Language of document : ECLI:EU:C:2017:603

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NILS WAHL

της 26ης Ιουλίου 2017 (1)

Υπόθεση C‑230/16

Coty Germany GmbH

κατά

Parfümerie Akzente GmbH

[αίτηση του Oberlandesgericht Frankfurt am Main (Εφετείου Φρανκφούρτης επί του Μάιν, Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ – Επιλεκτική διανομή – Ρήτρα απαγορεύουσα στους εμπόρους λιανικής να χρησιμοποιούν μη εξουσιοδοτημένους τρίτους στο πλαίσιο της πωλήσεως μέσω Διαδικτύου – Ευεργέτημα της προβλεπόμενης στον κανονισμό (ΕΕ) 330/2010 απαλλαγής κατά κατηγορία – Άρθρο 4, στοιχεία βʹ και γʹ»






1.        Η αυξανόμενη χρησιμοποίηση, από ορισμένους διανομείς, αγορών (marketplaces) ή ηλεκτρονικών πλατφορμών ανεξάρτητων από τους παραγωγούς (2) οδήγησε αναπόφευκτα ορισμένες εθνικές αρχές και ορισμένα εθνικά δικαστήρια (3) να εξετάσουν τη δυνατότητα του προμηθευτή να απαγορεύει στους εξουσιοδοτημένους διανομείς δικτύου επιλεκτικής διανομής να χρησιμοποιούν μη εξουσιοδοτημένες τρίτες επιχειρήσεις.

2.        Χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαμορφωθείσας καταστάσεως αποτελεί η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, με την οποία ζητείται να επανεξεταστεί η νομιμότητα, υπό το πρίσμα των κανόνων ανταγωνισμού, των συστημάτων επιλεκτικής διανομής με γνώμονα τις πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου, των οποίων οι ενδεχόμενες οικονομικές συνέπειες δεν πρέπει να υποτιμώνται (4).

3.        Με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Oberlandesgericht Frankfurt am Main (Εφετείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, Γερμανία) ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθώς και το άρθρο 4, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 330/2010 (5).

4.        Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Coty Germany GmbH, κορυφαίου προμηθευτή πολυτελών καλλυντικών στη Γερμανία, και της Parfümerie Akzente GmbH, εξουσιοδοτημένου διανομέα των εν λόγω προϊόντων, με αντικείμενο την απαγόρευση που επιβλήθηκε από την πρώτη στη δεύτερη να χρησιμοποιεί, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, τρίτες μη εξουσιοδοτημένες επιχειρήσεις για την πώληση μέσω Διαδικτύου των προϊόντων που καλύπτει η σύμβαση.

5.        Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν και σε ποιο μέτρο επιλεκτικό σύστημα διανομής, το οποίο έχει ως αντικείμενο τη διανομή πολυτελών προϊόντων και προϊόντων γοήτρου και αποσκοπεί πρωτίστως στη διαφύλαξη της «εικόνας πολυτέλειας» των προϊόντων, συνιστά στοιχείο ανταγωνισμού το οποίο συνάδει με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο καλείται να καθορίσει αν συνάδει με την ως άνω διάταξη μια γενική απαγόρευση προς τα μέλη ενός επιλεκτικού συστήματος διανομής που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, τρίτες επιχειρήσεις για την πραγματοποίηση πωλήσεων μέσω Διαδικτύου, χωρίς να έχει σημασία το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει απόκλιση από τις θεμιτές απαιτήσεις του παραγωγού ως προς την ποιότητα. Επιπλέον, ζητείται να καθορίσει το Δικαστήριο αν το άρθρο 4, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 330/2010 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια τέτοια απαγόρευση συνιστά τον λεγόμενο περιορισμό «εξ αντικειμένου» όσον αφορά τον κύκλο των πελατών του εμπόρου λιανικής και/ή τις παθητικές πωλήσεις προς τους τελικούς χρήστες.

6.        Συναφώς, η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να διευκρινίσει αν η απόφαση Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (6), η οποία, όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, αποτέλεσε αντικείμενο αποκλινουσών μεταξύ τους ερμηνειών από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και από τα εθνικά δικαστήρια, μετέβαλε ριζικά την αντίληψη, λαμβανομένων υπόψη των κατά το δίκαιο της Ένωσης κανόνων ανταγωνισμού, για τους βασισμένους σε κριτήρια ποιότητας περιορισμούς που χαρακτηρίζουν κάθε σύστημα επιλεκτικής διανομής.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο κανονισμός 330/2010

7.        Οι αιτιολογικές σκέψεις 3 έως 5 του κανονισμού 330/2010 έχουν ως εξής:

«(3)      Οι κατηγορίες συμφωνιών που μπορεί να θεωρηθούν ότι πληρούν κατά κανόνα τις προϋποθέσεις του άρθρου 101, παράγραφος 3, [ΣΛΕΕ] περιλαμβάνουν κάθετες συμφωνίες για την αγορά ή την πώληση αγαθών ή υπηρεσιών, εφόσον αυτές συνάπτονται μεταξύ μη ανταγωνιζομένων επιχειρήσεων, μεταξύ ορισμένων ανταγωνιζομένων επιχειρήσεων ή από ορισμένες ενώσεις λιανοπωλητών αγαθών. Περιλαμβάνει επίσης κάθετες συμφωνίες με παρεπόμενες ρήτρες σχετικά με την κτήση ή τη χρήση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Ο όρος “κάθετες συμφωνίες” πρέπει να περιλαμβάνει και τις αντίστοιχες εναρμονισμένες πρακτικές.

(4)      Για την εφαρμογή, με έκδοση κανονισμού, του άρθρου 101, παράγραφος 3, [ΣΛΕΕ] δεν είναι αναγκαίο να ορισθούν ρητά εκείνες οι κάθετες συμφωνίες που δύνανται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101, παράγραφος 1, [ΣΛΕΕ]. Κατά την ατομική αξιολόγηση των συμφωνιών σύμφωνα με το άρθρο 101, παράγραφος 1, [ΣΛΕΕ], πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφορες παράμετροι, και ιδίως η δομή της αγοράς από πλευράς εφοδιασμού και προμήθειας.

(5)      Το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορία που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό πρέπει να περιορισθεί στις κάθετες εκείνες συμφωνίες για τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί με επαρκή βαθμό βεβαιότητας ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 101, παράγραφος 3, [ΣΛΕΕ].»

8.        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 330/2010 ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

α)      “κάθετες συμφωνίες”, οι συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές που συνάπτονται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων καθεμία εκ των οποίων δραστηριοποιείται, για τους σκοπούς της συμφωνίας ή της εναρμονισμένης πρακτικής, σε διαφορετικό επίπεδο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής, και που αφορούν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα μέρη δύνανται να προμηθεύονται, να πωλούν ή να μεταπωλούν ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες·

β)      “κάθετοι περιορισμοί”, περιορισμοί του ανταγωνισμού σε κάθετες συμφωνίες που εμπίπτουν στο πεδίο του άρθρου 101, παράγραφος 1, [ΣΛΕΕ]·

[...]

ε)      “σύστημα επιλεκτικής διανομής”, σύστημα διανομής στο οποίο ο προμηθευτής αναλαμβάνει να πωλεί τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες, άμεσα ή έμμεσα, μόνο σε επιλεγμένους διανομείς με βάση ορισμένα κριτήρια και εφόσον οι διανομείς αυτοί αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην πωλούν τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες σε μη εξουσιοδοτημένους διανομείς στη συγκεκριμένη περιοχή εντός της οποίας ο προμηθευτής εφαρμόζει το σύστημα αυτό·

[...]».

9.        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Σύμφωνα με το άρθρο 101, παράγραφος 3, [ΣΛΕΕ], και με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, το άρθρο 101, παράγραφος 1, [ΣΛΕΕ] κηρύσσεται ανεφάρμοστο στις κάθετες συμφωνίες.

Η εν λόγω απαλλαγή εφαρμόζεται στον βαθμό που οι εν λόγω συμφωνίες περιλαμβάνουν κάθετους περιορισμούς.»

10.      Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού:

«Η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 εφαρμόζεται υπό τον όρο ότι το μερίδιο αγοράς του προμηθευτή δεν υπερβαίνει το 30 % της σχετικής αγοράς στην οποία πωλεί τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες και το μερίδιο αγοράς του αγοραστή δεν υπερβαίνει το 30 % της σχετικής αγοράς στην οποία αγοράζει τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες.»

11.      Επιγραφόμενο «Περιορισμοί που οδηγούν στην άρση του ευεργετήματος της απαλλαγής κατά κατηγορία – περιορισμοί ιδιαίτερης σοβαρότητας», το άρθρο 4 του κανονισμού 330/2010 ορίζει τα εξής:

«Η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 δεν ισχύει για τις κάθετες συμφωνίες οι οποίες, άμεσα ή έμμεσα, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που υπόκεινται στον έλεγχο των μερών, έχουν ως αντικείμενο:

[...]

β)      τον περιορισμό όσον αφορά την περιοχή στην οποία, ή τους πελάτες στους οποίους, ένας αγοραστής που συμμετέχει στη συμφωνία δύναται, με την επιφύλαξη περιορισμού στον τόπο της εγκατάστασής του, να πωλεί τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες, εκτός αν πρόκειται:

[...]

iii)      για περιορισμό των πωλήσεων από τα μέλη επιλεκτικού συστήματος διανομής σε μη εξουσιοδοτημένους διανομείς στη συγκεκριμένη περιοχή εντός της οποίας ο προμηθευτής εφαρμόζει το σύστημα αυτό, και

[...]

γ)      τον περιορισμό των ενεργητικών ή παθητικών πωλήσεων σε τελικούς χρήστες από τα μέλη επιλεκτικού συστήματος διανομής που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα απαγόρευσης σε μέλος του δικτύου να ασκεί τις δραστηριότητές του από μη εγκεκριμένο σημείο εγκατάστασης·

[...]».

 Οι κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς

12.      Κατά το σημείο 51 των κατευθυντήριων γραμμών για τους κάθετους περιορισμούς (7), τις οποίες η Επιτροπή δημοσίευσε μαζί με την έκδοση του κανονισμού 330/2010, ως «παθητικές πωλήσεις» νοούνται η ανταπόκριση στη ζήτηση που εκφράζεται αυτοβούλως από επιμέρους πελάτες, περιλαμβανομένης της παραδόσεως αγαθών ή υπηρεσιών σε αυτούς.

13.      Κατά το σημείο 52 των κατευθυντήριων γραμμών, το Διαδίκτυο είναι ισχυρό μέσο για την προσέγγιση περισσότερων και διαφορετικών πελατών σε σχέση με τους πελάτες που προσεγγίζονται με τη χρήση μόνο πιο παραδοσιακών μεθόδων πωλήσεως, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ορισμένοι περιορισμοί όσον αφορά τη χρήση του Διαδικτύου αντιμετωπίζονται ως περιορισμοί (μετα)πωλήσεως. Στην τρίτη περίοδο του σημείου 52 επισημαίνεται ότι, εν γένει, η κατοχή ιστοτόπου θεωρείται μορφή παθητικής πωλήσεως, δεδομένου ότι αποτελεί εύλογο τρόπο για να μπορούν οι πελάτες να προσεγγίσουν τον διανομέα.

14.      Στο σημείο 54 των κατευθυντήριων γραμμών εκτίθενται τα εξής:

«Βάσει του κανονισμού [330/2010], ο προμηθευτής μπορεί ωστόσο να απαιτήσει ποιοτικές προδιαγραφές όσον αφορά τη χρήση διαδικτυακού τόπου με σκοπό τη μεταπώληση των προϊόντων του, όπως ακριβώς μπορεί να απαιτήσει ποιοτικές προδιαγραφές για ένα κατάστημα ή για πώληση μέσω καταλόγου ή για τη διαφήμιση και την προώθηση γενικότερα. Αυτό μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία για την επιλεκτική διανομή. Βάσει της απαλλαγής κατά κατηγορία, ο προμηθευτής μπορεί για παράδειγμα να απαιτεί από τους διανομείς του να διαθέτουν ένα ή περισσότερα παραδοσιακά καταστήματα ως όρο για να γίνουν μέλη του συστήματος διανομής του. […] Με τον ίδιο τρόπο, ο προμηθευτής μπορεί να απαιτεί από τους διανομείς του να χρησιμοποιούν αποκλειστικά πλατφόρμες τρίτων για την διανομή των συμβατικών προϊόντων μόνο με βάση τα πρότυπα και τους όρους που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του προμηθευτή και των διανομέων του όσον αφορά τη χρήση του Διαδικτύου από τους εν λόγω διανομείς. Παραδείγματος χάρη, στην περίπτωση που ο διαδικτυακός τόπος του διανομέα φιλοξενείται από πλατφόρμα τρίτου, ο προμηθευτής μπορεί να απαιτεί να μην εισέρχονται οι πελάτες στον διαδικτυακό τόπο του διανομέα μέσω διαδικτυακού τόπου που φέρει το όνομα ή τον λογότυπο της πλατφόρμας του εν λόγω τρίτου.»

15.      Στο σημείο 56 των κατευθυντήριων γραμμών, εξηγείται ότι ο ιδιαίτερης σοβαρότητας περιορισμός που περιγράφεται στο άρθρο 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 330/2010 αφορά τον περιορισμό των ενεργητικών ή παθητικών πωλήσεων στους τελικούς χρήστες, είτε πρόκειται για επαγγελματίες τελικούς χρήστες είτε για τελικούς καταναλωτές, από τα μέλη δικτύου επιλεκτικής διανομής, με την επιφύλαξη της δυνατότητας να απαγορεύεται σε μέλος του δικτύου να ασκεί τη δραστηριότητά του σε μη εξουσιοδοτημένο κατάστημα. Στην τρίτη περίοδο του ως άνω σημείου 56, διευκρινίζεται ότι, σε ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής, ο διανομέας είναι ελεύθερος να πωλεί, τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά, σε όλους τους τελικούς χρήστες, ακόμη και με τη βοήθεια του Διαδικτύου. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ως ιδιαίτερης σοβαρότητας περιορισμό κάθε υποχρέωση που επιβάλλεται στους εξουσιοδοτημένους διανομείς με σκοπό να τους αποτρέψει να χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο για να προσεγγίσουν περισσότερους και διαφορετικούς πελάτες θέτοντας για τις πωλήσεις μέσω Διαδικτύου κριτήρια τα οποία δεν είναι στο σύνολό τους ισοδύναμα με τα κριτήρια που επιβάλλονται για τις πωλήσεις από τα παραδοσιακά καταστήματα.

16.      Τέλος, στο σημείο 176 των κατευθυντήριων γραμμών εκτίθεται ότι τόσο οι συμφωνίες ποιοτικής επιλεκτικής διανομής όσο και οι συμφωνίες ποσοτικής επιλεκτικής διανομής απαλλάσσονται βάσει του κανονισμού 330/2010 και ότι η εν λόγω απαλλαγή εφαρμόζεται «ανεξάρτητα από τη φύση του σχετικού προϊόντος και ανεξάρτητα από τη φύση των κριτηρίων επιλογής». Πάντως, όταν η επιλεκτική διανομή ή τα εφαρμοζόμενα κριτήρια δεν απαιτούνται λόγω των χαρακτηριστικών του προϊόντος, επί παραδείγματι όταν οι διανομείς υποχρεώνονται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα καταστήματα συμβατικού τύπου ή να παρέχουν ειδικές υπηρεσίες, αυτό το σύστημα διανομής δεν οδηγεί εν γένει σε επαρκείς βελτιώσεις της αποτελεσματικότητας που θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν μια αισθητή μείωση του ενδοσηματικού ανταγωνισμού. Αν διαπιστωθούν αποτελέσματα που περιορίζουν αισθητά τον ανταγωνισμό, είναι πιθανή η άρση του ευεργετήματος του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορίες.

 Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

17.      H Coty Germany συγκαταλέγεται στους κορυφαίους προμηθευτές πολυτελών καλλυντικών στη Γερμανία. Εμπορεύεται ορισμένα σήματα του εν λόγω τομέα μέσω δικτύου επιλεκτικής διανομής, βάσει συμβάσεως διανομής η οποία χρησιμοποιείται με ομοιόμορφο τρόπο στην Ευρώπη από την ίδια και από τις συνδεδεμένες με αυτήν εταιρίες. Την εν λόγω σύμβαση συμπληρώνουν διάφορες ειδικές συμβάσεις με αντικείμενο την οργάνωση του εν λόγω δικτύου.

18.      Η Parfümerie Akzente πωλεί επί μακρόν, ως εξουσιοδοτημένος έμπορος λιανικής, τα προϊόντα της Coty Germany, τόσο σε φυσικά σημεία πωλήσεως όσο και μέσω Διαδικτύου. Η πώληση μέσω Διαδικτύου πραγματοποιείται εν μέρει μέσω ηλεκτρονικού καταστήματος που ανήκει στην ίδια και εν μέρει μέσω της πλατφόρμας «amazon.de».

19.      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, στο προοίμιο της συμβάσεως επιλεκτικής διανομής, η Coty Germany δικαιολογεί το σύστημά της επιλεκτικής διανομής ως εξής: «ο χαρακτήρας των εμπορικών σημάτων της Coty Prestige απαιτεί την επιλεκτική τους διανομή προς διαφύλαξη της πολυτελούς εικόνας των σημάτων αυτών».

20.      Συναφώς, όσον αφορά τα φυσικά σημεία πωλήσεως, στη σύμβαση επιλεκτικής διανομής προβλέπεται ότι κάθε επιμέρους κατάστημα του διανομέα πρέπει να είναι εγκεκριμένο από την Coty Germany, για τη δε έγκριση πρέπει να ικανοποιούνται ορισμένες απαιτήσεις σχετικά με τον περιβάλλοντα χώρο, τον εξοπλισμό και τη διαρρύθμιση του κάθε καταστήματος, οι οποίες απαριθμούνται στο άρθρο 2 της εν λόγω συμβάσεως.

21.      Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 3, της συμβάσεως διανομής, «ο εξοπλισμός και η διαρρύθμιση του καταστήματος, η προσφορά προϊόντων, η διαφήμιση και η παρουσίαση στους αγοραστές πρέπει να αναδεικνύουν και να ενισχύουν τον πολυτελή χαρακτήρα των σημάτων της Coty Prestige. Κατά την αξιολόγηση του κριτηρίου αυτού, λαμβάνονται υπόψη ιδίως η πρόσοψη, καθώς και η εσωτερική διαμόρφωση, τα δάπεδα, η τοιχοποιία, οι οροφές, η επίπλωση και το εμβαδόν του χώρου πωλήσεων, όπως επίσης ο φωτισμός και η γενική εντύπωση τάξεως και καθαριότητας».

22.      Στο άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 6, της συμβάσεως διανομής διευκρινίζεται ότι «η σήμανση του καταστήματος, είτε με την επωνυμία της επιχειρήσεως είτε με πρόσθετα στοιχεία ή διαφημιστικά συνθήματα, δεν πρέπει να δίνει την εντύπωση μιας περιορισμένης ποικιλίας προϊόντων, χαμηλής ποιότητας εξοπλισμού ή ανεπάρκειας ως προς την παροχή συμβουλών, ενώ πρέπει να τοποθετείται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην επικαλύπτει τα διακοσμητικά στοιχεία και τις επιφάνειες εκθέσεως του διανομέα».

23.      Εξάλλου, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, της συμπληρωματικής συμφωνίας σχετικά με τις πωλήσεις μέσω Διαδικτύου, η οποία συγκαταλέγεται στις συναφθείσες μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης συμβάσεις, «απαγορεύεται στον διανομέα να χρησιμοποιεί άλλη επωνυμία ή να χρησιμοποιεί τρίτη επιχείρηση στην οποία δεν έχει παρασχεθεί εξουσιοδότηση».

24.      Τον Μάρτιο του 2012, η Coty Germany αναμόρφωσε τις συμβάσεις του δικτύου που ρυθμίζουν την επιλεκτική διανομή, καθώς και την ως άνω συμπληρωματική συμφωνία, προβλέποντας στη ρήτρα I, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω συμπληρωματικής συμφωνίας ότι «[...] επιτρέπεται στον εξουσιοδοτημένο διανομέα να προσφέρει και να πωλεί τα προϊόντα μέσω Διαδικτύου, υπό τον όρο όμως ότι ο εν λόγω διανομέας ασκεί τη διαδικτυακή δραστηριότητά του υπό τη μορφή “ηλεκτρονικής βιτρίνας” του εξουσιοδοτημένου καταστήματός του, διασφαλιζομένου του πολυτελούς χαρακτήρα των προϊόντων». Επιπλέον, η ρήτρα I, παράγραφος 1, σημείο 3, της εν λόγω συμπληρωματικής συμφωνίας ρητώς απαγορεύει τη χρήση άλλης εμπορικής ονομασίας, καθώς και τη χρησιμοποίηση, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, τρίτης επιχειρήσεως η οποία δεν είναι εξουσιοδοτημένος διανομέας της Coty Prestige. Στην υποσημείωση που συνοδεύει τη συγκεκριμένη ρήτρα, διευκρινίζεται ότι «[α]ντίστοιχα απαγορεύεται στον εξουσιοδοτημένο διανομέα να οργανώνει συνεργασίες με τρίτους, εφόσον οι συνεργασίες αυτές αφορούν την εκμετάλλευση του ιστοτόπου και φαίνονται προς τα έξω».

25.      Δεδομένου ότι η Parfümerie Akzente αρνήθηκε να εγκρίνει τις ως άνω τροποποιήσεις στη σύμβαση διανομής, η Coty Germany άσκησε αγωγή ενώπιον εθνικού πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με αίτημα να απαγορευθεί στην Parfümerie Akzente η διανομή των προϊόντων του επίμαχου σήματος μέσω της πλατφόρμας «amazon.de», κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω ρήτρας I, παράγραφος 1, σημείο 3.

26.      Με απόφαση της 31ης Ιουλίου 2014, το αρμόδιο εθνικό πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ήτοι το Landgericht Frankfurt am Main (Πρωτοδικείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν, Γερμανία), απέρριψε την αγωγή με το σκεπτικό ότι η επίμαχη συμβατική ρήτρα αντιβαίνει στο άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και στο άρθρο 1 του Gesetz gegen Wettbewerbsbeschränkungen (νόμου κατά των περιορισμών του ανταγωνισμού).

27.      Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο αυτό δικαστήριο εκτίμησε ότι ο στόχος διαφυλάξεως της εικόνας γοήτρου ενός σήματος δεν μπορεί να δικαιολογήσει, κατά την απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (C‑439/09, EU:C:2011:649), την καθιέρωση συστήματος επιλεκτικής διανομής, που εξ ορισμού είναι περιοριστικό του ανταγωνισμού. Κατά το εθνικό πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η επίμαχη συμβατική ρήτρα συνιστά επίσης περιορισμό ιδιαίτερης σοβαρότητας, κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 330/2010 και, επομένως, βάσει του κανονισμού αυτού δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής κατά κατηγορία.

28.      Επιπλέον, πάντοτε κατά το εθνικό πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση ατομικής απαλλαγής, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η γενική απαγόρευση των διαδικτυακών πωλήσεων μέσω πλατφόρμας τρίτου βελτιώνει σε τέτοιο βαθμό την αποτελεσματικότητα ώστε να αντισταθμίζει τα μειονεκτήματα που η επίμαχη ρήτρα συνεπάγεται για τον ανταγωνισμό. Το εν λόγω δικαστήριο εκτίμησε ότι η γενική απαγόρευση που προβλέπεται στην εν λόγω ρήτρα δεν είναι αναγκαία, δεδομένου ότι υπάρχουν άλλα, εξίσου κατάλληλα μέτρα, τα οποία όμως περιορίζουν λιγότερο τον ανταγωνισμό, όπως η εφαρμογή ειδικών κριτηρίων ποιότητας για τις πλατφόρμες τρίτων.

29.      Ακριβώς υπό τις συνθήκες αυτές, και στο πλαίσιο της εφέσεως που η Coty Germany άσκησε κατά της αποφάσεως του εθνικού πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το Oberlandesgericht Frankfurt am Main (Εφετείο Φρανκφούρτης επί του Μάιν) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Μπορεί ένα επιλεκτικό σύστημα διανομής, το οποίο έχει ως αντικείμενο τη διανομή πολυτελών προϊόντων και προϊόντων γοήτρου και αποσκοπεί πρωτίστως στη διαφύλαξη της “εικόνας πολυτέλειας” των προϊόντων, να συνιστά στοιχείο ανταγωνισμού που συνάδει με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:

Μπορεί να συνιστά στοιχείο ανταγωνισμού που συνάδει με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ μια γενική απαγόρευση προς τα μέλη ενός επιλεκτικού συστήματος διανομής που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, τρίτες επιχειρήσεις για την πραγματοποίηση πωλήσεων μέσω Διαδικτύου, χωρίς να έχει σημασία το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει απόκλιση από τις θεμιτές απαιτήσεις του παραγωγού ως προς την ποιότητα;

3)      Έχει το άρθρο 4, στοιχείο βʹ, του κανονισμού [330/2010] την έννοια ότι η απαγόρευση προς τα μέλη ενός επιλεκτικού συστήματος διανομής που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, τρίτες επιχειρήσεις για την πραγματοποίηση πωλήσεων μέσω Διαδικτύου, συνιστά περιορισμό λόγω αντικειμένου όσον αφορά τον κύκλο των πελατών του εμπόρου λιανικής;

4)      Έχει το άρθρο 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού [330/2010] την έννοια ότι η απαγόρευση προς τα μέλη ενός επιλεκτικού συστήματος διανομής που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, τρίτες επιχειρήσεις για την πραγματοποίηση πωλήσεων μέσω Διαδικτύου συνιστά περιορισμό λόγω αντικειμένου των παθητικών πωλήσεων προς τους τελικούς χρήστες;»

30.      Παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο η Coty Germany, η Parfümerie Akzente, η Γερμανική, η Γαλλική, η Ιταλική, η Λουξεμβουργιανή, η Ολλανδική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.

31.      Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 30 Μαρτίου 2017 έλαβαν μέρος η Coty Germany, η Parfümerie Akzente, η Γερμανική, η Γαλλική, η Ιταλική, η Λουξεμβουργιανή, η Ολλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.

 Ανάλυση

 Εισαγωγικές και γενικές παρατηρήσεις σχετικά με τις αρχές που πρέπει να διέπουν την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ στα συστήματα επιλεκτικής διανομής

32.      Γενικά, σκοπός των κανόνων ανταγωνισμού –και ιδίως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ– είναι η αποφυγή των στρεβλώσεων του «ανταγωνισμού», διευκρινιζομένου ότι ο ανταγωνισμός, ο οποίος συντελεί στην προώθηση της οικονομικής αποδοτικότητας και, τελικώς, στην ευημερία των καταναλωτών, πρέπει όχι μόνο να καθιστά εφικτή την καθιέρωση των χαμηλότερων δυνατών τιμών, αλλά και να αποτελεί όχημα για την παροχή ποικιλίας επιλογών όσον αφορά τα προϊόντα, για τη βελτιστοποίηση της ποιότητάς τους και των παρεχόμενων υπηρεσιών και για την παρότρυνση της καινοτομίας. Το ευρωπαϊκό δίκαιο του ανταγωνισμού δεν αντιλαμβάνεται τον ανταγωνισμό μέσω των τιμών ως το μοναδικό εφικτό μοντέλο ανταγωνισμού.

33.      Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε από πολύ νωρίς ότι, όσο σημαντικός και αν είναι ο ανταγωνισμός μέσω των τιμών, δεν είναι η μοναδική αποτελεσματική μορφή ανταγωνισμού ούτε η μορφή ανταγωνισμού στην οποία πρέπει σε κάθε περίπτωση να δίδεται απόλυτη προτεραιότητα (8). Συγκεκριμένα, υπάρχουν θεμιτές ανάγκες, όπως η διατήρηση ενός εξειδικευμένου εμπορίου που να είναι σε θέση να παρέχει συγκεκριμένες υπηρεσίες για προϊόντα υψηλής ποιότητας και τεχνικής, οι οποίες δικαιολογούν τον περιορισμό του ανταγωνισμού μέσω των τιμών υπέρ του ανταγωνισμού βάσει άλλων στοιχείων πλην των τιμών (9).

34.      Ακριβώς με αυτό ως προκείμενη πρέπει να εξετάζονται τα συστήματα επιλεκτικής διανομής.

35.      Τα συστήματα επιλεκτικής διανομής ορίζονται ως συστήματα διανομής στα οποία, αφενός, ο προμηθευτής (ο οποίος συχνά χαρακτηρίζεται ως «επικεφαλής του δικτύου») αναλαμβάνει τη δέσμευση να πωλεί τα καλυπτόμενα από τη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες μόνο σε επιλεγμένους με βάση συγκεκριμένα κριτήρια διανομείς και, αφετέρου, οι εν λόγω διανομείς αναλαμβάνουν τη δέσμευση να μην πωλούν τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες σε μη εξουσιοδοτημένους διανομείς στη συγκεκριμένη περιοχή εντός της οποίας ο προμηθευτής εφαρμόζει το σύστημα αυτό (10).

36.      Γίνεται παγίως δεκτό, από την απόφαση Consten και Grundig κατά Επιτροπής (11) και μετά, ότι συμφωνία κάθετου χαρακτήρα, συναφθείσα μεταξύ επιχειρήσεων που δεν βρίσκονται σε σχέση ισότητας μεταξύ τους, είναι ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό μεταξύ αυτών ή μεταξύ μιας εξ αυτών και τρίτων. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ προοιμίου το ενδεχόμενο ρήτρες περιλαμβανόμενες σε συμβάσεις επιλεκτικής διανομής να συνεπάγονται περιορισμούς του ανταγωνισμού οι οποίοι μπορεί να εμπίπτουν ειδικά στην απαγόρευση των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπράξεων. Όσον αφορά αυτή καθ’ εαυτήν τη δυνατότητα εφαρμογής του δικαίου των συμπράξεων στον ορισμό των κριτηρίων επιλογής που έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο των δικτύων διανομής, δεν αμφισβητείται ότι η εν λόγω επιλογή, εφόσον απορρέει από τις ρήτρες των συμβάσεων μεταξύ του επικεφαλής του δικτύου και των εξουσιοδοτημένων διανομέων του, δύναται να εμπίπτει στην απαγόρευση των συμπράξεων (12).

37.      Πάντως, το Δικαστήριο συνεχώς αντιμετώπιζε με προσοχή τα βασισμένα σε κριτήρια ποιότητας συστήματα επιλεκτικής διανομής (13). Έτσι, από τη διάσημη απόφασή του στην υπόθεση Metro SB-Großmärkte κατά Επιτροπής (14) και μετά, σαφώς αναγνωρίζει τη νομιμότητα, με γνώμονα το δίκαιο των συμπράξεων, των βασισμένων σε κριτήρια ποιότητας συστημάτων επιλεκτικής διανομής.

38.      Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι η απαίτηση ανόθευτου ανταγωνισμού επιτρέπει διαφορές ως προς το είδος και την ένταση του ανταγωνισμού ανάλογα με τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες και με την οικονομική διάρθρωση του εκάστοτε τομέα της αγοράς. Ειδικότερα, η διάρθρωση της αγοράς δεν εμποδίζει την ύπαρξη ποικίλων διαύλων διανομής προσαρμοσμένων στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διάφορων κατασκευαστών και στις ανάγκες των διάφορων κατηγοριών καταναλωτών. Στη συλλογιστική του, το Δικαστήριο δέχθηκε, εμμέσως αλλά κατ’ ανάγκην, ότι μείωση του ανταγωνισμού μεταξύ προϊόντων του ίδιου σήματος («intra-brand competition») μπορεί να επιτρέπεται όταν είναι απαραίτητη για την παρότρυνση του ανταγωνισμού μεταξύ σημάτων («inter-brand competition»).

39.      Έτσι, το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ’ επανάληψη ότι μπορεί να διαπιστωθεί ότι τα εν λόγω συστήματα συνάδουν με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εφόσον η επιλογή των μεταπωλητών πραγματοποιείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ποιοτικού χαρακτήρα, τα οποία καθορίζονται ομοιόμορφα και εφαρμόζονται χωρίς δυσμενείς διακρίσεις.

40.      Επιπλέον, σε προέκταση ορισμένων προσανατολισμών της θεωρίας (15), οι οποίοι στηρίχθηκαν σε αναλύσεις οικονομολόγων (16), επικράτησε σταδιακά η άποψη, ιδίως κατά την επεξεργασία μιας νέας γενιάς κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία, ότι τα συστήματα επιλεκτικής διανομής, εν γένει, έχουν θετικά αποτελέσματα εξ απόψεως ανταγωνισμού.

41.      Η εξέλιξη αυτή, η οποία δεν χαρακτηρίζει μόνο το ενωσιακό δίκαιο του ανταγωνισμού (17), βασίζεται ειδικότερα στις ακόλουθες διαπιστώσεις.

42.      Πρώτον, κατά το μέρος που συντελούν στην παροχή εξουσιοδοτήσεως στους διανομείς ορισμένων προϊόντων βάσει κριτηρίων ποιότητας τα οποία απαιτούνται από τη φύση των εν λόγω προϊόντων, τα συστήματα επιλεκτικής διανομής ευνοούν και προστατεύουν την ανάπτυξη της εικόνας γοήτρου του σήματος («brand image»). Συνιστούν παράγοντα παροτρύνσεως του ανταγωνισμού μεταξύ των προμηθευτών προϊόντων σήματος, ήτοι του ανταγωνισμού μεταξύ σημάτων, υπό την έννοια ότι παρέχουν στους κατασκευαστές τη δυνατότητα να οργανώνουν αποτελεσματικά τη διανομή των προϊόντων τους και να ικανοποιούν τους καταναλωτές.

43.      Τα συστήματα επιλεκτικής διανομής είναι, ιδίως για τα προϊόντα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όχημα για τη διείσδυση στις αγορές. Συγκεκριμένα, τα σήματα, και ιδίως τα πολυτελή σήματα, αντλούν την υπεραξία τους από τη σταθερή αντίληψη των καταναλωτών για την υψηλή τους ποιότητα και την αποκλειστικότητά τους όσον αφορά την παρουσίαση και την εμπορία τους. Πάντως, η σταθερή αυτή αντίληψη δεν μπορεί να διασφαλίζεται όταν η διανομή των προϊόντων δεν πραγματοποιείται από την ίδια επιχείρηση. Ο λόγος υπάρξεως των συστημάτων επιλεκτικής διανομής είναι ότι παρέχουν τη δυνατότητα επεκτάσεως της διανομής ορισμένων προϊόντων, ιδίως σε γεωγραφικές περιοχές οι οποίες είναι απομακρυσμένες από τις περιοχές παραγωγής τους, διατηρώντας την εν λόγω σταθερή αντίληψη μέσω της επιλογής των επιχειρήσεων που εξουσιοδοτούνται να διανέμουν τα προϊόντα που καλύπτει η σύμβαση.

44.      Δεύτερον, από την άποψη του ανταγωνισμού μεταξύ προϊόντων του ίδιου σήματος, λόγω της ισότητας μεταξύ των εξουσιοδοτημένων διανομέων που προκύπτει από την, κατ’ αρχήν αντικειμενική και χωρίς δυσμενείς διακρίσεις, εφαρμογή κριτηρίων επιλογής ποιοτικού χαρακτήρα, η επιλεκτική διανομή δύναται, αναμφίβολα, να οδηγήσει στην υποβολή του συνόλου των επιχειρήσεων μελών του δικτύου επιλεκτικής διανομής σε παρόμοιους όρους ανταγωνισμού και, επομένως, σε δυνητική μείωση τόσο του αριθμού των διανομέων των προϊόντων που καλύπτει η σύμβαση όσο και του ανταγωνισμού μεταξύ προϊόντων του ίδιου σήματος, ιδίως ως προς τις τιμές. Πάντως, παραδόξως, όσο πιο αυστηρά είναι τα κριτήρια επιλογής που επιβάλλει ο προμηθευτής τόσο περισσότερο αυτός εκτίθεται, λόγω της συνακόλουθης μειώσεως της διανομής των προϊόντων, σε απώλεια μεριδίου αγοράς και πελατείας. Ως εκ τούτου, και εκτός αν διαθέτει σημαντική «ισχύ στην αγορά», ο επικεφαλής του δικτύου προμηθευτής οδηγείται, κατ’ αρχήν, σε «αυτορρύθμιση» της συμπεριφοράς του κατά τρόπο που συνάδει με τους κανόνες ανταγωνισμού.

45.      Επομένως, δύναται να θεωρηθεί ότι τα συστήματα επιλεκτικής διανομής παράγουν, εν γένει, ουδέτερα ή ακόμη και επωφελή αποτελέσματα εξ απόψεως ανταγωνισμού.

46.      Πρέπει να υπομνησθεί ότι η συμμόρφωση των συστημάτων επιλεκτικής διανομής με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ βασίζεται, τελικώς, στην αντίληψη ότι μπορεί να είναι θεμιτό να δίνεται έμφαση όχι στον ανταγωνισμό «μέσω των τιμών» αλλά στον ανταγωνισμό με βάση άλλα στοιχεία ποιοτικού χαρακτήρα. Επομένως, η αναγνώριση της συμμορφώσεως δεν μπορεί να περιορίζεται στα προϊόντα που έχουν συγκεκριμένα υλικά χαρακτηριστικά. Καθοριστικό στοιχείο για τον προσδιορισμό της υπάρξεως ή μη περιορισμού του ανταγωνισμού δεν είναι τόσο οι εγγενείς ιδιότητες των επίμαχων προϊόντων όσο το γεγονός ότι ο περιορισμός είναι αναγκαίος για τη διατήρηση της καλής λειτουργίας του συστήματος διανομής, το οποίο προορίζεται ακριβώς να διαφυλάξει την εικόνα γοήτρου του σήματος ή ποιότητας των προϊόντων που καλύπτει η σύμβαση.

47.      Εν συνόψει, μολονότι, κατόπιν μιας εξετάσεως που ήταν επιφανειακή και τυπολατρική, ορισμένες συμβατικές υποχρεώσεις οι οποίες επιβάλλονταν στους εμπόρους λιανικής στο πλαίσιο των συστημάτων επιλεκτικής διανομής ευχερώς εξομοιώθηκαν, στο μέτρο που περιόριζαν την εμπορική ελευθερία των συγκεκριμένων διανομέων, με δυνητικούς περιορισμούς του ανταγωνισμού, εντούτοις πολύ γρήγορα επιβεβαιώθηκε, τόσο στη νομολογία που διαμορφώθηκε από την απόφαση Metro SB-Großmärkte κατά Επιτροπής (18) και μετά όσο και στην εφαρμοστέα νομοθεσία περί απαλλαγής κατά κατηγορία, ότι ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής το οποίο βασίζεται σε κριτήρια ποιότητας δύναται, υπό ορισμένες συνθήκες, να έχει αποτελέσματα ευνοϊκά για τον ανταγωνισμό και, επομένως, να μην εμπίπτει στην κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαγόρευση των συμπράξεων.

48.      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 101 ΣΛΕΕ δεν έχει σκοπό να περιγράψει ή να απαγορεύσει ορισμένες συμβατικές υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται ελεύθερα, όπως αυτές που απορρέουν από τη σύμβαση που συνδέει έναν διανομέα με τον προμηθευτή του, αλλά στην ουσία αφορά τις οικονομικές συνέπειες των συγκεκριμένων συμπεριφορών εξ απόψεως ανταγωνισμού. Επίσης, το γεγονός ότι μια συμφωνία επιλεκτικής διανομής μπορεί, ενδεχομένως, να επιφέρει ανισορροπία μεταξύ των συμβαλλομένων, ειδικά εις βάρος του εξουσιοδοτημένου διανομέα, δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της εξετάσεως των περιοριστικών του ανταγωνισμού συνεπειών της εν λόγω συμφωνίας (19).

49.      Τι ισχύει ακολούθως όσον αφορά τη συγκεκριμένη ανάλυση, με γνώμονα το δίκαιο των συμπράξεων, των μέτρων που λαμβάνονται στο πλαίσιο των συστημάτων επιλεκτικής διανομής;

50.      Η εξέταση με γνώμονα το άρθρο 101 ΣΛΕΕ των επιχειρηματικών συμπεριφορών που διαμορφώνονται και επιβάλλονται στο πλαίσιο της επιλεκτικής διανομής πρέπει να πραγματοποιηθεί σχηματικά σε δύο στάδια. Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξεταστεί –όπως ζητεί το αιτούν δικαστήριο με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα– αν αυτές είναι τέτοιας φύσεως ώστε κατ’ αρχήν να εμπίπτουν στην κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαγόρευση των συμπράξεων. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ήτοι αν κριθεί ότι οι επίμαχοι περιορισμοί εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, πρέπει εν συνεχεία να καθοριστεί –και τούτο αποτελεί τελικώς το αντικείμενο του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος– αν οι επίμαχες συμπεριφορές μπορούν ή όχι να καλυφθούν από την απαλλαγή βάσει του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

51.      Πρώτον, όσον αφορά το ζήτημα αν οι όροι που ο επικεφαλής του δικτύου επιβάλλει στους διανομείς του μπορούν ή όχι να εξαιρεθούν εκ προοιμίου από την απαγόρευση των συμπράξεων, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι, όσον αφορά καταναλωτικά αγαθά υψηλής ποιότητας, ποικίλοι δίαυλοι διανομής προσαρμοσμένοι στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διάφορων κατασκευαστών και στις ανάγκες των καταναλωτών μπορούν να συνάδουν με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (20).

52.      Όπως το Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης με την πιο πρόσφατη νομολογία του, η οργάνωση συστήματος επιλεκτικής διανομής δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εφόσον η επιλογή των μεταπωλητών γίνεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ποιοτικού χαρακτήρα, τα οποία καθορίζονται με ομοιόμορφο τρόπο έναντι όλων των πιθανών μεταπωλητών και εφαρμόζονται χωρίς δυσμενείς διακρίσεις, εφόσον οι ιδιότητες του επίμαχου προϊόντος καθιστούν αναγκαίο ένα τέτοιο δίκτυο διανομής για τη διατήρηση της ποιότητας και τη διασφάλιση της ορθής χρήσεως των εν λόγω προϊόντων και, τέλος, εφόσον τα καθορισθέντα κριτήρια δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου (21).

53.      Δεύτερον, και για την περίπτωση που ο δικαστής κρίνει ότι το επίμαχο μέτρο, που εφαρμόζεται στο πλαίσιο δικτύου επιλεκτικής διανομής, εκ προοιμίου δεν δύναται να διαφύγει την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, θα πρέπει επίσης να καθοριστεί αν αυτό περιλαμβάνεται στα μέτρα που μπορούν να εξαιρεθούν, και ειδικότερα βάσει του εφαρμοστέου κανονισμού απαλλαγής «κατά κατηγορία», και εν προκειμένω του κανονισμού 330/2010.

54.      Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο εν λόγω κανονισμός απαλλαγής δεν έχει σκοπό να απαριθμήσει σειρά συμπεριφορών που δύνανται να εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ ή τις συμπεριφορές που εκ προοιμίου εξαιρούνται από την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Όπως υπογραμμίζεται στην αιτιολογική σκέψη 4 του εν λόγω κανονισμού, «[κ]ατά την ατομική αξιολόγηση των συμφωνιών σύμφωνα με το άρθρο 101, παράγραφος 1, [ΣΛΕΕ] πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφορες παράμετροι, και ιδίως η δομή της αγοράς από πλευράς εφοδιασμού και προμήθειας».

55.      Αντιθέτως, ο εν λόγω κανονισμός, προκειμένου να δώσει έναν βαθμό ασφάλειας δικαίου στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 330/2010), παρέχει στοιχεία σχετικά με τα μέτρα τα οποία εκ προοιμίου δεν μπορούν να τύχουν απαλλαγής βάσει του κανονισμού, πράγμα που δεν αποκλείει ότι τα εν λόγω μέτρα μπορούν να τύχουν ατομικής απαλλαγής. Με την επιφύλαξη της τηρήσεως ορισμένων ανώτατων ορίων που αφορούν το μερίδιο αγοράς που κατέχουν τόσο ο προμηθευτής όσο και οι διανομείς του, πρόκειται για τα μέτρα που συνεπάγονται «περιορισμούς ιδιαίτερης σοβαρότητας» κατά το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού.

56.      Μολονότι ανεξάρτητα μεταξύ τους, τα δύο ως άνω στάδια της αναλύσεως μπορεί να έχουν ορισμένες εννοιολογικές αλληλεπικαλύψεις. Συγκεκριμένα, τόσο υπό το πρίσμα της παραγράφου 1 όσο και υπό το πρίσμα της παραγράφου 3 του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η ανάλυση του επίμαχου μέτρου βασίζεται σε εξέταση του εικαζόμενου ή διαπιστωθέντος εύρους των επιβλαβών για τον ανταγωνισμό συνεπειών του μέτρου. Επομένως, περιορισμός των παθητικών πωλήσεων των διανομέων θα μπορεί να θεωρηθεί όχι μόνο περιορισμός «εξ αντικειμένου» κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αλλά και περιορισμός ιδιαίτερης σοβαρότητας ο οποίος δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής κατά κατηγορία. Παρ’ όλα αυτά, ο χαρακτηρισμός ενός περιορισμού ως «εξ αντικειμένου», για τους σκοπούς εφαρμογής της τελευταίας διατάξεως, πρέπει να διακρίνεται από την ύπαρξη περιορισμού «ιδιαίτερης σοβαρότητας» για τους σκοπούς ενδεχόμενης απαλλαγής βάσει του κανονισμού 330/2010. Θα επανέλθω στο σημείο αυτό στην ανάλυση που ακολουθεί.

57.      Τέλος, νομίζω ότι είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, και ιδίως εκείνες που αφορούν τους κάθετους περιορισμούς οι οποίες αναμφίβολα έχουν μεγάλο ενδιαφέρον εν προκειμένω, δεν μπορούν από μόνες τους να καθοδηγήσουν την ανάλυση. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές δεν προορίζονται να δεσμεύουν τις αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών, αλλά απλώς εκθέτουν τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή, ενεργώντας ως ενωσιακή αρχή ανταγωνισμού, θα εφαρμόσει η ίδια το άρθρο 101 ΣΛΕΕ (22). Τούτου λεχθέντος, δεν αποκλείεται να υιοθετήσει το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ερμηνευτικής του δικαίου της Ένωσης αποστολής του, τις κατευθύνσεις και νομικές εκτιμήσεις που περιέχονται στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές.

58.      Μετά τις γενικές αυτές παρατηρήσεις, θα εξετάσω ένα προς ένα τα ερωτήματα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο.

 Επί του πρώτου ερωτήματος: συμμόρφωση προς το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ των συστημάτων επιλεκτικής διανομής πολυτελών προϊόντων και προϊόντων γοήτρου τα οποία σκοπούν πρωτίστως στη διαφύλαξη της «εικόνας πολυτέλειας» των εν λόγω προϊόντων

59.      Με το πρώτο προδικαστικό του ερώτημα, το οποίο ευθέως απηχεί τις αποκλίνουσες ερμηνείες της αποφάσεως της 13ης Οκτωβρίου 2011, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (C‑439/09, EU:C:2011:649), το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν τα δίκτυα επιλεκτικής διανομής τα οποία έχουν ως αντικείμενο τη διανομή πολυτελών προϊόντων και προϊόντων γοήτρου και αποσκοπούν πρωτίστως στη διαφύλαξη της εικόνας πολυτέλειας των εν λόγω προϊόντων εμπίπτουν ή όχι στην απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

60.      Κατ’ ουσίαν, προβάλλονται δύο αντίθετες προσεγγίσεις.

61.      Από τη μια πλευρά, η Parfümerie Akzente και η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση εκτιμούν ότι οι συμβάσεις που οργανώνουν ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής για την πώληση πολυτελών προϊόντων και προϊόντων γοήτρου, το οποίο αποσκοπεί πρωτίστως στη διαφύλαξη της εικόνας πολυτέλειας των εν λόγω προϊόντων, δεν μπορούν να εξαιρεθούν από το πεδίο της κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαγορεύσεως. Κατ’ αυτές, το συμπέρασμα αυτό βρίσκει στέρεο έρεισμα στη διαπίστωση που περιέχεται στη σκέψη 46 της αποφάσεως Pierre Fabre Dermo-Cosmétique. Υπ’ αυτήν την έννοια, η Γερμανική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί στο ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή στις απαιτήσεις των συστημάτων επιλεκτικής διανομής οι οποίες προορίζονται να διαφυλάξουν μια εικόνα πολυτέλειας ή γοήτρου, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν οι ιδιότητες του επίμαχου προϊόντος καθιστούν αναγκαία την εγκαθίδρυση συστήματος επιλεκτικής διανομής, αν οι απαιτήσεις που θέτει το σύστημα εφαρμόζονται χωρίς δυσμενείς διακρίσεις και αν οι απαιτήσεις είναι κατάλληλες για τη διαφύλαξη της εικόνας πολυτέλειας ή γοήτρου.

62.      Από την άλλη πλευρά, η Coty Germany, η Γαλλική, η Ιταλική, η Ολλανδική, η Αυστριακή και η Σουηδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή εκτιμούν, κατ’ ουσίαν, ότι οι συμβάσεις που οργανώνουν ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής για την πώληση πολυτελών προϊόντων και προϊόντων γοήτρου, το οποίο αποσκοπεί πρωτίστως στη διαφύλαξη της εικόνας πολυτέλειας των εν λόγω προϊόντων, μπορούν να εξαιρεθούν από το πεδίο της κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαγορεύσεως. Οι ως άνω μετέχοντες στην προδικαστική διαδικασία θεωρούν ειδικότερα ότι από τη νομολογία συνάγεται ότι για τα προϊόντα υψηλής ποιότητας, των οποίων την εικόνα πολυτέλειας εκτιμούν οι καταναλωτές, μπορεί να είναι αναγκαία η εγκαθίδρυση ενός δικτύου επιλεκτικής διανομής, ιδίως για να «διασφαλίζεται παρουσίαση που αναδεικνύει την αξία» των προϊόντων και να διαφυλάσσεται η δική τους «εικόνα πολυτέλειας». Υπογραμμίζουν ότι η εν λόγω απόφαση Pierre Fabre Dermo-Cosmétique, η οποία δεν αφορούσε αυτό καθ’ εαυτό το σύστημα επιλεκτικής διανομής, αλλά αποκλειστικά τη συμβατική ρήτρα που ήταν επίμαχη στην υπόθεση εκείνη, δεν δύναται να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προστασία της εικόνας πολυτέλειας δεν μπορεί πλέον να δικαιολογήσει την ύπαρξη δικτύου επιλεκτικής διανομής.

63.      Κατά την άποψή μου, και εκτός ουσιώδους τροποποιήσεως των αρχών που διέπουν την αξιολόγηση των συστημάτων επιλεκτικής διανομής με γνώμονα τους κανόνες ανταγωνισμού, πρέπει να γίνει δεκτή η δεύτερη άποψη και, ως εκ τούτου, να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα όπως αυτό διατυπώθηκε από το αιτούν δικαστήριο.

64.      Σε προέκταση όσων προανέφερα, τα συστήματα επιλεκτικής διανομής πρέπει να μπορούν, λόγω των επωφελών –ή τουλάχιστον ουδέτερων– αποτελεσμάτων τους για τον ανταγωνισμό, να θεωρούνται συμβατά με την κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαγόρευση των συμπράξεων.

65.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (23) και του Γενικού Δικαστηρίου (24), της οποίας τα διδάγματα επαναλαμβάνονται σε μεγάλο βαθμό στο σημείο 175 των κατευθυντήριων γραμμών, τα συστήματα επιλεκτικής διανομής αμιγώς ποιοτικού χαρακτήρα δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, εφόσον πληρούνται τρεις προϋποθέσεις (στο εξής: κριτήρια Metro).

66.      Πρώτον, πρέπει να αποδεικνύεται ότι οι ιδιότητες του επίμαχου προϊόντος καθιστούν αναγκαίο ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής, υπό την έννοια ότι το σύστημα αυτό συνιστά θεμιτή απαίτηση, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των σχετικών προϊόντων, και ιδίως της υψηλής τους ποιότητας ή του τεχνικού τους χαρακτήρα, προκειμένου να διατηρηθεί η ποιότητά τους και να διασφαλιστεί η καλή χρήση τους. Δεύτερον, η επιλογή των μεταπωλητών πρέπει να πραγματοποιείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ποιοτικού χαρακτήρα, τα οποία καθορίζονται με ομοιόμορφο τρόπο έναντι όλων των δυνητικών μεταπωλητών και εφαρμόζονται κατά τρόπο που δεν συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις. Τρίτον, τα καθοριζόμενα κριτήρια δεν πρέπει να βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου.

67.      Μολονότι στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να εκτιμήσει με αντικειμενικό τρόπο αν πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις, εντούτοις το Δικαστήριο έχει συναγάγει ορισμένες παραμέτρους οι οποίες μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση της συμμορφώσεως των συστημάτων επιλεκτικής διανομής προς το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

68.      Όσον αφορά το κριτήριο σχετικά με την αναγκαιότητα ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής ως προς ειδικά τα πολυτελή προϊόντα, το οποίο κυρίως είναι επίμαχο εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι βασισμένα σε ποιοτικά κριτήρια συστήματα επιλεκτικής διανομής μπορούν να γίνουν δεκτά στον τομέα της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών υψηλής ποιότητας χωρίς να συντρέχει παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, με σκοπό ιδίως τη διατήρηση εξειδικευμένου εμπορίου ικανού να παρέχει συγκεκριμένες υπηρεσίες για τα εν λόγω προϊόντα (25).

69.      Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, ανεξάρτητα ακόμη και από τον χαρακτηρισμό των συγκεκριμένων προϊόντων ως «πολυτελών», η διατήρηση της «ποιότητας» του προϊόντος δύναται να καταστήσει αναγκαίο ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής (26).

70.      Επομένως, τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή οι συγκεκριμένες ιδιότητες των οικείων προϊόντων μπορεί να έχουν χαρακτήρα που καθιστά ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής συμβατό με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Όπως προανέφερα, οι εν λόγω ιδιότητες μπορεί να αφορούν όχι μόνο τις υλικές ιδιότητες των οικείων προϊόντων (για παράδειγμα, προϊόντα υψηλής τεχνολογικής ποιότητας), αλλά και την εικόνα «πολυτέλειας» των προϊόντων (27).

71.      Όπως επισήμαναν ορισμένα μέρη που κατέθεσαν παρατηρήσεις στην παρούσα υπόθεση, το ως άνω συμπέρασμα μπορεί να παραλληλιστεί με τις σκέψεις που έγιναν δεκτές στη νομολογία που διαμορφώθηκε στον τομέα του δικαίου των σημάτων, δικαίου το οποίο, λόγω της ειδικής ανταγωνιστικής λειτουργίας του, αναμφίβολα αλληλεπιδρά με την απαγόρευση των συμπράξεων. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που εγγυάται ότι όλα τα προϊόντα ή όλες οι υπηρεσίες που προσδιορίζει έχουν κατασκευαστεί ή παρέχονται υπό τον έλεγχο μιας και μόνον επιχειρήσεως η οποία φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους, το σήμα διαδραματίζει ουσιώδη ρόλο στο σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού στη δημιουργία και διατήρηση του οποίου αποβλέπει η Συνθήκη ΛΕΕ (28). Σε ένα τέτοιο σύστημα, οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι σε θέση να προσελκύουν την πελατεία με την ποιότητα των προϊόντων τους ή των υπηρεσιών τους, πράγμα που είναι δυνατό μόνο χάρη στην ύπαρξη διακριτικών σημείων που καθιστούν δυνατή την εξατομίκευση των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών. Για να μπορεί το σήμα να διαδραματίσει τον ρόλο αυτόν, πρέπει να παρέχει την εγγύηση ότι όλα τα προϊόντα επί των οποίων έχει τεθεί έχουν κατασκευαστεί υπό τον έλεγχο μιας μόνο επιχειρήσεως, η οποία φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους (29).

72.       Στο πλαίσιο του δικαίου των σημάτων, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι τα πολυτελή προϊόντα και τα προϊόντα γοήτρου δεν ορίζονται μόνο βάσει των υλικών χαρακτηριστικών τους, αλλά και βάσει του ειδικού τρόπου με τον οποίο τα εκλαμβάνουν οι καταναλωτές, και ειδικότερα της «αίγλης πολυτέλειας» την οποία έχουν όσον αφορά τους καταναλωτές. Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη ότι τα προϊόντα γοήτρου αποτελούν είδη υψηλής ποιότητας, η αίσθηση πολυτέλειας που απορρέει από αυτά είναι σημαντικό στοιχείο για να τα διακρίνουν οι καταναλωτές από άλλα παρόμοια προϊόντα. Επομένως, προσβολή της εν λόγω αισθήσεως πολυτέλειας δύναται να προσβάλει αυτή ταύτη την ποιότητα των προϊόντων αυτών. Πάντως, συναφώς το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι τα χαρακτηριστικά και ο τρόπος εφαρμογής ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής δύνανται, από μόνα τους, να διαφυλάξουν την ποιότητα και να διασφαλίσουν την καλή χρήση των προϊόντων αυτών (30).

73.      Το Δικαστήριο συνήγαγε εντεύθεν ότι η οργάνωση συστήματος επιλεκτικής διανομής με σκοπό την εξασφάλιση μιας παρουσιάσεως που να αναδεικνύει την αξία τους στο σημείο πωλήσεως, «ιδίως όσον αφορά την τοποθέτηση, την προώθηση, την παρουσίαση των προϊόντων και την εμπορική πολιτική», δύναται να συμβάλει στη φήμη των εν λόγω προϊόντων και, επομένως, στη διαφύλαξη της αίγλης πολυτέλειας που αυτά έχουν (31).

74.      Από την ως άνω νομολογία συνάγεται ότι, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών τους και της φύσεώς τους, τα πολυτελή προϊόντα δύνανται να καταστήσουν αναγκαία την εφαρμογή συστήματος επιλεκτικής διανομής για τη διαφύλαξη της ποιότητάς τους και τη διασφάλιση της καλής χρήσεώς τους. Με άλλα λόγια, τα δίκτυα επιλεκτικής διανομής που έχουν ως αντικείμενο τη διανομή πολυτελών προϊόντων και προϊόντων γοήτρου και αποσκοπούν πρωτίστως στη διαφύλαξη της «εικόνας πολυτέλειας» των εν λόγω προϊόντων δεν εμπίπτουν στην κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαγόρευση.

75.      Εν αντιθέσει προς την ερμηνεία την οποία προέκριναν ορισμένα μέρη που κατέθεσαν παρατηρήσεις, το συμπέρασμα αυτό δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από την απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (C‑439/09, EU:C:2011:649), και ειδικότερα από τη σκέψη της 46, κατά την οποία «[ο] σκοπός της διατηρήσεως της εικόνας γοήτρου ενός προϊόντος δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο λόγο για τον περιορισμό του ανταγωνισμού και δεν μπορεί, συνεπώς, να δικαιολογήσει την εκτίμηση ότι συμβατική ρήτρα επιδιώκουσα τον σκοπό αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ».

76.      Όπως μαρτυρούν οι κατατεθείσες στην υπό κρίση υπόθεση παρατηρήσεις, αλλά και οι θέσεις που υιοθετήθηκαν από αρκετά εθνικά δικαστήρια και αρκετές εθνικές αρχές ανταγωνισμού (32), η ως άνω κρίση οδήγησε σε έντονα αποκλίνουσες μεταξύ τους ερμηνείες.

77.      Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι είναι σκόπιμο, όπως ζητούν τα περισσότερα μέρη που κατέθεσαν παρατηρήσεις, να διευκρινίσει το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση την εμβέλεια της ως άνω αποφάσεως διά παραπομπής τόσο στο πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε όσο και στο σκεπτικό του Δικαστηρίου στην εν λόγω απόφαση.

78.      Όσον αφορά, πρώτον, το πραγματικό πλαίσιο της αποφάσεως της 13ης Οκτωβρίου 2011, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (C‑439/09, EU:C:2011:649), υπενθυμίζεται ότι αντικείμενο της εν λόγω υποθέσεως ήταν η υποχρέωση που παραγωγός καλλυντικών και προϊόντων ατομικής περιποιήσεως επέβαλε στους επιλεγμένους διανομείς του να αποδεικνύουν τη φυσική και μόνιμη παρουσία στο σημείο πωλήσεως τουλάχιστον ενός πτυχιούχου φαρμακοποιού. Κατά το Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την εκτίμηση της γαλλικής αρχής ανταγωνισμού, η εν λόγω απαίτηση απέκλειε εκ των πραγμάτων και με απόλυτο τρόπο τη δυνατότητα τα επίμαχα προϊόντα να πωληθούν μέσω Διαδικτύου από τους εξουσιοδοτημένους διανομείς (33).

79.      Όπως προκύπτει σαφώς από το προδικαστικό ερώτημα που τέθηκε στο Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση, είχε μόνον αμφισβητηθεί μια συμβατική ρήτρα, η οποία απαγόρευε με γενικό και απόλυτο τρόπο τη μέσω Διαδικτύου πώληση των καλυπτομένων από τη σύμβαση προϊόντων στους τελικούς χρήστες και η οποία είχε επιβληθεί στους εξουσιοδοτημένους διανομείς στο πλαίσιο δικτύου επιλεκτικής διανομής. Αντιθέτως, δεν ήταν επίμαχο το σύστημα επιλεκτικής διανομής στο σύνολό του.

80.      Δεύτερον, όσον αφορά το σκεπτικό που το Δικαστήριο ρητώς παρέθεσε στην εν λόγω απόφαση Pierre Fabre Dermo-Cosmétique, το σκεπτικό αυτό αφορά μόνο τη συμβατική ρήτρα με την οποία η εταιρία Pierre Fabre απαγόρευε ειδικά την πώληση μέσω Διαδικτύου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός και μόνο ότι η εν λόγω ρήτρα περιελήφθη στη σύμβαση λόγω της ανάγκης διαφυλάξεως της εικόνας γοήτρου των επίμαχων προϊόντων δεν μπορεί να αποτελέσει θεμιτό λόγο για τον περιορισμό του ανταγωνισμού. Εντούτοις, τούτο δεν σημαίνει ότι σκοπός του Δικαστηρίου ήταν να εμπίπτουν στην κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαγόρευση των συμπράξεων τα συστήματα διανομής που αποσκοπούν ακριβώς στη διαφύλαξη της εικόνας γοήτρου του σήματος των οικείων προϊόντων.

81.      Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν αναθεώρησε την αρχή ότι ο επικεφαλής δικτύου επιλεκτικής διανομής είναι κατ’ αρχήν ελεύθερος να οργανώνει το εν λόγω δίκτυο και, επομένως, την εκτίμηση ότι οι επιβαλλόμενοι στους εξουσιοδοτημένους διανομείς όροι πρέπει να κρίνεται ότι συνάδουν με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο.

82.      Πιο σημαντικά, παρατηρείται ότι κανένα στοιχείο στη διατύπωση του Δικαστηρίου δεν αφήνει να νοηθεί ότι το Δικαστήριο είχε την πρόθεση να μεταβάλει ή ακόμη και να μειώσει την εμβέλεια των αρχών που έως τότε είχαν διατυπωθεί και αναπτυχθεί όσον αφορά την αξιολόγηση, με γνώμονα το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, των όρων που επιβάλλονται στους εξουσιοδοτημένους διανομείς δικτύου επιλεκτικής διανομής.

83.      Με άλλα λόγια, η απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (C‑439/09, EU:C:2011:649), δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως μεταβολή της νομολογίας, δεδομένου ότι η διαπίστωση στη σκέψη 46 της εν λόγω αποφάσεως εντάσσεται στο πλαίσιο ελέγχου της αναλογικότητας της συγκεκριμένης συμβατικής ρήτρας που ήταν επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης (βλ. ιδίως σκέψη 43 της αποφάσεως εκείνης).

84.      Από το σύνολο των ως άνω εκτιμήσεων συνάγεται ότι σύστημα επιλεκτικής διανομής το οποίο έχει ως αντικείμενο τη διαφύλαξη της εικόνας πολυτέλειας των προϊόντων πάντοτε δύναται να συνιστά στοιχείο ανταγωνισμού σύμφωνο με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Πάντως, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, από την ως άνω απόφαση πρέπει να συναχθεί ότι, ανάλογα με τις ιδιότητες των επίμαχων προϊόντων ή όταν πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρούς περιορισμούς, όπως η πλήρης απαγόρευση των πωλήσεων μέσω Διαδικτύου η οποία απέρρεε από τη ρήτρα που ήταν επίμαχη στην ίδια απόφαση Pierre Fabre Dermo-Cosmétique, είναι δυνατόν ο σκοπός διαφυλάξεως της εικόνας γοήτρου των επίμαχων προϊόντων να μην είναι θεμιτός, με αποτέλεσμα να μη δικαιολογείται η απαλλαγή ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής ή μιας ρήτρας που επιδιώκει έναν τέτοιο σκοπό.

85.      Κατά την άποψή μου, άλλο συμπέρασμα θα είχε δύο μείζονα μειονεκτήματα.

86.      Κατ’ αρχάς, θα είχε ως αποτέλεσμα να αναθεωρηθούν οι πάγιες αρχές της νομολογίας του Δικαστηρίου όσον αφορά την εκτίμηση των συστημάτων επιλεκτικής διανομής υπό το πρίσμα των κανόνων ανταγωνισμού. Υπενθυμίζεται ότι οι εν λόγω αρχές λαμβάνουν υπόψη ακριβώς τα επωφελή αποτελέσματα που τα εν λόγω συστήματα έχουν όσον αφορά την επιδίωξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού.

87.      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι έχει σημασία να διαφυλάσσονται οι ιδιότητες των οικείων προϊόντων, ανεξάρτητα από το αν αυτές έγκεινται στα υλικά χαρακτηριστικά ή στην εικόνα πολυτέλειας ή γοήτρου των προϊόντων. Είτε τα επίμαχα προϊόντα έχουν ορισμένες υλικές ιδιότητες, όπως τα προϊόντα υψηλής ποιότητας ή τα προϊόντα προηγμένης τεχνολογίας, είτε τα επίμαχα προϊόντα συνδέονται με εικόνα πολυτέλειας, η επιλεκτική διανομή δύναται να θεωρείται θεμιτή λαμβανομένων υπόψη των ευνοϊκών για τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων που παράγει.

88.      Επιπλέον, ερμηνεία της αποφάσεως της 13ης Οκτωβρίου 2011, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (C‑439/09, EU:C:2011:649), υπό την έννοια ότι σύστημα επιλεκτικής διανομής το οποίο έχει ως αντικείμενο τη διαφύλαξη της εικόνας πολυτέλειας των οικείων προϊόντων δεν δύναται πλέον να διαφύγει την απαγόρευση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ θα αντέβαινε στις κατευθυντήριες γραμμές στον τομέα της διανοητικής ιδιοκτησίας και, ιδίως, στη νομολογία που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο του δικαίου των σημάτων.

89.      Ειδικότερα, στην απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, Copad (C‑59/08, EU:C:2009:260), το Δικαστήριο εξομοίωσε τον διανομέα εντός του συστήματος επιλεκτικής διανομής με κάτοχο άδειας και αναγνώρισε ότι αμφότεροι βρίσκονται σε κατάσταση όπου προϊόντα τίθενται σε κυκλοφορία από τρίτους με τη συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος. Ως εκ τούτου, η απαγόρευση των συμπράξεων δεν πρέπει να έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις όπου μέτρα του παραγωγού/δικαιούχου του σήματος έναντι του εξουσιοδοτημένου διανομέα, τελικώς, συνιστούν απλώς άσκηση του δικαιώματος πρώτης θέσεως σε κυκλοφορία.

90.      Ομοίως, στην απόφαση της 3ης Ιουνίου 2010, Coty Prestige Lancaster Group (C‑127/09, EU:C:2010:313), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο αποκλειστικός χαρακτήρας του δικαιώματος που παρέχεται από το σήμα έχει ως αποτέλεσμα ότι κάθε χρήση του σήματος χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου προσβάλλει το εν λόγω δικαίωμα.

91.      Επομένως, δίκτυο επιλεκτικής διανομής, όπως το προβλεπόμενο στην επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση, το οποίο έχει ως αντικείμενο τη διανομή πολυτελών προϊόντων και προϊόντων γοήτρου και αποσκοπεί πρωτίστως στη διαφύλαξη της «εικόνας πολυτέλειας» των οικείων προϊόντων δύναται να συνιστά στοιχείο ανταγωνισμού σύμφωνο με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εφόσον πληρούνται τα κριτήρια Metro.

92.      Το συμπέρασμα αυτό ισχύει τόσο για τα λεγόμενα «πολυτελή» προϊόντα όσο και για τα λεγόμενα προϊόντα «ποιότητας». Αυτό που έχει σημασία είναι η ανάγκη του επικεφαλής του δικτύου να διαφυλάξει την εικόνα γοήτρου.

93.      Επομένως, θα προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το σύστημα επιλεκτικής διανομής το οποίο έχει ως αντικείμενο τη διανομή πολυτελών προϊόντων και προϊόντων γοήτρου και αποσκοπεί πρωτίστως στη διαφύλαξη της «εικόνας πολυτέλειας» των εν λόγω προϊόντων συνιστά στοιχείο ανταγωνισμού σύμφωνο με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, στο μέτρο που οι διανομείς επιλέγονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ποιοτικού χαρακτήρα που καθορίζονται με ομοιόμορφο τρόπο για όλους και εφαρμόζονται χωρίς δυσμενείς διακρίσεις για όλους τους δυνητικούς διανομείς, στο μέτρο που η φύση του εν λόγω προϊόντος, περιλαμβανομένης της εικόνας γοήτρου, καθιστά αναγκαία την επιλεκτική διανομή για τη διατήρηση της ποιότητάς του και τη διασφάλιση της καλής χρήσεώς του και στο μέτρο που τα καθορισθέντα κριτήρια δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος: συμμόρφωση προς το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ της απαγορεύσεως προς τα μέλη συστήματος επιλεκτικής διανομής πολυτελών προϊόντων, τα οποία δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως, να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, πλατφόρμες τρίτων για τις πωλήσεις μέσω Διαδικτύου

94.      Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν και σε ποιο μέτρο το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην απαγόρευση προς τα μέλη συστήματος επιλεκτικής διανομής πολυτελών προϊόντων, τα οποία δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως, να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, πλατφόρμες τρίτων για τις πωλήσεις των οικείων προϊόντων μέσω Διαδικτύου.

95.      Το ερώτημα αυτό, το οποίο συνδέεται στενά με το πρώτο, αφορά τη συμμόρφωση προς το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ της ειδικής ρήτρας του συστήματος επιλεκτικής διανομής που αποτελεί ακριβώς το αντικείμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης.

96.      Πάντως, όπως προανέφερα σε απάντηση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, είναι δεδομένο ότι η βασισμένη σε παραμέτρους ποιότητας επιλεκτική διανομή δεν εμπίπτει στο άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εφόσον πληρούνται τα κριτήρια Metro.

97.      Βάσει του πλαισίου αναλύσεως που απορρέει από τη νομολογία Metro SB-Großmärkte κατά Επιτροπής, το οποίο ουδόλως αμφισβητήθηκε από την απόφαση Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (34), πρέπει να εξεταστεί αν η επιλογή των διανομέων πραγματοποιείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ποιοτικού χαρακτήρα, τα οποία καθορίζονται με ομοιόμορφο τρόπο για όλους τους δυνητικούς διανομείς και εφαρμόζονται χωρίς δυσμενείς διακρίσεις, αν οι ιδιότητες του επίμαχου προϊόντος ή των επίμαχων προϊόντων καθιστούν αναγκαία, για τη διατήρηση της ποιότητας και τη διαφύλαξη της καλής χρήσεως, ένα τέτοιο δίκτυο διανομής και, τέλος, αν οι καθορισθέντες όροι συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας.

98.      Δεδομένου ότι στην πραγματικότητα η πρώτη από τις ως άνω προϋποθέσεις δεν συζητήθηκε εν προκειμένω, θα επικεντρώσω την ανάλυσή μου στο ζήτημα αν η απαγόρευση προς τους εξουσιοδοτημένους διανομείς να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, πλατφόρμες τρίτων είναι θεμιτή με γνώμονα τους επιδιωκόμενους στόχους ποιότητας και, στην περίπτωση αυτή, αν έχει αναλογικό χαρακτήρα.

99.      Πάντως, όσον αφορά, πρώτον, το θεμιτό της επίμαχης απαγορεύσεως, όπως εξέθεσα στην απάντηση που προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, ο σκοπός διαφυλάξεως της εικόνας των πολυτελών προϊόντων και των προϊόντων γοήτρου είναι πάντοτε θεμιτός για τη δικαιολόγηση ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής ποιοτικού χαρακτήρα, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης.

100. Επομένως, πρέπει να καθοριστεί αν η επίμαχη ρήτρα, ήτοι η ρήτρα που απαγορεύει στους εξουσιοδοτημένους διανομείς να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, πλατφόρμες τρίτων, μπορεί να δικαιολογηθεί ακριβώς από την ανάγκη διαφυλάξεως της εικόνας πολυτέλειας των επίμαχων προϊόντων.

101. Συναφώς, φρονώ ότι η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως ονομασιών τρίτων επιχειρήσεων δύναται να δικαιολογηθεί από τον σκοπό διαφυλάξεως και ελέγχου των κριτηρίων ποιότητας, ο οποίος καθιστά αναγκαία ειδικά την παροχή ορισμένων υπηρεσιών κατά την πώληση των προϊόντων, καθώς και μια ειδική παρουσίαση των πωλούμενων προϊόντων.

102. Συγκεκριμένα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο επικεφαλής δικτύου επιλεκτικής διανομής δύναται, προκειμένου να διαφυλάξει την εικόνα του σήματος ή την εικόνα γοήτρου (35) των προϊόντων που εμπορεύεται, να απαγορεύσει στους διανομείς του, ακόμη και στους εξουσιοδοτημένους, να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, τρίτες επιχειρήσεις. Μια τέτοια απαγόρευση δύναται να διαφυλάξει τις εγγυήσεις ποιότητας, ασφάλειας και προσδιορισμού της προελεύσεως των προϊόντων, υποχρεώνοντας τους διανομείς να παρέχουν υπηρεσίες ορισμένου επιπέδου κατά την πώληση των προϊόντων που καλύπτει η σύμβαση. Επίσης, η εν λόγω απαγόρευση καθιστά εφικτή τη διατήρηση της προστασίας και της θέσεως των σημάτων απέναντι σε φαινόμενα παραποιήσεως/απομιμήσεως και παρασιτισμού, τα οποία μπορούν να έχουν συνέπειες που περιορίζουν τον ανταγωνισμό.

103. Όπως επισήμανε η Επιτροπή στο σημείο 54 των κατευθυντήριων γραμμών της, ο προμηθευτής δύναται να επιβάλει προδιαγραφές ποιότητας όσον αφορά τη χρήση ιστοτόπου με σκοπό τη μεταπώληση των προϊόντων του, όπως ακριβώς δύναται να πράξει για ένα κατάστημα, για την πώληση μέσω καταλόγου, για μια διαφημιστική αγγελία ή εν γένει για μια πράξη προωθήσεως.

104. Πάντως, χρησιμοποιώντας πλατφόρμες τρίτων στο πλαίσιο της διανομής των προϊόντων, οι εξουσιοδοτημένοι διανομείς –και πολύ περισσότερο ο επικεφαλής του δικτύου– πλέον δεν έχουν ειδικά τον έλεγχο της παρουσιάσεως και της εικόνας των εν λόγω προϊόντων, ιδίως όταν οι εν λόγω πλατφόρμες συχνά προβάλλουν με πολύ εμφανή τρόπο τους λογοτύπους τους σε όλα τα στάδια της αγοράς των προϊόντων που καλύπτει η σύμβαση.

105. Έτσι, η απόλυτη απαγόρευση προς τα μέλη συστήματος επιλεκτικής διανομής να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, για τις πωλήσεις τους μέσω Διαδικτύου, τρίτες επιχειρήσεις συνιστά περιορισμό απολύτως ανάλογο με εκείνον που, κατά το Δικαστήριο, είναι δικαιολογημένος και αναγκαίος προκειμένου να διασφαλίζεται η λειτουργία συστήματος επιλεκτικής διανομής βασισμένου μόνο στο υλικό εμπόριο, και επομένως θεμιτό με γνώμονα το δίκαιο του ανταγωνισμού, σύμφωνα με τη νομολογία (36).

106. Εν κατακλείδι, η απαγόρευση προς τους εξουσιοδοτημένους διανομείς να χρησιμοποιούν επιγραμμικές πλατφόρμες τρίτων δύναται να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ καθόσον είναι ικανή να βελτιώσει τον βασισμένο σε κριτήρια ποιότητας ανταγωνισμό. Σε προέκταση των μέχρι τούδε εκτιμήσεών μου όσον αφορά την επιλεκτική διανομή, η συγκεκριμένη απαγόρευση δύναται να διαφυλάξει την εικόνα πολυτέλειας των οικείων προϊόντων από διάφορες απόψεις: όχι μόνον εγγυάται ότι τα εν λόγω προϊόντα πωλούνται σε περιβάλλον που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ποιότητας που έχει επιβάλει ο επικεφαλής του δικτύου διανομής, αλλά επίσης καθιστά εφικτή την προστασία έναντι φαινομένων παρασιτισμού, εμποδίζοντας άλλες επιχειρήσεις να επωφεληθούν από τις επενδύσεις και τις προσπάθειες του προμηθευτή και άλλων εξουσιοδοτημένων διανομέων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας και της εικόνας των οικείων προϊόντων.

107. Η συγκεκριμένη απαγόρευση διακρίνεται σαφώς από την επίμαχη ρήτρα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (C‑439/09, EU:C:2011:649).

108. Υπενθυμίζεται ότι στην εν λόγω απόφαση Pierre Fabre Dermo-Cosmétique το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η ρήτρα συμβάσεως που απαγόρευε με απόλυτο τρόπο στους εξουσιοδοτημένους διανομείς να πωλούν μέσω Διαδικτύου τα προϊόντα που καλύπτονταν από τη σύμβαση μπορούσε να συνιστά περιορισμό εξ αντικειμένου και, επομένως, να αντιβαίνει στο άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ αν, «κατόπιν αυτοτελούς και συγκεκριμένης εξετάσεως του περιεχομένου και του σκοπού της εν λόγω συμβατικής ρήτρας, καθώς και του νομικού και οικονομικού πλαισίου εντός του οποίου αυτή εντάσσεται, προκύπτει ότι, λαμβανομένων υπόψη των ιδιοτήτων των επίμαχων προϊόντων, η εν λόγω ρήτρα δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς».

109. Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η Coty Germany, πόρρω απέχουσα από το να επιβάλει απόλυτη απαγόρευση των πωλήσεων μέσω Διαδικτύου, επέβαλε απλώς στους εξουσιοδοτημένους διανομείς της να μην εμπορεύονται τα καλυπτόμενα από τη σύμβαση προϊόντα μέσω πλατφορμών τρίτων, στο μέτρο που, κατά τον επικεφαλής του δικτύου, στις πλατφόρμες αυτές δεν υπάρχει υποχρέωση τηρήσεως των απαιτήσεων ποιότητας που αυτός επιβάλλει στους εξουσιοδοτημένους διανομείς του.

110. Συγκεκριμένα, η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης ρήτρα διατηρεί τη δυνατότητα των εξουσιοδοτημένων διανομέων να διανέμουν τα καλυπτόμενα από τη σύμβαση προϊόντα μέσω των δικών τους ιστοτόπων. Ομοίως, δεν απαγορεύει στους εν λόγω διανομείς να χρησιμοποιούν πλατφόρμες τρίτων για τη διανομή των ίδιων καλυπτόμενων από τη σύμβαση προϊόντων κατά τρόπο που να μη φαίνεται προς τα έξω.

111. Πάντως, όπως επισήμανε η Επιτροπή, στηριζόμενη ειδικά στα αποτελέσματα τομεακής έρευνας που διεξήγαγε, προκύπτει ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του ηλεκτρονικού εμπορίου, τα επιγραμμικά καταστήματα των διανομέων αποτελούν το προτιμώμενο δίαυλο διανομής μέσω Διαδικτύου. Επομένως, παρά τη διογκούμενη σημασία των πλατφορμών τρίτων στην εμπορία των προϊόντων των λιανοπωλητών, η απαγόρευση προς τους εξουσιοδοτημένους διανομείς να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, τις εν λόγω πλατφόρμες δεν δύναται, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του ηλεκτρονικού εμπορίου, να εξομοιωθεί με πλήρη απαγόρευση ή με ουσιαστικό περιορισμό της πωλήσεως μέσω Διαδικτύου.

112. Δεύτερον, νομίζω ότι από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν δύναται να συναχθεί ότι, επί του παρόντος, μια τέτοια απαγόρευση πρέπει εν γένει να θεωρείται δυσανάλογη με τον επιδιωκόμενο σκοπό.

113. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, μολονότι ο προμηθευτής, επικεφαλής του δικτύου, δύναται να επιβάλλει ορισμένες υποχρεώσεις στους εξουσιοδοτημένους διανομείς του βάσει της συμβατικής σχέσεως που τους συνδέει και έτσι να ασκεί κάποιον έλεγχο στους διαύλους διανομής των προϊόντων του, δεν είναι σε θέση να ασκεί έλεγχο στη διανομή των προϊόντων που πραγματοποιείται μέσω πλατφορμών τρίτων. Από την άποψη αυτή, η επίμαχη υποχρέωση δύναται να αποτελεί κατάλληλο μέσο για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η Coty Germany.

114. Αναμφίβολα, οι επιγραμμικές πλατφόρμες, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, μπορούν να σχεδιάζουν και να εξασφαλίζουν παρουσίαση που αναδεικνύει την αξία των οικείων προϊόντων ακριβώς όπως θα έπρατταν οι εξουσιοδοτημένοι διανομείς. Εντούτοις, η τήρηση των απαιτήσεων ποιότητας, η οποία θεμιτώς δύναται να επιβληθεί εντός του πλαισίου ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής, μπορεί να διασφαλιστεί αποτελεσματικά μόνον αν το περιβάλλον πωλήσεων μέσω Διαδικτύου έχει σχεδιαστεί από τους εξουσιοδοτημένους μεταπωλητές, οι οποίοι συνδέονται συμβατικά με τον προμηθευτή/επικεφαλής του δικτύου διανομής, και όχι από τρίτον φορέα εκμεταλλεύσεως του οποίου τις πρακτικές δεν μπορεί να επηρεάσει ο εν λόγω προμηθευτής.

 Ενδιάμεσο συμπέρασμα

115. Επομένως, η επίμαχη ρήτρα, στο μέτρο που εφαρμόζεται χωρίς δυσμενείς διακρίσεις και δικαιολογείται αντικειμενικά από τη φύση των προϊόντων που καλύπτει η σύμβαση –πτυχές οι οποίες ουδόλως φαίνεται να αμφισβητούνται εν προκειμένω, αλλά τις οποίες θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να εξακριβώσει το αιτούν δικαστήριο–, δύναται να θεωρηθεί ότι συνάδει με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

116. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι εν προκειμένω δύναται να συναχθεί ότι η επίμαχη ρήτρα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ιδίως λόγω μη τηρήσεως των κριτηρίων Metro, θα πρέπει να εξεταστεί αν η ρήτρα αυτή έχει συνέπειες που περιορίζουν τον ανταγωνισμό και, ειδικότερα, να καθοριστεί αν συνιστά «εξ αντικειμένου» περιορισμό κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.

117. Επί του τελευταίου σημείου, και εν αντιθέσει προς την επίμαχη συμβατική ρήτρα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (C‑439/09, EU:C:2011:649), εκτιμώ ότι η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση απαγόρευση ουδόλως δύναται να χαρακτηριστεί ως «εξ αντικειμένου περιορισμός» κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, διευκρινιζομένου ότι η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Συγκεκριμένα, γίνεται παγίως δεκτό ότι η έννοια του «εξ αντικειμένου» περιορισμού του ανταγωνισμού δύναται να εφαρμόζεται μόνο σε ορισμένα είδη συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων τα οποία είναι αρκούντως επιβλαβή όσον αφορά τον ανταγωνισμό ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέλκει η εξέταση των αποτελεσμάτων τους (37).

118. Πάντως, εν αντιθέσει προς την απόλυτη απαγόρευση προς τους εξουσιοδοτημένους διανομείς να χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο για τη διανομή των προϊόντων που καλύπτει η σύμβαση, η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως των πλατφορμών τρίτων δεν έχει –τουλάχιστον στο παρόν στάδιο εξελίξεως του ηλεκτρονικού εμπορίου, το οποίο μπορεί να μεταβληθεί στο εγγύς ή απώτερο μέλλον– τέτοια επιβλαβή αποτελέσματα για τον ανταγωνισμό.

119. Επιπλέον, και πάντοτε για την περίπτωση που κριθεί ότι η επίμαχη ρήτρα όντως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και ότι, επιπροσθέτως, περιορίζει τον ανταγωνισμό, υπενθυμίζω ότι θα πρέπει να εξεταστεί επίσης αν δύναται να τύχει απαλλαγής βάσει της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, και ειδικά απαλλαγής κατά κατηγορία κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 330/2010, εξέταση στην οποία οδηγούν το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα.

120. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, δεν υπάρχει υπέρβαση των προβλεπόμενων στο άρθρο 3 του κανονισμού 330/2010 ανώτατων μεριδίων αγοράς, αν ο εθνικός δικαστής συναγάγει ότι η επίμαχη ρήτρα δεν συνάδει με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αυτή θα μπορεί να τύχει απαλλαγής βάσει του άρθρου 2 του εν λόγω κανονισμού (βλ. αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 330/2010). Εντούτοις, κάτι τέτοιο θα είναι αδύνατον αν η επίμαχη απαγόρευση συνιστά περιορισμό ιδιαίτερης σοβαρότητας, κατά την έννοια του άρθρου 4 του εν λόγω κανονισμού.

121. Επομένως, αν ο εθνικός δικαστής συναγάγει ότι η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως πλατφορμών τρίτων δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και ότι, εκ προοιμίου, περιορίζει τον ανταγωνισμό, η επίμαχη ρήτρα του συστήματος επιλεκτικής διανομής θα μπορέσει να δικαιολογηθεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, είτε βάσει του ενδεχομένως εφαρμοστέου κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία είτε κατόπιν αναλύσεως κατά περίπτωση, αφορώσας ακριβώς τις προβλεπόμενες στον κανονισμό 330/2010 περιπτώσεις απαλλαγής.

 Συμπέρασμα

122. Κατά συνέπεια, θα προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι, για να καθοριστεί αν συμβατική ρήτρα που απαγορεύει σε εξουσιοδοτημένους διανομείς δικτύου επιλεκτικής διανομής να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς έξω, πλατφόρμες τρίτων για τις επιγραμμικές πωλήσεις συνάδει ή όχι με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν η εν λόγω συμβατική ρήτρα εξαρτάται από τη φύση του προϊόντος, αν καθορίζεται με τρόπο ομοιόμορφο και εφαρμόζεται χωρίς δυσμενείς διακρίσεις και αν δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου.

 Επί του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος: εφαρμογή της απαλλαγής κατά κατηγορία δυνάμει του άρθρου 4, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 330/2010

123. Με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινίσει το Δικαστήριο αν το άρθρο 4 του κανονισμού 330/2010 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαγόρευση προς τα μέλη συστήματος επιλεκτικής διανομής, που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως, να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που φαίνεται προς τα έξω, τρίτες επιχειρήσεις για την πραγματοποίηση πωλήσεων μέσω Διαδικτύου, συνιστά περιορισμό όσον αφορά τον κύκλο των πελατών, κατά το άρθρο 4, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού, και/ή περιορισμό των παθητικών πωλήσεων προς τους τελικούς χρήστες, κατά το άρθρο 4, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού.

124. Ειδικότερα, μολονότι το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει, με το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, στο πρόβλημα του προσδιορισμού των «εξ αντικειμένου» περιορισμών του κύκλου των πελατών και των παθητικών πωλήσεων, τα ερωτήματα αφορούν στην πραγματικότητα, όπως ρητώς επισημαίνεται στην απόφαση περί παραπομπής, το αν, σε περίπτωση που κριθεί περιοριστικό του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το σύστημα διανομής θα μπορεί παρ’ όλα αυτά να τύχει απαλλαγής δυνάμει του κανονισμού 330/2010.

125. Επομένως, τίθεται μόνον το ζήτημα αν η επίμαχη ρήτρα μπορεί να αναλυθεί ως περιορισμός όσον αφορά την περιοχή και/ή τον κύκλο πελατών, ή ακόμη ως περιορισμός των παθητικών πωλήσεων κατά την έννοια του κανονισμού 330/2010.

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την εμβέλεια και τη ratiolegis του κανονισμού 330/2010

126. Όπως εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 330/2010, το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορία το οποίο θεσπίζεται με τον εν λόγω κανονισμό πρέπει να περιορίζεται στις κάθετες συμφωνίες «για τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί με επαρκή βαθμό βεβαιότητας ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 101, παράγραφος 3, [ΣΛΕΕ]».

127. Για να καθοριστεί αν ένας περιορισμός δύναται να τύχει απαλλαγής «κατά κατηγορία», οι επιχειρήσεις πρέπει πρώτα να προβαίνουν σε αρχική αξιολόγηση της επίμαχης συμφωνίας ειδικά βάσει ορισμένων τεκμηρίων ασυμβατότητας που προβλέπονται στον κανονισμό 330/2010.

128. Ειδικότερα, στο άρθρο 4 του κανονισμού 330/2010 απαριθμούνται πρόδηλοι περιορισμοί, οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως «περιορισμοί ιδιαίτερης σοβαρότητας» και αποκλείουν το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορία.

129. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, όταν μια επιχείρηση έχει, ούτως ή άλλως, την ευχέρεια να επικαλεστεί ατομικώς τη δυνατότητα εφαρμογής της νόμιμης απαλλαγής κατά το άρθρο 101, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, δεν πρέπει να γίνεται ευρεία ερμηνεία των διατάξεων που εντάσσουν τις συμφωνίες ή πρακτικές στην απαλλαγή κατά κατηγορία (38).

130. Εξάλλου, κατά την προσέγγιση που υποστηρίζει η Επιτροπή, για λόγους προβλεψιμότητας και ασφάλειας δικαίου οι εξαιρέσεις από την απαλλαγή κατά κατηγορία, που προβλέπονται ιδίως στο άρθρο 4, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 330/2010, πρέπει να μπορούν να προσδιορίζονται ευχερώς και, επομένως, δεν πρέπει να εξαρτώνται από διεξοδική ανάλυση των συνθηκών της αγοράς και των περιοριστικών του ανταγωνισμού αποτελεσμάτων που παρατηρούνται σε δεδομένη αγορά σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο.

131. Συγκεκριμένα, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι ο σκοπός που επιδιώκουν οι κανονισμοί περί απαλλαγής που εκδόθηκαν βάσει του κανονισμού 19/65/ΕΟΚ (39) έγκειται ιδίως στην ανάγκη να παρέχεται στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις η δυνατότητα να αξιολογούν μόνες τους τη συμβατότητα των συμπεριφορών τους με τους κανόνες ανταγωνισμού.

132. Η επιδίωξη του εν λόγω σκοπού θα διακυβευόταν αν, προκειμένου τα μέτρα που λαμβάνουν οι επιχειρήσεις να χαρακτηριστούν ως κάθετες συμφωνίες «με αντικείμενο» τον περιορισμό ορισμένων μορφών πωλήσεων κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 330/2010, απαιτούνταν οι εν λόγω επιχειρήσεις να προβαίνουν σε εξεζητημένη και διεξοδική εξέταση των περιοριστικών του ανταγωνισμού αποτελεσμάτων των εν λόγω μέτρων, λαμβανομένων υπόψη της καταστάσεως της αγοράς και της θέσεως των εν λόγω επιχειρήσεων.

133. Όπως προανέφερα, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ του προσδιορισμού ενός «εξ αντικειμένου περιορισμού του ανταγωνισμού», κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και της κατηγοριοποιήσεως, για τους σκοπούς εφαρμογής ενός κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία, ορισμένων συμπεριφορών που συνεπάγονται περιορισμούς ιδιαίτερης σοβαρότητας –και εν προκειμένω τους προβλεπόμενους στο άρθρο 4, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 330/2010.

134. Παρ’ όλα αυτά, σε αμφότερες τις περιπτώσεις πρέπει να προσδιορίζονται συμπεριφορές οι οποίες θεωρούνται ιδιαίτερα επιβλαβείς για τον ανταγωνισμό διά παραπομπής στην αξιολόγηση του άμεσου οικονομικού και νομικού πλαισίου στο οποίο εντάσσονται τα μέτρα των επιχειρήσεων.

135. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η διάκριση μεταξύ «παραβάσεων εξ αντικειμένου» και «παραβάσεων εξ αποτελέσματος» στηρίζεται στο γεγονός ότι ορισμένες μορφές συμπράξεως μεταξύ επιχειρήσεων μπορούν να θεωρηθούν, ως εκ της φύσεώς τους και λαμβανομένης υπόψη της κτηθείσας πείρας, ως θίγουσες την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού (40). Όσον αφορά τον λόγο υπάρξεως του άρθρου 4 του κανονισμού 330/2010, στο οποίο απαριθμούνται ορισμένοι περιορισμοί ιδιαίτερης σοβαρότητας, το άρθρο αυτό βασίζεται στην αντίληψη, η οποία εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 10 του εν λόγω κανονισμού, ότι «κάθετες συμφωνίες που περιέχουν ορισμένες μορφές σοβαρών περιορισμών του ανταγωνισμού, όπως η επιβολή ελάχιστων και καθορισμένων τιμών μεταπώλησης, καθώς και ορισμένες μορφές εδαφικής προστασίας, πρέπει να αποκλειστούν από το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορία που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό, ανεξάρτητα από το μερίδιο αγοράς των συμμετεχουσών επιχειρήσεων».

136. Επίσης, όπως με την προσέγγιση που ακολουθείται για τον προσδιορισμό ενός περιορισμού εξ αντικειμένου κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, θα πρέπει, προκειμένου να καθοριστεί αν συμβατική ρήτρα έχει «ως αντικείμενο να περιορίσει» την περιοχή στην οποία, ή τους πελάτες στους οποίους, μπορεί να πωλεί ο διανομέας (άρθρο 4, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 330/2010) ή τις ενεργητικές ή παθητικές πωλήσεις σε τελικούς χρήστες (άρθρο 4, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού), να γίνει παραπομπή στο περιεχόμενο των οικείων συμβατικών όρων και στους σκοπούς τους, εξεταζόμενους στο άμεσο οικονομικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι ο σκοπός της διευκολύνσεως της αυτοαξιολογήσεως στην οποία απαιτείται να προβούν οι οικείες επιχειρήσεις θα υπονομευόταν αν, προκειμένου να προσδιοριστούν οι περιορισμοί ιδιαίτερης σοβαρότητας κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 330/2010, οι επιχειρήσεις αυτές έπρεπε να προβούν σε διεξοδική εξέταση, ιδίως μέσω αναλύσεως με αντιπαραδείγματα, των αποτελεσμάτων των προβλεπόμενων μέτρων στη διάρθρωση και στις συνθήκες λειτουργίας της οικείας αγοράς ή των οικείων αγορών.

137. Εξάλλου, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τόσο το άρθρο 4, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 330/2010 όσο και το άρθρο 4, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού πρέπει να εξετάζονται, όπως οι διατάξεις του προϊσχύσαντος κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία, στο πλαίσιο του ευρύτερου και βασικότερου σκοπού καταπολεμήσεως των φαινομένων στεγανοποιήσεως των αγορών.

138. Επομένως, οι εν λόγω διατάξεις έχουν την έννοια ότι σκοπούν στον αποκλεισμό από το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορία ορισμένων συμβατικών ρητρών, οι οποίες αφορούν περιορισμό σχετικό με την περιοχή στην οποία, ή τους πελάτες στους οποίους,μπορεί να πωλεί ο διανομέας. Αντιθέτως, νομίζω ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως αποκλείουσες από το εν λόγω ευεργέτημα περιορισμούς που καθορίζουν τον τρόπο πωλήσεως των προϊόντων (41). Κατά την άποψή μου, είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι ο επικεφαλής δικτύου επιλεκτικής διανομής πρέπει να μπορεί να διαθέτει μεγάλη ελευθερία κατά τον καθορισμό του τρόπου διανομής των προϊόντων του, ο οποίος αποτελεί στοιχείο παροτρύνσεως της καινοτομίας και στοιχείο ποιότητας των παρεχόμενων στους πελάτες υπηρεσιών, τα οποία δύνανται να έχουν θετικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα. Όπως επισημαίνεται στο σημείο 54 των κατευθυντήριων γραμμών, στο πλαίσιο του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορίες ο προμηθευτής δύναται να απαιτήσει προδιαγραφές ποιότητας όσον αφορά τη χρήση ιστοτόπου με σκοπό την πώληση των προϊόντων του, όπως ακριβώς θα έπραττε για ένα παραδοσιακό κατάστημα.

139. Ακριβώς υπό το πρίσμα των ως άνω προκαταρκτικών διευκρινίσεων θα εξετάσω διαδοχικώς το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα.

 Επί του τρίτου ερωτήματος: ύπαρξη περιορισμού όσον αφορά τους πελάτες του μέλους του δικτύου που δραστηριοποιείται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως

140. Δυνάμει του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 330/2010, η προβλεπόμενη στο άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού απαλλαγή κατά κατηγορία δεν ισχύει για τις συμφωνίες «οι οποίες, άμεσα ή έμμεσα, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που υπόκεινται στον έλεγχο των μερών, έχουν ως αντικείμενο […] τον περιορισμό όσον αφορά την περιοχή στην οποία, ή τους πελάτες στους οποίους, ένας αγοραστής που συμμετέχει στη συμφωνία δύναται, με την επιφύλαξη περιορισμού στον τόπο της εγκατάστασής του, να πωλεί τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες».

141. Όπως επισημαίνεται στο σημείο 50 των κατευθυντήριων γραμμών, η ως άνω διάταξη αφορά μέτρα κατανομής των αγορών κατά περιοχές ή κατά πελάτες, τα οποία συντελούν στη στεγανοποίηση των αγορών.

142. Εν προκειμένω, στη διατύπωση της επίμαχης ρήτρας, με την οποία απλώς απαγορεύεται στους εξουσιοδοτημένους διανομείς να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που φαίνεται προς τα έξω, πλατφόρμες τρίτων, δεν υπάρχει τίποτα που να δείχνει ότι η ρήτρα αυτή πρέπει να χαρακτηριστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο.

143. Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, δεν είναι εκ προοιμίου δυνατό να προσδιοριστεί μια ομάδα πελατών ή μια ιδιαίτερη αγορά στην οποία θα αντιστοιχούσαν οι χρήστες των πλατφορμών τρίτων.

144. Πάντως, κατά την άποψή μου, περιορισμός όσον αφορά τους πελάτες ή την αγορά μπορεί να διαπιστωθεί μόνο στην περίπτωση όπου, λόγω της επίμαχης απαγορεύσεως και παρά τη διατήρηση της δυνατότητας προσβάσεως στα δικά του προϊόντα μέσω του δικού του ιστοτόπου, ο εξουσιοδοτημένος διανομέας εκτίθεται σε κίνδυνο απώλειας μεριδίου αγοράς ή πελατείας.

145. Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, το περιεχόμενο της ρήτρας, η ρήτρα αυτή επιβάλλει όπως η δραστηριότητα πωλήσεως μέσω Διαδικτύου ασκείται υπό τη μορφή ηλεκτρονικής βιτρίνας του καταστήματος του διανομέα ή μέσω ιστοτόπου τρίτου, αρκεί αυτό να μη φαίνεται προς τα έξω. Επομένως, η ρήτρα αυτή δεν αποκλείει κάθε επιγραμμική πώληση, αλλά μόνον έναν από τους τρόπους προσεγγίσεως της πελατείας μέσω Διαδικτύου. Το περιεχόμενο της ρήτρας δεν έχει από μόνο του ως αποτέλεσμα τη στεγανοποίηση της αγοράς.

146. Εν αντιθέσει προς την επίμαχη ρήτρα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (C‑439/09, EU:C:2011:649), η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση ρήτρα επιτρέπει τη χρήση του Διαδικτύου ως διαύλου διανομής, αρκεί ο διανομέας να ασκεί τη δραστηριότητα επιγραμμικής πωλήσεως υπό τη μορφή «ηλεκτρονικής βιτρίνας» του εξουσιοδοτημένου καταστήματος ή, κατά τρόπο που να μη φαίνεται προς τα έξω, μέσω ιστοτόπου τρίτου και να τηρεί ένα σύνολο διατάξεων για τη διαφύλαξη του πολυτελούς χαρακτήρα των προϊόντων.

147. Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, στην πράξη η εν λόγω απαγόρευση δεν εμπόδισε τους εξουσιοδοτημένους διανομείς να συνεργάζονται με τρίτους για διαφημιστικούς σκοπούς στο Διαδίκτυο. Δεδομένου ότι η απαγόρευση αυτή δεν εμπόδισε την καταλογογράφηση των επιγραμμικών διανομέων στο Διαδίκτυο, οι δυνητικοί πελάτες τους ήταν πάντοτε σε θέση να έχουν πρόσβαση, μέσω Διαδικτύου, στα προσφερόμενα από τους εξουσιοδοτημένους διανομείς προϊόντα, χρησιμοποιώντας, για παράδειγμα, τις μηχανές αναζητήσεως.

148. Ακολούθως, όσον αφορά τον δεδηλωμένο σκοπό της εν λόγω ρήτρας, αυτός συνίσταται στη διαφύλαξη του πολυτελούς χαρακτήρα των καλυπτόμενων από τη σύμβαση αγαθών με το να επιβάλλεται όπως η δραστηριότητα πωλήσεως μέσω Διαδικτύου διεξάγεται υπό τη μορφή «ηλεκτρονικής βιτρίνας» του καταστήματος του διανομέα. Επίσης στην περίπτωση αυτή, η απαγόρευση προς τους εξουσιοδοτημένους διανομείς να χρησιμοποιούν πλατφόρμες τρίτων κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω δεν έχει, εκ προοιμίου, ως αντικείμενο τη στεγανοποίηση της αγοράς περιορίζοντας την περιοχή στην οποία, ή τους πελάτες στους οποίους, ο εξουσιοδοτημένος διανομέας ή οι εξουσιοδοτημένοι διανομείς δικαιούνται να πωλούν.

149. Τέλος, όσον αφορά το οικονομικό και νομικό πλαίσιο, από τα πληροφοριακά στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, και ιδίως από τα αποτελέσματα της τομεακής έρευνας σχετικά με το ηλεκτρονικό εμπόριο, προκύπτει ότι, εν αντιθέσει προς τα επιγραμμικά καταστήματα των εξουσιοδοτημένων διανομέων, η χρησιμοποίηση αγορών ή πλατφορμών τρίτων, μολονότι έχει μεγάλες διαφορές από χώρα σε χώρα και από προϊόν σε προϊόν, δεν αποτελεί οπωσδήποτε σημαντικό δίαυλο διανομής. Η απαγόρευση προς τους διανομείς να χρησιμοποιούν τέτοιες πλατφόρμες δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την επίμαχη στην υπόθεση Pierre Fabre Dermo-Cosmétique πλήρη απαγόρευση της επιγραμμικής πωλήσεως.

150. Επιπλέον, κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει να συναχθεί εν προκειμένω ότι η επίμαχη ρήτρα έχει ως αποτέλεσμα τον καταμερισμό των περιοχών ή τον περιορισμό της προσβάσεως σε ορισμένη πελατεία. Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποδείχθηκε, στο παρόν στάδιο της «κτηθείσας πείρας», ότι οι χρήστες των επίμαχων πλατφορμών τρίτων συνιστούν, γενικά και ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες μιας δεδομένης αγοράς, πελατεία δυνάμενη να οριοθετηθεί, με αποτέλεσμα να μπορεί να συναχθεί ότι η επίμαχη ρήτρα καταλήγει σε κατανομή της πελατείας κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 330/2010.

151. Λαμβανομένων υπόψη του συνόλου των ως άνω εκτιμήσεων, θα προτείνω να δοθεί στο τρίτο ερώτημα η απάντηση ότι η απαγόρευση προς τα μέλη συστήματος επιλεκτικής διανομής, που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως, να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, τρίτες επιχειρήσεις για την πραγματοποίηση πωλήσεων μέσω Διαδικτύου δεν συνιστά περιορισμό όσον αφορά τους πελάτες του εμπόρου λιανικής κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 330/2010.

 Επί του τετάρτου ερωτήματος: ύπαρξη περιορισμού των παθητικών πωλήσεων στους τελικούς χρήστες

152. Με το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 330/2010 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγόρευση προς τα μέλη συστήματος επιλεκτικής διανομής, που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, τρίτες επιχειρήσεις για την πραγματοποίηση πωλήσεων μέσω Διαδικτύου συνιστά περιορισμό των παθητικών πωλήσεων στους τελικούς χρήστες.

153. Σε προέκταση των εκτιμήσεων που προεξέθεσα, για να καθοριστεί αν η επίμαχη συμβατική ρήτρα μπορεί να αναλυθεί ως ρήτρα η οποία έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό των παθητικών πωλήσεων στους τελικούς χρήστες, πρέπει να εξακριβωθεί αν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω ρήτρα, λαμβανομένων υπόψη του περιεχομένου, του σκοπού και του οικονομικού και νομικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, δύναται εγγενώς να εμποδίσει την πραγματοποίηση των παθητικών πωλήσεων, ήτοι των πωλήσεων που είναι αποτέλεσμα της ζητήσεως που εκφράζεται αυτοβούλως από επιμέρους πελάτες.

154. Εκτιμώ ότι ουδέν στοιχείο της δικογραφίας που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο επιτρέπει να συναχθεί ότι η εν λόγω ρήτρα πρέπει να αναλυθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο.

155. Όπως προανέφερα, η επίμαχη συμβατική ρήτρα δεν απαγορεύει κάθε επιγραμμική πώληση, εν αντιθέσει προς την επίμαχη ρήτρα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (C‑439/09, EU:C:2011:649). Επιτρέπει όντως τον συγκεκριμένο δίαυλο διανομής, εφόσον ο διανομέας πωλεί τα επίμαχα προϊόντα υπό μορφή ηλεκτρονικής βιτρίνας της εξουσιοδοτημένης επιχειρήσεως ή χρησιμοποιώντας, κατά τρόπο που να μη φαίνεται προς τα έξω, ιστότοπο τρίτου και τηρεί ορισμένες διατάξεις οι οποίες προορίζονται να διαφυλάσσουν την εικόνα γοήτρου του σήματος του παραγωγού.

156. Λαμβανομένων υπόψη των ως άνω εκτιμήσεων, θα προτείνω να δοθεί στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι η απαγόρευση προς τα μέλη συστήματος επιλεκτικής διανομής, που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως, να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, τρίτες επιχειρήσεις για την πραγματοποίηση πωλήσεων μέσω Διαδικτύου δεν συνιστά περιορισμό των παθητικών πωλήσεων προς τους τελικούς χρήστες κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 330/2010.

 Πρόταση

157. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Oberlandesgericht Frankfurt am Main (Εφετείου Φρανκφούρτης επί του Μάιν, Γερμανία) ως εξής:

1)      Το σύστημα επιλεκτικής διανομής το οποίο έχει ως αντικείμενο τη διανομή πολυτελών προϊόντων και προϊόντων γοήτρου και αποσκοπεί πρωτίστως στη διαφύλαξη της «εικόνας πολυτέλειας» των εν λόγω προϊόντων συνιστά στοιχείο ανταγωνισμού σύμφωνο με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, στο μέτρο που οι διανομείς επιλέγονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ποιοτικού χαρακτήρα που καθορίζονται με ομοιόμορφο τρόπο για όλους και εφαρμόζονται χωρίς δυσμενείς διακρίσεις για όλους τους δυνητικούς διανομείς, στο μέτρο που η φύση του εν λόγω προϊόντος, περιλαμβανομένης της εικόνας γοήτρου, καθιστά αναγκαία την επιλεκτική διανομή για τη διατήρηση της ποιότητάς του και τη διασφάλιση της καλής χρήσεώς του και στο μέτρο που τα καθορισθέντα κριτήρια δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου.

2)      Για να καθοριστεί αν συμβατική ρήτρα που απαγορεύει σε εξουσιοδοτημένους διανομείς δικτύου επιλεκτικής διανομής να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς έξω, πλατφόρμες τρίτων για τις επιγραμμικές πωλήσεις συνάδει ή όχι με το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν η εν λόγω συμβατική ρήτρα εξαρτάται από τη φύση του προϊόντος, αν καθορίζεται με τρόπο ομοιόμορφο και εφαρμόζεται χωρίς δυσμενείς διακρίσεις και αν δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου.

3)      Η απαγόρευση προς τα μέλη συστήματος επιλεκτικής διανομής, που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως, να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, τρίτες επιχειρήσεις για την πραγματοποίηση πωλήσεων μέσω Διαδικτύου δεν συνιστά περιορισμό όσον αφορά τους πελάτες του εμπόρου λιανικής κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 330/2010 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 2010, για την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 3, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών.

4)      Η απαγόρευση προς τα μέλη συστήματος επιλεκτικής διανομής, που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής πωλήσεως, να χρησιμοποιούν, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, τρίτες επιχειρήσεις για την πραγματοποίηση πωλήσεων μέσω Διαδικτύου δεν συνιστά περιορισμό των παθητικών πωλήσεων προς τους τελικούς χρήστες κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 330/2010.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Στις πιο γνωστές οντότητες συγκαταλέγονται, για παράδειγμα, το Amazon, το eBay ή ακόμη το PriceMinister. Εντούτοις, στην τελική έκθεση για την έρευνα στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Μαΐου 2017 [COM(2017) 229 τελικό], η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισήμανε ότι η εν λόγω χρησιμοποίηση αγορών/πλατφορμών τρίτων διαδραματίζει σημαντικότερο ρόλο σε ορισμένες χώρες όπως η Γερμανία (62 % των λιανοπωλητών που έλαβαν μέρος στην έρευνα χρησιμοποιούν αγορές), το Ηνωμένο Βασίλειο (43 %) και η Πολωνία (36 %) σε σύγκριση με άλλες χώρες όπως η Ιταλία και η Αυστρία (13 %) καθώς και το Βέλγιο (4 %). Στην έκθεση υπογραμμίζεται επίσης ότι οι πλατφόρμες τρίτων είναι σημαντικότερος δίαυλος πωλήσεων για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις λιανικής πωλήσεως απ’ ό,τι για τους μεγάλους διανομείς.


3      Εκτός από τις αποφάσεις που οδήγησαν στην παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, θα αναφέρω, για παράδειγμα, τις αποφάσεις που είχαν προηγουμένως εκδοθεί από τα γερμανικά δικαστήρια και τις γερμανικές αρχές ανταγωνισμού [βλ., ιδίως, αποφάσεις του Kammergericht Berlin (Εφετείου Βερολίνου, Γερμανία) της 19ης Σεπτεμβρίου 2013 στην υπόθεση Scout (U 8/09 Kart.) και του Oberlandesgericht Frankfurt am Main (Εφετείου Φρανκφούρτης επί του Μάιν) της 22ας Δεκεμβρίου 2015 στην υπόθεση Deuter (U 84/14), καθώς και αποφάσεις της Bundeskartellamt (ομοσπονδιακής αρχής ανταγωνισμού, Γερμανία) της 27ης Ιουνίου 2014 στην υπόθεση Adidas (B3-137/12) και της 26ης Αυγούστου 2015 στην υπόθεση ASICS (B2-98/11)] και από τη γαλλική αρχή ανταγωνισμού και τα γαλλικά δικαστήρια (βλ., ιδίως, απόφαση της αρχής ανταγωνισμού αριθ. 14-D-07, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τις εφαρμοζόμενες πρακτικές στον τομέα της διανομής εξοπλισμού εγγραφής ή αναπαραγωγής ήχου και εικόνας, και ειδικότερα τηλεοράσεων, και απόφαση του Cour d’appel de Paris (Εφετείου Παρισίων, Γαλλία) της 2ας Φεβρουαρίου 2016, Caudalie (αριθ. 15/1542)].


4      Κατά την προαναφερθείσα έκθεση της Επιτροπής, τα συστήματα επιλεκτικής διανομής είναι ιδιαιτέρως διαδεδομένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και χρησιμοποιούνται από πολλούς κατασκευαστές. Δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων, αλλά χρησιμοποιούνται σε μεγάλη έκταση για τη διανομή προϊόντων «πολυτελούς» σήματος, όπως τα ενδύματα, τα υποδήματα και τα καλλυντικά. Στο πλαίσιο αυτό, προκύπτει ότι πολλοί διανομείς χρησιμοποιούν συμφωνίες με τους προμηθευτές με σκοπό τον περιορισμό της προσβάσεως σε επιγραμμικές αγορές ή πλατφόρμες τρίτων.


5      Κανονισμός της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 2010, για την εφαρμογή του άρθρου 101, παράγραφος 3, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών (ΕΕ 2010, L 102, σ. 1).


6      Απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011 (C‑439/09, EU:C:2011:649).


7      ΕΕ 2010, C 130, σ. 1, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές.


8      Βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1977, Metro SB-Großmärkte κατά Επιτροπής (26/76, EU:C:1977:167, σκέψη 21).


9      Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 1983, AEG-Telefunken κατά Επιτροπής (107/82, EU:C:1983:293, σκέψη 33), και της 13ης Οκτωβρίου 2011, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (C‑439/09, EU:C:2011:649, σκέψη 40).


10      Βλ., ιδίως, άρθρο 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 330/2010.


11      Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966 (56/64 και 58/64, EU:C:1966:41, σ. 493).


12      Βλ., ιδίως, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1983, AEG-Telefunken κατά Επιτροπής (107/82, EU:C:1983:293). Στη σκέψη 38 της εν λόγω αποφάσεως διευκρινίζεται ότι «[μ]ια παρόμοια συμπεριφορά του παραγωγού δεν συνιστά μονομερή πράξη της επιχείρησης, η οποία […] δεν εμπίπτει στην απαγόρευση [των συμπράξεων]. [..] εντάσσεται στις συμβατικές σχέσεις της επιχείρησης με τους μεταπωλητές».


13      Ίχνη αυτής της σχετικά ευέλικτης στάσεως έναντι των συμφωνιών επιλεκτικής διανομής βρίσκονται ήδη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 30ής Ιουνίου 1966, LTM (56/65, EU:C:1966:38).


14      Βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1977 (26/76, EU:C:1977:167, σκέψη 20).


15      Έχει υπογραμμιστεί ότι το θετικό και το νομολογιακό δίκαιο σχετικά με τις κάθετες συμφωνίες αποτέλεσαν το αντικείμενο πραγματικής «εξεγέρσεως» των θεωρητικών του δικαίου, κατά τα πρότυπα της εξεγέρσεως της Σφενδόνης (βλ., συναφώς, Petit, N., Droit européen de la concurrence, Montchrestien,2013).


16      Βλ., αντί πολλών άλλων, τη μελέτη του Tirole, J., The Theory of Industrial Organization, The MIT Press, Cambridge, 1988, ιδίως σ. 186. Ο συγγραφέας συνάγει ειδικότερα τα εξής: «It seems important for economic theorists to develop a careful classification and operative criteria to determine in which environments certain vertical restraints are likely to lower social welfare».


17      Συγκεκριμένα, στην απόφασή του στην υπόθεση Leegin Creative Leather Products, Inc. κατά PSKS, Inc.[551 US 877 (2007)], το U.S. Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής) εγκατάλειψε τη νομολογία «Dr. Miles», η οποία έως τότε απαγόρευε αφ’ εαυτών ορισμένους κάθετους περιορισμούς, διατυπώνοντας ρητώς έναν «rule of reason». Κατά την εν λόγω απόφαση, «[t]he Court has abandoned the rule of per se illegality for other vertical restraints a manufacturer imposes on its distributors. Respected economic analysts, furthermore, conclude that vertical price restraints can have procompetitive effects. We now hold that Dr.Miles should be overruled and that vertical price restraints are to be judged by the rule of reason».


18      Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1977 (26/76, EU:C:1977:167).


19      Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, Waelbroeck, M., και Frignani, A., Le droit de la CEConcurrence, Εκδόσεις του Πανεπιστημίου Βρυξελλών, συλλογή «Commentaire J. Mégret», Βρυξέλλες, 1997, σ. 171.


20      Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 1977, Metro SB-Großmärkte κατά Επιτροπής (26/76, EU:C:1977:167, σκέψη 20), και της 11ης Δεκεμβρίου 1980, L’Oréal (31/80, EU:C:1980:289, σκέψεις 15 και 16). Βλ., επίσης, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1992, Vichy κατά Επιτροπής (T‑19/91, EU:T:1992:28, σκέψεις 32 επ.).


21      Απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (C‑439/09, EU:C:2011:649, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


22      Βλ. ιδίως, υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 211)· της 14ης Ιουνίου 2011, Pfleiderer (C‑360/09, EU:C:2011:389, σκέψη 21), και της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Expedia (C‑226/11, EU:C:2012:795, σκέψεις 24 έως 31).


23      Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 1977, Metro SB-Großmärkte κατά Επιτροπής (26/76, EU:C:1977:167, σκέψεις 20 και 21)· της 11ης Δεκεμβρίου 1980, L’Oréal (31/80, EU:C:1980:289, σκέψεις 15 και 16)· της 25ης Οκτωβρίου 1983, AEG-Telefunken κατά Επιτροπής (107/82, EU:C:1983:293, σκέψη 35), και της 22ας Οκτωβρίου 1986, Metro κατά Επιτροπής (75/84, EU:C:1986:399, σκέψεις 37 και 40).


24      Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Leclerc κατά Επιτροπής (T‑19/92, EU:T:1996:190, σκέψεις 111 έως 120), και της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Leclerc κατά Επιτροπής (T‑88/92, EU:T:1996:192, σκέψεις 106 έως 117).


25      Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 1977, Metro SB-Großmärkte κατά Επιτροπής (26/76, EU:C:1977:167, σκέψη 20), και της 25ης Οκτωβρίου 1983, AEG-Telefunken κατά Επιτροπής (107/82, EU:C:1983:293, σκέψη 33).


26      Βλ., ιδίως, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1980, L’Oréal (31/80, EU:C:1980:289).


27      Βλ., ιδίως, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Leclerc κατά Επιτροπής (T‑88/92, EU:T:1996:192, σκέψη 109).


28      Βλ. υπ’ αυτή την έννοια, ιδίως, αποφάσεις της 23ης Μαΐου 1978, Hoffmann-La Roche (102/77, EU:C:1978:108, σκέψη 7), και της 23ης Απριλίου 2009, Copad (C‑59/08, EU:C:2009:260, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


29      Βλ., όλως ιδιαιτέρως, απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1990, HAG GF (C‑10/89, EU:C:1990:359, σκέψη 13).


30      Βλ., ιδίως, απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, Copad (C‑59/08, EU:C:2009:260, σκέψεις 24 έως 28).


31      Βλ. απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, Copad (C‑59/08, EU:C:2009:260, σκέψη 29).


32      Γίνεται ιδίως παραπομπή στα παραδείγματα που παρατίθενται στην υποσημείωση 3 των παρουσών προτάσεων.


33      Η γαλλική αρχή ανταγωνισμού είχε ειδικότερα επισημάνει, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ότι η εν λόγω απαγόρευση πωλήσεως μέσω Διαδικτύου ισοδυναμούσε με περιορισμό της εμπορικής ελευθερίας των διανομέων της Pierre Fabre Dermo-Cosmétique, αποκλείοντας ένα μέσο εμπορίας των προϊόντων της. Επιπλέον, η απαγόρευση αυτή περιόριζε την επιλογή των καταναλωτών που επιθυμούσαν να αγοράσουν μέσω Διαδικτύου και, τέλος, εμπόδιζε τις πωλήσεις στους τελικούς αγοραστές οι οποίοι δεν βρίσκονταν στη «φυσική» γεωγραφική ζώνη του εξουσιοδοτημένου διανομέα.


34      Απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011 (C‑439/09, EU:C:2011:649, σκέψεις 41 και 43).


35      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, από το σημείο 1.1. της συμβάσεως επιλεκτικής διανομής που συνήφθη μεταξύ της Coty Germany και της Parfümerie Akzente προκύπτει ότι η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως, κατά τρόπο που να φαίνεται προς τα έξω, πλατφορμών τρίτων σκοπούσε ακριβώς στη διαφύλαξη του «πολυτελούς χαρακτήρα» των προϊόντων που καλύπτει η σύμβαση.


36      Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 1977, Metro SB-Großmärkte κατά Επιτροπής (26/76, EU:C:1977:167)· της 11ης Δεκεμβρίου 1980, L’Oréal (31/80, EU:C:1980:289)· της 25ης Οκτωβρίου 1983, AEG-Telefunken κατά Επιτροπής (107/82, EU:C:1983:293), και της 23ης Απριλίου 2009, Copad (C‑59/08, EU:C:2009:260).


37      Βλ., ιδίως, απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, CB κατά Επιτροπής (C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, σκέψη 58).


38      Απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Pierre Fabre Dermo-Cosmétique (C‑439/09, EU:C:2011:649, σκέψη 57).


39      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1965, περί εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 59).


40      Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, CB κατά Επιτροπής (C‑67/13 P, EU:C:2014:2204, σκέψεις 49 και 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και σκέψη 57). Το Δικαστήριο διευκρίνισε ιδίως ότι το ουσιώδες νομικό κριτήριο για τον καθορισμό του αν ο συντονισμός μεταξύ επιχειρήσεων συνεπάγεται περιορισμό του ανταγωνισμού «λόγω του αντικειμένου» έγκειται στη διαπίστωση ότι ένας τέτοιος συντονισμός είναι, από μόνος του, αρκούντως επιβλαβής για τον ανταγωνισμό.


41      Ειδικότερα, όπως στην προσέγγιση που ακολουθείται στο πλαίσιο της εφαρμογής των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, δεν έχει αποδειχθεί ότι τα επίμαχα μέτρα επηρεάζουν περισσότερο την εμπορία των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη (βλ. αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 2003, Deutscher Apothekerverband, C‑322/01, EU:C:2003:664, σκέψη 74, και της 2ας Δεκεμβρίου 2010, Ker-Optika, C‑108/09, EU:C:2010:725, σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).