Language of document : ECLI:EU:C:2016:760

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MICHAL BOBEK

της 11ης Οκτωβρίου 2016 (1)

Υπόθεση C‑439/16 PPU

Emil Milev

[αίτηση του Spetsializiran nakazatelen sad
(ειδικευμένου ποινικού δικαστηρίου, Βουλγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Επείγουσα προδικαστική διαδικασία – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Οδηγία (ΕΕ) 2016/343 – Ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας – Άρθρα 3 και 6 – Διαχρονική εφαρμογή – Εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει την εξέταση, κατά το ένδικο στάδιο της διαδικασίας, του ζητήματος αν υφίστανται εύλογες υπόνοιες ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε αδίκημα – “Γνωμοδότηση” ανώτατου δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνεται αντίφαση μεταξύ, αφενός, της εθνικής ρυθμίσεως και, αφετέρου, του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, και του άρθρου 5, παράγραφος 4, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών – Περιθώριο εκτιμήσεως των εθνικών δικαστηρίων να αποφασίζουν περί της εφαρμογής ή μη της Συμβάσεως»





I –    Εισαγωγή

1.        Βάσει του Nakazatelno-protsesualen kodeks (κώδικα ποινικής δικονομίας, στο εξής: ΝΡΚ), το δικαστήριο που επιλαμβάνεται μέτρου προσωρινής κρατήσεως δεν μπορεί να εξετάσει, κατά το ένδικο στάδιο της ποινικής διαδικασίας, το ζήτημα της υπάρξεως εύλογων υπονοιών περί τελέσεως αξιόποινης πράξεως. Η ρύθμιση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση πλειόνων καταδικαστικών αποφάσεων από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ). Βάσει πάγιας νομολογίας του ΕΔΔΑ, το άρθρο 5, παράγραφος 4, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), «υποχρεώνει τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται αιτήματος αποφυλακίσεως να εξετάζουν, μεταξύ άλλων, κατά πόσον υφίστανται εύλογες υπόνοιες ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη (2)».

2.        Το Varhoven kasatsionen Sad (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Βουλγαρία) διαπίστωσε, κατόπιν παραπομπής του ζητήματος από το αιτούν δικαστήριο, ήτοι το Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικευμένο ποινικό δικαστήριο, Βουλγαρία), ότι υφίστατο αντίφαση μεταξύ, αφενός, της εν λόγω εθνικής δικονομικής ρυθμίσεως και, αφετέρου, του άρθρου 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, αυτής (στο εξής: γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen Sad). Έκρινε, εντούτοις, ότι απόκειται στη διακριτική ευχέρεια των εθνικών δικαστηρίων να εφαρμόζουν είτε τη νομολογία του ΕΔΔΑ είτε την εθνική ρύθμιση, εν αναμονή νομοθετικής παρεμβάσεως.

3.        Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά τη συμβατότητα της γνωμοδοτήσεως του Varhoven kasatsionen Sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) με την οδηγία (ΕΕ) 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας (3). Η ιδιαιτερότητα της παρούσας υποθέσεως έγκειται στο γεγονός ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του E. Milev και της προσωρινής κρατήσεώς του, περιήλθε στο Δικαστήριο λίγους μήνες μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2016/343 και πολύ πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της στην εσωτερική έννομη τάξη.

II – Το νομικό πλαίσιο

 Α –      Το δίκαιο της Ένωσης

1.      Ο Χάρτης

4.        Βάσει του άρθρου 6 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια».

5.        Το άρθρο 47 του Χάρτη, το οποίο τιτλοφορείται «Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου», ορίζει τα εξής:

«Κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί η υπόθεσή του δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. Κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται δικηγόρο και να του αναθέτει την υπεράσπιση και εκπροσώπησή του.

[...]»

6.        Το άρθρο 48 του Χάρτη, το οποίο επιγράφεται «Τεκμήριο αθωότητας και δικαιώματα της υπεράσπισης», ορίζει τα εξής:

«1.      Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με τον νόμο.

2.      Διασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων της υπεράσπισης σε κάθε κατηγορούμενο.»

 2.      Η οδηγία 2016/343

7.        Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 16 και 22 της οδηγίας 2016/343:

«(16) Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται σε περίπτωση που δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, αναφέρονται στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος κατά το χρονικό διάστημα που το πρόσωπο αυτό δεν έχει αποδειχτεί ένοχο κατά τον νόμο. Οι εν λόγω δηλώσεις και δικαστικές αποφάσεις δεν θα πρέπει να δημιουργούν την αίσθηση ότι το πρόσωπο αυτό είναι ένοχο. Η διάταξη αυτή δεν θα πρέπει να θίγει τις πράξεις της εισαγγελικής αρχής που αποσκοπούν να αποδείξουν την ενοχή του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, όπως η απαγγελία κατηγορίας, ούτε να θίγει τις δικαστικές αποφάσεις ως αποτέλεσμα των οποίων μια καταδικαστική απόφαση που είχε ανασταλεί τίθεται σε εφαρμογή, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται τα δικαιώματα της υπεράσπισης. Δεν θα πρέπει να θίγει επίσης τις προκαταρκτικές αποφάσεις δικονομικής φύσης, που λαμβάνονται από δικαστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές και βασίζονται σε υπόνοιες ή ενοχοποιητικά στοιχεία, όπως αποφάσεις προφυλάκισης, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν αναφέρονται στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος. Προτού λάβει προκαταρκτική απόφαση, η αρμόδια αρχή ενδεχομένως να οφείλει να διαπιστώσει πρώτα ότι υφίστανται επαρκή ενοχοποιητικά στοιχεία σε σχέση με τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο τα οποία να δικαιολογούν τη σχετική απόφαση, η οποία μπορεί και να περιέχει αναφορά στα εν λόγω στοιχεία.

[…]

(22)      Η εισαγγελική αρχή φέρει το βάρος της απόδειξης της ενοχής των υπόπτων και κατηγορουμένων και οποιαδήποτε αμφιβολία θα πρέπει να είναι προς όφελος του υπόπτου ή του κατηγορουμένου. Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται όταν το βάρος της αποδείξεως μετατίθεται από την εισαγγελική αρχή στην υπεράσπιση, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενων αυτεπάγγελτων εξουσιών έρευνας του δικαστηρίου, της ανεξαρτησίας του δικαστικού σώματος κατά την εκτίμηση της ενοχής του υπόπτου ή κατηγορουμένου και της χρήσης πραγματικών ή νομικών τεκμηρίων σχετικά με την ποινική ευθύνη προσώπου που είναι ύποπτο ή κατηγορείται για τη τέλεση αξιόποινης πράξης. Τα τεκμήρια αυτά θα πρέπει να περιορίζονται σε λογικά όρια, με συνεκτίμηση της σοβαρότητας του διακυβεύματος και διαφύλαξη των δικαιωμάτων της υπεράσπισης, ενώ τα χρησιμοποιούμενα μέσα θα πρέπει να είναι ευλόγως αναλογικά με τον επιδιωκόμενο θεμιτό στόχο. Τέτοια τεκμήρια θα πρέπει να είναι μαχητά και, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο υπό τον όρο ότι τηρούνται τα δικαιώματα της υπεράσπισης.»

8.        Βάσει του άρθρου 3 της οδηγίας 2016/343, το οποίο τιτλοφορείται «Τεκμήριο αθωότητας», «[τ]α κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρις ότου αποδειχτεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο».

9.        Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2016/343, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου», ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, όσο δεν έχει αποδειχτεί η ενοχή υπόπτου ή κατηγορουμένου σύμφωνα με τον νόμο, στις δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών καθώς και στις δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί της ενοχής, το εν λόγω πρόσωπο δεν αναφέρεται ως ένοχο. Η ανωτέρω διάταξη δεν θίγει τις πράξεις της εισαγγελικής αρχής που αποσκοπούν να αποδείξουν την ενοχή του υπόπτου ή του κατηγορουμένου και δεν θίγει επίσης τις προκαταρκτικές αποφάσεις δικονομικής φύσης που λαμβάνονται από δικαστικές ή άλλες αρμόδιες αρχές και βασίζονται σε υπόνοιες ή ενοχοποιητικά στοιχεία.

2.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι υπάρχουν διαθέσιμα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, βάσει της οποίας δεν πρέπει να γίνεται αναφορά στον ύποπτο ή κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και ειδικότερα με το άρθρο 10.»

10.      Το άρθρο 6 της οδηγίας 2016/343, το οποίο τιτλοφορείται «Βάρος της απόδειξης», έχει ως εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εισαγγελική αρχή φέρει το βάρος της απόδειξης της ενοχής των υπόπτων και των κατηγορουμένων. Τούτο ισχύει με την επιφύλαξη οποιασδήποτε υποχρέωσης του δικαστή ή του αρμόδιου δικαστηρίου να αναζητούν τόσο ενοχοποιητικά όσο και απαλλακτικά στοιχεία και του δικαιώματος της υπεράσπισης να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία.

2.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε αμφιβολία περί της ενοχής είναι προς όφελος του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων και όταν το δικάζον δικαστήριο διατυπώνει εκτίμηση σχετικά με το εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο θα πρέπει να αθωωθεί.»

11.      Το άρθρο 10 της οδηγίας 2016/343, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μέσα ένδικης προστασίας», ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι διαθέτουν αποτελεσματικό ένδικο μέσο προστασίας εάν παραβιάζονται τα δικαιώματά τους δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

2.      Με την επιφύλαξη των εθνικών κανόνων και συστημάτων για το παραδεκτό των αποδείξεων, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, κατά την εκτίμηση των καταθέσεων του υπόπτου ή κατηγορουμένου ή των αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνονται κατά παράβαση του δικαιώματος σιωπής ή του δικαιώματος μη αυτοενοχοποίησης, να τηρούνται τα δικαιώματα της υπεράσπισης και να διασφαλίζεται η δίκαιη διεξαγωγή της δίκης.»

12.      Βάσει του άρθρου της 15, η οδηγία 2016/343, η οποία δημοσιεύθηκε στις 11 Μαρτίου 2016, άρχισε να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία έως την 1η Απριλίου 2018.

 Β –      Το βουλγαρικό δίκαιο

13.      Κατά το άρθρο 56, παράγραφος 1, του NPK, περιοριστικό μέτρο μπορεί να επιβληθεί στον κατηγορούμενο όταν «προκύπτουν από τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου εύλογες υπόνοιες ενοχής του κατηγορουμένου και όταν συντρέχει ένας από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 57». Βάσει του άρθρου 57 του NPK, τα εν λόγω περιοριστικά μέτρα λαμβάνονται προς αποφυγήν της φυγής του κατηγορουμένου, της τελέσεως αξιόποινης πράξεως από τον κατηγορούμενο ή της παρεμποδίσεως από αυτόν της εκτελέσεως της τελεσίδικης καταδικαστικής αποφάσεως. Το άρθρο 58, παράγραφος 4, του NPK μνημονεύει, μεταξύ των εν λόγω περιοριστικών μέτρων, την προσωρινή κράτηση.

14.      Βάσει του άρθρου 63, παράγραφος 1, του NPK, η προσωρινή κράτηση διατάσσεται όταν «υφίστανται εύλογες υπόνοιες ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε αδίκημα που επισύρει ποινή στερητική της ελευθερίας ή άλλη αυστηρότερη ποινή και προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία της υποθέσεως ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος φυγής του κατηγορουμένου ή τελέσεως αξιόποινης πράξεως από τον κατηγορούμενο». Βάσει του άρθρου 64, παράγραφος 4, του NPK, όσον αφορά το στάδιο της προδικασίας, «το δικαστήριο διατάσσει το περιοριστικό μέτρο της προσωρινής κρατήσεως όταν πληρούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 63, παράγραφος 1, προϋποθέσεις· σε αντίθετη περίπτωση, το δικαστήριο δύναται να μη διατάξει περιοριστικό μέτρο ή να επιβάλει ηπιότερο μέτρο».

15.      Βάσει του άρθρου 256, παράγραφος 1, σημείο 2, του NPK, για την προετοιμασία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, ο εισηγητής δικαστής αποφαίνεται επί του περιοριστικού μέτρου χωρίς να εξετάσει το ζήτημα αν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες τελέσεως αδικήματος. Βάσει της παραγράφου 3 της εν λόγω διατάξεως, ο περιορισμός αυτός ισχύει επίσης σε περίπτωση αιτήματος σχετικού με το περιοριστικό μέτρο προσωρινής κρατήσεως, όταν το δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αντικαταστάσεως ή ακυρώσεως του περιοριστικού μέτρου.

16.      Βάσει του άρθρου 270, παράγραφος 1, του NPK, το ζήτημα της αντικαταστάσεως του περιοριστικού μέτρου μπορεί να εγερθεί οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της δίκης. Κατά το άρθρο 270, παράγραφος 2, του NPK, το δικαστήριο αποφαίνεται με διάταξη σε δημόσια συνεδρίαση χωρίς να εξετάσει το ζήτημα της υπάρξεως εύλογων υπονοιών τελέσεως αδικήματος.

III – Το πραγματικό πλαίσιο και το προδικαστικό ερώτημα

17.      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο E. Milev κατηγορείται για την τέλεση οκτώ ποινικών αδικημάτων, μεταξύ των οποίων αυτά της συγκροτήσεως ένοπλης εγκληματικής οργανώσεως, της κλοπής και του εμπρησμού οχήματος, της απόπειρας ανθρωποκτονίας εις βάρος αστυνομικού καθώς και της ληστείας μίας τράπεζας και δύο πρατηρίων βενζίνης. Τα αδικήματα αυτά επισύρουν στερητικές της ελευθερίας ποινές, με ηπιότερη τη φυλάκιση τριών ετών και αυστηρότερη την ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα μετατροπής.

18.      O Ε. Milev τελεί υπό κράτηση από τις 24 Νοεμβρίου 2013. Κατά την προανάκριση, το αρμόδιο δικαστήριο έκρινε ότι εξακολουθούσαν να υφίστανται εύλογες υπόνοιες ότι ο E. Milev τέλεσε τα επίμαχα αδικήματα.

19.      Από την έναρξη της δίκης στις 8 Ιουνίου 2015, το αιτούν δικαστήριο [Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικευμένο ποινικό δικαστήριο)] αποφάνθηκε επανειλημμένως, κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου, επί της άρσεως του μέτρου της προσωρινής κρατήσεως, χωρίς ωστόσο να εξετάσει την ύπαρξη ή μη εύλογων υπονοιών ότι ο E. Milev τέλεσε τα επίμαχα αδικήματα. Το άρθρο 270, παράγραφος 2, του NPK, σε συνδυασμό με το άρθρο 256, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, αυτού, απαγορεύει πράγματι στον δικαστή να αναλύει, στο συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας, τις εύλογες υπόνοιες για την τέλεση αδικήματος από ένα πρόσωπο.

20.      Το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη αντιφάσεως μεταξύ, αφενός, της προμνησθείσας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως και, αφετέρου, του άρθρου 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, αυτής, όπου ορίζεται ότι η κράτηση ενός προσώπου επιτρέπεται μόνον σε περίπτωση «ευλόγoυ υπoνοίας ότι διέπραξεν αδίκημα». Λόγω αδυναμίας διασφαλίσεως της τηρήσεως των στοιχειωδών απαιτήσεων ως προς τη νομιμότητα της κρατήσεως κατά την ΕΣΔΑ, το Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικευμένο ποινικό δικαστήριο) ακύρωσε κατ’ επανάληψη τα μέτρα προσωρινής κρατήσεως. Εντούτοις, οι αποφάσεις του ανατράπηκαν σε δεύτερο βαθμό.

21.      Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από το Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) να αποφανθεί επί του ανωτέρω ζητήματος. Κατά τη συνεδρίαση της 7ης Απριλίου 2016, η ολομέλεια του ποινικού τμήματος του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) επιβεβαίωσε την ύπαρξη αντιφάσεως μεταξύ, αφενός, του άρθρου 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, αυτής, και, αφετέρου, των εθνικών διατάξεων που απαγορεύουν στο δικαστήριο να αποφανθεί επί των εύλογων υπονοιών για την τέλεση του αδικήματος από τον κατηγορούμενο. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, το δικαστήριο εξέφρασε αμφιβολίες όσον αφορά τις πρακτικές δυνατότητες ταυτόχρονης διασφαλίσεως της τηρήσεως του άρθρου 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, αυτής, και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ που αφορά την αμεροληψία των δικαστηρίων. Η ανάθεση σε διαφορετικό δικαστικό σχηματισμό, προκειμένου αυτός να αποφανθεί μόνον επί των λόγων διατηρήσεως του μέτρου της προσωρινής κρατήσεως σε ισχύ, θεωρήθηκε προβληματική. Συγκεκριμένα, κατά το δικαστήριο, ένα τέτοιο μέτρο ενείχε τον κίνδυνο παρακωλύσεως της ορθής λειτουργίας των δικαστηρίων που διαθέτουν περιορισμένο αριθμό εν ενεργεία δικαστών.

22.      Το Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) κατέληξε, κατόπιν τούτου, στο συμπέρασμα ότι «[ε]ίναι προφανές ότι δεν είμαστε σε θέση να προτείνουμε λύση στο ζήτημα. Τασσόμεθα σαφώς υπέρ της άποψης ότι κάθε δικαστικός σχηματισμός πρέπει να εκτιμά αν θα δώσει προτεραιότητα στην ΕΣΔΑ ή στο εθνικό δίκαιο και αν στο πλαίσιο αυτό είναι σε θέση να αποφανθεί». Ο πρόεδρος του ποινικού τμήματος του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) διέταξε να αποσταλεί αντίγραφο των πρακτικών στο αιτούν δικαστήριο, καθώς και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, με σκοπό να κινηθεί διαδικασία τροποποιήσεως της νομοθεσίας.

23.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η εν λόγω γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) επέχει θέση ερμηνευτικής αποφάσεως. Είναι, επομένως, δεσμευτική για όλα τα δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένων των διάφορων δικαστικών σχηματισμών του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου).

24.      Επ’ ευκαιρία της υποβολής νέας αιτήσεως εκ μέρους του E. Milev περί αντικαταστάσεως του μέτρου της προσωρινής κρατήσεως με ηπιότερο μέτρο, το Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικευμένο ποινικό δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Είναι σύμφωνο με τα άρθρα 3 και 6 της οδηγίας 2016/343 (που αφορούν το τεκμήριο αθωότητας και το βάρος αποδείξεως στις ποινικές διαδικασίες, αντίστοιχα) νομολογία εθνικού δικαστηρίου, και, συγκεκριμένα, δεσμευτική γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) (εκδοθείσα μετά τη θέσπιση της οδηγίας 2016/343 […], αλλά πριν από την εκπνοή της προθεσμίας για τη μεταφορά της στην εσωτερική έννομη τάξη), σύμφωνα με την οποία το Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο), αφού διαπίστωσε ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ, αφενός, του άρθρου 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, αυτής, και, αφετέρου, του εθνικού δικαίου (άρθρο 270, παράγραφος 2, του ΝΡΚ), ως προς το ζήτημα αν πρέπει να εξετάζονται οι εύλογες υπόνοιες ενοχής του κατηγορουμένου για αδίκημα (στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας της παράτασης ισχύος του περιοριστικού μέτρου της “προσωρινής κράτησης” κατά το ένδικο στάδιο της ποινικής διαδικασίας), αναγνώρισε στα δικαστήρια ουσίας ότι είναι ελεύθερα να αποφασίζουν αν πρέπει να συμμορφωθούν με την ΕΣΔΑ ή όχι;»

25.      Δεδομένου ότι ο E. Milev παραμένει υπό κράτηση, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε την εφαρμογή της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

26.      Το αίτημα έγινε δεκτό με απόφαση του τέταρτου τμήματος του Δικαστηρίου της 17ης Αυγούστου 2016.

27.      Ο E. Milev και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 22ας Σεπτεμβρίου 2016 παραστάθηκε μόνον η Επιτροπή.

IV – Ανάλυση

 Α –      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

28.      Η υπό κρίση προδικαστική παραπομπή αφορά τη συμβατότητα με την οδηγία 2016/343 της γνωμοδοτήσεως του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), όπως παρατίθεται στα πρακτικά της 7ης Απριλίου 2016. Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες επί του ζητήματος αυτού στο μέτρο που, αφού διαπίστωσε σύγκρουση μεταξύ, αφενός, της εθνικής νομοθεσίας και, αφετέρου, του άρθρου 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, αυτής, το Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αναγνώρισε, με τη γνωμοδότησή του, στα ιεραρχικώς κατώτερα δικαστήρια τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζουν εάν πρέπει να τηρούν την ΕΣΔΑ ή να εφαρμόζουν τις αντίθετες εθνικές διατάξεις.

29.      Το ζήτημα αυτό εγείρει δύο προβλήματα. Πρώτον, η προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 2016/343 δεν είχε ακόμη εκπνεύσει κατά την ημερομηνία εκδόσεως της διατάξεως περί παραπομπής. Δεύτερον, δεν είναι πρόδηλο ότι το περιεχόμενο της γνωμοδοτήσεως του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) εμπίπτει στο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

30.      Όσον αφορά το πρώτο σημείο, το αιτούν δικαστήριο αιτιολόγησε το παραδεκτό της αιτήσεώς του προδικαστικής αποφάσεως επισημαίνοντας ότι, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, οι εθνικές αρχές οφείλουν να μη λαμβάνουν μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να υπονομεύσουν σοβαρά την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με την οδηγία κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς της στην εσωτερική έννομη τάξη. Κατά το αιτούν δικαστήριο, όμως, αυτό συμβαίνει με τη γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), καθόσον εκδόθηκε μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2016/343.

31.      Υπό το πρίσμα των ως άνω παρατηρήσεων, φρονώ ότι η παρούσα προδικαστική παραπομπή είναι παραδεκτή. Την άποψη αυτή συμμερίζεται και η Επιτροπή.

32.      Πρώτον, εφόσον αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, τα ερωτήματα που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται πραγματικής διαφοράς είναι κατά τεκμήριο λυσιτελή (4).

33.      Δεύτερον, η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) εκδόθηκε στις 7 Απριλίου 2016, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2016/343, την 31η Μαρτίου 2016, δυνάμει του άρθρου 15 αυτής. Βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, εφόσον η οδηγία είχε ήδη τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, η ερμηνεία των διατάξεών της μπορεί να είναι χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να μπορέσει να αποφανθεί τηρώντας την υποχρέωση αποχής από τη θέσπιση μέτρων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία (5).

34.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, εκτιμώ ότι πρέπει να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, εστιάζοντας στη γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) και στην προμνησθείσα υποχρέωση αποχής. Η σχετική ανάλυση εκτίθεται κατωτέρω υπό Β στις παρούσες προτάσεις.

35.      Εντούτοις, το ζήτημα που αφορά την υποχρέωση να μη τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο το επιδιωκόμενο από την οδηγία 2016/343 αποτέλεσμα κατά την προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο είναι διακριτό από το, υποκείμενο, ζήτημα που αφορά τη συμβατότητα της γνωμοδοτήσεως του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) (και, επομένως, της εθνικής νομοθεσίας) με την εν λόγω οδηγία.

36.      Για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, φρονώ ότι η παρούσα υπόθεση δεν πρέπει να οδηγήσει σε μια τέτοια ανάλυση. Εντούτοις, προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου, το ζήτημα αυτό εξετάζεται συνοπτικά κατωτέρω υπό Γ.

 Β –      Θέτει σοβαρά σε κίνδυνο η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) την επίτευξη των σκοπών της οδηγίας 2016/343;

1.      Τα νομικά αποτελέσματα των οδηγιών πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη

37.      Στο πλαίσιο προδικαστικού ερωτήματος το οποίο υποβάλλεται πολύ πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας, δεν μπορεί να προσάπτεται στα κράτη μέλη ότι δεν έλαβαν ακόμη τα μέτρα εφαρμογής της οδηγίας στην έννομη τάξη τους (6). Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, μια οδηγία παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι του κράτους μέλους αποδέκτη κατόπιν της δημοσιεύσεώς της ή από την ημερομηνία της κοινοποιήσεώς της (7). Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σοβαρά σε κίνδυνο την υλοποίηση του επιδιωκομένου από την οδηγία αποτελέσματος (8). Η εν λόγω υποχρέωση αποχής καλύπτει τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου, γενικού ή ειδικού (9). Επιβάλλεται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, περιλαμβανομένων των εθνικών δικαστηρίων (10).

2.      Η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου)

38.      Το Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικευμένο ποινικό δικαστήριο) υπέβαλε το προδικαστικό ερώτημα προκειμένου να εξετασθεί κατά πόσον η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) εκδόθηκε κατά παράβαση της προμνησθείσας υποχρεώσεως αποχής. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξακριβωθεί εάν η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) είναι ικανή να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία 2016/343.

39.      Στη διάταξη περί παραπομπής επισημαίνεται ότι το Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) θα είχε καταλήξει σε πολύ διαφορετική λύση εάν είχε εφαρμόσει την αρχή της σύμφωνης με την οδηγία 2016/343 ερμηνείας, δεδομένου ότι η εν λόγω οδηγία είχε ήδη τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο εκδόσεως της γνωμοδοτήσεως.

40.      Εντούτοις, πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι η υποχρέωση ερμηνείας του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία υφίσταται μόνον από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας αυτής (11). Οι υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων, όπως διατυπώνονται στην απόφαση Αδενέλερ κ.λπ. (C-212/04, EU:C:2006:443), σε συμφωνία με την απόφαση Inter-Environnement Wallonie (C‑129/96, EU:C:1997:628), κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς είναι λιγότερο αυστηρές. Συγκεκριμένα, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να «απέχουν στο μέτρο του δυνατού να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο ο οποίος, μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας αυτής, θα μπορούσε να θέσει σοβαρά σε κίνδυνο την υλοποίηση του επιδιωκομένου από την οδηγία αυτή σκοπού» (12).

41.      Επομένως, πρέπει ειδικότερα να τονιστεί ότι η προμνησθείσα υποχρέωση αποχής δεν σημαίνει ότι η οδηγία 2016/343 πρέπει να εφαρμόζεται ούτε ότι το εθνικό δίκαιο πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία. Αντιθέτως, η υποχρέωση αποχής αφορά μόνον τα μέτρα που ενδέχεται να θέσουν σοβαρά σε κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η οδηγία. Επομένως, η υποχρέωση αυτή απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν μέτρα που συνιστούν σοβαρή διακινδύνευση των εν λόγω σκοπών και των οποίων τα έννομα αποτελέσματα εξακολουθούν να υφίστανται και μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς (13).

42.      Όσον αφορά τους σκοπούς της οδηγίας 2016/343, από το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, αυτής προκύπτει ότι η εν λόγω οδηγία θεσπίζει κοινούς ελάχιστους κανόνες σχετικά με ορισμένες πτυχές του δικαιώματος στο τεκμήριο αθωότητας κατά την ποινική διαδικασία. Με τον τρόπο αυτό, η οδηγία 2016/343 έχει σκοπό να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των κρατών μελών στα συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης των άλλων κρατών μελών και, ως εκ τούτου, να συμβάλει στη διευκόλυνση της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις (14).

43.      Από ουσιαστικής απόψεως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η απουσία δικαστικού ελέγχου των «εύλογων υπονοιών», στο πλαίσιο της εξετάσεως ενός μέτρου προσωρινής κρατήσεως, να μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματική προστασία του τεκμηρίου αθωότητας την οποία κατοχυρώνει η οδηγία 2016/343 (15). Εκτιμώ, εντούτοις, ότι η επίτευξη των σκοπών της εν λόγω οδηγίας δεν τίθεται σε κίνδυνο από ένα εθνικό μέτρο όπως η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου).

44.      Γενικώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μια δικαστική απόφαση να μπορεί να θέσει σοβαρά σε κίνδυνο την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος μετά την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας (16).

45.      Εντούτοις, τρεις παράγοντες υποδεικνύουν ότι αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Πρώτον, η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) –η οποία εκδόθηκε λίγο μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2016/343– δεν μπορεί να θεωρηθεί μέτρο μεταφοράς αυτής στο εθνικό δίκαιο. Επίσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως ερμηνεία των μέτρων μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Συγκεκριμένα, το άρθρο 270 του NPK δεν αποτελεί ούτε μέτρο που αποσκοπεί στη μεταφορά της οδηγίας 2016/343 στο εθνικό δίκαιο ούτε μέτρο το οποίο μπορεί να διασφαλίσει τη συμβατότητα του εθνικού δικαίου με αυτήν.

46.      Δεύτερον, η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) αφήνει στα εθνικά δικαστήρια περιθώριο εκτιμήσεως, αναγνωρίζοντας σε αυτά τη δυνατότητα να μην εφαρμόσουν την εθνική ρύθμιση. Το γεγονός ότι η εν λόγω γνωμοδότηση μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχει οδηγίες υποχρεωτικού χαρακτήρα (17) δεν ασκεί επιρροή. Ειδικότερα, η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) δεν επιφέρει καμία μεταβολή της προγενέστερης καταστάσεως η οποία θα μπορούσε να παρεμποδίσει την επίτευξη των αποτελεσμάτων που επιδιώκει η οδηγία 2016/343.

47.      Τέλος, η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) δεν προεξοφλεί κατ’ ουδένα τρόπο τις επιλογές του νομοθέτη κατά τη μεταφορά της οδηγίας 2016/343 στην εσωτερική έννομη τάξη.

48.      Από ουσιαστικής απόψεως, η γνωμοδότηση παίρνει θέση επί της συγκρούσεως μεταξύ του εθνικού δικαίου και της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, επισημαίνει την αντίφαση μεταξύ της εθνικής νομοθεσίας και του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ και κρίνει απαραίτητη την παρέμβαση του εθνικού νομοθέτη προκειμένου να διασφαλιστεί ο σεβασμός των άρθρων 5 και 6 της ΕΣΔΑ. Συναφώς, το γεγονός ότι η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) εστάλη στο Υπουργείο Δικαιοσύνης προκειμένου να προκαλέσει τροποποίηση της νομοθεσίας επιβεβαιώνει ότι η γνωμοδότηση σε καμία περίπτωση δεν θέτει σοβαρά σε κίνδυνο τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 2016/343, αλλά αντιθέτως υποστηρίζει την επίτευξή τους.

49.      Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) θέτει σε κίνδυνο τα επιδιωκόμενα από την οδηγία 2016/343 αποτελέσματα, στο μέτρο που προτείνει λύσεις οι οποίες μπορούν να συμβάλουν στην επίτευξη των σκοπών της. Επομένως, συνάγεται a fortiori ότι η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) δεν είναι ικανή να θέσει σοβαρά σε κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία.

3.      Οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης και τα θεμελιώδη δικαιώματα

50.      Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί η παραπομπή από το αιτούν δικαστήριο στην απόφαση Mangold (18).

51.      Ασφαλώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι οι γενικές αρχές του δικαίου –καθώς και ο Χάρτης– εφαρμόζονται στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (19). Για τον σκοπό αυτό, μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, από της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος αυτής, όχι μόνον οι εθνικές διατάξεις των οποίων ρητός σκοπός είναι η μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά και οι προϋφιστάμενες εθνικές διατάξεις, οι οποίες μπορούν να διασφαλίσουν τη συμφωνία του εθνικού δικαίου προς την οδηγία αυτήν (20).

52.      Εντούτοις, εν προκειμένω, η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) δεν αποτελεί ούτε μέτρο εφαρμογής της οδηγίας ούτε μέτρο το οποίο μπορεί να διασφαλίσει τη συμφωνία του εθνικού δικαίου προς αυτήν. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απλή παραπομπή από το αιτούν δικαστήριο σε οδηγία της οποίας η προθεσμία μεταφοράς δεν έχει ακόμη εκπνεύσει και της οποίας οι σκοποί δεν έχουν τεθεί σοβαρά σε κίνδυνο δεν είναι ικανή να οδηγήσει στο να υπαχθεί μια κατάσταση, όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (21).

4.      Πρόταση

53.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικευμένο ποινικό δικαστήριο) την απάντηση ότι γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), εκδοθείσα κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2016/343 στην εσωτερική έννομη τάξη, δεν είναι ικανή να θέσει σοβαρά σε κίνδυνο τους σκοπούς που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία, όταν αναγνωρίζει στα δικαστήρια τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσουν εάν θα εφαρμόσουν το άρθρο 5, παράγραφος 4, της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, αυτής, ή την αντίθετη προς τις εν λόγω διατάξεις εθνική νομοθεσία.

 Γ –      Ερμηνεία της οδηγίας 2016/343

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

54.      Σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να υιοθετήσει την πρόταση που διατυπώνεται στο προηγούμενο σημείο, δεν συντρέχει λόγος εξετάσεως των υποκείμενων εκτιμήσεων που αφορούν την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 2016/343.

55.      Το αιτούν δικαστήριο υποστήριξε ότι είναι δυνατή ερμηνεία του εθνικού δικαίου σύμφωνη με την οδηγία 2016/343. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή, αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) δεν θέτει σοβαρά σε κίνδυνο τα αποτελέσματα που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία, πρότεινε την αναδιατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος. Ειδικότερα, πρότεινε στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει την εν λόγω οδηγία και να εξετάσει τη συμβατότητα με αυτήν εθνικής ρυθμίσεως όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της γνωμοδοτήσεως του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου).

56.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ένα τέτοιο ερώτημα θα ήταν παραδεκτό, στο μέτρο που δεν αποκλείεται ορισμένα εθνικά συστήματα να προβλέπουν μια, κατά το εσωτερικό δίκαιο, υποχρέωση σύμφωνης ερμηνείας, ακόμη και πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς.

57.      Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφίας δεν προκύπτει ότι κάτι τέτοιο ισχύει στη Βουλγαρία. Ελλείψει σαφών ενδείξεων εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, εκτιμώ ότι μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν αντίθετη προς τη νομολογία η οποία θέτει όρια στο παραδεκτό αμιγώς υποθετικών προδικαστικών ερωτημάτων (22).

58.      Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις αυτές, εν συνεχεία ερμηνεύονται οι διατάξεις της οδηγίας 2016/343 προς διευκόλυνση του έργου του Δικαστηρίου σε περίπτωση που ήθελε ακολουθήσει την πρόταση της Επιτροπής –κάτι το οποίο δεν θα συνιστούσα. Εν πάση περιπτώσει, οι παρατηρήσεις αυτές είναι λυσιτελείς μόνον εάν υποτεθεί ότι το εθνικό σύστημα προβλέπει τη σύμφωνη ερμηνεία πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ερμηνευθούν ως διευρύνουσες τις υποχρεώσεις των κρατών μελών κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2016/343.

2.      Η ερμηνεία της οδηγίας 2016/343

59.      Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η κατάσταση του E. Milev εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2016/343, στο μέτρο που αυτός κατηγορείται στο πλαίσιο ποινικής δίκης.

60.      Ως προς το σημείο αυτό, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής.

61.      Συγκεκριμένα, καίτοι η προσωρινή κράτηση δεν αποτελεί αντικείμενο ειδικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι δικαστικές αποφάσεις που αφορούν την προσωρινή κράτηση υπάγονται στην προστασία του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στην οδηγία 2016/343.

62.      Όπως επισήμανε η Επιτροπή, αυτό προκύπτει από το άρθρο 2 και την αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας 2016/343, κατά τις οποίες η οδηγία εφαρμόζεται στα φυσικά πρόσωπα τα οποία είναι ύποπτα ή κατηγορούνται, σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, από τη στιγμή που ένα πρόσωπο θεωρείται ύποπτο για τέλεση αξιόποινης πράξεως. Επιπλέον, οι αποφάσεις περί προσωρινής κρατήσεως μνημονεύονται ενδεικτικώς στην αιτιολογική σκέψη 16 της εν λόγω οδηγίας ως περιλαμβανόμενες στα μέτρα που εμπίπτουν στο άρθρο 4 αυτής ως «προκαταρκτικές αποφάσεις δικονομικής φύσης».

63.      Ως εκ τούτου, το τεκμήριο αθωότητας μπορεί να αντιταχθεί στις δικαστικές αποφάσεις περί προσωρινής κρατήσεως.

64.      Συγκεκριμένα, οι δικαστικές αποφάσεις περί προσωρινής κρατήσεως μπορούν, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να συνεπάγονται προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος στο τεκμήριο αθωότητας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη. Η έννοια και η εμβέλεια της εν λόγω διατάξεως είναι ίδιες με εκείνες του άρθρου 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ, όπως προκύπτει από το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη και τις σχετικές με αυτόν επεξηγηματικές σημειώσεις.

65.      Συναφώς, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει, στο πλαίσιο διατηρήσεως σε ισχύ μέτρου προσωρινής κρατήσεως, ότι οι υπόνοιες δεν μπορούν να εξομοιώνονται με επίσημη διαπίστωση ενοχής (23). Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ διακρίνει μεταξύ των δηλώσεων «που δημιουργούν την αίσθηση ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι ένοχο και εκείνων που περιγράφουν απλώς μια κατάσταση υπονοιών» και καταλήγει στη διαπίστωση ότι «οι πρώτες παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας, ενώ οι δεύτερες θεωρούνται σύμφωνες με το πνεύμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ» (24).

66.      Επομένως, ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 2016/343 υπό το πρίσμα του άρθρου 48 του Χάρτη οδηγεί στη διαπίστωση, στην οποία κατέληξε και η Επιτροπή, ότι το ισχύον στη Βουλγαρία σύστημα κατά το οποίο δεν επιτρέπεται στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται του ενδίκου σταδίου της ποινικής διαδικασίας να αποφανθεί επί των «εύλογων υπονοιών» δεν δικαιολογείται ούτε από την άποψη της αμεροληψίας του δικαστηρίου ούτε από την άποψη του τεκμηρίου αθωότητας (25).

67.      Εντούτοις, δικαστικές αποφάσεις περί προσωρινής κρατήσεως μπορούν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να συνιστούν παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας του δικαστηρίου καθώς και προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας –το οποίο συνδέεται στενά με την εν λόγω αρχή. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν ο δικαστής θεμελιώνει την προσωρινή κράτηση σε «ιδιαίτερα ισχυρές υπόνοιες ότι ο ενδιαφερόμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις» (26) ή όταν η απόφαση περί κρατήσεως περιέχει δηλώσεις που υπερβαίνουν την περιγραφή υπονοιών (27).

68.      Εντούτοις, το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω αφορά εντελώς διαφορετική περίπτωση και, συγκεκριμένα, την απουσία δικαστικού ελέγχου των εύλογων υπονοιών ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη.

69.      Συναφώς, η Επιτροπή εκτιμά ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου να εξετάσει εάν υφίστανται εύλογες υπόνοιες ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε αξιόποινη πράξη δεν απορρέει ούτε από τη γενική αρχή του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας ούτε από τις διατάξεις της οδηγίας. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του ΕΔΔΑ, μια τέτοια απαίτηση απορρέει μόνον από το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, δικονομική εγγύηση του θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία. Κατά την Επιτροπή, η οδηγία 2016/343 δεν περιέχει διατάξεις οι οποίες να διευκρινίζουν τις απαιτήσεις που αφορούν την επιβολή ή τη διατήρηση προσωρινής κρατήσεως. Επομένως, εφόσον το εν λόγω ζήτημα δεν διέπεται ούτε από την ως άνω οδηγία ούτε από οποιαδήποτε άλλη πράξη του δικαίου της Ένωσης, δεν εμπίπτει σε αυτό.

70.      Δεν συμφωνώ με αυτή την ερμηνεία.

71.      Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ που αποτελεί πλήρες σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ αποτελεί ειδική διάταξη αναφορικά με τα μέτρα που συνεπάγονται στέρηση της ελευθερίας. Ως εκ τούτου, το ΕΔΔΑ εξετάζει την ύπαρξη «εύλογων υπονοιών» στο πλαίσιο της προσωρινής κρατήσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ. Το άρθρο 5 περιέχει ειδικό κανόνα στην παράγραφο 4, βάσει του οποίου, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1, στοιχείο γʹ, του εν λόγω άρθρου, τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται αιτήσεως αποφυλακίσεως πρέπει να εξετάσουν εάν υφίσταται «εύλογη υπόνοια» ότι ο κρατούμενος τέλεσε αξιόποινη πράξη. Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι προσφυγές κατά της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας είχαν συναφώς ως βάση το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ (28), καθόσον ο εν λόγω κανόνας μπορεί να θεωρηθεί lex specialis (29) σε σχέση με το τεκμήριο αθωότητας.

72.      Εντούτοις, το γεγονός ότι, στη νομολογία του ΕΔΔΑ, η υποχρέωση εξετάσεως της «εύλογης υπόνοιας» θεμελιώνεται συστηματικά στο άρθρο 5 της ΕΣΔΑ δεν σημαίνει ότι μια τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να απορρέει επίσης από τις απαιτήσεις που σχετίζονται με το τεκμήριο αθωότητας.

73.      Στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη έχει ως αποτέλεσμα ότι η έννοια και η εμβέλεια των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Χάρτη είναι οι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η Σύμβαση για τα αντίστοιχα δικαιώματα. Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι ειδικές προδιαγραφές, τις οποίες έχει αναπτύξει η νομολογία του ΕΔΔΑ στο πλαίσιο συγκεκριμένου θεμελιώδους δικαιώματος, δεν μπορούν να συνιστούν, στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στο προστατευόμενο από άλλα θεμελιώδη δικαιώματα περιεχόμενο.

74.      Ειδικότερα, ένας τέτοιος περιορισμός δεν μπορεί να επιβληθεί στο πλαίσιο της ερμηνείας, υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, πράξεως παράγωγου δικαίου η οποία διέπεται από διαφορετική εσωτερική λογική. Συγκεκριμένα, το σύστημα του ΕΔΔΑ επιτρέπει την εξέταση των επίμαχων αιτιάσεων σε σχέση με ειδικότερες διατάξεις, ενώ το σύστημα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του Χάρτη διαφέρει από την άποψη αυτή, καθόσον συνδέεται αποκλειστικά με το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

75.      Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της ερμηνείας της οδηγίας 2016/343 για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας, το περιεχόμενο και η έννοια των εγγυήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 3 αυτής καθώς και στο άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη δεν πρέπει να νοούνται περιοριστικά για τους λόγους που προέβαλε η Επιτροπή. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία σε σχέση με την απορρέουσα από την ΕΣΔΑ.

76.      Στο πλαίσιο αυτό, υφίσταται αναμφίβολα λογική σχέση μεταξύ του κριτηρίου των «εύλογων υπονοιών» στο στάδιο της προσωρινής κρατήσεως και του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2016/343 και στο άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη. Όπως υποστηρίζει το αιτούν δικαστήριο, το τεκμήριο αθωότητας συνεπάγεται στην πράξη την απαγόρευση λήψεως περιοριστικών μέτρων εις βάρος κάποιου σε σχέση με αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται, προτού αποδειχθεί τουλάχιστον η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας για την ενοχή του. Κάθε κράτηση χωρίς καταδικαστική απόφαση αποτελεί αναμφίβολα «σοβαρή παρέκκλιση από τις αρχές της προσωπικής ελευθερίας και του τεκμηρίου αθωότητας» (30). Επομένως, η ύπαρξη «εύλογης υπόνοιας» αποτελεί, στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ, ένα από τα κριτήρια που επιτρέπουν τη στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου πριν από την έκδοση οποιασδήποτε καταδικαστικής αποφάσεως, ανεξάρτητα από το τεκμήριο αθωότητας (31). Ως εκ τούτου, στο ειδικό πλαίσιο της προσωρινής κρατήσεως, η απαίτηση που αφορά τις «εύλογες υπόνοιες» συνδέεται με την εγγύηση του τεκμηρίου αθωότητας.

77.      Εκτιμώ ότι η απουσία δικαστικού ελέγχου των εύλογων υπονοιών ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα ενδέχεται να συνιστά προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας.

78.      Εξάλλου, μια τέτοια αντίληψη του τεκμηρίου αθωότητας υποστηρίζεται από τη συστηματική εξέταση των διατάξεων της οδηγίας 2016/343 που αφορούν τις ειδικότερες πτυχές του τεκμηρίου αθωότητας.

79.      Επομένως, η σχέση μεταξύ της ανάγκης αποδείξεως ελάχιστης εύλογης υπόνοιας και του τεκμηρίου αθωότητας προκύπτει από το άρθρο 4 της οδηγίας 2016/343, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 16 αυτής.

80.      Κατά το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, η υποχρέωση να διασφαλίζεται ότι, όσο δεν έχει αποδειχτεί η ενοχή υπόπτου, στις δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί της ενοχής, το εν λόγω πρόσωπο δεν αναφέρεται ως ένοχο, δεν θίγει «τις προκαταρκτικές αποφάσεις δικονομικής φύσης που […] βασίζονται σε υπόνοιες ή ενοχοποιητικά στοιχεία». Μεταξύ των εν λόγω αποφάσεων, στην ως άνω αιτιολογική σκέψη 16 μνημονεύονται ειδικότερα οι αποφάσεις προφυλακίσεως. Επισημαίνεται, εξάλλου, ρητώς ότι, πριν λάβει τέτοια απόφαση, η αρμόδια αρχή «ενδεχομένως να οφείλει να διαπιστώσει πρώτα ότι υφίστανται επαρκή ενοχοποιητικά στοιχεία σε σχέση με τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο τα οποία να δικαιολογούν τη σχετική απόφαση». Η εν λόγω απόφαση «μπορεί και να περιέχει αναφορά στα εν λόγω στοιχεία».

81.      Επομένως, το άρθρο 4 της οδηγίας 2016/343 διαφυλάσσει το περιθώριο εκτιμήσεως των κρατών μελών, επαναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την υποχρέωση θεμελιώσεως των προκαταρκτικών αποφάσεων δικονομικής φύσεως, όπως αυτή της προσωρινής κρατήσεως, σε επαρκή δικαιολογητικά στοιχεία. Αφενός, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να ορίσει ότι τέτοιες αποφάσεις δεν συνιστούν αφ’ εαυτών παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας, ακόμη και αν αναφέρονται στην ύπαρξη υπονοιών. Αφετέρου, ο νομοθέτης προέβλεψε, πάντως, ρητώς ότι τα δικαστήρια μπορεί να υποχρεούνται να θεμελιώνουν τις εν λόγω αποφάσεις σε επαρκή δικαιολογητικά στοιχεία. Συνεπώς, η εν λόγω οδηγία εκφράζει την απαίτηση περί εξετάσεως των λόγων που μπορούν να δικαιολογήσουν προκαταρκτικές αποφάσεις οι οποίες στηρίζονται σε υπόνοιες, όπως η απόφαση προσωρινής κρατήσεως. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη, όταν κάνουν χρήση της προμνησθείσας δυνατότητας που αφορά τις «δικονομικές αποφάσεις», οφείλουν να σέβονται τις εγγυήσεις που απορρέουν από τον Χάρτη.

82.      Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι η επίκληση των εγγυήσεων του τεκμηρίου αθωότητας που προβλέπονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2016/343 είναι δυνατή τόσο στην περίπτωση «θετικής» πράξεως του δικαστή (για παράδειγμα, αποφάσεως περιέχουσας δηλώσεις περί ενοχής) όσο και στην περίπτωση εκ φύσεως «αρνητικής» παραλείψεως, όπως είναι η πλήρης απουσία δικαστικού ελέγχου των υπονοιών στις οποίες βασίστηκε μέτρο προσωρινής κρατήσεως κατά το ένδικο στάδιο της ποινικής διαδικασίας.

83.      Πρέπει να επισημανθεί επίσης ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/343 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίσουν κατάλληλα μέτρα για την περίπτωση παραβιάσεως της υποχρεώσεως κατά την οποία δεν πρέπει να γίνεται αναφορά στον ύποπτο ή κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής. Συγκεκριμένα, κατά το εν λόγω άρθρο 10, οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικό ένδικο μέσο προστασίας. Εντούτοις, ελλείψει δικαστικού ελέγχου των «εύλογων υπονοιών», ένα τέτοιο ένδικο μέσο δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικό.

84.      Για τους λόγους αυτούς, εκτιμώ ότι η συνέχιση της κράτησης ενός προσώπου χωρίς κανέναν δικαστικό έλεγχο των «εύλογων υπονοιών» ενδέχεται να συνιστά παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 2016/343, καθώς επίσης να θίγει τις εγγυήσεις που παρέχονται στα άρθρα 4 και 10 της εν λόγω οδηγίας.

V –    Πρόταση

85.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο Spetsializiran nakazatelen sad (εξειδικευμένο ποινικό δικαστήριο, Βουλγαρία) την ακόλουθη απάντηση:

Γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), εκδοθείσα κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας (ΕΕ) 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, δεν είναι ικανή να θέσει σοβαρά σε κίνδυνο τους σκοπούς που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία, όταν αναγνωρίζει στα δικαστήρια τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζουν εάν θα εφαρμόσουν το άρθρο 5, παράγραφος 4, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, αυτής, ή την αντίθετη προς τις εν λόγω διατάξεις εθνική νομοθεσία.


1 –      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 –      Βλ., για παράδειγμα, ΕΔΔΑ, 27 Μαρτίου 2012, Nikolay Gerdjikov κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2012:0327JUD002706104, § 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.


3 –      ΕΕ 2016, L 65, σ. 1.


4 –      Απόφαση της 5ης Απριλίου 2011, Société fiduciaire nationale d’expertise comptable (C‑119/09, EU:C:2011:208, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


5 –      Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, VTB-VAB και Galatea (C‑261/07 και C‑299/07, EU:C:2009:244, σκέψεις 35 έως 41), και της 21ης Ιουλίου 2011, Azienda Agro-Zootecnica Franchini και Eolica di Altamura (C‑2/10, EU:C:2011:502, σκέψη 69).


6 –      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Inter-Environnement Wallonie (C‑129/96, EU:C:1997:628, σκέψη 43), της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ. (C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 114), και της 15ης Οκτωβρίου 2009, Hochtief και Linde-Kca-Dresden (C‑138/08, EU:C:2009:627, σκέψη 25).


7 –      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ. (C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 119).


8 –      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Inter-Environnement Wallonie (C‑129/96, EU:C:1997:628, σκέψη 45), της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ. (C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 121), και της 13ης Μαρτίου 2014, Jetair και BTWE Travel4you (C‑599/12, EU:C:2014:144, σκέψη 35).


9 –      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 4ης Μαΐου 2016, Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑346/14, EU:C:2016:322, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


10 –      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ. (C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 122).


11 –      Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ. (C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 115).


12 –      Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ. (C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 123).


13 –      Βλ., υπό την έννοια αυτή, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ. (C‑43/10, EU:C:2011:651, σημείο 108).


14 –      Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 9 και 10 της εν λόγω οδηγίας.


15 –      Βλ. σημεία 57 επ. των παρουσών προτάσεων.


16 –      Αυτό μπορεί να συμβεί ειδικότερα σε περίπτωση αποφάσεως που αφορά τα μέτρα μεταφοράς οδηγίας τα οποία εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς. Βλ., υπό την έννοια αυτή, γνώμη του γενικού εισαγγελέα J. Mazák στην υπόθεση Kadzoev (C‑357/09 PPU, EU:C:2009:691, σημείο 35).


17 –      Από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η γνωμοδότηση εκδόθηκε στο πλαίσιο μιας ειδικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, το Spetsializiran nakazatelen sad (ειδικευμένο ποινικό δικαστήριο), το οποίο ζήτησε τη γνωμοδότηση του Varhoven kasatsionen sad (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), αναγνωρίζει, στη διάταξη της 9ης Μαρτίου 2016, ότι το αίτημά του περί ερμηνείας στερείται νομικού ερείσματος. Εντούτοις, στη διάταξη περί παραπομπής επισημαίνεται ότι η επίμαχη γνωμοδότηση έχει δεσμευτικό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό, θα περιοριστώ να επισημάνω ότι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει με δική του ευθύνη το κανονιστικό και πραγματικό πλαίσιο. Το Δικαστήριο δεν οφείλει να ελέγξει την ορθότητά του.


18 –      Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, Mangold (C‑144/04, EU:C:2005:709).


19 –      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson (C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψη 21).


20 –      Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Cordero Alonso (C‑81/05, EU:C:2006:529, σκέψη 29), και της 21ης Ιουλίου 2011, Azienda Agro-Zootecnica Franchini και Eolica di Altamura (C‑2/10, EU:C:2011:502, σκέψη 70).


21 –      Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2008, Bartsch (C‑427/06, EU:C:2008:517, σκέψεις 15 επ.).


22 –      Συναφώς, μπορεί να γίνει παραλληλισμός με την τάση της νομολογίας που εγκαινιάστηκε με την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, Dzodzi (C‑297/88 και C‑197/89, EU:C:1990:360). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε εαυτό αρμόδιο να αποφανθεί επί σχετικών με το δίκαιο της Ένωσης προδικαστικών ερωτημάτων σε περιπτώσεις στις οποίες τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης ευρίσκονται μεν εκτός του πεδίου εφαρμογής του, πλην όμως οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης κατέστησαν εφαρμοστέες λόγω παραπομπής του εθνικού δικαίου σε αυτές. Εντούτοις, «μολονότι το Δικαστήριο δύναται, υπ’ αυτές τις συνθήκες, να προβεί στη ζητηθείσα ερμηνεία, δεν απόκειται σε αυτό να λάβει τέτοια πρωτοβουλία αν δεν προκύπτει από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ότι το αιτούν δικαστήριο έχει πράγματι τέτοια υποχρέωση». Βλ. διάταξη της 12ης Μαΐου 2016, Sahyouni (C‑281/15, EU:C:2016:343, σκέψη 28). Βλ. επίσης διάταξη της 30ής Ιανουαρίου 2014, C. (C‑122/13, EU:C:2014:59, σκέψη 15).


23 –      Βλ., για παράδειγμα, ΕΔΔΑ, 20 Δεκεμβρίου 2005, Jasiński κατά Πολωνίας, CE:ECHR:2005:1220JUD003086596, § 55· 22 Απριλίου 2010, Chesne κατά Γαλλίας, CE:ECHR:2010:0422JUD002980806, § 36, και 13 Ιουνίου 2013, Romenskiy κατά Ρωσίας CE:ECHR:2013:0613JUD002287502 § 27.


24 –      Βλ., για παράδειγμα, ΕΔΔΑ, 31 Μαρτίου 2016, Petrov και Ivanova κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2016:0331JUD004577310, § 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.


25 –      Υπό την έννοια αυτή, το ΕΔΔΑ έχει αποφανθεί, σχετικά με βουλγαρική νομοθετική ρύθμιση η οποία απαγόρευε στα δικαστήρια να αναλύουν τις εύλογες υπόνοιες τελέσεως αξιόποινης πράξεως από τον ενδιαφερόμενο ότι «η ανάγκη διασφαλίσεως της αμεροληψίας του ποινικού δικαστηρίου δεν μπορεί να δικαιολογεί τέτοιο περιορισμό της εκτάσεως του ελέγχου των δικαστηρίων επί της κανονικότητας του μέτρου της προσωρινής κρατήσεως». Βλ., για παράδειγμα, ΕΔΔΑ, 26 Ιουλίου 2001, Ilijkov κατά Βουλγαρίας CE:ECHR:2001:0726JUD003397796, § 97, και 27 Μαρτίου 2012, Gerdjikov κατά Βουλγαρίας CE:ECHR:2012:0327JUD002706104, § 28.


26 –      Σε σχέση με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ (αμερόληπτο δικαστήριο), βλ. ΕΔΔΑ, 24 Μαΐου 1989, Hauschildt κατά Δανίας, CE:ECHR:1989:0524JUD001048683, § 52. Σε ορισμένες υποθέσεις, το ΕΔΔΑ εξέτασε πρώτα τις αιτιάσεις αυτές βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Εν συνεχεία, δεν έκρινε σκόπιμο να τις εξετάσει υπό το πρίσμα του άρθρου 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ. Βλ. ΕΔΔΑ 13 Ιουνίου 2013, Romenskiy κατά Ρωσίας CE:ECHR:2013:0613JUD002287502, § 31.


27 –      Βλ., υπό την έννοια αυτή, σε σχέση με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ, ΕΔΔΑ, 27 Φεβρουαρίου 2007, Nešťák κατά Σλοβακίας, CE:ECHR:2007:0227JUD006555901, §§ 88 έως 91· 20 Νοεμβρίου 2011, Fedorenko κατά Ρωσίας, CE:ECHR:2011:0920JUD003960205, §§ 88 έως 93, και 10 Νοεμβρίου 2015, Slavov κ.λπ. κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2015:1110JUD005850010, § 130.


28 –      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο, ΕΔΔΑ 25 Μαρτίου 1999, Nikolova κατά Βουλγαρίας [τμήμα μείζονος συνθέσεως], CE:ECHR:1999:0325JUD003119596, §§ 61 έως 66· 26 Ιουλίου 2001, Ilijkov κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2001:0726JUD003397796, §§ 95 έως 97· 21 Ιουλίου 2003, Hristov κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2003:0731JUD003543697, §§ 116 έως 120· 9 Ιουνίου 2005, I.I. κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2005:0609JUD004408298, §§ 103 έως 106· 21 Δεκεμβρίου 2006, Vassilev κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2006:1221JUD006254400, §§ 33 έως 39· 13 Νοεμβρίου 2008, Bochev κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2008:1113JUD007348101, §§ 64 έως 66 και 71· 21 Απριλίου 2009, Rangelov κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2009:0423JUD001438703, §§ 44 έως 47· 22 Οκτωβρίου 2009, Dimitrov κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2009:1022JUD003627502, §§ 86 έως 90· 26 Νοεμβρίου 2009, Koriyski κατά Βουλγαρίας CE:ECHR:2009:1126JUD001925703, §§ 44 έως 46, και 27 Μαρτίου 2012, Gerdjikov κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2012:0327JUD002706104.


29 –      Βλ., επ’ αυτού, Trechsel S., Human Rights in Criminal Proceedings, OUP 2005, σ. 180. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Erdem κατά Γερμανίας, ο προσφεύγων είχε υποστηρίξει ότι η διάρκεια της προσωρινής κρατήσεώς του δεν ήταν σύμφωνη με τα οριζόμενα στο άρθρο 5, παράγραφος 3, και στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ. Αφού διαπίστωσε ότι η εν λόγω κράτηση συνιστούσε παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ δεν έκρινε σκόπιμο να εξετάσει χωριστά την αιτίαση του προσφεύγοντος υπό το πρίσμα του άρθρου 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ. ΕΔΔΑ 5 Ιουλίου 2001, Erdem κατά Γερμανίας, CE:ECHR:2001:0705JUD003832197, § 49.


30 –      ΕΔΔΑ, 10 Νοεμβρίου 1969, Stögmüller κατά Αυστρίας, CE:ECHR:1969:1110JUD000160262, § 4.


31 –      Αποφαινόμενο επί του άρθρου 5, παράγραφος 3, της ΕΣΔΑ (όσον αφορά τη διάρκεια της κρατήσεως υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της ΕΣΔΑ), το ΕΔΔΑ έκρινε ότι «η συνέχιση της φυλάκισης δικαιολογείται σε δεδομένη περίπτωση μόνον εάν συγκεκριμένες ενδείξεις αποκαλύπτουν την ύπαρξη πραγματικής επιταγής δημοσίου συμφέροντος η οποία υπερισχύει, ανεξάρτητα από το τεκμήριο αθωότητας, του κανόνα του σεβασμού της προσωπικής ελευθερίας που θεσπίζεται στο άρθρο 5 της ΕΣΔΑ». Βλ., για παράδειγμα, ΕΔΔΑ, 26 Οκτωβρίου 2000, Kudla κατά Πολωνίας, CE:ECHR:2000:1026JUD003021096, § 110.