Language of document : ECLI:EU:C:2017:937

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MICHAL BOBEK

της 5ης Δεκεμβρίου 2017 (1)

Υπόθεση C‑451/16

MB

κατά

Secretary of State for Work and Pensions

[αίτηση του Supreme Court of the United Kingdom (Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως – Οδηγία 79/7/ΕΟΚ – Άρνηση χορηγήσεως κρατικής συντάξεως γήρατος στην ηλικία των 60 ετών σε διεμφυλικό άτομο που υποβλήθηκε σε εγχείριση αλλαγής φύλου ώστε από άνδρας να γίνει γυναίκα – Προϋποθέσεις αναγνωρίσεως της αλλαγής φύλου – Προϋπόθεση που αφορά την υποχρέωση ακυρώσεως προγενέστερου γάμου»






I.      Εισαγωγή

1.        Η MB είναι διεμφυλικό άτομο που από άνδρας έγινε γυναίκα. Συνήψε γάμο με γυναίκα το 1974. Ζει ως γυναίκα από το 1991 και υποβλήθηκε σε εγχείριση αλλαγής φύλου το 1995. Το 2008, συμπλήρωσε την ηλικία των 60 ετών, την τότε νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως για τις γυναίκες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση κρατικής συντάξεως γήρατος. Η αίτηση απορρίφθηκε επειδή η MB δεν είχε τηρήσει τη νόμιμη διαδικασία για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου. Έτσι, κατά την εθνική νομοθεσία, εξακολουθούσε να είναι άνδρας.

2.        Η MB αποφάσισε να μην υποβάλει αίτηση για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου σύμφωνα με τη διαδικασία που τότε προβλεπόταν από την εθνική νομοθεσία. Ο λόγος προς τούτο ήταν απλός: μία από τις προϋποθέσεις για τη νομική αυτή αναγνώριση ήταν να είναι «άγαμη», επειδή τότε στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν επιτρεπόταν ο γάμος μεταξύ ομοφύλων. Όσον αφορά την MB, η τήρηση της προϋποθέσεως αυτής συνεπαγόταν την ακύρωση του γάμου της, κάτι που δεν επιθυμούσαν ούτε εκείνη ούτε η σύζυγός της.

3.        Το ερώτημα που, στο πλαίσιο αυτών των πραγματικών περιστατικών, τέθηκε από το Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου) είναι ξεκάθαρο: μήπως η προϋπόθεση να είναι κάποιος άγαμος αντίκειται στην απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως αυτή διατυπώνεται στην οδηγία 79/7/ΕΟΚ (2);

4.        Τα πραγματικά περιστατικά και η προσφυγή που ασκήθηκε στην παρούσα υπόθεση μοιάζουν με εκείνα της υποθέσεως Richards (3). Ωστόσο, η υπόθεση Richards αφορούσε την έλλειψη δυνατότητας της προσφεύγουσας να επιτύχει τη νομική αναγνώριση της αλλαγής του φύλου της. Από την έναρξη ισχύος του Gender Recognition Act 2004 (νόμου του 2004 περί αναγνωρίσεως φύλου, στο εξής: GRA) δεν τίθεται πλέον τέτοιου είδους ζήτημα. Ωστόσο, μολονότι κατέστησε πλέον δυνατή την αναγνώριση της αλλαγής φύλου, η έκδοση του GRA αποτέλεσε την αφορμή για να τεθεί σειρά πρόσθετων ζητημάτων. Έχει η οδηγία 79/7 εφαρμογή όσον αφορά τις προϋποθέσεις που τίθενται από το εθνικό δίκαιο για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου; Από ποιο χρονικό σημείο ένα διεμφυλικό άτομο απολαύει της προστασίας που παρέχεται με την οδηγία 79/7; Έχει η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου μεταξύ διεμφυλικών ατόμων και φυλοαμετάβατων ατόμων εφαρμογή μόνον όταν υπάρχει νομική αναγνώριση της αλλαγής φύλου σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο;

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Το δίκαιο της Ένωσης

5.        Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7:

«Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:

–        το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους προσβάσεως στα συστήματα αυτά,

–        την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,

–        τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.»

6.        Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 ορίζει:

«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της:

α)      τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές·

[...]».

2.      Το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου

1.      Ηλικία συνταξιοδοτήσεως

7.        Το Ηνωμένο Βασίλειο χρησιμοποίησε την παρέκκλιση που επιτρέπεται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 79/7.

8.        Όπως εκτίθεται στη διάταξη περί παραπομπής, από τον συνδυασμό (i) του άρθρου 44 του Social Security Contributions and Benefits Act 1992 (νόμου του 1992 περί των εισφορών και παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως) και του ορισμού της «ηλικίας συνταξιοδοτήσεως» κατά το άρθρο 122 του νόμου αυτού, και (ii) του άρθρου 1 του παραρτήματος 4 του Pensions Act 1995 (νόμου του 1995 περί των συντάξεων γήρατος) προκύπτει ότι οι γυναίκες που γεννήθηκαν πριν από τις 6 Απριλίου 1950 αποκτούν δικαίωμα κρατικής συντάξεως γήρατος στην ηλικία των 60 ετών, ενώ οι άνδρες που γεννήθηκαν πριν από τις 6 Δεκεμβρίου 1953 αποκτούν το σχετικό δικαίωμα στην ηλικία των 65 ετών.

2.      Ο GRA

9.        Ο GRA εκδόθηκε το 2004 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Απριλίου 2005.

10.      Το άρθρο 1 του νόμου αυτού, όπως είχε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, προέβλεπε ότι οποιοσδήποτε έχει συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών δύναται να υποβάλει στην επιτροπή αναγνωρίσεως φύλου αίτηση χορηγήσεως πλήρους πιστοποιητικού αναγνωρίσεως φύλου, με το οποίο διαπιστώνεται η αλλαγή τού κατά τη γέννηση φύλου «βάσει του ότι [...] ζει ως άτομο του άλλου φύλου».

11.      Τα κριτήρια προκειμένου να καθοριστεί αν έχει γίνει αλλαγή φύλου προβλέπονται στα άρθρα 2 και 3 του GRA. Κατά το άρθρο 2, η επιτροπή αναγνωρίσεως φύλου πρέπει να δεχθεί την αίτηση αν αποδεικνύεται ότι ο αιτών πάσχει ή έπασχε από δυσφορία φύλου, έχει ζήσει έχοντας το επίκτητο φύλο για διάστημα τουλάχιστον δύο ετών μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, σκοπεύει να συνεχίσει να ζει έχοντας το επίκτητο φύλο μέχρι τον θάνατό του και πληροί τις απαιτήσεις αποδείξεως που προβλέπονται στο άρθρο 3. Οι κατά το άρθρο 3 απαιτήσεις αποδείξεως συνίστανται σε έκθεση δύο ιατρών ή ενός ιατρού και ενός ψυχολόγου.

12.      Κατά το άρθρο 9 του GRA, όταν έχει εκδοθεί πλήρες πιστοποιητικό αναγνωρίσεως, το επίκτητο φύλο καθίσταται για κάθε σκοπό το φύλο του ατόμου. Το άρθρο 7 του παραρτήματος 5 του GRA ορίζει τα αποτελέσματα του πλήρους πιστοποιητικού αναγνωρίσεως ως προς το δικαίωμα λήψεως κρατικής συντάξεως γήρατος: άπαξ εκδοθεί το πιστοποιητικό, οποιοδήποτε ζήτημα όσον αφορά το δικαίωμα λήψεως κρατικής συντάξεως γήρατος επιλύεται ως εάν το φύλο του ατόμου ήταν ανέκαθεν το επίκτητο φύλο.

13.      Ο GRA περιείχε ειδική πρόβλεψη για τους έγγαμους αιτούντες επειδή, κατά τον χρόνο που ψηφίστηκε, έγκυρος γάμος μπορούσε να υφίσταται κατά τον νόμο αποκλειστικά μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας (4). Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, του GRA, άγαμος αιτών που πληρούσε τα κατά τα άρθρα 2 και 3 κριτήρια αναγνωρίσεως φύλου δικαιούνταν να λάβει πλήρες πιστοποιητικό αναγνωρίσεως φύλου. Αντιθέτως, το άρθρο 4, παράγραφος 3, του GRA προέβλεπε ότι έγγαμος αιτών που πληρούσε τα ίδια κριτήρια δικαιούνταν μόνον προσωρινό πιστοποιητικό αναγνωρίσεως φύλου. Το προσωρινό πιστοποιητικό αναγνωρίσεως φύλου παρείχε τη δυνατότητα στον έγγαμο αιτούντα να ζητήσει την ακύρωση του γάμου από δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 12, στοιχείο g, του Matrimonial Causes Act 1973 (όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον GRA). Οι αιτούντες δικαιούνταν να λάβουν πλήρες πιστοποιητικό αναγνωρίσεως φύλου μόνο μετά την έκδοση της ακυρωτικής αποφάσεως (στην Αγγλία και Ουαλία).

3.      Το σύμφωνο συμβιώσεως και ο γάμος ομόφυλων ζευγαριών

14.      Ο Civil Partnership Act (νόμος περί συμφώνου συμβιώσεως) εκδόθηκε το 2004 και τέθηκε σε ισχύ στις 5 Δεκεμβρίου 2005. Ο νόμος αυτός προέβλεπε τη νομική αναγνώριση συμφώνου συμβιώσεως ομόφυλων ζευγών κατόπιν σχετικής καταχωρίσεως.

15.      Ο Marriage (Same Sex Couples) Act 2013 (νόμος του 2013 περί γάμου ομόφυλων ζευγών) τέθηκε σε ισχύ στις 10 Δεκεμβρίου 2014. Ο νόμος αυτός επιτρέπει τον γάμο ομόφυλων ζευγών. Με το παράρτημα 5 του νόμου αυτού τροποποιήθηκε το άρθρο 4 του GRA, οπότε το άρθρο αυτό προβλέπει ότι η επιτροπή αναγνωρίσεως φύλου πρέπει να χορηγεί πλήρες πιστοποιητικό αναγνωρίσεως φύλου σε έγγαμο αιτούντα αν συναινεί ο σύζυγος του αιτούντος.

III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και το προδικαστικό ερώτημα

16.      Η MB γεννήθηκε το 1948, καταχωρίστηκε στο ληξιαρχείο κατά τη γέννηση ως άνδρας και συνήψε γάμο το 1974. Το 1991, η MB ξεκίνησε να ζει ως γυναίκα. Το 1995, υποβλήθηκε σε εγχείριση αλλαγής φύλου.

17.      Μολονότι ο GRA τέθηκε σε ισχύ το 2005, η MB δεν ζήτησε τη χορήγηση πιστοποιητικού αναγνωρίσεως φύλου. Τούτο συνέβη επειδή συνεχίζει να συζεί με τη σύζυγό της και τόσο η ίδια όσο και η σύζυγός της επιθυμούσαν να συνεχίσουν την έγγαμη συμβίωσή τους. Για θρησκευτικούς λόγους, δεν επιθυμούν την ακύρωση του γάμου τους, έστω και αν αυτός μπορεί να αντικατασταθεί με σύμφωνο συμβιώσεως.

18.      Το 2008 η MB συμπλήρωσε την ηλικία των 60 ετών, δηλαδή την ηλικία συνταξιοδοτήσεως για όσες γυναίκες γεννήθηκαν πριν από τις 6 Απριλίου 1950. Υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση κρατικής συντάξεως γήρατος. Η αίτησή της απορρίφθηκε λόγω του ότι, ελλείψει πλήρους πιστοποιητικού αναγνωρίσεως φύλου, δεν μπορούσε να θεωρηθεί γυναίκα όσον αφορά την ηλικία συνταξιοδοτήσεώς της.

19.      Η MB (στο εξής: αναιρεσείουσα) προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Προέβαλε συναφώς ότι η προϋπόθεση αγαμίας συνιστά δυσμενή διάκριση, αντίθετη προς την οδηγία 79/7: αποτελεί εμπόδιο για την πρόσβασή της σε σύνταξη γήρατος στην ηλικία στην οποία έχει το σχετικό δικαίωμα ως γυναίκα.

20.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου) ερώτησε το Δικαστήριο «αν η οδηγία 79/7 του Συμβουλίου απαγορεύει τη θέσπιση στο εθνικό δίκαιο της προϋποθέσεως ότι το άτομο που έχει αλλάξει φύλο, πέραν των σωματικών, κοινωνικών και ψυχολογικών προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου, πρέπει επίσης να μην είναι έγγαμο, προκειμένου να έχει το δικαίωμα να λάβει κρατική σύνταξη γήρατος».

21.      Γραπτές παρατηρήσεις υποβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα, την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι υποβαλόντες γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν επίσης προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Σεπτεμβρίου 2017.

IV.    Αξιολόγηση

1.      Μια προκαταρκτική παρατήρηση: ποιο είναι το ερώτημα;

22.      Η έκφραση «δύο σε ένα» συναντάται περισσότερο στον χώρο των διαφημίσεων παρά σε εισαγωγικό μέρος εισαγγελικών προτάσεων. Ωστόσο, η έκφραση αυτή είναι απολύτως κατάλληλη στο πλαίσιο της παρούσας προδικαστικής παραπομπής. Πέραν της προφανούς απλότητας που χαρακτηρίζει το ερώτημα που τέθηκε από το Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου) υπάρχει ένα δεύτερο, πιο βαθύ ερώτημα. Κατά συνέπεια, η παρούσα υπόθεση μπορεί να προσεγγισθεί από δύο εντελώς διαφορετικές οπτικές γωνίες.

23.      Πρώτον, μια στενή προσέγγιση επικεντρώνεται στην πρόσβαση στις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως: απαγορεύει η οδηγία 79/7 τη θέσπιση στο εθνικό δίκαιο της προϋποθέσεως ότι το άτομο που έχει αλλάξει φύλο, πέραν των σωματικών, κοινωνικών και ψυχολογικών προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου, πρέπει επίσης να μην είναι έγγαμο, προκειμένου να έχει το δικαίωμα να λάβει κρατική σύνταξη;

24.      Δεύτερον, υπάρχει μια πιο περίπλοκη προσέγγιση στο πλαίσιο της οποίας τίθεται ένα υποκείμενο ερώτημα, το οποίο διαφοροποιείται μολονότι συνδέεται με τη στενότερη προσέγγιση. Το ερώτημα αυτό αφορά το αν είναι συμβατές με τα θεμελιώδη δικαιώματα της ιδιωτικότητας, της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος γάμου (i) η άρνηση κράτους μέλους να επιτρέπει τους γάμους μεταξύ ομοφύλων και συνακόλουθα (ii) η άρνησή του να αναγνωρίσει την αλλαγή φύλου αν αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια την αναγνώριση του γάμου μεταξύ ομοφύλων.

25.      Η πραγματική δυσκολία στην παρούσα υπόθεση δεν έγκειται, κατά την άποψή μου, στην εξεύρεση της απαντήσεως σε οποιοδήποτε από τα ερωτήματα αυτά. Εντοπίζεται περισσότερο στην επιλογή του ερωτήματος που πρέπει να απαντηθεί. Άπαξ γίνει η επιλογή αυτή, ενδέχεται να υπάρξει μια πρόσθετη δυσκολία όσον αφορά την προσπάθεια συνδυασμού των απαντήσεων που θα δοθούν σε κάθε ένα από τα ερωτήματα αυτά.

26.      Το ζήτημα αυτό αναδεικνύεται με σαφήνεια στις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά κάποιον τρόπο, κάθε ένας από τους υποβαλόντες παρατηρήσεις προέβαλε μια διαφορετική οπτική της υποθέσεως. Η αναιρεσείουσα και η Επιτροπή επικεντρώθηκαν σε στενή ερμηνεία του ζητήματος. Συνήγαγαν ότι η προϋπόθεση αγαμίας συνιστά δυσμενή διάκριση η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7. Η αναιρεσείουσα κλήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση να εκθέσει επίσης τις ευρύτερες συνέπειες της υποθέσεως. Πάντως, η απάντησή της επιβεβαίωσε ότι η στενή προσέγγιση, όπως δείχνει το ερώτημα που τέθηκε από το Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου), είναι η πραγματική υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, τα επιχειρήματα που προέβαλε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου σχετίζονταν με το ευρύτερο ζήτημα των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Προς στήριξη των απόψεών της, η εν λόγω κυβέρνηση συχνά επικαλέστηκε πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: EΔΔΑ) (5).

27.      Το ερώτημα που τέθηκε από το Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου) σαφώς αντανακλά τη στενή προσέγγιση. Παρά τις ευρύτερες συνέπειες που έχουν τα ζητήματα που τίθενται στην παρούσα υπόθεση, τις οποίες επίσης αναφέρει το αιτούν δικαστήριο με τη διάταξή του περί παραπομπής, το δικαστήριο αυτό επέλεξε να περιορίσει το ερώτημά του επικεντρώνοντας στη συμβατότητα της προϋποθέσεως αγαμίας με την οδηγία 79/7.

28.      Επιπροσθέτως, θα πρέπει να τονισθεί ότι τόσο στη διάταξή του περί παραπομπής όσο και σε αυτό καθ’ εαυτό το κείμενο του ερωτήματος το αιτούν δικαστήριο προέβη επίσης σε ορισμένες αξιολογήσεις πραγματικών ζητημάτων. Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο με σαφήνεια αναφέρει στο ερώτημά του ότι η επίμαχη προϋπόθεση αφορά ένα άτομο που έχει αλλάξει φύλο. Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο επιβεβαιώνει επίσης ότι η προϋπόθεση αγαμίας επιβάλλεται πέραν των σωματικών, κοινωνικών και ψυχολογικών προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου.

29.      Στο πλαίσιο των πραγματικών αυτών περιστάσεων και απαντώντας στο στενό ερώτημα που τέθηκε στο Δικαστήριο από το αιτούν δικαστήριο, συνάγω ότι η προϋπόθεση αγαμίας, στο μέτρο που εφαρμόζεται μόνο στα διεμφυλικά άτομα προκειμένου αυτά να αποκτήσουν πρόσβαση σε κρατική σύνταξη, αντίκειται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 (B). Παρά ταύτα, θα απαντήσω επίσης στα επιχειρήματα που η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προέβαλε όσον αφορά την ευρύτερη ερμηνεία του ερωτήματος, μολονότι η προσέγγιση αυτή δεν μπορεί να αλλάξει την απάντηση που δόθηκε στο ερώτημα (Γ). Θα επισημάνω για ποιον λόγο η παρούσα υπόθεση δεν έχει τόσο εκτεταμένες συνέπειες όσο δείχνουν τα ευρύτερα επιχειρήματα περί των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Δ).

2.      Το στενό ερώτημα

30.      Δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση παροχή, δηλαδή μια κρατική σύνταξη γήρατος, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7. Η οδηγία αυτή απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά τους όρους προσβάσεως στα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που παρέχουν προστασία, μεταξύ άλλων, κατά του γήρατος (6).

31.      Υπάρχει απαγορευμένη διάκριση στην παρούσα υπόθεση; Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (7), άμεση διάκριση συντρέχει σε περίπτωση άνισης μεταχειρίσεως μιας συγκρίσιμης ομάδας προσώπων εις βάρος της προστατευόμενης ομάδας. Η άνιση αυτή μεταχείριση πρέπει να λαμβάνει χώρα βάσει ενός λόγου διακρίσεως, ενώ δεν πρέπει να υφίσταται αντικειμενικός λόγος που θα τη δικαιολογούσε.

32.      Για τους σκοπούς της αναλύσεως, στο παρόν τμήμα των προτάσεών μου θα αξιολογήσω πρώτα αν υφίσταται λόγος διακρίσεως (1). Εν συνεχεία, θα εξετάσω τη συγκρισιμότητα μεταξύ των διεμφυλικών ατόμων (8) και των φυλοαμετάβατων ατόμων (9) (2), και την ύπαρξη άνισης μεταχειρίσεως (3). Ολοκληρώνοντας αυτό το τμήμα των προτάσεών μου, θα εξετάσω την έλλειψη δυνατότητας δικαιολογήσεως των άμεσων διακρίσεων όσον αφορά το νομοθετικό πλαίσιο της οδηγίας 79/7 (4).

1.      Ο λόγος διακρίσεως

33.      Αποτελεί πλέον πάγια νομολογία ότι η προβλεπόμενη από το δίκαιο της Ένωσης απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου καλύπτει επίσης τις διακρίσεις λόγω αλλαγής φύλου (10). Επιπροσθέτως, η νομοθεσία της Ένωσης έχει ρητώς αναγνωρίσει τη σημαντική αυτή εξέλιξη επιβεβαιώνοντας ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών «έχει επίσης εφαρμογή στις διακρίσεις που απορρέουν από την αλλαγή φύλου ενός προσώπου» (11).

34.      Η πρώτη σχετική υπόθεση ανάγεται στο έτος 1996. Στην υπόθεση P. κατά S.,το Δικαστήριοδεν δέχθηκε την ερμηνεία της διακρίσεως λόγω φύλου ως μιας δυαδικής έννοιας που βασίζεται στην αντίθεση μεταξύ δύο αλληλοαποκλειόμενων κατηγοριών (12). Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό και τη φύση των δικαιωμάτων στην προστασία των οποίων αποσκοπούν οι οδηγίες περί απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου, καθώς και το γεγονός ότι το δικαίωμα μη υποβολής σε διακρίσεις λόγω φύλου αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα (13). Επιπλέον, η υπαγωγή της αλλαγής φύλου στην έννοια των διακρίσεων λόγω φύλου συνδέθηκε με την υποχρέωση σεβασμού της αξιοπρέπειας και ελευθερίας των τρανσεξουαλικών ατόμων (14).

35.      Έτσι, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου δεν εμπίπτουν «μόνον οι διακρίσεις που οφείλονται στο γεγονός ότι ο υφιστάμενος τη διάκριση ανήκει στο ένα από τα δύο φύλα» (15). Οι διακρίσεις που απορρέουν από την αλλαγή φύλου αποτελούν διακρίσεις που οφείλονται «κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στο φύλο του ενδιαφερομένου» (16). Όσον αφορά τη μεταγενέστερη νομολογία του, το Δικαστήριο επέμεινε στην αναγνώριση του ότι οι διακρίσεις λόγω αλλαγής φύλου αποτελούν ειδική έκφανση των διακρίσεων λόγω φύλου (17).

2.      Συγκρίσιμες ομάδες

36.      Το γεγονός ότι η αλλαγή φύλου ρητώς περιελήφθη στους λόγους (ή καταστάσεις) διακρίσεως δεν διευκόλυνε την αντιμετώπιση του συναφούς ζητήματος συγκρισιμότητας· το αντίθετο μάλιστα. Η αλλαγή φύλου αποτελεί διαδικασία που έχει μια σημαντικού βαθμού δυναμική η οποία θέτει υπό αμφισβήτηση την πιο παραδοσιακή και στατική σύγκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών. Μετατρέπει όντως σε κινούμενο στόχο τον όρο συγκρίσεως ή ακόμη καθιστά αδύνατο τον σαφή προσδιορισμό οποιασδήποτε σαφώς ορισμένης συγκρίσιμης ομάδας (18).

37.      Το Δικαστήριο έχει ήδη υπερβεί την εννοιολογική αυτή δυσχέρεια. Αναγνωρίζοντας ότι η αλλαγή φύλου καλύπτεται από τις διακρίσεις λόγω φύλου, επιβεβαίωσε ότι η ιδιάζουσα κατάσταση των διεμφυλικών ατόμων δεν τα στερεί από την προστασία καθιστώντας μη συγκρίσιμη την ομάδα στην οποία ανήκουν (19). Η αναγνώριση της αλλαγής φύλου, μιας υποκατηγορίας των διακρίσεων λόγω φύλου, ως λόγου διακρίσεως συνεπάγεται μια αναγκαία ευελιξία όσον αφορά τη συγκρισιμότητα (20).

38.      Η νομολογία του Δικαστηρίου αντανακλώντας την πολυπλοκότητα που εμφανίζει ο τομέας αυτός προσάρμοσε το πλαίσιο αναφοράς ανάλογα με το είδος της φερόμενης ως δυσμενούς διακρίσεως και με το νομοθετικό πλαίσιο. Η δυναμική φύση της αλλαγής φύλου σημαίνει ότι η παρεχόμενη από το δίκαιο της Ένωσης προστασία δεν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον «τελικό προορισμό» –δηλαδή την πλήρη νομική αναγνώριση κατά το εθνικό δίκαιο των εννόμων συνεπειών της αλλαγής αυτής (21).

39.      Επομένως, ανάλογα με το ειδικότερο πλαίσιο και τη φύση των επίμαχων αξιώσεων, η επιλογή των όρων συγκρίσεως μπορεί να διαφέρει. Η κατάσταση ενός διεμφυλικού ατόμου μπορεί να συγκριθεί με εκείνη ενός φυλοαμετάβατου ατόμου του φύλου στο οποίο προηγουμένως ανήκε το διεμφυλικό άτομο, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση απολύσεως που ενέχει δυσμενή διάκριση (22). Μπορεί όμως επίσης να συγκριθεί με ένα φυλοαμετάβατο άτομο που ανήκει στο «νέο» φύλο του διεμφυλικού ατόμου, όταν, για παράδειγμα, πρόκειται για την πρόσβαση σε παροχές υπό προϋποθέσεις που αντιστοιχούν στο επίκτητο φύλο (23) .

40.      Με άλλα λόγια, ανάλογα με το πλαίσιο της συγκεκριμένης υποθέσεως και λαμβανομένης υπόψη της εγγενούς δυναμικής που χαρακτηρίζει την αλλαγή φύλου, η σύγκριση μπορεί να γίνει σε σχέση είτε με το «σημείο αφετηρίας» είτε με το «σημείο αφίξεως».

41.      Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία. Η αναιρεσείουσα διεκδικεί το δικαίωμα προσβάσεως σε σύνταξη γήρατος στην ίδια ηλικία που το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται στις γυναίκες. Ομοίως με την υπόθεση Richards, η οποία επίσης αφορούσε την οδηγία 79/7 και την πρόσβαση σε παροχές συντάξεως (24), στην παρούσα υπόθεση τα αντικείμενα της συγκρίσεως (οι όροι συγκρίσεως) είναι, αφενός, ένα διεμφυλικό άτομο που από άνδρας έγινε γυναίκα και, αφετέρου, φυλοαμετάβατες γυναίκες. Ο σκοπός της συγκρίσεως (το tertium comparationis) είναι η πρόσβαση σε σύνταξη γήρατος, ως ένα είδος συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως.

42.      Ωστόσο, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αμφισβήτησε τη συγκρισιμότητα μεταξύ των διεμφυλικών γυναικών και των φυλοαμετάβατων γυναικών. Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι πρώτες δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι φυλοαμετάβατες γυναίκες δεν μπορούν να συνάψουν γάμο με γυναίκα, ενώ οι διεμφυλικές γυναίκες μπορούσαν να βρεθούν σε κατάσταση γάμου μεταξύ ομοφύλων μετά την αναγνώριση της αλλαγής του φύλου τους. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές κατηγορίες και οι προϋποθέσεις που τις αφορούν είναι εντελώς μη συγκρίσιμες.

43.      Δεν συμφωνώ. Με το επιχείρημά αυτό, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προσπαθεί να απομονώσει ένα από τα δευτερεύοντα, επουσιώδη χαρακτηριστικά των αντικειμένων της συγκρίσεως –το ζήτημα της οικογενειακής καταστάσεως– και να το μετατρέψει στο αποφασιστικό στοιχείο που καθορίζει τη συγκρισιμότητα. Με άλλα λόγια, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου κατ’ ουσίαν επιδιώκει να μετατοπίσει τον σκοπό της συγκρίσεως από το ζήτημα της προσβάσεως σε παροχές συντάξεως στο ζήτημα της οικογενειακής καταστάσεως. Η οικογενειακή όμως κατάσταση δεν αποτελεί αυτή καθ’ εαυτήν κρίσιμο στοιχείο για την πρόσβαση σε κρατική σύνταξη γήρατος, τόσο για τις φυλοαμετάβατες γυναίκες όσο και για τους φυλοαμετάβατους άνδρες.

44.      Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι, ερμηνεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη συγκρισιμότητα, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στηρίζεται πρωτίστως σε μια πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ (25). Ωστόσο, η απόφαση αυτή αφορούσε, ειδικά και συγκεκριμένα, το ζήτημα της οικογενειακής καταστάσεως ως προϋποθέσεως για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου, και όχι την πρόσβαση σε συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Ως εκ τούτου, εύλογα ερμηνεύθηκαν με διαφορετικό τρόπο τα αντικείμενα της συγκρίσεως και ο σκοπός της. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, για τους σκοπούς της προσβάσεως σε κρατική σύνταξη γήρατος, τα στοιχεία που καθορίζουν τη σημασία των διαφορών και των ομοιοτήτων όσον αφορά την επίμαχη παροχή είναι πρωτίστως η ηλικία και το ύψος των εισφορών που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο του συστήματος (26).

45.      Επί του τελευταίου ζητήματος, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, πέραν της ηλικίας και των εισφορών, το φύλο του ενδιαφερομένου προσώπου αποτελεί ένα άλλο σημαντικό στοιχείο για την πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση. Το επιχείρημα αυτό, στο συγκεκριμένο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, έρχεται αντιμέτωπο με μια άλλη δυσκολία: η διαφορετική μεταχείριση λόγω φύλου όσον αφορά τις συντάξεις γήρατος μόνον κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται από την οδηγία 79/7 βάσει της παρεκκλίσεως που ρητώς προβλέπεται στο άρθρο της 7, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ. Ωστόσο, τούτο, όπως ήδη έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Richards, δεν καλύπτει τη διαφορετική μεταχείριση λόγω αλλαγής φύλου (27). Επομένως, πέραν των εξαιρέσεων που προβλέπονται στη συγκεκριμένη οδηγία, το συμπέρασμα περί «μη συγκρισιμότητας» δεν μπορεί να βασιστεί στον λόγο διακρίσεως (εν προκειμένω, την αλλαγή φύλου).

46.      Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι για τον σκοπό της προσβάσεως σε συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως οι φυλοαμετάβατες και οι διεμφυλικές γυναίκες είναι συγκρίσιμες στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.

47.      Επί του ζητήματος αυτού, θα ήθελα να προβώ σε δύο πιο γενικές καταληκτικές παρατηρήσεις. Πρώτον, κατά την αξιολόγηση της συγκρισιμότητας μεταξύ δύο ή περισσότερων στοιχείων (προσώπων, ομάδων προσώπων) όταν εξετάζεται η απαγόρευση των (άμεσων) διακρίσεων, ο βαθμός αφαιρετικότητας που ενυπάρχει σε μια τέτοια νοητική άσκηση είναι ενδεχομένως υψηλότερος σε σχέση με εκείνον που υπάρχει στο επίπεδο της εθνικής νομοθεσίας. Εν συνόλω, όσον αφορά τον σκοπό της συγκρίσεως, έχουν τα αντικείμενα της συγκρίσεως περισσότερες ομοιότητες απ’ ό,τι διαφορές; Αν τα πράγματα ήσαν διαφορετικά και το ζήτημα της συγκρισιμότητας ήταν σε διανοητικό επίπεδο προκαθορισμένο από τις κατηγορίες που έχει ορίσει η εθνική νομοθεσία, τότε στις περισσότερες υποθέσεις, όπως στην παρούσα (28), αυτή καθ’ εαυτήν η εθνική νομοθεσία θα προσδιόριζε τα πιθανά ζεύγη προς σύγκριση μέσω του πεδίου εφαρμογής της. Μια τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε φαύλο κύκλο, χωρίς κατ’ ουσίαν να υφίσταται δυνατότητα δικαστικού ελέγχου (29).

48.      Δεύτερον, η ανάγκη να υπάρξει αυτός ο βαθμός αφαιρετικότητας ενισχύεται από το γεγονός ότι η «φυλομετάβαση» αποτελεί μια ιδιάζουσα κατάσταση. Ακριβώς αυτή η ιδιάζουσα φύση της κατέστησε αναγκαία τη θέσπιση ειδικής νομοθεσίας προβλέπουσας την αναγνώριση της αλλαγής φύλου και τις προϋποθέσεις της. Πάντως, θα ήταν παράδοξο αν το γεγονός αυτό θεωρούνταν ότι συνεπάγεται πλήρη αποκλεισμό όλων των στοιχείων που καλύπτει η νομοθεσία αυτή από οποιαδήποτε αξιολόγηση σχετικά με την ύπαρξη (ή ανυπαρξία) δυσμενών διακρίσεων, ή αν χρησιμοποιούνταν για τη δημιουργία ιδιαζόντων ή παράξενων στοιχείων συγκρίσεως. Επαναλαμβάνω ότι, λόγω αυτής της αναγνωρισμένης, ιδιάζουσας και μεταβατικής καταστάσεως, απαιτείται ένα εύλογα υψηλότερο επίπεδο αφαιρετικότητας κατά την αξιολόγηση της συγκρισιμότητας.

3.      Άνιση μεταχείριση

49.      Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αρνείται ότι υπήρξε άνιση μεταχείριση. Τόσο οι φυλοαμετάβατες γυναίκες όσο και οι διεμφυλικές γυναίκες μπορούν αδιακρίτως να λάβουν κρατική σύνταξη γήρατος στην ηλικία των 60 ετών. Έστω και αν τα άτομα που ανήκουν σε μία από τις κατηγορίες αυτές δεν μπορούν να συνάψουν γάμο με γυναίκα.

50.       Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό.

51.      Πρώτον, σε ορισμένο βαθμό, το επιχείρημα αυτό συνιστά επανάληψη ή προέκταση του ζητήματος της συγκρισιμότητας. Συγχέει την άνιση μεταχείριση όσον αφορά την πρόσβαση σε κρατική σύνταξη γήρατος με το ζήτημα του δικαιώματος γάμου. Δεύτερον, αγνοεί τη διαφορά μεταξύ της απαγορεύσεως των γάμων μεταξύ ομοφύλων και της υποχρεώσεως ακυρώσεως ενός έγκυρου προγενέστερου γάμου, η οποία είναι το πραγματικό περιεχόμενο της επίμαχης προϋποθέσεως στην παρούσα υπόθεση. Τρίτον, με το δεύτερο ζήτημα συνδέεται επίσης το γεγονός ότι κάθε μία από τις απαγορεύσεις αυτές έχει εφαρμογή σε διαφορετικά χρονικά σημεία, σε διαφορετικούς ανθρώπους και για διαφορετικούς σκοπούς.

52.      Κατά την επίμαχη εθνική νομοθεσία, η πλήρης νομική αναγνώριση της αλλαγής φύλου εξαρτάται από την οικογενειακή κατάσταση. Αυτό έχει μια συγκεκριμένη συνέπεια, η οποία είναι σημαντική στην παρούσα υπόθεση: όσον αφορά μόνο τα διεμφυλικά άτομα, προϋπόθεση για την πρόσβαση σε κρατική σύνταξη γήρατος είναι είτε να είναι κανείς άγαμος είτε να ακυρώσει τον γάμο του. Αντιθέτως, όσον αφορά τις φυλοαμετάβατες γυναίκες η πρόσβαση στις συντάξεις γήρατος ουδόλως εξαρτάται από το αν είναι έγγαμες. Εξαρτάται μόνον από τις εισφορές που κατέβαλαν και από τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Ασφαλώς, δεν απαιτείται να λύσουν τον γάμο τους προκειμένου να έχουν δικαίωμα να λάβουν σύνταξη γήρατος. Επομένως, όπως προανέφερα (30), η οικογενειακή κατάσταση δεν είναι το κριτήριο με γνώμονα το οποίο αξιολογείται η άνιση μεταχείριση, αλλά είναι η προϋπόθεση η οποία οδηγεί σε άνιση μεταχείριση όσον αφορά την πρόσβαση σε συντάξεις γήρατος.

53.      Κατά συνέπεια, εξεταζομένου του ζητήματος της μεταχειρίσεως από την άποψη της προσβάσεως σε κρατική σύνταξη γήρατος, η διαφορετική μεταχείριση στην παρούσα υπόθεση μπορεί να προσδιορισθεί με πολύ απλό τρόπο: η ιδιότητα του έγγαμου δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο για την πρόσβαση των φυλοαμετάβατων ατόμων σε κρατική σύνταξη γήρατος. Από την άλλη πλευρά, τα διεμφυλικά άτομα που έχουν ήδη συνάψει γάμο υπόκεινται στην προϋπόθεση ακυρώσεώς του.

4.      Δικαιολόγηση

54.      Η προϋπόθεση αγαμίας συνεπάγεται άμεση διαφορετική μεταχείριση λόγω φύλου. Η προϋπόθεση αυτή έχει εφαρμογή μόνον όσον αφορά τα άτομα που έχουν υποβληθεί σε αλλαγή φύλου. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση P. και S., η διαφορετική μεταχείριση λόγω αλλαγής φύλου οφείλεται «κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στο φύλο του ενδιαφερομένου» (31).

55.      Άμεση διάκριση λόγω φύλου επιτρέπεται μόνο και αποκλειστικά στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 79/7 (32). Ειδικότερα, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρήσουν διαφορετικές ηλικίες συνταξιοδοτήσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών. Πάντως, η διαφορετική μεταχείριση στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να υπαχθεί ούτε στην εξαίρεση αυτή ούτε στους άλλους πιθανούς λόγους παρεκκλίσεως από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπονται στη συγκεκριμένη οδηγία (33). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει τη χρήση της παρεκκλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, προκειμένου να δικαιολογηθεί διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των τρανσεξουαλικών ατόμων και των ατόμων που δεν έχουν υποβληθεί σε αλλαγή φύλου (34).

56.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση άνιση μεταχείριση ισοδυναμεί με άμεση διάκριση λόγω φύλου η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά (η δυνατότητα αυτή επιφυλάσσεται για τις περιπτώσεις των έμμεσων διακρίσεων) (35).

5.      Ενδιάμεσο συμπέρασμα

57.      Κατόπιν των ανωτέρω, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει τη θέσπιση της προϋποθέσεως ότι το άτομο που έχει αλλάξει φύλο, πέραν των σωματικών, κοινωνικών και ψυχολογικών προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου, πρέπει επίσης να είναι άγαμο, προκειμένου να έχει το δικαίωμα να λάβει κρατική σύνταξη γήρατος.

3.      Το ευρύτερο πεδίο

58.      Η προηγούμενη αξιολόγηση, όσο σαφής και αν είναι, δεν αποδίδει πλήρως την πολυπλοκότητα στο υπόβαθρο των νομικών επιχειρημάτων που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.

59.      Πράγματι, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι στην παρούσα υπόθεση το πραγματικά κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η πρόσβαση σε παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως αλλά, αντιθέτως, οι κατά την εθνική νομοθεσία προϋποθέσεις για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου. Το «να μην είναι κανείς έγγαμος» δεν είναι προϋπόθεση για την πρόσβαση σε κρατική σύνταξη γήρατος, αλλά είναι μία εκ των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για τη λήψη του πιστοποιητικού αλλαγής φύλου. Πάντως, το πιστοποιητικό αυτό ενσωματώνει μια απόφαση όσον αφορά την οικογενειακή κατάσταση, η οποία αποσυνδέεται και λειτουργεί αυτοτελώς σε σχέση με την ενδεχόμενη μεταγενέστερη χρησιμοποίηση του πιστοποιητικού αυτού για την πρόσβαση σε σύνταξη γήρατος. Με άλλα λόγια, παραλείποντας το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, οδηγούμαστε σε εσφαλμένη αιτιότητα: η μη σύναψη γάμου μεταξύ ομοφύλων δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος, αποτελεί όμως προϋπόθεση για την έκδοση του πιστοποιητικού αλλαγής φύλου.

60.      Η συλλογιστική αυτή, την οποία διατύπωσε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, βασίζεται σε μια σειρά δεδομένων. Πρώτον, η θέσπιση των προϋποθέσεων για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (1). Δεύτερον, η προϋπόθεση αγαμίας αποσκοπεί στην αποτροπή του γάμου μεταξύ ομοφύλων. Πρόκειται για σκοπό δημοσίας τάξεως τον οποίο τα κράτη μέλη νομιμοποιούνται να επιδιώκουν, δεδομένου ότι έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά την οικογενειακή κατάσταση (2). Τρίτον, η απαγόρευση θεσπίσεως της προϋποθέσεως αγαμίας μόνο για τους σκοπούς της οδηγίας 79/7 θα υπονομεύσει τη σαφήνεια και τη συνοχή των εθνικών κανόνων που ρυθμίζουν τα ζητήματα σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση και την αλλαγή φύλου (3). Τέταρτον, η προϋπόθεση αγαμίας ευθυγραμμίζεται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: Σύμβαση) όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ (4).

61.      Τα επιχειρήματα αυτά χρήζουν λεπτομερούς αξιολογήσεως. Αντανακλούν τη μοναδικά περίπλοκη και ευαίσθητη φύση των ζητημάτων που ανέκυψαν στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, όσο σημαντικά και αν είναι γενικώς, για τους λόγους που θα εκθέσω λεπτομερώς κατωτέρω, τα επιχειρήματα αυτά βρίσκονται αντιμέτωπα με σημαντικές δυσκολίες στο συγκεκριμένο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως. Και τούτο, από τη σκοπιά της αξιολογήσεως του στενού ερωτήματος σχετικά με τη συμβατότητα της επίμαχης προϋποθέσεως με την οδηγία 79/7.

1.      Πρώτο επιχείρημα: η διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών όσον αφορά την πρόβλεψη των προϋποθέσεων για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου

62.      Δεν αμφισβητείται από τους υποβαλόντες παρατηρήσεις ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέπουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο διαδικασίες καθιστώσες δυνατή την πλήρη νομική αναγνώριση της αλλαγής φύλου. Η απαίτηση αυτή απορρέει όχι μόνον από τις υποχρεώσεις των κρατών μελών ως συμβαλλομένων μερών της Συμβάσεως (36), αλλά και, ειδικότερα, από το δίκαιο της Ένωσης και την οδηγία 79/7 (37).

63.      Κατά συνέπεια, ο καθορισμός ορισμένων προϋποθέσεων αποτελεί εγγενές στοιχείο της θεσπίσεως μιας τέτοιας διαδικασίας. Η πολυπλοκότητα της παρούσας υποθέσεως έγκειται στο γεγονός ότι αφορά μια από τις ειδικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη διαδικασία την οποία έχει ήδη θεσπίσει ένα κράτος μέλος. Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, το Δικαστήριο καλείται, για πρώτη φορά εξ όσων γνωρίζω, να εξετάσει την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου σε σχέση με τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου. Όλες οι προγενέστερες υποθέσεις που αφορούσαν διεμφυλικά άτομα είχαν σχέση με καταστάσεις στις οποίες οι εθνικές διαδικασίες για την αναγνώριση είτε δεν είχαν θεσπισθεί είτε δεν είχαν εφαρμογή όσον αφορά τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως (38).

64.      Από την άποψη αυτή, η υπόθεσηRichards αποτελεί σημαντικό προηγούμενο. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε δυσμενής διάκριση λόγω φύλου (αλλαγής φύλου) όσον αφορά την πρόσβαση σε σύνταξη γήρατος. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι η S.M. Richards (ένα κατόπιν εγχειρίσεως από άνδρα σε γυναίκα τρανσεξουαλικό άτομο) δεν μπορούσε να επιτύχει στο Ηνωμένο Βασίλειο τη νομική αναγνώριση της αλλαγής του φύλου της. Συνεπώς, η υπόθεση Richards αφορούσε την έλλειψη δυνατότητας ενός τρανσεξουαλικού ατόμου να επιτύχει τη νομική αναγνώριση του επίκτητου φύλου του. Μετά τις αποφάσεις στις υποθέσεις Richards και Goodwin, το Ηνωμένο Βασίλειο θέσπισε διαδικασία για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου.

65.      Όπως υποστηρίζει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το Δικαστήριο ρητώς έκρινε στην απόφαση Richards ότι «εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν τις προϋποθέσεις της νομικής αναγνωρίσεως της αλλαγής φύλου ενός ατόμου» (39).

66.      Λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων αυτών, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, σε αντίθεση με την έλλειψη δυνατότητας στην υπόθεση Richards, όταν υφίσταται διαδικασία για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου τα κράτη μέλη έχουν διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον καθορισμό των σχετικών προϋποθέσεων. Η διακριτική αυτή ευχέρεια όσον αφορά τον καθορισμό των προϋποθέσεων για τη νομική αναγνώριση της αλλαγής φύλου θα μπορούσε να λεχθεί ότι συνεπάγεται ότι, άπαξ έχει θεσπισθεί η σχετική διαδικασία, τα άτομα που υποβάλλονται σε αλλαγή φύλου θα εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου μόνον αν έχει προηγηθεί νομική αναγνώριση του επίκτητου φύλου τους σύμφωνα με την εθνική διαδικασία.

67.      Ακολουθουμένης της λογικής του επιχειρήματος αυτού, το συμπέρασμα στην παρούσα υπόθεση θα ήταν ότι η προϋπόθεση αγαμίας δεν αποτελεί άμεση προϋπόθεση για την πρόσβαση σε κρατική σύνταξη γήρατος, αλλά προϋπόθεση για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου. Συνεπώς, η άνιση μεταχείριση θα αποσυνδεόταν από την πρόσβαση σε σύνταξη. Θα απέρρεε από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου.

68.      Ωστόσο, μια τέτοια συλλογιστική βρίσκεται αντιμέτωπη με τουλάχιστον τρεις δυσκολίες.

69.      Πρώτον, το Δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει ένα αντίστοιχο επιχείρημα «περί αποσυνδέσεως» στην υπόθεση K. B. (40). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε ένα τρανσεξουαλικό άτομο που δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση σε σύνταξη χηρείας λόγω του ότι (1) δεν ήταν έγγαμο, (2) για ένα τρανσεξουαλικό άτομο ήταν αδύνατον να συνάψει γάμο με άτομο του φύλου στο οποίο το τρανσεξουαλικό άτομο ανήκε πριν από την εγχείριση αλλαγής φύλου, και (3) δεν υπήρχε νομική δυνατότητα αλλαγής φύλου. Συνεπώς, στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο αντιμετώπισε μια κατάσταση όπου η άνιση μεταχείριση δεν είχε σχέση με αυτή καθ’ εαυτήν τη χορήγηση συντάξεως, αλλά με μια αναγκαία προϋπόθεση για τη χορήγηση συντάξεως, ήτοι την ικανότητα συνάψεως γάμου (41). Το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα της συμβατότητας της εθνικής νομοθεσίας με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 141 EΚ). Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι «εθνική νομοθεσία, η οποία συνεπεία της μη αναγνωρίσεως του επίκτητου φύλου του, περιάγει ένα τρανσεξουαλικό άτομο σε αδυναμία να ικανοποιήσει μία προϋπόθεση αναγκαία προκειμένου να απολαύει δικαιώματος παρεχομένου από το δίκαιο της ΕΕ πρέπει να θεωρηθεί ως κατ' αρχήν ασυμβίβαστη προς τις επιταγές του δικαίου της ΕΕ» (42).

70.      Δεύτερον, σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο, μια τέτοια προσέγγιση θα συνεπαγόταν ότι το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου θα εξαρτιόταν πλήρως από τις διάφορες προϋποθέσεις που τίθενται σε εθνικό επίπεδο. Η άσκηση των παρεχομένων από το δίκαιο της Ένωσης δικαιωμάτων θα εξαρτιόταν από την απόλυτη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών. Οι προϋποθέσεις αυτές, πέραν της ρυθμίσεως τεχνικών ζητημάτων ιατρικής και ψυχοκοινωνικής φύσεως, θα μπορούσαν επίσης να περιλαμβάνουν διάφορες προϋποθέσεις που αποσκοπούν στην προστασία ηθικών αρχών ή αξιών. Από την άποψη αυτή, η απεριόριστη διακριτική ευχέρεια θα συνεπαγόταν τον κίνδυνο οι απαγορευμένες από τη συγκεκριμένη οδηγία διακρίσεις λόγω αλλαγής φύλου να επανέρχονται διά της πλαγίας οδού υπό τη μορφή προαπαιτουμένων ή προϋποθέσεων που συνδέονται με την αναγνώριση της συγκεκριμένης καταστάσεως, οποιοδήποτε και αν είναι το περιεχόμενό τους (43).

71.      Για να χρησιμοποιήσω ένα ακραίο παράδειγμα, νομική προϋπόθεση που συνίσταται στο να φορά κανείς ροζ φόρεμα τουλάχιστον δύο ημέρες την εβδομάδα προκειμένου αυτός να μπορεί να θεωρηθεί (κοινωνικά και πολιτισμικά) γυναίκα θα ήταν αποδεκτή αν αποτελούσε νομικό προαπαιτούμενο για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου. Αναγνωρίζω βεβαίως ότι η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση προϋπόθεση είναι εντελώς διαφορετικής φύσεως. Ποιο όμως είναι το όριο μεταξύ των «αποδεκτών» προϋποθέσεων (που αποκλείονται από οποιονδήποτε δικαστικό έλεγχο) και των «μη αποδεκτών» (εκείνων που επιδέχονται δικαστικό έλεγχο) και πώς αυτό θα μπορούσε να καθορισθεί; Επιπροσθέτως, προϋποθέσεις, που αυτές καθ’ εαυτές και σε θεωρητικό επίπεδο θεωρούνται «αποδεκτές», ενδέχεται παρά ταύτα, εντός συγκεκριμένου πραγματικού ή νομικού πλαισίου, να οδηγήσουν σε εντελώς μη αποδεκτά αποτελέσματα.

72.      Τρίτον, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι μια λογική σύμφωνα με την οποία οι προϋποθέσεις για την αλλαγή φύλου θα εξαιρούνταν από οποιονδήποτε δικαστικό έλεγχο θα παρέβλεπε επίσης τη δυναμική φύση της διαδικασίας αλλαγής φύλου, όπως αυτή ήδη εξετάστηκε στα σημεία 36 έως 38 των παρουσών προτάσεων. Με άλλα λόγια, λόγω της εγγενούς δυναμικής που χαρακτηρίζει τη φυλομετάβαση, απαιτείται προστασία όχι μόνον όταν έχει υπάρξει πλήρης αναγνώριση του φύλου, αλλά επίσης (και μάλιστα, ορισμένες φορές, ιδιαίτερα) όσον αφορά την πορεία μέχρι εκεί.

73.      Τονίζω ότι ο καθορισμός των προϋποθέσεων για τη νομική αναγνώριση της αλλαγής φύλου εξακολουθεί να εναπόκειται στα κράτη μέλη (44). Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι, κατά τη θέσπιση των σχετικών διαδικασιών και τον καθορισμό των προϋποθέσεων, τα κράτη μέλη ενεργούν εντελώς εκτός του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και ως εκ τούτου εκφεύγουν κάθε είδους ελέγχου. Εξάλλου, τα κράτη μέλη πρέπει κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως δε τις διατάξεις περί της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων (45).

74.      Τούτο με οδηγεί στο τελευταίο ζήτημα, το οποίο συνδέεται με τη συζήτηση που προηγήθηκε: το στάδιο ή το χρονικό σημείο στο οποίο ένα διεμφυλικό άτομο αποκτά το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως και μη υποβολής σε δυσμενείς διακρίσεις σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης (46). Πάλι εδώ, δεν υπάρχει γενικός ή αυστηρός κανόνας. Κάθε επιμέρους υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της συγκεκριμένης καταστάσεως και του ερωτήματος που τίθεται.

75.      Όσον αφορά την παρούσα περίπτωση, το αιτούν δικαστήριο με σαφήνεια ανέφερε στη διάταξη περί παραπομπής ότι αφορά ένα πρόσωπο που εν τοις πράγμασι έχει ήδη αλλάξει φύλο. Επιπλέον, το εθνικό δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η αναιρεσείουσα πληροί όλες τις σωματικές, κοινωνικές και ψυχολογικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου.

76.      Εξεταζομένου του συγκεκριμένου ερωτήματος που τέθηκε στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η προϋπόθεση αγαμίας ως γενική προϋπόθεση για την αναγνώριση συγκεκριμένης καταστάσεως, αλλά οι συνέπειές της για την καλυπτόμενη από την οδηγία 79/7 πρόσβαση σε κρατική σύνταξη γήρατος. Αν, όπως προαναφέρθηκε στα σημεία 69 έως 73 των παρουσών προτάσεων, γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις όσον αφορά την αλλαγή φύλου θα πρέπει να ελέγχονται δικαστικώς για την εναρμόνισή τους με το δίκαιο της Ένωσης, η δυνατότητα επικλήσεως της προβλεπόμενης από την οδηγία προστασίας οπωσδήποτε καλύπτει τα άτομα που υποστηρίζουν ότι ακριβώς αυτές οι προϋποθέσεις εμποδίζουν την πρόσβασή τους στα δικαιώματα που τους παρέχει το δίκαιο της Ένωσης.

77.      Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, ούτε η εξουσία των κρατών μελών να καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την αλλαγή φύλου ούτε η αποσύνδεση των προϋποθέσεων αυτών από την πρόσβαση σε σύνταξη κοινωνικής ασφαλίσεως οδηγούν σε συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνα στα οποία κατέληξα στο τμήμα Β των παρουσών προτάσεων.

2.      Δεύτερο επιχείρημα: οι ρυθμίσεις περί της οικογενειακής καταστάσεως αποτελούν ζήτημα εθνικού δικαίου

78.       Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστήριξε ότι η διαπίστωση ότι η προϋπόθεση αγαμίας είναι ασύμβατη με την οδηγία 79/7 θα ανάγκαζε τα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν τους γάμους μεταξύ ομοφύλων ακόμη και όταν οι γάμοι αυτοί (τότε) δεν επιτρέπονταν από το εθνικό δίκαιο.

79.      Δεν συμφωνώ. Από πρακτικής απόψεως, αν η επίμαχη προϋπόθεση κηρυχθεί ασύμβατη με την οδηγία 79/7, το μόνο που θα χρειαστεί θα είναι να εξασφαλισθεί η πρόσβαση στην επίμαχη παροχή ανεξαρτήτως της τηρήσεως της συγκεκριμένης προϋποθέσεως. Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι η προϋπόθεση αυτή θα έπρεπε να απαλειφθεί από την εθνική νομοθεσία. Σαφώς όχι. Δεν θα μπορούσε όμως να εφαρμοσθεί ως προαπαιτούμενο για την πρόσβαση στις παροχές που καλύπτονται από την συγκεκριμένη οδηγία και δεν συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση, όπως η σύνταξη γήρατος.

80.      Η υπό κρίση υπόθεση αφορά μια παροχή (κρατική σύνταξη γήρατος) η οποία ουδόλως εξαρτάται από τη σύναψη γάμου ή από τους νομικούς δεσμούς μεταξύ των συντρόφων. Όπως ήδη εξήγησα ανωτέρω (47), το δικαίωμα λήψεως κρατικής συντάξεως γήρατος βασίζεται γενικώς, στο πλαίσιο των συστημάτων τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες, στις εισφορές καθώς και στην ηλικία των δικαιούχων.

81.      Το δεδομένο αυτό ουδόλως έρχεται σε σύγκρουση με το γεγονός ότι τα σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση ζητήματα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Στην απόφαση Parrisτο Δικαστήριο έκρινε ότι «η οικογενειακή κατάσταση και οι παροχές που απορρέουν από αυτήν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών και ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν θίγει την αρμοδιότητα αυτή» (48). Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι ελεύθερα να επιτρέπουν ή όχι τον γάμο μεταξύ ομοφύλων ή, αν το επιθυμούν, να προβλέπουν μια εναλλακτική μορφή νομικής αναγνωρίσεως των σχέσεων μεταξύ ομοφύλων (49). Πάντως, πρέπει να υπομνησθεί για άλλη μία φορά ότι, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που αφορούν την οικογενειακή κατάσταση, τα κράτη μέλη πρέπει σε κάθε περίπτωση να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης (50).

82.      Συνεπώς, στο μέτρο που η απάντηση στο επιχείρημα αυτό δεν δόθηκε ήδη στο πλαίσιο της απαντήσεως στο προηγούμενο επιχείρημα, με το οποίο εν μέρει αλληλεπικαλύπτεται, θεωρώ ότι η απάντηση που πρόκειται να δοθεί από το Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα υποστήριξαν τόσο η αναιρεσείουσα όσο και η Επιτροπή, δεν θα θίξει ζητήματα που αφορούν την οικογενειακή κατάσταση των προσώπων.

3.      Τρίτο επιχείρημα: σαφήνεια και συνοχή

83.      Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστήριξε ότι, αν γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, το συγκεκριμένο κράτος μέλος θα είναι υποχρεωμένο να προβεί σε νομική αναγνώριση του επίκτητου φύλου της, ακόμη και αν αυτή διατηρήσει σε ισχύ τον γάμο της, για όλους τους σκοπούς που καλύπτονται από την οδηγία 79/7. Συνεπώς, η εξουσία των κρατών μελών να θεσπίζουν και να επιβάλουν τις σχετικές προϋποθέσεις θα εξαρτιόταν, στην ουσία, από τον εκάστοτε τομέα: θα ήταν περιορισμένη στους τομείς που καλύπτονται από το δίκαιο της Ένωσης, και συγκεκριμένα από την οδηγία 79/7, αλλά θα παρέμενε ως έχει σε άλλους τομείς, όπως αυτοί που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Αυτό σαφώς θα υπονόμευε τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιδιώκουν τη σαφήνεια και συνοχή της εθνικής τους νομοθεσίας, καθώς και να έχουν στη νομοθεσία τους ένα (καθολικής εφαρμογής) νομοθετικό καθεστώς όσον αφορά την αναγνώριση της αλλαγής φύλου και την οικογενειακή κατάσταση.

84.      Κατανοώ απολύτως την επιθυμία ενός κράτους μέλους να ασκεί τις ρυθμιστικές του αρμοδιότητες με τον κατά το δυνατόν πιο σαφή και συνεκτικό τρόπο. Ωστόσο, όσον αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν κατανοώ με ποιον τρόπο το συμπέρασμα ότι η θέσπιση της επίμαχης προϋποθέσεως απαγορεύεται από την οδηγία 79/7 θα μπορούσε να εμποδίσει τη δυνατότητα αυτή.

85.      Φαίνεται ότι η έννομη κατάσταση των διεμφυλικών ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερα ευέλικτη προσέγγιση όσον αφορά τις εκδηλώσεις που συνδέονται με το φύλο σε διάφορους τομείς του δικαίου και της διοικήσεως.

86.      Όπως επισήμανε η αναιρεσείουσα και δεν αντέκρουσε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η αναιρεσείουσα αναγνωρίζεται ως γυναίκα στο διαβατήριό της και στην άδεια οδηγήσεως που εκδόθηκαν από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου από το 1991. Ωστόσο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εν λόγω κυβέρνηση υποστήριξε ότι η έκδοση των εγγράφων αυτών συνιστά απλώς και μόνον μια εσωτερική «διοικητική πρακτική» χωρίς νομική σημασία. Χωρίς να θέλω να επιμείνω σε τυπολατρικές παραμέτρους της ταυτότητας ενός προσώπου, πρέπει να ομολογήσω ότι έχω κάποια δυσκολία να κατανοήσω πώς επίσημα έγγραφα που εκδίδει ένα κράτος μέλος μπορεί να μην έχουν νομική σημασία.

87.      Επιπροσθέτως, όπως επισημαίνει η αναιρεσείουσα, η ίδια υποβλήθηκε νομίμως σε εγχείριση αλλαγής φύλου στην Αγγλία στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος υγείας (51).

88.      Είναι επίσης σαφές ότι ο GRA ρυθμίζει χωριστά, σε διάφορα παραρτήματά του, το νομικό καθεστώς και τις ειδικότερες συνέπειες της αλλαγής φύλου ανάλογα με το επιμέρους ρυθμιστικό αντικείμενο (52). Περαιτέρω, από τις διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η διαδικασία αναγνωρίσεως φύλου, όσον αφορά τους έγγαμους, έχει δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο οδηγεί στη λήψη προσωρινού πιστοποιητικού αναγνωρίσεως, με το οποίο αξιολογούνται όλες οι ιατρικές, ψυχολογικές και κοινωνικές προϋποθέσεις. Το πιστοποιητικό αυτό συνεπάγεται πλήρη αναγνώριση όσον αφορά τους άγαμους. Το δεύτερο στάδιο οδηγεί στην ακύρωση του γάμου (στην Αγγλία και Ουαλία). Έτσι, τα τεχνικά/επιστημονικά στοιχεία όσον αφορά την αναγνώριση της αλλαγής φύλου αξιολογούνται αυτοτελώς σε σχέση με την πρόσθετη προϋπόθεση που αφορά την ιδιότητα του έγγαμου. Αυτός ο διαχωρισμός σε δύο σαφώς διακεκριμένα διοικητικά στάδια της διαδικασίας αναδεικνύει το ενδεχόμενο καταλήξεως σε διαφορετικά διοικητικά στάδια αξιολογήσεως, όσον αφορά διαφορετικές προϋποθέσεις, χωρίς αυτό να επιδρά αρνητικά στη σαφήνεια ή τη συνοχή.

89.      Όλες αυτές οι παρατηρήσεις υπογραμμίζουν ότι είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι θα μπορούσε να υπάρξει ένα γενικό καθεστώς από το οποίο θα εξαρτιόνταν όλες οι άλλες συνέπειες σε επίπεδο εθνικού δικαίου. Αντιθέτως, προκύπτει ότι στην πραγματικότητα υφίστανται ορισμένα παράλληλα και τρόπον τινά αυτοτελή νομικά καθεστώτα. Επαναλαμβάνω ότι μόνο στο κράτος μέλος εναπόκειται να ρυθμίζει σε εθνικό επίπεδο τα ζητήματα ως προς την οικογενειακή κατάσταση. Αν, όμως, ο κανόνας είναι η (συνήθως, εντελώς αποδεκτή και κατανοητή) ευελιξία ανάλογα με τον εκάστοτε τομέα, τότε είναι δύσκολο να διατηρηθούν, συγχρόνως, η ιδιαίτερη σημασία και επιτακτικότητα ενός ενιαίου καθεστώτος και η όλη συνοχή του.

90.      Τέλος, με μια τελική και μάλλον δευτερεύουσα παρατήρηση, υπάρχει επίσης το στοιχείο της διαχρονικότητας. Η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση προϋπόθεση δεν ίσχυε διαχρονικά. Μεταβλήθηκε αρκετές φορές. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα, μολονότι έγγαμη, θα μπορούσε να λάβει σύνταξη γήρατος στην ηλικία των 60 ετών πριν από την έναρξη ισχύος του GRA το 2005 (συνεπεία της εφαρμογής της αποφάσεως Richards). Τούτο θα μπορούσε να συμβεί επίσης μετά την έναρξη ισχύος του νόμου του 2013 περί γάμου ομόφυλων ζευγών. Επομένως, υπάρχει μία μόνο (συγκεκριμένης ηλικίας) κατηγορία διεμφυλικών ατόμων που, κατά κάποιον τρόπο, εμπίπτει στο όριο μεταξύ δύο διαφορετικών ρυθμίσεων. Η διαπίστωση αυτή δεν ενισχύει το επιχείρημα όσον αφορά τη σημασία της όλης συνοχής του συστήματος, εστιάζοντας αυτή τη φορά στη διαχρονική του διάσταση.

91.      Εν συνόψει, οι σχετικές με τη σαφήνεια και συνοχή ανησυχίες που εξέφρασε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, όσο σημαντικές και αν είναι σε επίπεδο αρχής, δεν είναι πειστικές στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υποθέσεως.

4.      Τέταρτο επιχείρημα: η επίμαχη προϋπόθεση δεν αντίκειται στα θεμελιώδη δικαιώματα

92.      Με τις παρατηρήσεις της, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προβάλλει εκτενώς επιχειρήματα που αντλούνται από τις διατάξεις περί των δικαιωμάτων του ανθρώπου, καθώς και από τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Τούτο, για να στηρίξει τη θέση της ότι η προϋπόθεση αγαμίας δεν αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης. Ειδικότερα, η εν λόγω κυβέρνηση επικαλέστηκε τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις υποθέσεις Parry κατά Ηνωμένου Βασιλείουκαι R. και F. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (53)καθώς και στην υπόθεση Hämäläinen κατά Φινλανδίας (54). Στις υποθέσεις αυτές, η σχετική με τον γάμο προϋπόθεση κρίθηκε συμβατή με το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) και το άρθρο 12 (δικαίωμα γάμου) της Συμβάσεως.

93.      Στις υποθέσεις Parry κατά Ηνωμένου Βασιλείουκαι R. και F. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, το ΕΔΔΑ εξέτασε ειδικά την προϋπόθεση αγαμίας όπως αυτή προβλέπεται από τον GRA. Οι προσφυγές κρίθηκαν προδήλως αβάσιμες. Ερμηνεύοντας το άρθρο 8 της Συμβάσεως στο πλαίσιο των υποθέσεων αυτών, το ΕΔΔΑ έδωσε μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι οι προσφεύγοντες μπορούσαν να συνεχίσουν τη σχέση τους συνάπτοντας σύμφωνο συμβιώσεως με σχεδόν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Επομένως, υπήρχε μια εύλογη ισορροπία μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων. Οι κατά τον GRA συνέπειες της προϋποθέσεως αγαμίας δεν κρίθηκαν δυσανάλογες. Όσον αφορά τη φερόμενη παράβαση του άρθρου 12 της Συμβάσεως, το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι η διάταξη αυτή κατοχυρώνει την παραδοσιακή έννοια του γάμου μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Συνήγαγε ότι το ζήτημα του γάμου μεταξύ ομοφύλων εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια των συμβαλλομένων μερών.

94.      Το ζήτημα όσον αφορά μια προϋπόθεση αντίστοιχη με την επίμαχη κρίθηκε από το τμήμα διευρυμένης συνθέσεως του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Hämäläinen κατά Φινλανδίας. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε την περίπτωση ενός διεμφυλικού ατόμου που κατόπιν εγχειρίσεως έγινε από άνδρας γυναίκα και είχε συνάψει γάμο με γυναίκα. Κατά το φινλανδικό δίκαιο, ήταν υποχρεωμένη να μετατρέψει τον γάμο της σε σύμφωνο συμβιώσεως προκειμένου να αναγνωρισθεί νομίμως η αλλαγή του φύλου της. Το ΕΔΔΑ επισήμανε την έλλειψη συναινέσεως σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και τα ευαίσθητα ζητήματα ηθικής και δεοντολογίας που ετίθεντο. Αναγνώρισε στο συγκεκριμένο κράτος ένα ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως (55) και εξέτασε με προσοχή τη δυνατότητα της προσφεύγουσας να μετατρέψει τον γάμο της σε σύμφωνο συμβιώσεως. Πάντως, το ΕΔΔΑ συνήγαγε ότι το φινλανδικό σύστημα δεν ήταν δυσανάλογο, καθώς και ότι είχε υπάρξει δίκαιη στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων. Το ΕΔΔΑ κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα όσον αφορά το άρθρο 12 της Συμβάσεως. Η αιτίαση σχετικά με το άρθρο 14 της Συμβάσεως (απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων), σε συνδυασμό με τα άρθρα της 8 και 12, απορρίφθηκε και αυτή, επειδή, για τους σκοπούς αυτούς, κρίθηκε ότι η κατάσταση των μη τρανσεξουαλικών ατόμων και των τρανσεξουαλικών ατόμων δεν είναι αρκούντως όμοια για να συγκριθεί.

95.      Η από γενικής απόψεως σημασία της προπαρατεθείσας νομολογίας του ΕΔΔΑ δεν αμφισβητείται. Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), στο μέτρο που αυτός περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα που διασφαλίζονται στη Σύμβαση, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η Σύμβαση.

96.      Πάντως, όμως υπογραμμίστηκε στο τμήμα Β των παρουσών προτάσεων, το ζήτημα που εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση δεν αφορά το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή (άρθρο 7 του Χάρτη) ούτε το δικαίωμα γάμου (άρθρο 9 του Χάρτη), τα οποία είναι ισοδύναμα δικαιώματα με εκείνα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 8 και 12 της Συμβάσεως.

97.      Ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν το κατά το δίκαιο της Ένωσης επίπεδο προστασίας είναι υψηλότερο σε σύγκριση με εκείνο της Συμβάσεως ή αν το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που το ΕΔΔΑ αναγνώρισε «ελλείψει συναινέσεως» στο ευρύτερο ευρωπαϊκό επίπεδο όσον αφορά τους γάμους μεταξύ ομοφύλων μπορεί να μεταφερθεί πλήρως στο πλαίσιο της ΕΕ. Το ζήτημα αν η προϋπόθεση αγαμίας είναι συμβατή με τα θεμελιώδη αυτά δικαιώματα απλώς δεν είναι το ερώτημα που τέθηκε στην παρούσα υπόθεση.

98.      Η παρούσα υπόθεση αφορά την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως αυτή προβλέπεται στην οδηγία 79/7. Το δικαίωμα μη υποβολής σε διακρίσεις λόγω φύλου είναι, ασφαλώς, ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα που προβλέπονται τόσο από τον Χάρτη όσο και από το ευρύτερο σύστημα του δικαίου της Ένωσης (56). Το δικαίωμα αυτό έχει συγκεκριμένες εκφάνσεις σε ορισμένες πράξεις του παραγώγου δικαίου, και ειδικότερα, για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως, στην οδηγία 79/7. Η οδηγία αυτή είναι το νομικό πλαίσιο για την ανάλυση στην παρούσα υπόθεση, όπως η ανάλυση αυτή πραγματοποιήθηκε σε προηγούμενα τμήματα των παρουσών προτάσεων.

99.      Τα επιχειρήματα που προέβαλε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στηρίζονται σε διάφορα θεμελιώδη δικαιώματα: στο δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, καθώς και στο δικαίωμα γάμου. Η συζήτηση όσον αφορά την εναρμόνιση με τα θεμελιώδη αυτά δικαιώματα είναι ασφαλώς σημαντική στο πλαίσιο της ενδεχόμενης αξιολογήσεως της εθνικής νομοθεσίας όσον αφορά τον γάμο και την οικογενειακή κατάσταση. Ωστόσο, απλώς δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά το στενό ερώτημα που τέθηκε στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, το οποίο αφορά το ζήτημα της προσβάσεως σε κρατικές συντάξεις γήρατος σύμφωνα με την οδηγία 79/7.

100. Εν συνόψει, το γεγονός ότι μια διάταξη είναι συμβατή με ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματα (εν προκειμένω, μπορεί να υποστηριχθεί, με το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή και το δικαίωμα γάμου) είναι περιορισμένης σημασίας όσον αφορά την αξιολόγηση της συμβατότητας της διατάξεως αυτής με πράξεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες ρυθμίζουν συγκεκριμένα δικαιώματα και αξιώσεις ιδιωτών (στην παρούσα υπόθεση, το δικαίωμα μη υποβολής σε διακρίσεις λόγω φύλου σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως).

4.      Εν κατακλείδι

101. Θα ήθελα να προσθέσω πέντε καταληκτικές παρατηρήσεις.

102. Πρώτον, από την ανάλυση που προηγήθηκε, κατέστη σαφές (το ελπίζω) ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά γάμο μεταξύ ομοφύλων. Όπως υπενθύμισα ανωτέρω, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου τα κράτη μέλη έχουν διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την αναγνώριση γάμων μεταξύ ομοφύλων. Το πρόβλημα στην παρούσα υπόθεση συνίσταται, για να το θέσω απλά, στο ότι μια σειρά από διάφορες προϋποθέσεις, εφόσον συνδυασθούν, καταλήγουν στη δημιουργία μιας μάλλον παράδοξης (και από την άποψη του δικαίου της Ένωσης προβληματικής) καταστάσεως.

103. Δεύτερον, η απάντηση που δόθηκε αφορά μόνον τις παροχές που καλύπτονται από την οδηγία 79/7. Η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή μόνον όσον αφορά τις παροχές που δεν συνδέονται με την ιδιότητα του έγγαμου.

104. Τρίτον, η παρούσα υπόθεση αφορά μια ιδιάζουσα και μοναδική πραγματικότητα, η οποία δύσκολα προσαρμόζεται στις παραδοσιακές δυαδικές διαιρέσεις στις οποίες βασίζεται η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου. Οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα της οπτικής αυτής. Αφορά έναν μάλλον περιορισμένο αριθμό ατόμων που αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις ευρισκόμενα συχνά σε ευάλωτες καταστάσεις. Αντιμετωπίζει μια περίπλοκη ανθρώπινη πραγματικότητα στην οποία οι επιμέρους έννομες τάξεις προσπάθησαν να προσαρμοσθούν με το πέρασμα του χρόνου, και στο πλαίσιο της οποίας επιμέρους άτομα συχνά βλέπουν την προσωπική τους κατάσταση να επηρεάζεται σημαντικά από συνεχείς νομοθετικές μεταβολές.

105. Τέταρτον, στο μεταίχμιο μεταξύ της πρώτης και της τρίτης παρατηρήσεώς μου βρίσκεται επίσης η φύση της επίμαχης προϋποθέσεως. Πολλά ειπώθηκαν στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων όσον αφορά τη συγκρισιμότητα. Ωστόσο, η μάλλον τεχνική σε ορισμένα σημεία συζήτηση αυτή δεν θα πρέπει να παραβλέπει τις σημαντικές συνέπειες που η αναγκαιότητα να ακυρωθεί ο γάμος ενός προσώπου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αναγνώριση μιας νέας καταστάσεως την οποία ο ίδιος δεν έχει επιλέξει με ελεύθερη βούληση, ενδέχεται να έχει στην ιδιωτικότητα και την προσωπικότητα του ατόμου αυτού, οι οποίες κατά πάσα πιθανότητα έχουν ήδη διαταραχθεί συνεπεία των αλλαγών αυτών.

106. Πέμπτη και έσχατη παρατήρηση, αλλά ίσως με τη μεγαλύτερη σημασία για το μέλλον, τα δύσκολα ζητήματα της παρούσας υποθέσεως απορρέουν ακριβώς από το γεγονός ότι, στον συγκεκριμένο τομέα των συντάξεων γήρατος, υφίσταται δυνατότητα παρεκκλίσεως από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 79/7. Αυτό όχι μόνον συνιστά εξαίρεση επειδή συνεπάγεται παρέκκλιση από μία εκ των πλέον θεμελιωδών αρχών του δικαίου της Ένωσης, δεδομένου ότι επιτρέπονται οι άμεσες διακρίσεις λόγω φύλου, αλλά επίσης επειδή πριν από 38 χρόνια αναμενόταν να εξαλειφθεί προοδευτικά, μέσω της συγκλίσεως της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών.

107. Όπως εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο, στο Ηνωμένο Βασίλειο η ηλικία συνταξιοδοτήσεως όσον αφορά τους άνδρες και τις γυναίκες θα συγκλίνει σταδιακά και εν τέλει θα είναι ίδια και για τους δύο. Κατά συνέπεια, στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως και σε άλλα κράτη μέλη, η αιτία του προβλήματος πρόκειται να εξαλειφθεί.

V.      Πρόταση

108. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω να δοθεί στο ερώτημα του Supreme Court of the United Kingdom (Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου) η εξής απάντηση:

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/EΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει τη θέσπιση της προϋποθέσεως ότι το άτομο που έχει αλλάξει φύλο, πέραν των σωματικών, κοινωνικών και ψυχολογικών προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί για την αναγνώριση της αλλαγής φύλου, πρέπει επίσης να μην είναι έγγαμο, προκειμένου να έχει το δικαίωμα να λάβει κρατική σύνταξη γήρατος.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Οδηγία του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).


3      Απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, C‑423/04, EU:C:2006:256.


4      Όπως επιβεβαιώνεται από τον Matrimonial Causes Act 1973 (νόμο του 1973 περί γαμικών διαφορών), άρθρο 11, στοιχείο c.


5      Η οποία εξετάζεται λεπτομερώς κατωτέρω, στα σημεία 92 έως 94 των παρουσών προτάσεων.


6      Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 79/7.


7      Βλ., γενικώς και όσον αφορά διαφορετικές ρυθμίσεις, για παράδειγμα, αποφάσεις της 21ης Ιουλίου 2005, Vergani (C‑207/04, EU:C:2005:495)· της 18ης Νοεμβρίου 2010, Kleist (C‑356/09, EU:C:2010:703)· της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Kuso (C‑614/11, EU:C:2013:544), και της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Hay(C‑267/12, EU:C:2013:823).


8      Η ορολογία που χρησιμοποιείται στον περίπλοκο τομέα της έμφυλης ταυτότητας δεν είναι απλή. Η θεωρία αναγνωρίζει ως «διεμφυλικά πρόσωπα» εν γένει τα άτομα που μεταβαίνουν από ένα φύλο σε άλλο χωρίς να αλλάζουν αναγκαστικά το βιολογικό τους φύλο (μέσω εγχειρίσεως). Ο όρος «τρανσεξουαλικός» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα άτομα που προσαρμόζουν το φύλο τους στην έμφυλη ταυτότητά τους μέσω σωματικών αλλαγών χρησιμοποιώντας ιατρικές πρακτικές αλλαγής φύλου. Βλ., για διευκρινίσεις όσον αφορά την ορολογία, Zimman, L., «Transsexuality», The Wiley Blackwell Encyclopedia of Gender and Sexuality Studies, 2016, σ. 2360 έως 2362. Οι παρούσες προτάσεις χρησιμοποιούν εν γένει τον όρο «διεμφυλικός». Ωστόσο, όταν θα αναφέρομαι στα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως και λαμβανομένης υπόψη της ορολογίας που χρησιμοποιήθηκε από το αιτούν δικαστήριο, θα χρησιμοποιείται ο όρος «τρανσεξουαλικό άτομο». Ο όρος αυτός θα χρησιμοποιείται επίσης όταν παρατίθεται η νομολογία του Δικαστηρίου η οποία χρησιμοποιεί τον όρο αυτόν.


9      Οι όροι «φυλοαμετάβατος» και «μη τρανσεξουαλικός» χρησιμοποιούνται σε αντίθεση με τους όρους διεμφυλικός και τρανσεξουαλικός, και στην ουσία χρησιμοποιούνται για τα πρόσωπα των οποίων η έμφυλη ταυτότητα αντιστοιχεί στο φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννησή τους. Βλ., όσον αφορά τη συζήτηση για τη χρήση των όρων αυτών, Cava, P., «Cisgender and Cissexual», The Wiley Blackwell Encyclopedia of Gender and Sexuality Studies, 2016, σ. 267 έως 271.


10      Αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1996, P. κατά S.(C‑13/94, EU:C:1996:170)· της 7ης Ιανουαρίου 2004, K. B. (C‑117/01, EU:C:2004:7), και της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256).


11      Αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχολήσεως (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2006, L 204, σ. 23).


12      Η υπόθεση εκείνη αφορούσε την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70). Κατά τον γενικό εισαγγελέα G. Tesauro, το επιχείρημα ότι «δεν μπορεί να γίνει λόγος για διάκριση μεταξύ των δύο φύλων» σε μια υπόθεση η οποία αφορά αλλαγή φύλου αποτελεί «ένα σόφισμα που θα στήριζε μια τυπολατρική ερμηνεία», προτάσεις στην υπόθεση P. κατά S. (C‑13/94, EU:C:1995:444, σημείο 20). Επιπλέον, είναι γενικώς αποδεκτό ότι αυτή η δυαδική νομική προσέγγιση δεν στοιχεί με την επιστημονική πραγματικότητα. Βλ., γενικώς, Greenberg, J.A., «Defining Male and Female: Intersexuality and the Collision between Law and Biology», Arizona Law Review, 1999, τόμος 41, σ. 265 έως 328.


13      Αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1996, P. κατά S.(C‑13/94, EU:C:1996:170, σκέψη 20), και της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256, σκέψη 24).


14      Απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, P. κατά S.(C‑13/94, EU:C:1996:170, σκέψη 22).


15      Αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1996, P. κατά S.(C‑13/94, EU:C:1996:170, σκέψη 20), και της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256, σκέψη 24).


16      Απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, P. κατά S.(C‑13/94, EU:C:1996:170, σκέψη 21).


17      Αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, K. B. (C‑117/01, EU:C:2004:7, σκέψη 36), όσον αφορά το άρθρο 157 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 141 ΕΚ), και της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256, σκέψη 38), όσον αφορά την οδηγία 79/7.


18      Σύμφωνα με τη θεωρία, η αιτία των δυσκολιών αυτών εντοπίζεται στο γεγονός ότι οι σχετικές με την αλλαγή φύλου υποθέσεις αντιμετωπίζονται υπό το πρίσμα των διατάξεων που αφορούν τις διακρίσεις λόγω φύλου, και όχι υπό το πρίσμα μιας ειδικότερης νομικής βάσεως που αφορά την έμφυλη ταυτότητα. Βλ., για παράδειγμα, Tobler, C., «Equality and Non-Discrimination under the ECHR and EU Law. A Comparison Focusing on Discrimination against LGBTI Persons», Zeitschrift für ausländisches öffentliches Recht und Völkerrecht, 2014,τόμος 74, σ. 521 έως 561, στις σ. 543 επ.


19      Αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1996, P. κατά S.(C‑13/94, EU:C:1996:170)· της 7ης Ιανουαρίου 2004, K. B. (C‑117/01, EU:C:2004:7), και της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256). Βλ., επί του ζητήματος αυτού, για παράδειγμα, Mulder, J., EU Non-Discrimination Law in the Courts.Approaches to Sex and Sexualities Discrimination in EU Law, Hart Publishing, Oξφόρδη, 2017, σ. 49, ή Agius, S., και Tobler, C., Trans and Intersex People (Λουξεμβούργο, Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) 2012, σ. 35 επ.


20      Το εννοιολογικό άλμα εν προκειμένω είναι αντίστοιχο με εκείνο που συνίσταται στην υπαγωγή της διακρίσεως λόγω εγκυμοσύνης στην έννοια των διακρίσεων λόγω φύλου, για παράδειγμα, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, Dekker (C‑177/88, EU:C:1990:383, σκέψη 17). Πάντως, αντί να απαλειφθεί το στοιχείο της συγκρισιμότητας, στις υποθέσεις που αφορούν διεμφυλικά άτομα η εφαρμογή του στοιχείου αυτού αντιθέτως επεκτάθηκε. Βλ., επί του ζητήματος αυτού, για παράδειγμα, Skidmore, P., «Sex, gender and Comparators in Employment Discrimination», Industrial Law Journal, 1997, τόμος 26, σ. 51 έως 61, στη σ. 60· Wintemute, R., «Recognising New Kinds of Direct Sex Discrimination: Transsexualism, Sexual Orientation and Dress Codes», Modern Law Review, 1997, τόμος 60, σ. 334 έως 359, στη σ. 340· Bell, M., «Shifting conceptions of Sexual Discrimination at the Court of Justice: from P v S to Grant v SWT», European Law Journal, 1999, τόμος 5, σ. 63 έως 81.


21      Για παράδειγμα, σε αμφότερες τις αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, K. B. (C‑117/01, EU:C:2004:7), και της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256), οι προσφεύγοντες δεν είχαν επιτύχει τη νομική αναγνώριση του επίκτητου φύλου τους.


22      Αυτή ήταν η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, P. κατά S.(C‑13/94, EU:C:1996:170, σκέψη 21). Στην υπόθεση εκείνη, διαπιστώθηκε ότι υπήρξε διάκριση λόγω φύλου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αλλαγής φύλου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, «σε περίπτωση απολύσεως για τον λόγο ότι ο ενδιαφερόμενος έχει την πρόθεση να υποβληθεί ή έχει ήδη υποβληθεί σε αλλαγή φύλου, υφίσταται δυσμενής μεταχείριση του ενδιαφερομένου έναντι των ατόμων που ανήκουν στο φύλο στο οποίο θεωρητικά ανήκε και ο ενδιαφερόμενος πριν από την αλλαγή αυτή».


23      Αυτή ήταν η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256).


24      Απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256, σκέψη 29).


25      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 16ης Ιουλίου 2014, Hämäläinen κατά Φινλανδίας (CE:ECHR:2014:0716JUD003735909, §§ 65 και 66).


26      Πράγματι, η εξέταση της συγκρισιμότητας δεν θα πρέπει να γίνει με τρόπο γενικό ή αφηρημένο, αλλά με ειδική και συγκεκριμένη αναφορά στην επίμαχη παροχή και αφού ληφθούν δεόντως υπόψη ο σκοπός και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της παροχής αυτής. Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2011, Römer (C‑147/08, EU:C:2011:286, σκέψεις 42 και 43), και της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Hay(C‑267/12, EU:C:2013:823, σκέψη 33).


27      Απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256, σκέψεις 35 έως 37).


28      Τότε, η αξιολόγηση θα ήταν, τρόπον τινά, μάλλον σύντομη: επειδή ο GRA έχει εφαρμογή μόνον όσον αφορά τα διεμφυλικά άτομα, η κατάστασή τους φυσικά δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των φυλοαμετάβατων ατόμων, δεδομένου ότι όσον αφορά όλα τα δεδομένα που συνδέονται ή απορρέουν από την αλλαγή φύλου, όπως αυτά ορίζονται από την εθνική νομοθεσία, οι δύο αυτές ομάδες είναι σαφώς μη συγκρίσιμες.


29      Το πρόβλημα αυτό δεν περιορίζεται στον τομέα του δικαίου περί των δυσμενών διακρίσεων, αλλά ενυπάρχει επίσης σε άλλους τομείς του δικαίου της Ένωσης, όπου η συγκρισιμότητα αποτελεί στοιχείο αξιολογήσεως, όπως για παράδειγμα η έννοια της «επιλεξιμότητας» στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Βλ., για ανάλυση όμοιων προβλημάτων, προτάσεις μου στην υπόθεση Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑270/15 P, EU:C:2016:289, σημεία 40 έως 46).


30      Βλ. σημεία 43 και 44 των παρουσών προτάσεων.


31      Απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, P. κατά S.(C‑13/94, EU:C:1996:170, σκέψη 21).


32      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δυνάμει της οδηγίας 79/7 οι άμεσες διακρίσεις λόγω φύλου μπορούν να δικαιολογηθούν μόνο βάσει των ρητών παρεκκλίσεων που περιλαμβάνονται στην οδηγία αυτή. Βλ. συναφώς, για παράδειγμα, αποφάσεις της 30ής Μαρτίου 1993, Thomas κ.λπ.(C‑328/91, EU:C:1993:117, σκέψη 7)· της 1ης Ιουλίου 1993, van Cant (C‑154/92, EU:C:1993:282, σκέψη 12)· της 30ής Ιανουαρίου 1997, Balestra (C‑139/95, EU:C:1997:45, σκέψη 32), και της 3ης Σεπτεμβρίου 2014, X (C‑318/13, EU:C:2014:2133, σκέψεις 34 και 35), καθώς και προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση X (C‑318/13, EU:C:2014:333, σημεία 32 έως 34). Αυτό στοιχεί με την προσέγγιση όσον αφορά τις άμεσες διακρίσεις όπως αυτή περιέχεται σε άλλες ρυθμίσεις (βλ. νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 7 των παρουσών προτάσεων). Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι, λόγω της θεμελιώδους σημασίας της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, οι εξαιρέσεις από την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου πρέπει να ερμηνεύονται στενά [απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, Kleist (C‑356/09, EU:C:2010:703, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)].


33      Το άρθρο 4, παράγραφος 2, περιλαμβάνει τις διατάξεις περί προστασίας της γυναίκας λόγω μητρότητας. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της ορισμένους κανόνες, πλεονεκτήματα και παροχές όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση.


34      Απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256, σκέψεις 34 έως 37).


35      Χάριν πληρότητας, θα πρέπει να προστεθεί ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε επικουρικώς, βάσει επίσημων στατιστικών στοιχείων, ότι η προϋπόθεση αγαμίας συνιστά επίσης έμμεση διάκριση μεταξύ των διεμφυλικών ατόμων που από άνδρες έγιναν γυναίκες και των διεμφυλικών ατόμων που από γυναίκες έγιναν άνδρες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η προϋπόθεση αυτή έχει ευρύτερες συνέπειες για την πρώτη ομάδα απ’ ό,τι για τη δεύτερη. Λαμβανομένης υπόψη της διαπιστώσεως ότι στην παρούσα υπόθεση η προϋπόθεση αγαμίας συνεπάγεται άμεση διάκριση, παρέλκει η εξέταση του επιχειρήματος αυτού.


36      Αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 11ης Ιουλίου 2002, Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2002:0711JUD002895795, § 93), και I. κατά ΗνωμένουΒασιλείου (CE:ECHR:2002:0711JUD002568094, § 73), καθώς και της 23ης Μαΐου 2006, Grant κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2006:0523JUD003257003, §§ 39 και 40).


37      Αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, K. B. (C‑117/01, EU:C:2004:7, σκέψεις 33 έως 35), όσον αφορά το άρθρο 157 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 141 EΚ), και της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256, σκέψεις 28 έως 30).


38      Απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, K. B. (C‑117/01, EU:C:2004:7, σκέψη 35). Το Δικαστήριο διατύπωσε μια σημαντική επιφύλαξη: «Δεδομένου ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν τις προϋποθέσεις της νομικής αναγνωρίσεως της αλλαγής φύλου ενός προσώπου τελούντος στην κατάσταση του R, όπως άλλωστε έκανε δεκτό το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (προαναφερθείσα απόφαση Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου, § 103), εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να ελέγξει αν, σε περίπτωση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, πρόσωπο τελούν στην κατάσταση της K. B. μπορεί να επικαλεστεί βασίμως το άρθρο 141 ΕΚ προκειμένου να του αναγνωριστεί το δικαίωμα ο σύντροφός του να τύχει του πλεονεκτήματος συντάξεως χηρείας».


39      Αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004,K. B. (C‑117/01, EU:C:2004:7, σκέψη 35), και της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256, σκέψη 21).


40      Απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, K. B. (C‑117/01, EU:C:2004:7).


41      Απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, K. B. (C‑117/01, EU:C:2004:7, σκέψη 30).


42      Απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256, σκέψη 31). Η απόφαση αυτή παραπέμπει στην απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004,K. B. (C‑117/01, EU:C:2004:7, σκέψεις 30 έως 34).


43      Αυτό ισχύει επίσης όσον αφορά τις προϋποθέσεις που σχετίζονται με την οικογενειακή κατάσταση, η οποία ρητώς αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 ως ένα χαρακτηριστικό στοιχείο ως προς το οποίο τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικά ώστε να μη δημιουργούν έμμεσες διακρίσεις.


44      Απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, K. B. (C‑117/01, EU:C:2004:7, σκέψη 35).


45      Όσον αφορά την οικογενειακή κατάσταση, βλ., ειδικότερα, αποφάσεις της 1ης Απριλίου 2008, Maruko(C‑267/06, EU:C:2008:179, σκέψη 59)· της 10ης Μαΐου 2011, Römer(C‑147/08, EU:C:2011:286, σκέψη 38)· της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Hay (C‑267/12, EU:C:2013:823, σκέψη 26), και της 24ης Νοεμβρίου 2016, Parris(C‑443/15, EU:C:2016:897, σκέψη 58).


46      Κατά τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση Richards (C‑423/04, EU:C:2005:787, σημείο 57), το ζήτημα αυτό είχε ανακύψει ήδη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην εν λόγω υπόθεση. Ωστόσο, ο γενικός εισαγγελέας δεν έλαβε θέση επ’ αυτού, καθόσον θεώρησε ότι όσον αφορά τα τρανσεξουαλικά άτομα που έχουν υποβληθεί σε εγχείριση αλλαγής φύλου το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως ήταν σαφές.


47      Σημεία 44 και 52 των παρουσών προτάσεων.


48      Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2016, Parris (C‑443/15, EU:C:2016:897, σκέψη 59). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 1ης Απριλίου 2008, Maruko (C‑267/06, EU:C:2008:179, σκέψη 59)· της 10ης Μαΐου 2011, Römer(C‑147/08, EU:C:2011:286, σκέψη 38), και της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Hay (C‑267/12, EU:C:2013:823, σκέψη 26).


49      Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2016, Parris (C‑443/15, EU:C:2016:897, σκέψη 59).


50      Βλ. σημείο 73 και υποσημείωση 45 των παρουσών προτάσεων.


51      Αντίστοιχη έλλειψη συνοχής επισημάνθηκε ρητώς στην απόφαση του ΕΔΔΑ της 11ης Ιουλίου 2002, Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2002:0711JUD002895795, § 78). «Στην παρούσα υπόθεση, όπως και σε πολλές άλλες, η αλλαγή φύλου της προσφεύγουσας πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος υγείας, το οποίο αναγνωρίζει την ύπαρξη δυσφορίας φύλου και παρέχει, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα αλλαγής του φύλου μέσω ιατρικής επεμβάσεως, με πρωταρχικό σκοπό να επιτευχθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη σύγκλιση με το φύλο στο οποίο το τρανσεξουαλικό άτομο θεωρεί ότι ανήκει πραγματικά. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η αλλαγή φύλου, μολονότι διενεργείται νομίμως, δεν οδηγεί σε πλήρη νομική αναγνώριση, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το τελικό στάδιο και το πέρας της μακράς και δύσκολης διαδικασίας αλλαγών στην οποία υποβλήθηκε το ενδιαφερόμενο άτομο. Η συνοχή των διοικητικών και νομικών πρακτικών στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος θα πρέπει να θεωρείται σημαντικός παράγοντας κατά την αξιολόγηση που διενεργείται δυνάμει του άρθρου 8 της Συμβάσεως».


52      Βλ., για παράδειγμα, άρθρα 10 έως 21, καθώς και παραρτήματα 1 έως 6. Ειδικότερα, το παράρτημα 5 περιλαμβάνει τις διατάξεις περί των παροχών και των συντάξεων.


53      Επί του ζητήματος του παραδεκτού, βλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 28ης Νοεμβρίου 2006, Parry κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2006:1128DEC004297105), καθώς και R. και F. κατά ΗνωμένουΒασιλείου(CE:ECHR:2006:1128DEC003574805).


54      Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2014, Hämäläinen κατά Φινλανδίας(CE:ECHR:2014:0716JUD003735909).


55      Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2014, Hämäläinen κατά Φινλανδίας(CE:ECHR:2014:0716JUD003735909, §§ 74 και 75).


56      Όπως το Δικαστήριο έκρινε επίσης κατά το χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη ισχύος του Χάρτη, βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1978, Defrenne (C‑149/77, EU:C:1978:130, σκέψεις 26 και 27), και της 30ής Απριλίου 1996, P. κατά S.(C‑13/94, EU:C:1996:170, σκέψη 19).