Language of document : ECLI:EU:C:2014:2151

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 4ης Σεπτεμβρίου 2014 (*)

«Προσφυγή ακυρώσεως — Εξωτερική δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Διεθνείς συμφωνίες — Προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών — Διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης — Απόφαση του Συμβουλίου και των εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών περί της από κοινού συμμετοχής της Ένωσης και των κρατών μελών της στις διαπραγματεύσεις — Άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ — Αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης»

Στην υπόθεση C‑114/12,

με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, που ασκήθηκε την 1η Μαρτίου 2012,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους F. Castillo de la Torre, P. Hetsch και L. Gussetti καθώς και από τον J. Samnadda, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

προσφεύγουσα,

υποστηριζόμενης από:

το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους R. Passos και D. Warin,

παρεμβαίνον,

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τους H. Legal, J.-P. Hix και F. Florindo Gijón καθώς και από την M. Balta,

καθού,

υποστηριζόμενου από:

την Τσεχική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek, E. Ruffer και D. Hadroušek καθώς και από την J. Králová,

την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze, B. Beutler και N. Graf Vitzthum,

το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από την C. Wissels και τον J. Langer,

τη Δημοκρατία της Πολωνίας, εκπροσωπούμενη, αρχικώς από τους M. Szpunar, B. Majczyna και M. Drwięcki, καθώς και από την E. Gromnicka και, στη συνέχεια, από τους τρεις τελευταίους,

το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενου από την C. Murrell, επικουρούμενης από τον R. Palmer, barrister,

παρεμβαίνοντες,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, K. Lenaerts (εισηγητή), αντιπρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, M. Ilešič, L. Bay Larsen, E. Juhász, A. Borg Barthet, C. G. Fernlund και J. L. da Cruz Vilaça, προέδρους τμήματος, A. Rosas, J. Malenovský, A. Prechal, E. Jarašiūnas, C. Vajda και S. Rodin, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: E. Sharpston

γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Σεπτεμβρίου 2013,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 3ης Απριλίου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του Συμβουλίου και των εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών οι οποίοι συμμετείχαν στο Συμβούλιο, της 19ης Δεκεμβρίου 2011, περί της συμμετοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της στις διαπραγματεύσεις σχετικά με τη σύναψη συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

 Το νομικό πλαίσιο

 Το διεθνές δίκαιο

2        Η διεθνής σύμβαση περί της προστασίας των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών φωνογραφημάτων και των οργανισμών ραδιοτηλεόρασης, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 26 Οκτωβρίου 1961 (στο εξής: Σύμβαση της Ρώμης), καθιέρωσε στο άρθρο της 13, για πρώτη φορά σε διεθνές επίπεδο, συγγενικά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, για τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς όσον αφορά την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους. Η σύμβαση αυτή, στην οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι μέλος, κατοχύρωσε επίσης, στο άρθρο της 1, την αρχή, που περιλαμβάνεται σε μεταγενέστερες συμβάσεις στον τομέα των συγγενικών δικαιωμάτων, κατά την οποία η προστασία που παρέχεται στους δικαιούχους των εν λόγω δικαιωμάτων δεν πρέπει να θίγει το δικαίωμα του δημιουργού επί του μεταδιδόμενου στο πλαίσιο εκπομπής έργου, το οποίο έχει εγγραφεί από παραγωγούς δίσκων ή εκτελεστεί από ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες.

3        Η Συμφωνία για τα Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα του Εμπορίου, η οποία αποτελεί το παράρτημα 1 Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), η οποία υπογράφηκε στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994 και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994) (EE L 336, σ. 1), ρυθμίζει επίσης, στο άρθρο της 14, παράγραφοι 3, 5 και 6, τα συγγενικά δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Όπως και η Σύμβαση της Ρώμης, αφορά αποκλειστικώς την παραδοσιακή μετάδοση μέσω ραδιοκυμάτων.

4        Η Συνθήκη του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (στο εξής: ΠΟΔΙ) για την πνευματική ιδιοκτησία και η Συνθήκη του ΠΟΔΙ για τις ερμηνείες και εκτελέσεις και τα φωνογραφήματα, που συνήφθησαν στη Γενεύη στις 20 Δεκεμβρίου 1996 και εγκρίθηκαν, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, με την απόφαση 2000/278/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2000 (EE L 89, σ. 6), ενισχύουν τα δικαιώματα των δημιουργών, των παραγωγών φωνογραφημάτων και ερμηνευτών στο πλαίσιο των νέων ψηφιακών τεχνολογιών, αλλά όχι εκείνες των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών.

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 92/100/ΕΟΚ, η οποία κωδικοποιήθηκε από την οδηγία 2006/115/ΕΚ

5        Η οδηγία 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (ΕΕ L 346, σ. 61), ρύθμισε, για πρώτη φορά στο δίκαιο της Ένωσης, τα συγγενικά δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Η εν λόγω οδηγία κωδικοποιήθηκε και καταργήθηκε από την οδηγία 2006/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (EE L 376, σ. 28).

6        Υπό τον τίτλο «Δικαίωμα υλικής ενσωμάτωσης», το άρθρο 7 της οδηγίας 2006/115 ορίζει στις παραγράφους του 2 και 3:

«2.      Τα κράτη μέλη παρέχουν στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους είτε οι εκπομπές αυτές μεταδίδονται ενσυρμάτως είτε ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής μετάδοσης.

3.      Ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός δεν έχει το δικαίωμα κατά την παράγραφο 2 όταν αναμεταδίδει απλώς μέσω καλωδίου εκπομπές ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών.»

7        Υπό τον τίτλο «Ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές και παρουσίαση στο κοινό», το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει, στην παράγραφό του 3:

«Τα κράτη μέλη προβλέπουν για τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την ασύρματη ραδιοτηλεοπτική αναμετάδοση των εκπομπών τους, καθώς και την παρουσίαση των εκπομπών τους στο κοινό, εάν η παρουσίαση αυτή γίνεται σε μέρη όπου η είσοδος επιτρέπεται στο κοινό έναντι καταβολής αντιτίμου.»

8        Υπό τον τίτλο «Δικαίωμα διανομής», το άρθρο 9 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη προβλέπουν το αποκλειστικό δικαίωμα διάθεσης στο κοινό, μέσω πωλήσεως ή με άλλους τρόπους, των αντικειμένων που σημειώνονται στα στοιχεία α) έως δ), συμπεριλαμβανομένων και των αντιγράφων τους, στο εξής καλούμενο “δικαίωμα διανομής”:

[...]

δ)      για τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, όσον αφορά τις υλικές ενσωματώσεις των εκπομπών τους, όπως ορίζει το άρθρο 7, παράγραφος 2.

2.      Το δικαίωμα διανομής δεν εξαντλείται εντός της Κοινότητας όσον αφορά αντικείμενο προβλεπόμενο στην παράγραφο 1 εκτός από την περίπτωση πρώτης πώλησης στην Κοινότητα του αντικειμένου αυτού από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του.

3.      Το δικαίωμα διανομής δεν θίγει τις ειδικές διατάξεις του κεφαλαίου Ι, και ιδίως του άρθρου 1, παράγραφος 2.

4.      Το δικαίωμα [διανομής] μπορεί να μεταβιβασθεί, εκχωρηθεί ή παραχωρηθεί δωρεάν με συμβατική άδεια.»

9        Το άρθρο 10 της οδηγίας 2006/115 καθορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν περιορισμούς των διαφόρων αυτών δικαιωμάτων.

10      Κατά το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας, «[η] προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων δυνάμει της παρούσας οδηγίας δεν θίγει κατ’ ουδένα τρόπο την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας καθεαυτής».

 Η οδηγία 93/83/ΕΟΚ

11      Τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών διέπονται και από την οδηγία 93/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, περί συντονισμού ορισμένων κανόνων όσον αφορά το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα που εφαρμόζονται στις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και την καλωδιακή αναμετάδοση (EE L 248, σ. 15).

12      Υπό τον τίτλο «Ορισμοί», το άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζει, στην παράγραφό του 2, στοιχείο α΄:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως “παρουσίαση στο κοινό μέσω δορυφόρου” νοείται η πράξη της εισαγωγής, υπό τον έλεγχο και με ευθύνη του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, των σημάτων-φορέων προγραμμάτων που προορίζονται για λήψη από το κοινό σε μια αδιάκοπη αλληλουχία μετάδοσης προς τον δορυφόρο και από εκεί προς το έδαφος.»

13      Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας παραπέμπει στις σχετικές διατάξεις της οδηγίας 92/100, που κωδικοποιήθηκε στη συνέχεια και καταργήθηκε από την οδηγία 2006/115, όσον αφορά την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών για τους σκοπούς της παρουσίασης στο κοινό μέσω δορυφόρου. Το εν λόγω άρθρο 4 διευκρινίζει ότι, στην παράγραφό του 2, για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι όροι «ασύρματη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση» οι οποίοι χρησιμοποιούνται στην τελευταία αυτή οδηγία καλύπτουν επίσης την παρουσίαση στο κοινό μέσω δορυφόρου.

14      Το άρθρο 5 της οδηγίας 93/83 ορίζει ότι «η προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων δυνάμει της παρούσας οδηγίας δεν θίγει κατ’ ουδένα τρόπο την προστασία των δικαιωμάτων του δημιουργού».

 Η οδηγία 2001/29/ΕΚ

15      Η οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (EE L 167, σ. 10), ρυθμίζει επίσης τα συγγενικά δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών.

16      Υπό τον τίτλο «Δικαίωμα αναπαραγωγής», το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν, την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει:

[...]

ε)      στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, όσον αφορά την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους, που μεταδίδονται ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής μετάδοσης.»

17      Υπό τον τίτλο «Δικαίωμα παρουσίασης έργων στο κοινό και δικαίωμα διάθεσης άλλων αντικειμένων στο κοινό», το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει:

«1.      Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν [την] παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος.

2.      Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διάθεση στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος:

[...]

δ)      στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, όσον αφορά την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους, που μεταδίδονται ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής αναμετάδοσης.

3.      Τα δικαιώματα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 δεν αναλώνονται με οιαδήποτε πράξη παρουσίασης ή διάθεσης στο κοινό, με την έννοια του παρόντος άρθρου.»

18      Το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας διευκρινίζει την περίπτωση κατά την οποία τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς στο δικαίωμα αναπαραγωγής.

19      Το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας 2001/29 διέπει τις «[υ]ποχρεώσεις για τα τεχνολογικά μέτρα».

20      Το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας διέπει τις «[υ]ποχρεώσεις σχετικά με τις πληροφορίες για το καθεστώς των δικαιωμάτων».

21      Το άρθρο 8 της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Κυρώσεις και μέσα έννομης προστασίας, ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλες κυρώσεις και μέσα έννομης προστασίας έναντι της προσβολής των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής τους. Οι κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.

2.      Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι δικαιούχοι των οποίων τα συμφέροντα θίγονται από προσβολές τελεσθείσες στο έδαφός του να μπορούν να ασκούν αγωγή αποζημίωσης ή/και να ζητούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και, κατά περίπτωση, την κατάσχεση του σχετικού υλικού καθώς και των συσκευών, προϊόντων ή συστατικών στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2.

3.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι δικαιούχοι να μπορούν να ζητούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά των διαμεσολαβητών οι υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιούνται από τρίτο για την προσβολή δικαιώματος του δημιουργού ή συγγενικού δικαιώματος.»

 Η οδηγία 2004/48/ΕΚ

22      Η οδηγία 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (EE L 157, σ. 45, και διορθωτικό EE L 195, σ. 16), ορίζει στο άρθρο του 1 ότι «αφορά τα μέτρα, τις διαδικασίες και τα μέτρα αποκατάστασης που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της επιβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας».

23      Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας αυτής, η οδηγία δεν θίγει «οποιεσδήποτε εθνικές διατάξεις ισχύουν στα κράτη μέλη και αφορούν ποινικές διαδικασίες ή κυρώσεις λόγω προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας».

 Η οδηγία 2006/116/ΕΚ

24      Η οδηγία 2006/116/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη διάρκεια προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενικών δικαιωμάτων (EE L 372, σ. 12), η οποία κωδικοποιήθηκε και καταργήθηκε από την οδηγία 93/98/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, περί εναρμονίσεως της διάρκειας προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενών δικαιωμάτων (EE L 290, σ. 9), ορίζει, στο άρθρο της 3, παράγραφος 4:

«Τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών αποσβέννυνται πενήντα χρόνια μετά την πρώτη μετάδοση μιας εκπομπής, είτε αυτή μεταδίδεται ενσυρμάτως είτε ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής μετάδοσης.»

 Ιστορικό της διαφοράς

 Οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τα συγγενικά δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών

25      Στις 11 Σεπτεμβρίου 2002, το Συμβούλιο της Ευρώπης εξέδωσε τη σύσταση Rec(2002)7 για τη μεγαλύτερη προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών (στο εξής: σύσταση του 2002).

26      Η Επιτροπή των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 2008, ανέθεσε στη διευθύνουσα επιτροπή για τα μέσα ενημέρωσης και τις νέες υπηρεσίες επικοινωνίας να εκτιμήσει τη σκοπιμότητα της ενισχύσεως των δικαιωμάτων αυτών. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2008, η ειδική για τον απολογισμό ομάδα σχετικά με την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών συνέταξε υπόμνημα περί της πιθανής νέας συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία αυτή (στο εξής: υπόμνημα του 2008).

27      Το εν λόγω υπόμνημα περιέχει παράρτημα με τίτλο «Κατάλογος των πιθανών προς εξέταση ζητημάτων κατά την προετοιμασία νέας νομοθετικής πράξεως», με το εξής περιεχόμενο:

«I.      Γενικές και εισαγωγικές διατάξεις

–        Σχέση με άλλες συμβάσεις και συνθήκες

–        Υφιστάμενες υποχρεώσεις

–        Μελλοντικές υποχρεώσεις

–        Σχέση με την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού ή τα συγγενικά δικαιώματα επί των εκπομπών

–        Ορισμοί

–        Σημεία αναφοράς

–        Εθνική μεταχείριση

II.      Περιεχόμενο της προστασίας

–        Δικαίωμα υλικής ενσωματώσεως

–        Δικαίωμα αναπαραγωγής

–        Δικαίωμα ασύρματης αναμεταδόσεως

–        Δικαίωμα διαθέσεως

–        Δικαίωμα παρουσιάσεως στο κοινό

–        Δικαίωμα διανομής

–        Προστασία σχετικά με τα σήματα-φορείς προγραμμάτων προ εκπομπής

–        Περιορισμοί και εξαιρέσεις

–        Διάρκεια της προστασίας

–        Υποχρεώσεις σχετικά με τα τεχνολογικά μέτρα

–        Υποχρεώσεις σχετικά με τις πληροφορίες για το καθεστώς των δικαιωμάτων

–        Σεβασμός των δικαιωμάτων

III.      Τελικές διατάξεις».

28      Υπό το πρίσμα του υπομνήματος του 2008, η διευθύνουσα επιτροπή για τα μέσα ενημέρωσης και τις νέες υπηρεσίες επικοινωνίας αποφάσισε, στις 27 Μαΐου 2009, να εγκρίνει την αποστολή της συμβουλευτικής ομάδας ad hoc περί της προστασίας των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, κατόπιν, κατά τη συνεδρίασή της από 20 έως 23 Οκτωβρίου 2009, να εξακολουθήσει τις εργασίες για την κατάρτιση συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία αυτή.

29      Πριν από τη σύσταση της ομάδας αυτής, έλαβε χώρα στις 28 και 29 Ιανουαρίου 2010 συνάντηση διαβουλεύσεως για την προετοιμασία των μελλοντικών εργασιών της ίδιας αυτής ομάδας. Η συνάντηση αυτή κατέληξε στη σύνταξη εκθέσεως (στο εξής: έκθεση του 2010).

 Η προσβαλλόμενη απόφαση

30      Στις 9 Φεβρουαρίου 2011, η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύσταση για απόφαση του Συμβουλίου με την οποία να της παρέχεται η εξουσιοδότηση προς διαπραγμάτευση της μελλοντικής συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης στον τομέα της προστασίας των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών.

31      Στις 19 Δεκεμβρίου 2011, το Συμβούλιο και οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών, οι οποίοι συνήλθαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου, εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 21 Δεκεμβρίου 2011.

32      Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως εξής:

«Το Συμβούλιο [...] και οι αντιπρόσωποι των κυβερνήσεων των κρατών μελών συνερχομένων στα πλαίσια του Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη [Συνθήκη ΛΕΕ], και ιδίως το άρθρο 218, παράγραφοι 3 και 4,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της […] Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)      Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι εξουσιοδοτημένη να συμμετέχει, εξ ονόματος της Ένωσης, για θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης και για τα οποία η Ένωση εξέδωσε κανόνες, στις διαπραγματεύσεις σχετικά με τη σύναψη συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών.

(2)      Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμμετέχουν εξ ονόματός τους στις εν λόγω διαπραγματεύσεις μόνον όταν τα ανακύπτοντα κατά τις διαπραγματεύσεις ζητήματα εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους. Με σκοπό να διασφαλιστεί η ενότητα στη διεθνή εκπροσώπηση της Ένωσης, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να συνεργαστούν στενά κατά τη διαδικασία διαπραγματεύσεως,

εξέδωσε την παρούσα απόφαση:

Άρθρο 1

1.      Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται με την παρούσα απόφαση να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και να διεξάγει τις εν λόγω διαπραγματεύσεις εξ ονόματος της Ένωσης για θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης και για τα οποία η Ένωση εξέδωσε κανόνες, σε διαβούλευση με την Ομάδα Εργασίας για τη διανοητική ιδιοκτησία (δικαίωμα του δημιουργού) (στο εξής: ειδική επιτροπή).

2.      Η Επιτροπή πρέπει να διεξάγει τις διαπραγματεύσεις αυτές σύμφωνα με τις οδηγίες διαπραγματεύσεως οι οποίες εκτίθενται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης ή/και με τις κοινές θέσεις της Ένωσης οι οποίες υιοθετήθηκαν ειδικώς για τους σκοπούς των εν λόγω διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της ειδικής επιτροπής.

3.      Όταν το θέμα των διαπραγματεύσεων εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, η Προεδρία θα πρέπει να συμμετέχει πλήρως στις διαπραγματεύσεις και θα πρέπει να τις διεξάγει εξ ονόματος των κρατών μελών βασιζόμενη σε προηγουμένως συμφωνηθείσα κοινή θέση. Εάν δεν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνηθείσα κοινή θέση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ασκούν αυτοτελώς το δικαίωμα λόγου και ψήφου επί του επίμαχου ζητήματος, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 4.

4.      Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεργαστούν στενά κατά τη διαδικασία διαπραγματεύσεως, με σκοπό να διασφαλιστεί η ενότητα στη διεθνή εκπροσώπηση της Ένωσης.

5.      Η Επιτροπή ή/και η Προεδρία θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα σχετικά με τις διαπραγματεύσεις έγγραφα διανέμονται στα κράτη μέλη σε εύθετο χρόνο. Θα πρέπει να εκθέτουν στο Συμβούλιο ή/και την ειδική επιτροπή κατά τρόπο απρόσκοπτο και διαφανή τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων πριν και μετά από κάθε διαπραγματευτική σύνοδο, καθώς και, όπου ενδείκνυται, τα προβλήματα που τυχόν ανακύπτουν κατά τις διαπραγματεύσεις.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Επιτροπή.»

33      Το παράρτημα της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει τις οδηγίες διαπραγματεύσεως ως ακολούθως:

«1.      Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι το κατατεθέν από το Συμβούλιο της Ευρώπης σχέδιο συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών περιλαμβάνει κατάλληλες διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν στην […] Ένωση να καταστεί συμβαλλόμενο μέρος στην εν λόγω συμφωνία.

2.      Η Επιτροπή θα διεξάγει τις διαπραγματεύσεις κατά τρόπο ο οποίος διασφαλίζει ότι οι προγραμματιζόμενες διατάξεις είναι συμβατές με την οδηγία 2006/115 […] την οδηγία 2006/116 […] την οδηγία 93/83 […] και την οδηγία 2001/29 […] και με τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της [Συμφωνίας για τα Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα του Εμπορίου], συναφθείσας υπό την αιγίδα του ΠΟΕ.

3.      Οι εν λόγω οδηγίες διαπραγματεύσεως μπορούν να προσαρμόζονται σύμφωνα με την πρόοδο τους.»

34      Σύμφωνα με δήλωση αφορώσα την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή, καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας η οποία κατέληξε στην έκδοση της αποφάσεως αυτής, υποστήριξε ότι η Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα στον εν λόγω τομέα και αντιτάχθηκε στην έκδοση «υβριδικής πράξεως» από το Συμβούλιο και τους αντιπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών.

 Αιτήματα των διαδίκων και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία

35      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

36      Το Συμβούλιο ζητεί την απόρριψη της προσφυγής και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.

37      Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Αυγούστου 2012, επετράπη στην Τσεχική Δημοκρατία, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, στη Δημοκρατία της Πολωνίας και στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας να παρέμβουν υπέρ των αιτημάτων του Συμβουλίου, ενώ επετράπη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να παρέμβει υπέρ των αιτημάτων της Επιτροπής.

 Επί της προσφυγής

 Επί του παραδεκτού

38      Το Συμβούλιο δεν εγείρει μεν ρητώς ένσταση απαραδέκτου, πλην όμως υποστηριζόμενο από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει αν η προσφυγή, καθόσον αφορά εν μέρει απόφαση την οποία εξέδωσαν οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών ως αντιπρόσωποι της κυβερνήσεώς τους, και όχι ως μέλη του Συμβουλίου, εμπίπτει στον δικαιοδοτικό έλεγχο του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 263 ΣΛΕΕ.

39      Συναφώς, πρέπει να υπoμνησθεί ότι η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως υφίσταται κατά όλων των μέτρων που λαμβάνουν τα θεσμικά όργανα, ανεξαρτήτως φύσεως ή μορφής, τα οποία σκοπούν στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων (αποφάσεις Επιτροπή κατά Συμβουλίου, γνωστή ως «AETR», 22/70, EU:C:1971:32, σκέψη 42· Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑181/91 και C‑248/91, EU:C:1993:271, σκέψη 13, καθώς και Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C‑27/04, EU:C:2004:436, σκέψη 44).

40      Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα στις σχέσεις μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της, καθώς και μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, εκδόθηκε βάσει του άρθρου 218, παράγραφοι 3 και 4, ΣΛΕΕ.

41      Περαιτέρω, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει τις άδειες διαπραγματεύσεως που χορηγήθηκαν στην Επιτροπή, αφενός, και στα κράτη μέλη καθώς και στην προεδρία του Συμβουλίου, αφετέρου, συνεπάγεται οπωσδήποτε ότι το Συμβούλιο συμμετείχε στη χορήγηση αμφοτέρων των αδειών αυτών. Επομένως, η προσφυγή είναι παραδεκτή ως προς την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της.

 Επί της ουσίας

42      Η Επιτροπή προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής της.

43      Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αφορά παράβαση των άρθρων 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Οι τρεις άλλοι λόγοι ακυρώσεως, οι οποίοι προβάλλονται ανεξάρτητα από τον αποκλειστικό ή συντρέχοντα χαρακτήρα των αρμοδιοτήτων της Ένωσης εν προκειμένω, αφορούν, αντιστοίχως, ο δεύτερος, καταστρατήγηση των διαδικασιών και των όρων σχετικά με την άδεια διαπραγματεύσεως διεθνών συμφωνιών από την Ένωση, ο τρίτος, παραβίαση των κανόνων ψηφοφορίας στο Συμβούλιο τους οποίους προβλέπει το άρθρο 218, παράγραφος 8, ΣΛΕΕ και, ο τέταρτος, μη τήρηση των σκοπών που καθορίζονται με τις Συνθήκες ΛΕΕ και ΕΕ καθώς και μη τήρηση της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 ΣΕΕ.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

44      Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο, ισχυρίζεται ότι, βάσει της νομολογίας που διαμορφώθηκε στη συνέχεια της αποφάσεως AETR (EU:C:1971:32), η οποία έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα όταν, όπως εν προκειμένω, οι διεθνείς δεσμεύσεις εμπίπτουν, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό, στον τομέα εφαρμογής των κοινών κανόνων τους οποίους έχει θεσπίσει.

45      Πρώτον, η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο υποστηρίζουν ότι οι διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών θα στηριχθούν, μεταξύ άλλων, στο κεκτημένο της Ένωσης στον τομέα αυτό. Επανεξετάζοντας τα διάφορα στοιχεία τα οποία παρατίθενται στο παράρτημα του υπομνήματος του 2008, η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο εκθέτουν τους λόγους για τους οποίους οι διαπραγματεύσεις αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν τους κοινούς κανόνες της Ένωσης στον εν λόγω τομέα, συμπεριλαμβανομένης της περιπτώσεως κατά την οποία θα αφορούν στοιχεία τα οποία, όπως προβλέπει το υπόμνημα αυτό, βαίνουν πέραν του εν λόγω κεκτημένου.

46      Η Επιτροπή συνάγει ότι, όταν ένα σύνολο δικαιωμάτων, το οποίο θεσπίζεται σταδιακώς από το δίκαιο της Ένωσης, προσεγγίζει, όπως εν προκειμένω, ένα προηγμένο στάδιο και η προβλεπόμενη διεθνής συμφωνία αποσκοπεί στην κωδικοποίηση και, το πολύ, στην οριακή βελτίωση της προστασίας των οικείων δικαιούχων όσον αφορά δευτερεύουσας σημασίας πτυχές οι οποίες δεν καλύπτονται επί του παρόντος από το δίκαιο αυτό, η Ένωση πρέπει να έχει αποκλειστική αρμοδιότητα.

47      Δεύτερον, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη επί του σημείου αυτού από το Κοινοβούλιο, διατείνεται ότι η Ένωση θέσπισε ένα σύνολο συνεκτικών κανόνων οι οποίοι υπερβαίνουν τις απλές ελάχιστες προδιαγραφές και διέπουν τα συγγενικά δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών με σκοπό την διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Ο αποκλειστικός χαρακτήρας της αρμοδιότητας της Ένωσης στον τομέα αυτό δεν αίρεται από το γεγονός ότι η ρύθμιση αυτή δεν αποτελεί πλήρη εναρμόνιση και καταλείπει στα κράτη μέλη τη μέριμνα ρυθμίσεως ορισμένων πτυχών του οικείου τομέα.

48      Η Επιτροπή υποστηρίζει, τρίτον, ότι τα συγγενικά δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, όπως διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, εντάσσονται σε ένα συνεκτικό και ισορροπημένο σύνολο κανόνων στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας, το οποίο αποσκοπεί στη διασφάλιση της ενότητας της έννομης τάξης της Ένωσης στον τομέα αυτό. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και λαμβανομένου υπόψη του υφιστάμενου στενού δεσμού μεταξύ των δικαιωμάτων και των δραστηριοτήτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και αυτών των λοιπών δικαιούχων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, κάθε τροποποίηση που επέρχεται στα δικαιώματα των μεν ή των δε δύναται να επηρεάσει την ερμηνεία και την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης στο σύνολό της.

49      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Τσεχική Δημοκρατία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, τη Δημοκρατία της Πολωνίας και το Ηνωμένο Βασίλειο, ισχυρίζεται ότι η μελλοντική σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης εμπίπτει σε τομέα συντρεχουσών αρμοδιοτήτων της Ένωσης και των κρατών μελών της, ειδικότερα στον τομέα της εσωτερικής αγοράς, ο οποίος περικλείει την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Κατά συνέπεια, τόσο η Ένωση όσο και τα κράτη μέλη πρέπει να μετέχουν στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις, με στενή συνεργασία σε όλα τα στάδια της διαδικασίας προς διασφάλιση της ενότητας της εξωτερικής εκπροσωπήσεως της Ένωσης. Τούτος είναι ακριβώς ο σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως.

50      Το Συμβούλιο και τα εν λόγω κράτη μέλη διατείνονται ότι το γεγονός ότι ένα, και μάλιστα σημαντικό, μέρος της σχεδιαζόμενης διεθνούς συμφωνίας εμπίπτει σε τομέα ο οποίος καλύπτεται από τους κοινούς κανόνες της Ένωσης δεν αρκεί για να συναχθεί ο αποκλειστικός χαρακτήρας της αρμοδιότητας της Ένωσης προς διαπραγμάτευση της συμφωνίας αυτής. Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να αντληθεί μόνον μέσω ενδελεχούς και συγκεκριμένης αναλύσεως της φύσεως και του περιεχομένου των οικείων κανόνων της Ένωσης καθώς και της σχέσεως μεταξύ των κανόνων αυτών και της σχεδιαζόμενης συμφωνίας, από την οποία θα προέκυπτε ότι η συμφωνία αυτή δύναται να επηρεάσει τους εν λόγω κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους.

51      Οι ίδιοι διάδικοι ισχυρίζονται επίσης ότι η τελευταία περίοδος του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ πρέπει να νοηθεί σε συνδυασμό με το Πρωτόκολλο (υπ’ αριθ. 25) για την άσκηση των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων, το οποίο επισυνάπτεται στις Συνθήκες ΕΕ και ΛΕΕ.

52      Το Συμβούλιο, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και το Ηνωμένο Βασίλειο προσθέτουν ότι τα υπογράφοντα μέρη της Συνθήκης της Λισσαβώνας, στην τελευταία περίοδο του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, είχαν σκοπό να κωδικοποιήσουν τη διαμορφωθείσα στη συνέχεια της αποφάσεως AETR (EU:C:1971:32) νομολογία, όπως διευκρινίστηκε με τη γνωμοδότηση 1/03 (EU:C:2006:81), αρνούμενα να κατοχυρώσουν το κριτήριο του «τομέα που καλύπτεται ήδη σε μεγάλο βαθμό από τους κανόνες της Ένωσης», το οποίο εφάρμοσε το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, στη γνωμοδότηση 2/91 (EU:C:1993:106) και στην απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας (C‑467/98, EU:C:2002:625).

53      Με γνώμονα τις εν λόγω γενικές παρατηρήσεις, το Συμβούλιο, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Πολωνίας και το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητούν ότι η Ένωση διαθέτει αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα εν προκειμένω.

54      Συναφώς, ισχυρίζονται, πρώτον, ότι η μελλοντική σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί να υπερβεί τα όρια της υφιστάμενης νομοθεσίας της Ένωσης επί τριών ζητημάτων.

55      Πρώτον, η μελλοντική αυτή σύμβαση μπορεί να κατοχυρώσει αποκλειστικό δικαίωμα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών όσον αφορά την παρουσίαση των εκπομπών τους στο κοινό σε μέρη πέραν αυτών όπου η είσοδος επιτρέπεται έναντι καταβολής αντιτίμου, ενώ τέτοιο αποκλειστικό δικαίωμα δεν αναγνωρίζεται στους εν λόγω οργανισμούς κατά το δίκαιο της Ένωσης.

56      Δεύτερον, μπορεί να ρυθμίσει την προστασία των σημάτων πριν από τη μετάδοσή τους στο κοινό (στο εξής: σήματα-φορείς προγραμμάτων προ εκπομπής), ενώ η προστασία αυτή δεν αποτελεί αντικείμενο καμίας διατάξεως του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, τα δικαιώματα τα οποία παρέχει η νομοθεσία της Ένωσης στους δημιουργούς επί των έργων τους δεν καλύπτουν τα δικαιώματα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών επί των σημάτων αυτών.

57      Τρίτον, οι διαπραγματεύσεις επί της μελλοντικής συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί να αφορούν τη θέσπιση ποινικών μέτρων με σκοπό την επιβολή της τηρήσεως των επίμαχων δικαιωμάτων, ενώ τέτοιου είδους μέτρα δεν καλύπτονται από τους κοινούς κανόνες της Ένωσης.

58      Η Δημοκρατία της Πολωνίας προσθέτει ότι είναι επίσης δυνατόν η μελλοντική αυτή σύμβαση να περιέχει ευρύτερο ορισμό του «ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού» από αυτόν του δικαίου της Ένωσης προκειμένου να καλύπτει τους παρόχους προγραμμάτων στο διαδίκτυο ή σε ταυτόχρονη αναλογική και ψηφιακή εκπομπή (simulcast).

59      Όπως και το Ηνωμένο Βασίλειο, η Δημοκρατία της Πολωνίας τονίζει περαιτέρω ότι κανένας υφιστάμενος κοινός κανόνας της Ένωσης δεν παρέχει στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς αποκλειστικό δικαίωμα ενσύρματης αναμεταδόσεως.

60      Το Συμβούλιο, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Ηνωμένο Βασίλειο προσθέτουν ότι αν γίνει δεκτή η αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης, παρά το ότι δεν υπάρχουν κοινοί κανόνες της, με την αιτιολογία ότι η οικεία διεθνής συμφωνία επεκτείνει οριακώς μόνον ένα σύνολο κανόνων που έχουν σταδιακώς θεσπισθεί στο επίπεδο της Ένωσης, θα επεκτεινόταν μη συννόμως το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και θα παραβιαζόταν η αρχή της δοτής αρμοδιότητας.

61      Δεύτερον, το Συμβούλιο, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Πολωνίας και το Ηνωμένο Βασίλειο διατείνονται ότι το δίκαιο της Ένωσης έφερε εις πέρας υπέρ των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών μόνον μια ελάχιστη, αποσπασματική και επικουρική εναρμόνιση της προστασίας των λοιπών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

62      Τρίτον, το Συμβούλιο, η Δημοκρατία της Πολωνίας και το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζονται ότι η νομοθεσία της Ένωσης σχετικά με τα δικαιώματα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα πλην των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών ουδόλως ασκεί επιρροή στην εκτίμηση της υπάρξεως κοινών κανόνων της Ένωσης στον οικείο τομέα εν προκειμένω. Τονίζουν, συναφώς, τη θεμελιώδη διαφορά η οποία υφίσταται, από ιστορικής απόψεως καθώς και λόγω της φύσεως και του αντικειμένου της προστασίας, μεταξύ των δικαιωμάτων του δημιουργού και των δικαιωμάτων των εν λόγω οργανισμών.

63      Υπό τις περιστάσεις αυτές, η ενίσχυση της προστασίας η οποία αναγνωρίζεται στους εν λόγω οργανισμούς δεν μπορεί να επηρεάσει τη συνολική ισορροπία της προστασίας των λοιπών δικαιούχων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ούτε την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών από τους άλλους αυτούς δικαιούχους.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου

64      Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, επί της παραβάσεως του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

65      Εκ προοιμίου, επισημαίνεται ότι, μεταξύ των διαφόρων περιπτώσεων της αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας της Ένωσης, τις οποίες προβλέπει η διάταξη αυτή, μόνον αυτή την οποία αφορά η τελευταία περίοδος της διατάξεως αυτής, η οποία αντιστοιχεί στην κατάσταση κατά την οποία η σύναψη διεθνούς συμφωνίας «ενδέχεται να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους», ασκεί εν προκειμένω επιρροή.

66      Συναφώς, τονίζεται ότι η διατύπωση της τελευταίας αυτής περιόδου αντιστοιχεί σε εκείνη με την οποία το Δικαστήριο, στη σκέψη 22 της αποφάσεως AETR (EU:C:1971:32), καθόρισε τη φύση των διεθνών δεσμεύσεων τις οποίες απαγορεύεται να αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη εκτός του πλαισίου των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, όταν έχουν θεσπιστεί κοινοί κανόνες της Ένωσης για την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης.

67      Το περιεχόμενό της πρέπει, κατά συνέπεια, να ερμηνευθεί βάσει των διευκρινίσεων που παρέσχε συναφώς το Δικαστήριο στην απόφαση AETR (EU:C:1971:32) και στη διαμορφωθείσα στη συνέχεια της αποφάσεως αυτής νομολογία.

68      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι διεθνείς δεσμεύσεις ενδέχεται να επηρεάσουν τους κοινούς κανόνες της Ένωσης, ή να μεταβάλουν την εμβέλειά τους, όπερ δικαιολογεί την αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης, όταν οι δεσμεύσεις αυτές εμπίπτουν στον τομέα εφαρμογής των εν λόγω κανόνων (βλ., συναφώς, αποφάσεις AETR, EU:C:1971:32, σκέψη 30, και Επιτροπή κατά Δανίας, EU:C:2002:625, σκέψη 82).

69      Η διαπίστωση ενός τέτοιου ενδεχομένου δεν προϋποθέτει πλήρη σύμπτωση του τομέα τον οποίο καλύπτουν οι διεθνείς δεσμεύσεις και του τομέα ο οποίος καλύπτεται από τη νομοθεσία της Ένωσης (βλ., συναφώς, γνωμοδότηση 1/03, EU:C:2006:81, σκέψη 126).

70      Όπως τόνισε επανειλημμένως το Δικαστήριο, το περιεχόμενο των κοινών κανόνων της Ένωσης μπορεί να επηρεαστεί ή να μεταβληθεί η εμβέλειά του από τέτοιες δεσμεύσεις και στην περίπτωση κατά την οποία οι δεσμεύσεις εμπίπτουν σε τομέα που ήδη καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από τους κανόνες αυτούς (γνωμοδότηση 2/91, EU:C:1993:106, σκέψη 25· απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, EU:C:2002:625, σκέψη 82, καθώς και γνωμοδότηση 1/03, EU:C:2006:81, σκέψεις 120 και 126).

71      Εξάλλου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αναλαμβάνουν διεθνείς δεσμεύσεις εκτός του πλαισίου των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ακόμη και αν δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ των δεσμεύσεων αυτών και των κοινών κανόνων της Ένωσης (βλ., συναφώς, γνωμοδότηση 2/91, EU:C:1993:106, σκέψεις 25 και 26, καθώς και απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, EU:C:2002:625, σκέψη 82).

72      Η προηγηθείσα ανάλυση δεν ανατρέπεται από την επιχειρηματολογία του Συμβουλίου, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου η οποία στηρίζεται σε φερόμενη ως αυστηρότερη προσέγγιση, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, στον τομέα της αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας της Ένωσης.

73      Συγκεκριμένα, το Πρωτόκολλο (υπ’ αριθ. 25) σχετικά με την άσκηση των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων, το οποίο προβάλλεται προς στήριξη της επιχειρηματολογίας αυτής, του οποίου το μόνον άρθρο ορίζει ότι: «όταν η Ένωση αναλαμβάνει δράση σε συγκεκριμένο τομέα, το πεδίο άσκησης αυτής της αρμοδιότητας καλύπτει μόνον τα στοιχεία που διέπονται από την εν λόγω πράξη της Ένωσης και, συνεπώς, δεν καλύπτει ολόκληρο τον τομέα», αφορά αποκλειστικώς, όπως προκύπτει από το γράμμα της διατάξεως αυτής, το άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και όχι το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Επομένως, αποσκοπεί στη διευκρίνιση του περιεχομένου της ασκούμενης από την Ένωση συντρέχουσας αρμοδιότητας με τα κράτη μέλη, η οποία της αναγνωρίζεται από τις Συνθήκες, και όχι στον περιορισμό του περιεχομένου της αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας της Ένωσης στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, όπως αποσαφηνίστηκε με την προπαρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου.

74      Κατόπιν τούτου, σημειωτέον ότι, καθόσον η Ένωση έχει μόνον δοτές αρμοδιότητες, η ύπαρξη αρμοδιότητας, και μάλιστα αποκλειστικής, πρέπει να θεμελιώνεται στα πορίσματα συγκεκριμένης αναλύσεως της υφιστάμενης σχέσεως μεταξύ της μελετώμενης συμφωνίας και του ισχύοντος δικαίου της Ένωσης, από την οποία να προκύπτει ότι η σύναψη της συμφωνίας αυτής μπορεί να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες της Ένωσης ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους (βλ., συναφώς, γνωμοδότηση 1/03, EU:C:2006:81, σκέψη 124).

75      Σύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, ΕE, ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος σκοπεί να επικαλεστεί τον αποκλειστικό χαρακτήρα της εξωτερικής αρμοδιότητας της Ένωσης, πρέπει να προσκομίσει τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.

76      Εν προκειμένω, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρέχει καμία διευκρίνιση ως προς το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων σχετικά με τη μελλοντική σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης περί της προστασίας των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών. Δεν προσδιορίζει περαιτέρω τα στοιχεία των διαπραγματεύσεων αυτών τα οποία, κατά το άρθρο της 1, παράγραφος 1, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης και αυτά τα οποία, κατά το άρθρο της 1, παράγραφος 3, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.

77      Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει, όσον αφορά το περιεχόμενο των προβλεπόμενων διαπραγματεύσεων, να ληφθούν υπόψη, για τους σκοπούς της παρούσας αναλύσεως, η σύσταση του 2002, το υπόμνημα του 2008 και η έκθεση του 2010, τα οποία προστέθηκαν στη δικογραφία από την Επιτροπή προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως και κανείς διάδικος δεν αμφισβήτησε ότι παρέχουν τα πιο πρόσφατα χρήσιμα στοιχεία συναφώς.

78      Όσον αφορά τον εν προκειμένω οικείο τομέα, τα δύο αυτά έγγραφα του Συμβουλίου της Ευρώπης αναφέρουν ότι οι επίμαχες διαπραγματεύσεις αποσκοπούν στη σύναψη συμβάσεως σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών.

79      Όπως προκύπτει από τις οδηγίες 93/83, 2001/29, 2004/48, 2006/115 και 2006/116, τα εν λόγω δικαιώματα αποτελούν το αντικείμενο, στο δίκαιο της Ένωσης, εναρμονισμένου νομικού πλαισίου το οποίο σκοπεί, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και το οποίο, έχοντας ενσωματώσει ορισμένες εξελίξεις απτόμενες των τεχνολογικών προκλήσεων στο νέο ψηφιακό περιβάλλον και στην ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας, θέσπισε ένα καθεστώς υψηλής και ενιαίας προστασίας υπέρ των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών σε σχέση με τις εκπομπές τους.

80      Επομένως, η προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων των οργανισμών αυτών, η οποία αποτελεί αντικείμενο των διαπραγματεύσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης, πρέπει να εξεταστεί ως ο κρίσιμος για την παρούσα ανάλυση τομέας.

81      Το γεγονός ότι το εν λόγω εναρμονισμένο νομικό πλαίσιο ετέθη σε εφαρμογή από διάφορες νομικές πράξεις οι οποίες διέπουν και άλλα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τη βασιμότητα της απόψεως αυτής.

82      Η εκτίμηση της υπάρξεως κινδύνου προσβολής των κοινών κανόνων της Ένωσης ή μεταβολής της εμβέλειάς τους από τις διεθνείς δεσμεύσεις δεν μπορεί, συγκεκριμένα, να εξαρτάται από τεχνητή διάκριση θεμελιούμενη στην ύπαρξη ή μη ύπαρξη των κανόνων αυτών σε μία και μοναδική πράξη του δικαίου της Ένωσης.

83      Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο, στις σκέψεις 27 και 29 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑239/03, EU:C:2004:598), έκρινε την προστασία του ύδατος από τη ρύπανση, η οποία αποτελούσε το αντικείμενο της επίμαχης διεθνούς συμφωνίας στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, ως «έναν τομέα», παρά το γεγονός ότι η σχετική νομοθεσία της Ένωσης περιλαμβανόταν σε διάφορες νομικές πράξεις.

84      Επομένως, εφόσον διευκρινίστηκε ο οικείος τομέας, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με διάφορα αποσπάσματα του υπομνήματος του 2008, ήτοι τα σημεία 49, 52, 57 και 78 του υπομνήματος αυτού, η επίμαχη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης πρέπει να θεμελιωθεί στο κεκτημένο της Ένωσης, στο οποίο εμπίπτει ευρέως το ουσιαστικό δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, μεταξύ άλλων, αυτό το οποίο αφορά τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς.

85      Όπως δέχονται το Συμβούλιο και τα παρεμβαίνοντα υπέρ αυτού κράτη μέλη, πολλά από τα στοιχεία των προβλεπόμενων διαπραγματεύσεων, τα οποία μνημονεύονται στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του υπομνήματος του 2008, καλύπτονται, πράγματι, ήδη από τους κοινούς κανόνες της Ένωσης.

86      Όσον αφορά, πρώτον, τα στοιχεία υπό τον τίτλο I του καταλόγου αυτού, η Δημοκρατία της Πολωνίας ισχυρίζεται, βεβαίως, ότι η έννοια του «ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού», για τους σκοπούς της επίμαχης μελλοντικής συμβάσεως, μπορεί να καθοριστεί υπό ευρεία έννοια ώστε να επεκταθεί στους παρόχους προγραμμάτων στο διαδίκτυο ή σε ταυτόχρονη αναλογική και ψηφιακή εκπομπή (simulcast).

87      Εντούτοις, ανεξαρτήτως του αν, στο πλαίσιο των νέων ψηφιακών τεχνολογιών, η αναφορά στις εκπομπές που μεταδίδονται ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, η οποία περιλαμβάνεται στα άρθρα 2 και 3, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2001/29, στα άρθρα 7, παράγραφος 2, και 9, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2006/115, καθώς και στο άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 2006/116, καθιστά δυνατή τη συμπερίληψη των παρόχων αυτών στο πεδίο εφαρμογής των κοινών κανόνων της Ένωσης στον υπό εξέταση τομέα, είναι, εν πάση περιπτώσει, αδιαμφισβήτητο, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, ότι διαπραγμάτευση η οποία σκοπεί, κατά οιονδήποτε τρόπο, στη συμπερίληψη των παρόχων αυτών στο πεδίο εφαρμογής της μελλοντικής συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης, μεταξύ άλλων, μέσω της θεσπίσεως, για τους σκοπούς της συμβάσεως αυτής, ορισμού του «ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού» με «τεχνικώς ουδέτερους», όρους, όπως προτείνεται στο σημείο 13 της εκθέσεως του 2010, έχει οριζόντιο αντίκτυπο επί του περιεχομένου του συνόλου των κοινών κανόνων της Ένωσης σχετικά με την προστασία των συγγενικών δικαιωμάτων των οργανισμών αυτών.

88      Όσον αφορά, δεύτερον, τα στοιχεία υπό τον τίτλο ΙΙ του καταλόγου ο οποίος περιλαμβάνεται στο παράρτημα του υπομνήματος του 2008, συνομολογείται μεταξύ των διαδίκων ότι τα στοιχεία που αφορούν το δικαίωμα υλικής ενσωματώσεως, το δικαίωμα αναπαραγωγής, το δικαίωμα διαθέσεως στο κοινό, το δικαίωμα διανομής, τους περιορισμούς και τις εξαιρέσεις των δικαιωμάτων αυτών, τη διάρκεια της προστασίας των εν λόγω δικαιωμάτων, τις υποχρεώσεις σχετικά με τα τεχνικά μέσα και σχετικά με την πληροφόρηση περί του καθεστώτος των δικαιωμάτων που εμπίπτουν στους κοινούς κανόνες της Ένωσης και οι διαπραγματεύσεις περί των στοιχείων αυτών δύνανται να επηρεάσουν τους κοινούς αυτούς κανόνες ή να μεταβάλουν την εμβέλειά τους.

89      Αντιθέτως, μεταξύ των μερών υφίσταται διαφωνία σχετικά με τέσσερα στοιχεία τα οποία μνημονεύονται υπό τον τίτλο II, ήτοι το δικαίωμα ασύρματης αναμεταδόσεως, το δικαίωμα παρουσιάσεως στο κοινό, η προστασία των σημάτων-φορέων προγραμμάτων προ εκπομπής και ο σεβασμός των συγγενικών δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών.

90      Όσον αφορά, πρώτον, το δικαίωμα ασύρματης αναμεταδόσεως, η Δημοκρατία της Πολωνίας και το Ηνωμένο Βασίλειο διατείνονται ότι το δίκαιο της Ένωσης προέβη μόνον σε ελάχιστη εναρμόνιση καθόσον αφορά αποκλειστικώς, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/115, την αναμετάδοση μέσω ραδιοκυμάτων. Ωστόσο, οι επίμαχες διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να καταλήξουν στην κατοχύρωση υπέρ των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών αποκλειστικού δικαιώματος και ενσύρματης αναμεταδόσεως, μεταξύ άλλων, μέσω του διαδικτύου.

91      Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/115 δεν αφορά κατάσταση συγκρίσιμη με αυτή που διαπιστώθηκε στις σκέψεις 18 και 21 της γνωμοδοτήσεως 2/91 (EU:C:1993:106), κατά την οποία το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε την αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης λόγω του ότι τόσο οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης όσο και αυτές της επίμαχης διεθνούς συμβάσεως είχαν χαρακτήρα ελαχίστων προδιαγραφών. Πράγματι, η διάταξη αυτή αναγνωρίζει συγκεκριμένο ουσιαστικό περιεχόμενο στο δικαίωμα ασύρματης αναμεταδόσεως κατά το δίκαιο της Ένωσης, οριοθετώντας το στην αναμετάδοση μέσω ραδιοκυμάτων.

92      Όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, διαπραγματεύσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης οι οποίες, όπως προτείνεται στο σημείο 54 του υπομνήματος του 2008, αποσκοπούσαν στην επέκταση του εν λόγω δικαιώματος στην ενσύρματη ή διαδικτυακή αναμετάδοση, μπορούν επομένως να μεταβάλουν την εμβέλεια των κοινών κανόνων της Ένωσης στον τομέα των δικαιωμάτων της ασύρματης αναμεταδόσεως.

93      Κατά τα λοιπά, όπως επίσης τονίζει η Επιτροπή, το δικαίωμα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών στον τομέα της ενσύρματης αναμεταδόσεως καλύπτεται ήδη εν μέρει, καθεαυτό, από τους κοινούς κανόνες της Ένωσης λόγω της υφιστάμενης αλληλεπιδράσεως μεταξύ των διαφόρων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των οργανισμών αυτών που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. Συγκεκριμένα, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση ITV Broadcasting κ.λπ. (C‑607/11, EU:C:2013:147), το αποκλειστικό δικαίωμα παρουσιάσεως στο κοινό το οποίο απολαύουν, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, οι οργανισμοί χερσαίας ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως επί των εκπομπών τους, οι οποίες προστατεύονται από το δικαίωμα του δημιουργού, καλύπτει το αποκλειστικό δικαίωμα άδειας ή απαγορεύσεως της αναμεταδόσεως των έργων αυτών από άλλον οργανισμό μέσω του διαδικτύου.

94      Όσον αφορά, δεύτερον, το δικαίωμα παρουσιάσεως στο κοινό, το Συμβούλιο και πολλά παρεμβαίνοντα υπέρ αυτού κράτη μέλη ισχυρίζονται ότι οι επίμαχες διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να υπερβούν το κεκτημένο της Ένωσης επεκτείνοντας, σε αντίθεση προς το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/115, το περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού στις παρουσιάσεις σε μέρη πέραν εκείνων όπου η είσοδος επιτρέπεται στο κοινό έναντι καταβολής αντιτίμου.

95      Συναφώς, διαπιστώνεται, πάντως, όπως διαπίστωσε και η Επιτροπή, ότι ούτε το υπόμνημα του 2008 ούτε η έκθεση του 2010 περιλαμβάνουν συναφώς στοιχεία, και το Συμβούλιο και τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο προς στήριξη των επιχειρημάτων τους.

96      Αντιθέτως, κατά τη σύσταση του 2002 και, ειδικότερα κατά το σημείο f του μέρους «Αναγνώριση δικαιωμάτων» του παραρτήματος της συστάσεως αυτής, καθώς και το σημείο 24 της αιτιολογικής εκθέσεως της συστάσεως αυτής, το περιεχόμενο του δικαιώματος της παρουσιάσεως στο κοινό βασίστηκε στο δικαίωμα το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 13, στοιχείο δ΄, της Συμβάσεως της Ρώμης, το οποίο το περιορίζει στις παρουσιάσεις στα μέρη όπου η είσοδος επιτρέπεται στο κοινό έναντι καταβολής αντιτίμου.

97      Όσον αφορά, τρίτον, την προστασία των σημάτων-φορέων προγραμμάτων προ εκπομπής, το Συμβούλιο και πολλά παρεμβαίνοντα υπέρ αυτού κράτη μέλη ορθώς παρατηρούν, βεβαίως, ότι οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί δεν απολαύουν, δυνάμει του ισχύοντος δικαίου της Ένωσης, προστασίας σχετικά με σήματα αυτά καθεαυτά, ενώ, κατά τα σημεία 41 έως 43 και 54 του υπομνήματος του 2008 και το σημείο 14 της εκθέσεως του 2010, οι επίμαχες διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να καταλήξουν στη θέσπιση τέτοιας προστασίας λόγω του ευάλωτου χαρακτήρα των σημάτων αυτών έναντι μη επιτρεπόμενων πράξεων ιδιοποιήσεως ή εκμεταλλεύσεως.

98      Πάντως, μία από τις λύσεις, την οποία επισήμανε η Επιτροπή και η οποία, κατά το σημείο 43 του υπομνήματος του 2008, κρίνεται άξια προσοχής, ήτοι η διεύρυνση της έννοιας των «εκπομπών» στα σήματα-φορείς προγραμμάτων προ εκπομπής κατά τρόπον ώστε να συμπεριλάβει τα σήματα αυτά στο πεδίο της προστασίας των διαφόρων δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, δύναται αδιαμφισβήτητα να μεταβάλει οριζόντια την εμβέλεια των κοινών κανόνων της Ένωσης στον υπό εξέταση τομέα.

99      Όσον αφορά τις λοιπές πιθανές λύσεις που προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως η θέσπιση sui generis νομικής προστασίας των σημάτων-φορέων προγραμμάτων προ εκπομπής ή η εφαρμογή στα σήματα αυτά των διατάξεων σχετικά με την προστασία των τεχνικών μέτρων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εφόσον το υπόμνημα του 2008 ή η έκθεση του 2010 δεν κάνουν καμία μνεία συναφώς και το Συμβούλιο και τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη ουδαμώς απέδειξαν τους ισχυρισμούς τους, οι λύσεις αυτές φαίνονται, στο παρόν στάδιο, ως υποθετικής φύσεως και, επομένως, δεν μπορούν να συνεκτιμηθούν για να καθορισθεί ο αποκλειστικός ή συντρέχων χαρακτήρας της αρμοδιότητας της Ένωσης εν προκειμένω.

100    Όσον αφορά, τέταρτον, τον σεβασμό των συγγενικών δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, το Συμβούλιο και πολλά παρεμβαίνοντα υπέρ αυτού κράτη μέλη, χωρίς να αμφισβητούν ότι οι κυρώσεις και τα ένδικα μέσα σε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων αυτών διέπονται, στο δίκαιο της Ένωσης, από το άρθρο 8 της οδηγίας 2001/29 καθώς και από σύνολο κοινών κανόνων οι οποίοι περιλαμβάνονται στην οδηγία 2004/48, διατείνονται εντούτοις ότι οι επίμαχες διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να καταλήξουν στη θέσπιση, αντιθέτως προς τη νομοθεσία της Ένωσης, υποχρεώσεως των συμβαλλομένων μερών να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση τέτοιων προσβολών.

101    Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση, στην οποία καταλήγει και η Επιτροπή, ότι ούτε το υπόμνημα του 2008 ούτε η έκθεση του 2010 περιέχουν κάποια ένδειξη συναφώς, τα δε επιχειρήματα που εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη ουδόλως θεμελιώθηκαν επί κάποιου στοιχείου που να αφορά τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης.

102    Από την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτει ότι το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων ενόψει συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, όπως οριοθετείται με τη σύσταση του 2002, το υπόμνημα του 2008 και την έκθεση του 2010, εμπίπτει σε τομέα που καλύπτεται ευρέως από κοινούς κανόνες της Ένωσης και οι διαπραγματεύσεις αυτές δύνανται να επηρεάσουν τους κοινούς κανόνες της Ένωσης ή να μεταβάλουν την εμβέλειά τους. Επομένως, οι εν λόγω διαπραγματεύσεις εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης.

103    Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

 Επί του δεύτερου έως και του τέταρτου λόγου ακυρώσεως

104    Δεδομένου ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά συνέπεια, να ακυρωθεί χωρίς να χρειάζεται να εξετασθούν οι λοιποί λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

105    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εφόσον το Συμβούλιο ηττήθηκε και η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του, το Συμβούλιο πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, δυνάμει του οποίου τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Πολωνίας, το Ηνωμένο Βασίλειο καθώς και το Κοινοβούλιο φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση του Συμβουλίου και των εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών οι οποίοι συμμετείχαν στο Συμβούλιο της 19ης Δεκεμβρίου 2011, περί της συμμετοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της στις διαπραγματεύσεις σχετικά με τη σύναψη συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των δικαιωμάτων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών.

2)      Καταδικάζει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα.

3)      Η Τσεχική Δημοκρατία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Πολωνίας, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.