Language of document : ECLI:EU:C:2012:479

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 19ης Ιουλίου 2012 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως — Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Ισπανική αγορά αποκτήσεως και πρώτης μεταποιήσεως ακατέργαστου καπνού — Καθορισμός των τιμών και κατανομή της αγοράς — Παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ — Δυνατότητα καταλογισμού της παραβατικής συμπεριφοράς θυγατρικών εταιριών στις μητρικές τους — Τεκμήριο αθωότητας — Δικαιώματα άμυνας — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Ίση μεταχείριση»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑628/10 P και C‑14/11 P,

με αντικείμενο δύο αιτήσεις αναιρέσεως, δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκαν αντιστοίχως στις 28 Δεκεμβρίου 2010 και στις 7 Ιανουαρίου 2011,

Alliance One International Inc., πρώην Standard Commercial Corp., με έδρα το Danville (Ηνωμένες Πολιτείες),

Standard Commercial Tobacco Co. Inc., με έδρα το Wilson (Ηνωμένες Πολιτείες),

εκπροσωπούμενες από τους M. Odriozola Alén και A. João Vide, abogados,

αναιρεσείουσες,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:

η Trans-Continental Leaf Tobacco Corp. Ltd, με έδρα το Vaduz, (Λιχτενστάιν),

προσφεύγουσα πρωτοδίκως,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους F. Castillo de la Torre, E. Gippini Fournier και R. Sauer, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

καθής πρωτοδίκως,

και

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους F. Castillo de la Torre, E. Gippini Fournier και R. Sauer, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

αναιρεσείουσα,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:

η Alliance One International Inc.,

η Standard Commercial Tobacco Co. Inc.,

η Trans-Continental Leaf Tobacco Corp. Ltd,

εκπροσωπούμενες από τους M. Odriozola Alén και A. João Vide, abogados,

προσφεύγουσες,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, A. Tizzano, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts, M. Safjan και A. Prechal, προέδρους τμήματος, K. Schiemann, E. Juhász, Γ. Αρέστη, A. Arabadjiev (εισηγητή), D. Šváby, M. Berger και E. Jarašiūnas, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Νοεμβρίου 2011,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 2012,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αίτησή τους αναιρέσεως (C‑628/10 P), η Alliance One International Inc. (στο εξής: AOI), πρώην Standard Commercial Corp. (στο εξής: SCC), και η Standard Commercial Tobacco Co. Inc. (στο εξής SCTC) ζητούν να αναιρεθεί, αφενός, η απόφαση που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 27 Οκτωβρίου 2010 στην υπόθεση T‑24/05, Alliance One International κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. ΙΙ‑5329, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή τους ακυρώσεως κατά της απόφασης C(2004) 4030 της Επιτροπής, της 20ής Οκτωβρίου 2004, σχετικά με διαδικασία δυνάμει του άρθρου 81, παράγραφος 1, [ΕΚ] (Υπόθεση COMP/C.38.238/B.2 — Ακατέργαστος καπνός — Ισπανία) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), και, αφετέρου, να ακυρωθεί η τελευταία αυτή απόφαση, στο μέτρο που τις αφορά, καθώς και να μειωθεί το πρόστιμο που τους επιβλήθηκε με την απόφαση αυτή.

2        Με την αίτησή της αναιρέσεως (C‑14/11 P), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί, αφενός, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την Trans-Continental Leaf Tobacco Corp. Ltd. (στο εξής: TCLT) και, αφετέρου, να απορριφθεί η προσφυγή που άσκησε η τελευταία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

I –  Ιστορικό της διαφοράς

3        Τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία ανέκυψε η υπό κρίση διαφορά εκτίθενται στις σκέψεις 1 έως 40 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και μπορούν να συνοψισθούν ως εξής.

4        Η World Wide Tobacco España SA (στο εξής: WWTE), η Agroexpansión SA (στο εξής: Agroexpansión) και η Tabacos Españoles SL (στο εξής: Taes) αποτελούν τρεις εκ των τεσσάρων επιχειρήσεων πρώτης μεταποίησης ακατέργαστου καπνού που δραστηριοποιούνται στην Ισπανία (στο εξής, οι τέσσερις αυτές επιχειρήσεις από κοινού: επιχειρήσεις μεταποίησης).

5        Μεταξύ του 1995 και της 5ης Μαΐου 1998, τα δύο τρίτα του κεφαλαίου της WWTE ανήκαν στην TCLT, θυγατρική εταιρία κατά 100 % της SCTC, με τη σειρά της θυγατρικής κατά 100 % της SCC (νυν ΑΟΙ). Το εναπομένον τρίτο του κεφαλαίου της WWTE ανήκε στον πρόεδρο της εταιρίας αυτής και σε δύο μέλη της οικογενείας του.

6        Στις 5 Μαΐου 1998 η συμμετοχή της TCLT στο κεφάλαιο της WWTE ανήλθε στο 86,94 %, οι δε λοιπές μετοχές παρέμειναν στην ίδια τη WWTE (κατά 9,73 %) καθώς και σε ένα φυσικό πρόσωπο (κατά 3,33 %). Τον Οκτώβριο του 1998 η WWTE απέκτησε τις μετοχές του εν λόγω φυσικού προσώπου και η SCC απέκτησε άμεση συμμετοχή 0,04 % στο κεφάλαιο της WWTE. Τον Μάιο του 1999 η συμμετοχή των TCLT και SCC στο κεφάλαιο της WWTE ανήλθε στο 89,64 % και 0,05 % αντιστοίχως, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό το κράτησε η ίδια η WWTE.

7        Η Agroexpansión ανήκει σε όμιλο εταιριών του οποίου ηγετική εταιρία είναι η Dimon Inc. Στην τελευταία αυτή εταιρία ανήκει, μέσω της κατά 100 % θυγατρικής της Intabex Netherlands BV (στο εξής: Intabex), το σύνολο των μετοχών της Agroexpansión.

8        Το σύνολο των μετοχών της Taes και της Deltafina SpA (στο εξής: Deltafina), που είναι ιταλική εταιρία της οποίας οι κύριες δραστηριότητες συνίστανται στην πρώτη μεταποίηση ακατέργαστου καπνού στην Ιταλία και στη διάθεση μεταποιημένου καπνού στο εμπόριο, ανήκουν στην Universal Leaf Tobacco Co. Inc. (στο εξής: Universal Leaf). Η τελευταία αυτή εταιρία είναι με τη σειρά της θυγατρική κατά 100 % της αμερικανικής εταιρίας Universal Corp. (στο εξής: Universal).

9        Στις 3 και 4 Οκτωβρίου 2001 η Επιτροπή διενήργησε ελέγχους δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), στις εγκαταστάσεις, μεταξύ άλλων, της WWTE, προκειμένου να επαληθεύσει πληροφορίες ότι οι επιχειρήσεις μεταποίησης και οι Ισπανοί παραγωγοί ακατέργαστου καπνού είχαν διαπράξει παραβάσεις του άρθρου 81 ΕΚ.

10      Στις 11 Δεκεμβρίου 2003 η Επιτροπή εξέδωσε κοινοποίηση αιτιάσεων την οποία απηύθυνε σε 20 επιχειρήσεις και ενώσεις, μεταξύ των οποίων και στις SCTC και SCC.

11      Στις 20 Οκτωβρίου 2004 η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αφορά, μεταξύ άλλων, μια οριζόντια σύμπραξη που συνομολόγησαν και έθεσαν σε λειτουργία στην ισπανική αγορά ακατέργαστου καπνού οι επιχειρήσεις μεταποίησης και η Deltafina.

12      Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, η σύμπραξη αυτή είχε ως αντικείμενο τον καθορισμό, σε ετήσια βάση, κατά την περίοδο 1996/2001, της μέσης τιμής παράδοσης για κάθε ποικιλία ακατέργαστου καπνού, συμπεριλαμβανομένων όλων των ποιοτικών κατηγοριών, καθώς και την κατανομή των ποσοτήτων κάθε ποικιλίας ακατέργαστου καπνού την οποία μπορούσε να αγοράζει από τους παραγωγούς κάθε επιχείρηση μεταποίησης. Από το 1999 έως το 2001, οι επιχειρήσεις μεταποίησης και η Deltafina είχαν επίσης καταλήξει σε συμφωνία ως προς τις κλίμακες τιμών ανά ποιοτική βαθμίδα της κάθε ποικιλίας ακατέργαστου καπνού καθώς και ως προς τη μέση ελάχιστη τιμή ανά παραγωγό και τη μέση ελάχιστη τιμή ανά ομάδα παραγωγών.

13      Με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η εν λόγω σύμπραξη συνιστά ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, καταλόγισε την ευθύνη για τη σύμπραξη, μεταξύ άλλων, στην Deltafina και στις επιχειρήσεις μεταποίησης, ζήτησε από τις εν λόγω επιχειρήσεις να παύσουν αμέσως την παράβαση καθώς και να απέχουν, εφεξής, από οποιαδήποτε περιοριστική πρακτική με ισοδύναμο αντικείμενο ή αποτέλεσμα, επιβάλλοντας επιπλέον τα ακόλουθα πρόστιμα, ήτοι 108 000 ευρώ στην Taes, 1 822 500 ευρώ στη WWTE, 2 592 000 ευρώ στην Agroexpansión και 11 880 000 ευρώ στην Deltafina.

14      Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει επίσης ότι στις τρεις μητρικές εταιρίες της WWTE καταλογίστηκε εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή του προστίμου που επιβλήθηκε στην τελευταία, ενώ στην Dimon Inc. καταλογίστηκε εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή του προστίμου που επιβλήθηκε στην Agroexpansión. Αντιθέτως, δεν καταλογίστηκε ευθύνη στην Intabex για την καταβολή του προστίμου που επιβλήθηκε στην Agroexpansión, ενώ ούτε στις Universal και Universal Leaf καταλογίστηκε εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή των προστίμων που επιβλήθηκαν στις Taes και Deltafina.

15      Όσον αφορά τους αποδέκτες της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή, με τις αιτιολογικές σκέψεις 375 και 376 της απόφασης αυτής, επισήμανε τα ακόλουθα:

«(375) Εν προκειμένω, τρεις από τις τέσσερις ισπανικές επιχειρήσεις μεταποίησης ακατέργαστου καπνού ελέγχονται (κατά 100 έως 90 %) από αμερικανικές πολυεθνικές. Εξάλλου, υπάρχουν περαιτέρω πραγματικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν το τεκμήριο ότι η ευθύνη για τη συμπεριφορά της Agroexpansión και της WWTE πρέπει να καταλογισθεί στην αντίστοιχη μητρική τους εταιρία. Στις περιπτώσεις αυτές, [στις] δύο εταιρίες —μητρική και θυγατρική— πρέπει να [καταλογιστεί εις ολόκληρον ευθύνη] για τις παραβάσεις που διαπιστώνονται με την παρούσα απόφαση.

(376) Αντιθέτως, μετά την αποστολή της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και την ακρόαση των μερών, κατέστη σαφές ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου δεν επαρκούσαν για να δικαιολογήσουν παρόμοιο συμπέρασμα σχετικά με τις συμμετοχές της Universal […] και της Universal Leaf [...] στις Taes και Deltafina αντιστοίχως. Μάλιστα, πλην του εταιρικού δεσμού μεταξύ των μητρικών και των θυγατρικών εταιριών, ο φάκελος δεν περιέχει καμία ένδειξη έμπρακτης συμμετοχής της Universal […] και της Universal Leaf στα πραγματικά περιστατικά που εξέτασε η παρούσα απόφαση. Επομένως, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, δεν πρέπει να απευθυνθεί απόφαση στις εν λόγω εταιρίες. Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει κατά μείζονα λόγο για την Intabex […] δεδομένου ότι η κατά 100 % συμμετοχή της στην Agroexpansión είχε αμιγώς οικονομικό χαρακτήρα.»

16      Όσον αφορά ειδικότερα τη WWTE, η Επιτροπή διέκρινε δύο περιόδους, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται με τις σκέψεις 5 και 6 της παρούσας απόφασης. Η πρώτη περίοδος εκτείνεται από το 1995 μέχρι και τις 4 Μαΐου 1998 (στο εξής: πρώτη περίοδος) και η δεύτερη από τις 5 Μαΐου 1998 μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (στο εξής: δεύτερη περίοδος).

17      Όσον αφορά την πρώτη περίοδο, η Επιτροπή κατέληξε, με τις αιτιολογικές σκέψεις 392 και 393 της προσβαλλόμενης απόφασης και στηριζόμενη σε πλήθος στοιχείων παρατιθέμενων, ειδικότερα, στις αιτιολογικές σκέψεις 388 έως 390 της ίδιας απόφασης, ότι η WWTE ελεγχόταν από κοινού από τη SCC, μέσω των SCTC και TCLT, και από τον πρόεδρο της WWTE και την οικογένειά του, ότι η SCC και/ή οι θυγατρικές της ασκούσαν εμπράκτως επιρροή στη συμπεριφορά της WWTE καθώς και ότι η SCC είχε θέσει σε εφαρμογή ορισμένους μηχανισμούς οι οποίοι, συνολικά, της παρείχαν τη δυνατότητα να ενημερώνεται για τις δραστηριότητες της WWTE στην Ισπανία και, ως εκ τούτου, να ελέγχει εμπράκτως την εμπορική πολιτική της εν λόγω εταιρίας.

18      Όσον αφορά τη δεύτερη περίοδο, η Επιτροπή κατέληξε, με τις αιτιολογικές σκέψεις 397 έως 400 της προσβαλλόμενης απόφασης και στηριζόμενη σε πλήθος στοιχείων παρατιθέμενων, ειδικότερα, στις αιτιολογικές σκέψεις 393 έως 398 της ίδιας απόφασης, ότι η SCC, άμεσα ή μέσω των SCTC και TCLT, είχε τον αποκλειστικό έλεγχο της WWTE, ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η SCC με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν δικαιολογούσαν διαφορετικό συμπέρασμα επί του ζητήματος αυτού, ότι, κατά συνέπεια, η SCC και/ή οι θυγατρικές της SCTC και TCLT ασκούσαν καθοριστική επιρροή στην εμπορική πολιτική της WWTE και ότι, ως εκ τούτου, έπρεπε να τους καταλογιστεί εις ολόκληρον ευθύνη για τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό προσαπτόμενες πρακτικές.

II –  Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

19      Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 21 Ιανουαρίου 2005, η AOI, η SCTC και η TCLT άσκησαν προσφυγή με την οποία ζήτησαν να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής στο μέτρο που τις αφορά.

20      Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι AOI, SCTC και TCLT προέβαλαν δύο λόγους. Ο πρώτος αντλούνταν από παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1) και, επικουρικώς, από ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες επικαλέστηκαν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

21      Αφού αποφάσισε να εξετάσει από κοινού τους δύο λόγους ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε καταρχάς ως αβάσιμο το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου το σχετικό με ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.

22      Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως σχετικά με παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή είχε εφαρμόσει τις ίδιες αρχές σε όλες τις ενδιαφερόμενες μητρικές εταιρίες προκειμένου να καθορίσει αν πρέπει να τους καταλογιστεί η ευθύνη για την παράβαση που διέπραξαν οι θυγατρικές τους. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι, ως προς το ζήτημα του καταλογισμού της ευθύνης, η Επιτροπή αντιμετώπισε διαφορετικά τις περιπτώσεις των SCC και SCTC, αφενός, και των Universal, Universal Leaf ή Intabex, αφετέρου.

23      Η διαπίστωση αυτή στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες εκτιμήσεις, που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 155 έως 157 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης:

«155      […], προκειμένου για την ειδική περίπτωση μητρικής εταιρίας κατέχουσας το σύνολο του κεφαλαίου της θυγατρικής της που διέπραξε παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, η Επιτροπή, ενεργώντας με σύνεση, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο τεκμήριο που καθιέρωσε η νομολογία […] για να αποδείξει ότι η πρώτη ασκεί εμπράκτως καθοριστική επιρροή στην εμπορική πολιτική της δεύτερης, αλλά έλαβε επίσης υπόψη πρόσθετα πραγματικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν την άσκηση αυτή. Εντούτοις, πράττοντας κατά τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή αύξησε απλώς το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται για να θεωρηθεί αποδεδειγμένη η συνδρομή της προϋποθέσεως που αφορά την έμπρακτη άσκηση καθοριστικής επιρροής […]

156      […] οσάκις, σε μια υπόθεση με αντικείμενο παράβαση στην οποία εμπλέκονται πολλές διαφορετικές επιχειρήσεις, η Επιτροπή υιοθετεί, εντός του πλαισίου που έχει οριοθετήσει η νομολογία, ορισμένη μέθοδο για να καθορίσει αν πρέπει να ενεργοποιηθεί η ευθύνη τόσο των θυγατρικών που υπήρξαν οι φυσικοί αυτουργοί της παράβασης όσο και των μητρικών τους εταιριών, το θεσμικό αυτό όργανο οφείλει, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, να εφαρμόζει προς τούτο τα ίδια κριτήρια για όλες τις επιχειρήσεις.

157      Συγκεκριμένα, η Επιτροπή οφείλει να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία, κατά πάγια νομολογία, επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς […]»

24      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, ως προς την πρώτη περίοδο, με τη σκέψη 194 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, και, ως προς τη δεύτερη περίοδο, με τη σκέψη 217 της απόφασης αυτής, ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι η SCC και η SCTC ασκούσαν εμπράκτως καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά της WWTE.

25      Αντιθέτως, με τις σκέψεις 195 έως 197 και 218 και 219 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, ως προς αμφότερες τις περιόδους, ότι από κανένα από τα στοιχεία που επικαλέστηκε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε να συναχθεί ότι η TCLT ασκούσε εμπράκτως καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά της WWTE και ότι, κατά συνέπεια, το θεσμικό αυτό όργανο δεν μπορούσε βασίμως να καταλογίσει στην TCLT την παραβατική συμπεριφορά της WWTE ούτε να κρίνει ότι η TCLT ευθύνεται εις ολόκληρον για την καταβολή του επιβληθέντος στην εν λόγω θυγατρική προστίμου.

26      Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 218 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί στο γεγονός και μόνον ότι η TCLT κατείχε το σύνολο σχεδόν του κεφαλαίου της WWTE, καθόσον κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν διακριτική μεταχείριση εις βάρος της TCLT τόσο ως προς την Intabex όσο και ως προς την Universal και την Universal Leaf.

27      Τέλος, με τις σκέψεις 220 έως 229 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες προκειμένου να αποδείξουν ότι η WWTE ενεργούσε αυτοτελώς στην αγορά κατά την περίοδο εντός της οποίας διαπράχθηκαν οι παραβάσεις. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που αφορούσε την TCLT και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά.

III –  Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

28      Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2011, οι υποθέσεις C‑628/10 P και C‑14/11 P ενώθηκαν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης.

29      Με την αίτησή τους αναιρέσεως, η AOI και η SCTC ζητούν από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που τις αφορά,

–        κατά συνέπεια, να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, και

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

30      Με το υπόμνημα αντικρούσεως της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αυτή και να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της πρωτόδικης και της κατ’ αναίρεση διαδικασίας.

31      Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την TCLT,

–        να απορρίψει την προσφυγή που άσκησε η TCLT ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, και

–        να καταδικάσει την TCLT στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

32      Με το υπόμνημα αντικρούσεως της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, οι AOI, SCTC και TCLT ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αυτή και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της πρωτόδικης και της κατ’ αναίρεση διαδικασίας.

IV –  Επί των αιτήσεων αναιρέσεως

33      Κατά πρώτο λόγο, πρέπει να εξεταστεί η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής.

 Α       Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της Επιτροπής

34      Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει τέσσερις λόγους. Ο πρώτος και ο τέταρτος λόγος αντλούνται από εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Με τον δεύτερο λόγο, η Επιτροπή προβάλλει πλάνη περί το δίκαιο κατά τον προσδιορισμό του νομικού κριτηρίου βάσει του οποίου στοιχειοθετήθηκε η ευθύνη των μητρικών εταιριών. Με τον τρίτο λόγο υποστηρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε το δικαίωμα για μια κατ’ αντιμωλία διαδικασία καθώς και ότι ερμήνευσε εσφαλμένα την υποχρέωση αιτιολόγησης.

35      Ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος πρέπει να εξεταστούν από κοινού.

1.     Επί του πρώτου και του δεύτερου λόγου

 Επιχειρήματα των διαδίκων

36      Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε το γεγονός ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης πρέπει να συνδυάζεται με την αρχή της νομιμότητας, σύμφωνα με την οποία ουδείς μπορεί να επικαλείται υπέρ αυτού παρανομία διαπραχθείσα προς όφελος τρίτου. Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που μια επιχείρηση διαπράττει παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, δεν μπορεί να αποφύγει την επιβολή κύρωσης για τον λόγο ότι σε άλλες επιχειρήσεις που βρίσκονται σε παρόμοιες καταστάσεις δεν επιβλήθηκε πρόστιμο.

37      Δεύτερον, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι προέβαλε τα επιχειρήματα αυτά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και ότι, στο μέτρο που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν τα μνημονεύει, πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας.

38      Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η TCLT, ως μητρική εταιρία στην οποία ανήκει σχεδόν το σύνολο του κεφαλαίου της WWTE, μπορούσε να θεωρηθεί κατά τεκμήριο ότι ασκεί καθοριστική επιρροή στην τελευταία αυτή εταιρία και ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ότι η TCLT ανέτρεψε το τεκμήριο αυτό, αλλά ούτε καν ότι επιχείρησε να το πράξει.

39      Τέταρτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η TCLT έπρεπε να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη για τον λόγο ότι σε άλλες εταιρίες ευρισκόμενες σε καταστάσεις που φέρονταν ως παρόμοιες δεν είχε καταλογιστεί σχετική ευθύνη. Ειδικότερα, η Επιτροπή φρονεί ότι η αιτιολογική σκέψη 384 της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία παραπέμπει το Γενικό Δικαστήριο, έχει την έννοια ότι η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης προϋποθέτει ότι οι εταιρίες βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση, πράγμα που δεν ισχύει εν προκειμένω.

40      Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον διαπίστωσε ότι το γεγονός ότι το θεσμικό αυτό όργανο έκρινε, για ορισμένες επιχειρήσεις, ότι η άσκηση καθοριστικής επιρροής στηριζόταν σε «διπλή βάση», και όχι αποκλειστικά στο τεκμήριο που καθιερώνει η νομολογία, είχε δεσμευτική ισχύ για την Επιτροπή ως προς το σύνολο των αποδεκτών της προσβαλλόμενης απόφασης. Το μοναδικό εφαρμοστέο κριτήριο είναι εκείνο που καθορίζει η νομολογία, με αποτέλεσμα η Επιτροπή να μην μπορεί να αυξήσει το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται στον συγκεκριμένο τομέα ούτε να δεσμεύει, με μια τέτοια προσέγγιση, το Γενικό Δικαστήριο στην νομική του ανάλυση.

41      Ως εκ τούτου, οσάκις συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νομικού κριτηρίου που καθορίζει η νομολογία, είναι αδιάφορο, κατά την Επιτροπή, αν το θεσμικό αυτό όργανο παρέσχε ή όχι συμπληρωματικά ενδεικτικά στοιχεία προκειμένου να ενισχύσει, για προληπτικούς λόγους, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, δεδομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, τα ενδεικτικά αυτά στοιχεία δεν είναι ικανά να μετατραπούν σε δεσμευτικό νομικό κριτήριο για την εκτίμηση του ζητήματος αν μητρική εταιρία ασκεί εμπράκτως καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά της θυγατρικής της.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

42      Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η έννοια της επιχείρησης καλύπτει κάθε φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος που τον διέπει και του τρόπου χρηματοδότησής του. Με τον όρο αυτό νοείται μια οικονομική οντότητα, έστω και αν από νομική άποψη η οικονομική αυτή οντότητα αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Στην περίπτωση που μια τέτοια οικονομική οντότητα παραβαίνει τους κανόνες του ανταγωνισμού, ευθύνεται, βάσει της αρχής της προσωπικής ευθύνης, για την παράβαση αυτή (βλ. αποφάσεις της 20ής Ιανουαρίου 2011, C‑90/09 P, General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2011, σ. Ι‑1, σκέψεις 34 έως 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, C‑521/09 P, Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, Συλλογή 2011, σ. Ι‑8947, σκέψη 53).

43      Ειδικότερα, η συμπεριφορά μιας θυγατρικής εταιρίας μπορεί να καταλογισθεί στη μητρική εταιρία ιδίως όταν η θυγατρική, μολονότι έχει χωριστή νομική προσωπικότητα, δεν καθορίζει αυτοτελώς τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά εφαρμόζει κατά τα ουσιώδη τις εντολές της μητρικής εταιρίας, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των οικονομικών, οργανωτικών και νομικών δεσμών μεταξύ των δύο αυτών νομικών οντοτήτων (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑97/08 P, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. I‑8237, σκέψη 58· προπαρατεθείσα απόφαση Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, σκέψη 54, καθώς και απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, C‑520/09 P, Arkema κατά Επιτροπής, Συλλογή 2011, σ. Ι‑8901, σκέψη 38).

44      Συγκεκριμένα, σε μια τέτοια περίπτωση, εφόσον η μητρική και η θυγατρική εταιρία αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα και συνιστούν έτσι ενιαία επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, η Επιτροπή μπορεί να απευθύνει μια απόφαση περί επιβολής προστίμων στη μητρική εταιρία, χωρίς να απαιτείται να αποδείξει την εμπλοκή της εταιρίας αυτής στην παράβαση (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 59, General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 38, καθώς και Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, σκέψη 55).

45      Για να διαπιστωθεί αν μια θυγατρική εταιρία καθορίζει αυτοτελώς τη συμπεριφορά της στην αγορά, η Επιτροπή οφείλει καταρχήν να συνεκτιμά όλα τα κρίσιμα στοιχεία που αφορούν τους οργανωτικούς, οικονομικούς και νομικούς δεσμούς μεταξύ της θυγατρικής και της μητρικής εταιρίας, τα οποία ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με την περίπτωση και τα οποία, επομένως, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξαντλητικής απαρίθμησης (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 73 και 74, καθώς και Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, σκέψη 58).

46      Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, στην ειδική περίπτωση κατά την οποία μια μητρική εταιρία κατέχει το 100 % του κεφαλαίου της θυγατρικής που διέπραξε παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης, αφενός, η εν λόγω μητρική εταιρία μπορεί να ασκεί αποφασιστική επιρροή στη συμπεριφορά της θυγατρικής αυτής και, αφετέρου, υφίσταται μαχητό τεκμήριο ότι η εν λόγω μητρική εταιρία ασκεί όντως αποφασιστική επιρροή στη συμπεριφορά της θυγατρικής της (αποφάσεις της 29ης Μαρτίου 2011, C‑201/09 P και C‑216/09 P, ArcelorMittal Luxembourg κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά ArcelorMittal Luxembourg κ.λπ., Συλλογή 2011, σ. Ι‑2239, σκέψη 97, καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, σκέψη 56).

47      Υπό τις συνθήκες αυτές, αρκεί να αποδείξει η Επιτροπή ότι η μητρική εταιρία κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου μιας θυγατρικής προκειμένου να θεωρηθεί κατά τεκμήριο ότι η μητρική ασκεί εμπράκτως αποφασιστική επιρροή στην εμπορική πολιτική της θυγατρικής αυτής. Εν συνεχεία, η Επιτροπή θα είναι σε θέση να θεωρήσει ότι η μητρική εταιρία ευθύνεται εις ολόκληρον για την καταβολή του επιβληθέντος στη θυγατρική της προστίμου, εκτός αν η εν λόγω μητρική, στην οποία απόκειται να ανατρέψει αυτό το τεκμήριο, προσκομίσει επαρκή στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η θυγατρική της ενεργεί αυτοτελώς στην αγορά (προπαρατεθείσες αποφάσεις Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 61, Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, σκέψη 57, καθώς και Arkema κατά Επιτροπής, σκέψη 41).

48      Προκαταρκτικώς, υπογραμμίζεται ότι το τεκμήριο που έχει καθιερώσει η νομολογία και το οποίο μνημονεύεται στις σκέψεις 46 και 47 της παρούσας απόφασης είναι μαχητό.

49      Επιπλέον, η νομολογία αυτή δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή οφείλει να στηρίζεται αποκλειστικά στο εν λόγω τεκμήριο. Συγκεκριμένα, τίποτε δεν εμποδίζει το θεσμικό αυτό όργανο να αποδεικνύει την εκ μέρους μητρικής εταιρίας άσκηση καθοριστικής επιρροής στη θυγατρική της μέσω άλλων αποδεικτικών στοιχείων ή μέσω συνδυασμού των στοιχείων αυτών με το εν λόγω κριτήριο.

50      Εν προκειμένω, όπως διαπίστωσε και το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 134 έως 137 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ενώ επιβεβαιώθηκε, στο πλαίσιο της πρωτόδικης διαδικασίας, και από την Επιτροπή, ότι το θεσμικό αυτό όργανο αποφάσισε, στο πλαίσιο εκτίμησης του ζητήματος αν οι μητρικές εταιρίες ασκούσαν εμπράκτως καθοριστική επιρροή στις θυγατρικές τους (αποκαλούμενη μέθοδος της «διπλής βάσης»), να καταλογίσει ευθύνη στις τελευταίες μόνον στην περίπτωση που τα αποδεικτικά στοιχεία επιβεβαίωναν το τεκμήριο έμπρακτης άσκησης καθοριστικής επιρροής στις θυγατρικές, τεκμήριο που απορρέει από το γεγονός ότι οι μητρικές εταιρίες είχαν τον έλεγχο του συνολικού κεφαλαίου των θυγατρικών καθώς και ότι, επομένως, το θεσμικό αυτό όργανο επέλεξε να μην εφαρμόσει αποκλειστικά και μόνον το κριτήριο της καθοριστικής επιρροής.

51      Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι η προσέγγιση αυτή αιτιολογήθηκε από το γεγονός ότι, κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή διατηρούσε αμφιβολίες, λαμβανομένου υπόψη του σταδίου εξέλιξης της νομολογίας κατά τον χρόνο εκείνο, ως προς το ζήτημα αν το γεγονός και μόνον ότι μητρική εταιρία ελέγχει το σύνολο του κεφαλαίου της θυγατρικής της μπορούσε αφ’ εαυτού να οδηγήσει στην εφαρμογή του κριτηρίου, έστω και αν αυτό δεν είχε ανατραπεί, και αν, κατά συνέπεια, ο έλεγχος αυτός αρκούσε για να αποδείξει την εκ μέρους μητρικής εταιρίας έμπρακτη άσκηση καθοριστικής επιρροής στη θυγατρική της.

52      Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι ορθώς η Επιτροπή επέλεξε να χρησιμοποιήσει, για να στοιχειοθετήσει την ευθύνη των οικείων μητρικών εταιριών, μια από τις μεθόδους στις οποίες, υπό το πρίσμα της εκτίμησης στην οποία προέβη το Δικαστήριο με τη σκέψη 49 της παρούσας απόφασης, το θεσμικό αυτό όργανο δύναται νομίμως να στηριχθεί προκειμένου να εκτιμήσει αν υφίσταται τέτοια καθοριστική επιρροή.

53      Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς διαπίστωσε, με τη σκέψη 155 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή, επιλέγοντας τη μέθοδο αυτή για να εκτιμήσει τη δυνατότητα καταλογισμού της σύμπραξης στις μητρικές εταιρίες, επέβαλε στον εαυτό της επαχθέστερο βάρος απόδειξης όσον αφορά την έμπρακτη άσκηση καθοριστικής επιρροής από εκείνο το οποίο θα μπορούσε καταρχήν να θεωρηθεί επαρκές, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε με τις σκέψεις 46 και 47 της παρούσας απόφασης.

54      Πάντως, με τις σκέψεις 195 έως 197 και 218 και 219 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι κανένα από τα αποδεικτικά στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν ικανό να επιβεβαιώσει το τεκμήριο ότι η TCLT ασκούσε εμπράκτως καθοριστική επιρροή στην WWTE και ότι, ελλείψει τέτοιων στοιχείων, η Επιτροπή είχε συναγάγει, σύμφωνα με την επιλεγείσα μέθοδο, ότι οι μητρικές εταιρίες Intabex, Universal και Universal Leaf δεν υπείχαν ευθύνη.

55      Βάσει των διαπιστώσεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να καταλογίσει στην TCLT εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή του εν λόγω προστίμου, διότι τούτο θα συνεπαγόταν διακριτική εις βάρος της μεταχείριση σε σύγκριση με την Intabex καθώς και με τις Universal και Universal Leaf.

56      Υπογραμμίζεται ότι, με την αίτησή της αναιρέσεως, η Επιτροπή δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τις διαπιστώσεις αυτές. Ως εκ τούτου, δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι εφάρμοσε την επιλεγείσα μέθοδο, δηλαδή αυτή της διπλής βάσης, στο σύνολο των μητρικών εταιριών οι θυγατρικές των οποίων είχαν μετάσχει στην επίμαχη σύμπραξη, εξαιρουμένης της TCLT, για την οποία δεν πληρούνταν στην προσβαλλόμενη απόφαση οι προϋποθέσεις των κριτηρίων στα οποία βασίζεται η μέθοδος αυτή. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή καταλόγισε ευθύνη στην εταιρία αυτή στηριζόμενη αποκλειστικά στο εν λόγω τεκμήριο.

57      Με τις σκέψεις 156 και 157 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, οσάκις η Επιτροπή υιοθετεί ορισμένη μέθοδο, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, για να καθορίσει αν πρέπει να ενεργοποιηθεί η ευθύνη των μητρικών εταιριών οι θυγατρικές των οποίων μετείχαν στην ίδια σύμπραξη, η αρχή της ίσης μεταχείρισης επιβάλλει στο θεσμικό αυτό όργανο την υποχρέωση, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, να εφαρμόζει τα ίδια κριτήρια για όλες τις επιχειρήσεις.

58      Συναφώς, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, η εφαρμογή διαφορετικών μεθόδων υπολογισμού δεν μπορεί να οδηγεί σε διακρίσεις μεταξύ των επιχειρήσεων που μετείχαν σε συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική αντίθετη προς το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑280/98 P, Weig κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑9757, σκέψεις 63 έως 68, και C‑291/98 P, Sarrió κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑9991, σκέψεις 97 έως 100).

59      Δεδομένου όμως ότι ο καταλογισμός σε μητρική εταιρία της ευθύνης για την παράβαση που διαπράττει θυγατρική της δύναται να έχει, σύμφωνα με τη μέθοδο υπολογισμού που υιοθετεί η Επιτροπή, σημαντική επίδραση στο ποσό του προστίμου που μπορεί να επιβληθεί από κοινού και εις ολόκληρον στις εταιρίες αυτές, ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, με τη σκέψη 156 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η ίδια αυτή λογική εφαρμόζεται και όταν η Επιτροπή υιοθετεί, για μια σύμπραξη και εντός του πλαισίου που καθορίζει η νομολογία, ειδική μέθοδο για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης των οικείων μητρικών εταιριών όσον αφορά τις παραβάσεις των θυγατρικών τους.

60      Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, διευκρινίζεται ότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την Επιτροπή, η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου στηρίχθηκε όχι στην ομοιότητα των πραγματικών καταστάσεων της TCLT, αφενός, και των Intabex, Universal και Universal Leaf, αφετέρου, αλλά στον παρεμφερή χαρακτήρα των καταστάσεων των εν λόγω εταιριών λαμβανομένων υπόψη, ταυτοχρόνως, του επιπέδου απόδειξης που η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο για την επίμαχη σύμπραξη προκειμένου να αποδειχθεί ότι οι μητρικές εταιρίες ασκούσαν εμπράκτως καθοριστική επιρροή στις θυγατρικές τους, και των αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονταν στην προσβαλλόμενη απόφαση.

61      Επομένως, ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο την ύπαρξη διαφορετικής μεταχείρισης που το οδήγησε να ακυρώσει εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση.

62      Η διαπίστωση αυτή δεν προσκρούει στις απαιτήσεις της αρχής της νομιμότητας, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την Επιτροπή.

63      Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας με το σημείο 64 των προτάσεών της, δεδομένου ότι η Επιτροπή υιοθέτησε μέθοδο σύμφωνη με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την καθοριστική επιρροή, σε καμία περίπτωση δεν ήταν δυνατή η διάπραξη παρανομίας από την Επιτροπή, οπότε η αρχή της νομιμότητας δεν μπορούσε εν προκειμένω να άρει την υποχρέωση της Επιτροπής να τηρήσει την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

64      Τέλος, όσον αφορά τη φερόμενη έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει το Γενικό Δικαστήριο από τα άρθρα 36 και 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν συνεπάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να παραθέσει αιτιολογία που να ακολουθεί σε όλη τους την έκταση και έναν προς έναν όλους τους συλλογισμούς που διατύπωσαν οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία μπορεί να είναι έμμεση, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει στους μεν ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίσουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον αναιρετικό του έλεγχο (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, C‑480/09 P, AceaElectrabel Produzione κατά Επιτροπής, Συλλογή 2010, σ. Ι‑13355, σκέψη 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

65      Εν προκειμένω, αφενός, από τη σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε την επιχειρηματολογία που προέβαλε η Επιτροπή πρωτοδίκως. Αφετέρου, από τις σκέψεις 156 και 157 καθώς και 218 και 219 της απόφασης αυτής αντιστοίχως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε εμμέσως την επιχειρηματολογία αυτή. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, καθόσον η Επιτροπή υιοθέτησε μέθοδο σύμφωνη με τη νομολογία που αφορά την καθοριστική επιρροή, σε καμία περίπτωση δεν διέπραξε παρανομία, οπότε η αρχή της νομιμότητας δεν μπορούσε εν προκειμένω να άρει την υποχρέωση της Επιτροπής να τηρήσει την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

66      Επιπλέον, οι προαναφερθείσες σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης παρέχουν στους μεν ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίσουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση αυτή, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον αναιρετικό του έλεγχο εν προκειμένω, οπότε η εν λόγω απόφαση δεν πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την Επιτροπή.

67      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθούν ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος που προβάλλει η Επιτροπή προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως.

2.     Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής, που αντλείται από προσβολή του δικαιώματος για κατ’ αντιμωλία δίκη και από εσφαλμένη ερμηνεία της υποχρέωσης αιτιολόγησης

 Επιχειρήματα των διαδίκων

68      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, με τη σκέψη 196 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το θεσμικό αυτό όργανο δεν μπορούσε νομίμως να στηριχθεί στις διαφορές που υπήρχαν ως προς τα πραγματικά περιστατικά μεταξύ, αφενός, της TCLT και, αφετέρου, των Intabex και Universal, για τον λόγο ότι δεν εξέθεσε τις διαφορές αυτές με την προσβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή εκτιμά ότι αποσαφήνισε τις διαφορές αυτές με το υπόμνημα αντίκρουσης που κατέθεσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

69      Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η υποχρέωση αιτιολόγησης δεν απαιτεί να αιτιολογείται το γεγονός ότι η επίμαχη πράξη δεν απευθύνθηκε προς ορισμένους τρίτους, εκτιμά ότι δεν όφειλε να διευκρινίσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους που την οδήγησαν να μην απευθύνει την απόφαση αυτή στην Intabex και στην Universal Considérant ούτε να δικαιολογήσει, με την ίδια αυτή απόφαση, γιατί στις εταιρίες αυτές επιφυλάχθηκε μεταχείριση που φέρεται ότι ήταν διαφορετική.

70      Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η TCLT δεν επικαλέστηκε προσβολή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ενώ επίσης δεν υποστήριξε, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, ότι το συμφέρον της στη WWTE είχε αμιγώς οικονομικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, μόνο με το υπόμνημα αντίκρουσης που κατέθεσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατέστη για πρώτη φορά δυνατόν στην Επιτροπή να αντικρούσει το επιχείρημα σχετικά με τη φερόμενη ως διακριτική μεταχείριση.

71      Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσέγγιση που επέλεξε το Γενικό Δικαστήριο εμπόδισε την Επιτροπή να προβάλει τους αμυντικούς ισχυρισμούς της κατά της προσαπτόμενης σε αυτήν διακριτικής μεταχείρισης. Το θεσμικό αυτό όργανο εκτιμά ότι δικαιούται να στηρίζεται σε κάθε στοιχείο που κρίνει αναγκαίο για την άμυνά του οσάκις ένα επιχείρημα προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Ειδικότερα, κατά τη νομολογία, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να παραθέτει στις αποφάσεις της όλα τα επιχειρήματα που θα μπορούσε ενδεχομένως να επικαλεστεί μεταγενέστερα προκειμένου να αντικρούσει ενστάσεις νομιμότητας υποβαλλόμενες κατά των πράξεών της.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

72      Υπενθυμίζεται ότι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξης και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου το οποίο εξέδωσε την πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, στο δε αρμόδιο δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, σκέψη 147).

73      Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο των ατομικών αποφάσεων, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η υποχρέωση αιτιολόγησης των ατομικών αποφάσεων έχει ως σκοπό να καθιστά στο Δικαστήριο εφικτό τον έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων και να παρέχει στον ενδιαφερόμενο ικανές ενδείξεις ως προς το αν η απόφαση έχει επαρκές έρεισμα ή αν ενδεχομένως ενέχει ελάττωμα λόγω του οποίου θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το κύρος της (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, σκέψη 148).

74      Επομένως, η αιτιολογία πρέπει, καταρχήν, να ανακοινώνεται στον ενδιαφερόμενο ταυτοχρόνως με την απόφαση που τον βλάπτει. Η έλλειψη αιτιολογίας δεν δύναται να καλυφθεί επειδή ο ενδιαφερόμενος πληροφορείται την αιτιολογία της απόφασης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον των αρχών της Ένωσης (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, σκέψη 149 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

75      Ειδικότερα, όταν μια απόφαση εφαρμογής των κανόνων του δικαίου της Ένωσης στον τομέα του ανταγωνισμού αφορά πολλούς αποδέκτες και τίθεται το ζήτημα του καταλογισμού της παραβάσεως, η απόφαση αυτή πρέπει να περιέχει επαρκή αιτιολογία ως προς καθένα των αποδεκτών της, ιδιαίτερα ως προς εκείνους οι οποίοι, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, πρέπει να υποστούν τις συνέπειες της παράβασης αυτής. Επομένως, έναντι μητρικής εταιρίας στην οποία καταλογίζεται ευθύνη για την παράβαση θυγατρικής της, μια τέτοια απόφαση πρέπει καταρχήν να παραθέτει λόγους πρόσφορους να δικαιολογήσουν τον καταλογισμό της παράβασης σ’ αυτήν την εταιρία.

76      Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, καταρχάς, ότι η Επιτροπή αποφάσισε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, να καταλογίσει ευθύνη στις οικείες μητρικές εταιρίες μόνο σε περίπτωση που προσκομίζονταν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ικανά να επιβεβαιώσουν, σε κάθε επιμέρους περίπτωση, το τεκμήριο έμπρακτης άσκησης καθοριστικής επιρροής το οποίο απορρέει από την κατοχή του συνόλου του κεφαλαίου των αντίστοιχων θυγατρικών, εν συνεχεία, όσον αφορά την TCLT, να μην περιλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει το τεκμήριο αυτό και, τέλος, να μην καταλογίσει ευθύνη στις μητρικές εταιρίες Intabex, Universal και Universal Leaf, ελλείψει σχετικών αποδεικτικών στοιχείων.

77      Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, με τη σκέψη 196 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν μπορεί να συνεκτιμήσει πραγματικό περιστατικό το οποίο προβλήθηκε για πρώτη φορά με το υπόμνημα αντίκρουσης που κατέθεσε η Επιτροπή ενώπιον του.

78      Επιπλέον, με την εφαρμογή αυτή της σχετικής νομολογίας, το Γενικό Δικαστήριο δεν επέβαλε στην Επιτροπή καμία υποχρέωση να αιτιολογήσει το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απευθύνθηκε σε ορισμένους τρίτους ούτε να αναπτύξει όλα τα λυσιτελή επιχειρήματα που είχε τη δυνατότητα να επικαλεστεί. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο αρκέστηκε κατ’ ουσίαν να διαπιστώσει, με τη σκέψη 195 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης υπό το πρίσμα των κριτηρίων που η ίδια η Επιτροπή είχε επιβάλει στον εαυτό της καθώς και, με τη σκέψη 196 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αδυναμία του θεσμικού αυτού οργάνου να θεραπεύσει την έλλειψη αυτή κατά τη διάρκεια της δίκης.

79      Ως εκ τούτου, ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι τα δικαιώματα άμυνας της Επιτροπής δεν έχουν τέτοια έκταση ώστε να περιλαμβάνουν τη δυνατότητα του θεσμικού αυτού οργάνου να υπεραμυνθεί της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης κατά αιτιάσεων σχετικών με διακριτική μεταχείριση προσκομίζοντας, κατά τη διάρκεια της δίκης, στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν μεν την ευθύνη της μητρικής εταιρίας, δεν περιλαμβάνονται όμως στην απόφαση αυτή.

80      Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.

3.     Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής, που αντλείται από εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης

 Επιχειρήματα των διαδίκων

81      Η Επιτροπή φρονεί ότι, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, οι πραγματικές καταστάσεις των Universal και Intabex, αφενός, και της TCLT, αφετέρου, δεν είναι πανομοιότυπες, οπότε δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

82      Αφενός, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατ’ αντιδιαστολή προς την Intabex, η TCLT αποτελούσε όχι ενδιάμεση εταιρία αμιγώς οικονομικής φύσης, αλλά την κύρια πελάτισσα της WWTE. Το γεγονός όμως αυτό δικαιολογεί ταυτοχρόνως τόσο τη χρήση του τεκμηρίου έμπρακτης άσκησης καθοριστικής επιρροής όσο και τη διαπίστωση ότι το εν λόγω κριτήριο δεν ανατράπηκε από την TCLT.

83      Αφετέρου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι λόγοι που οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η Universal βρισκόταν σε πανομοιότυπη κατάσταση με αυτήν της TCLT δεν παρατίθενται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Δεδομένου όμως ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν απάντησε στα επιχειρήματα με τα οποία η Επιτροπή δικαιολόγησε τη διαφοροποίηση της κατάστασης της TCLT σε σχέση με αυτήν της Universal, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

84      Από τα άρθρα 256 ΣΛΕΕ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Όταν το Γενικό Δικαστήριο έχει εξακριβώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 225 ΕΚ, έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο (αποφάσεις της 6ης Απριλίου 2006, C‑551/03 P, General Motors κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑3173, σκέψη 51, και της 29ης Μαρτίου 2011, C‑352/09 P, ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, Συλλογή 2011, σ. Ι‑2359, σκέψη 179).

85      Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει επίσης ότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου, με την επιφύλαξη της περίπτωσης παραμόρφωσης των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (απόφαση της 18ης Μαΐου 2006, C‑397/03 P, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑4429, σκέψη 85, καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, σκέψη 180).

86      Εν προκειμένω όμως επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή, με την επιχειρηματολογία της που αφορά τη μη ταύτιση των πραγματικών καταστάσεων των Universal και Intabex, αφενός, και της TCLT, αφετέρου, ζητεί από το Δικαστήριο να ελέγξει τις εκτιμήσεις περί τα πραγματικά περιστατικά στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο.

87      Επιπλέον, όπως επισημάνθηκε και με τη σκέψη 60 της παρούσας απόφασης, η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου στηρίχθηκε όχι σε σύγκριση των πραγματικών καταστάσεων των εν λόγω εταιριών, αλλά στον παρεμφερή χαρακτήρα των καταστάσεων αυτών λαμβανομένων υπόψη του επιπέδου απόδειξης που η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο και των αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονταν στην προσβαλλόμενη απόφαση.

88      Άλλωστε, όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας με το σημείο 134 των προτάσεών της, η αιτίαση που αντλείται από φερόμενη έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τον παρεμφερή χαρακτήρα των αντίστοιχων καταστάσεων της TCLT και της Universal είναι αλυσιτελής, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκθέτει επαρκώς κατά νόμον τους λόγους που οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει ότι η TCLT και η Intabex βρίσκονταν σε παρόμοια κατάσταση. Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη ότι το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι η διαφορετική μεταχείριση που επιφύλαξε η Επιτροπή στις TCLT και Intabex ήταν αδικαιολόγητη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η άνιση μεταχείριση την οποία διαπίστωσε αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμον.

89      Υπό τις συνθήκες αυτές, ο τέταρτος λόγος που προβάλλει η Επιτροπή προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός και, ως εκ τούτου, η εν λόγω αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Β — Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της AOI και της SCTC

90      Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, οι AOI και SCTC προβάλλουν τρεις λόγους αντλούμενους, αντιστοίχως, από παράβαση των άρθρων 81, παράγραφος 1, ΕΚ και 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, από παράβαση του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου καθώς και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και, τέλος, από παράβαση του άρθρου 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), που κατοχυρώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο αναιρέσει την απόφαση, οι AOI και SCTC ζητούν τη μείωση του προστίμου που τους επιβλήθηκε.

1.     Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παράβαση των άρθρων 81, παράγραφος 1, ΕΚ και 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003

91      Ο πρώτος λόγος χωρίζεται σε δύο σκέλη εκ των οποίων το πρώτο αντλείται από το γεγονός ότι οι μητρικές εταιρίες της WWTE δεν ήταν σε θέση, κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου, δηλαδή πριν τις 5 Μαΐου 1998, να ασκούν καθοριστική επιρροή στη θυγατρική τους, ενώ το δεύτερο από το γεγονός ότι η έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης συνεπάγεται στέρηση των AOI και SCTC από ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματά τους.

 Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου, που αντλείται από την έλλειψη καθοριστικής επιρροής των SCC και SCTC στη WWTE

i)     Επιχειρήματα των διαδίκων

92      Πρώτον, οι AOI και SCTC βάλλουν κατά της διαπίστωσης του Γενικού Δικαστηρίου ότι, κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου, οι εταιρίες αυτές ήταν σε θέση να ασκούν καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά της WWTE. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η SCC κατείχε, μέσω της TCLT, μόνον το 66 % του κεφαλαίου της WWTE. Οι αποφάσεις όμως της γενικής συνέλευσης της τελευταίας αυτής εταιρίας μπορούσαν να ληφθούν μόνον με πλειοψηφία του 75 % του συνολικού εταιρικού κεφαλαίου.

93      Οι AOI και SCTC φρονούν ότι, μολονότι η έκφραση «καθοριστικός επηρεασμός» υπό την έννοια του κανονισμού 1/2003 ορίζεται αρνητικά, καθόσον διαπιστώνεται μόνον όταν ένας μέτοχος μειοψηφίας έχει δικαίωμα να ματαιώνει τη λήψη αποφάσεων, εντούτοις, η έννοια αυτή δεν παρέχει τη δυνατότητα απόδειξης της ευθύνης που απαιτεί το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή διάταξη προϋποθέτει τη δυνατότητα καταλογισμού της ευθύνης μόνο βάσει θετικών ενεργειών στις οποίες προβαίνει η μητρική εταιρία έναντι των θυγατρικών της.

94      Επιπλέον, οι AOI και SCTC βάλλουν κατά της διαπίστωσης του Γενικού Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία το γεγονός ότι οι εταιρίες αυτές ασκούσαν εμπράκτως καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά της WWTE συνεπάγεται αναγκαστικά ότι ήταν σε θέση να ασκούν τέτοια επιρροή. Συγκεκριμένα, κατά τις AOI και SCTC, τα δύο αυτά κριτήρια, δηλαδή, αφενός, η ικανότητα άσκησης καθοριστικής επιρροής και, αφετέρου, η έμπρακτη άσκηση τέτοιας επιρροής, είναι ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.

95      Οι AOI και SCTC υπογραμμίζουν ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή απέδειξαν όχι ότι η SCC έδινε εντολές στη WWTE, αλλά απλώς ότι η τελευταία αυτή εταιρία ήταν ενήμερη για τις επίμαχες πρακτικές. Η πληροφορία όμως αυτή δεν αρκεί για να αποδείξει ότι η SCC ασκούσε ή μπορούσε να ασκήσει καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά της WWTE.

96      Τέλος, οι AOI και SCTC φρονούν ότι, στο μέτρο που δεν διαπιστώθηκε εις ολόκληρον ευθύνη της TCLT, ο έμμεσος και αρνητικός έλεγχος που ασκούσε η SCC στη WWTE δεν αρκεί για να καταλογιστεί στην τελευταία η ευθύνη για τη συμπεριφορά της WWTE.

97      Δεύτερον, οι AOI και SCTC υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα την έννοια της ενιαίας επιχείρησης. Κατ’ αυτές, αν υπήρχαν οικονομικοί, οργανωτικοί και νομικοί δεσμοί μεταξύ της WWTE, της SCC και του μετόχου μειοψηφίας, η ενιαία επιχείρηση θα έπρεπε να περιλαμβάνει όλους τους ανωτέρω. Δεδομένου ότι η SCC δεν ήταν σε θέση, κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου, να ασκεί μόνη της καθοριστική επιρροή στη WWTE, η τελευταία αυτή εταιρία και η SCC δεν μπορούσαν από μόνες τους να θεωρηθούν ότι συνιστούν ενιαία οικονομική οντότητα.

98      Οι AOI και SCTC διευκρινίζουν ότι η Επιτροπή δεν έθιξε το ζήτημα αν ο μέτοχος μειοψηφίας μπορούσε να ασκήσει επιρροή ή όχι και, όσον αφορά τον μέτοχο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξακρίβωσε αν ήταν σε θέση να επηρεάσει τη WWTE. Ως εκ τούτου, κανένα πραγματικό περιστατικό δεν δικαιολογεί τον καταλογισμό της ευθύνης για τη συμπεριφορά της WWTE αποκλειστικά στη SCC.

99      Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Ειδικότερα, το θεσμικό αυτό όργανο υποστηρίζει ότι το επιχείρημα των AOI και SCTC ότι, σε περίπτωση από κοινού ελέγχου, η ευθύνη για την παράβαση θυγατρικής πρέπει να καταλογιστεί στους δύο μετόχους που ασκούν από κοινού τον έλεγχο δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως και, ως εκ τούτου, εκτιμά ότι το επιχείρημα αυτό είναι απαράδεκτο.

ii)  Εκτίμηση του Δικαστηρίου

100    Προκαταρκτικώς, η ένσταση απαραδέκτου την οποία υποβάλλει η Επιτροπή σχετικά με το επιχείρημα των AOI και SCTC που αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας της ενιαίας επιχείρησης πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι το εν λόγω επιχείρημα μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ανάπτυξη επιχειρήματος ήδη προβληθέντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και το οποίο περιέχεται στις σκέψεις 56 και 57 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

101    Όσον αφορά την ουσία, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι το γεγονός ότι δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους μητρικές εταιρίες ασκούν από κοινού έλεγχο στη θυγατρική τους δεν αναιρεί καταρχήν την εκ μέρους της Επιτροπής διαπίστωση ότι μία εκ των εν λόγω μητρικών εταιριών αποτελεί ενιαία οικονομική οντότητα με την οικεία θυγατρική καθώς και ότι τούτο ισχύει ακόμα και όταν το τμήμα του κεφαλαίου που ανήκει στη μητρική εταιρία περί της οποίας πρόκειται είναι μικρότερο από εκείνο που ανήκει στην άλλη μητρική εταιρία (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση AceaElectrabel Produzione κατά Επιτροπής, σκέψη 64). Παρά ταύτα, πρέπει κατά μείζονα λόγο να γίνει δεκτό ότι μια μητρική εταιρία και η θυγατρική της, η οποία είναι με τη σειρά της η μητρική εταιρία εκείνης που έχει διαπράξει την παράβαση, μπορούν αμφότερες να θεωρηθούν ότι συνιστούν οικονομική οντότητα με την τελευταία αυτή εταιρία.

102    Επιπλέον, όπως υπομνήσθηκε με τις σκέψεις 42 έως 45 της παρούσας απόφασης, η Επιτροπή μπορεί να απευθύνει μια απόφαση περί επιβολής προστίμων στη μητρική εταιρία θυγατρικής που συμμετείχε σε παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, χωρίς να απαιτείται να αποδείξει την εμπλοκή της μητρικής εταιρίας στην παράβαση, υπό την προϋπόθεση ότι η τελευταία αυτή εταιρία ασκεί εμπράκτως καθοριστική επιρροή στην εμπορική πολιτική της θυγατρικής.

103    Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι, κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου, οι SCC και SCTC ασκούσαν από κοινού έλεγχο στη WWTE δεν αναιρεί τη διαπίστωση ότι οι εταιρίες αυτές συνιστούσαν οικονομική οντότητα, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ότι οι SCC και SCTC ασκούσαν εμπράκτως καθοριστική επιρροή στην εμπορική πολιτική της WWTE.

104    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε ενδελεχώς, με τις σκέψεις 172 έως 193 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή πριν καταλήξει, με τη σκέψη 194 της ίδιας απόφασης, ότι τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν επαρκώς κατά νόμον την έμπρακτη άσκηση τέτοιας καθοριστικής επιρροής.

105    Λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των στοιχείων που εξετάστηκαν με τις σκέψεις 182 έως 186 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα οποία αφορούν την επιρροή που ασκούσε η SCTC στη WWTE, οι εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 172 έως 194 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφενός, ουδόλως ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο και, αφετέρου, ορθώς οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τις AOI και SCTC, να διαπιστώσει την έμπρακτη άσκηση τέτοιας καθοριστικής επιρροής.

106    Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως που προβάλλουν οι AOI και SCTC.

β)       Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων

 i) Επιχειρήματα των διαδίκων

107    Οι AOI και SCTC φρονούν ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εθίγησαν ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματά τους, ήτοι το δικαίωμά τους να ισχύσει στην περίπτωσή τους το τεκμήριο αθωότητας, καθώς και οι αρχές της νομιμότητας και του προσωποπαγούς των εγκλημάτων και των ποινών που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 48 και 49 του Χάρτη. Κατά τις AOI και SCTC, η θέση σε ισχύ του Χάρτη ασκεί άμεση επιρροή εν προκειμένω, δεδομένου ότι οι προαναφερθείσες αρχές έχουν πλέον αποκτήσει ισχύ πρωτογενούς δικαίου.

108    Οι AOI και SCTC υποστηρίζουν ότι, υπό το πρίσμα των εν λόγω θεμελιωδών δικαιωμάτων, το τεκμήριο ενοχής καταρχήν απαγορεύεται ενώ πρέπει να γίνεται δεκτό μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Το Γενικό Δικαστήριο όμως εφάρμοσε το τεκμήριο έμπρακτης άσκησης καθοριστικής επιρροής που απορρέει από την κατοχή του 100 % των μετοχών θυγατρικής εταιρίας χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις εν προκειμένω. Εκτός αυτού, τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στις AOI και SCTC είναι σημαντικά και όχι ελάχιστα.

109    Η Επιτροπή θεωρεί ότι το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου που προβάλλεται προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτο υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι βασίζεται σε νέα επιχειρήματα.

 ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

110    Όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, οι AOI και SCTC δεν προέβαλαν πρωτοδίκως με το δικόγραφο της προσφυγής τους τα επιχειρήματα που επικαλούνται στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

111    Από πάγια όμως νομολογία προκύπτει ότι, αν οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν είχαν προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τούτο θα είχε ως συνέπεια η υποβαλλόμενη στην κρίση του Δικαστηρίου διαφορά να έχει περιεχόμενο ευρύτερο της διαφοράς που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο. Όταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται καταρχήν στον έλεγχο της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτιμήσεως των ισχυρισμών που συζητήθηκαν ενώπιόν του (προπαρατεθείσα απόφαση AceaElectrabel Produzione κατά Επιτροπής, σκέψη 113 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

112    Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.

113    Εν πάση περιπτώσει, η επιχειρηματολογία που συνοψίζεται στη σκέψη 108 της παρούσας απόφασης στερείται παντός ερείσματος, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε με τις σκέψεις 46 και 47 της παρούσας απόφασης.

114    Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

2.     Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως των AOI και SCTC, που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας καθώς και από παράβαση του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου

 Επιχειρήματα των διαδίκων

115    Πρώτον, οι AOI και SCTC υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας στο μέτρο που δέχτηκε, κατά παράβαση του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του, νέο επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή με την απάντησή της σε ερώτηση που της έθεσε το Γενικό Δικαστήριο.

116    Συγκεκριμένα, με την εν λόγω απάντηση, η Επιτροπή επανέλαβε τις προηγούμενες δηλώσεις της ότι η Universal και η Universal Leaf, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, κατόρθωσαν να ανατρέψουν το τεκμήριο της έμπρακτης άσκησης καθοριστικής επιρροής που απορρέει από την κατοχή του 100 % των μετοχών της Deltafina ενώ υποστήριξε, για πρώτη φορά, ότι είχε επιλέξει να μη στηριχθεί αποκλειστικά στο τεκμήριο αυτό, αλλά να στοιχειοθετήσει την ευθύνη χρησιμοποιώντας διπλή βάση, λαμβάνοντας δηλαδή υπόψη και συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχαν στην περίπτωση των μητρικών εταιριών Universal και Universal Leaf. Στις AOI και SCTC όμως δεν παρασχέθηκε η δυνατότητα να απαντήσουν με τα έγγραφά τους στο επιχείρημα που θεμελιώνεται στην εν λόγω διπλή βάση.

117    Δεύτερον, οι AOI και SCTC υπογραμμίζουν ότι η Επιτροπή οφείλει, κατά πάγια νομολογία, να ακολουθεί τη συλλογιστική που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν μπορεί να αιτιολογεί εκ των υστέρων την απόφαση αυτή ενώπιον του δικαστή της Ένωσης. Η υποχρέωση όμως αυτή δεσμεύει κατά μείζονα λόγο και το Γενικό Δικαστήριο.

118    Οι AOI και SCTC επισημαίνουν ότι οι αιτιολογικές σκέψεις 371 έως 373 της προσβαλλόμενης απόφασης ουδόλως μνημονεύουν το κριτήριο της διπλής βάσης που επέλεξε το Γενικό Δικαστήριο. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο καθόρισε τη μέθοδο που φέρεται ότι εφάρμοσε η Επιτροπή συνάγοντάς την, εκ των υστέρων, από το γενικότερο πλαίσιο της απόφασης αυτής. Οι λόγοι όμως που ενδέχεται να οδήγησαν την Επιτροπή να εκφραστεί κατά διφορούμενο τρόπο στην εν λόγω απόφαση δεν εξουσιοδοτούν, εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο να καλύψει τα ελαττώματα της συλλογιστικής του θεσμικού αυτού οργάνου ούτε να αναπτύξει επιχειρηματολογία εκ των υστέρων.

119    Η Επιτροπή φρονεί ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν μπορεί να γίνει δεκτό κατ’ αναίρεση ένα επιχείρημα στηριζόμενο σε πλημμέλεια της διαδικασίας διαπραχθείσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου παρά μόνον αν η πλημμέλεια αυτή έθιξε τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος. Οι AOI και SCTC όμως δεν απέδειξαν ότι εθίγησαν εν προκειμένω τα συμφέροντά τους. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

120    Προκαταρκτικώς, πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία με την οποία η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας με τα σημεία 187 και 188 των προτάσεών της, τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι AOI και SCTC αντλούνται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. Μια τέτοια προσβολή, εφόσον επαληθευτεί, είναι ικανή να επιφέρει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

121    Εντούτοις, επί της ουσίας, διαπιστώνεται εκ προοιμίου ότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τις AOI και SCTC, το Γενικό Δικαστήριο στήριξε την εκτίμησή του όχι σε νέο επιχείρημα προβαλλόμενο για πρώτη φορά από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά στη δική του ερμηνεία της προσβαλλόμενης απόφασης, εξεταζόμενης στο σύνολό της, όπως προκύπτει και από τις σκέψεις 141 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, από τη σκέψη 147 της εν λόγω απόφασης συνάγεται ότι οι δηλώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της δίκης συνεκτιμήθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο μόνο για να ενισχύσουν την ερμηνεία που το ίδιο έδωσε στην προσβαλλόμενη απόφαση.

122    Κατά συνέπεια, αφενός, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που προβάλλουν οι AOI και SCTC ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε τη συλλογιστική που αναπτύσσεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά δέχτηκε νέο επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της δίκης.

123    Αφετέρου, το επιχείρημα των AOI και SCTC που αντλείται από παράβαση του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου είναι, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, αλυσιτελές. Εν πάση περιπτώσει, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τις AOI και SCTC, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι έχει ως σκοπό να περιορίσει την εξουσία εκτίμησης του Γενικού Δικαστηρίου κατά τρόπο ώστε το τελευταίο να εμποδίζεται να επιλέξει συγκεκριμένη ερμηνεία αποφάσεως για τον λόγο ότι η ίδια ερμηνεία προτάθηκε με καθυστέρηση από έναν εκ των μετεχόντων στη διαδικασία. Επιπλέον, οι AOI και SCTC είχαν τη δυνατότητα, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση πρωτοδίκως, να τοποθετηθούν επί των δηλώσεων της Επιτροπής.

124    Επομένως, ο δεύτερος λόγος που προβάλλεται προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

3.     Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως των AOI και SCTC, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης

 Επιχειρήματα των διαδίκων

125    Κατά πρώτο λόγο, οι AOI και SCTC υποστηρίζουν ότι το κριτήριο που αντλείται από τη διπλή βάση, το οποίο χρησιμοποίησε το Γενικό Δικαστήριο προκειμένου να αποδείξει την έμπρακτη άσκηση καθοριστικής επιρροής και να καταλογίσει συνακόλουθα στις μητρικές εταιρίες την ευθύνη για τη συμπεριφορά των θυγατρικών που ήλεγχαν κατά 100 %, ενέχει τρεις πλάνες περί το δίκαιο.

126    Πρώτον, η μέθοδος αυτή συνεπάγεται διάκριση μεταξύ των εταιριών αναλόγως της σταθερότητας της επιχειρηματολογίας τους στο πλαίσιο της προσφυγής. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή, υιοθετώντας μια μέθοδο η οποία, για προληπτικούς λόγους, ελέγχει εξονυχιστικά τις περιπτώσεις ανατροπής του επίμαχου τεκμηρίου βάσει της διαθεσιμότητας συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων, στηρίχθηκε σε εικασίες και επέδειξε συμπεριφορά συνεπαγόμενη διακρίσεις σε βάρος των εταιριών που αφορούσε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με εκείνες τις οποίες δεν αφορούσε.

127    Δεύτερον, οι AOI και SCTC φρονούν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή αύξησε το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ότι η Επιτροπή εξάρτησε την εφαρμογή του επίμαχου τεκμηρίου από συμπληρωματικά ενδεικτικά στοιχεία. Επομένως, η Επιτροπή θα μπορούσε να έχει εφαρμόσει το τεκμήριο αυτό χωρίς να καταφύγει στη χρήση άλλης βάσης προκειμένου να δικαιολογήσει την έμπρακτη άσκηση καθοριστικής επιρροής.

128    Τρίτον, οι AOI και SCTC επισημαίνουν ότι, με την αιτιολογική σκέψη 376 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή απέκλεισε την ευθύνη της Universal και της Universal Leaf, διότι ο φάκελος δεν περιείχε καμία ένδειξη έμπρακτης συμμετοχής των τελευταίων αυτών εταιριών στην παράβαση. Δεδομένου όμως ότι η Επιτροπή ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η SCC ή η SCTC είχαν μετάσχει εμπράκτως στην παράβαση που διέπραξε η WWTE, μολονότι τελικώς τους καταλόγισε σχετική ευθύνη, εφάρμοσε σε αυτές διαφορετικά κριτήρια, παραβιάζοντας, ως εκ τούτου, την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

129    Κατά δεύτερο λόγο, οι AOI και SCTC επικαλούνται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης στο πλαίσιο εφαρμογής της μεθόδου καταλογισμού της ευθύνης για την παράβαση.

130    Αφενός, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει αν οι Deltafina, Universal και Universal Leaf αποτελούσαν ενιαία οικονομική οντότητα. Ως εκ τούτου, κατά τις AOI και SCTC, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να προσδιορίσει αν οι πρώτες εταιρίες έτυχαν διακριτικής μεταχείρισης σε σχέση με τις AOI και SCTC. Επιπλέον, από τον φάκελο προκύπτει ότι η Universal είχε ενημερώσει την Επιτροπή ότι υποστήριζε την απόφαση της θυγατρικής της Taes να συνεργαστεί καθώς και ότι στις πρακτικές είχαν μετάσχει δύο θυγατρικές, πράγμα το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη άσκησης καθοριστικής επιρροής στις εν λόγω θυγατρικές.

131    Αφετέρου, οι AOI και SCTC υποστηρίζουν ότι η κατάσταση της SCC και της SCTC ήταν απολύτως ανάλογη της κατάστασης των Universal και Universal Leaf, λαμβανομένου υπόψη ότι όλες αυτές οι εταιρίες κατείχαν το 100 % των μετοχών των αντίστοιχων θυγατρικών τους. Δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που αφορούσε την TCLT, όφειλε να έχει πράξει το ίδιο και ως προς τον καταλογισμό της ευθύνης στις SCC και SCTC, προκειμένου να αποφύγει την εις βάρος τους διακριτική μεταχείριση σε σχέση με τις Universal και Universal Leaf.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

132    Πρώτον, ως προς το κριτήριο της διπλής βάσης που υιοθέτησε, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή για να στοιχειοθετήσει την ευθύνη των μητρικών εταιριών οι θυγατρικές των οποίων συμμετείχαν στην παράβαση που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση, υπενθυμίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε την προσέγγιση αυτή της Επιτροπής κατόπιν ενδελεχούς ανάλυσης της απόφασης αυτής και ότι η ανάλυση αυτή δεν ενέχει καμία πλάνη περί το δίκαιο, όπως διαπιστώθηκε και με τη σκέψη 121 της παρούσας απόφασης.

133    Ειδικότερα, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, μέσω της ερμηνείας του, το επιχείρημα των AOI και SCTC ότι η αιτιολογική σκέψη 376 της προσβαλλόμενης απόφασης έχει την έννοια ότι η Επιτροπή δεν καταλόγισε ευθύνη στις Universal Leaf και Universal ακριβώς λόγω της έλλειψης ενδεικτικών στοιχείων περί της έμπρακτης συμμετοχής των εταιριών αυτών στην παράβαση, καθόσον η προτεινόμενη από τις εν λόγω εταιρίες ερμηνεία αντιφάσκει προς τη σφαιρική ερμηνεία της απόφασης αυτής, και ειδικότερα προς τις αιτιολογικές της σκέψεις 18, 376, 384, 391, 392, 397, 399 και 400, τις οποίες άλλωστε εξέτασε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 133 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

134    Επιπλέον, με τις σκέψεις 54 και 71 της παρούσας απόφασης διαπιστώθηκε ότι, λαμβανομένων υπόψη των αμφιβολιών που διατηρούσε η Επιτροπή ως προς τη νομιμότητα απόφασης στηριζόμενης αποκλειστικά και μόνο στο μη ανατραπέν τεκμήριο της καθοριστικής επιρροής, το Γενικό Δικαστήριο μπορούσε να κρίνει ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να επιβάλει στον εαυτό της επαχθέστερο βάρος απόδειξης από εκείνο το οποίο θα μπορούσε καταρχήν να θεωρηθεί επαρκές, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε με τις σκέψεις 46 και 47 της παρούσας απόφασης.

135    Διευκρινίζεται ότι το κριτήριο της διπλής βάσης που χρησιμοποίησε το Γενικό Δικαστήριο συνιστά αντικειμενικό κριτήριο, δεδομένου ότι περιορίζεται απλώς στο να απαιτεί αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν το τεκμήριο ότι η οικεία μητρική εταιρία ασκεί καθοριστική επιρροή στη θυγατρική της, τεκμήριο που απορρέει από την κατοχή του συνολικού κεφαλαίου της τελευταίας. Επομένως, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τις AOI και SCTC, το κριτήριο αυτό δεν στηρίζεται στη σταθερότητα των αντίστοιχων επιχειρηματολογιών που ανέπτυξαν οι εταιρίες τις οποίες αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση.

136    Δεύτερον, όσον αφορά την εφαρμογή εν προκειμένω του κριτηρίου της διπλής βάσης, επισημαίνεται ότι, με την επιχειρηματολογία τους, οι AOI και SCTC υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να έχει εξακριβώσει αν οι Deltafina, Universal και Universal Leaf αποτελούσαν ενιαία οικονομική οντότητα και ότι, σε περίπτωση θετικής διαπίστωσης, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να έχει ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που αφορούσε τις SCC και SCTC, λόγω διακριτικής εις βάρος τους μεταχείρισης σε σχέση με τις Universal και Universal Leaf.

137    Συναφώς, αρκεί η υπενθύμιση ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς επισήμανε, με τις σκέψεις 141 έως 147 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή εφάρμοσε το ίδιο νομικό κριτήριο σε όλες τις μητρικές εταιρίες και ότι, με την εξαίρεση της περίπτωσης της TCLT, το θεσμικό αυτό όργανο αποφάσισε να καταλογίσει ή να μην καταλογίσει ευθύνη στις εν λόγω εταιρίες βάσει της ύπαρξης αποδεικτικών στοιχείων που επιβεβαίωναν το τεκμήριο ότι οι εταιρίες αυτές ασκούσαν καθοριστική επιρροή, τεκμήριο που απορρέει από την εκ μέρους των μητρικών εταιριών κατοχή του συνολικού κεφαλαίου των αντίστοιχων θυγατρικών τους.

138    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι οι AOI και SCTC ουδόλως απέδειξαν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ο τρίτος λόγος που προβάλλουν οι εν λόγω εταιρίες προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

4.     Επί του αιτήματος μείωσης του προστίμου

139    Οι AOI και SCTC θεωρούν ότι, σε περίπτωση ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, το πρόστιμο που τους επιβλήθηκε πρέπει να μειωθεί.

140    Δεδομένου ότι, κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, δεν συντρέχει λόγος ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, το αίτημα μείωσης του προστίμου που επιβλήθηκε στις AOI και SCTC, το οποίο, κατά τα λοιπά, δεν υποβλήθηκε στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, πρέπει εν πάση περιπτώσει να απορριφθεί.

141    Λαμβανομένου υπόψη ότι κανένας από τους λόγους που προβάλλουν οι AOI και SCTC προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός, η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί.

V –  Επί των δικαστικών εξόδων

142    Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

143    Δεδομένου ότι οι AOI και SCTC ηττήθηκαν στην κατ’ αναίρεση δίκη στην υπόθεση C‑628/10 P και η Επιτροπή είχε υποβάλει σχετικό αίτημα, οι εταιρίες αυτές πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της σχετικής αναιρετικής διαδικασίας.

144    Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε στην κατ’ αναίρεση δίκη στην υπόθεση C‑14/11 P και οι AOI και SCTC είχαν υποβάλει σχετικό αίτημα, το θεσμικό αυτό όργανο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της σχετικής αναιρετικής διαδικασίας.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως.

2)      Η Alliance One International Inc. και η Standard Commercial Tobacco Co. Inc. φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας στην υπόθεση C‑628/10 P.

3)      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Alliance One International Inc., η Standard Commercial Tobacco Co. Inc. και η Trans-Continental Leaf Tobacco Corp. Ltd στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας στην υπόθεση C‑14/11 P.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.