Language of document : ECLI:EU:C:2017:236

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 28ης Μαρτίου 2017 (*)

Περιεχόμενα


Το νομικό πλαίσιο

Οι Συνθήκες ΕΕ και ΛΕΕ

Η Συμφωνία εταιρικής σχέσεως ΕΕ-Ρωσίας

Οι επίδικες πράξεις

Η απόφαση 2014/512

Ο κανονισμός 833/2014

Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

Επί του αιτήματος επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου ερωτήματος

Επί του παραδεκτού

Επί της ουσίας

Επί του δεύτερου ερωτήματος, υπό αʹ

Επί της τηρήσεως του άρθρου 40 ΣΕΕ από την απόφαση 2014/512 και τον κανονισμό 833/2014

Επί του κύρους των περιοριστικών μέτρων κατά φυσικών ή νομικών προσώπων που προβλέπονται από την απόφαση 2014/512 και τον κανονισμό 833/2014

– Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

– Επί της συμβατότητας των επίδικων πράξεων με τη Συμφωνία εταιρικής σχέσεως ΕΕ-Ρωσίας

– Επί της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο

– Επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως

– Επί της καταχρήσεως εξουσίας

– Επί της υπάρξεως αντιφάσεως μεταξύ των όρων της αποφάσεως 2014/512 και εκείνων του κανονισμού 833/2014

– Επί της αρχής της αναλογικότητας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Rosneft

Επί του δευτέρου ερωτήματος, υπό βʹ

Επί του παραδεκτού

Επί της ουσίας

Επί του τρίτου ερωτήματος, υπό αʹ

Επί του τρίτου ερωτήματος, υπό βʹ

Επί του τρίτου ερωτήματος, υπό γʹ

Επί των δικαστικών εξόδων



«Προδικαστική παραπομπή – Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) – Περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία – Διατάξεις της αποφάσεως 2014/512/ΚΕΠΠΑ και του κανονισμού (ΕΕ) 833/2014 – Κύρος – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Συμφωνία εταιρικής σχέσεως ΕΕ-Ρωσίας – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Αρχές της ασφάλειας δικαίου και της σαφούς νομοθετικής προβλέψεως των ποινών – Πρόσβαση στην αγορά κεφαλαίων – Χρηματοδοτική βοήθεια – Διεθνή αποθετήρια έγγραφα (Global Depositary Receipts) – Πετρελαϊκός τομέας – Αίτημα ερμηνείας των όρων “σχιστολιθικό” και “ύδατα με βάθος μεγαλύτερο των 150 μέτρων” – Απαράδεκτο»

Στην υπόθεση C‑72/15,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Divisional Court) [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα αστικών, εμπορικών και διοικητικών διαφορών (ένδικα μέσα), Ηνωμένο Βασίλειο] με απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Φεβρουαρίου 2015, στο πλαίσιο της δίκης

The Queen, κατόπιν αιτήσεως των:

PJSC Rosneft Oil Company, πρώην Rosneft Oil Company OJSC,

κατά

Her Majesty’s Treasury,

Secretary of State for Business, Innovation and Skills,

The Financial Conduct Authority,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, A. Tizzano, αντιπρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, M. Ilešič και J. L. da Cruz Vilaça, προέδρους τμήματος, A. Rosas (εισηγητή), J.‑C. Bonichot, A. Arabadjiev, C. Toader, M. Safjan, E. Jarašiūnas, C. G. Fernlund, C. Vajda, S. Rodin και F. Biltgen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet

γραμματέας: K. Malacek, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 23ης Φεβρουαρίου 2016,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η PJSC Rosneft Oil Company, πρώην Rosneft Oil Company OJSC, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους T. Beazley, QC, P. Saini, QC, καθώς και από την S. Tulip και τον P. Farmer, barristers, στη συνέχεια, από τον L. Van Den Hende, advocaat, καθώς και από τον M. Schonberg και την K. Krissinel, solicitors,

–        η The Financial Conduct Authority, εκπροσωπούμενη από τον J. McClelland, barrister, την S. Tolaney, QC, και τον A. Chapman, solicitor,

–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την V. Kaye, επικουρούμενη από τον G. Facenna, barrister,

–        η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Hedvábná και τους J. Vláčil, M. Smolek και E. Ruffer,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze και A. Lippstreu,

–        η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την K. Kraavi‑Käerdi,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους F. Fize, B. Fodda, G. de Bergues και D. Colas,

–        η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Miłkowska και τον B. Majczyna,

–        το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τον A. de Elera‑San Miguel Hurtado και την S. Boelaert,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους T. Scharf και L. Havas και από την D. Gauci,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 31ης Μαΐου 2016,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά το κύρος ορισμένων διατάξεων της αποφάσεως 2014/512/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 31ης Ιουλίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 229, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2014/872/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 349, σ. 58, και διορθωτικό ΕΕ 2014, L 350, σ. 15) (στο εξής: απόφαση 2014/512), καθώς και το κύρος και την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΕ) 833/2014 του Συμβουλίου, της 31ης Ιουλίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 229, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2014, L 246, σ. 59), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 1290/2014 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 349, σ. 20, και διορθωτικό ΕΕ 2014, L 369, σ. 79) (στο εξής: κανονισμός 833/2014) (στο εξής, από κοινού: επίδικες πράξεις).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της PJSC Rosneft Oil Company, πρώην Rosneft Oil Company OJSC (στο εξής: Rosneft), εταιρίας εγγεγραμμένης στο ρωσικό μητρώο εταιριών, και του Her Majesty’s Treasury (βρετανικού Υπουργείου Οικονομικών), του The Secretary of State for Business, Innovation and Skills (Υπουργού Επιχειρήσεων, Καινοτομίας και Επαγγελματικών Προσόντων) και της The Financial Conduct Authority (βρετανικής Αρχής Χρηματοπιστωτικής Συμπεριφοράς, στο εξής: FCA), με αντικείμενο περιοριστικά μέτρα που έλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση σε βάρος ορισμένων ρωσικών εταιριών, συμπεριλαμβανομένης της Rosneft.

 Το νομικό πλαίσιο

 Οι Συνθήκες ΕΕ και ΛΕΕ

3        Το άρθρο 19 του τίτλου III της Συνθήκης ΕΕ, «Διατάξεις περί των θεσμικών οργάνων», ορίζει τα εξής:

«1.      Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνει το Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο και ειδικευμένα δικαστήρια. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών.

Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης.

[...]

3.      Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται σύμφωνα με τις Συνθήκες:

[...]

β)      προδικαστικώς, κατόπιν αιτήματος εθνικών δικαστηρίων, επί της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης ή επί του κύρους πράξεων που εκδόθηκαν από τα θεσμικά όργανα,

[...]»

4        Ο τίτλος V της Συνθήκης ΕΕ τιτλοφορείται «Γενικές διατάξεις για την εξωτερική δράση της Ένωσης και ειδικές διατάξεις σχετικά με την εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας». Το κεφάλαιο 2 του τίτλου αυτού, το οποίο επιγράφεται «Ειδικές διατάξεις σχετικά με την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας», περιλαμβάνει το άρθρο 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, το οποίο ορίζει τα εξής:

«Η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας διέπεται από ειδικούς κανόνες και διαδικασίες. Χαράσσεται και υλοποιείται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο, τα οποία αποφασίζουν με ομοφωνία, πλην των περιπτώσεων στις οποίες οι Συνθήκες ορίζουν άλλως. Η θέσπιση νομοθετικών πράξεων αποκλείεται. Η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας υλοποιείται από τον ύπατο εκπρόσωπο της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις Συνθήκες. Ο ειδικός ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής σ’ αυτόν τον τομέα ορίζεται από τις Συνθήκες. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει δικαιοδοσία όσον αφορά τις εν λόγω διατάξεις, πλην της αρμοδιότητάς του να παρακολουθεί τη συμμόρφωση προς το άρθρο 40 της παρούσας Συνθήκης και να ελέγχει τη νομιμότητα ορισμένων αποφάσεων, κατά τα αναφερόμενα από το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης [ΛΕΕ].»

5        Το άρθρο 29 του ιδίου κεφαλαίου της ΣΕΕ ορίζει τα εξής:

«Το Συμβούλιο εκδίδει αποφάσεις οι οποίες καθορίζουν τη στάση της Ένωσης επί συγκεκριμένου ζητήματος γεωγραφικής ή θεματικής φύσεως. [...] Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές τους πολιτικές να συνάδουν προς τις θέσεις της Ένωσης.»

6        Το άρθρο 40 του ιδίου κεφαλαίου της ΣΕΕ προβλέπει τα εξής:

«Η εφαρμογή της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας δεν επηρεάζει την εφαρμογή των διαδικασιών και το αντίστοιχο εύρος των αρμοδιοτήτων των θεσμικών οργάνων που προβλέπονται στις Συνθήκες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, τις οποίες αναφέρουν τα άρθρα 3 έως 6 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ομοίως, η εφαρμογή των πολιτικών που αναφέρουν τα άρθρα αυτά δεν επηρεάζει την εφαρμογή των διαδικασιών και το αντίστοιχο εύρος των αρμοδιοτήτων των θεσμικών οργάνων που προβλέπονται στις Συνθήκες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης βάσει του παρόντος κεφαλαίου.»

7        Το πέμπτο μέρος της Συνθήκης ΛΕΕ αφορά την εξωτερική δράση της Ένωσης. Το άρθρο 215 του τίτλου IV, «Περιοριστικά μέτρα», του μέρους αυτού ορίζει τα εξής:

«1.      Όταν απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου V της Συνθήκης [ΕΕ], προβλέπει τη διακοπή ή τη μείωση, εν όλω ή εν μέρει, των οικονομικών και χρηματοοικονομικών σχέσεων με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μετά από κοινή πρόταση του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, και της Επιτροπής, θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα. Ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

2.      Εφόσον προβλέπεται από απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου V της Συνθήκης [ΕΕ], το Συμβούλιο μπορεί να λαμβάνει, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 1, περιοριστικά μέτρα έναντι φυσικών ή νομικών προσώπων, ομάδων ή μη κρατικών οντοτήτων.

[...]»

8        Το έκτο μέρος της Συνθήκης ΛΕΕ περιλαμβάνει θεσμικές και δημοσιονομικές διατάξεις. Το άρθρο 267 του τμήματος 5, που αφορά το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του τίτλου I, «Θεσμικές διατάξεις», του μέρους αυτού ορίζει τα εξής:

«Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις:

α)      επί της ερμηνείας των Συνθηκών,

β)      επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.

Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτού.

[...]»

9        Το άρθρο 275 του ιδίου τμήματος της ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:

«Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει αρμοδιότητα όσον αφορά τις διατάξεις σχετικά με την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας, ούτε όσον αφορά τις πράξεις που θεσπίζονται βάσει αυτών.

Το Δικαστήριο, πάντως, είναι αρμόδιο να ελέγχει την τήρηση του άρθρου 40 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και να αποφαίνεται επί των προσφυγών που ασκούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, της παρούσας Συνθήκης και αφορούν τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων που προβλέπουν περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων, τις οποίες θεσπίζει το Συμβούλιο βάσει του τίτλου V, κεφάλαιο 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.»

 Η Συμφωνία εταιρικής σχέσεως ΕΕ-Ρωσίας

10      Η Συμφωνία εταιρικής σχέσεως και συνεργασίας για τη σύναψη εταιρικής σχέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αφετέρου, η οποία υπογράφηκε στην Κέρκυρα στις 24 Ιουνίου 1994 και εγκρίθηκε εξ ονόματος των Κοινοτήτων με την απόφαση 97/800/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ 1997, L 327, σ. 1, στο εξής: συμφωνία εταιρικής σχέσεως ΕΕ-Ρωσίας) περιλαμβάνει τον τίτλο XI, «Θεσμικές, γενικές και τελικές διατάξεις», του οποίου το άρθρο 99 ορίζει τα εξής:

«Η παρούσα συμφωνία ουδόλως εμποδίζει ένα μέρος να λάβει μέτρα τα οποία:

1)      θεωρεί αναγκαία για την προστασία των ζωτικών του συμφερόντων ασφαλείας:

[...]

δ)      στην περίπτωση σοβαρής εσωτερικής αναταραχής, η οποία διαταράσσει την τήρηση του νόμου και της δημόσιας τάξης, σε καιρό πολέμου ή σοβαρών διεθνών αναταραχών που συνιστούν απειλή πολέμου ή για την εκπλήρωση υποχρεώσεων, τις οποίες έχει αναλάβει για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας·

[...]».

 Οι επίδικες πράξεις

 Η απόφαση 2014/512

11      Η απόφαση 2014/512 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ.

12      Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 8 της αποφάσεως 2014/512 εκθέτουν τις περιστάσεις που προηγήθηκαν της θεσπίσεως των περιοριστικών μέτρων που αυτή προβλέπει.

13      Το άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 3, της αποφάσεως αυτής ορίζει τα ακόλουθα:

«2.      Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση αγορά ή πώληση, η άμεση ή έμμεση παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή η συνδρομή στην έκδοση ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ομόλογα, τίτλους κεφαλαίου ή συναφή χρηματοοικονομικά μέσα με μέγιστη διάρκεια που υπερβαίνει τις 30 ημέρες, που εκδίδονται μετά τη 12η Σεπτεμβρίου 2014 από:

[...]

β)      οντότητες που έχουν έδρα στη Ρωσία και είναι κρατικού ελέγχου ή είναι κρατικής ιδιοκτησίας σε ποσοστό άνω του 50 %, το υπολογιζόμενο σύνολο ενεργητικού των οποίων υπερβαίνει το 1 τρισεκατομμύριο ρωσικά ρούβλια και τα υπολογιζόμενα έσοδα των οποίων προέρχονται κατά 50 % τουλάχιστον από την πώληση ή μεταφορά αργού πετρελαίου ή πετρελαϊκών προϊόντων κατά τη 12η Σεπτεμβρίου 2014, όπως κατονομάζονται στο παράρτημα III [δηλαδή τις Rosneft, Transneft και Gazprom Neft]·

γ)      οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό με έδρα εκτός της Ένωσης που ανήκει σε ποσοστό άνω του 50 % σε οντότητα η οποία αναφέρεται [στο στοιχείο] [...] β)· ή

δ)      οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που ενεργεί εξ ονόματος ή υπό τις εντολές οντότητας η οποία ανήκει στην κατηγορία που αναφέρεται στο στοιχείο γ) ή κατονομάζεται στ[ο] [παράρτημα] [...] III [δηλαδή τις Rosneft, Transneft και Gazprom Neft].

3.      Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση σύσταση ή η συμμετοχή σε οποιαδήποτε συμφωνία για την παροχή νέων δανείων ή πίστωσης με μέγιστη διάρκεια που υπερβαίνει τις 30 ημέρες προς οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που αναφέρεται στ[ην] παρ[άγραφο] [...] 2, μετά τη 12η Σεπτεμβρίου 2014, πλην των δανείων ή της πίστωσης που έχουν ειδικό και καταγεγραμμένο σκοπό την παροχή χρηματοδότησης για μη απαγορευμένες άμεσες ή έμμεσες εισαγωγές ή εξαγωγές αγαθών και μη χρηματοοικονομικές υπηρεσίες μεταξύ της Ένωσης και της Ρωσίας ή οποιασδήποτε άλλης τρίτης χώρας ή για δάνεια που έχουν ειδικό και καταγεγραμμένο σκοπό την παροχή επείγουσας χρηματοδότησης για την τήρηση των κριτηρίων φερεγγυότητας και ρευστότητας για νομικά πρόσωπα που έχουν έδρα στην Ένωση, την κυριότητα των οποίων έχει κατά ποσοστό άνω του 50 % οντότητα που αναφέρεται στο παράρτημα I [δηλαδή, τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή ιδρύματα ανάπτυξης του χρηματοοικονομικού τομέα που έχουν έδρα στη Ρωσία και είναι κρατικής ιδιοκτησίας ή ελέγχου σε ποσοστό άνω του 50 % κατά την 1η Αυγούστου 2014: Sberbank, VTB Bank, Gazprombank, Vnesheconombank και Rosselkhozbank].»

14      Το άρθρο 4 της αποφάσεως 2014/512 προβλέπει τα εξής:

«1.      Η άμεση ή έμμεση πώληση, προμήθεια, μεταβίβαση ή εξαγωγή συγκεκριμένου εξοπλισμού που είναι κατάλληλος για τις ακόλουθες κατηγορίες έργων έρευνας και παραγωγής στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένης της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας της, από υπηκόους των κρατών μελών ή από το έδαφος κρατών μελών ή με σκάφη ή αεροσκάφη υπό τη δικαιοδοσία των κρατών μελών υπόκειται σε εκ των προτέρων αδειοδότηση από την αρμόδια αρχή του εξάγοντος κράτους μέλους:

α)      έρευνα και παραγωγή πετρελαίου σε ύδατα με βάθος μεγαλύτερο των 150 μέτρων·

β)      έρευνα και παραγωγή πετρελαίου στην υπεράκτια περιοχή βορείως του Αρκτικού Κύκλου·

γ)      έργα έρευνας δυνάμενα να παράγουν πετρέλαιο από πόρους ευρισκομένους σε σχιστολιθικούς σχηματισμούς μέσω υδραυλικής ρηγμάτωσης. Δεν εφαρμόζεται στην έρευνα και παραγωγή διαμέσου σχιστολιθικών κοιτασμάτων με σκοπό την ανεύρεση ή την άντληση πετρελαίου από μη σχιστολιθικά αποθέματα.

Η Ένωση λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καθορισθούν τα σχετικά είδη που καλύπτονται από την παρούσα παράγραφο.

2.      Η παροχή:

α)      τεχνικής βοήθειας ή άλλων υπηρεσιών που αφορούν τον εξοπλισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

β)      χρηματοδότησης ή χρηματοδοτικής βοήθειας για κάθε πώληση, προμήθεια, μεταβίβαση ή εξαγωγή του εξοπλισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή για την παροχή συναφούς τεχνικής βοήθειας ή εκπαίδευσης

επίσης υπόκειται σε εκ των προτέρων αδειοδότηση από την αρμόδια αρχή του εξάγοντος κράτους μέλους.

3.      Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δεν χορηγούν καμία άδεια για οποιαδήποτε πώληση, προμήθεια, μεταβίβαση ή εξαγωγή του εξοπλισμού ή για την παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, εφόσον κρίνουν ότι η εν λόγω πώληση, προμήθεια, μεταβίβαση ή εξαγωγή ή παροχή των υπηρεσιών προορίζεται για μια από τις κατηγορίες έρευνας και παραγωγής που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4.      Η παράγραφος 3 δεν θίγει την εκτέλεση συμβάσεων που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Αυγούστου 2014 ή συμπληρωματικών συμβάσεων που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων.

5.      Άδεια μπορεί να δοθεί όταν η πώληση, προμήθεια, μεταβίβαση ή εξαγωγή των ειδών ή η παροχή των υπηρεσιών των παραγράφων 1 και 2 χρειάζεται για την επείγουσα πρόληψη ή μετριασμό ενός γεγονότος δυναμένου να έχει σοβαρή και σημαντική επίπτωση στην ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια ή στο περιβάλλον. Σε δεόντως δικαιολογημένες περιπτώσεις επείγοντος, η πώληση, προμήθεια, μεταβίβαση ή εξαγωγή, ή η παροχή των υπηρεσιών των παραγράφων 1 και 2 μπορεί να γίνει χωρίς προηγουμένη άδεια εφόσον ο εξαγωγέας ειδοποιήσει την αρμοδία αρχή εντός πέντε εργασίμων ημερών μετά την πώληση, προμήθεια, μεταβίβαση ή εξαγωγή, ή την παροχή των υπηρεσιών, δίνοντας λεπτομερή αιτιολόγηση της πώλησης, προμήθειας, μεταβίβασης ή εξαγωγής, ή της παροχής των υπηρεσιών άνευ προηγουμένης αδείας.»

15      Το άρθρο 4α της αποφάσεως αυτής ορίζει τα εξής:

«1.      Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση παροχή συναφών υπηρεσιών οι οποίες είναι απαραίτητες για τις ακόλουθες κατηγορίες έργων έρευνας και παραγωγής στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένης της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας της, από υπηκόους των κρατών μελών ή από το έδαφος κρατών μελών ή με σκάφη ή αεροσκάφη υπό τη δικαιοδοσία των κρατών μελών:

α)      έρευνα και παραγωγή πετρελαίου σε ύδατα με βάθος μεγαλύτερο των 150 μέτρων·

β)      έρευνα και παραγωγή πετρελαίου στην υπεράκτια περιοχή βορείως του Αρκτικού Κύκλου·

γ)      έργα έρευνας δυνάμενα να παράγουν πετρέλαιο από πόρους ευρισκομένους σε σχιστολιθικούς σχηματισμούς μέσω υδραυλικής ρηγμάτωσης. Δεν εφαρμόζεται στην έρευνα και παραγωγή διαμέσου σχιστολιθικών κοιτασμάτων με σκοπό την ανεύρεση ή την άντληση πετρελαίου από μη σχιστολιθικά αποθέματα.

2.      Η απαγόρευση της παραγράφου 1 δεν θίγει την εκτέλεση συμβάσεων ή συμφωνιών-πλαισίων που έχουν συναφθεί πριν από τη 12η Σεπτεμβρίου 2014 ή συμπληρωματικών συμβάσεων που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων.

3.      Η απαγόρευση της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζεται όταν οι σχετικές υπηρεσίες είναι απαραίτητες για την επείγουσα πρόληψη ή τον μετριασμό συμβάντος που είναι πιθανό να έχει σοβαρό και σημαντικό αντίκτυπο στην ανθρώπινη υγεία ή στο περιβάλλον.»

16      Το άρθρο 7 της εν λόγω αποφάσεως ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Δεν ικανοποιούνται απαιτήσεις σχετικά με οποιαδήποτε σύμβαση ή συναλλαγή της οποίας η εκτέλεση έχει επηρεασθεί, άμεσα ή έμμεσα, εν όλω ή εν μέρει, από τα μέτρα που επιβάλλει η παρούσα απόφαση, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων για αποζημίωση ή άλλων παρόμοιων απαιτήσεων, όπως απαίτηση αποζημίωσης ή απαίτηση βάσει εγγυήσεως, ιδίως απαίτηση για παράταση ισχύος ή πληρωμή ομολόγου, εγγύησης ή αποζημίωσης, ιδίως χρηματοοικονομική εγγύηση ή χρηματοοικονομική αποζημίωση, υπό οποιαδήποτε μορφή, εφόσον προβάλλονται από:

α)      οντότητες που αναφέρονται [...] στο στοιχείο γ) ή δ) του άρθρου 1 παράγραφος 2 ή κατονομάζονται στο παράρτημα [...] III [δηλαδή, Rosneft, Transneft και Gazprom Neft] [...]·

β)      οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό από τη Ρωσία·

γ)      οποιοδήποτε πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που ενεργεί μέσω ή εξ ονόματος ενός από τα πρόσωπα, τις οντότητες ή τους οργανισμούς των στοιχείων α) και β) της παρούσας παραγράφου.

2.      Σε οποιαδήποτε διαδικασία για την εκτέλεση απαίτησης, το βάρος της απόδειξης ότι η ικανοποίηση της απαίτησης δεν απαγορεύεται από την παράγραφο 1 φέρει το πρόσωπο που επιδιώκει την ικανοποίηση της εν λόγω απαίτησης.

3.      Το παρόν άρθρο δεν θίγει το δικαίωμα των προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για δικαστικό έλεγχο του νομίμου της αθέτησης συμβατικών υποχρεώσεων σύμφωνα με την παρούσα απόφαση.»

 Ο κανονισμός 833/2014

17      Η αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 833/2014 έχει ως εξής:

«[...] [Θ]εωρείται σκόπιμη η εφαρμογή πρόσθετων περιοριστικών μέτρων για να αυξηθεί το κόστος των ενεργειών της Ρωσίας που υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, καθώς και για να προωθηθεί η ειρηνική επίλυση της κρίσης. [...]».

18      Το άρθρο 1, στοιχείο στʹ, σημείο i, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι ως «κινητές αξίες» νοούνται, μεταξύ άλλων, οι μετοχές και άλλοι τίτλοι ισοδύναμοι με μετοχές εταιριών, προσωπικών εταιριών [partnership] και άλλων οντοτήτων, καθώς και αποθετήρια έγγραφα μετοχών.

19      Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Απαιτείται προηγούμενη άδεια για την πώληση, την προμήθεια, τη μεταβίβαση ή την εξαγωγή, άμεσα ή έμμεσα, ειδών που παρατίθενται στο παράρτημα II, ανεξάρτητα από το εάν προέρχονται από την Ένωση ή όχι, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας της, ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, εάν τα είδη αυτά προορίζονται προς χρήση στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας της.

2.      Για κάθε πώληση, προμήθεια, μεταβίβαση ή εξαγωγή για την οποία απαιτείται άδεια σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η άδεια χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εξαγωγέας και σύμφωνα με τους λεπτομερείς κανόνες του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΚ) 428/2009 [του Συμβουλίου, της 5ης Μαΐου 2009, περί κοινοτικού συστήματος ελέγχου των εξαγωγών, της μεταφοράς, της μεσιτείας και της διαμετακόμισης ειδών διπλής χρήσης (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2009, L 134, σ. 1)]. Η άδεια ισχύει σε ολόκληρη την Ένωση.

3.      Το παράρτημα II περιλαμβάνει ορισμένα είδη κατάλληλα για τις ακόλουθες κατηγορίες έργων έρευνας και παραγωγής στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας της:

α)      έρευνα και παραγωγή πετρελαίου σε ύδατα με βάθος μεγαλύτερο των 150 μέτρων·

β)      έρευνα και παραγωγή πετρελαίου στην υπεράκτια περιοχή βορείως του Αρκτικού Κύκλου, ή

γ)      έργα δυνάμενα να παράγουν πετρέλαιο από πόρους ευρισκομένους σε σχιστολιθικούς σχηματισμούς μέσω υδραυλικής ρηγμάτωσης. Δεν εφαρμόζεται στην αναζήτηση και παραγωγή διαμέσου σχιστολιθικών κοιτασμάτων με σκοπό την ανεύρεση μη σχιστολιθικών αποθεμάτων ή την άντληση πετρελαίου από μη σχιστολιθικά αποθέματα.

4.      Οι εξαγωγείς παρέχουν στις αρμόδιες αρχές όλες τις κατάλληλες πληροφορίες που απαιτούνται για την αίτησή τους για έκδοση άδειας εξαγωγής.

5.      Οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν καμία άδεια για πώληση, προμήθεια, μεταβίβαση ή εξαγωγή των ειδών που περιλαμβάνει το παράρτημα II, εάν έχουν βάσιμους λόγους να κρίνουν ότι η πώληση, προμήθεια, μεταβίβαση ή εξαγωγή των ειδών προορίζονται για οποιαδήποτε από τις κατηγορίες έργων έρευνας και παραγωγής που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να χορηγούν άδεια όταν η πώληση, η προμήθεια, η μεταβίβαση ή η εξαγωγή αφορούν την εκτέλεση υποχρέωσης που απορρέει από σύμβαση η οποία συνήφθη πριν από την 1η Αυγούστου 2014, ή συμπληρωματικές συμβάσεις που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων.

Οι αρμόδιες αρχές δύνανται επίσης να χορηγούν άδεια όταν η πώληση, η προμήθεια, η μεταβίβαση ή η εξαγωγή των ειδών είναι απαραίτητες για την επείγουσα πρόληψη ή τον μετριασμό συμβάντος που είναι πιθανό να έχει σοβαρό και σημαντικό αντίκτυπο στην ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια ή στο περιβάλλον. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις επείγοντος, η πώληση, η προμήθεια, η μεταβίβαση ή η εξαγωγή μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς προηγούμενη άδεια υπό την προϋπόθεση ότι ο εξαγωγέας ενημερώνει την αρμόδια αρχή εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την πώληση, την προμήθεια, τη μεταβίβαση ή την εξαγωγή, παρέχοντας λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την αιτιολόγηση για την πώληση, την προμήθεια, τη μεταβίβαση ή την εξαγωγή που πραγματοποιήθηκαν χωρίς προηγούμενη άδεια.

6.      Σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 5, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να ακυρώσουν, να αναστείλουν, να τροποποιήσουν ή να ανακαλέσουν ήδη χορηγηθείσα άδεια εξαγωγής.

7.      Σε περίπτωση άρνησης χορήγησης άδειας, ή ακύρωσης, αναστολής, ουσιαστικού περιορισμού ή ανάκλησης της άδειας εκ μέρους της αρμοδίας αρχής σύμφωνα με τις παραγράφους 5 ή 6, το οικείο κράτος μέλος κοινοποιεί στα λοιπά κράτη μέλη και την Επιτροπή την απόφασή του και ανταλλάσσει κάθε σχετική πληροφορία με αυτά, τηρουμένων των διατάξεων περί εμπιστευτικότητας των πληροφοριών αυτών που περιλαμβάνει ο κανονισμός (ΕΚ) 515/97 του Συμβουλίου[, της 13ης Μαρτίου 1997, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών και γεωργικών ρυθμίσεων (ΕΕ 1997, L 82, σ. 1)].

8.      Προτού ένα κράτος μέλος χορηγήσει σύμφωνα με την παράγραφο 5 άδεια για μια συναλλαγή κατ’ ουσίαν ταυτόσημη με συναλλαγή για την οποία άλλο κράτος μέλος ή κράτη μέλη είχαν διατυπώσει άρνηση που εξακολουθεί να ισχύει, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 6 και 7, προβαίνει καταρχάς σε διαβουλεύσεις με το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη που διατύπωσαν την άρνηση. Αν το οικείο κράτος μέλος, μετά τις ως άνω διαβουλεύσεις, αποφασίσει να χορηγήσει την άδεια, ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή σχετικά, παρέχοντας όλες τις σχετικές πληροφορίες για να αιτιολογήσει την απόφασή του.»

20      Το άρθρο 3α του ιδίου κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«1.      Απαγορεύεται η παροχή, άμεσα ή έμμεσα, ορισμένων συναφών υπηρεσιών απαραίτητων για τις ακόλουθες κατηγορίες έργων έρευνας και παραγωγής στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας της:

α)      έρευνα και παραγωγή πετρελαίου σε ύδατα με βάθος μεγαλύτερο των 150 μέτρων·

β)      έρευνα και παραγωγή πετρελαίου στην υπεράκτια περιοχή βορείως του Αρκτικού Κύκλου, ή

γ)      έργα δυνάμενα να παράγουν πετρέλαιο από πόρους ευρισκομένους σε σχιστολιθικούς σχηματισμούς μέσω υδραυλικής ρηγμάτωσης. Δεν εφαρμόζεται στην αναζήτηση και παραγωγή διαμέσου σχιστολιθικών κοιτασμάτων με σκοπό την ανεύρεση μη σχιστολιθικών αποθεμάτων ή την άντληση πετρελαίου από μη σχιστολιθικά αποθέματα.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ως συναφείς υπηρεσίες νοούνται:

i)      η γεώτρηση,

ii)      οι δοκιμές φρέατος,

iii)      η καταγραφή γεωλογικών σχηματισμών και υπηρεσίες αποπεράτωσης,

iv)      ο εφοδιασμός ειδικών πλωτών σκαφών.

2.      Οι απαγορεύσεις της παραγράφου 1 ισχύουν με την επιφύλαξη εκτέλεσης τυχόν υποχρέωσης που απορρέει από σύμβαση ή συμφωνία-πλαίσιο η οποία έχει συναφθεί πριν από την 12η Σεπτεμβρίου 2014 ή από συμπληρωματικές συμβάσεις αναγκαίες για την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων.

3.      Η απαγόρευση της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζεται όταν οι σχετικές υπηρεσίες είναι απαραίτητες για την επείγουσα πρόληψη ή τον μετριασμό συμβάντος που είναι πιθανό να έχει σοβαρό και σημαντικό αντίκτυπο στην ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια ή στο περιβάλλον.

Ο πάροχος της υπηρεσίας κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή εντός πέντε εργάσιμων ημερών κάθε δραστηριότητα που έχει αναληφθεί δυνάμει της παρούσας παραγράφου, παρέχοντας λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την αιτιολόγηση για την πώληση, την προμήθεια, τη μεταβίβαση ή την εξαγωγή.»

21      Το άρθρο 4 του κανονισμού 833/2014 έχει ως εξής:

«[...]

3.      Η παροχή των ακόλουθων επιτρέπεται μόνον εφόσον δοθεί άδεια από τη σχετική αρμόδια αρχή:

α)      τεχνικής βοήθειας, ή υπηρεσιών διαμεσολάβησης, που συνδέονται με τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα II, καθώς και με την παροχή, κατασκευή, συντήρηση και χρήση των ειδών αυτών, άμεσα ή έμμεσα, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας της, ή, εάν αυτή η βοήθεια αφορά είδη προς χρήση στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας της, σε οποιοδήποτε πρόσωπο, οντότητα ή φορέα σε οποιαδήποτε άλλη χώρα·

β)      χρηματοδότησης ή χρηματοδοτικής βοήθειας που συνδέεται με τα είδη που αναφέρονται στο παράρτημα II, στην οποία συμπεριλαμβάνονται ιδίως επιχορηγήσεις, δάνεια και ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων, για κάθε πώληση, προμήθεια, μεταβίβαση ή εξαγωγή τέτοιων ειδών, ή για κάθε παροχή συναφούς τεχνικής βοήθειας, άμεσα ή έμμεσα, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας της, ή, εάν αυτή η βοήθεια αφορά είδη προς χρήση στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και της υφαλοκρηπίδας της, σε οποιοδήποτε πρόσωπο, οντότητα ή φορέα σε οποιαδήποτε άλλη χώρα.

Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις επείγοντος που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 5, η παροχή υπηρεσιών που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενη άδεια υπό την προϋπόθεση ότι ο πάροχος ενημερώνει την αρμόδια αρχή εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την παροχή των υπηρεσιών.

4.      Όταν υποβάλλονται αιτήσεις για άδειες σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, το άρθρο 3, και ιδίως οι παράγραφοι 2 και 5, εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.»

22      Το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«[...]

2.      Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση αγορά, πώληση, παροχή επενδυτικής υπηρεσίας για την έκδοση ή παροχή βοήθειας για την έκδοση καθώς [και] η με άλλο τρόπο διαπραγμάτευση κινητών αξιών και μέσων χρηματαγοράς τα οποία έχουν διάρκεια άνω των 30 ημερών και εκδίδονται μετά τη 12η Σεπτεμβρίου 2014 από:

[...]

β)      νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα που έχει την έδρα του στη Ρωσία, τελεί υπό κρατικό έλεγχο ή υπό κρατική ιδιοκτησία σε ποσοστό άνω του 50 %, του οποίου τα συνολικά εκτιμώμενα περιουσιακά στοιχεία υπερβαίνουν το 1 τρισεκατομμύριο ρωσικά ρούβλια και του οποίου τα εκτιμώμενα έσοδα προέρχονται κατά τουλάχιστον 50 % από την πώληση ή τη μεταφορά αργού πετρελαίου ή προϊόντων πετρελαίου, όπως κατονομάζεται στο παράρτημα VI [δηλαδή από τις Rosneft, Transneft και Gazprom Neft]·

γ)      νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα που έχει την έδρα του εκτός της Ένωσης και του οποίου τα δικαιώματα ιδιοκτησίας κατέχει άμεσα ή έμμεσα σε ποσοστό άνω του 50 % οντότητα αναφερόμενη στο στοιχείο α) ή β) της παρούσας παραγράφου ή

δ)      νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα που ενεργεί εξ ονόματος ή κατ’ εντολή οντότητας αναφερόμενης στο στοιχείο α), β) ή γ) της παρούσας παραγράφου.

3.      Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση σύναψη συμφωνίας ή η συμμετοχή σε συμφωνία για την παροχή νέων δανείων ή πιστώσεων με διάρκεια άνω των 30 ημερών προς οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2 μετά τη 12η Σεπτεμβρίου 2014.

Η απαγόρευση δεν εφαρμόζεται στα εξής:

α)      δάνεια ή πιστώσεις που έχουν ειδικό και καταγεγραμμένο σκοπό την παροχή χρηματοδότησης για μη απαγορευμένες εισαγωγές ή εξαγωγές αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών μεταξύ της Ένωσης και οποιουδήποτε τρίτου κράτους, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών για αγαθά και υπηρεσίες από άλλο τρίτο κράτος που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση της σύμβασης εξαγωγής ή εισαγωγής, ή

β)      δάνεια που έχουν ειδικό και καταγεγραμμένο σκοπό την παροχή επείγουσας χρηματοδότησης για την τήρηση κριτηρίων φερεγγυότητας και ρευστότητας για νομικά πρόσωπα που έχουν την έδρα τους στην Ένωση, των οποίων τα δικαιώματα ιδιοκτησίας κατέχει σε ποσοστό άνω του 50 % οντότητα που αναφέρεται στο παράρτημα III [δηλαδή οι Sberbank, VTB Bank, Gazprombank, Vnesheconombank (VEB) και Rosselkhozbank].

[...]»

23      Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και αποτρεπτικές.»

24      Το άρθρο 11 του κανονισμού 833/2014 ορίζει τα εξής:

«1.      Δεν ικανοποιούνται απαιτήσεις σχετικά με οποιαδήποτε σύμβαση ή συναλλαγή της οποίας η εκτέλεση έχει επηρεασθεί, άμεσα ή έμμεσα, εν όλω ή εν μέρει, από τα μέτρα που επιβάλλει ο παρών κανονισμός, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων για αποζημίωση ή άλλων παρόμοιων απαιτήσεων, όπως απαίτηση αποζημίωσης ή απαίτηση βάσει εγγυήσεως, ιδίως απαίτηση για παράταση ισχύος ή πληρωμή ομολόγου, εγγύησης ή αποζημίωσης, ιδίως χρηματοοικονομικής εγγύησης ή αποζημίωσης, υπό οποιαδήποτε μορφή, εφόσον προβάλλονται από:

α)      οντότητες που αναφέρονται [...] στα στοιχεία γ) και δ) του άρθρου 5 παράγραφος 2 ή απαριθμούνται [στο παράρτημα] IV [δηλαδή τις Rosneft, Transneft και Gazprom Neft],

β)      οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό από τη Ρωσία,

γ)      οποιοδήποτε πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που ενεργεί μέσω ή εξ ονόματος ενός από τα πρόσωπα, τις οντότητες ή τους οργανισμούς των στοιχείων α) και β) της παρούσας παραγράφου.

2.      Σε οποιαδήποτε διαδικασία για την εκτέλεση απαίτησης, το βάρος της απόδειξης ότι η ικανοποίηση της απαίτησης δεν απαγορεύεται από την παράγραφο 1 φέρει το πρόσωπο που επιδιώκει την ικανοποίηση της εν λόγω απαίτησης.

3.      Το παρόν άρθρο δεν θίγει το δικαίωμα των προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για δικαστικό έλεγχο του νομίμου της αθέτησης συμβατικών υποχρεώσεων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.»

25      Το παράρτημα II του κανονισμού 833/2014 απαριθμεί τα αγαθά των οποίων η πώληση, η προμήθεια, η μεταβίβαση ή η εξαγωγή με προορισμό τη Ρωσία υπόκειται σε προηγούμενη άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού.

 Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

26      Αφού καταδίκασαν, στις 6 Μαρτίου 2014, την «απρόκλητη παραβίαση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας από τη Ρωσική Ομοσπονδία», οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ένωσης αποφάσισαν να αναστείλουν τις διμερείς συνομιλίες με τη Ρωσική Ομοσπονδία για τις θεωρήσεις και για τη νέα συνολική συμφωνία που προοριζόταν να αντικαταστήσει τη συμφωνία εταιρικής σχέσεως ΕΕ-Ρωσίας και δήλωσαν ότι τυχόν περαιτέρω ενέργειες της Ρωσικής Ομοσπονδίας ικανές να οδηγήσουν σε αποσταθεροποίηση της κατάστασης στην Ουκρανία θα είχαν πρόσθετες και εκτενείς συνέπειες στις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αφετέρου, σε ευρύ φάσμα οικονομικών τομέων.

27      Εν συνεχεία, στη διάρκεια του 2014, το Συμβούλιο έλαβε, στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), μια σειρά περιοριστικών μέτρων ως αντίδραση στις ενέργειες της Ρωσικής Ομοσπονδίας που θεωρήθηκε ότι αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία. Λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της κατάστασης στο εν λόγω κράτος, παρά την επιβολή, τον Μάρτιο του 2014, ταξιδιωτικών περιορισμών καθώς και μέτρων δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων σε βάρος ορισμένων φυσικών και νομικών προσώπων, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 31 Ιουλίου 2014, την απόφαση 2014/512, η οποία εν συνεχεία τροποποιήθηκε τον Σεπτέμβριο και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, με σκοπό τη θέσπιση στοχευμένων περιοριστικών μέτρων στους τομείς της προσβάσεως στις κεφαλαιακές αγορές, της άμυνας, των αγαθών διπλής χρήσεως και των ευαίσθητων τεχνολογιών, ιδίως στον τομέα της ενέργειας.

28      Εκτιμώντας ότι τα τελευταία αυτά μέτρα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΛΕΕ και ότι για την εφαρμογή τους ήταν αναγκαία κανονιστική πράξη στο επίπεδο της Ένωσης, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 833/2014 ο οποίος περιέχει λεπτομερέστερες διατάξεις για τη θέση σε εφαρμογή, τόσο στο επίπεδο της Ένωσης όσο και στο επίπεδο των κρατών μελών, των οριζομένων στην απόφαση 2014/512. Εκδοθείς αρχικά την ίδια ημέρα με την ως άνω απόφαση, ο κανονισμός αυτός προσαρμόστηκε παράλληλα με την εν λόγω απόφαση ώστε να αντανακλά τις τροποποιήσεις που επήλθαν μεταγενέστερα σε αυτή.

29      Ο δηλωθείς σκοπός των εν λόγω περιοριστικών μέτρων ήταν να αυξηθεί το κόστος των ενεργειών της Ρωσίας που υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, καθώς και να προωθηθεί η ειρηνική επίλυση της κρίσης. Προς τούτο, η απόφαση 2014/512 θέσπισε, ειδικότερα, απαγορεύσεις εξαγωγής ορισμένων ευαίσθητων ειδών και τεχνολογιών που προορίζονται για τον πετρελαϊκό τομέα στη Ρωσία, καθώς και περιορισμούς στην πρόσβαση ορισμένων επιχειρηματιών του οικείου τομέα στις ευρωπαϊκές κεφαλαιακές αγορές.

30      Η Rosneft είναι εταιρία καταχωρισμένη στο ρωσικό μητρώο εταιριών, η οποία ειδικεύεται στους τομείς του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, 69,5 % των μετοχών της εταιρίας αυτής βρίσκονται στην κατοχή της Rosneftegaz OJSC, οργανισμού που ανήκει στο Ρωσικό Δημόσιο. Ένα μειοψηφικό πακέτο μετοχών της Rosneft, ήτοι 19,75 %, βρίσκεται στην κατοχή της BP Russian Investments Ltd, θυγατρικής της βρετανικής πετρελαϊκής εταιρίας BP plc. Το υπόλοιπο 10,75 % του μετοχικού κεφαλαίου της Rosneft είναι εισηγμένο στο χρηματιστήριο. Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι δραστηριότητες της Rosneft, καθώς και των εταιριών του ομίλου στον οποίο ανήκει, περιλαμβάνουν την εξερεύνηση και την παραγωγή υδρογονανθράκων, έργα προηγούμενα σταδίου στα ανοικτά των ακτών, τη διύλιση υδρογονανθράκων, καθώς και τη διάθεση στην αγορά αργού πετρελαίου, φυσικού αερίου και προϊόντων υδρογονανθράκων στη Ρωσία και στο εξωτερικό. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων έρευνας πραγματοποιεί επιχειρήσεις σε ύδατα βάθους μεγαλύτερου των 150 μέτρων, στην περιοχή της Αρκτικής, και σε σχιστολιθικούς σχηματισμούς.

31      Από τις 8 Σεπτεμβρίου 2014, η απόφαση 2014/512 και, συνακόλουθα, ο κανονισμός 833/2014 περιλαμβάνουν τη Rosneft στα παραρτήματά τους ως οντότητα την οποία αφορά ένα μέρος των περιορισμών που θεσπίζουν οι πράξεις αυτές.

32      Η Rosneft άσκησε προσφυγές κατά των περιοριστικών μέτρων τόσο ενώπιον του δικαστή της Ένωσης όσο και ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στις 9 Οκτωβρίου 2014, άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσφυγή, η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί, με αίτημα την ακύρωση των επίδικων πράξεων. Εν συνεχεία, η εταιρία αυτή άσκησε, στις 20 Νοεμβρίου 2014, προσφυγή ελέγχου νομιμότητας ενώπιον του High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Divisional Court) [ανώτερου δικαστηρίου (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα αστικών, εμπορικών και διοικητικών διαφορών (ένδικα μέσα), Ηνωμένο Βασίλειο]. Στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής διαδικασίας, η Rosneft υποστηρίζει ότι τόσο τα περιοριστικά μέτρα που θέσπισε το Συμβούλιο όσο και τα εθνικά μέτρα είναι ανίσχυρα.

33      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η προσφυγή ελέγχου νομιμότητας που ασκήθηκε ενώπιόν του αφορά, κυρίως, τα εθνικά μέτρα που θεσπίστηκαν από τους καθών της κύριας δίκης για την εφαρμογή των πράξεων της Ένωσης με τις οποίες επιβλήθηκαν τα προσβαλλόμενα περιοριστικά μέτρα. Ο δικαστικός αυτός έλεγχος αφορά, αφενός, τη νομιμότητα της ρυθμίσεως περί επιβολής ποινικών κυρώσεων για παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 833/2014 σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και τον πετρελαϊκό τομέα και, αφετέρου, την ακρίβεια ορισμένων δηλώσεων της FCA σχετικά με τον όρο «χρηματοδοτική βοήθεια» και την εφαρμογή του κανονισμού αυτού στις μεταβιβάσιμες κινητές αξίες που εκδόθηκαν πρόσφατα υπό τη μορφή διεθνών αποθετηρίων εγγράφων (Global Depositary Receipts, στο εξής: GDR).

34      Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι η εν λόγω προσφυγή αφορά επίσης το κύρος πράξεων του δικαίου της Ένωσης. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, παραπέμποντας στην απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, Foto-Frost (314/85, EU:C:1987:452), ότι δεν είναι αρμόδιο για τον έλεγχο του κύρους των πράξεων αυτών. Μην επιθυμώντας να λάβει θέση επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να προβεί στον έλεγχο αυτό όσον αφορά, μεταξύ άλλων, πράξεις εκδοθείσες στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει, εντούτοις, ότι τα μέτρα που λαμβάνονται στον τομέα αυτόν είναι δυνατό να έχουν σοβαρές συνέπειες για φυσικά και νομικά πρόσωπα και ότι η αρχή της προσβάσεως στη δικαιοσύνη για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της εκτελεστικής εξουσίας έχει θεμελιώδη σημασία.

35      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η Rosneft θεωρεί, κατ’ ουσίαν, ότι, πρώτον, οι επίδικες πράξεις αντιβαίνουν προς διάφορα άρθρα της Συμφωνίας εταιρικής σχέσεως ΕΕ-Ρωσίας. Δεύτερον, δεν τηρούν την υποχρέωση αιτιολογήσεως που προβλέπεται από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ και, συνακόλουθα, προσβάλλουν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και σε αποτελεσματική δικαστική προστασία. Τρίτον, οι διατάξεις των πράξεων αυτών σχετικά με τον πετρελαϊκό τομέα είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και η έκδοσή τους συνιστά κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους του Συμβουλίου. Τέταρτον, οι διατάξεις αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από τις εν λόγω πράξεις σκοπό και συνιστούν προσβολή της επιχειρηματικής ελευθερίας και του δικαιώματος ιδιοκτησίας της Rosneft. Πέμπτον, ο κανονισμός 833/2014 δεν εφαρμόζει ορθά την απόφαση 2014/512. Τέλος, έκτον, στο μέτρο που τα κράτη μέλη όφειλαν να θεσπίσουν κυρώσεις για την εφαρμογή των επίδικων πράξεων, η ασάφεια των διατάξεών τους παραβιάζει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της νομικής προβλέψεως των αξιόποινων πράξεων και των ποινών.

36      Για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι οι επίδικες πράξεις είναι έγκυρες, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες όσον αφορά την ερμηνεία τους. Εκτιμώντας ότι οι όροι διατυπώσεως των επίμαχων στην κύρια δίκη περιοριστικών μέτρων πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ομοιόμορφο σε ολόκληρη την Ένωση, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, κατά τη διάρκεια της κύριας δίκης, διαπίστωσε αποκλίσεις στην πρακτική των αρχών άλλων κρατών μελών όσον αφορά την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί σε ορισμένες διατάξεις των επίδικων πράξεων.

37      Το αιτούν δικαστήριο καταλήγει επισημαίνοντας ότι εξέτασε τα επιχειρήματα των διαδίκων της κύριας δίκης αναφορικά με τη σκοπιμότητα υποβολής, στην υπό κρίση υπόθεση, αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, στο μέτρο ιδίως που η Rosneft είχε ήδη ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως, σε σχέση με τις επίδικες πράξεις, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Φρονεί εντούτοις ότι, κατ’ εφαρμογή της νομολογίας που διαμορφώθηκε με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Masterfoods και HB (C‑344/98, EU:C:2000:689), στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει εάν επιβάλλεται να αναστείλει τη διαδικασία έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της προσφυγής ακυρώσεως ή αν πρέπει να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.

38      Υπό τις συνθήκες αυτές, το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Divisional Court) [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα αστικών, εμπορικών και διοικητικών διαφορών (ένδικα μέσα)] αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Λαμβανομένων υπόψη ιδίως του άρθρου 19, παράγραφος 1, καθώς και των άρθρων 2 και 40 ΣΕΕ, του άρθρου 47 [του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης)] και του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, είναι το Δικαστήριο αρμόδιο να αποφανθεί προδικαστικώς δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ επί του κύρους του άρθρου l, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, των άρθρων 4, 4α και 7, καθώς και του παραρτήματος III της αποφάσεως 2014/512;

2)      α)      Είναι μια ή περισσότερες εκ των εξής διατάξεων (στο εξής: επίμαχα μέτρα) του κανονισμού 833/2014 και, στον βαθμό που το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα, της αποφάσεως 2014/512 άκυρες:

i)      τα άρθρα 4 και 4α της αποφάσεως 2014/512·

ii)      τα άρθρα 3, 3α, το άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 4, και το παράρτημα II του κανονισμού 833/2014·

(στο εξής, από κοινού: διατάξεις περί του πετρελαϊκού τομέα)·

iii)      το άρθρο l, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, καθώς και το παράρτημα III της αποφάσεως 2014/512·

iv)      το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, και το παράρτημα VI του κανονισμού 833/2014·

(στο εξής, από κοινού: διατάξεις περί τίτλων και δανεισμού)·

v)      το άρθρο 7 της αποφάσεως 2014/512, και

vi)      το άρθρο 11 του κανονισμού 833/2014;

β)      Εφόσον τα επίμαχα μέτρα είναι έγκυρα, είναι αντίθετη προς τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της σαφούς νομοθετικής προβλέψεως των ποινών (nulla poena sine lege certa) η επιβολή ποινικών κυρώσεων από κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού 833/2014, πριν από τον επαρκή προσδιορισμό των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως του σχετικού ποινικού αδικήματος από το Δικαστήριο;

3)      Εφόσον οι επίμαχες απαγορεύσεις ή οι επίμαχοι περιορισμοί τους οποίους αφορά το δεύτερο ερώτημα, υπό αʹ, είναι έγκυροι:

α)      περιλαμβάνει ο όρος “χρηματοδοτική βοήθεια” στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 833/2014 την επεξεργασία μιας πληρωμής από τράπεζα ή άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα;

β)      Απαγορεύει το άρθρο 5 του κανονισμού 833/2014 την έκδοση ή άλλη διαπραγμάτευση διεθνών αποθετηρίων εγγράφων ([...] GDR) που εκδόθηκαν από τις 12 Σεπτεμβρίου 2014 και μετά, δυνάμει συμβάσεως παρακαταθήκης με μια εκ των απαριθμούμενων στο παράρτημα VI οντοτήτων, για μετοχές μιας εκ των λόγω οντοτήτων εκδοθείσες πριν από τη 12η Σεπτεμβρίου 2014;

γ)      Εάν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι υφίσταται ασάφεια που δύναται να αρθεί προσηκόντως από το Δικαστήριο με την παροχή περαιτέρω διευκρινίσεων, ποια είναι η ορθή ερμηνεία των όρων “σχιστολιθικό” και “ύδατα με βάθος μεγαλύτερο των 150 μέτρων” στο άρθρο 4 της αποφάσεως 2014/512 και στα άρθρα 3 και 3α του κανονισμού 833/2104; Ειδικότερα, εάν το Δικαστήριο κρίνει τούτο αναγκαίο και πρόσφορο, μπορεί να ερμηνεύσει με γεωλογικά κριτήρια τον όρο “σχιστολιθικό”, από τη χρήση του οποίου εξαρτάται η εφαρμογή του κανονισμού, και να διευκρινίσει εάν η μέτρηση των “υδάτων με βάθος μεγαλύτερο των 150 μέτρων” πρέπει να πραγματοποιείται από το σημείο της γεωτρήσεως ή από αλλού;»

 Επί του αιτήματος επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας

39      Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 10 Αυγούστου 2016, η Rosneft ζήτησε να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.

40      Προς στήριξη του αιτήματός της, υποστηρίζει, καταρχάς, ότι η ανάλυση στην οποία προέβη ο γενικός εισαγγελέας με τις προτάσεις του της 31ης Μαΐου 2016 είναι εσφαλμένη όσον αφορά την υποχρέωση που υπέχει το Συμβούλιο να αιτιολογήσει τη θέσπιση των επίδικων περιοριστικών μέτρων. Η ανάλυση αυτή καταδεικνύει εσφαλμένη κατανόηση των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των εν λόγω περιοριστικών μέτρων και των μέτρων που υιοθέτησε η Ένωση στο πλαίσιο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και, επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να αναζητήσει περαιτέρω πληροφορίες συναφώς. Επιπροσθέτως, ο γενικός εισαγγελέας ανέλυσε την έννοια των «νομοθετικών πράξεων» κατά το άρθρο 31 ΣΕΕ με τρόπο διαφορετικό σε σχέση με την προσέγγιση που πρότεινε με τις προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας N. Wahl στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 19ης Ιουλίου 2016, H κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑455/14 P, EU:C:2016:212), τις οποίες ανέπτυξε μετά τη διεξαγωγή της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στην υπό κρίση υπόθεση. Τέλος, η προφορική διαδικασία πρέπει να επαναληφθεί στο μέτρο που τόσο η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου όσο και οι δυνατότητες εκτελέσεως των αποφάσεών του ενδέχεται να μεταβληθούν ταχέως ως αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος που διεξήχθη στις 23 Ιουνίου 2016 στο Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με τη συμμετοχή του κράτους αυτού στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

41      Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως του γενικού εισαγγελέα ή ακόμη και αιτήσεως των διαδίκων να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του, εφόσον κρίνει ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία ή ότι η υπόθεση πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων (απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, Accor, C‑310/09, EU:C:2011:581, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Αντιθέτως, ο Οργανισμός του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Κανονισμός Διαδικασίας του δεν προβλέπουν δυνατότητα των διαδίκων να καταθέσουν παρατηρήσεις προς απάντηση στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Stichting Natuur en Milieu κ.λπ., C‑266/09, EU:C:2010:779, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

42      Όσον αφορά τις παρατηρήσεις της Rosneft σχετικά με την επιχειρηματολογία που περιλαμβάνεται στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην υπό κρίση υπόθεση, επισημαίνεται ότι, με τις εν λόγω παρατηρήσεις, η Rosneft ασκεί, εν πολλοίς, κριτική στις προτάσεις αυτές. Πλην όμως, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη, η κατάθεση τέτοιων παρατηρήσεων δεν προβλέπεται από τις διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.

43      Όσον αφορά, εξάλλου, το αίτημα επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας λόγω του δημοψηφίσματος της 23ης Ιουνίου 2016 στο Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με τη συμμετοχή του κράτους μέλους αυτού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Rosneft δεν διευκρινίζει τον λόγο για τον οποίο το εν λόγω γεγονός θα μπορούσε, αυτό καθεαυτό, να έχει συνέπειες όσον αφορά την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ή τον δεσμευτικό χαρακτήρα των αποφάσεών του.

44      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, θεωρεί ότι διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να δώσει απάντηση στα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο ερωτήματα και ότι όλα τα επιχειρήματα βάσει των οποίων πρέπει να επιλυθεί η υπό κρίση υπόθεση έχουν αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεως μεταξύ των διαδίκων.

45      Συνεπώς, το αίτημα περί επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

46      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 19, 24 και 40 ΣΕΕ, το άρθρο 275 ΣΛΕΕ, καθώς και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί προδικαστικώς, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, επί του κύρους πράξεως εκδοθείσας επί τη βάσει των σχετικών με την ΚΕΠΠΑ διατάξεων, όπως είναι η απόφαση 2014/512.

47      Προτού χωρήσει εκτίμηση επί της ουσίας του εν λόγω ερωτήματος, πρέπει να εξεταστούν οι αντιρρήσεις όσον αφορά το παραδεκτό που διατύπωσαν ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη.

 Επί του παραδεκτού

48      Η Εσθονική και η Πολωνική Κυβέρνηση καθώς και το Συμβούλιο θεωρούν ότι το πρώτο ερώτημα είναι απαράδεκτο. Εκτιμώντας ότι το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρίνισε τη σχέση που υφίσταται μεταξύ του ερωτήματος αυτού και της ένδικης διαδικασίας στο εθνικό επίπεδο, αμφισβητούν κατά πόσον είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό. Περαιτέρω, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι τα ζητήματα που ανέκυψαν στη διαφορά της κύριας δίκης μπορούν να επιλυθούν υπό το πρίσμα και μόνον του κανονισμού 833/2014, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξετασθεί το κύρος της αποφάσεως 2014/512.

49      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, οσάκις τίθεται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ζήτημα κύρους πράξεως θεσμικού οργάνου της Ένωσης, εναπόκειται στο εν λόγω εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν είναι αναγκαία η απόφαση επί του σημείου αυτού προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση και, επομένως, να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του εν λόγω ερωτήματος. Συνεπώς, εφόσον τα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει (απόφαση της 3ης Ιουνίου 2008, Intertanko κ.λπ., C‑308/06, EU:C:2008:312, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

50      Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα υποβληθέν από εθνικό δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ μόνον όταν, ιδίως, οι απαιτήσεις σχετικά με το περιεχόμενο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που προβλέπονται στο άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας δεν τηρούνται ή όταν η ερμηνεία ή η εκτίμηση του κύρους του κανόνα του δικαίου της Ένωσης που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως [βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2002, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, C‑491/01, EU:C:2002:741, σκέψη 35, της 5ης Ιουλίου 2016, Ognyanov, C‑614/14, EU:C:2016:514, σκέψη 19, καθώς και της 15ης Νοεμβρίου 2016, Ullens de Schooten, C‑268/15, EU:C:2016:874, σκέψη 54].

51      Εν προκειμένω, από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Rosneft αμφισβητεί το κύρος ορισμένων διατάξεων της αποφάσεως 2014/512. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η συζήτηση ενώπιόν του επικεντρώθηκε, ιδίως, στην πρόταση κατά την οποία, ελλείψει αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί του κύρους της ως άνω αποφάσεως, σε αυτό εναπέκειτο να προβλέψει τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία προς διασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στον τομέα της ΚΕΠΠΑ, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ.

52      Στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι πρέπει να αναλύσει την αρμοδιότητά του σε συνάρτηση με εκείνη του Δικαστηρίου, το πρώτο ερώτημα που αφορά την αρμοδιότητα του τελευταίου συνδέεται άμεσα με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.

53      Εξάλλου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εξέταση των ζητημάτων που ανέκυψαν στην υπόθεση της κύριας δίκης υπό το πρίσμα μόνον του κανονισμού 833/2014 ενδέχεται να αποδειχθεί ανεπαρκής προκειμένου να αρθούν οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου σχετικά με το κύρος των επίμαχων περιοριστικών μέτρων.

54      Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι η αδυναμία δικαστικής προσβολής των αποφάσεων του Συμβουλίου που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ ενδέχεται να προσβάλλει το θεμελιώδες δικαίωμα προσβάσεως στη δικαιοσύνη και υπενθυμίζει ότι το άρθρο 19 ΣΕΕ απαιτεί να διασφαλίζεται αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που καλύπτονται από το δίκαιο της Ένωσης.

55      Κατά συνέπεια, αφενός, στο μέτρο που το κύρος κανονισμού εκδοθέντος βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ προϋποθέτει την προηγούμενη έκδοση έγκυρης αποφάσεως σύμφωνα με τις σχετικές με την ΚΕΠΠΑ διατάξεις, το ζήτημα του κύρους της αποφάσεως 2014/512 φαίνεται να είναι σημαντικό στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.

56      Αφετέρου, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, να μεριμνούν ώστε οι εθνικές πολιτικές τους να συνάδουν προς τις θέσεις της Ένωσης στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ. Επομένως, ενδεχόμενη ακυρότητα του κανονισμού 833/2014 δεν επηρεάζει, καταρχήν, την υποχρέωση των κρατών μελών να μεριμνούν για τη συμβατότητα των εθνικών πολιτικών τους προς περιοριστικά μέτρα επιβληθέντα δυνάμει της αποφάσεως 2014/512. Ως εκ τούτου, εφόσον το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει το κύρος της αποφάσεως 2014/512, η εξέταση αυτή είναι αναγκαία προκειμένου να καθοριστεί η έκταση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την απόφαση αυτή, ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν ο κανονισμός 833/2014 είναι έγκυρος.

57      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι παραδεκτό.

 Επί της ουσίας

58      Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Τσεχική, η Εσθονική, η Γαλλική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και το Συμβούλιο φρονούν ότι, βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, ΣΕΕ και του άρθρου 275 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί προδικαστικώς επί του κύρους της αποφάσεως 2014/512.

59      Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 24, παράγραφος 1, ΣΕΕ και το άρθρο 275 ΣΛΕΕ δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο το Δικαστήριο να είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του κύρους της αποφάσεως 2014/512 και στο πλαίσιο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Εντούτοις, προκειμένου το Δικαστήριο να είναι αρμόδιο σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει, αφενός, ο προσφεύγων της κύριας δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και, αφετέρου, το αντικείμενο της δίκης να συνίσταται στην εξέταση της νομιμότητας περιοριστικών μέτρων κατά φυσικών ή νομικών προσώπων. Η Επιτροπή φρονεί ότι, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται.

60      Καταρχάς, μολονότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, ΣΕΕ και του άρθρου 275, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δεν έχει καταρχήν δικαιοδοσία όσον αφορά τις σχετικές με την ΚΕΠΠΑ διατάξεις και τις πράξεις που εκδίδονται βάσει των διατάξεων αυτών (βλ. απόφαση της 19ης Ιουλίου 2016, H κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑455/14 P, EU:C:2016:569, σκέψη 39), πρέπει, εντούτοις, να υπομνησθεί ότι οι Συνθήκες προβλέπουν ρητώς δύο εξαιρέσεις από την εν λόγω αρχή. Συγκεκριμένα, αφενός, τόσο το άρθρο 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, ΣΕΕ όσο και το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ προβλέπουν ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγχει την τήρηση του άρθρου 40 ΣΕΕ. Αφετέρου, το άρθρο 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, ΣΕΕ αναθέτει στο Δικαστήριο την αρμοδιότητα να ελέγχει τη νομιμότητα ορισμένων αποφάσεων, κατά τα αναφερόμενα από το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί των προσφυγών που ασκούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και αφορούν τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων που προβλέπουν περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων και τις οποίες εκδίδει το Συμβούλιο βάσει των σχετικών με την ΚΕΠΠΑ διατάξεων.

61      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το πρώτο ερώτημα περιέχει, κατ’ ουσίαν, δύο πεδία εξέτασης. Πρώτον, αποσκοπεί στο να διευκρινιστεί αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγξει, βάσει αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβληθείσας από εθνικό δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, κατά πόσον το Συμβούλιο τήρησε το άρθρο 40 ΣΕΕ όταν εξέδωσε την απόφαση 2014/512. Δεύτερον, αποσκοπεί στο να εξακριβωθεί αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγχει τη νομιμότητα των περιοριστικών μέτρων που λαμβάνονται κατά φυσικών ή νομικών προσώπων και των οποίων η θέσπιση προβλέπεται από την εν λόγω απόφαση, όχι μόνον οσάκις τα πρόσωπα αυτά ζητούν την ακύρωση των εν λόγω μέτρων με προσφυγή που ασκείται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 256 και 263 ΣΛΕΕ, αλλά και στην περίπτωση που το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, υποβαλλόμενης από εθνικό δικαστήριο το οποίο έχει αμφιβολίες ως προς το κύρος των μέτρων αυτών.

62      Συναφώς, όσον αφορά, καταρχάς, την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ελέγχει την τήρηση του άρθρου 40 ΣΕΕ, επισημαίνεται ότι οι Συνθήκες δεν προβλέπουν καμία ιδιαίτερη προϋπόθεση για την άσκηση ενός τέτοιου δικαστικού ελέγχου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο ως άνω έλεγχος εμπίπτει στη γενική αρμοδιότητα την οποία το άρθρο 19 ΣΕΕ αναθέτει στο Δικαστήριο προς εξασφάλιση της τηρήσεως του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών. Προβλέποντας αυτή τη γενική αρμοδιότητα, το άρθρο 19, τρίτη παράγραφος, στοιχείο βʹ, ΣΕΕ αναφέρει, εξάλλου, ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται προδικαστικώς, κατόπιν αιτήματος εθνικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων επί του κύρους πράξεων που εκδόθηκαν από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

63      Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που αφορά τη συμβατότητα της αποφάσεως 2014/512 με το άρθρο 40 ΣΕΕ.

64      Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται προδικαστικώς επί του κύρους των αποφάσεων που εκδίδονται στον τομέα της ΚΕΠΠΑ, όπως η απόφαση 2014/512, οσάκις προβλέπουν περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων.

65      Σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, ΣΕΕ και του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι Συνθήκες αναθέτουν στο Δικαστήριο την αρμοδιότητα ελέγχου της νομιμότητας των αποφάσεων του Συμβουλίου που προβλέπουν περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων. Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι το άρθρο 24, παράγραφος 1, ΣΕΕ εξουσιοδοτεί το Δικαστήριο να ελέγχει τη νομιμότητα ορισμένων αποφάσεων κατά τα αναφερόμενα από το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η τελευταία αυτή διάταξη ορίζει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί των προσφυγών που ασκούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και αφορούν αυτόν τον έλεγχο νομιμότητας.

66      Ο έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης τον οποίο διασφαλίζει το Δικαστήριο δυνάμει των Συνθηκών στηρίζεται, κατά πάγια νομολογία, σε δύο συμπληρωματικές ένδικες διαδικασίες. Συγκεκριμένα, η Συνθήκη ΛΕΕ, με τα άρθρα της 263 και 277, αφενός, και με το άρθρο της 267, αφετέρου, καθιέρωσε ένα πλήρες σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης, αναθέτοντας τον έλεγχο αυτόν στον δικαστή της Ένωσης (αποφάσεις της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου, 294/83, EU:C:1986:166, σκέψη 23, της 25ης Ιουλίου 2002, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, C‑50/00 P, EU:C:2002:462, σκέψη 40, καθώς και της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 92).

67      Αποτελεί εγγενές στοιχείο του πλήρους αυτού συστήματος ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών το δικαίωμα κάθε διαδίκου, στο πλαίσιο προσφυγής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, να αμφισβητήσει τη νομιμότητα διατάξεων που περιέχονται σε πράξεις της Ένωσης και οι οποίες αποτελούν το έρεισμα εθνικής αποφάσεως ή πράξεως που θίγει το πρόσωπο αυτό και να ωθήσει το εν λόγω δικαστήριο, το οποίο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του κύρους, να υποβάλει συναφώς προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, εκτός αν αυτός είχε, πέραν πάσης αμφιβολίας, το δικαίωμα να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, προσφυγή κατά των εν λόγω διατάξεων και άφησε να παρέλθει άπρακτη η προβλεπόμενη προθεσμία (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2001, Nachi Europe, C‑239/99, EU:C:2001:101, σκέψεις 35 και 36, καθώς και της 29ης Ιουνίου 2010, E και F, C‑550/09, EU:C:2010:382, σκέψεις 45 και 46).

68      Συνεπώς, η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος ως προς το κύρος διατάξεως συνιστά, ακριβώς όπως και η προσφυγή ακυρώσεως, τρόπο ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης (βλ. αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1987, Foto-Frost, 314/85, EU:C:1987:452, σκέψη 16, της 21ης Φεβρουαρίου 1991, Zuckerfabrik Süderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest, C‑143/88 και C‑92/89, EU:C:1991:65, σκέψη 18, της 6ης Δεκεμβρίου 2005, ABNA κ.λπ., C‑453/03, C‑11/04, C‑12/04 και C‑194/04, EU:C:2005:741, σκέψη 103, καθώς και της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 95).

69      Το ουσιώδες αυτό χαρακτηριστικό του συστήματος έννομης προστασίας της Ένωσης εκτείνεται στον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων με τις οποίες προβλέπεται η θέσπιση περιοριστικών μέτρων κατά φυσικών ή νομικών προσώπων στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ.

70      Πράγματι, ούτε από τη Συνθήκη ΕΕ ούτε από τη Συνθήκη ΛΕΕ προκύπτει ότι η προσφυγή ακυρώσεως που ασκείται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 256 και 263 ΣΛΕΕ, συνιστά τον μοναδικό τρόπο ελέγχου της νομιμότητας αποφάσεων που προβλέπουν περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων, αποκλειομένης, ιδίως, της προδικαστικής παραπομπής προς εκτίμηση του κύρους. Συναφώς, το άρθρο 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, ΣΕΕ παραπέμπει στο άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ προκειμένου να καθορίσει όχι το είδος διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να ελέγχει τη νομιμότητα ορισμένων αποφάσεων, αλλά το είδος των αποφάσεων των οποίων η νομιμότητα μπορεί να ελέγχεται από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας έχουσας ως αντικείμενο έναν τέτοιο έλεγχο νομιμότητας.

71      Δεδομένου ωστόσο ότι η ευθύνη για την εφαρμογή αποφάσεως που προβλέπει περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων ανατίθεται εν μέρει στα κράτη μέλη, η προδικαστική παραπομπή προς εκτίμηση του κύρους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ιδίως όταν, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, τόσο η νομιμότητα των εθνικών μέτρων εφαρμογής όσο και της ίδιας της αποφάσεως επί της οποίας αυτά στηρίζονται, που έχει εκδοθεί στον τομέα της ΚΕΠΠΑ, αμφισβητούνται στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι εθνικές πολιτικές τους να συνάδουν προς τις θέσεις της Ένωσης που καθορίζονται με αποφάσεις του Συμβουλίου που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, η πρόσβαση στον δικαστικό έλεγχο των εν λόγω αποφάσεων είναι απολύτως απαραίτητη οσάκις αυτές προβλέπουν τη θέσπιση περιοριστικών μέτρων κατά φυσικών ή νομικών προσώπων.

72      Όπως προκύπτει τόσο από το άρθρο 2 ΣΕΕ που περιλαμβάνεται στις κοινές διατάξεις της Συνθήκης ΕΕ όσο και από το άρθρο 21 ΣΕΕ περί της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, στο οποίο παραπέμπει το σχετικό με την ΚΕΠΠΑ άρθρο 23 ΣΕΕ, η Ένωση βασίζεται, ιδίως, στην αξία του κράτους δικαίου (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Ιουλίου 2016, H κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑455/14 P, EU:C:2016:569, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

73      Συγκεκριμένα, το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη, το οποίο επιβεβαιώνει την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ορίζει ότι, σε περιπτώσεις προσβολής των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει, στην πράξη, τη δυνατότητα να προσφύγει στη δικαιοσύνη σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει το συγκεκριμένο άρθρο. Πρέπει να υπομνησθεί ότι η ύπαρξη αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου προς διασφάλιση της τηρήσεως των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κράτους δικαίου (βλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Abdida, C‑562/13, EU:C:2014:2453, σκέψη 45, και της 6ης Οκτωβρίου 2015, Schrems, C‑362/14, EU:C:2015:650, σκέψη 95).

74      Μολονότι, ασφαλώς, το άρθρο 47 του Χάρτη δεν μπορεί να απονείμει αρμοδιότητα στο Δικαστήριο, οσάκις οι Συνθήκες το αποκλείουν, εντούτοις η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας συνεπάγεται ότι ο αποκλεισμός της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στον τομέα της ΚΕΠΠΑ πρέπει να ερμηνεύεται στενά.

75      Εφόσον σκοπός της διαδικασίας που επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί προδικαστικών ερωτημάτων είναι η διασφάλιση της τηρήσεως του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών, σύμφωνα με τον ρόλο που αναθέτει στο θεσμικό αυτό όργανο το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, θα ήταν αντίθετη προς τους σκοπούς της τελευταίας αυτής διατάξεως καθώς και της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας μια περιοριστική ερμηνεία της αρμοδιότητας που απονέμει στο Δικαστήριο το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 24, παράγραφος 1, ΣΕΕ (βλ. κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2007, Gestoras Pro Amnistía κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑354/04 P, EU:C:2007:115, σκέψη 53, της 27ης Φεβρουαρίου 2007, Segi κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑355/04 P, EU:C:2007:116, σκέψη 53, της 24ης Ιουνίου 2014, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C‑658/11, EU:C:2014:2025, σκέψη 70, της 12ης Νοεμβρίου 2015, Elitaliana κατά Eulex Kosovo, C‑439/13 P, EU:C:2015:753, σκέψη 42, καθώς και της 19ης Ιουλίου 2016, H κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑455/14 P, EU:C:2016:569, σκέψη 40).

76      Υπό τις συνθήκες αυτές, οσάκις το Δικαστήριο διαθέτει, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, ΣΕΕ καθώς και του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθ’ ύλην αρμοδιότητα να αποφανθεί επί του κύρους πράξεων της Ένωσης, ήτοι, μεταξύ άλλων, όταν πρόκειται για περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων, ερμηνεία της τελευταίας αυτής διατάξεως ως αποκλείουσας τη δυνατότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών να υποβάλλουν στο Δικαστήριο ερωτήματα ως προς το κύρος των αποφάσεων του Συμβουλίου που προβλέπουν τη θέσπιση τέτοιων μέτρων θα αντέβαινε προς την οικονομία του συστήματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που θεσπίζουν οι Συνθήκες.

77      Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι, ελλείψει αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να αποφαίνεται προδικαστικώς επί του κύρους των αποφάσεων στον τομέα της ΚΕΠΠΑ που προβλέπουν τη θέσπιση περιοριστικών μέτρων κατά φυσικών ή νομικών προσώπων, εναπόκειται αποκλειστικώς στα εθνικά δικαστήρια να διασφαλίζουν την αποτελεσματική δικαστική προστασία.

78      Συγκεκριμένα, η αναγκαία συνοχή του συστήματος δικαστικής προστασίας επιβάλλει, κατά πάγια νομολογία, να αναγνωρίζεται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η αρμοδιότητα διαπιστώσεως της ακυρότητας πράξεως η οποία προβλήθηκε ενώπιον εθνικού δικαστηρίου (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1987, Foto-Frost, 314/85, EU:C:1987:452, σκέψη 17, και της 6ης Οκτωβρίου 2015, Schrems, C‑362/14, EU:C:2015:650, σκέψη 62). Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται όσον αφορά αποφάσεις στον τομέα της ΚΕΠΠΑ σε σχέση με τις οποίες οι Συνθήκες απονέμουν στο Δικαστήριο αρμοδιότητα ελέγχου της νομιμότητας.

79      Εξάλλου, το Δικαστήριο είναι το πλέον κατάλληλο όργανο να αποφαίνεται επί του κύρους των πράξεων της Ένωσης, λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων που διαθέτει, στο πλαίσιο της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, αφενός, να ζητεί από τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης των οποίων οι πράξεις αμφισβητούνται να υποβάλουν παρατηρήσεις και, αφετέρου, να ζητεί από τα κράτη μέλη και τα θεσμικά ή άλλα όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης που δεν είναι διάδικοι όλες τις πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες για τη δίκη (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, Foto-Frost, 314/85, EU:C:1987:452, σκέψη 18).

80      Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από τον βασικό σκοπό του άρθρου 267 ΣΛΕΕ που συνίσταται στη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης από τα εθνικά δικαστήρια, σκοπό ο οποίος τίθεται εξίσου επιτακτικά τόσο προκειμένου για τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων που προβλέπουν τη θέσπιση περιοριστικών μέτρων κατά φυσικών ή νομικών προσώπων όσο και για τον έλεγχο άλλων πράξεων της Ένωσης. Πράγματι, προκειμένου περί τέτοιων αποφάσεων, τυχόν αποκλίσεις στις αποφάσεις των δικαστηρίων των κρατών μελών ως προς το κύρος πράξεως του δικαίου της Ένωσης θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ίδια την ενότητα της έννομης τάξεως της Ένωσης και να θίξουν τη θεμελιώδη απαίτηση της ασφάλειας δικαίου (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 1990, Busseni, C‑221/88, EU:C:1990:84, σκέψη 15, της 6ης Δεκεμβρίου 2005, Gaston Schul Douane-expediteur, C‑461/03, EU:C:2005:742, σκέψη 21, καθώς και της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Air Transport Association of America κ.λπ., C‑366/10, EU:C:2011:864, σκέψη 47).

81      Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 19, 24 και 40 ΣΕΕ, το άρθρο 275 ΣΛΕΕ, καθώς και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί προδικαστικώς, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, επί του κύρους πράξεως εκδοθείσας βάσει των σχετικών με την ΚΕΠΠΑ διατάξεων, όπως είναι η απόφαση 2014/512, υπό τον όρο ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά είτε τον έλεγχο της τηρήσεως του άρθρου 40 ΣΕΕ από την απόφαση αυτή είτε τον έλεγχο της νομιμότητας των περιοριστικών μέτρων κατά φυσικών ή νομικών προσώπων.

 Επί του δεύτερου ερωτήματος, υπό αʹ

82      Με το δεύτερο ερώτημά του, υπό αʹ, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, των άρθρων 4, 4α και 7, και του παραρτήματος III της αποφάσεως 2014/512, καθώς και των άρθρων 3, 3α, 4, παράγραφοι 3 και 4, 5, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, και 11, και των παραρτημάτων II και VI του κανονισμού 833/2014.

83      Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου καθώς και από τις γραπτές παρατηρήσεις της Rosneft προκύπτει ότι αυτή αμφισβητεί το κύρος των ως άνω διατάξεων, πρώτον, για τον λόγο ότι η απόφαση 2014/512 εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 40 ΣΕΕ. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν συνάδουν με τη Συμφωνία εταιρικής σχέσεως ΕΕ-Ρωσίας. Τρίτον, φρονεί ότι το Συμβούλιο, κατά τη θέσπιση των ίδιων αυτών διατάξεων, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως και προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας, το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο. Τέταρτον, η Rosneft επικαλείται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Πέμπτον και έκτον, η Rosneft υποστηρίζει ότι οι επίμαχες στο πλαίσιο της κύριας δίκης διατάξεις είναι ανίσχυρες λόγω, αντίστοιχα, καταχρήσεως εξουσίας από το Συμβούλιο και αντιφάσεως μεταξύ του γράμματος της αποφάσεως 2014/512 και εκείνου του κανονισμού 833/2014. Έβδομον, η Rosneft υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και προσέβαλε τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία αυτή επικαλείται, ιδίως την επιχειρηματική ελευθερία της και το δικαίωμα ιδιοκτησίας.

 Επί της τηρήσεως του άρθρου 40 ΣΕΕ από την απόφαση 2014/512 και τον κανονισμό 833/2014

84      Η Rosneft φρονεί ότι το Συμβούλιο παρέβη το άρθρο 40 ΣΕΕ καθόσον θέσπισε, με την απόφαση 2014/512, κατά τρόπο εξαιρετικά λεπτομερή τη θέση της Ένωσης σχετικά με τα επίμαχα στο πλαίσιο της κύριας δίκης περιοριστικά μέτρα, οικειοποιούμενη με τον τρόπο αυτό την εξουσία υποβολής προτάσεων την οποία έχουν από κοινού η Επιτροπή και ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (στο εξής: Ύπατος Εκπρόσωπος).

85      Όσον αφορά τις πράξεις που θεσπίζονται βάσει διατάξεως που αφορά την ΚΕΠΠΑ, εναπόκειται στο Δικαστήριο να μεριμνά, ιδίως βάσει του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, ΣΛΕΕ και του άρθρου 40 ΣΕΕ, ώστε η εφαρμογή της εν λόγω πολιτικής να μην επηρεάζει την εφαρμογή των διαδικασιών και το αντίστοιχο εύρος των αρμοδιοτήτων των θεσμικών οργάνων που προβλέπονται στις Συνθήκες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης δυνάμει της Συνθήκης ΛΕΕ (απόφαση της 14ης Ιουνίου 2016, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C‑263/14, EU:C:2016:435, σκέψη 42).

86      Προκειμένου να εξακριβωθεί αν η έκδοση της αποφάσεως 2014/512 από το Συμβούλιο δυνάμει της σχετικής με την ΚΕΠΠΑ διατάξεως του άρθρου 29 ΣΕΕ θίγει τις διαδικασίες και τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τη Συνθήκη ΛΕΕ, το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των αρμοδιοτήτων και των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 215 ΣΛΕΕ.

87      Συναφώς, διαπιστώνεται ότι το περιεχόμενο της αποφάσεως 2014/512 έχει ασφαλώς λεπτομερειακό χαρακτήρα. Εντούτοις, η απόφαση αυτή έχει ως σκοπό, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη της 7, τη θέσπιση στοχευμένων περιοριστικών μέτρων σε τομείς που χαρακτηρίζονται από τον τεχνικό χαρακτήρα τους, στους οποίους περιλαμβάνονται η πρόσβαση στις κεφαλαιακές αγορές, η άμυνα, τα αγαθά διπλής χρήσεως καθώς και οι ευαίσθητες τεχνολογίες, ιδίως στον τομέα της ενέργειας.

88      Από τα άρθρα 24 και 29 ΣΕΕ προκύπτει ότι, κατά κανόνα, το Συμβούλιο είναι εκείνο το οποίο καθορίζει, αποφασίζοντας με ομοφωνία, το αντικείμενο των περιοριστικών μέτρων που η Ένωση θεσπίζει στον τομέα της ΚΕΠΠΑ. Λαμβανομένου υπόψη του ευρέος περιεχομένου των στόχων και σκοπών της ΚΕΠΠΑ, όπως αυτοί διατυπώνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 5, ΣΕΕ και στο άρθρο 21 ΣΕΕ καθώς και στις ειδικές διατάξεις σχετικά με την ΚΕΠΠΑ, ιδίως στα άρθρα 23 και 24 ΣΕΕ, το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τον ορισμό του αντικειμένου αυτού.

89      Αντιθέτως, το άρθρο 215 ΣΛΕΕ, το οποίο θεσπίζει μια δίοδο επικοινωνίας μεταξύ των σκοπών της Συνθήκης ΕΕ στον τομέα της ΚΕΠΠΑ και των δράσεων της Ένωσης που συνίστανται στην επιβολή οικονομικών μέτρων τα οποία εμπίπτουν στη Συνθήκη ΛΕΕ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C‑130/10, EU:C:2012:472, σκέψη 59), επιτρέπει την έκδοση από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία μετά από κοινή πρόταση του Ύπατου Εκπροσώπου και της Επιτροπής, κανονισμών για τη θέση σε εφαρμογή περιοριστικών μέτρων οσάκις αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΛΕΕ, καθώς και, ιδίως, για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής τους σε όλα τα κράτη μέλη. Όσον αφορά τον κανονισμό 833/2014, μολονότι ουσιαστικά επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της αποφάσεως 2014/512, περιλαμβάνει επίσης ορισμούς και διευκρινίσεις σχετικά με την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων που προβλέπει η εν λόγω απόφαση.

90      Υπό το πρίσμα των διαφορετικών λειτουργιών που επιτελούν οι δύο αυτές κατηγορίες πράξεων, η μία καθόσον καθορίζει τη θέση της Ένωσης όσον αφορά τα περιοριστικά μέτρα που πρέπει να θεσπισθούν και η άλλη καθόσον συνιστά το μέσο για να τεθούν σε εφαρμογή τα εν λόγω μέτρα στο επίπεδο της Ένωσης, το γεγονός ότι απόφαση εκδοθείσα από το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 29 ΣΕΕ διευκρινίζει το αντικείμενο των περιοριστικών μέτρων δεν μπορεί, καταρχήν, να θεωρηθεί ότι θίγει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 215 ΣΛΕΕ για την εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως. Ειδικότερα, οσάκις πρόκειται για τομέα που εμφανίζει τεχνικό, σε κάποιο βαθμό, χαρακτήρα, είναι ενδεχομένως σκόπιμο το Συμβούλιο να χρησιμοποιεί ακριβείς όρους κατά τη θέσπιση περιοριστικών μέτρων. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Συμβούλιο ότι, με την έκδοση της αποφάσεως 2014/512, προκαθόρισε ένα μέρος του περιεχομένου του κανονισμού 833/2014.

91      Όσον αφορά, εξάλλου, το επιχείρημα της Rosneft ότι η απόφαση 2014/512 δεν τηρεί το άρθρο 40 ΣΕΕ, στο μέτρο που συνιστά «νομοθετική πράξη» κατά την έννοια των άρθρων 24 και 31 ΣΕΕ τα οποία απαγορεύουν τη θέσπιση τέτοιων πράξεων στον τομέα της ΚΕΠΠΑ, πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, το άρθρο 289, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι οι νομικές πράξεις που εκδίδονται με νομοθετική διαδικασία αποτελούν νομοθετικές πράξεις. Ο αποκλεισμός της δυνατότητας θεσπίσεως νομοθετικών πράξεων στον τομέα της ΚΕΠΠΑ οφείλεται στη βούληση να υπαχθεί η πολιτική αυτή σε ειδικούς κανόνες και διαδικασίες, όπως προκύπτει από το άρθρο 24 ΣΕΕ. Στο μέτρο που οι κανόνες και οι διαδικασίες αυτές, οι οποίες καθορίζονται, μεταξύ άλλων, από τις σχετικές με την ΚΕΠΠΑ διατάξεις του τίτλου V, κεφάλαιο 2, της Συνθήκης ΕΕ, προβλέπουν συγκεκριμένη κατανομή ρόλων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στον τομέα αυτό, συνάγεται ότι η θέσπιση των νομοθετικών πράξεων, κατά την έννοια του άρθρου 289, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, κατά λογική αναγκαιότητα αποκλείεται στο πλαίσιο αυτό.

92      Δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση 2014/512 εκδόθηκε όχι κατ’ εφαρμογήν της Συνθήκης ΛΕΕ, αλλά σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 24 ΣΕΕ. Επομένως η απόφαση αυτή δεν είναι δυνατό να συνιστά τέτοια νομοθετική πράξη. Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο, με την έκδοση της αποφάσεως αυτής, δεν μπορούσε να παραβεί το άρθρο 40 ΣΕΕ.

93      Κατόπιν των ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι ο καθορισμός, με την απόφαση 2014/512, του αντικειμένου των περιοριστικών μέτρων θίγει τη διαδικασία του άρθρου 215 ΣΛΕΕ και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που το άρθρο αυτό αναθέτει στον Ύπατο Εκπρόσωπο και στην Επιτροπή. Υπό τις συνθήκες αυτές, από την εξέταση της αποφάσεως 2014/512 υπό το πρίσμα του άρθρου 40 ΣΕΕ δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος της αποφάσεως αυτής.

 Επί του κύρους των περιοριστικών μέτρων κατά φυσικών ή νομικών προσώπων που προβλέπονται από την απόφαση 2014/512 και τον κανονισμό 833/2014

–       Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

94      Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει τη νομιμότητα των διατάξεων της αποφάσεως 2014/512 και του κανονισμού 833/2014, στο μέτρο που οι προβληθέντες από τη Rosneft λόγοι ακυρότητας βάλλουν κατ’ ουσίαν κατά της αποφάσεως αρχής της Ένωσης να διακόψει εν μέρει τις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές σχέσεις της με τη Ρωσία. Ομοίως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Εσθονική, η Γαλλική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή αμφισβητούν το επιχείρημα ότι η απόφαση 2014/512 περιέχει περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων, δεδομένου ότι, κατά την άποψή τους, τα μέτρα τα οποία προβλέπει εφαρμόζονται σε αντικειμενικά προσδιοριζόμενες καταστάσεις και σε γενικά περιγραφόμενη κατηγορία προσώπων.

95      Πρέπει να εξεταστεί αν οι διατάξεις της αποφάσεως 2014/512 προβλέπουν περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων, κατά την έννοια του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

96      Όσον αφορά, πρώτον, τα άρθρα 4 και 4α της αποφάσεως 2014/512, διαπιστώνεται ότι τα άρθρα αυτά προβλέπουν, αφενός, ένα σύστημα προηγούμενης αδειοδοτήσεως για την πώληση, την προμήθεια, τη μεταβίβαση ή την εξαγωγή εξοπλισμού που προορίζεται για συγκεκριμένες κατηγορίες έργων έρευνας και παραγωγής πετρελαίου στη Ρωσία και, αφετέρου, μια απαγόρευση παροχής συναφών υπηρεσιών απαραίτητων για τέτοια έργα.

97      Συνεπώς, τα εν λόγω άρθρα προβλέπουν μέτρα των οποίων το πεδίο εφαρμογής καθορίζεται με αναφορά σε αντικειμενικά κριτήρια, ιδίως σε κατηγορίες έργων έρευνας και παραγωγής πετρελαίου. Αντιθέτως, τα μέτρα αυτά δεν έχουν ως στόχο συγκεκριμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, αλλά εφαρμόζονται, κατά τρόπο γενικό, σε όλους τους επιχειρηματίες που εμπλέκονται στην πώληση, την προμήθεια, τη μεταβίβαση ή την εξαγωγή εξοπλισμού τον οποία αφορά η υποχρέωση προηγούμενης αδειοδοτήσεως και σε όλους τους παρόχους συναφών υπηρεσιών.

98      Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 85 των προτάσεών του, τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 4 και 4α της αποφάσεως 2014/512 συνιστούν όχι περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων κατά την έννοια του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, αλλά μέτρα γενικής ισχύος.

99      Επομένως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει το κύρος των διατάξεων αυτών.

100    Δεύτερον, όσον αφορά τα περιοριστικά μέτρα που θεσπίστηκαν δυνάμει των λοιπών διατάξεων της επίμαχης αποφάσεως 2014/512, ήτοι δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, του άρθρου 7 και του παραρτήματος III της αποφάσεως αυτής, διαπιστώνεται ότι το αντικείμενο των μέτρων αυτών προσδιορίζεται με αναφορά σε συγκεκριμένες οντότητες. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν, μεταξύ άλλων, την εκτέλεση διαφόρων οικονομικών συναλλαγών που αφορούν τις οντότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα III της αποφάσεως αυτής, μεταξύ των οποίων η Rosneft.

101    Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το γεγονός ότι μόνον τρεις επιχειρήσεις του ενεργειακού τομέα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω μέτρων δεν σημαίνει, εντούτοις, ότι τα μέτρα αυτά στοχεύουν συγκεκριμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, το γεγονός ότι ο αριθμός των καταχωρισμένων στον κατάλογο οντοτήτων είναι μικρός, λόγω της υπάρξεως περιορισμένου αριθμού επιχειρήσεων στον οικείο τομέα της ρωσικής αγοράς ενέργειας του οποίου η διάρθρωση είναι ολιγοπωλιακή, ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι οι περιορισμοί στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια. Οι οντότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα III της αποφάσεως 2014/512 είναι αυτές οι οποίες πληρούν τα εν λόγω αντικειμενικά κριτήρια, στο μέτρο που ο κατάλογος αυτός έχει απλώς διαπιστωτικό χαρακτήρα.

102    Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία τα περιοριστικά μέτρα προσιδιάζουν ταυτοχρόνως σε πράξεις γενικού περιεχομένου, στο μέτρο που απαγορεύουν σε μια κατηγορία αποδεκτών καθορισθέντων κατά τρόπο γενικό και αόριστο να θέτουν οικονομικούς πόρους στη διάθεση των οντοτήτων που περιλαμβάνονται στους καταλόγους των παραρτημάτων τους, και σε ατομικές αποφάσεις οι οποίες αφορούν τις εν λόγω οντότητες (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑402/05 P και C‑415/05 P, EU:C:2008:461, σκέψεις 241 έως 244, καθώς και της 23ης Απριλίου 2013, Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑478/11 P έως C‑482/11 P, EU:C:2013:258, σκέψη 56).

103    Περαιτέρω, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά τις πράξεις που εκδίδονται βάσει των διατάξεων περί ΚΕΠΠΑ, το καθοριστικό στοιχείο για την πρόσβαση στον δικαστή της Ένωσης είναι, κατά το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η ατομική φύση των πράξεων αυτών (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 23ης Απριλίου 2013, Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑478/11 P έως C‑482/11 P, EU:C:2013:258, σκέψη 57).

104    Στην υπόθεση της κύριας δίκης, το Συμβούλιο, καθορίζοντας τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, της αποφάσεως 2014/512, τα οποία καθιστούν δυνατή την ταυτοποίηση της Rosneft, και περιλαμβάνοντας την εταιρία αυτή στο παράρτημα III της εν λόγω αποφάσεως, θέσπισε περιοριστικά μέτρα κατά του συγκεκριμένου νομικού προσώπου. Παρά το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά ενδέχεται επίσης να στοχεύουν, κατά τρόπο εξατομικευμένο, άλλες οντότητες συγκεκριμένης βιομηχανίας τρίτου κράτους, εντούτοις γεγονός παραμένει ότι από τη φύση των εν λόγω μέτρων, η οποία υπομνήσθηκε στις σκέψεις 102 και 103 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι, στην περίπτωση που η νομιμότητα των μέτρων αυτών αμφισβητείται, πρέπει να μπορούν να υποβληθούν, σύμφωνα με το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σε δικαστικό έλεγχο.

105    Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που προέβαλε, μεταξύ άλλων, το Συμβούλιο ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της νομιμότητας των διατάξεων του κανονισμού 833/2014, καθόσον η Rosneft, με τους λόγους ακυρότητας τους οποίους προβάλλει, αμφισβητεί κατ’ ουσίαν αποφάσεις αρχής που εμπίπτουν απολύτως στον τομέα της ΚΕΠΠΑ και ελήφθησαν από το Συμβούλιο με την απόφαση 2014/512.

106    Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 103 των προτάσεών του, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ουδόλως περιορίζεται οσάκις πρόκειται για κανονισμό εκδοθέντα βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ με τον οποίο εφαρμόζονται οι θέσεις της Ένωσης που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ. Πράγματι, τέτοιοι κανονισμοί συνιστούν πράξεις της Ένωσης, εκδοθείσες βάσει της Συνθήκης ΛΕΕ, των οποίων τα δικαστήρια της Ένωσης οφείλουν, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που τους έχουν ανατεθεί από τις Συνθήκες, να διασφαλίζουν τον, κατ’ αρχήν πλήρη, έλεγχο νομιμότητας (βλ. απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑402/05 P και C‑415/05 P, EU:C:2008:461, σκέψη 326).

107    Κατόπιν των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του κύρους του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, του άρθρου 7 και του παραρτήματος III της αποφάσεως 2014/512. Αντιθέτως, δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει το κύρος των άρθρων 4 και 4α της αποφάσεως αυτής. Όσον αφορά τον κανονισμό 833/2014, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγξει το κύρος όλων των διατάξεων στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Εντός των ορίων αυτών της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου πρέπει να εξεταστεί το κύρος των διατάξεων στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο.

–       Επί της συμβατότητας των επίδικων πράξεων με τη Συμφωνία εταιρικής σχέσεως ΕΕ-Ρωσίας

108    Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου καθώς και από τις παρατηρήσεις που υπέβαλε η Rosneft προκύπτει ότι αυτή φρονεί ότι ορισμένες διατάξεις των επίδικων πράξεων σχετικά με τον πετρελαϊκό τομέα καθώς και περί τίτλων και δανεισμού, ήτοι το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, καθώς και το παράρτημα III της αποφάσεως 2014/512, όπως και το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 3 και 5, το άρθρο 3α, παράγραφος 1, το άρθρο 5, παράγραφοι 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και 3, καθώς και τα παραρτήματα II και VI του κανονισμού 833/2014, αντιβαίνουν προς τη Συμφωνία εταιρικής σχέσεως ΕΕ-Ρωσίας.

109    Συναφώς, αντίθετα προς το επιχείρημα που προέβαλαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, δεν μπορεί να αποκλειστεί εξαρχής το ενδεχόμενο να είναι δυνατή η επίκληση από τον διοικούμενο διατάξεων της εν λόγω συμφωνίας ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η θέσπιση συμπληρωματικών μέτρων εφαρμογής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 12ης Απριλίου 2005, Simutenkov, C‑265/03, EU:C:2005:213, σκέψη 23), όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 116 των προτάσεών του.

110    Εντούτοις, χωρίς να είναι αναγκαίο, εν προκειμένω, να αποφανθεί το Δικαστήριο ως προς το ζήτημα αυτό, αρκεί η διαπίστωση ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι τα επίδικα στην κύρια δίκη περιοριστικά μέτρα δεν συνάδουν προς ορισμένες διατάξεις της εν λόγω Συμφωνίας, πάντως το άρθρο 99 της Συμφωνίας επιτρέπει τη θέσπισή τους.

111    Πράγματι, κατά το άρθρο 99, σημείο 1, στοιχείο δʹ, της Συμφωνίας εταιρικής σχέσεως ΕΕ-Ρωσίας, ουδεμία διάταξη της Συμφωνίας εμποδίζει ένα μέρος να λάβει μέτρα τα οποία θεωρεί αναγκαία για την προστασία των ζωτικών του συμφερόντων ασφαλείας, ιδίως σε καιρό πολέμου ή σοβαρών διεθνών αναταραχών που συνιστούν απειλή πολέμου ή για την εκπλήρωση υποχρεώσεων τις οποίες έχει αναλάβει για τη διατήρηση της ειρήνης και διεθνούς ασφάλειας.

112    Εξάλλου, το γράμμα της διατάξεως αυτής δεν απαιτεί ο «πόλεμος» ή οι «σοβαρές διεθνείς αναταραχές που συνιστούν απειλή πολέμου» να αναφέρονται σε ένοπλη σύρραξη η οποία αφορά άμεσα το έδαφος της Ένωσης. Επομένως, γεγονότα που συμβαίνουν σε γειτονική της Ένωσης χώρα, όπως αυτά που συνέβησαν στην Ουκρανία και οδήγησαν στα επίμαχα στην κύρια δίκη περιοριστικά μέτρα, μπορούν να δικαιολογήσουν μέτρα για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων ασφαλείας της Ένωσης καθώς και για τη διατήρηση της ειρήνης και διεθνούς ασφάλειας, σύμφωνα με τον στόχο που το άρθρο 21, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, ΣΕΕ έχουν ορίσει για την εξωτερική δράση της, τηρουμένων των αρχών και των σκοπών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

113    Όσον αφορά το ζήτημα αν η θέσπιση των επίμαχων στην κύρια δίκη περιοριστικών μέτρων ήταν αναγκαία για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων ασφαλείας της Ένωσης καθώς και για τη διατήρηση της ειρήνης και διεθνούς ασφάλειας, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε τομείς οι οποίοι προϋποθέτουν επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως εκ μέρους του, εντός των οποίων καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις (απόφαση της 1ης Μαρτίου 2016, National Iranian Oil Company κατά Συμβουλίου, C‑440/14 P, EU:C:2016:128, σκέψη 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

114    Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 150 των προτάσεών του, κατά τη θέσπιση των επίμαχων εν προκειμένω περιοριστικών μέτρων, το Συμβούλιο, στο προοίμιο των επίδικων πράξεων, υπενθύμισε ότι οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων της Ένωσης καταδίκασαν την απρόκλητη παραβίαση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας από τη Ρωσία, ότι το ίδιο κάλεσε τη Ρωσική Ομοσπονδία να χρησιμοποιήσει ενεργά την επιρροή της στις παράνομα οπλισμένες ομάδες με σκοπό την πλήρη, άμεση και ασφαλή πρόσβαση στον τόπο της συντριβής στο Ντονέτσκ (Ουκρανία) του αεροσκάφους της Malaysia Airlines που εκτελούσε την πτήση MH17 και ότι η Ένωση είχε ήδη λάβει μέτρα ως απάντηση στην παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας και της Σεβαστούπολης (Ουκρανία). Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών, κατέληξε στο συμπέρασμα, με την αιτιολογική σκέψη 8 της αποφάσεως 2014/512, ότι η κατάσταση παρέμενε σοβαρή και ότι ήταν σκόπιμο να λάβει περιοριστικά μέτρα αντιδρώντας στην αποσταθεροποιητική δράση της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ουκρανία.

115    Επιπλέον, όπως υπογραμμίζει η αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 833/2014, από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι σκοπός των επίμαχων μέτρων που προβλέπονταν από τις επίδικες πράξεις ήταν να προωθηθεί η ειρηνική επίλυση της ουκρανικής κρίσεως. Ο σκοπός αυτός συνάδει προς εκείνον που συνίσταται στη διατήρηση της ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας, σύμφωνα με τους στόχους της εξωτερικής δράσης της Ένωσης που απαριθμούνται στο άρθρο 21 ΣΕΕ.

116    Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβανομένης υπόψη της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει στον τομέα αυτό, το Συμβούλιο έκρινε ότι η θέσπιση των επίμαχων στην κύρια δίκη περιοριστικών μέτρων ήταν αναγκαία για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων ασφαλείας της Ένωσης καθώς και για τη διατήρηση της ειρήνης και διεθνούς ασφάλειας, κατά την έννοια του άρθρου 99 της Συμφωνίας εταιρικής σχέσεως ΕΕ-Ρωσίας.

117    Επομένως, από την εξέταση των επίδικων πράξεων υπό το πρίσμα της Συμφωνίας δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος τους.

–       Επί της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο

118    Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι, κατά τη Rosneft, το Συμβούλιο παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ περί αιτιολογήσεως των επίδικων πράξεων.

119    Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, ενώ τα περιοριστικά μέτρα που αφορούν τον πετρελαϊκό τομέα, τα οποία θεσπίζονται από τα άρθρα 3 και 3α, το άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 4, και το παράρτημα II του κανονισμού 833/2014, συνιστούν πράξεις γενικής ισχύος, από τη σκέψη 100 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ειδικότερα ότι οι διατάξεις περί τίτλων και δανεισμού στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, ήτοι το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, και το παράρτημα III της αποφάσεως 2014/512 καθώς και το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, και το παράρτημα VI του κανονισμού 833/2014, αφορούν μεμονωμένες οντότητες.

120    Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και ότι, προκειμένου για πράξεις γενικής ισχύος, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται, αφενός, στην περιγραφή της όλης καταστάσεως που οδήγησε στην έκδοση της πράξεως και, αφετέρου, στην παράθεση των γενικών στόχων που η πράξη αυτή επιδιώκει (απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998, Ισπανία κατά Συμβουλίου, C‑284/94, EU:C:1998:548, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

121    Όσον αφορά μέτρα ατομικού χαρακτήρα, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας επιβάλλει να κοινοποιεί η αρμόδια αρχή της Ένωσης στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο τα στοιχεία που διαθέτει η αρχή αυτή κατά του εν λόγω προσώπου για να στηρίξει την απόφασή της (απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi, C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 111).

122    Τούτου δοθέντος, από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου το οποίο εξέδωσε την πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στον μεν θιγόμενο να γνωρίζει τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη των μέτρων, στο δε αρμόδιο δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του, η αιτιολογία όμως αυτή πρέπει και να προσαρμόζεται στη φύση της επίμαχης πράξεως και στο πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε. Συναφώς, δεν απαιτείται να προσδιορίζει η αιτιολογία όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που ασκούν επιρροή, καθόσον το ζήτημα της επάρκειας της αιτιολογίας πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της πράξεως αυτής, αλλά και το πλαίσιό της και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα και ιδίως το συμφέρον που έχουν ενδεχομένως προς παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες της πράξεως. Επομένως, μια βλαπτική πράξη είναι επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον έχει εκδοθεί εντός πλαισίου που είναι γνωστό στον ενδιαφερόμενο και το οποίο του παρέχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενο του ληφθέντος έναντι αυτού μέτρου (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012, Συμβούλιο κατά Bamba, C‑417/11 P, EU:C:2012:718, σκέψεις 50, 53 και 54 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

123    Διαπιστώνεται ότι οι αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 8 της αποφάσεως 2014/512 υπενθυμίζουν τα κρίσιμα στοιχεία της πολιτικής συγκυρίας στο πλαίσιο της οποίας θεσπίστηκαν τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα. Επιπροσθέτως, από την αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 883/2014 προκύπτει ότι ο δεδηλωμένος σκοπός των επίδικων πράξεων είναι να αυξηθεί το κόστος των ενεργειών της Ρωσικής Ομοσπονδίας που υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, καθώς και να προωθηθεί η ειρηνική επίλυση της κρίσης. Συνεπώς, οι επίδικες πράξεις παρουσιάζουν τη γενική κατάσταση που οδήγησε στην έκδοσή τους και τους γενικούς στόχους που αυτές επιδιώκουν.

124    Επίσης, πρέπει να γίνει δεκτό, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 158 και 159 των προτάσεών του, ότι η Rosneft, μία από τις μεγαλύτερες εταιρίες του ρωσικού πετρελαϊκού τομέα της οποίας η πλειοψηφία των μετοχών ανήκε, κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της αποφάσεως 2014/512, στο Ρωσικό Δημόσιο, δεν ήταν δυνατό να αγνοεί τους λόγους για τους οποίους το Συμβούλιο έλαβε στοχευμένα μέτρα σε βάρος της. Σε εναρμόνιση με τον σκοπό της αυξήσεως του κόστους των ενεργειών της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ουκρανία, το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της αποφάσεως 2014/512 θεσπίζει περιορισμούς σε βάρος ορισμένων οντοτήτων του πετρελαϊκού τομέα που ελέγχονται από το Ρωσικό Δημόσιο λόγω, μεταξύ άλλων, του συνολικού ενεργητικού τους που εκτιμάται σε ποσό άνω του 1 τρισεκατομμυρίου ρωσικών ρουβλίων. Δεδομένου, εξάλλου, ότι το πολιτικό πλαίσιο κατά την ημερομηνία θεσπίσεως των εν λόγω μέτρων και η σημασία του πετρελαϊκού τομέα για τη ρωσική οικονομία ήταν γνωστά, η επιλογή του Συμβουλίου να λάβει περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων επιχειρήσεων του εν λόγω τομέα είναι ευκόλως κατανοητή υπό το φως του δεδηλωμένου σκοπού των εν λόγω πράξεων.

125    Επομένως, εν προκειμένω, το Συμβούλιο αιτιολόγησε επαρκώς τις επίδικες πράξεις.

126    Επιπροσθέτως, η Rosneft προέβαλε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υποτιθέμενη προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο καθώς και των δικαιωμάτων άμυνας και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Συναφώς, από τις γραπτές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Rosneft υπέβαλε στο Συμβούλιο αιτήσεις προσβάσεως σε έγγραφα, ζητώντας, ειδικότερα, πρόσβαση στον φάκελο προκειμένου να είναι σε θέση να αμυνθεί στο πλαίσιο της προσφυγής της ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά των επίμαχων στην κύρια δίκη περιοριστικών μέτρων. Κατά τη Rosneft, το Συμβούλιο όφειλε να της επιτρέψει την πρόσβαση σε όλα τα μη εμπιστευτικά επίσημα έγραφα σχετικά με τα εν λόγω μέτρα, ιδίως βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43), και της νομολογίας που διαμορφώθηκε με τις σκέψεις 59 και 60 της αποφάσεως της 28ης Νοεμβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Fulmen και Mahmoudian (C‑280/12 P, EU:C:2013:775), και η οποία αφορά τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο, τηρουμένων των νομίμων συμφερόντων της εμπιστευτικότητας, και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Το Συμβούλιο απάντησε στις εν λόγω αιτήσεις χορηγώντας μερική πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.

127    Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η Rosneft επικαλείται συναφώς τόσο προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας όσο και περαιτέρω παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, διαπιστώνεται ότι τα περισσότερα από τα επιχειρήματα που προβάλλει σκοπούν στην αμφισβήτηση του κύρους των αποφάσεων με τις οποίες το Συμβούλιο αρνήθηκε, επί τη βάσει του κανονισμού 1049/2001, να της παράσχει πλήρη πρόσβαση στο σύνολο των ζητηθέντων εγγράφων.

128    Όσον αφορά τις αποφάσεις αυτές του Συμβουλίου, που εκδόθηκαν βάσει του κανονισμού 1049/2001, η Rosneft ήταν αποδέκτης αυτών κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Καθόσον είναι πρόδηλο ότι η προσφυγή της Rosneft με αίτημα την ακύρωση των αποφάσεων αυτών θα ήταν παραδεκτή δυνάμει του εν λόγω άρθρου, αυτή δεν δύναται να επικαλεστεί το ανίσχυρο των τελευταίων στο πλαίσιο διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1994, TWD Textilwerke Deggendorf, C‑188/92, EU:C:1994:90, σκέψεις 23 έως 25, της 15ης Φεβρουαρίου 2001, Nachi Europe, C‑239/99, EU:C:2001:101, σκέψεις 36 και 37, καθώς και της 29ης Ιουνίου 2010, E και F, C‑550/09, EU:C:2010:382, σκέψη 46).

129    Τέλος, καίτοι η Rosneft παρατηρεί επίσης ότι το Συμβούλιο δεν έπρεπε να στηριχθεί στον κανονισμό 1049/2001 κατά την εξέταση των αιτήσεών της περί προσβάσεως στον φάκελο, εντούτοις ουδόλως διευκρινίζει τον τρόπο με τον οποίο το σφάλμα αυτό είναι ικανό να επηρεάσει το κύρος των διατάξεων των επίδικων πράξεων.

130    Με βάση το σύνολο των προεκτεθέντων, από την εξέταση των επίδικων πράξεων υπό το πρίσμα της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, των δικαιωμάτων άμυνας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο, και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος των πράξεων αυτών.

–       Επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως

131    Η Rosneft υποστήριξε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου καθώς και με τις γραπτές παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το Συμβούλιο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως καθόσον στοχοποίησε, με τα άρθρα 3 και 3α, το άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 4, και το παράρτημα II του κανονισμού 833/2014, επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενες σε ορισμένους κλάδους του πετρελαϊκού τομέα και όχι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε άλλους τομείς, χωρίς ο δεδηλωμένος σκοπός των εν λόγω μέτρων να εξηγεί, πολλώ δε μάλλον να δικαιολογεί, τη διαφορετική αυτή μεταχείριση.

132    Όπως προκύπτει από τη σκέψη 88 της παρούσας αποφάσεως, το Συμβούλιο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τον ορισμό του αντικειμένου των περιοριστικών μέτρων και τούτο, ιδίως, οσάκις τέτοια μέτρα προβλέπουν, σύμφωνα με το άρθρο 215, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, τη διακοπή ή τη μείωση, εν όλω ή εν μέρει, των οικονομικών και χρηματοοικονομικών σχέσεων με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως εκθέτει και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, όσον αφορά τα επίμαχα στην κύρια δίκη περιοριστικά μέτρα που στοχοποιούν τον πετρελαϊκό τομέα, το Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, να επιβάλλει περιορισμούς οι οποίοι αφορούν επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένους τομείς της ρωσικής οικονομίας στο πλαίσιο των οποίων τα προϊόντα, οι τεχνολογίες ή οι υπηρεσίες που προέρχονται από την Ένωση κατέχουν ιδιαιτέρως σημαντική θέση. Πράγματι, η επιλογή της στοχοποιήσεως επιχειρήσεων ή τομέων που εξαρτώνται από τεχνολογίες αιχμής ή εξειδικεύσεως οι οποίες είναι διαθέσιμες κατά βάση στην Ένωση ανταποκρίνεται στον σκοπό που συνίσταται στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των επίμαχων στην κύρια δίκη περιοριστικών μέτρων και στην αποφυγή του ενδεχομένου τα αποτελέσματα των μέτρων αυτών να εξουδετερωθούν με την εισαγωγή, στη Ρωσία, υποκατάστατων προϊόντων, τεχνολογιών ή υπηρεσιών προερχόμενων από τρίτες χώρες.

133    Λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων αυτών, από την εξέταση των επίδικων πράξεων υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος των εν λόγω πράξεων.

–       Επί της καταχρήσεως εξουσίας

134    Η Rosneft υποστήριξε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ότι το Συμβούλιο, θεσπίζοντας τα επίμαχα στην κύρια δίκη περιοριστικά μέτρα, ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας καθόσον υποστήριξε ότι τα μέτρα αυτά θεσπίστηκαν, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 833/2014, για «να αυξηθεί το κόστος των ενεργειών της Ρωσίας που υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, καθώς και για να προωθηθεί η ειρηνική επίλυση της κρίσης», ενώ τα μέτρα αυτά σκοπούσαν, στην πραγματικότητα, να προκαλέσουν μακροπρόθεσμα ζημία στον ενεργειακό τομέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και να μειώσουν με τον τρόπο αυτό την απειλή που δυνητικά συνιστούσε για τις χώρες που εξαρτώνται από αυτή για τον ενεργειακό εφοδιασμό τους.

135    Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μια πράξη έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας μόνον όταν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό διαφορετικό από τον επιδιωκόμενο με την παροχή της συγκεκριμένης εξουσίας ή με σκοπό την καταστρατήγηση μιας διαδικασίας που προβλέπουν ειδικά οι Συνθήκες για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων (απόφαση της 16ης Απριλίου 2013, Ισπανία και Ιταλία κατά Συμβουλίου, C‑274/11 και C‑295/11, EU:C:2013:240, σκέψη 33 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

136    Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, με εξαίρεση την παραπομπή από τη Rosneft, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, σε ένα έγγραφο εργασίας της Επιτροπής, του οποίου η σημασία αμφισβητείται για τους λόγους που ο γενικός εισαγγελέας εξέθεσε στα σημεία 180 έως 182 των προτάσεών του, η εταιρία αυτή ουδόλως τεκμηρίωσε την άποψή της κατά την οποία τα επίμαχα στην κύρια δίκη περιοριστικά μέτρα είχαν θεσπιστεί με σκοπό διαφορετικό από αυτόν ο οποίος προκύπτει από τις επίδικες πράξεις, πόσω μάλλον παρέσχε συναφώς αντικειμενικές, λυσιτελείς και συγκλίνουσες ενδείξεις.

137    Με βάση τα ανωτέρω, από την εξέταση του ζητήματος της προβαλλόμενης καταχρήσεως εξουσίας εκ μέρους του Συμβουλίου δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος των επίδικων πράξεων.

–       Επί της υπάρξεως αντιφάσεως μεταξύ των όρων της αποφάσεως 2014/512 και εκείνων του κανονισμού 833/2014

138    Στο πλαίσιο της κύριας δίκης, η Rosneft υποστήριξε ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ του γράμματος του άρθρου 4, παράγραφος 4, της αποφάσεως 2014/512 και του γράμματος του άρθρου 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 833/2014. Ενώ η πρώτη διάταξη δεν αναγνωρίζει κανένα περιθώριο ελιγμών στα κράτη μέλη σε σχέση με την απαγόρευση να αρνούνται τη χορήγηση αδειών για την πώληση, την προμήθεια, τη μεταβίβαση ή την εξαγωγή των ειδών που περιλαμβάνει το παράρτημα II του κανονισμού 833/2014 δυνάμει συμβάσεων που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Αυγούστου 2014, η δεύτερη διάταξη τους παρέχει την ευχέρεια να επιτρέπουν, οπότε αντίστροφα και να αρνούνται, την εκτέλεση υποχρεώσεως που απορρέει από τέτοιες συμβάσεις.

139    Όπως επισημαίνει η Rosneft με τις γραπτές παρατηρήσεις της, το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 4, της αποφάσεως 2014/512 είναι διαφορετικά διατυπωμένο σε σχέση με εκείνο του άρθρου 3, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 833/2014. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4, της αποφάσεως 2014/512, η απαγόρευση που επιβάλλεται στις αρμόδιες αρχές για τη χορήγηση αδειών για την πώληση, την προμήθεια, τη μεταβίβαση ή την εξαγωγή εξοπλισμού που προορίζεται για συγκεκριμένες κατηγορίες έργων έρευνας και παραγωγής πετρελαίου «δεν θίγει την εκτέλεση συμβάσεων που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Αυγούστου 2014 ή συμπληρωματικών συμβάσεων που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων».

140    Ασφαλώς, οι όροι που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 833/2014 δεν είναι εξίσου κατηγορηματικοί με εκείνους που χρησιμοποιούνται στην απόφαση 2014/512. Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να συνεπάγεται το ανίσχυρο του άρθρου 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 833/2014.

141    Δεδομένου ότι ο κανονισμός 833/2014 σκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 215 ΣΛΕΕ, στη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων για την εφαρμογή της αποφάσεως 2014/512, οι όροι του εν λόγω κανονισμού πρέπει να ερμηνεύονται, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα των διατάξεων της ως άνω αποφάσεως. Εν προκειμένω, η διαφορά μεταξύ του γράμματος των δύο αυτών πράξεων του δικαίου της Ένωσης δεν φαίνεται να είναι τέτοια ώστε οι πράξεις αυτές να μην μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο ομοιόμορφο. Επομένως, η έκφραση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές «δύνανται» να χορηγούν άδεια, πρέπει να νοείται υπό την έννοια ότι οι αρχές αυτές, κατά τη χορήγηση της άδειας, οφείλουν να μεριμνούν ότι η εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού δεν θίγει, ιδίως, την εκτέλεση των συμβάσεων που έχουν συναφθεί πριν από την 1η Αυγούστου 2014.

142    Επομένως, η διαφορά του γράμματος του άρθρου 4, παράγραφος 4, της αποφάσεως 2014/512 και του άρθρου 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 833/2014 δεν είναι ικανή να επηρεάσει το κύρος της τελευταίας αυτής διατάξεως.

–       Επί της αρχής της αναλογικότητας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Rosneft

143    Κατά την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, η Rosneft υποστήριξε ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, το άρθρο 7, και το παράρτημα III της αποφάσεως 2014/512, καθώς και τα άρθρα 3 και 3α, το άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 4, το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, το άρθρο 11, καθώς και τα παραρτήματα ΙΙ και VI του κανονισμού 833/2014 είναι ανίσχυρα, διότι είναι δυσανάλογα προς τον δεδηλωμένο σκοπό τους και συνιστούν υπέρμετρη επέμβαση στην επιχειρηματική ελευθερία της και στο δικαίωμά της ιδιοκτησίας που κατοχυρώνονται, αντίστοιχα, στα άρθρα 16 και 17 του Χάρτη.

144    Παραπέμποντας στις αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2009, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου (T‑390/08, EU:T:2009:401), καθώς και της 28ης Νοεμβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Manufacturing Support & Procurement Kala Naft (C‑348/12 P, EU:C:2013:776), η Rosneft θεωρεί ότι τα μέτρα που θέσπισε το Συμβούλιο δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε πρόσφορα, εφόσον δεν υφίσταται εύλογη σχέση μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού τον οποίον επιδιώκουν τα μέτρα αυτά. Υπό την έννοια αυτή, συνιστούν υπέρμετρη επέμβαση στην επιχειρηματική ελευθερία της Rosneft.

145    Περαιτέρω, η Rosneft υποστηρίζει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/512 και το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 833/2014 επιτρέπουν, ως προς αυτήν, κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων και επεμβάσεις σε κεκτημένα συμβατικά δικαιώματα και, συγκεκριμένα, στα δικαιώματά της ιδιοκτησίας. Οι ως άνω διατάξεις βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου, καθόσον ουσιαστικά ορίζουν ότι τα μη ρωσικά συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αποδεσμευθούν από κάθε υποχρέωση την οποία προβλέπουν συμβάσεις συναφθείσες με τις οντότητες που κατονομάζονται στις διατάξεις αυτές, ακόμη και αν πρόκειται για υποχρέωση προμήθειας μιας ολόκληρης σειράς εξοπλισμού του οποίου μικρό μόνο μέρος αφορά τις τεχνολογίες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ του εν λόγω κανονισμού.

146    Στο μέτρο που η Rosneft αμφισβητεί την αναλογικότητα των γενικών κανόνων βάσει των οποίων αποφασίστηκε η εγγραφή της στα παραρτήματα των επίδικων πράξεων, πρέπει να υπομνησθεί καταρχάς ότι, όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι στον νομοθέτη της Ένωσης πρέπει να αναγνωρίζεται ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε τομείς οι οποίοι προϋποθέτουν επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως εκ μέρους του και εντός των οποίων καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η νομιμότητα ενός μέτρου το οποίο έχει ληφθεί σε αυτούς τους τομείς θίγεται μόνον αν το μέτρο αυτό είναι προδήλως απρόσφορο σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει το αρμόδιο θεσμικό όργανο (απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Manufacturing Support & Procurement Kala Naft, C‑348/12 P, EU:C:2013:776, σκέψη 120 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

147    Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Rosneft, υφίσταται εύλογη σχέση μεταξύ του περιεχομένου των επίδικων πράξεων και του επιδιωκόμενου από αυτές σκοπού. Πράγματι, στο μέτρο που ο σκοπός αυτός είναι, μεταξύ άλλων, να αυξηθεί το κόστος των ενεργειών της Ρωσικής Ομοσπονδίας που υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, η προσέγγιση που συνίσταται στη στοχοποίηση της σημαντικότερης επιχειρήσεως του πετρελαϊκού τομέα, της οποίας εξάλλου η πλειοψηφία των μετοχών ανήκει στο Ρωσικό Δημόσιο, ανταποκρίνεται κατά τρόπο συνεκτικό στον εν λόγω σκοπό και, εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προδήλως απρόσφορη υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου σκοπού.

148    Αφετέρου, τα θεμελιώδη δικαιώματα που επικαλείται η Rosneft, ήτοι η επιχειρηματική ελευθερία και το δικαίωμα ιδιοκτησίας, δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και η άσκησή τους μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς που δικαιολογούνται από σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Ένωση, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε επιδιωκομένους σκοπούς γενικού συμφέροντος και δεν συνιστούν, σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη επέμβαση που να θίγει την ίδια την υπόσταση των ως άνω κατοχυρωμένων δικαιωμάτων (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1974, Nold κατά Επιτροπής, 4/73, EU:C:1974:51, σκέψη 14, της 30ής Ιουλίου 1996, Bosphorus, C‑84/95, EU:C:1996:312, σκέψη 21, καθώς και της 16ης Νοεμβρίου 2011, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, C‑548/09 P, EU:C:2011:735, σκέψεις 113 και 114).

149    Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της εφαρμογής του οικονομικού αποκλεισμού της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο), τα περιοριστικά μέτρα συνεπάγονται, εξ ορισμού, αποτελέσματα που θίγουν τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης ασκήσεως των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, προξενώντας έτσι ζημία σε πρόσωπα τα οποία δεν φέρουν καμία ευθύνη για την κατάσταση η οποία οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 30ής Ιουλίου 1996, Bosphorus, C‑84/95, EU:C:1996:312, σκέψη 22). Αυτό το αποτέλεσμα έχουν, κατά μείζονα λόγο, τα στοχευμένα περιοριστικά μέτρα για τις οντότητες τις οποίες αφορούν.

150    Στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να υπομνησθεί ότι η σημασία των σκοπών που επιδιώκονται με τις επίδικες πράξεις, ήτοι η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας, της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, καθώς και η προώθηση της ειρηνικής επιλύσεως της κρίσης στη χώρα αυτή, οι οποίοι εντάσσονται, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που μνημονεύονται στις σκέψεις 113 έως 115 της παρούσας αποφάσεως, στον ευρύτερο σκοπό της διατηρήσεως της ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας, σύμφωνα με τους στόχους της εξωτερικής δράσης της Ένωσης όπως καθορίζονται στο άρθρο 21 ΣΕΕ, είναι ικανή να δικαιολογήσει αρνητικές συνέπειες, ακόμη και σημαντικές, για ορισμένους φορείς. Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της προοδευτικής εξελίξεως της αυστηρότητας των περιοριστικών μέτρων που θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ουκρανία, η επέμβαση στην επιχειρηματική ελευθερία και το δικαίωμα ιδιοκτησίας της Rosneft δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη.

151    Υπό το πρίσμα του συνόλου των ανωτέρω παρατηρήσεων, διαπιστώνεται ότι από την εξέταση του δεύτερου ερωτήματος, υπό αʹ, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, του άρθρου 7 και του παραρτήματος III της αποφάσεως 2014/512, ή των άρθρων 3 και 3α, του άρθρου 4, παράγραφοι 3 και 4, του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, του άρθρου 11, καθώς και των παραρτημάτων II και VI του κανονισμού 833/2014.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος, υπό βʹ

152    Με το δεύτερο ερώτημά του, υπό βʹ, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της σαφούς νομοθετικής προβλέψεως των ποινών (nulla poena sine lege certa) έχουν την έννοια ότι αποκλείουν τη δυνατότητα κράτους μέλους να επιβάλλει ποινικές κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων του κανονισμού 833/2014, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, αυτού, πριν από τον επαρκή προσδιορισμό από το Δικαστήριο του πεδίου εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων και, συνακόλουθα, των συναφών ποινικών κυρώσεων.

 Επί του παραδεκτού

153    Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και το Συμβούλιο υποστηρίζουν ότι το προδικαστικό αυτό ερώτημα είναι απαράδεκτο. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι το ερώτημα είναι υποθετικό στο μέτρο που η Rosneft δεν είναι εξαγωγέας ή πάροχος υπηρεσιών της Ένωσης του οποίου η συμπεριφορά υπόκειται σε περιορισμούς βάσει του κανονισμού 833/2014 και, επομένως, η Rosneft δεν διατρέχει κίνδυνο να της επιβληθούν ποινικές κυρώσεις βάσει της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής νομοθεσίας. Το Συμβούλιο φρονεί, εξάλλου, ότι το ερώτημα αυτό αφορά, στην πραγματικότητα, το κύρος της εν λόγω νομοθεσίας.

154    Συναφώς, επισημαίνεται ότι στο μέτρο που το προδικαστικό ερώτημα αφορά τις εφαρμοστέες κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων του κανονισμού 833/2014 και τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της σαφούς νομοθετικής προβλέψεως των ποινών (nulla poena sine lege certa), αφορά προδήλως όχι το κύρος των εθνικών μέτρων που θεσπίστηκαν από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά τα όρια που απορρέουν από τις αρχές αυτές και τα οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν κατά τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 833/2014.

155    Πέραν των προϋποθέσεων που αφορούν το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων και οι οποίες παρατίθενται στη σκέψη 50 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα ερωτήματα τα οποία υποβάλλονται από το εθνικό δικαστήριο εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου που προσδιορίζει με δική του ευθύνη και χωρίς να υπόκειται σε έλεγχο από το Δικαστήριο τεκμαίρεται ότι έχουν σημασία για την επίλυση της οικείας διαφοράς (απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2013, Radu, C‑396/11, EU:C:2013:39, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

156    Όσον αφορά τον προβαλλόμενο υποθετικό χαρακτήρα του υπό εξέταση ερωτήματος, επισημαίνεται, αφενός, ότι η Rosneft υποστήριξε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι σε περίπτωση παραβάσεως των περιοριστικών μέτρων θα μπορούσε να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός, πράγμα που δεν αμφισβήτησαν τα λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη. Αφετέρου, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι δεν είναι δυνατή η επιβολή ποινικών κυρώσεων στη Rosneft δυνάμει της επίμαχης στο πλαίσιο της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας σε περίπτωση παραβάσεως του κανονισμού 833/2014, το γεγονός αυτό δεν καθιστά το ερώτημα υποθετικό, στο μέτρο που, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 211 των προτάσεών του, ουδόλως προκύπτει από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου ότι η Rosneft στερείται του δικαιώματος να αμφισβητήσει τα μέτρα που η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έλαβε δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 833/2014.

157    Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ιδίως ότι το υπό εξέταση ερώτημα αφορά τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 833/2014 και ότι δεν είναι υποθετικής φύσεως, το ερώτημα είναι παραδεκτό.

 Επί της ουσίας

158    Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου και από τις γραπτές παρατηρήσεις της Rosneft προκύπτει ότι αυτή θεωρεί ότι η έλλειψη σαφήνειας και ακρίβειας ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 833/2014 δεν παρέχει τη δυνατότητα στους διοικουμένους να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Συμβούλιο παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου και της σαφούς νομοθετικής προβλέψεως των ποινών (nulla poena sine lege certa), καθόσον όρισε, στο άρθρο 8 του κανονισμού αυτού, ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ποινικών, για να διασφαλίσουν την εφαρμογή των επίμαχων στην κύρια δίκη περιοριστικών μέτρων.

159    Πρώτον, όσον αφορά τη φράση «ύδατα βάθους μεγαλύτερου των 150 μέτρων», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 833/2014, υφίσταται αβεβαιότητα όσον αφορά το σημείο από του οποίου πρέπει να μετράται το βάθος των 150 μέτρων. Δεύτερον, όσον αφορά την έννοια του «σχιστολιθικού», κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, και το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού, δεν υπάρχει συναίνεση, ούτε εντός του κλάδου της γεωλογίας, αναφορικά με το περιεχόμενό της. Τρίτον, η φράση «χρηματοδοτική βοήθεια», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού, δεν είναι σαφής και, τέταρτον, η φράση «κινητές αξίες» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 833/2014 δεν επιτρέπει να συναχθεί σαφώς αν η υπ’ αυτής προβλεπόμενη απαγόρευση αφορά επίσης GDR που έχουν εκδοθεί μετά τις 12 Σεπτεμβρίου 2014, αλλά που ενσωματώνουν μετοχές εκδοθείσες πριν από την ημερομηνία αυτή.

160    Εν πάση περιπτώσει, η Rosneft υποστηρίζει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβάλει ποινικές κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβάσεως του κανονισμού 833/2014 πριν το Δικαστήριο αποφανθεί επί της ερμηνείας των διατάξεων του τελευταίου.

161    Πρώτον, όσον αφορά τη γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η θεμελιώδης αυτή αρχή του δικαίου της Ένωσης απαιτεί, ιδίως, να είναι σαφής και ακριβής η ρύθμιση, ώστε οι πολίτες να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν κατά συνέπεια τα μέτρα τους (απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, IATA και ELFAA, C‑344/04, EU:C:2006:10, σκέψη 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

162    Δεύτερον, όσον αφορά την αρχή της σαφούς νομοθετικής προβλέψεως των ποινών (nulla poena sine lege certa), στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, διαπιστώνεται ότι η αρχή αυτή, η οποία εμπίπτει στο άρθρο 49 του Χάρτη που φέρει τον τίτλο «Αρχές της νομιμότητας και της αναλογικότητας αξιοποίνων πράξεων και ποινών», και η οποία, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, συνιστά ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου (βλ. απόφαση της 3ης Ιουνίου 2008, Intertanko κ.λπ., C‑308/06, EU:C:2008:312, σκέψη 70), συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο νόμος πρέπει να καθορίζει σαφώς τις αξιόποινες πράξεις και τις ποινές που τις κολάζουν. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται όταν ο διοικούμενος έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει, με βάση το γράμμα της οικείας διατάξεως και, εν ανάγκη, με τη βοήθεια της ερμηνείας που δίδεται στη διάταξη αυτή από τα δικαστήρια, ποιες πράξεις και παραλείψεις συνεπάγονται την ποινική ευθύνη του (απόφαση της 3ης Μαΐου 2007, Advocaten voor de Wereld, C‑303/05, EU:C:2007:261, σκέψη 50).

163    Διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω, οι φράσεις των οποίων την έλλειψη ακρίβειας προβάλλει η Rosneft, όπως αυτές παρατίθενται στη σκέψη 159 της παρούσας αποφάσεως, έχουν γενικό χαρακτήρα. Εντούτοις, ο ορισμός της έννοιας των «κινητών αξιών» δίνεται στο άρθρο 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 833/2014, ενώ αυτός της «χρηματοδοτικής βοήθειας» περιέχεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού.

164    Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) σχετικά με το άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, το οποίο κατοχυρώνει δικαιώματα που αντιστοιχούν στα δικαιώματα που προβλέπει το άρθρο 49 του Χάρτη (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Taricco κ.λπ., C‑105/14, EU:C:2015:555, σκέψη 57), λόγω του κατ’ ανάγκην γενικού χαρακτήρα των νομοθετικών πράξεων, το γράμμα τους δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται από απόλυτη ακρίβεια. Εξ αυτού προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι καίτοι η επιλογή του νομοτεχνικού μέσου της παραπομπής σε γενικές κατηγορίες αντί εξαντλητικών καταλόγων αφήνει, συχνά, κενά όσον αφορά τα όρια του ορισμού, εντούτοις οι αμφιβολίες αυτές σε σχέση με οριακές περιπτώσεις δεν αρκούν, αυτές καθαυτές, προκειμένου μια διάταξη να θεωρηθεί αντίθετη προς το άρθρο 7 της εν λόγω Συμβάσεως, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή αποδεικνύεται αρκούντως σαφής στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων (βλ., υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1996, Cantoni κατά Γαλλίας, CE:ECHR:1996:1115JUD001786291, §§ 31 και 32).

165    Δεδομένου ότι οι εκτιμήσεις αυτές ισχύουν, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, και όσον αφορά το άρθρο 49 αυτού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επιλογή του νομοθέτη της Ένωσης να χρησιμοποιήσει, στις διατάξεις στις οποίες αναφέρεται η Rosneft, φράσεις ή όρους όπως «χρηματοδοτική βοήθεια», «ύδατα βάθους μεγαλύτερου των 150 μέτρων», «σχιστολιθικό», ή «κινητές αξίες», δεν μπορεί, αυτή καθαυτήν, να θεωρηθεί ότι συνιστά παραβίαση της αρχής της σαφούς νομοθετικής προβλέψεως των ποινών.

166    Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από το γεγονός ότι η προβλεψιμότητα του νόμου δεν εμποδίζει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να προσφύγει σε πεφωτισμένες συμβουλές για να αξιολογήσει, σε έναν βαθμό που είναι εύλογος με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τις συνέπειες που μπορούν να προκύψουν από μια συγκεκριμένη πράξη (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 18ης Μαρτίου 2014, Öcalan κατά Τουρκίας, CE:ECHR:2014:0318JUD002406903, § 174 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι όροι των οποίων την έλλειψη ακρίβειας προβάλλει η Rosneft, μολονότι δεν είναι απολύτως σαφείς, δεν φαίνεται, εντούτοις, να αποκλείουν τη δυνατότητα του διοικουμένου να γνωρίζει ποιες πράξεις και παραλείψεις συνεπάγονται την ποινική ευθύνη του.

167    Περαιτέρω, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αρχή της σαφούς νομοθετικής προβλέψεως των ποινών δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απαγορεύουσα τη σταδιακή διασαφήνιση των κανόνων της ποινικής ευθύνης με νομολογιακή ερμηνεία, υπό την προϋπόθεση ότι το αποτέλεσμα αυτής μπορούσε ευλόγως να προβλεφθεί (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 217 και 218).

168    Επομένως, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Rosneft, το γεγονός ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται στον κανονισμό 833/2014 μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μεταγενέστερης σταδιακής διασαφηνίσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να θεσπίσει κυρώσεις, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, για να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή του.

169    Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εν προκειμένω, οι όροι του κανονισμού 833/2014, που αναφέρονται στη σκέψη 159 της παρούσας αποφάσεως, δεν αποκλείουν τη δυνατότητα κράτους μέλους να επιβάλλει ποινικές κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων του κανονισμού 833/2014, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, αυτού.

170    Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο ερώτημα, υπό βʹ, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της σαφούς νομοθετικής προβλέψεως των ποινών (nulla poena sine lege certa) έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν τη δυνατότητα κράτους μέλους να επιβάλλει ποινικές κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων του κανονισμού 833/2014, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, αυτού, πριν διευκρινιστεί επαρκώς από το Δικαστήριο το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων και, συνακόλουθα, των συναφών ποινικών κυρώσεων.

 Επί του τρίτου ερωτήματος, υπό αʹ

171    Με το τρίτο ερώτημά του, υπό αʹ, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν ο όρος «χρηματοδοτική βοήθεια» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 833/2014 έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει τη διεκπεραίωση πληρωμών από τράπεζα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό.

172    Η Rosneft και η Γερμανική Κυβέρνηση φρονούν ότι, με τους όρους αυτούς, ο κανονισμός αναφέρεται όχι σε πράξεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο την απλή διεκπεραίωση πληρωμών, αλλά σε πράξεις χρηματοδοτήσεως με τις οποίες παρέχεται ενεργά υλική και οικονομική στήριξη. Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι υπηρεσίες πληρωμών συνιστούν υπηρεσίες που παρέχονται για τη διενέργεια πράξεων πληρωμής για λογαριασμό τρίτων πληρωτών, όπως προκύπτει από τον ορισμό που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, σημείο 3, της οδηγίας 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ, και την κατάργηση της οδηγίας 97/5/ΕΚ (ΕΕ 2007, L 319, σ. 1), σε συνδυασμό με το παράρτημα της οδηγίας αυτής. Αντιθέτως, οι υπηρεσίες για την παροχή των οποίων απαιτείται άδεια δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 833/2014, όπως η παροχή επιχορηγήσεων, δανείων και ασφάλισης εξαγωγικών πιστώσεων, συνιστούν υπηρεσίες στο πλαίσιο των οποίων η τράπεζα ενεργεί με ίδιους πόρους υπέρ τρίτου.

173    Περαιτέρω, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν διαθέτουν επαρκείς πληροφορίες, υπό το πρίσμα, ιδίως, του κανονισμού (ΕΚ) 1781/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Νοεμβρίου 2006, περί των πληροφοριών για τον πληρωτή που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών (ΕΕ 2006, L 345, σ. 1), για να εκτιμήσουν αν μια πληρωμή επιδιώκει πράγματι ή όχι σκοπό αντίθετο προς τον κανονισμό 833/2014.

174    Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, την Εσθονική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, η φράση «χρηματοδοτική βοήθεια» περιλαμβάνει, αντιθέτως, τις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται από τράπεζα ή άλλο χρηματοπιστωτικό οργανισμό και οι υπηρεσίες αυτές απαγορεύονται εφόσον συνδέονται με εμπορική πράξη που απαγορεύεται βάσει του κανονισμού 833/2014. Παραπέμποντας στις οδηγίες της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 2014, για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 833/2014 [C(2014) 9950 τελικό], οι ως άνω μετέχοντες στη διαδικασία υποστηρίζουν ότι η φράση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο ευρύ.

175    Η Γαλλική Κυβέρνηση, από την πλευρά της, θεωρεί ότι η έννοια της «χρηματοδοτικής βοήθειας» πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στις πράξεις που συνιστούν μεταφορά νέων πόρων από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Εντούτοις, η έννοια αυτή μπορεί να περιλαμβάνει τη διεκπεραίωση πληρωμών οσάκις συνδέονται με εμπορική πράξη που απαγορεύεται βάσει του κανονισμού 833/2014, υπό την προϋπόθεση ότι με τη διεκπεραίωση αυτή πληρωμών διενεργείται μεταφορά νέων πόρων από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα προς τους αποδέκτες.

176    Επισημαίνεται ότι, κατά τη διατύπωση των περιοριστικών μέτρων που θεσπίστηκαν δυνάμει του άρθρου 3 και του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 833/2014, προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής απαιτείται όχι μόνο για την εξαγωγή προς τη Ρωσία ειδών προοριζομένων για τον πετρελαϊκό τομέα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος II του κανονισμού αυτού, αλλά και για οποιαδήποτε παροχή ορισμένων συναφών υπηρεσιών που συνδέονται με τα είδη αυτά, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται η χρηματοδότηση ή η χρηματοδοτική βοήθεια για την εξαγωγή τέτοιων ειδών. Οι περιορισμοί ως προς τέτοιες συναφείς υπηρεσίες απευθύνονται, επομένως, στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που ενδέχεται να παράσχουν χρηματοδοτική βοήθεια, στην οποία συμπεριλαμβάνονται ιδίως επιχορηγήσεις, δάνεια και ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων, προς τους εξαγωγείς των εν λόγω ειδών.

177    Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου των επίμαχων στην κύρια δίκη περιοριστικών μέτρων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το τρίτο ερώτημά του, υπό αʹ, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 833/2014, καθόσον περιέχει αναφορά στη «χρηματοδοτική βοήθεια», έχει την έννοια ότι επιβάλλει, ιδίως στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, υποχρέωση λήψεως άδειας για τη διεκπεραίωση οποιασδήποτε πληρωμής σχετικής με πράξη που αφορά την πώληση, την προμήθεια, τη μεταβίβαση ή την εξαγωγή ειδών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα II του κανονισμού αυτού, ειδικότερα οσάκις τα ιδρύματα αυτά διαπιστώνουν ότι οι πληρωμές των οποίων ζητείται η διεκπεραίωση συνδέονται με τέτοια πράξη.

178    Συναφώς, επισημαίνεται ότι καμία από τις γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 833/2014 δεν αναφέρεται ρητώς στη «διεκπεραίωση πληρωμών». Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να ληφθεί υπόψη η γενική οικονομία και ο σκοπός του κανονισμού αυτού.

179    Από τη συστηματική ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 833/2014 προκύπτει, όπως υποστήριξε ιδίως η Γερμανική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι χρησιμοποιώντας τη φράση «χρηματοδοτική βοήθεια», ο νομοθέτης της Ένωσης είχε κατά νου πράξεις ανάλογες με τις επιχορηγήσεις, τα δάνεια και την ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων. Ωστόσο, ενώ οι πράξεις αυτές απαιτούν τη χρήση ιδίων πόρων του οικείου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, αντιθέτως οι υπηρεσίες πληρωμών παρέχονται από το ίδρυμα αυτό υπό την ιδιότητα του ενδιαμέσου που προωθεί πόρους του τρίτου πληρωτή προς έναν συγκεκριμένο αποδέκτη, χωρίς να χρησιμοποιεί ίδιους πόρους του εν λόγω ιδρύματος.

180    Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 833/2014 δεν έχει την έννοια ότι, για τη διεκπεραίωση οποιασδήποτε πληρωμής σχετικής με πράξη που αφορά την πώληση, την προμήθεια, τη μεταβίβαση ή την εξαγωγή προς τη Ρωσία ειδών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα II του κανονισμού αυτού, επιβάλλει στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υποχρέωση λήψεως πρόσθετης άδειας σε σχέση με εκείνη η οποία απαιτείται δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 833/2014 για την πράξη αυτή, οσάκις τα χρηματοπιστωτικά αυτά ιδρύματα διαπιστώνουν ότι η πληρωμή, της οποίας ζητείται η διεκπεραίωση, συνιστά το αντάλλαγμα, πλήρες ή μερικό, αυτής της πράξεως.

181    Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού δεν έχει ως αντικείμενο ούτε τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων ούτε τη θέσπιση περιορισμών όσον αφορά τη μεταφορά κεφαλαίων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, αν ο νομοθέτης της Ένωσης ήθελε να εξαρτήσει την εκτέλεση οποιαδήποτε τραπεζικού εμβάσματος σχετικού με είδη που παρατίθενται στο παράρτημα II του κανονισμού 833/2014 από αίτηση για τη χορήγηση πρόσθετης άδειας σε σχέση με εκείνη η οποία απαιτείται δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 833/2014 προκειμένου περί πράξεως όπως αυτή που αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, θα είχε χρησιμοποιήσει όρους διαφορετικούς από τον όρο «χρηματοδοτική βοήθεια» προκειμένου να θεσπίσει μια τέτοια υποχρέωση και τα όριά της.

182    Τέλος, εφόσον ο σκοπός του κανονισμού 833/2014 συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην αύξηση του κόστους των ενεργειών της Ρωσικής Ομοσπονδίας που αφορούν την Ουκρανία, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού επιδιώκει κατά τρόπο συνεκτικό τον σκοπό αυτό, καθόσον θεσπίζει περιορισμούς στη χρηματοδοτική βοήθεια για την εξαγωγή προς τη Ρωσία ειδών που προορίζονται για τον πετρελαϊκό τομέα, χωρίς ωστόσο να εξαρτά τη διεκπεραίωση πληρωμών, αυτή καθαυτήν, από την απαίτηση προηγούμενης άδειας.

183    Η ανωτέρω ερμηνεία δεν θίγει την απαγόρευση που ισχύει για οποιαδήποτε διεκπεραίωση πληρωμών σχετική με εμπορική πράξη η οποία απαγορεύεται, αυτή καθαυτήν, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 833/2014.

184    Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τρίτο ερώτημα, υπό αʹ, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η φράση «χρηματοδοτική βοήθεια» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 833/2014 έχει την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει τη διεκπεραίωση πληρωμών, αυτή καθαυτήν, από τράπεζα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό.

 Επί του τρίτου ερωτήματος, υπό βʹ

185    Με το τρίτο ερώτημά του, υπό βʹ, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 833/2014 έχει την έννοια ότι απαγορεύει την έκδοση, από τις 12 Σεπτεμβρίου 2014, GDR δυνάμει συμβάσεως παρακαταθήκης με μια από τις οντότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα VI του εν λόγω κανονισμού, εφόσον τα GDR ενσωματώνουν μετοχές μιας εκ των εν λόγω οντοτήτων εκδοθείσες πριν από τις 12 Σεπτεμβρίου 2014.

186    Η Rosneft υποστηρίζει ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Κατά την άποψή της, η ερμηνεία κατά την οποία οι μέτοχοι των οντοτήτων τις οποίες αφορούν τα επίμαχα στο πλαίσιο της κύριας δίκης περιοριστικά μέτρα δεν μπορούν να συγκεντρώσουν τις μετοχές τους σε GDR είναι αντίθετη προς τον επιδιωκόμενο από τον κανονισμό 833/2014 σκοπό, ο οποίος συνίσταται στην άσκηση πίεσης στη Ρωσική Ομοσπονδία διά του περιορισμού της δυνατότητας των οντοτήτων τις οποίες αφορούν τα μέτρα να αντλήσουν κεφάλαιο, στο μέτρο που η ερμηνεία αυτή θα επηρέαζε ιδίως τους μετόχους των εν λόγω οντοτήτων.

187    Από το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 833/2014 προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε αγορά, πώληση, παροχή επενδυτικής υπηρεσίας για την έκδοση ή παροχή βοήθειας για την έκδοση καθώς και η με άλλο τρόπο διαπραγμάτευση κινητών αξιών οι οποίες έχουν εκδοθεί μετά τις 12 Σεπτεμβρίου 2014 από τις οντότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα VI του κανονισμού αυτού στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η Rosneft. Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η φράση «κινητές αξίες» περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον ορισμό που παρατίθεται στο άρθρο 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 833/2014, τα αποθετήρια έγγραφα μετοχών.

188    Όσον αφορά το επιχείρημα της Rosneft ότι η απαγόρευση αυτή είναι αντίθετη προς τον σκοπό του εν λόγω κανονισμού, καθόσον θα επιβάρυνε τους μετόχους των οντοτήτων που απαριθμούνται στο παράρτημα VI του κανονισμού, επισημαίνεται, όπως αναφέρει και η FCA, ότι τα περιοριστικά μέτρα, καθόσον αφορούν ορισμένη εταιρία, είναι εξ ορισμού ικανά να επηρεάσουν αρνητικά τα συμφέροντα των μετόχων της. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο σκοπός των εν λόγω μέτρων έγκειται, ακριβώς, στην αύξηση του κόστους των ενεργειών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, που είναι ο πλειοψηφικός μέτοχος της Rosneft, το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο.

189    Επιπλέον, είναι πρόδηλο ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 833/2014 απαγορεύει την έκδοση GDR για μετοχές των οντοτήτων που απαριθμούνται στο παράρτημα VI αυτού από τις 12 Σεπτεμβρίου 2014, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας εκδόσεως των εν λόγω μετοχών.

190    Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τρίτο ερώτημα, υπό βʹ, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 833/2014 έχει την έννοια ότι απαγορεύει την έκδοση, από τις 12 Σεπτεμβρίου 2014, GDR δυνάμει συμβάσεως παρακαταθήκης με μια από τις οντότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα VI του εν λόγω κανονισμού, εφόσον τα GDR ενσωματώνουν μετοχές μιας εκ των εν λόγω οντοτήτων εκδοθείσες πριν από την ως άνω ημερομηνία.

 Επί του τρίτου ερωτήματος, υπό γʹ

191    Με το τρίτο ερώτημά του, υπό γʹ, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να προβεί σε ερμηνεία, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, των όρων «ύδατα με βάθος μεγαλύτερο των 150 μέτρων» και «σχιστολιθικό» που περιλαμβάνονται στα άρθρα 3 και 3α του κανονισμού 833/2014.

192    Από την ανάγνωση της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι το ερώτημα αυτό υποβάλλεται στο Δικαστήριο συμπληρωματικά προς το δεύτερο ερώτημα, υπό βʹ, με το οποίο το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν ο κανονισμός 833/2014 είναι ανίσχυρος λόγω της προβαλλομένης ελλείψεως σαφήνειας. Το αιτούν δικαστήριο περιορίζεται, συναφώς, στη διευκρίνιση ότι στο Δικαστήριο εναπόκειται, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, να παράσχει στους διοικουμένους ακριβέστερους ορισμούς αυτών των εννοιών.

193    Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους η παροχή από το Δικαστήριο ακριβέστερων ορισμών των εν λόγω εννοιών θα ήταν απαραίτητη για την επίλυση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς.

194    Συναφώς, μολονότι είναι αληθές ότι τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή (απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011, Lidl & Companhia, C‑106/10, EU:C:2011:526, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, ο δικαιολογητικός λόγος της προδικαστικής παραπομπής δεν έγκειται στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων, αλλά στην ανάγκη αποτελεσματικής επίλυσης μιας ένδικης διαφοράς (απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2005, García Blanco, C‑225/02, EU:C:2005:34, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

195    Πλην όμως, εν προκειμένω, από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου δεν προκύπτει σαφώς ως προς τι διαφέρει το εν λόγω ερώτημα σε σχέση, ειδικότερα, με το δεύτερο ερώτημα, υπό βʹ, με το οποίο το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν ο κανονισμός 833/2014 είναι ανίσχυρος λόγω της προβαλλομένης ελλείψεως σαφήνειας. Δεδομένου ότι από την απάντηση που δόθηκε στο δεύτερο αυτό ερώτημα, υπό βʹ, προκύπτει ότι από την εξέταση των άρθρων 3 και 3α του κανονισμού 833/2014 υπό το πρίσμα των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της σαφούς νομοθετικής προβλέψεως των ποινών δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος των εν λόγω διατάξεων, το αιτούν δικαστήριο δεν φαίνεται να έχει, επιπλέον, ανάγκη την ερμηνεία των εν λόγω εννοιών για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.

196    Ελλείψει διευκρινίσεων συναφώς, δεν χρειάζεται να δοθεί απάντηση στο ερώτημα περί ερμηνείας.

 Επί των δικαστικών εξόδων

197    Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

1)      Τα άρθρα 19, 24 και 40 ΣΕΕ, το άρθρο 275 ΣΛΕΕ, καθώς και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν την έννοια ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να αποφανθεί προδικαστικώς, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, επί του κύρους πράξεως εκδοθείσας βάσει των σχετικών με την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) διατάξεων, όπως είναι η απόφαση 2014/512/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 31ης Ιουλίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2014/872/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2014, υπό τον όρο ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά είτε τον έλεγχο της τηρήσεως του άρθρου 40 ΣΕΕ από την απόφαση αυτή είτε τον έλεγχο της νομιμότητας των περιοριστικών μέτρων κατά φυσικών ή νομικών προσώπων.

2)      Από την εξέταση του δεύτερου ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, του άρθρου 7 και του παραρτήματος III της αποφάσεως 2014/512, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2014/872, ή των άρθρων 3 και 3α, του άρθρου 4, παράγραφοι 3 και 4, του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ έως δʹ, και παράγραφος 3, του άρθρου 11, καθώς και των παραρτημάτων II και VI του κανονισμού (ΕΕ) 833/2014 του Συμβουλίου, της 31ης Ιουλίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 1290/2014 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2014.

Οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της σαφούς νομοθετικής προβλέψεως των ποινών (nulla poena sine lege certa) έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν τη δυνατότητα κράτους μέλους να επιβάλλει ποινικές κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων του κανονισμού 833/2014, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1290/2014, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, αυτού, πριν διευκρινιστεί επαρκώς από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων και, συνακόλουθα, των συναφών ποινικών κυρώσεων.

3)      Η φράση «χρηματοδοτική βοήθεια» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 833/2014, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1290/2014, έχει την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει τη διεκπεραίωση πληρωμών, αυτή καθαυτήν, από τράπεζα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό.

Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 833/2014, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1290/2014, έχει την έννοια ότι απαγορεύει την έκδοση, από τις 12 Σεπτεμβρίου 2014, διεθνών αποθετηρίων εγγράφων (Global Depositary Receipts) δυνάμει συμβάσεως παρακαταθήκης με μια από τις οντότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα VI του κανονισμού 833/2014, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1290/2014, εφόσον τα έγγραφα αυτά ενσωματώνουν μετοχές μιας εκ των εν λόγω οντοτήτων εκδοθείσες πριν από την ως άνω ημερομηνία.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.