική διάσταση των εσωτερικών της πολιτικών και δράσεων» [Τελική έκθεση της ομάδας VII για την εξωτερική δράση, CONV 459/02 (16ης Δεκεμβρίου 2002), παράγραφος 18]. Βλ., επίσης, IGC 2007 Mandate POLGEN 74 (26ης Ιουνίου 2007), παράγραφος 18 και υποσημείωση 10.


56 – Βλ. σημείο 83 και υποσημειώσεις 48 και 49.


57 – Βλ. απόφαση AETR προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36 ανωτέρω (σκέψη 31), και γνωμοδότηση 1/03 προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 (σκέψεις 122 και 133).


58 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψεις 128 και 133).


59 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 122).


60 – Η διάταξη αυτή ορίζει: «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας. Διευκολύνουν την Κοινότητα στην εκτέλεση της αποστολής της. Απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της παρούσας Συνθήκης».


61 – Βλ., επίσης, για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 γνωμοδότηση 2/91 (σκέψη 10) και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 119).


62 – Βλ., για παράδειγμα, γνωμοδοτήσεις 1/94, της 15ης Νοεμβρίου 1994 (Συλλογή 1994, σ. I‑5267, σκέψη 77, κι επίσης σκέψη 88), και 2/92 της 24ης Μαρτίου 1995 (Συλλογή 1995, σ. I‑521, σκέψεις 31 και 36). Ωστόσο, δεν είναι αναγκαίο η δράση να περιορίζεται στο πλαίσιο κοινής πολιτικής: βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 γνωμοδότηση 2/91 (σκέψεις 10 και 11) και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 118).


63 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 γνωμοδότηση 2/91 (σκέψη 25)· προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 43 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας (σκέψεις 101 και 105)· και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψεις 129 και 130). Στην απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας η εν λόγω διάταξη συνίστατο σε ρήτρα η οποία προέβλεπε ότι η επίμαχη συμφωνία δεν θα έθιγε την εκ μέρους των κρατών μελών εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.


64 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 131).


65 – Συναφώς, τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα κράτη μέλη πρέπει, σύμφωνα με την απαίτηση για ενότητα της διεθνούς εκπροσωπήσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να συνεργάζονται στενά τόσο κατά τη διαδικασία διαπραγματεύσεων και συνάψεως της συμφωνίας όσο και κατά την εκπλήρωση των αναληφθεισών υποχρεώσεων δυνάμει της διεθνούς συμφωνίας: βλ., για παράδειγμα, γνωμοδότηση 2/00 της 6ης Δεκεμβρίου 2001 (Συλλογή 2001, σ. I‑9713, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


66 – Βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 62 γνωμοδότηση 1/94 (σκέψεις 78 και 79) και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 43 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας (σκέψη 95).


67 – Βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 43 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας (σκέψη 84), προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 62 γνωμοδότηση 1/94 (σκέψη 96), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 62 γνωμοδότηση 2/92 (σκέψεις 33). Ομοίως, εάν το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκλείει την εναρμόνιση σε έναν τομέα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να συνάψει συμφωνία η οποία θα προβλέπει παρά ταύτα ότι θα υπάρξει εναρμόνιση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών στον εν λόγω τομέα: βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 132).


68 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, C‑261/07 και C‑299/07, VTB-VAB και Galatea (Συλλογή 2009, σ. I‑2949, σκέψη 52).


69 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 25ης Απριλίου 2002, C‑52/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2002, σ. I‑3827, σκέψη 19) («[…] το γεγονός ότι η οδηγία προβλέπει ορισμένες παρεκκλίσεις ή παραπέμπει, για ορισμένα θέματα, στο εθνικό δίκαιο δεν σημαίνει ότι η εναρμόνιση δεν είναι πλήρης ως προς τα θέματα που αυτή ρυθμίζει»).


70 – Βλ., ειδικότερα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 γνωμοδότηση 2/91 (σκέψη 25).


71 – Βλ., ειδικότερα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 γνωμοδότηση 2/91 (σκέψη 26).


72 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 43 απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας (σκέψεις 81 και 82).


73 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψεις 121 και 126).


74 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 γνωμοδότηση 2/91 (σκέψη 25).


75 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Α. Tizzano στην υπόθεση C‑466/98, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2002, σ. I‑9427, σκέψη 72).


76 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 126)· βλ. επίσης προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 γνωμοδότηση 2/91 (σκέψη 25).


77 – Βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψεις 124 και 133). Στη σκέψη 123 της γνωμοδοτήσεως 1/03 συνοψίζονται παραδείγματα υποθέσεων στις οποίες η ανάλυση αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε αποκλειστική αρμοδιότητα.


78 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 γνωμοδότηση 2/91 (σκέψεις 25 και 26) και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 126). Το Δικαστήριο έχει κρίνει επί των εν λόγω κριτηρίων όσον αφορά τον έλεγχο «ενός τομέα ο οποίος καλύπτεται σε μεγάλο μέρος από τους κοινοτικούς κανόνες»· αλλά θα ήταν παράλογο να μην εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια και σε διαφορετικό πλαίσιο. Σε κάθε περίπτωση, η γενικότερη εφαρμογή υποδηλώνεται στη σκέψη 133 της γνωμοδοτήσεως 1/03.


79 – Βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 135).


80 – Βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 138).


81 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψεις 123 και 127) και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 γνωμοδότηση 2/91.


82 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 γνωμοδότηση 2/91 (σκέψεις 25 και 26) και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 120).


83 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 γνωμοδότηση 2/91 (σκέψη 25) και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 126).


84 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 128).


85 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 133).


86 – Βλ., ειδικότερα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 γνωμοδότηση 2/91 (σκέψη 18), η οποία πρέπει να ερμηνευθεί λαμβανομένης υπόψη της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 38 γνωμοδοτήσεως 1/03 (σκέψεις 123 και 127).


87 – Η παρούσα υπόθεση ωστόσο δεν αποτελεί το μοναδικό νομολογιακό προηγούμενο παρόμοιας περιπτώσεως. Βλ., για παράδειγμα, γνωμοδότηση 1/78 της 4ης Οκτωβρίου 1979 (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 401, που αφορά την αρμοδιότητα της τότε Κοινότητας να διαπραγματευθεί τη διεθνή συμφωνία για το καoυτσoύκ, η οποία ήταν το αντικείμενο των εν εξελίξει διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της Συνδιασκέψεως των Ηνωμένων Εθνών για το εμπόριο και την ανάπτυξη), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51 γνωμοδότηση 2/94 (περί της δυνατότητας προσχωρήσεως της Κοινότητας στη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών).


88 – Για παράδειγμα, στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 38 γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 137), το Δικαστήριο εξέτασε την αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας να συνάψει μια νέα Σύμβαση του Λουγκάνο βασιζόμενη στο κείμενο το οποίο προέκυψε από τις εργασίες για την αναθεώρηση των Συμβάσεων του Λουγκάνο και των Βρυξελλών όπως άλλωστε και στο κείμενο των κατευθυντήριων οδηγιών για τη διαπραγμάτευση.


89 – Βλ., επίσης, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 51 γνωμοδότηση 2/94 (σκέψεις 10 και 17), προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 87 γνωμοδότηση 1/75 (σκέψη 35) και γνωμοδότηση 1/09 της 8ης Μαρτίου 2011 (Συλλογή 2011, σ. I‑1137, σκέψη 48).


90 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 89 γνωμοδότηση 1/09 (σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


91 – Βλ., επίσης, για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 87 γνωμοδότηση 1/78 (σκέψη 35).


92 – Κατά τον ίδιο τρόπο η χρήση εσφαλμένης νομικής βάσεως δύναται να οδηγήσει, για παράδειγμα, στην επαναδιαπραγμάτευση και εκ νέου υπογραφή μιας διεθνούς συμφωνίας: βλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 2006, C‑317/04 και C‑318/04, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑4721). Ο κίνδυνος αυτός ωστόσο δεν υπάρχει μόνον κατά την εξωτερική δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


93 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39 γνωμοδότηση 2/91 (σκέψη 36)· βλ. επίσης προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 87 γνωμοδότηση 1/78 (σκέψεις 34 έως 36), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 62 γνωμοδότηση 1/94 (σκέψη 108).


94 – Για τους λόγους στους οποίους οφείλεται η εν λόγω αργή εξέλιξη, βλ. μόνιμη επιτροπή δικαιωμάτων δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων του ΠΟΔΙ, ανεπίσημο έγγραφο του προέδρου της μόνιμης επιτροπής δικαιωμάτων δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων (SCCR). Σύμφωνα με την απόφαση της 16ης συνόδου (Μάρτιος 2008), SCCR/17/INF/1 (3 Νοεμβρίου 2008) (βλ. παραγράφους 13 έως 22), το έγγραφο αυτό συνυποβλήθηκε με την προσφυγή της Επιτροπής.


95 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12.


96 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14. Ο ορισμός της ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής ο οποίος διατυπώνεται στο άρθρο 1α της προτάσεως του 2003 περιελάμβανε «[…] ενσύρματη ή ασύρματη μετάδοση, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής, ήχων ή εικόνων και ήχων ή των παραστάσεών τους με σκοπό τη λήψη τους από το κοινό […]» και, κατ’ αναλογία, «[…] την ταυτόχρονη χωρίς τροποποίηση αναμετάδοση μέσω ηλεκτρονικών δικτύων της εκπομπής από ένα ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό […]» αλλά εξαιρέθηκε «[…] η απλή καλωδιακή αναμετάδοση εκπομπών ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, μεταδόσεις μέσω ηλεκτρονικών δικτύων, ή διάθεση των υλικών ενσωματώσεων των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών […]». Οι συντάκτες της προτάσεως ανέφεραν ρητώς ότι επιδέχετο συζητήσεως το ζήτημα αν έπρεπε να προστεθούν και άλλοι ορισμοί.


97 – Η παρεχόμενη προστασία συνεπώς θα ήταν ευρύτερη από την προστασία που προσφέρει το άρθρο 13 της Συμβάσεως της Ρώμης, το οποίο παρέχει προστασία έναντι της καλωδιακής ή της μαγνητοσκοπημένης αναμεταδόσεως, και το άρθρο 1 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας περί προστασίας των τηλεοπτικών εκπομπών, το οποίο δεν καλύπτει τις ραδιοφωνικές εκπομπές και δεν παρέχει προστασία έναντι της ασύρματης αναμεταδόσεως


98 – Το εν λόγω δικαίωμα δεν προορίζεται να διαφέρει από το δικαίωμα που προβλέπεται στο άρθρο 13 της Συμβάσεως της Ρώμης και στο άρθρο 1 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας περί προστασίας των τηλεοπτικών εκπομπών (το οποίο, ωστόσο, είναι περισσότερο εξειδικευμένο και πιο περιορισμένο, καθόσον αναφέρεται σε ενσωματώσεις των «σταθερών εικόνων τους».


99 – Δεν υπάρχει πρόθεση να υπαχθεί το εν λόγω δικαίωμα στους περιορισμούς των δικαιώματος της αναπαραγωγής το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 13, στοιχείο γ΄, της Συμβάσεως της Ρώμης. Στο άρθρο 1 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας περί προστασίας των τηλεοπτικών εκπομπών περιλαμβάνεται επίσης ένα δικαίωμα αναπαραγωγής.


100 – Η πρόθεση είναι το γράμμα της διατάξεως να προσομοιάζει στη διατύπωση του «δικαιώματος παρουσιάσεως στο κοινό» στις Συμβάσεις του 1996 του ΠΟΔΙ. Το άρθρο 8 της Συνθήκης του 1996 του ΠΟΔΙ για τα δικαιώματα του δημιουργού ορίζει ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 11, παράγραφος 1, σημείο 2, του άρθρου 11α, παράγραφος 1, σημεία 1 και 2, του άρθρου 11β, παράγραφος 1, σημείο 2, του άρθρου 14, παράγραφος 1, σημείο 2 και του άρθρου 14α, παράγραφος 1, της Σύμβασης της Βέρνης, οι δημιουργοί λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων έχουν αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν κάθε παρουσίαση των έργων τους στο κοινό, με ενσύρματα ή ασύρματα μέσα, περιλαμβανομένης της διάθεσης στο κοινό των έργων τους κατά τρόπο ώστε τα μέλη του κοινού να μπορούν να έχουν πρόσβαση σ’ αυτά από τον τόπο και κατά το χρόνο της ατομικής επιλογής τους». Σύμφωνα με την κοινή συμφωνηθείσα δήλωση σχετικά με το άρθρο 8: «Εξυπακούεται ότι η απλή παροχή των υλικών μέσων για τη διευκόλυνση ή την πραγματοποίηση της παρουσίασης δεν αποτελεί καθαυτή παρουσίαση κατά την έννοια της παρούσας Συνθήκης ή της Συμβάσεως της Βέρνης. Θεωρείται περαιτέρω ότι καμία από τις διατάξεις του άρθρου 10 δεν αποκλείει τη δυνατότητα των συμβαλλομένων μερών να εφαρμόζουν το άρθρο 11α, παράγραφος 2».


101 – Ούτε η Σύμβαση της Ρώμης ούτε η Ευρωπαϊκή Συμφωνία περί προστασίας των τηλεοπτικών εκπομπών περιλαμβάνουν κάποιο παρόμοιο δικαίωμα. Αντιθέτως, οι Συμβάσεις του 1996 του ΠΟΔΙ περιλαμβάνουν, αλλά το αναγνωρίζουν σε άλλες κατηγορίες δικαιούχων συγγενικών δικαιωμάτων.


102 – Τόσο η Σύμβαση της Ρώμης όσο και η Ευρωπαϊκή Συμφωνία περί προστασίας των τηλεοπτικών εκπομπών περιλαμβάνουν το δικαίωμα αυτό και η πρόθεση είναι να στηριχτεί επ’ αυτού το προτεινόμενο δικαίωμα στη σύμβαση. Ωστόσο, η Σύμβαση της Ρώμης δεν προστατεύει την παρουσίαση στο κοινό εκπομπών ραδιοφώνου.


103 – Η Συνθήκη των Βρυξελλών του 1974 για τα δορυφορικά προγράμματα προστατεύει τα σήματα-φορείς δορυφορικών προγραμμάτων αλλά δεν καλύπτει τα σήματα που προορίζονται για απευθείας δημόσια λήψη.


104 – Πρόκειται για την ίδια διάρκεια προστασίας η οποία χορηγείται στους υπόλοιπους δικαιούχους συγγενικών δικαιωμάτων δυνάμει της Συνθήκης του ΠΟΔΙ για τις ερμηνείες και εκτελέσεις και για τα φωνογραφήματα του 1996 και δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 5, της Συμφωνίας TRIPS.


105 – Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, ΣΛΕΕ.


106 – Βλ., για παράδειγμα, οδηγία 2010/13/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2010, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων (οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων) (ΕΕ L 95, σ. 1), ή άρθρο 167 ΣΛΕΕ.


107 – Βλ., για παράδειγμα, αιτιολογικές σκέψεις 5, 6 και 20 της οδηγίας 2001/29 και αιτιολογικές σκέψεις 2 και 4 της οδηγίας 2006/115.


108 – Βλ. σημείο 107 ανωτέρω.


109 – Βλ. σημεία 27 έως 32 ανωτέρω.


110 – Βλ., σχετικά, απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2014, C‑355/12, Nintendo κ.λπ. (σκέψη 25).


111 – Βλ. σημείο 156 ανωτέρω.


112 – Βλ., για παράδειγμα, άρθρο 10 στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14 πρόταση του ΠΟΔΙ του 2001.


113 – Απόφαση της 14ης Ιουλίου 2005, C‑192/04, Lagardère Active Broadcast (Συλλογή 2005, σ. I‑7199, σκέψεις 24 και 34 έως 36).


114 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C‑5/08, Infopaq International (Συλλογή 2009, σ. I‑6569, στο εξής: απόφαση Infopaq, σκέψεις 27 έως 29).


115 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2011, C‑403/08 και C‑429/08, Football Association Premier League κ.λπ. (Συλλογή 2011, σ. I‑9083, σκέψη 189), και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 114 απόφαση Infopaq (σκέψη 32).


116 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση C‑351/12, OSA (η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, σημείο 25). Βλ., επίσης, συναφώς, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45 απόφαση SCF (σκέψεις 75 έως 77).


117 – Βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 116 απόφαση OSA (σκέψεις 35 έως 41).


118 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31 απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (σκέψη 81).


119 – Η απόφαση δεν αποτελεί το μοναδικό παράδειγμα μιας τέτοιας υβριδικής πράξεως. Βλ., για παράδειγμα, την επίμαχη απόφαση στην εκκρεμή διαδικασία της υποθέσεως C‑28/12, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (στην εν λόγω υπόθεση, η διεθνής συμφωνία η οποία αποτελεί το υπόβαθρο της αποφάσεως είναι μικτή).


120 – Βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Επιτροπή κατά Σουηδίας (σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


121 – Αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 855, σκέψη 38), και της 6ης Μαΐου 2008, C‑133/06, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2008, σ. I‑3189, σκέψη 54). Βλ., επίσης, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 31 απόφαση C‑27/04, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (σκέψη 81).


122 – Όσον αφορά την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 121 απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


123 – Σπεύδω να διευκρινίσω ότι κατά τη γνώμη μου, στο πλαίσιο αυτό, στην προκείμενη διαδικασία δεν πρόκειται για την περίπτωση που τα κράτη μέλη έχουν αναθέσει καθήκοντα στα θεσμικά όργανα εκτός του πλαισίου της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012, C‑370/12, Pringle, σκέψεις 158 έως 169).


124 – ΕΕ 2010, L 304, σ. 47.


125 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Επιτροπή κατά Σουηδίας (σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


126 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C‑29/99, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I‑11221, σκέψη 69 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


127 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Επιτροπή κατά Σουηδίας (σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


128 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Επιτροπή κατά Σουηδίας (σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 62 γνωμοδότηση 1/94 (σκέψη 108 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


129 – Βλ., επίσης, για παράδειγμα, αποφάσεις της 30ής Μαΐου 2006, C‑459/03, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2006, σ. I‑4635, στο εξής: απόφαση MOX Plant, σκέψεις 69 έως 171), της 19ης Μαΐου 1992, C‑195/90, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1992, σ. I‑3141, σκέψεις 36 έως 38), και της 1ης Μαρτίου 1992, C‑78/90 έως C‑83/90, Compagnie Commerciale de l’Ouest κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. Ι-1847, σκέψη 19).