Language of document : ECLI:EU:C:2009:676

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 29ης Οκτωβρίου 2009 (1)

Υπόθεση C‑406/08

Uniplex (UK) Ltd

κατά

NHS Business Services Authority

[αίτηση του High Court of Justice (England and Wales), Queen’s Bench Division, Leeds District Registry (Ηνωμένο Βασίλειο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Δημόσιες συμβάσεις – Οδηγία 89/665/ΕΟΚ – Διαδικασία προσφυγής κατά το εσωτερικό δίκαιο – Αποτελεσματική έννομη προστασία – Αποκλειστικές προθεσμίες – Έναρξη της προθεσμίας – Γνώση ή υπαίτια άγνοια παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων – Απαίτηση να ασκηθεί “αμελλητί” προσφυγή»





I –    Εισαγωγή

1.        Η υπό κρίση αίτηση του High Court of Justice (England and Wales) (2) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την ευκαιρία να επεξεργαστεί περαιτέρω τη νομολογία του που αφορά τα ένδικα βοηθήματα των απορριφθέντων που είχαν υποβάλει προσφορά για σύναψη δημοσίων συμβάσεων.

2.        Είναι αναγνωρισμένο ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν, για αυτού του είδους τα ένδικα βοηθήματα, εύλογες αποκλειστικές προθεσμίες. Απαιτείται όμως να διευκρινιστεί, ειδικότερα, από ποιο χρονικό σημείο της διαδικασίας μπορούν να αρχίσουν να τρέχουν οι προθεσμίες αυτές: από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έλαβε χώρα η προβαλλόμενη παραβίαση της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων ή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο απορριφθείς προσφέρων έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της παραβιάσεως αυτής. Το πρόβλημα αυτό, του οποίου οι πρακτικές συνέπειες δεν πρέπει να υποτιμώνται, ανακύπτει στο πλαίσιο διατάξεως του αγγλικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής αρχίζει να τρέχει ανεξαρτήτως της γνώσεως, εκ μέρους του απορριφθέντος προσφέροντος, της παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και η ενδεχόμενη παράταση της προθεσμίας αυτής εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του επιληφθέντος εθνικού δικαστηρίου.

3.        Η υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει, όσον αφορά τα τεθέντα νομικά ζητήματα, ορισμένα σημεία ομοιότητας προς την υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C-456/08), επί της οποίας αναπτύσσω επίσης σήμερα τις προτάσεις μου.

II – Το νομοθετικό πλαίσιο

 Το κοινοτικό δίκαιο

4.        Όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο, το πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως προσδιορίζεται από την οδηγία 89/665/ΕΟΚ (3), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ (4) (5).

5.        Το άρθρο 1 της οδηγίας 89/665 ορίζει τα εξής:

«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, έτσι ώστε, όσον αφορά τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 71/305/ΕΟΚ, 77/62/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ, οι αποφάσεις των αναθετουσών αρχών να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, σύμφωνα με τους όρους που τίθενται στα ακόλουθα άρθρα καθώς και, ιδίως, στο άρθρο 2 παράγραφος 7, στην περίπτωση όπου οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν την κοινοτική νομοθεσία στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων ή τους εθνικούς κανόνες που θέτουν σε εφαρμογή την κοινοτική νομοθεσία.

2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μην υφίσταται καμία διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων που μπορούν να επικαλεσθούν ζημία στα πλαίσια διαδικασίας ανάθεσης συμβάσεως του δημοσίου, λόγω της διάκρισης που γίνεται με την παρούσα οδηγία μεταξύ των εθνικών κανόνων που μεταγράφουν το κοινοτικό δίκαιο και των άλλων εθνικών κανόνων.

3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαδικασίες προσφυγής μπορούν να κινηθούν, σύμφωνα με προϋποθέσεις που μπορούν να καθορίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον από οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση κρατικών προμηθειών ή δημοσίων έργων και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από μια εικαζόμενη παράβαση. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από το πρόσωπο που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία αυτή να ενημερώνει προηγουμένως την αναθέτουσα αρχή για την εικαζόμενη παράβαση και για την πρόθεσή του να ασκήσει προσφυγή.» (6)

6.        Πέραν αυτού, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 προβλέπει την ακόλουθη ρύθμιση:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται όσον αφορά τις διαδικασίες προσφυγής που ορίζονται στο άρθρο 1 να προβλέπουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου:

[…]

β)      να ακυρώνουν ή να επιτρέπουν την ακύρωση των παράνομων αποφάσεων […]·

γ)      να επιδικάζουν αποζημίωση στα ζημιωθέντα από την παράβαση πρόσωπα.»

 Το εθνικό δίκαιο

7.        Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου της Αγγλίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας με το 9ο μέρος του Public Contracts Regulations 2006 (7) (PCR 2006). Το άρθρο 47 του κανονισμού αυτού προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«(1)      Η τήρηση της υποχρεώσεως που υπέχει

a)       η αναθέτουσα αρχή να συμμορφώνεται προς τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, εκτός των διατάξεων των άρθρων […] και προς οποιαδήποτε διάταξη της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με τη σύναψη δημόσιας σύμβασης, συμφωνίας-πλαισίου ή με τη διεξαγωγή διαγωνισμού μελετών […]

αποτελεί υποχρέωση έναντι κάθε επιχείρησης.

[…]

(6)      Οποιαδήποτε επιχείρηση υφίσταται ή κινδυνεύει να υποστεί ζημία λόγω παραβάσεως των υποχρεώσεων που επιβάλλουν οι παράγραφοι 1 και 2 μπορεί να προσφύγει στο High Court.

(7)      Το ένδικο βοήθημα που ασκείται δυνάμει του παρόντος είναι παραδεκτό εφόσον:

(a)       η επιχείρηση που το ασκεί έχει προηγουμένως ενημερώσει την αναθέτουσα αρχή ή τον παραχωρησιούχο, αναλόγως της περιπτώσεως, σχετικά με την παράβαση ή την προβαλλόμενη παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχουν έναντι της επιχειρήσεως από τις παραγράφους 1 και 2, καθώς και σχετικά με την πρόθεσή της να ασκήσει ένδικο βοήθημα λόγω της παραβάσεως, δυνάμει του παρόντος άρθρου και

(b)      ασκηθεί αμελλητί, και πάντως εντός τριών μηνών το αργότερο από την ημερομηνία γενέσεως των λόγων στους οποίους στηρίζεται, εκτός αν το High Court κρίνει ότι η σχετική προθεσμία πρέπει να παραταθεί.

[…]

(9)      Στο πλαίσιο της εκδικάσεως ενδίκου βοηθήματος που έχει ασκηθεί δυνάμει του παρόντος και εφόσον η σύμβαση ως προς την οποία διαπράχθηκε η παράβαση έχει συναφθεί, το High Court δύναται μόνο να επιδικάσει αποζημίωση για παράβαση υποχρεώσεως επιβαλλόμενης από τις παραγράφους 1 και 2 και όχι να διατάξει περαιτέρω μέτρα.»

III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης

8.        Η Uniplex (UK) Ltd (8) είναι κεφαλαιουχική εταιρία εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο και έχει την ιδιότητα της επιχείρησης, κατά την έννοια της οδηγίας 2004/18/ΕΚ και του PCR 2006. Είναι η αποκλειστική αντιπρόσωπος, στο Ηνωμένο Βασίλειο, των αιμοστατικών προϊόντων που παράγει η ολλανδική εταιρία Gelita Medical BV.

9.        Η NHS Business Services Authority (9) ανήκει στη δημόσια υπηρεσία υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου, τη National Health Service, που λειτουργεί υπό την εποπτεία του Δημοσίου. Πρόκειται για αναθέτουσα αρχή κατά την έννοια της οδηγίας 2004/18 και του PCR 2006.

10.      Στις 26 Μαρτίου 2007, η NHS προκήρυξε διαδικασία υποβολής προσφορών με κλειστή διαδικασία για την ανάθεση συμφωνίας-πλαισίου για την προμήθεια αιμοστατικού υλικού στους φορείς της NHS (10). Η σχετική προκήρυξη δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 28 Μαρτίου 2007.

11.      Με έγγραφο της 13ης Ιουνίου 2007, η NHS απέστειλε πρόσκληση προς υποβολή προσφορών σε πέντε ενδιαφερόμενους, στους οποίους περιλαμβανόταν και η Uniplex. Ως προθεσμία για την υποβολή προσφορών καθορίστηκε η 19η Ιουλίου 2007. Η Uniplex υπέβαλε την προσφορά της στις 18 Ιουλίου 2007.

12.      Στις 22 Νοεμβρίου 2007, η Uniplex ενημερώθηκε εγγράφως από τη NHS ότι τελικώς η ανάθεση έγινε σε τρεις μετέχοντες στο διαγωνισμό, ενώ αντιθέτως η Uniplex δεν συμπεριλήφθηκε στη συμφωνία-πλαίσιο. Το έγγραφο αυτό περιελάμβανε επίσης τα κριτήρια αναθέσεως, την επωνυμία των επιλεγέντων μετεχόντων στον διαγωνισμό, τη βαθμολογία της Uniplex, καθώς και το εύρος των βαθμολογιών που συγκέντρωσαν οι επιλεγέντες μετέχοντες στον διαγωνισμό. Σύμφωνα με τα κριτήρια που χρησιμοποίησε η NHS, η Uniplex συγκέντρωσε τη χαμηλότερη βαθμολογία από τους πέντε μετέχοντες στον διαγωνισμό, οι οποίοι προσκλήθηκαν να υποβάλουν και υπέβαλαν προσφορά. Με το ίδιο έγγραφο ενημερώθηκε η Uniplex και για το δικαίωμά της να προσβάλει την απόφαση αναθέσεως και να ζητήσει επιπλέον πληροφορίες.

13.      Απαντώντας σε ειδική αίτηση που υπέβαλε η Uniplex στις 23 Νοεμβρίου 2007, η NHS παρέθεσε, στις 13 Δεκεμβρίου 2007, λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τον τρόπο αξιολογήσεως των κριτηρίων αναθέσεως που εφάρμοσε, αναφερόμενη επίσης και στα χαρακτηριστικά και στα σχετικά πλεονεκτήματα των προσφορών των επιτυχόντων που μετείχαν στο διαγωνισμό σε σύγκριση με την προσφορά της Uniplex.

14.      Στις 28 Ιανουαρίου 2008, η Uniplex απηύθυνε στην NHS έγγραφο οχλήσεως, προβάλλοντας διάφορες παραβάσεις διατάξεων της νομοθεσίας για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων.

15.      Με έγγραφο της 11ης Φεβρουαρίου 2008, η Uniplex ενημέρωσε τη NHS ότι υπήρξε μεταβολή των συνθηκών. Διαπιστώθηκε ότι η προσφορά της Assut (UK) Ltd δεν ήταν σύννομη και η θέση της εταιρίας αυτής ως συμβαλλομένης στη συμφωνία-πλαίσιο δόθηκε στην B. Braun UK Ltd, η οποία είχε καταταγεί τέταρτη κατά την αξιολόγηση των μετεχόντων στον διαγωνισμό.

16.      Μετά την ανταλλαγή περαιτέρω επιστολών μεταξύ της Uniplex και της NHS, στις οποίες διατυπώθηκε, μεταξύ άλλων, διαφωνία ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως ενδεχομένου ενδίκου βοηθήματος, η Uniplex άσκησε, στις 12 Μαρτίου, αγωγή ενώπιον του High Court, δηλαδή του αιτούντος δικαστηρίου. Ζητεί, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστούν οι παραβιάσεις της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, τις οποίες επικαλείται, να υποχρεωθεί η NHS να καταβάλει αποζημίωση για τις παραβιάσεις αυτές και, εφόσον το High Court έχει την εξουσία να λάβει αντίστοιχο μέτρο, να υποχρεώσει τη NHS να συμπεριλάβει την Uniplex στη συμφωνία-πλαίσιο.

17.      Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν η Uniplex άσκησε εμπροθέσμως την αγωγή της και αν θα πρέπει, ενδεχομένως, να κάνει χρήση της διακριτικής του ευχέρειας να παρατείνει την προθεσμία ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά το άρθρο 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006.

IV – Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία

18.      Με διάταξη της 30ής Ιουλίου 2008, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Σεπτεμβρίου 2008, το High Court ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα, ζητώντας την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:

Σε περίπτωση που μια επιχείρηση προσβάλει την ανάθεση συμφωνίας-πλαισίου από αναθέτουσα αρχή κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού, στον οποίον η εν λόγω επιχείρηση μετέσχε και ο οποίος έπρεπε να διεξαχθεί σύμφωνα με την οδηγία 2008/18/ΕΚ (και με τις εφαρμοστέες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο), ασκώντας ένδικο βοήθημα ενώπιον εθνικού δικαστηρίου με αίτημα την αναγνώριση παραβάσεως των εφαρμοστέων ως προς τον διαγωνισμό και την ανάθεση διατάξεων περί αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων και την καταβολή αποζημιώσεως,

α)       πρέπει μια διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, όπως το άρθρο 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, του [PCR 2006], η οποία ορίζει ότι το εν λόγω ένδικο βοήθημα πρέπει να ασκείται αμελλητί και, πάντως, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία γενέσεως των λόγων στους οποίους στηρίζεται, εκτός αν το High Court κρίνει ότι η προθεσμία αυτή πρέπει να παραταθεί, να ερμηνεύεται, βάσει των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ και των αρχών του κοινοτικού δικαίου περί ισοδυναμίας, περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και/ή την αρχή της αποτελεσματικότητας, καθώς και οποιασδήποτε άλλης σχετικής αρχής του κοινοτικού δικαίου, υπό την έννοια ότι παρέχει στον μετέχοντα σε διαγωνισμό ατομικό και μη εξαρτώμενο από προϋποθέσεις δικαίωμα προσφυγής κατά της αναθέτουσας αρχής, κατά τρόπον ώστε η προθεσμία ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά του διαγωνισμού και της αποφάσεως περί αναθέσεως να αρχίζει από την ημερομηνία που ο μετέχων στον διαγωνισμό γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η διαδικασία του διαγωνισμού και η απόφαση περί αναθέσεως παραβιάζει την κοινοτική νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων ή από την ημερομηνία παραβιάσεως των εφαρμοστέων διατάξεων περί δημοσίων συμβάσεων και,

β)       σε κάθε περίπτωση, πώς πρέπει το εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει

(i)      διάταξη, σύμφωνα με την οποία το ένδικο βοήθημα πρέπει να ασκηθεί αμελλητί και

(ii)      την ευχέρεια για παράταση της προβλεπόμενης από την εθνική νομοθεσία προθεσμίας για την άσκηση του εν λόγω ενδίκου βοηθήματος;

19.      Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου υπέβαλαν γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις, εκτός από την Uniplex και τη NHS, οι Κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (11). Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση έλαβε, επίσης, μέρος και η Γερμανική Κυβέρνηση.

V –    Εκτίμηση

20.      Με τα δύο προδικαστικά του ερωτήματα, το High Court ερωτά, κατ’ ουσίαν, ποιες προδιαγραφές προκύπτουν από το κοινοτικό δίκαιο για την ερμηνεία και εφαρμογή αποκλειστικών προθεσμιών στη διαδικασία προσφυγής του δικαίου συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.

21.      Η οδηγία 89/665 δεν περιέχει κάποια ρητή ρύθμιση σχετικά με τις προθεσμίες που θα πρέπει να ισχύουν επί των προσφυγών που ασκούνται βάσει του άρθρου της 1 (12). Το Δικαστήριο όμως αναγνωρίζει, κατά πάγια νομολογία, ότι τα κράτη μέλη μπορούν, στο πλαίσιο της διαδικαστικής τους αυτονομίας, να θεσπίζουν εύλογες αποκλειστικές προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής, εφόσον τηρούν, κατά τον καθορισμό τους, τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (13). Αμφότερες οι αρχές αυτές εκφράζονται και στο άρθρο 1 της οδηγίας 89/665: η αρχή της ισοδυναμίας στην παράγραφο 2 και η αρχή της αποτελεσματικότητας στην παράγραφο 1 (14).

22.      Στην υπό κρίση υπόθεση, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται η αρχή της αποτελεσματικότητας. Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να προβλέψει αποκλειστικές προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής κατά αποφάσεων αναθέτουσας αρχής (15). Οι διάδικοι διαφωνούν μόνον ως προς ορισμένες λεπτομέρειες της ερμηνείας και εφαρμογής της ρυθμίσεως του εσωτερικού δικαίου σχετικά με την προθεσμία. Διαφωνούν ως προς το κατά πόσον μια ρύθμιση προθεσμίας, όπως η αγγλική ρύθμιση του άρθρου 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006, λαμβάνει προσηκόντως υπόψη τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά

–      κατά πόσον μπορεί να καθορίσει ως έναρξη της προθεσμίας το χρονικό σημείο της παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων ή πρέπει να θεωρήσει κρίσιμο το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ενάγων έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της παραβιάσεως αυτής (πρώτο προδικαστικό ερώτημα),

–      κατά πόσον μπορεί να απορρίψει ως απαράδεκτη προσφυγή που δεν ασκήθηκε «αμελλητί» (πρώτο τμήμα του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος) και

–      πώς πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια σε σχέση με ενδεχόμενη παράταση της προθεσμίας (δεύτερο τμήμα του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος).

23.      Από την απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται κατά πόσον το αιτούν δικαστήριο πρέπει να θεωρήσει την αγωγή της Uniplex στη διαφορά της κύριας δίκης εμπρόθεσμη, κατά την έννοια του άρθρου 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006, ή όχι.

24.      Ακολούθως θα ασχοληθώ, κατ’ αρχάς, με το πρώτο ερώτημα (βλ. κατωτέρω, κεφάλαιο Α) και το δεύτερο τμήμα του δευτέρου ερωτήματος (βλ. κατωτέρω, κεφάλαιο Β), που συνδέονται στενά μεταξύ τους, προτού στραφώ στο πρώτο τμήμα του δευτέρου ερωτήματος (βλ. κατωτέρω, κεφάλαιο Γ).

25.      Αντίθετα προς ό,τι υποστήριξαν προφορικά η NHS, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία, για την απάντηση των ερωτημάτων αυτών δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία το γεγονός ότι μια διάταξη όπως το άρθρο 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006 πιθανώς ανάγεται σε μακροχρόνια παράδοση του οικείου κράτους μέλους.

26.      Αναμφίβολα, θα έπρεπε βέβαια πάντοτε, κατά την ερμηνεία των επιταγών του κοινοτικού δικαίου, να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσον οι επιταγές αυτές μπορούν να ενταχθούν στο εσωτερικό δίκαιο με όσο το δυνατόν πιο ήπιο τρόπο. Αποτελεί όμως, εξίσου, υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου να εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου (άρθρο 220, παράγραφος 1, ΕΚ) και –σε συνεργασία με τα εθνικά δικαστήρια– να συνδράμει αποτελεσματικά στην πραγμάτωση των δικαιωμάτων των ιδιωτών, όπως αυτά απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.

 Ως προς το κατά πόσον είναι κρίσιμη για την έναρξη της προθεσμίας η γνώση της παραβιάσεως της νομοθεσίας για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)

27.      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, κατά πόσον μπορεί να καθορίσει ως έναρξη της αποκλειστικής προθεσμίας στη διαδικασία προσφυγής του δικαίου συνάψεως δημοσίων συμβάσεων το χρονικό σημείο της παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων ή πρέπει να θεωρήσει κρίσιμο το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο προσφεύγων έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της παραβιάσεως αυτής.

28.      Οι σχετικές απόψεις των διαδίκων διίστανται: η Uniplex, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι, τουλάχιστον όσον αφορά ένδικα βοηθήματα που δεν θίγουν το κύρος συμβάσεων, δεν θα έπρεπε να μπορεί να αρχίζει να τρέχει η αποκλειστική προθεσμία πριν από τον χρόνο κατά τον οποίο ο ασκών το βοήθημα έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων που επικαλείται. Αντιθέτως, η NHS, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Κυβέρνηση της Ιρλανδίας επιμένουν στην άποψη ότι για την έναρξη της προθεσμίας δεν θα έπρεπε να είναι κρίσιμο κατά πόσον ο αιτών γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την παραβίαση της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων· αρκεί να παρέχεται στο εθνικό δικαστήριο η δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας κατά την ελεύθερη κρίση του.

29.      Η τελευταία άποψη αντικατοπτρίζεται στην πρακτική των αγγλικών δικαστηρίων (16) καθώς και των ιρλανδικών δικαστηρίων (17). Σύμφωνα με τη νομολογία των δικαστηρίων αυτών, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά αποφάσεως για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006 (18) αρχίζει να τρέχει ανεξαρτήτως του αν ο οικείος προσφέρων ή υποψήφιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την προβαλλόμενη παραβίαση της νομοθεσίας για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων. Η άγνοια της παραβιάσεως αυτής εκ μέρους του προσφεύγοντος μπορεί όμως να παίξει ρόλο για την παράταση της προθεσμίας και αποτελεί, στο μέτρο αυτό, έναν από τους πολλούς παράγοντες που λαμβάνει υπόψη ο εθνικός δικαστής κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (19).

30.      Στο πλαίσιο αυτής της κρατούσας πρακτικής των αγγλικών δικαστηρίων (20), θα πρέπει στη συνέχεια να ερευνηθεί κατά πόσον είναι σύμφωνο με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου να αρχίζει να τρέχει μια αποκλειστική προθεσμία, όπως αυτή που προβλέπει το άρθρο 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006, ανεξαρτήτως του αν ο προσφεύγων γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την επίδικη παραβίαση της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.

31.      Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 επιτάσσει οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές να υπόκεινται στην άσκηση «αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων» προσφυγών, για το λόγο ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν τη νομοθεσία περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Η επιταγή αυτή αποτελεί έκφραση τόσο της αρχής της αποτελεσματικότητας («αποτελεσματικών»), όσο και της επιταγής της ταχείας διεκπεραιώσεως («όσο το δυνατόν ταχύτερων»). Κανένας από τους σκοπούς αυτούς δεν πρέπει να πραγματώνεται σε βάρος του άλλου (21). Αντιθέτως, πρέπει να επιτυγχάνεται μια εύλογη εξισορρόπηση των δύο αυτών σκοπών, πράγμα που πρέπει να κρίνεται βάσει του είδους και των έννομων συνεπειών του εκάστοτε ένδικου βοηθήματος καθώς και των δικαιωμάτων και συμφερόντων όλων των ενδιαφερομένων τα οποία διακυβεύονται.

32.      Στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Pressetext Nachrichtenagentur έχω προτείνει μια λύση στηριζόμενη στη διάκριση μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς εννόμου προστασίας (22).

–       Η διάκριση μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς εννόμου προστασίας

33.      Εφόσον το ένδικο βοήθημα σκοπεί να κηρύξει άκυρη συναφθείσα σύμβαση με επιτυχόντα προσφέροντα (πρωτογενής έννομη προστασία), είναι εύλογος ο καθορισμός απόλυτης αποκλειστικής προθεσμίας συγκριτικά σύντομης διάρκειας. Πράγματι, οι ιδιαίτερα σοβαρές έννομες συνέπειες της ακυρώσεως συναφθείσας συμβάσεως δικαιολογούν την πρόβλεψη προθεσμίας η οποία θα τρέχει ανεξάρτητα από το αν ο προσφεύγων έλαβε γνώση της παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων ή αν έπρεπε τουλάχιστον να έχει λάβει γνώση αυτής. Τόσο για την αναθέτουσα αρχή όσο και για τον αντισυμβαλλόμενό της υπάρχει σαφής και άξια προστασίας ανάγκη για ασφάλεια δικαίου σε σχέση με το κύρος της συναφθείσας συμβάσεως (23). Η απαίτηση ασκήσεως «όσο το δυνατόν ταχύτερων» προσφυγών, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, αποκτά, συνεπώς, ιδιαίτερη βαρύτητα στον τομέα της πρωτογενούς εννόμου προστασίας.

34.      Διαφορετικά έχουν τα πράγματα, όταν το ένδικο βοήθημα σκοπεί μόνον στη διαπίστωση της παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και ενδεχομένως σε καταβολή αποζημιώσεως (δευτερογενής έννομη προστασία). Πράγματι, ένα τέτοιο ένδικο βοήθημα δεν θίγει το κύρος συναφθείσας συμβάσεως με επιτυχόντα προσφέροντα. Η ανάγκη των συμβαλλομένων μερών για ασφάλεια σχεδιασμού και το συμφέρον τους για ομαλή εκτέλεση της δημοσίας συμβάσεως δεν θίγονται. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει λόγος να υποβάλλονται οι αιτήσεις για δευτερογενή έννομη προστασία στις ίδιες αυστηρές αποκλειστικές προθεσμίες όπως οι αιτήσεις για πρωτογενή έννομη προστασία. Αντιθέτως, ο σκοπός της ασκήσεως αποτελεσματικών προσφυγών, όπως επιβάλλει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 στα κράτη μέλη, συνηγορεί υπέρ του να προσδίδεται μεγαλύτερο βάρος στα συμφέροντα έννομης προστασίας του προσφέροντος ή υποψηφίου που απέτυχε και να προβλέπονται, έτσι, πιο απλόχερες προθεσμίες που αρχίζουν να τρέχουν μόνον όταν ο ενδιαφερόμενος έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της προβαλλομένης παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων (24).

35.      Αντίθετα από ό,τι υποστηρίζουν η NHS και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, μια τέτοια διάκριση μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς εννόμου προστασίας δεν οδηγεί σε «αδιαφάνεια» και «ανασφάλεια δικαίου». Ούτε ενδείκνυται μόνον σε περιπτώσεις όπως η υπόθεση Pressetext Nachrichtenagentur, στις οποίες η αναθέτουσα αρχή προβαίνει σε «απευθείας ανάθεση», χωρίς να προηγηθεί δημοσίευση σχετικής προκήρυξης.

36.      Αντιθέτως, η διάκριση μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς εννόμου προστασίας είναι γενικής ισχύος. Καθιστά δυνατή τη δίκαιη εξισορρόπηση μεταξύ «αποτελεσματικών» και «όσο το δυνατόν ταχύτερων» προσφυγών και βρίσκει έρεισμα στην ίδια την οδηγία 89/665. Ήδη στο αρχικό κείμενο της οδηγίας αυτής γίνεται, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, διάκριση μεταξύ της ακυρώσεως των παράνομων αποφάσεων, αφενός, και της επιδικάσεως αποζημιώσεως, αφετέρου. Τα άρθρα 2δ, 2ε και 2στ της οδηγίας 89/665, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/66 καθιστούν στο μέλλον ακόμη σαφέστερη τη διάκριση αυτή μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς εννόμου προστασίας, ιδίως μάλιστα όσον αφορά τις αποκλειστικές προθεσμίες (25).

37.      Η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά την πρωτογενή αλλά μόνον τη δευτερογενή έννομη προστασία. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα σαφές αν ληφθεί υπόψη η εισαγωγική ημιπερίοδος των προδικαστικών ερωτημάτων που διατύπωσε το High Court. Εκεί γίνεται αποκλειστικά λόγος για αιτήματα αναγνωρίσεως της παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και καταβολής αποζημιώσεως. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα (26).

38.      Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει λόγος να υποβληθούν τα αιτήματα που υπέβαλε η Uniplex στη διαφορά της κύριας δίκης στις ίδιες αυστηρές αποκλειστικές προθεσμίες, όπως αυτές που ενδεχομένως θα ίσχυαν στην περίπτωση αιτημάτων αναγνωρίσεως του ανενεργού συμβάσεως ή καταδίκης της αναθέτουσας αρχής στη σύναψη συμβάσεως.

–       Έναρξη της προθεσμίας από τη γνώση ή «υπαίτια άγνοια» της παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων

39.      Η αρχή της αποτελεσματικότητας, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, επιτάσσει να αρχίζει να τρέχει η αποκλειστική προθεσμία για αγωγές αποζημιώσεως και αιτήσεις αναγνωρίσεως παραβιάσεων της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων όταν ο ενάγων έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της προβαλλομένης παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων (27).

40.      Την ίδια γραμμή ακολούθησε το Δικαστήριο με την απόφαση Universale-Bau κ.λπ. (28): Θεωρεί ως σκοπό των ρυθμίσεων των αποκλειστικών προθεσμιών το γεγονός ότι οι παράνομες αποφάσεις των αναθετουσών αρχών, αφ’ ης στιγμής γνωστοποιηθούν στους ενδιαφερομένους (29), καταγγέλλονται και διορθώνονται το συντομότερο δυνατόν (30).

41.      Είναι αυτονόητο ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει από ποιο χρονικό σημείο ο ενδιαφερόμενος έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων (31). Ωστόσο, για να του δώσει μια χρήσιμη απάντηση, το Δικαστήριο μπορεί, σε πνεύμα συνεργασίας με τα εθνικά δικαστήρια, να του παράσχει όλα τα στοιχεία που κρίνει αναγκαία (32).

42.      Το γεγονός και μόνον ότι ένας προσφέρων ή υποψήφιος πληροφορήθηκε την αποτυχία της προσφοράς του δεν σημαίνει ότι έλαβε ήδη γνώση ενδεχομένης παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Κατά συνέπεια, μόνο το γεγονός αυτό δεν πρέπει να θέτει σε κίνηση την προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος με το οποίο ζητείται δευτερογενής έννομη προστασία. Πράγματι, όπως ορθά παρατήρησε η Uniplex, ένας προσφέρων ή υποψήφιος που απέτυχε δεν θα μπορούσε, από την πλευρά του, να στηρίξει την προσφυγή του απλώς και μόνον στο γεγονός ότι η προσφορά του απορρίφθηκε.

43.      Μόνον όταν γνωστοποιηθούν στον προσφέροντα ή υποψήφιο που απέτυχε οι βασικοί λόγοι της αποτυχίας του κατά τη διαδικασία για τη σύναψη δημοσίας συμβάσεως μπορεί, κατά κανόνα, να γίνει δεκτό ότι έλαβε ή τουλάχιστον όφειλε να λάβει γνώση της προβαλλομένης παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων (33). Από το χρονικό αυτό σημείο έχει τη δυνατότητα να προετοιμάσει εύλογα ενδεχόμενη προσφυγή και να εκτιμήσει τις πιθανότητες επιτυχίας της (34). Αντιθέτως, πριν πληροφορηθεί την αιτιολογία αυτή, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να ασκήσει αποτελεσματικά το δικαίωμα προσφυγής (35).

44.      Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το άρθρο 41, παράγραφος 1 και 2, της οδηγίας 2004/18 επιβάλλει πλέον σήμερα στις αναθέτουσες αρχές να γνωστοποιούν στους απορριφθέντες προσφέροντες και υποψηφίους τους λόγους απόρριψής τους. Στο ίδιο πνεύμα προβλέπεται, για μελλοντικές περιπτώσεις, στο άρθρο 2γ της οδηγίας 89/665, που προστέθηκε με την οδηγία 2007/66, ότι η κοινοποίηση της απόφασης της αναθέτουσας αρχής σε κάθε προσφέροντα ή υποψήφιο συνοδεύεται από συνοπτική έκθεση των συναφών λόγων και ότι ενδεχόμενες αποκλειστικές προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής μπορούν να εκπνέουν μόνον μετά την πάροδο συγκεκριμένου αριθμού ημερολογιακών ημερών από της κοινοποιήσεως αυτής.

45.      Για λόγους πληρότητας και μόνον, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η έναρξη της προθεσμίας για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως δεν πρέπει να εξαρτάται από το αν ο ενάγων γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την επελθούσα ζημία (36). Και τούτο διότι η ζημία που οφείλεται σε παράβαση υποχρεώσεως γίνεται, ενίοτε, αντιληπτή με κάποια χρονική καθυστέρηση. Η αναμονή της γνώσεως της ζημίας θα αντιστρατευόταν, κατά συνέπεια, την αρχή της ασκήσεως «όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665. Σε αντιστάθμισμα, θα πρέπει όμως να δοθεί στον ενδιαφερόμενο προσφέροντα ή υποψήφιο η δυνατότητα να ζητήσει, εν ανάγκη, αρχικά τη διαπίστωση της παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και να υπολογίσει και να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας του σε μεταγενέστερη διαδικασία αγωγής αποζημιώσεως.

–       Επί της διακριτικής ευχέρειας του εθνικού δικαστή να χορηγήσει παράταση προθεσμίας

46.      Η NHS, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία αντιτάσσουν ότι, παρ’ όλα αυτά, η αποτελεσματική έννομη προστασία δεν προϋποθέτει αναγκαστικά ότι οι αποκλειστικές προθεσμίες στη διαδικασία προσφυγής αρχίζουν να τρέχουν από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ενδιαφερόμενος προσφέρων ή υποψήφιος έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της προβαλλομένης παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Μια ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006 εξασφαλίζει αποτελεσματική έννομη προστασία, επαφίοντας στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού δικαστή την ενδεχόμενη παράταση της προθεσμίας προσφυγής.

47.      Το επιχείρημα αυτό δεν με πείθει.

48.      Το άρθρο 1, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της οδηγίας 89/665 παρέχει σε όποιον έχει ή είχε συμφέρον για σύναψη συγκεκριμένης δημοσίας συμβάσεως και υπέστη ή κινδυνεύει να υποστεί ζημία από προβαλλόμενη παραβίαση της νομοθεσίας ατομικό δικαίωμα για άσκηση προσφυγής κατά των αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής (37). Όπως εκθέτω και στην παράλληλη υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, η αποτελεσματική πραγμάτωση μιας τέτοιας αξιώσεως δεν μπορεί να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια εθνικής αρχής, ούτε και σε αυτή ανεξάρτητου δικαστηρίου (38).

49.      Το άρθρο 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006 δεν παρέχει στον εθνικό δικαστή νομικά κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όσον αφορά ενδεχόμενη παράταση της προθεσμίας. Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, όλοι οι διάδικοι υποστήριξαν ομόφωνα ότι η έλλειψη γνώσεως της παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων εκ μέρους του προσφεύγοντος αποτελεί έναν μόνον από περισσότερους παράγοντες που επηρεάζουν την εκτίμηση του εθνικού δικαστή. Κατά συνέπεια, η έλλειψη γνώσεως μπορεί να οδηγήσει σε παράταση προθεσμίας, αυτό δεν είναι όμως απαραίτητο. Πέραν αυτού, ο εθνικός δικαστής μπορεί, όπως επισημαίνει η Ιρλανδία, να περιορίσει την ενδεχόμενη παράταση της προθεσμίας σε ορισμένες αιτιάσεις και να την αρνηθεί ως προς άλλες αιτιάσεις, με αποτέλεσμα η προσφυγή του προσφέροντος η υποψηφίου που απέτυχε να είναι, ενδεχομένως, εν μέρει μόνον παραδεκτή.

50.      Κατά συνέπεια, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να εκτιμήσει αν τον συμφέρει η άσκηση ενδίκου βοηθήματος. Μια τέτοια νομική κατάσταση μπορεί να αποτρέψει τους προσφέροντες ή υποψηφίους που απέτυχαν –ιδίως τους προερχόμενους από άλλα κράτη μέλη– από την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής κατά των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών. Δεν είναι δυνατόν, υπό τις συνθήκες αυτές, να εξασφαλιστεί η επίτευξη του σκοπού της ασκήσεως αποτελεσματικών προσφυγών, όπως επιβάλλει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665.

–       Επί του πρακτικού προβλήματος της διαπιστώσεως της «γνώσεως» και της «υπαίτιας άγνοιας»

51.      Εκτός αυτού, η NHS και το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρούν ότι η άποψη ότι η αποκλειστική προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημέρα κατά την οποία ο προσφέρων ή υποψήφιος που απέτυχε έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της προβαλλομένης παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων θα οδηγούσε σε σημαντικά πρακτικά προβλήματα. Θα ήταν, παραδείγματος χάριν, δύσκολο να κριθεί τι θα έπρεπε να αφορά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η γνώση και σε ποιο χρονικό σημείο αποκτήθηκε ή από πότε τεκμαίρεται.

52.      Επί του ζητήματος αυτού αρκεί να επισημανθεί ότι τα ίδια πρακτικά προβλήματα ανακύπτουν όταν ένας δικαστής πρέπει, στο πλαίσιο της ασκήσεως της διακριτικής του ευχέρειας σχετικά με ενδεχόμενη παράταση προθεσμίας, να εξετάσει από πότε ο προσφεύγων γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την παραβίαση της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων την οποία επικαλείται. Μια ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποφύγει τέτοια πρακτικά προβλήματα, απλώς τα αντιμετωπίζει από διαφορετική οπτική γωνία.

–       Επί της αποτρεπτικής ενέργειας των αγωγών αποζημιώσεως

53.      Η Ιρλανδία αντιτάσσει, επιπλέον, ότι μια υπερβολικά χαλαρή αντιμετώπιση των προθεσμιών για την άσκηση αποζημιωτικών αγωγών θα μπορούσε να ασκήσει ιδιαίτερα αποτρεπτική επίδραση στις αναθέτουσες αρχές (καλούμενη «chilling effect») και να καθυστερήσει σημαντικά τις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση συντάχθηκαν με την επιχειρηματολογία αυτή η NHS και το Ηνωμένο Βασίλειο.

54.      Ούτε το επιχείρημα αυτό είναι, εντούτοις, πειστικό.

55.      Δεν γεννάται αμφιβολία ότι οι επιτυχείς αγωγές αποζημιώσεως των προσφερόντων ή υποψηφίων που απέτυχαν συνεπάγονται σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις για την αναθέτουσα αρχή. Ο κίνδυνος όμως αυτός είναι το τίμημα που πρέπει αναπόφευκτα να δεχθεί να καταβάλει η αναθέτουσα αρχή για να καταστεί δυνατή η εξασφάλιση αποτελεσματικής έννομης προστασίας σε σχέση με τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων. Κάθε προσπάθεια ελαχιστοποιήσεως των οικονομικών κινδύνων που ενυπάρχουν για τις αναθέτουσες αρχές αποβαίνει αναγκαστικά σε βάρος της αποτελεσματικής έννομης προστασίας.

56.      Τέλος, μια υπερβολικά περιοριστική εφαρμογή των προϋποθέσεων για την επίτευξη δευτερογενούς έννομης προστασίας θα έθετε σε κίνδυνο και την πραγμάτωση των στόχων της διαδικασίας προσφυγής. Πράγματι, οι στόχοι αυτοί δεν περιορίζονται στην παροχή έννομης προστασίας τους οικείους προσφέροντες και υποψηφίους. Αντιθέτως, η διαδικασία προσφυγής πρέπει να ασκεί επίδραση που να υποβάλει σε πειθαρχία τις αναθέτουσες αρχές, εξασφαλίζοντας την τήρηση των κανόνων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων –ιδίως της επιταγής διαφάνειας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων– και επιβάλλοντας κυρώσεις για ενδεχόμενες παραβάσεις.

57.      Ειρήσθω εν παρόδω ότι ακόμη και μια ρύθμιση προθεσμίας όπως αυτή του άρθρου 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006 δεν είναι σε καμία περίπτωση ικανή να αποκλείσει την προαναφερθείσα αποτρεπτική επίδραση. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού δικαστή να παρατείνει τις προθεσμίες προσφυγής για τους προσφέροντες ή υποψηφίους που απέτυχαν, και μάλιστα ιδίως στην περίπτωση που δεν έχουν λάβει προηγουμένως γνώση της προβαλλομένης παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Αυτή η δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας μπορεί, συνεπώς, να οδηγήσει στην έκθεση της αναθέτουσας αρχής στον κίνδυνο απαιτήσεων αποζημιώσεως για μεγάλο ακόμη χρονικό διάστημα μετά τη σύναψη της συμβάσεως με τον επιτυχόντα προσφέροντα ή υποψήφιο. Λόγω του αστάθμητου χαρακτήρα της ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους του δικαστηρίου, είναι ακόμη πιο δύσκολο για την αναθέτουσα αρχή να υπολογίσει τον κίνδυνο αυτό στο πλαίσιο του άρθρου 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006, από ό,τι στην περίπτωση ρυθμίσεως, σύμφωνα με την οποία η αποκλειστική προθεσμία αρχίζει να τρέχει μόλις ο ενδιαφερόμενος έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της προβαλλομένης παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.

 Επί της διακριτικής ευχέρειας του εθνικού δικαστηρίου να χορηγεί παράταση προθεσμίας (δεύτερο τμήμα του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος)

58.      Το δεύτερο τμήμα του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος συνδέεται στενά με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, ποια μέτρα πρέπει να λάβει σε περίπτωση που ένας προσφέρων ή υποψήφιος που απέτυχε δεν γνώριζε, αρχικώς, ούτε όφειλε να γνωρίζει την προβαλλόμενη παραβίαση της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ασκήσει προσφυγή εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006.

59.      Κατά πάγια νομολογία, τα δικαστήρια των κρατών μελών υποχρεούνται να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν το εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία (39). Ειδικώς όσον αφορά τη διαδικασία προσφυγής στο δίκαιο συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, οφείλουν να ερμηνεύουν, στο μέτρο του δυνατού, τις εθνικές διατάξεις που προβλέπουν αποσβεστική προθεσμία κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της απορρέουσας από την οδηγία 89/665 αρχής της αποτελεσματικότητας (40).

60.      Όπως ανέφερα σε σχέση με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα (41), οι αποκλειστικές προθεσμίες για αναγνωριστικές και αποζημιωτικές αγωγές που αφορούν δημόσιες συμβάσεις μπορούν να αρχίζουν να τρέχουν μόνον όταν ο ενάγων έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της προβαλλομένης παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Το αιτούν δικαστήριο πρέπει, συνεπώς, να προβαίνει σε κάθε ενέργεια που εμπίπτει στην αρμοδιότητά του, προκειμένου να επιτευχθεί το εν λόγω αποτέλεσμα (42).

61.      Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο είναι, κατ’ αρχάς, υποχρεωμένο να εφαρμόσει την προθεσμία του άρθρου 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006 κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία, ώστε να μην αρχίσει, σε περίπτωση αναγνωριστικής και αποζημιωτικής αγωγής, να τρέχει από το χρονικό σημείο της παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, αλλά το πρώτον από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ενάγων έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της παραβιάσεως αυτής.

62.      Εάν το άρθρο 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006 δεν προσφερόταν για τέτοια ερμηνεία, το αιτούν δικαστήριο θα έπρεπε να αναζητήσει επικουρικώς, στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας για παράταση προθεσμίας, λύση σύμφωνη προς την οδηγία. Στην περίπτωση αυτή, ο σκοπός της ασκήσεως αποτελεσματικής προσφυγής, όπως επιτάσσει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, θα οδηγούσε σε πραγματική «εκμηδένιση» της διακριτικής ευχέρειας του εθνικού δικαστή. Θα ήταν, συνεπώς, υποχρεωμένος να χορηγήσει σε έναν προσφεύγοντα όπως η Uniplex παράταση προθεσμίας.

63.      Η έκταση αυτής της παρατάσεως προθεσμίας θα έπρεπε, τουλάχιστον, να υπολογιστεί κατά τρόπον ώστε ο προσφεύγων να έχει στη διάθεσή του, από τότε που έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της προβαλλομένης παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, τους προβλεπόμενους στο άρθρο 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006 τρεις μήνες για την προετοιμασία και άσκηση της προσφυγής του. Πέραν αυτού ο εθνικός δικαστής διατηρεί τη δυνατότητα να χορηγήσει, στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, μεγαλύτερη παράταση προθεσμίας, εφόσον το θεωρήσει απαραίτητο για την επίτευξη δίκαιης λύσεως.

 Επί της απαιτήσεως να ασκηθεί αμελλητί το ένδικο βοήθημα (πρώτο τμήμα του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος)

64.      Με το πρώτο τμήμα του δευτέρου προδικαστικού του ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν μπορεί να απορρίψει προσφυγή που δεν ασκήθηκε «αμελλητί» (στην αγγλική γλώσσα: «promptly»), ως απαράδεκτη.

65.      Σύμφωνα με τη ρύθμιση που προβλέπει για την προθεσμία το άρθρο 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006, μια προσφυγή είναι παραδεκτή μόνον αν ασκηθεί «αμελλητί, και πάντως εντός τριών μηνών το αργότερο από την ημερομηνία γενέσεως των λόγων στους οποίους στηρίζεται». Αυτή η απαίτηση αμελλητί ασκήσεως της προσφυγής επιτρέπει προφανώς στον Άγγλο δικαστή να απορρίπτει, ήδη πριν την εκπνοή της τρίμηνης προθεσμίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, προσφυγές ως απαράδεκτες. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου οι διάδικοι της κύριας δίκης και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστήριξαν ομόφωνα (43) ότι τα αγγλικά δικαστήρια στις αποφάσεις τους κάνουν, πράγματι, χρήση της δυνατότητας αυτής απορρίψεως της προσφυγής επειδή «δεν ασκήθηκε αμελλητί» («lack of promptness») (44).

66.      Η εφαρμογή αποκλειστικής προθεσμίας δεν πρέπει όμως να στερεί, κατ’ αποτέλεσμα, την πρακτική αποτελεσματικότητα από την άσκηση προσφυγής κατά των αποφάσεων περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων (45).

67.      Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 επιτάσσει να υπόκεινται οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές στην άσκηση «αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων» προσφυγών. Όπως εκθέτω αναλυτικότερα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C-456/08) (46), τα κράτη μέλη πρέπει, για την επίτευξη του σκοπού αυτού της οδηγίας, να θεσπίζουν σαφές νομικό πλαίσιο στον συγκεκριμένο τομέα. Είναι υποχρεωμένα να δημιουργήσουν κατάσταση αρκετά ακριβή, σαφή και διαφανή, ώστε να επιτραπεί στους ιδιώτες να γνωρίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

68.      Οι απαιτήσεις της σαφήνειας, ακρίβειας και προβλεψιμότητας ισχύουν με ιδιαίτερη ένταση για μια ρύθμιση προθεσμίας όπως αυτή άρθρου 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006. Και τούτο διότι η ασάφεια σε σχέση με τις ισχύουσες προθεσμίες είναι ικανή, λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου παραγραφής, να επιφέρει, σε μεγάλη έκταση, δυσμενείς συνέπειες για ιδιώτες και επιχειρήσεις.

69.      Τα αποτελέσματα αποκλειστικής προθεσμίας, όπως αυτή του άρθρου 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006, η διάρκεια της οποίας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου δικαστή, μέσω του κριτηρίου της «αμελλητί» ασκήσεως της προσφυγής, δεν είναι προβλέψιμα. Οι ενδιαφερόμενοι προσφέροντες και υποψήφιοι δεν γνωρίζουν πόσο χρόνο διαθέτουν για μια εύλογη προετοιμασία των προσφυγών τους και δεν μπορούν να εκτιμήσουν τις προοπτικές επιτυχίας τέτοιων ένδικων βοηθημάτων. Ματαιώνεται, με τον τρόπο αυτό, η επίτευξη του σκοπού της ασκήσεως αποτελεσματικών προσφυγών κατά των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών, που επιδιώκεται με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 (47).

70.      Κατά συνέπεια, τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να κηρύσσουν απαράδεκτη προσφυγή που ασκήθηκε εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006, επειδή «δεν ασκήθηκε αμελλητί». Υποχρεούνται να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία (48). Ειδικώς όσον αφορά τη διαδικασία προσφυγής στο δίκαιο συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, οφείλουν –όπως προαναφέρθηκε– να ερμηνεύουν, στο μέτρο του δυνατού, τις εθνικές διατάξεις που προβλέπουν αποσβεστική προθεσμία κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της απορρέουσας από την οδηγία 89/665 αρχής της αποτελεσματικότητας (49).

71.      Στο πλαίσιο αυτό, ας μου επιτραπεί η επισήμανση ότι το κριτήριο της αμελλητί ασκήσεως της προσφυγής δεν έχει αναγκαστικά την έννοια της αυτόνομης αποκλειστικής προθεσμίας. Όταν μια διάταξη συνδέει ένα χρονικό διάστημα που εκφράζεται σε ημέρες, εβδομάδες, μήνες ή έτη με τη λέξη «αμελλητί» ή αντίστοιχη έκφραση, η προσθήκη αυτή μπορεί επίσης να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι εκφράζει την επιταγή της ταχείας διεκπεραιώσεως και υπενθυμίζει στους αιτούντες ή προσφεύγοντες το καθήκον τους να προβούν, προς το δικό τους συμφέρον, όσο το δυνατόν γρηγορότερα στις απαραίτητες ενέργειες για την καλύτερη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους (50).

72.      Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον το κριτήριο της «αμελλητί» ασκήσεως της προσφυγής, που θέτει το άρθρο 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006, μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν θέτει αυτοτελές εμπόδιο παραδεκτού, αλλά παραπέμπει απλώς στην επιταγή της ταχείας διεκπεραιώσεως..

73.      Αν δεν είναι δυνατή η σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία του άρθρου 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006, υπό την προαναφερθείσα έννοια, το εθνικό δικαστήριο έχει υποχρέωση να εφαρμόσει ακέραιο το κοινοτικό δίκαιο και να προστατεύσει τα δικαιώματα που το κοινοτικό δίκαιο χορηγεί στους ιδιώτες, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη κάθε εθνική διάταξη στο μέτρο που η εφαρμογή της, υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης υποθέσεως, θα οδηγούσε σε αποτέλεσμα αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο (51).

VI – Πρόταση

74.      Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στην αίτηση του High Court of Justice για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:

«1)      Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ επιτάσσει η αποκλειστική προθεσμία για τις αγωγές με τις οποίες ζητείται η αναγνώριση παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και η καταβολή αποζημιώσεως να αρχίζει να τρέχει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ενάγων έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της προβαλλομένης παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.

2)      Αντίκειται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 η ρύθμιση προθεσμίας που επιτρέπει στον εθνικό δικαστή να απορρίπτει, ως απαράδεκτες, αγωγές με τις οποίες ζητείται η αναγνώριση παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και η καταβολή αποζημιώσεως, επικαλούμενος, κατά την ελεύθερη κρίση του, την απαίτηση αμελλητί ασκήσεως της αγωγής.

3)      Ο εθνικός δικαστής υποχρεούται να προβαίνει σε κάθε ενέργεια που εμπίπτει στην αρμοδιότητά του, προκειμένου να επιτύχει αποτέλεσμα σύμφωνο προς τον σκοπό της οδηγίας 89/665. Στο μέτρο που δεν είναι δυνατή η επίτευξη τέτοιου αποτελέσματος με την σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία και εφαρμογή της ρυθμίσεως που αφορά την προθεσμία, ο εθνικός δικαστής υποχρεούται να αφήσει ανεφάρμοστη την εν λόγω ρύθμιση.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2 – High Court of Justice (England and Wales), Queen’s Bench Division, Leeds District Registry· στο εξής και: High Court.


3 – Οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395, σ. 33).


4 – Οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992 για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1).


5 – Οι νεότερες τροποποιήσεις που επέφερε στην οδηγία 89/665 η οδηγία 2007/66 δεν είναι κρίσιμες για την παρούσα διαφορά, δεδομένου ότι ισχύει προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο μέχρι την 20ή Δεκεμβρίου 2009 (οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2007 για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων (ΕΕ L 335, σ. 31· βλ. ιδίως άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας).


6 –      Η περιεχόμενη στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 παραπομπή στην οδηγία 77/62 θεωρείται ως παραπομπή στην οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114, όπως διορθώθηκε στην ΕΕ L 351, σ. 44). Αυτό προκύπτει από το άρθρο 82, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/18, σε συνδυασμό με το άρθρο 33, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993 περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ L 199, σ. 1).


7 – Κανονισμός του 2006 περί δημοσίων συμβάσεων (S. I. 2006 Nr. 5), σε ισχύ από 31 Ιανουαρίου 2006.


8 – Στο εξής: Uniplex.


9 – Στο εξής: NHS.


10 – Η διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων διενεργήθηκε από την εξουσιοδοτημένη υπηρεσία της NHS, την καλούμενη NHS Supply Chain.


11 – Στην προκειμένη υπόθεση, η επ’ ακροατηρίου συζήτηση έλαβε χώρα την ίδια ημέρα με τη συζήτηση της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C-456/08).


12 – Βλ. και τις προτάσεις μου της 13ης Μαρτίου 2008 επί της υποθέσεως C‑454/06, Pressetext Nachrichtenagentur (απόφαση της 19ης Ιουνίου 2008, Συλλογή 2008, σ. I‑4401, σημείο 154). Όσον αφορά, πάντως, το μέλλον, το άρθρο 2γ της οδηγίας 89/665, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/66, καθορίζει βασικές επιταγές κοινοτικού δικαίου για τις προθεσμίες που προβλέπει το εσωτερικό δίκαιο για την άσκηση προσφυγής.


13 – Βλ., π.χ., αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe κατά Landwirtschaftskammer Saarland (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5), της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, C-231/96, Edis (Συλλογή 1998, σ. I-4951, σκέψεις 20 και 35), της 17ης Ιουνίου 2004, C-30/02, Recheio-Cash & Carry (Συλλογή 2004, σ. I‑6051, σκέψη 18) και της 6ης Οκτωβρίου 2009, C-40/08, Asturcom Telecomunicaciones (Συλλογή 2009, σ. Ι-9579, σκέψη 41).


14 – Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Pressetext Nachrichtenagentur (παρατίθενται στην υποσημείωση 12, σημείο 155).


15 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑470/99, Universale-Bau κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I‑11617, ιδίως σκέψεις 71 και 76), της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C‑327/00, Santex (Συλλογή 2003, σ. I‑1877, σκέψη 52), και της 11ης Οκτωβρίου 2007, C‑241/06, Lämmerzahl (Συλλογή 2007, σ. I‑8415, σκέψη 50).


16 – Το αιτούν δικαστήριο επικαλείται την απόφαση του Court of Appeal of England and Wales (δικαστής Dyson) της 13ης Ιουλίου 2001 επί της υποθέσεως Jobsin Co UK plc κατά Department of Health, [2001] EWCA Civ 1241, [2001] EuLR 685, σημεία 23 και 28 (η απόφαση αυτή αφορούσε μια προϊσχύσασα, σε σχέση με το άρθρο 47, παράγραφος 7, στοιχείο b, PCR 2006, ρύθμιση που είχε το ίδιο περιεχόμενο)· βλ. και την απόφαση του High Court of Justice (England and Wales), Queen’s Bench Division (δικαστής Langley), της 14ης Νοεμβρίου 1997 επί της υποθέσεως Keymed Limited κατά Forest Healthcare NHS Trust, [1998] EuLR 71 (92).


17 – Στις γραπτές παρατηρήσεις της, η Ιρλανδία επικαλείται την απόφαση του High Court of Ireland (δικαστής Clarke) της 2ας Μαΐου 2006 επί της υποθέσεως Veolia Water UK κατά Fingal County Council (No. 1), [2006] IEHC 137, [2007] 1 IR 690 (σημεία 28 έως 54).


18 – Στην Ιρλανδία ισχύει μια κατ’ ουσίαν όμοια ρύθμιση σχετικά με την προθεσμία, σύμφωνα με το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, των Rules of the Superior Courts (S. I. αριθ. 374 του 1998). Η ρύθμιση αυτή αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής της Επιτροπής στη διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης C-456/08, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, επί της οποίας επίσης αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου.


19 – Ιδιαίτερα διαφωτιστικές, στο μέτρο αυτό, είναι οι σκέψεις του δικαστή Dyson στην απόφαση Jobsin Co UK plc κατά Department of Health (παρατίθεται στην υποσημείωση 16), των οποίων γίνεται επίκληση στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: «Η γνώση του παρέχοντος υπηρεσίες δεν έχει καμία σημασία ως προς το κατά πόσον αυτός υπέστη ή κινδυνεύει να υποστεί απώλεια ή ζημία λόγω παραβάσεως υποχρεώσεως που υπέχει απέναντί του η αναθέτουσα αρχή. […] Η γνώση θα είναι συχνά κρίσιμη για το κατά πόσον συντρέχει λόγος να παραταθεί ο χρόνος εντός του οποίου μπορεί να ασκηθεί προσφυγή, αλλά δεν μπορεί να είναι κρίσιμη σε σχέση με το προηγούμενο ερώτημα που αφορά το πότε γεννάται το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής» (σημεία 23 έως 28 της αποφάσεως αυτής). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι διάδικοι συμφώνησαν ότι ο εθνικός δικαστής δεν είναι υποχρεωμένος να χορηγήσει τέτοια παράταση προθεσμίας.


20 – Φαίνεται ότι υπάρχουν στην Αγγλία και δικαστές που αποκλίνουν από τη γραμμή αυτή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε, συναφώς, η απόφαση του High Court of Justice (England and Wales), Queen’s Bench Division (δικαστής Coulson), της 8ης Μαΐου 2009 επί της υποθέσεως Amaryllis Ltd κατά HM Treasury, [2009] EWHC 962 (TCC).


21 – Βλ., συναφώς, και τις σημερινές προτάσεις μου επί της υποθέσεως C‑456/08, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σημείο 56).


22 – Βλ., ως προς αυτό και τα επόμενα ζητήματα, τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Pressetext Nachrichtenagentur (παρατίθενται στην υποσημείωση 12, σημεία 161 έως 171).


23 – Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Pressetext Nachrichtenagentur (παρατίθενται στην υποσημείωση 12, σημείο 162).


24 – Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Pressetext Nachrichtenagentur (παρατίθενται στην υποσημείωση 12, σημεία 163 έως 167).


25 – Εάν πρόκειται να κηρυχθεί ανενεργή μια σύμβαση, εφαρμοστέα είναι τα άρθρα 2δ και 2στ, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 89/665. Εάν, αντιθέτως, πρόκειται να χορηγηθεί αποζημίωση, εφαρμόζονται τα άρθρα 2ε και 2 στ, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 2γ της οδηγίας 89/665, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/66.


26 – Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και η ρύθμιση του άρθρου 47, παράγραφος 9, PCR 2006. Η NHS επισημαίνει βέβαια ότι η Uniplex είχε υποβάλει ευρύτερα αιτήματα στη διαφορά της κύριας δίκης. Στο Δικαστήριο όμως εναπόκειται να λαμβάνει υπόψη το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το προδικαστικό ερώτημα, όπως το εξειδικεύει η απόφαση περί παραπομπής (πάγια νομολογία· βλ. αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, C‑482/01 και C‑493/01, Ορφανόπουλος και Oliveri, Συλλογή 2004, σ. I-5257, σκέψη 42, και της 14ης Φεβρουαρίου 2008, C-244/06, Dynamic Medien, Συλλογή 2008, σ. I-505, σκέψη 19).


27 – Βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Pressetext Nachrichtenagentur (παρατίθενται στην υποσημείωση 12, σημείο 171).


28 – Απόφαση Universale-Bau κ.λπ. (παρατίθεται στην υποσημείωση 15, σκέψη 78).


29 – Αυτό καθίσταται ιδιαιτέρως σαφές στο κείμενο της αποφάσεως Universale-Bau στη γαλλική γλώσσα, στην οποία συντάχθηκε η απόφαση και έγινε η διάσκεψη: «dès qu’elles sont connues des intéressés» (παρατίθεται στην υποσημείωση 15, σκέψη 78).


30 – Είναι ενδιαφέρον ότι η NHS στο υπόμνημά της παραλείπει αυτή ακριβώς τη σκέψη 78 της αποφάσεως Universale-Bau, ενώ κατά τα λοιπά παραθέτει ολόκληρο το κείμενο του κρίσιμου αποσπάσματος του σκεπτικού της αποφάσεως (σκέψεις 74 έως 79).


31 – Οι διάδικοι της κύριας δίκης διαφωνούν ως προς το αν η Uniplex όφειλε να έχει λάβει γνώση των προβαλλομένων παραβιάσεων της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων ήδη από το έγγραφο της 22ας Νοεμβρίου 2007 ή το πρώτον από το έγγραφο της NHS της 13ης Δεκεμβρίου 2007 (βλ., συναφώς, ανωτέρω τα σημεία 12 και 13 των παρουσών προτάσεων). Από την επισκόπηση των δύο αυτών επιστολών θεωρώ ότι η πρώτη από αυτές περιορίζεται σε υπερβολικά γενικά στοιχεία, από τα οποία ο προσφέρων που απέτυχε δεν μπορεί να συναγάγει τους λόγους της αποτυχίας του και κατά πόσον εφαρμόστηκε ορθά η νομοθεσία περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Αντιθέτως, η δεύτερη επιστολή περιέχει τουλάχιστον δύο στοιχεία, από τα οποία μπορεί να γεννηθεί η υποψία ότι παραβιάστηκε η νομοθεσία περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων. Αφενός, η Uniplex βαθμολογήθηκε με μηδέν στην κατηγορία «Price and other cost effectiveness factors», διότι στην προσφορά της ανέφερε μόνον την τιμή καταλόγου· με τον τρόπο αυτό, η αναθέτουσα αρχή φαίνεται ότι δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η τιμή καταλόγου ενός προσφέροντος μπορεί να είναι χαμηλότερη από την τιμή εκπτώσεως ενός άλλου και ότι, εν τέλει, κρίσιμη είναι η τελική σύγκριση της πράγματι προσφερόμενης τιμής. Αφετέρου, όλοι οι προσφέροντες που μέχρι τότε δεν δραστηριοποιούνταν στην αγορά αιμοστατικού υλικού στο Ηνωμένο Βασίλειο βαθμολογήθηκαν, προφανώς, με μηδέν στην κατηγορία «UK customer base», πράγμα που υποδηλώνει καλυμμένη διάκριση εις βάρος αλλοδαπών προσφερόντων. Εναπόκειται όμως, τελικώς, στο αιτούν δικαστήριο να προβεί, συναφώς, στις αναγκαίες διαπιστώσεις.


32 – Αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2008, C‑49/07, MOTOE (Συλλογή 2008, σ. I‑4863, σκέψη 30), και της 4ης Ιουνίου 2009, C‑142/05, Mickelsson και Roos (Συλλογή 2009, σ. Ι-4273, σκέψη 41)· στο ίδιο πνεύμα, επίσης, απόφαση της 30ής Μαρτίου 1993, C‑328/91, Thomas κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I‑1247, σκέψη 13).


33 – Το ίδιο μπορεί να ισχύσει όταν ο προσφέρων ή υποψήφιος προβάλει αιτίαση περί παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων και η αιτίασή του απορριφθεί από την αναθέτουσα αρχή με την παράθεση σχετικής αιτιολογίας.


34 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1987, 222/86, Heylens κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 4097, σκέψη 15), και της 30ής Απριλίου 2009, C‑75/08, Mellor (Συλλογή 2009, σ. Ι-3799, σκέψη 59)· βλ. επίσης τις προτάσεις μου της 27ης Ιανουαρίου 2005 επί της υποθέσεως C‑186/04, Housieaux (Συλλογή 2005, σ. I‑3299, σημείο 32) και τις προτάσεις μου της 22ας Ιανουαρίου 2008 επί της υποθέσεως Mellor (ιδίως σημείο 31).


35 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 17ης Δεκεμβρίου 2008 επί της υποθέσεως C‑250/07, Επιτροπή κατά Ελλάδας (απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, Συλλογή 2009, σ. Ι-4369, σημείο 28).


36 – Το γεγονός ότι στο σημείο 167, πρώτο εδάφιο, των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Pressetext Nachrichtenagentur (παρατίθενται στην υποσημείωση 12) χρησιμοποιείται η έκφραση επέλευση της ζημίας αποτελεί παραδρομή του συντάκτη. Όπως προκύπτει από τα σημεία 169 και 171 των αυτών προτάσεων, το ορθό είναι ότι αρκεί ο ενδιαφερόμενος να έχει λάβει ή να έπρεπε να έχει λάβει γνώση της προβαλλόμενης παραβιάσεως της νομοθεσίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.


37 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις της 2ας Ιουνίου 2005, C‑15/04, Koppensteiner (Συλλογή 2005, σ. I‑4855, σκέψη 38) και Lämmerzahl (παρατίθεται στην υποσημείωση 15, σκέψη 63, δεύτερο εδάφιο).


38 – Βλ. τις σημερινές προτάσεις μου επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (παρατίθενται στην υποσημείωση 21, σημείο 75).


39 – Γενικώς, επί της αρχής της σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας, βλ. τις αποφάσεις της 10ης Απριλίου 1984, 14/83, Von Colson και Kamann (Συλλογή 1984, σ. 1891, σκέψη 26), της 5ης Οκτωβρίου 2004, C-397/01 έως C-403/01, Pfeiffer κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I-8835, σκέψη 113), και της 15ης Απριλίου 2008, C‑268/06, Impact (Συλλογή0 2008, σ. I‑2483, σκέψη 98)· ειδικώς επί της οδηγίας 89/665, βλ. περαιτέρω τις αποφάσεις Santex (σκέψη 63) και Lämmerzahl (σκέψη 62), που παρατίθενται στην υποσημείωση 15.


40 – Απόφαση Santex (παρατίθεται στην υποσημείωση 15, σκέψη 62).


41 – Βλ. τα σημεία 31 έως 46 των παρουσών προτάσεων.


42 – Βλ. αποφάσεις Pfeiffer (σκέψεις 118 και 119) και Impact (σκέψη 101), που παρατίθενται στην υποσημείωση 39.


43 – Η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστήριξε, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ότι η κατ’ ουσίαν όμοια ρύθμιση του ιρλανδικού δικαίου σχετικά με την προθεσμία (σύμφωνα με το άρθρο 84 A, παράγραφος 4, των Rules of the Superior Courts η προσφυγή πρέπει να ασκείται «όσο το δυνατόν ταχύτερα και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών») δεν αναπτύσσει τέτοιου είδους αποτελέσματα. Εντούτοις, στη διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης που βαίνει παράλληλα με την παρούσα διαδικασία, η Ιρλανδία επεσήμανε ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, είναι δυνατόν, σύμφωνα με το ιρλανδικό δίκαιο, να απορριφθεί μια προσφυγή λόγω παραγραφής, ακόμη και αν ασκήθηκε εντός της τρίμηνης προθεσμίας (βλ., συναφώς, τις σημερινές προτάσεις μου επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, παρατιθέμενες στην υποσημείωση 21, σημείο 70).


44 – Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου οι διάδικοι επικαλέστηκαν σχετικά, μεταξύ άλλων, την απόφαση του High Court of Justice (England and Wales), Queen’s Bench Division (δικαστής Cooke) της 4ης Νοεμβρίου 2004 επί της υποθέσεως M Holleran Ltd κατά Severn Trent Water Ltd, [2004] EWHC 2508 (Comm), [2005] EuLR 364.


45 – Στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις Universale-Bau κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 και ιδίως στη σκέψη 72)· Santex (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψεις 51 και 57) και Lämmerzahl (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 52)· γενικώς για τις διαδικαστικές λεπτομέρειες ένδικης προστασίας, βλ. την απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, C‑21/03 και C‑34/03, Fabricom (Συλλογή 2005, σ. I‑1559, σκέψη 42).


46 – Βλ. σημεία 47 έως 49 των εν λόγω προτάσεων, με παραπομπές στη νομολογία.


47 – Βλ. τις σημερινές προτάσεις μου επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (παρατίθενται στην υποσημείωση 21, σημείο 71).


48 – Βλ., συναφώς, τη νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 39.


49 – Απόφαση Santex (παρατίθεται στην υποσημείωση 15, σκέψη 62).


50 – Βλ., συναφώς, τα παραδείγματα που αναφέρω στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (παρατίθενται στην υποσημείωση 21, σημείο 68). Ακόμη και στη νομοθεσία περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων δεν είναι άγνωστη η έννοια μιας «υποχρεώσεως επιδείξεως επιμέλειας η οποία συνιστά, μάλλον, υποχρέωση λήψεως μέτρων παρά υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος» (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35 απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 68).


51 – Αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 239, σκέψη 24), Santex (παρατίθεται στην υποσημείωση 15, σκέψη 64) και Lämmerzahl (παρατίθεται στην υποσημείωση 15, σκέψη 63).