Language of document : ECLI:EU:C:2011:286

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 10ης Μαΐου 2011 (*)

«Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία – Γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης – Άρθρο 157 ΣΛΕΕ – Οδηγία 2000/78/EΚ – Πεδίο εφαρμογής – Έννοια του όρου “αμοιβή” – Εξαιρέσεις – Επαγγελματικό σύστημα ασφαλίσεως υπό τη μορφή καταβολής επικουρικής συντάξεως γήρατος σε πρώην εργαζομένους οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης και στους επιζώντες αυτών – Μέθοδος υπολογισμού της εν λόγω συντάξεως γήρατος η οποία ευνοεί τους έγγαμους δικαιούχους έναντι όσων συζούν στο πλαίσιο καταχωρισμένης σχέσεως συμβιώσεως – Δυσμενής διάκριση λόγω γενετήσιου προσανατολισμού»

Στην υπόθεση C‑147/08,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Arbeitsgericht Hamburg (Γερμανία), με αποφάσεις της 4ης Απριλίου 2008 και της 23ης Ιανουαρίου 2009, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 10 Απριλίου 2008 και στις 28 Ιανουαρίου 2009, στο πλαίσιο της δίκης

Jürgen Römer

κατά

Freie und Hansestadt Hamburg,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, A. Tizzano, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts, J.-C. Bonichot, A. Arabadjiev, D. Šváby (εισηγητή), προέδρους τμήματος, E. Juhász, Γ. Αρέστη, A. Borg Barthet και T. von Danwitz, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen

γραμματέας: A. Calot Escobar

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο J. Römer, εκπροσωπούμενος από τον H. Graupner, Rechtsanwalt,

–        ο Freie und Hansestadt Hamburg, εκπροσωπούμενος από τον D. Härtel,

–        η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους V. Kreuschitz και J. Enegren,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 2010,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ L 303, σ. 16), καθώς και των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης και του άρθρου 141 ΕΚ (νυν άρθρο 157 ΣΛΕΕ) όσον αφορά τις δυσμενείς διακρίσεις στην απασχόληση και την εργασία λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού.

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ του J. Römer και του Freie und Hansestadt Hamburg (Δήμος Αμβούργου) με αντικείμενο το ύψος της επικουρικής συντάξεως γήρατος την οποία αυτός δικαιούται.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Στη δέκατη τρίτη και την εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/78 διαλαμβάνονται τα εξής:

«(13) Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής προστασίας οι παροχές των οποίων δεν εξομοιούνται προς αμοιβή κατά την έννοια που δίδεται στον όρο αυτόν από την εφαρμογή του άρθρου 141 [ΕΚ] […]

[…]

(22)      Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις εθνικές νομοθεσίες περί την οικογενειακή κατάσταση και τις παροχές που εξαρτώνται από αυτήν.»

4        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78 ορίζει τα εξής:

«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη.»

5        Κατά το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας:

«1.      Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.

2.      Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:

α)       συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο,

β)       συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική ενδέχεται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου μιας ορισμένης θρησκείας ή πεποιθήσεων, με μια ορισμένη ειδική ανάγκη, μιας ορισμένης ηλικίας, ή ενός ορισμένου γενετήσιου προσανατολισμού, σε σχέση με άλλα άτομα εκτός εάν,

i)      η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία, […]

[…]».

6        Το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:

«1.    Εντός των ορίων των εξουσιών που απονέμονται στην Κοινότητα, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων, όσον αφορά:

[…]

γ)       τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων και των αμοιβών,

[…]

3.       Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις πάσης φύσεως παροχές που καταβάλλουν τα δημόσια συστήματα ή τα εξομοιούμενα προς τα δημόσια, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης ή προστασίας.

[…]»

7        Όπως προκύπτει από το άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, τα κράτη μέλη υποχρεούνταν, καταρχήν, να θεσπίσουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς αυτήν το αργότερο έως τις 2 Δεκεμβρίου 2003 ή μπορούσαν να αναθέσουν στους κοινωνικούς εταίρους την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας όσον αφορά τις διατάξεις περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας διασφαλίζοντας όμως την εκτέλεση αυτών των διατάξεων πριν από την παρέλευση της ίδιας ημερομηνίας.

 Το εθνικό δίκαιο

 Ο Θεμελιώδης Νόμος

8        Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του Grundgesetz für die Bundesrepublik Deutschland (Θεμελιώδης Νόμος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στο εξής: Θεμελιώδης Νόμος) ορίζει ότι «[ο] γάμος και η οικογένεια τελούν υπό την ειδική προστασία της κρατικής τάξεως».

 Ο νόμος περί των καταχωρισμένων σχέσεων συμβιώσεως

9        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου περί των καταχωρισμένων σχέσεων συμβιώσεως (Gesetz über die Eingetragene Lebenspartnerschaft), της 16ης Φεβρουαρίου 2001 (στο εξής: LPartG), ορίζει τα εξής όσον αφορά τη μορφή και τις προϋποθέσεις συνάψεως καταχωρισμένης σχέσεως συμβιώσεως:

«Δύο πρόσωπα του ιδίου φύλου συνάπτουν σχέση συμβιώσεως όταν δηλώνουν αμοιβαίως, αυτοπροσώπως και παρουσία αμφοτέρων ότι επιθυμούν να ζήσουν από κοινού με σχέση καταχωρισμένης συμβιώσεως (καταχωρισμένοι σύντροφοι). Οι δηλώσεις δεν μπορούν να γίνουν υπό αίρεση ή προθεσμία. Οι δηλώσεις παράγουν τα αποτελέσματά τους αφού υποβληθούν ενώπιον της αρμόδιας αρχής. […]»

10      Το άρθρο 2 του LPartG ορίζει τα εξής:

«Οι καταχωρισμένοι σύντροφοι υπέχουν αμοιβαία υποχρέωση μέριμνας και αλληλεγγύης καθώς και αμοιβαία υποχρέωση για συμβίωση. Φέρουν ευθύνη ο ένας για τον άλλο.»

11      Κατά το άρθρο 5 του εν λόγω νόμου:

«Οι καταχωρισμένοι σύντροφοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της συμβιώσεως. Τα άρθρα 1360a και 1360b του αστικού κώδικα (Bürgerliches Gesetzbuch, στο εξής: BGB) εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.»

12      Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του ιδίου νόμου, σχετικά με τις λοιπές έννομες συνέπειες της σχέσεως συμβιώσεως, ορίζει τα εξής:

«Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, ο καταχωρισμένος σύντροφος λογίζεται ως μέλος της οικογενείας του άλλου καταχωρισμένου συντρόφου.»

13      Ο νόμος περί αναμορφώσεως του δικαίου των σχέσεων συμβιώσεως (Gesetz zur Überarbeitung des Lebenspartnerschaftsrechts), της 15ης Δεκεμβρίου 2004 (στο εξής: νόμος της 15ης Δεκεμβρίου 2004), ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2005, τροποποίησε τον LPartG επιφέροντας μεγαλύτερη σύγκλιση των ρυθμίσεων για την καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως με αυτές που ισχύουν για τον γάμο. Ειδικότερα, σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως συμβιώσεως, προβλέπεται επιμερισμός των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μεταξύ των καταχωρισμένων συντρόφων (άρθρο 20 LPartG), όπως συμβαίνει και μεταξύ συζύγων σε περίπτωση διαζυγίου. Επιπλέον, οι ρυθμίσεις σχετικά με την ασφάλιση συντάξεως γήρατος τροποποιήθηκαν προκειμένου να μπορούν οι καταχωρισμένοι σύντροφοι, όπως και οι σύζυγοι, να λαμβάνουν σύνταξη επιζώντος ακόμη και εάν ο σύντροφος απεβίωσε προ της 1ης Ιανουαρίου 2005 [άρθρο 46, παράγραφος 4, του βιβλίου VI του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως (Sozialgesetzbuch)].

 Οι ισχύουσες στο ομόσπονδο κράτος του Αμβούργου διατάξεις περί κοινωνικής ασφαλίσεως

14      Το άρθρο 1 του νόμου του ομόσπονδου κράτους του Αμβούργου περί επικουρικής ασφαλίσεως (Hamburgisches Zusatzversorgungsgesetz), της 7ης Μαρτίου 1995 (στο εξής: HmbZVG), ορίζει ότι ο νόμος αυτός εφαρμόζεται στους υπαλλήλους του Freie und Hansestadt Hamburg, καθώς και στα πρόσωπα προς τα οποία ο εν λόγω δήμος υποχρεούται να καταβάλει σύνταξη υπό την έννοια του άρθρου 2 του ιδίου νόμου (δικαιούχοι συνταξιοδοτικών παροχών). Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο, η σύνταξη χορηγείται είτε υπό τη μορφή συντάξεως γήρατος, η οποία διέπεται από τα άρθρα 3 έως 10 του εν λόγω νόμου, είτε υπό τη μορφή συντάξεως επιζώντος, η οποία διέπεται από τα άρθρα 11 έως 19. Κατά τα άρθρα 2a και 2c του HmbZVG, οι μισθωτοί υπάλληλοι του δήμου αυτού συμμετέχουν στις συνταξιοδοτικές δαπάνες μέσω παρακρατήσεως εισφοράς ανερχόμενης αρχικώς σε 1,25 % επί των φορολογητέων αποδοχών. Κατά το άρθρο 2b του νόμου αυτού, η υποχρέωση για την καταβολή εισφοράς άρχεται από την ημερομηνία συνάψεως της εργασιακής σχέσεως και λήγει κατά την ημερομηνία λύσεώς της.

15      Το άρθρο 6 του HmbZVG ορίζει ότι οι μηνιαίες συνταξιοδοτικές παροχές ανέρχονται, για κάθε πλήρες έτος της περιόδου απασχολήσεως ως προς την οποία θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα, σε 0,5 % των αποδοχών που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως.

16      Οι αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίζεται η σύνταξη ορίζονται διεξοδικώς στο άρθρο 7 του HmbZVG, οι δε περίοδοι απασχολήσεως για τις οποίες θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα, καθώς και οι αποκλειόμενες περίοδοι, καθορίζονται στο άρθρο 8 του ως άνω νόμου.

17      Το άρθρο 29 του HmbZVG περιλαμβάνει τις μεταβατικές διατάξεις σχετικά με τους υπαγόμενους στην προϊσχύουσα νομοθεσία δικαιούχους συνταξιοδοτικών παροχών κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του νόμου αυτού. Κατά το άρθρο 29, παράγραφος 1, σημείο 1, σε συνδυασμό με το σημείο 5 της παραγράφου αυτής, οι ως άνω δικαιούχοι εξακολουθούν, κατά παρέκκλιση ιδίως του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 2, να λαμβάνουν σύνταξη ίση προς αυτή την οποία έλαβαν τον Ιούλιο του 2003 ή προς αυτή την οποία θα δικαιούνταν, δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 1, σημεία 2 και 4, τον Δεκέμβριο του 2003.

18      Πριν από τις ως άνω ρυθμίσεις, τα σχετικά ζητήματα ρυθμίζονταν με τον νόμο του ομόσπονδου κράτους του Αμβούργου περί παροχών επικουρικής συντάξεως γήρατος και συντάξεως επιζώντος των μισθωτών υπαλλήλων του Freien und Hansestadt Hamburg (Erstes Ruhegeldgesetz der Freien und Hansestadt Hamburg, στο εξής: πρώτος RGG). Το άρθρο, παράγραφος 6, του νόμου αυτού όριζε τα εξής:

«Το πλασματικό καθαρό εισόδημα το οποίο λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως καθορίζεται με αφαίρεση από τις αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως (άρθρο 8):

1.      του ποσού το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί ως φόρος επί των αποδοχών [αφαιρουμένου του ποσού που καταβάλλεται υπέρ της Εκκλησίας (Kirchenlohnsteuer)] κατ’ εφαρμογή της φορολογικής κλάσεως III/0 στην περίπτωση δικαιούχων συνταξιοδοτικών παροχών οι οποίοι, κατά την ημερομηνία που αρχίζει να καταβάλλεται η σύνταξη γήρατος, είναι έγγαμοι και δεν ζουν, σε μόνιμη βάση, χωριστά από τον/την σύζυγό τους (άρθρο 12, παράγραφος 1) ή στην περίπτωση δικαιούχων συνταξιοδοτικών παροχών οι οποίοι, κατά την ίδια ημερομηνία, δικαιούνται οικογενειακών επιδομάτων ή αντίστοιχης παροχής, [ή]

2.      του ποσού το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί, κατά την ημερομηνία που αρχίζει να καταβάλλεται η σύνταξη γήρατος, ως φόρος επί των αποδοχών (αφαιρουμένου του ποσού που καταβάλλεται υπέρ της Εκκλησίας) κατ’ εφαρμογή της φορολογικής κλάσεως Ι στην περίπτωση των λοιπών δικαιούχων. […]»

19      Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 10, τελευταία περίοδος, του πρώτου RGG, εάν οι τασσόμενες με το άρθρο 10, παράγραφος 6, σημείο 1, του νόμου αυτού προϋποθέσεις πληρούνται σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας κατά την οποία αρχίζει να καταβάλλεται η σύνταξη γήρατος, εφαρμόζεται από τον χρόνο αυτόν και εφόσον ζητηθεί από τον ενδιαφερόμενο η φορολογική κλάση III/0.

20      Το ποσό το οποίο αφαιρείται όταν ο οφειλόμενος φόρος επί των αποδοχών έχει υπολογιστεί βάσει της φορολογικής κλάσεως III/0 είναι σαφώς χαμηλότερο αυτού το οποίο αφαιρείται όταν ο οφειλόμενος φόρος επί των αποδοχών έχει υπολογιστεί βάσει της φορολογικής κλάσεως Ι.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

21      Οι διάδικοι ερίζουν ως προς το ύψος των συνταξιοδοτικών παροχών τις οποίες δικαιούται από τον Νοέμβριο 2001 ο προσφεύγων της κύριας δίκης, J. Römer.

22      Από το έτος 1950 έως την επέλευση της ανικανότητάς του προς βιοπορισμό, στις 31 Μαΐου 1990, ο J. Römer εργαζόταν στον Freie und Hansestadt Hamburg ως διοικητικός υπάλληλος. Από το έτος 1969 ζούσε αδιαλείπτως με τον U. Στις 15 Οκτωβρίου 2001 ο προσφεύγων της κύριας δίκης και ο σύντροφός του συνήψαν καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως σύμφωνα με τον LPartG. Ο J. Römer ενημέρωσε σχετικώς τον εργοδότη του με έγγραφο της 16ης Οκτωβρίου 2001. Με νέο έγγραφο, της 28ης Νοεμβρίου 2001, ο J. Römer ζήτησε να υπολογιστεί εκ νέου η χορηγούμενη σε αυτόν επικουρική σύνταξη γήρατος με εφαρμογή της ευνοϊκότερης μειώσεως που προβλεπόταν για τη φορολογική κλάση ΙΙΙ/0, τούτο δε από 1ης Αυγούστου 2001, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο. Εντούτοις, ο προσφεύγων της κύριας δίκης δηλώνει με τις παρατηρήσεις του ότι ζήτησε την αναπροσαρμογή της συντάξεώς του από 1ης Νοεμβρίου 2001.

23      Με έγγραφο της 10ης Δεκεμβρίου 2001, ο Freie und Hansestadt Hamburg ενημέρωσε τον J. Römer ότι αρνείται να τροποποιήσει τον τρόπο υπολογισμού της ως άνω συντάξεως με την αιτιολογία ότι, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 6, σημείο 1, του πρώτου RGG, μόνον όσοι δικαιούχοι είναι έγγαμοι και δεν ζουν σε μόνιμη βάση χωριστά από τον/την σύζυγό τους καθώς και όσοι δικαιούχοι λαμβάνουν οικογενειακό επίδομα ή αντίστοιχη παροχή μπορούν να ζητήσουν τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος με βάση την φορολογική κλάση III/0.

24      Όπως προκύπτει από την «κατάσταση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων» την οποία κατήρτισε ο Freie und Hansestadt Hamburg στις 2 Σεπτεμβρίου 2001, η μηνιαία σύνταξη γήρατος που καταβαλλόταν στον J. Römer από τον Σεπτέμβριο του 2001, υπολογιζόμενη με βάση αποδοχές μειωμένες κατά το ποσό που θα οφειλόταν ως φόρος επί των αποδοχών κατ’ εφαρμογή της φορολογικής κλάσεως Ι, ανερχόταν σε 1 204,55 DEM (615,88 ευρώ). Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ενδιαφερομένου, τους οποίους δεν αμφισβητεί ο πρώην εργοδότης του, εάν η σύνταξη υπολογιζόταν λαμβανομένης υπόψη της φορολογικής κλάσεως ΙΙΙ/0, το ως άνω ποσό, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2001, θα προσαυξανόταν κατά 590,87 DEM (302,11 ευρώ) μηνιαίως.

25      Η διαφορά υποβλήθηκε στην κρίση του αιτούντος δικαστηρίου. Ο J. Römer εκτιμά ότι, για τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών του παροχών, δικαιούται να τύχει της μεταχειρίσεως την οποία επιφυλάσσει το άρθρο 10, παράγραφος 6, σημείο 1, του πρώτου RGG στους έγγαμους δικαιούχους που δεν ζουν σε μόνιμη βάση χωριστά ο ένας από τον άλλο. Υποστηρίζει ότι το προβλεπόμενο από την εν λόγω διάταξη κριτήριο του «εγγάμου δικαιούχου που δεν ζει σε μόνιμη βάση χωριστά από τον/την σύζυγό του» έχει την έννοια ότι αφορά και τους δικαιούχους συνταξιοδοτικών παροχών οι οποίοι έχουν συνάψει καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως δυνάμει του LPartG.

26      Ο J. Römer φρονεί ότι, εν πάση περιπτώσει, το αίτημά του για ίση μεταχείριση με τους έγγαμους δικαιούχους που δεν ζουν σε μόνιμη βάση χωριστά από τον/την σύζυγό τους απορρέει από την οδηγία 2000/78. Υποστηρίζει επιπροσθέτως ότι, εφόσον η εν λόγω οδηγία δεν μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη εντός της προθεσμίας του άρθρου 18 αυτής, ήτοι το αργότερο έως τις 2 Δεκεμβρίου 2003, η οδηγία αυτή έχει απευθείας εφαρμογή στο καθού της κύριας δίκης.

27      Ο Freie und Hansestadt Hamburg εκτιμά ότι ο όρος «έγγαμοι», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 10, παράγραφος 6, σημείο 1, του πρώτου RGG, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια την οποία προτείνει ο J. Römer. Υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου θέτει τον γάμο και την οικογένεια υπό την ειδική προστασία του κράτους. Πάντοτε κατά τον Freie und Hansestadt Hamburg, το ζήτημα της ενιαίας φορολογήσεως μπορεί να παραλληλιστεί προς τη δυνατότητα πλασματικής εφαρμογής της φορολογικής κλάσεως III/0 στο πλαίσιο του υπολογισμού των καταβαλλόμενων βάσει του πρώτου RGG επικουρικών συντάξεων γήρατος. Υποστηρίζει ότι οι οικονομικοί πόροι τους οποίους διαθέτουν μηνιαίως οι ενδιαφερόμενοι για τη διασφάλιση των αναγκών του καθημερινού βίου καθορίζονται τόσο βάσει της ενιαίας φορολογήσεως κατά τη διάρκεια της περιόδου απασχολήσεως όσο και βάσει της πλασματικής εφαρμογής της φορολογικής κλάσεως ΙΙΙ/0 για τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών παροχών. Το πλεονέκτημα που παρέχεται στα πρόσωπα τα οποία έχουν δημιουργήσει οικογένεια ή τα οποία θα μπορούσαν να το πράξουν αποσκοπεί στην αντιστάθμιση της πρόσθετης οικονομικής επιβαρύνσεως την οποία επωμίσθηκαν τα πρόσωπα αυτά.

28      Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Arbeitsgericht Hamburg (δικαστήριο εργατικών διαφορών του Αμβούργου) αποφάσισε, στις 4 Απριλίου 2008, και με συμπληρωματική απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2009, να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Αποτελούν οι προβλεπόμενες από τον [πρώτο RGG] παροχές επικουρικής συντάξεως για πρώην υπαλλήλους του Δήμου του Αμβούργου […], καθώς και για τους επιζώντες τους, “παροχές που καταβάλλουν τα δημόσια συστήματα ή τα εξομοιούμενα προς τα δημόσια, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως ή προστασίας”, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, της [οδηγίας 2000/78/EΚ], με συνέπεια η εν λόγω οδηγία να μην έχει εφαρμογή στο ρυθμιστικό πεδίο του πρώτου RGG;

2)      [α]   Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα [, σ]υνιστούν “εθνικές νομοθεσίες [για] την οικογενειακή κατάσταση [ή] τις παροχές που εξαρτώνται από αυτήν”, κατά την έννοια της εικοστής δεύτερης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας 2000/78, οι ρυθμίσεις του πρώτου RGG, οι οποίες διακρίνουν, σε σχέση με τον υπολογισμό του ύψους των συνταξιοδοτικών παροχών, μεταξύ, αφενός, έγγαμων δικαιούχων των παροχών και, αφετέρου, των λοιπών δικαιούχων και οι οποίες ευνοούν του έγγαμους δικαιούχους έναντι προσώπων τα οποία έχουν συνάψει με πρόσωπο του ιδίου φύλου καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως βάσει του [LPartG];

[β]      [Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα, έ]χει τούτο ως συνέπεια να μην εφαρμόζεται η οδηγία 2000/78 επί των ανωτέρω ρυθμίσεων του πρώτου RGG, μολονότι η εν λόγω οδηγία δεν προβλέπει αυτή καθαυτή κανένα περιορισμό στο πεδίο εφαρμογής της αντίστοιχο προς την [εν λόγω] εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη;

3)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος […] ή στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου ερωτήματος[, α]ντιβαίνει στις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1, 2 και 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2000/78, το άρθρο 10, παράγραφος 6, του πρώτου RGG, κατά το οποίο οι συνταξιοδοτικές παροχές δικαιούχων που είναι έγγαμοι και δεν ζoυν σε μόνιμη βάση χωριστά υπολογίζονται βάσει πλασματικής εφαρμογής της (ευνοϊκότερης για τους υποκειμένους στον φόρο) φορολογικής κλάσεως III/0, ενώ αντιθέτως οι συνταξιοδοτικές παροχές των λοιπών δικαιούχων υπολογίζονται βάσει πλασματικής εφαρμογής της (δυσμενέστερης για τους υποκειμένους στον φόρο) φορολογικής κλάσεως I, όταν πρόκειται για δικαιούχο ο οποίος έχει συνάψει [καταχωρισμένη] σχέση συμβιώσεως με πρόσωπο του ιδίου φύλου και δεν ζει σε μόνιμη βάση χωριστά από το πρόσωπο αυτό;

4)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα ή στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου ερωτήματος ή σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα[, α]ντιβαίνει το άρθρο 10, παράγραφος 6, του πρώτου RGG, λαμβανομένων υπόψη των ρυθμίσεων που μνημονεύονται στο τρίτο ερώτημα και των έννομων συνεπειών τους, στο άρθρο 141 ΕΚ ή σε γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου;

5)      [α]   Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ή το τέταρτο ερώτημα[, έ]χει τούτο ως συνέπεια, ενόσω δεν επέρχεται τροποποίηση του άρθρου 10, παράγραφος 6, του πρώτου RGG προκειμένου να παύσει να υφίσταται η προβαλλόμενη άνιση μεταχείριση, ότι και ο δικαιούχος […] ο οποίος έχει συνάψει καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως [και δεν ζει σε μόνιμη βάση χωριστά από τον σύντροφό του], μπορεί να απαιτήσει, για τον υπολογισμό της [επικουρικής] του συντάξεως, την ίδια μεταχείριση με αυτήν της οποίας τυγχάνει ο έγγαμος δικαιούχος ο οποίος δεν ζει σε μόνιμη βάση χωριστά από τον/την σύζυγό του;

         [β]   Εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση, ισχύει το ίδιο –υπό τον όρο βεβαίως ότι η οδηγία 2000/78 τυγχάνει εφαρμογής και η απάντηση στο τρίτο ερώτημα είναι καταφατική– και πριν από την εκπνοή της κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προθεσμίας για την εφαρμογή της;

6)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πέμπτο ερώτημα[, ι]σχύει το ίδιο, βάσει του σκεπτικού της αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. I‑1889), με τον περιορισμό ότι η ίση μεταχείριση κατά τον υπολογισμό της [επικουρικής] συντάξεως πρέπει να εφαρμόζεται μόνο για κεκτημένα από 17ης Μαΐου 1990 δικαιώματα του δικαιούχου;

7)      Στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση άμεσης δυσμενούς διακρίσεως:

α)      Ποια σημασία έχει στο πλαίσιο αυτό το γεγονός, αφενός, ότι βάσει του Θεμελιώδους Νόμου […] καθώς και βάσει του κοινοτικού δικαίου πρέπει να τηρείται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, αφετέρου, ότι βάσει του δικαίου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ο γάμος και η οικογένεια τελούν υπό την ειδική προστασία του κράτους δυνάμει της ρητής συνταγματικής επιταγής του άρθρου 6, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου,

β)      Μπορεί, παρά το γράμμα της οδηγίας [2000/78], να κριθεί δικαιολογημένη μια νομοθετική ρύθμιση που εισάγει άμεση δυσμενή διάκριση επειδή εξυπηρετεί άλλο σκοπό τον οποίο έχει προσδιορίσει το εσωτερικό δίκαιο του [οικείου] κράτους μέλους, όχι όμως και το κοινοτικό δίκαιο; Στην περίπτωση αυτή, υπερισχύει άνευ ετέρου [αυτός] ο άλλος σκοπός τον οποίο έχουν προσδιορίσει οι ρυθμίσεις του δικαίου του [εν λόγω] κράτους μέλους της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως;

γ)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα[, β]άσει ποιου νομικού κριτηρίου επιτυγχάνεται στην περίπτωση αυτή η εξισορρόπηση μεταξύ της κοινοτικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και του άλλου νομικού σκοπού που επιδιώκει το δίκαιο [του εν λόγω] κράτους μέλους; Ισχύουν στο πλαίσιο αυτό τα κριτήρια που ορίζονται με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας [2000/78] όσον αφορά το επιτρεπτό έμμεσων δυσμενών διακρίσεων, δηλαδή η εισάγουσα τη δυσμενή διάκριση διάταξη να δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό σκοπό και τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού να είναι πρόσφορα και αναγκαία;

δ)      Πληροί η ρύθμιση του άρθρου 10, παράγραφος 6, του πρώτου RGG τις προϋποθέσεις νομιμότητας τις οποίες τάσσει το κοινοτικό δίκαιο όπως αυτές καθορίζονται στο προηγούμενο ερώτημα; Πληροί η ρύθμιση αυτή τις εν λόγω προϋποθέσεις αποκλειστικά και μόνο επειδή η ειδική διάταξη του εθνικού δικαίου, ήτοι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου, δεν αντιστοιχεί σε διάταξη του κοινοτικού δικαίου;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί των δυο πρώτων ερωτημάτων

29      Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, στα οποία επιβάλλεται να δοθεί κοινή απάντηση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί εάν οι παροχές επικουρικής συντάξεως, όπως αυτές που καταβάλλονται βάσει του πρώτου RGG στους πρώην υπαλλήλους του Freie und Hansestadt Hamburg και στους επιζώντες τους, δεν εμπίπτουν στο καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78 λόγω του άρθρου 3, παράγραφος 3, ή της εικοστής δεύτερης αιτιολογικής σκέψεως της εν λόγω οδηγίας.

30      Όπως προκύπτει από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, οι παροχές αυτές αποτελούν αμοιβές υπό την έννοια του άρθρου 157 ΣΛΕΕ.

31      Όσον αφορά, καταρχάς, το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/78, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, ειδικότερα, εάν το γεγονός ότι, κατά την ως άνω διάταξη, η εν λόγω οδηγία «δεν εφαρμόζεται στις πάσης φύσεως παροχές που καταβάλλουν τα δημόσια συστήματα» σημαίνει ότι το επίμαχο σύστημα πρέπει, ως εκ της δημόσιας φύσεώς του, να θεωρηθεί ως μη υπαγόμενο στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

32      Αρκεί συναφώς να υπομνησθεί ότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78 πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, και παράγραφος 3, σε συνδυασμό με τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής υπό την έννοια ότι δεν καλύπτει τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως και προστασίας οι παροχές των οποίων δεν εξομοιώνονται προς αμοιβή κατά την έννοια που δίδεται στον όρο αυτόν για την εφαρμογή του άρθρου 157 ΣΛΕΕ, ούτε προς τις πάσης φύσεως αμοιβές που καταβάλλει το Δημόσιο με σκοπό την πρόσβαση στην απασχόληση ή τη διατήρησή της (απόφαση της 1ης Απριλίου 2008, C-267/06, Maruko, Συλλογή 2008, σ. I-1757, σκέψη 41).

33      Επομένως, το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2000/78 δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι οι παροχές επικουρικής συντάξεως που καταβάλλονται στο πλαίσιο δημόσιου συστήματος ασφαλίσεως και συνιστούν αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 157 ΣΛΕΕ δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

34      Όσον αφορά, περαιτέρω, την εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/78, κατά την οποία «η [εν λόγω] οδηγία δεν θίγει τις εθνικές νομοθεσίες [για] την οικογενειακή κατάσταση και τις παροχές που εξαρτώνται από αυτήν», υπενθυμίζεται απλώς ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε ήδη επί του περιεχομένου της σκέψεως αυτής στις σκέψεις 58 έως 60 της προαναφερθείσας αποφάσεως Maruko.

35      Όπως προκύπτει από την ως άνω απόφαση, εφόσον η επικουρική σύνταξη όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης χαρακτηριστεί ως «αμοιβή» υπό την έννοια του άρθρου 157 ΣΛΕΕ με συνέπεια να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78, η εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/78 δεν μπορεί να ανατρέψει την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση Maruko, σκέψη 60).

36      Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2000/78 έχει την έννοια ότι ούτε το άρθρο 3, παράγραφος 3, ούτε η εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη αυτής δικαιολογούν τον αποκλεισμό από το καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής της παροχών επικουρικής συντάξεως όπως των καταβαλλόμενων στους πρώην υπαλλήλους του Freie und Hansestadt Hamburg και στους επιζώντες τους βάσει του πρώτου RGG, οι οποίες συνιστούν αμοιβές υπό την έννοια του άρθρου 157 ΣΛΕΕ.

 Επί του τρίτου και του έβδομου ερωτήματος

37      Με το τρίτο και το έβδομο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί, αφενός, εάν οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2000/78 αντίκεινται σε ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 10, παράγραφος 6, του πρώτου RGG, δυνάμει της οποίας οι παροχές επικουρικής συντάξεως που καταβάλλονται στους έγγαμους δικαιούχους είναι υψηλότερες από όσες καταβάλλονται στους δικαιούχους οι οποίοι έχουν συνάψει καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως με πρόσωπο του ιδίου φύλου, καθόσον μια τέτοια διάταξη εισάγει δυσμενή διάκριση, άμεση ή έμμεση, λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού. Αφετέρου, ζητεί να διευκρινιστεί εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις επιδιωκόμενος από κράτος μέλος σκοπός όπως αυτός ο οποίος συνίσταται στην προστασία του γάμου σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 6, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου μπορεί να δικαιολογήσει άμεση δυσμενή διάκριση με βάση τον γενετήσιο προσανατολισμό.

38      Πρέπει προκαταρκτικώς να υπομνησθεί ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, η νομοθεσία περί της αστικής καταστάσεως των προσώπων εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Εντούτοις, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 αυτής, σκοπός της οδηγίας 2000/78 είναι η καταπολέμηση ορισμένων μορφών διακρίσεων στον τομέα της απασχολήσεως και της εργασίας, μεταξύ των οποίων και όσες βασίζονται στον γενετήσιο προσανατολισμό, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στα κράτη μέλη.

39      Κατά το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας, ως «αρχή της ίσης μεταχειρίσεως» νοείται η απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας.

40      Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2000/78, άμεση διάκριση υφίσταται όταν, για έναν από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη περίπτωση ένα άλλο πρόσωπο.

41      Επομένως, η ύπαρξη άμεσης δυσμενούς διακρίσεως υπό την έννοια της εν λόγω οδηγίας προϋποθέτει, πρώτον, ότι οι συγκρινόμενες περιπτώσεις είναι παρόμοιες.

42      Υπογραμμίζεται συναφώς ότι, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Maruko (σκέψεις 67 έως 73), αφενός, δεν είναι αναγκαίο οι περιπτώσεις να είναι πανομοιότυπες, αλλά απλώς να είναι παρόμοιες και, αφετέρου, η εξέταση της ομοιότητας των περιπτώσεων δεν πρέπει να είναι γενική και αφηρημένη αλλά ειδική και συγκεκριμένη, λαμβανομένης υπόψη της εκάστοτε παροχής. Ειδικότερα, στην απόφαση αυτή, η οποία αφορούσε την άρνηση χορηγήσεως συντάξεως επιζώντος στον καταχωρισμένο σύντροφο αποθανόντος προσώπου υπαγόμενου σε επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, το Δικαστήριο δεν προέβη σε γενική σύγκριση των θεσμών του γάμου και της καταχωρισμένης σχέσεως συμβιώσεως στο γερμανικό δίκαιο αλλά, στηριζόμενο στην ανάλυση του γερμανικού δικαίου στην οποία προέβη το υποβαλόν την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δικαστήριο και κατά την οποία διαπιστωνόταν η προϊούσα σύγκλιση του ισχύοντος στο γερμανικό δίκαιο καθεστώτος για τη καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως με αυτό του γάμου, τόνισε ότι, όσον αφορά τη σύνταξη χηρείας, η σχέση αυτή εξομοιώνεται προς τον γάμο.

43      Επομένως, η σύγκριση των περιπτώσεων πρέπει να στηρίζεται σε εξέταση η οποία έχει ως κύριο αντικείμενό της τα απορρέοντα από τις εφαρμοστέες εσωτερικές διατάξεις δικαιώματα και υποχρεώσεις των έγγαμων συζύγων και των καταχωρισμένων συντρόφων τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη με δεδομένο το αντικείμενο και τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης παροχής, δεν πρέπει δε να συνίσταται στον έλεγχο του εάν το εθνικό δίκαιο έχει από νομικής απόψεως εξομοιώσει τον γάμο γενικά και πλήρως με την καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως.

44      Όπως προκύπτει συναφώς από τα στοιχεία που παρατίθενται στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, από το έτος 2001, δηλαδή από την έναρξη της ισχύος του LPartG, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσάρμοσε τη νομοθεσία της κατά τρόπον ώστε να παρασχεθεί σε πρόσωπα του ιδίου φύλου η δυνατότητα να διαβιούν εφ’ όρου ζωής εντός πλαισίου αμοιβαίας αρωγής και αλληλεγγύης κατά τρόπο αναγνωριζόμενο από το δίκαιο. Μολονότι το εν λόγω κράτος μέλος αποφάσισε να μην παράσχει σε αυτά τα πρόσωπα τη δυνατότητα να συνάψουν γάμο, ο οποίος εξακολουθεί να αφορά μόνον πρόσωπα διαφορετικού φύλου, εντούτοις, καθιέρωσε, για πρόσωπα του ιδίου φύλου, διαφορετικό θεσμό, αυτόν της καταχωρισμένης σχέσεως συμβιώσεως, του οποίου οι ρυθμίσεις εξομοιώθηκαν σταδιακά προς αυτές του γάμου.

45      Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η τροποποίηση του LPartG με τον νόμο της 15ης Δεκεμβρίου 2004 συνέβαλε στη σταδιακή προσέγγιση των ισχυουσών για την καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως ρυθμίσεων με αυτές που ισχύουν για τον γάμο. Κατά το δικαστήριο αυτό, από νομικής απόψεως δεν υφίστανται σημαίνουσες διαφορές μεταξύ των δυο αυτών συστημάτων συμβιώσεως, όπως αυτά έχουν τυποποιηθεί στη γερμανική έννομη τάξη. Η μόνη εναπομείνασα βασική διαφορά είναι ότι η σύναψη γάμου προϋποθέτει πρόσωπα διαφορετικού φύλου ενώ η σύναψη καταχωρισμένης σχέσεως συμβιώσεως πρόσωπα του ιδίου φύλου.

46      Σε αντίθεση με την παροχή την οποία αφορούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Maruko και η οποία συνίστατο σε σύνταξη επιζώντος, η παροχή περί της οποίας πρόκειται στην υπόθεση της κύριας δίκης συνίσταται σε παροχές επικουρικής συντάξεως καταβαλλόμενες από τον Freie und Hansestadt Hamburg σε πρώην υπάλληλό του. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή της επίμαχης στην κύρια δίκη νομοθεσίας του ομόσπονδου κράτους του Αμβούργου προϋποθέτει όχι μόνον ότι ο δικαιούχος πρέπει να είναι έγγαμος αλλά, επιπροσθέτως, να μη ζει σε μόνιμη βάση χωριστά από τον/την σύζυγό του. Με τη νομοθεσία αυτή επιδιώκεται προσπορισμός, κατά τη συνταξιοδότηση, αντισταθμιστικού εισοδήματος για την ικανοποίηση των αναγκών του ενδιαφερομένου και, εμμέσως, των προσώπων που ζουν μαζί του.

47      Όπως προκύπτει συναφώς από τα στοιχεία που παρέσχε με την απόφασή του το αιτούν δικαστήριο, μολονότι ο νόμος της 15ης Δεκεμβρίου 2004 ασφαλώς συνέβαλε, όσον αφορά ορισμένα συγκεκριμένα ζητήματα όπως το δικαίωμα στη σύνταξη επιζώντος, στην ευθυγράμμιση της νομικής μεταχειρίσεως της καταχωρισμένης σχέσεως συμβιώσεως και αυτής του γάμου, γεγονός εντούτοις είναι ότι, στην αρχική του μορφή, ο LPartG όριζε, στα άρθρα 2 και 5, ότι οι καταχωρισμένοι σύντροφοι υπέχουν αμοιβαίες υποχρεώσεις, αφενός, μέριμνας και αλληλεγγύης και, αφετέρου, επαρκούς συμβολής στις ανάγκες της συμβιώσεως με την εργασία και την περιουσία τους, πράγμα το οποίο ισχύει και για τους συζύγους κατά τη διάρκεια του κοινού τους βίου.

48      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, από της ενάρξεως της ισχύος του LPartG, οι υποχρεώσεις αυτές βαρύνουν τους καταχωρισμένους συντρόφους όπως ακριβώς και τους έγγαμους συζύγους.

49      Όσον αφορά, δεύτερον, το κριτήριο της λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού, από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει ότι οι παροχές επικουρικής συντάξεως του J. Römer θα είχαν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 10, τελευταία περίοδος, του πρώτου RGG, αυξηθεί εάν, κατά τον Οκτώβριο του 2001, ήταν έγγαμος και όχι απλώς καταχωρισμένος σύντροφος προσώπου του ιδίου φύλου.

50      Όπως όμως διαπίστωσε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 99 των προτάσεών του, η εν λόγω ευνοϊκότερη μεταχείριση δεν θα αποτελούσε συνάρτηση ούτε των αποδοχών των συντρόφων της ενώσεως ούτε της υπάρξεως τέκνων ούτε άλλων παραγόντων, όπως οι σχετικοί με τις οικονομικές ανάγκες του συμβιούντος.

51      Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της απασχολήσεως του ενδιαφερομένου, οι οφειλόμενες από αυτόν εισφορές κατ’ ουδένα τρόπο τελούσαν σε συνάρτηση με την οικογενειακή του κατάσταση, δεδομένου ότι αυτός είχε υποχρέωση συμμετοχής στις συνταξιοδοτικές δαπάνες με την καταβολή εισφοράς ίσης προς αυτή που κατέβαλλαν οι έγγαμοι συνάδελφοί του.

52      Επομένως, στο τρίτο και το έβδομο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2000/78 αντίκεινται στην εφαρμογή εθνικής διατάξεως όπως αυτή του άρθρου 10, παράγραφος 6, του πρώτου RGG, δυνάμει της οποίας δικαιούχος ο οποίος έχει συνάψει καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως λαμβάνει επικουρική σύνταξη χαμηλότερη από τη χορηγούμενη σε έγγαμο δικαιούχο ο οποίος δεν ζει σε μόνιμη βάση χωριστά από τον/την σύζυγό του, εφόσον

–        στο οικείο κράτος μέλος, γάμο μπορούν να συνάψουν αποκλειστικώς πρόσωπα διαφορετικού φύλου, ενώ συγχρόνως υπάρχει δυνατότητα συνάψεως σχέσεως συμβιώσεως, όπως η προβλεπόμενη από τον LPartG, η οποία αφορά αποκλειστικώς πρόσωπα του ιδίου φύλου, και

–        δημιουργείται άμεση δυσμενής διάκριση με κριτήριο τον γενετήσιο προσανατολισμό λόγω του γεγονότος ότι, κατά το εθνικό δίκαιο, όσον αφορά την ως άνω σύνταξη, ο καταχωρισμένος σύντροφος βρίσκεται από νομικής και πραγματικής απόψεως σε όμοια θέση με έγγαμο πρόσωπο. Η εκτίμηση της ομοιότητας ανήκει στην αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου και πρέπει να αφορά κυρίως τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχουν αντιστοίχως οι σύζυγοι και οι καταχωρισμένοι σύντροφοι, όπως αυτά ρυθμίζονται στο πλαίσιο των αντίστοιχων θεσμών, και τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη με δεδομένο το αντικείμενο και τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής.

 Επί του πέμπτου ερωτήματος

53      Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, πρώτον, εάν, στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η δυσμενής μεταχείριση του προσφεύγοντος της κύριας δίκης συνιστά παράβαση του δικαίου της Ένωσης, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αξιώσει από τον καθού της κύριας δίκης την ίδια μεταχείριση με αυτή της οποίας τυγχάνουν οι έγγαμοι δικαιούχοι συνταξιοδοτικών παροχών οι οποίοι δεν ζουν σε μόνιμη βάση χωριστά από τον/την σύζυγό τους και χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική τροποποίηση του άρθρου 10, παράγραφος 6, του πρώτου RGG, δεδομένου ότι ο Freie und Hansestadt Hamburg δεν είναι ιδιώτης εργοδότης, αλλά οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ενεργών συγχρόνως ως εργοδότης και ως νομοθετικό όργανο σε σχέση με την επίμαχη ρύθμιση.

54      Κατά πάγια νομολογία, το εθνικό δικαστήριο στο οποίο έχει ανατεθεί, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, η εφαρμογή των κανόνων του δικαίου της Ένωσης έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων αυτών, αφήνοντας εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει ή να αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνισή της είτε διά της νομοθετικής οδού είτε μέσω οποιασδήποτε άλλης συνταγματικής διαδικασίας (απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2009, C-314/08, Filipiak, Συλλογή 2009, σ. I-11049, σκέψη 81 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

55      Επιπλέον, όταν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να μπορούν οι ιδιώτες να επικαλεστούν τις διατάξεις οδηγίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά του Δημοσίου, οι ιδιώτες αυτοί μπορούν να το πράττουν ανεξάρτητα από την ιδιότητα υπό την οποία ενεργεί το Δημόσιο, δηλαδή ως εργοδότης ή ως δημόσια αρχή (απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, C-250/09 και C-268/09, Georgiev, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 70).

56      Από τα ανωτέρω έπεται ότι, σε περίπτωση που μια διάταξη όπως αυτή του άρθρου 10, παράγραφος 6, του πρώτου RGG εισάγει δυσμενή διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 2000/78, ο θιγόμενος ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί κατά οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης το δικαίωμα σε ίση μεταχείριση χωρίς να απαιτείται προηγούμενη τροποποίηση από τον εθνικό νομοθέτη της εν λόγω εθνικής διατάξεως προκειμένου η διάταξη αυτή να καταστεί σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης, εφόσον αυτό υπερισχύει ούτως ή άλλως (βλ. υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2010, C-341/08, Petersen, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 81, και προαναφερθείσα απόφαση Georgiev, σκέψη 73).

57      Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά από πότε θα έπρεπε να έχει εξασφαλιστεί η ζητούμενη ίση μεταχείριση. Σημειώνεται καταρχάς στο πλαίσιο αυτό ότι, στην περίπτωση που υφίσταται δυσμενής διάκριση υπό την έννοια της οδηγίας 2000/78, ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν μπορεί, δυνάμει της οδηγίας αυτής, να αποκτήσει τα ίδια δικαιώματα με αυτά των έγγαμων δικαιούχων όσον αφορά την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης επικουρική σύνταξη πριν από την εκπνοή της ταχθείσας στα κράτη μέλη προθεσμίας μεταφοράς.

58      Όσον αφορά την ως άνω προθεσμία, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως κρίθηκε ιδίως στην απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, C‑144/04, Mangold (Συλλογή 2005, σ. I-9981, σκέψη 13), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 18, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78, συμπληρωματική προθεσμία τριών ετών από της 2ας Δεκεμβρίου 2003 για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της εν λόγω οδηγίας, όπως προκύπτει δε από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, η δυνατότητα αυτή αφορούσε μόνο περιπτώσεις δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας και ειδικών αναγκών. Κατά συνέπεια, η προθεσμία που τάχθηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας όπως και στα λοιπά κράτη μέλη για τη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας 2000/78 όσον αφορά περιπτώσεις δυσμενούς διακρίσεως λόγω γενετήσιου προσανατολισμού εξέπνευσε στις 2 Δεκεμβρίου 2003.

59      Τέλος, όσον αφορά το χρονικό διάστημα μεταξύ της καταχωρίσεως της σχέσεως συμβιώσεως του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, ήτοι της 15ης Οκτωβρίου 2001, και της εκπνοής της προθεσμίας μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 2000/78, υπενθυμίζεται ότι το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, βάσει του άρθρου 13 ΕΚ, την οδηγία 2000/78, η οποία, κατά το Δικαστήριο, δεν καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης στον τομέα της απασχολήσεως και της εργασίας –αρχή η οποία πηγάζει από διάφορες διεθνείς πράξεις και από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών– αλλά έχει ως μοναδικό σκοπό τη θέσπιση, όσον αφορά τους εν λόγω τομείς, γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων που οφείλονται σε διάφορους λόγους (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Mangold, σκέψη 74, και απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2010, C-555/07, Kücükdeveci, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 20), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο γενετήσιος προσανατολισμός.

60      Εντούτοις, για να εφαρμοστεί η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω γενετήσιου προσανατολισμού σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, πρέπει επιπλέον η περίπτωση αυτή να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Kücükdeveci, σκέψη 23).

61      Ούτε όμως το άρθρο 13 ΕΚ ούτε η οδηγία 2000/78 καθιστούν δυνατή την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης περιπτώσεως όπως αυτή της κύριας δίκης για το χρονικό διάστημα που προηγείται της εκπνοής της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2008, C-427/06, Bartsch, Συλλογή 2008, σ. I-7245, σκέψεις 16 και 18, καθώς και προαναφερθείσα απόφαση Kücükdeveci, σκέψη 25).

62      Ειδικότερα, το άρθρο 13 ΕΚ, το οποίο παρείχε στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να λαμβάνει, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του απένεμε η Συνθήκη ΕΚ, τα αναγκαία μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω γενετήσιου προσανατολισμού, δεν καθιστούσε, αυτό καθαυτό, δυνατή την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης περιπτώσεων, όπως αυτή στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι οποίες δεν εντάσσονταν στο πλαίσιο των μέτρων που μπορούν να ληφθούν βάσει του εν λόγω άρθρου και, όσον αφορά ειδικότερα την οδηγία 2000/78, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της στην εσωτερική έννομη τάξη (βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσα απόφαση Bartsch, σκέψη 18).

63      Επιπλέον, το άρθρο 10, παράγραφος 6, του πρώτου RGG δεν αποτελεί μέτρο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78 ούτε άλλων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, μόνον όταν εξέπνευσε η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση, η οποία αφορά ζητήματα διεπόμενα από την εν λόγω οδηγία και, ειδικότερα, τις προϋποθέσεις για την καταβολή αμοιβής υπό την έννοια του άρθρου 157 ΣΛΕΕ, μπόρεσε να υπαχθεί, δυνάμει της οδηγίας αυτής, στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσα απόφαση Bartsch, σκέψεις 17, 24 και 25).

64      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι το άρθρο 10, παράγραφος 6, του πρώτου RGG εισάγει δυσμενή διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 2000/78, ένας θιγόμενος ιδιώτης, όπως ο προσφεύγων της κύριας δίκης, μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα σε ίση μεταχείριση το νωρίτερο μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, ήτοι από της 3ης Δεκεμβρίου 2003, και χωρίς να απαιτείται προηγούμενη τροποποίηση από τον εθνικό νομοθέτη τής ως άνω εθνικής διατάξεως προκειμένου να καταστεί αυτή σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης.

 Επί του τέταρτου και του έκτου ερωτήματος

65      Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων που δόθηκαν στο τρίτο και το πέμπτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα.

66      Όσον αφορά το έκτο ερώτημα, διαπιστώνεται απλώς ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά δικαιώματα σε παροχές επικουρικής συντάξεως καταβαλλόμενες από της 1ης Νοεμβρίου 2001, στις οποίες δεν ασκεί επιρροή ο χρονικός περιορισμός των έννομων συνεπειών της αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. I-1889) όσον αφορά το προγενέστερο της 17ης Μαΐου 1990 χρονικό διάστημα, μολονότι οι εισφορές με βάση τις οποίες θεμελιώθηκαν αυτά τα δικαιώματα καταβλήθηκαν προ της ημερομηνίας εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως. Επιπλέον, ούτε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ούτε ο Freie und Hansestadt Hamburg ζήτησαν να περιοριστούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο οι κατά χρόνο έννομες συνέπειες της παρούσας αποφάσεως, από κανένα δε στοιχείο που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι πρέπει να επιβληθεί τέτοιος περιορισμός.

 Επί των δικαστικών εξόδων

67      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

1)      Η οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχει την έννοια ότι ούτε το άρθρο 3, παράγραφος 3, ούτε η εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη αυτής δικαιολογούν τον αποκλεισμό από το καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής της παροχών επικουρικής συντάξεως όπως οι καταβαλλόμενες στους πρώην υπαλλήλους του Freie und Hansestadt Hamburg και στους επιζώντες τους βάσει του νόμου του ομόσπονδου κράτους του Αμβούργου περί παροχών επικουρικής συντάξεως γήρατος και συντάξεως επιζώντος των υπαλλήλων του Freien und Hansestadt Hamburg (Erstes Ruhegeldgesetz der Freien und Hansestadt Hamburg), ως είχε κατά την 30ή Μαΐου 1995, οι οποίες συνιστούν αμοιβές υπό την έννοια του άρθρου 157 ΣΛΕΕ.

2)      Οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2000/78 αντίκεινται στην εφαρμογή εθνικής διατάξεως, όπως αυτή του άρθρου 10, παράγραφος 6, του ως άνω νόμου του ομόσπονδου κράτους του Αμβούργου, δυνάμει της οποίας δικαιούχος ο οποίος έχει συνάψει καταχωρισμένη σχέση συμβιώσεως λαμβάνει επικουρική σύνταξη χαμηλότερη από τη χορηγούμενη σε έγγαμο δικαιούχο ο οποίος δεν ζει σε μόνιμη βάση χωριστά από τον/την σύζυγό του, εφόσον

–        στο οικείο κράτος μέλος, γάμο μπορούν να συνάψουν αποκλειστικώς πρόσωπα διαφορετικού φύλου, ενώ συγχρόνως υπάρχει δυνατότητα συνάψεως σχέσεως συμβιώσεως όπως η προβλεπόμενη από τον νόμο περί καταχωρισμένης σχέσεως συμβιώσεως (Gesetz über die Eingetragene Lebenspartnerschaft), της 16ης Φεβρουαρίου 2001, η οποία αφορά αποκλειστικώς πρόσωπα του ιδίου φύλου, και

–        δημιουργείται άμεση δυσμενής διάκριση με κριτήριο τον γενετήσιο προσανατολισμό λόγω του γεγονότος ότι, κατά το εθνικό δίκαιο, όσον αφορά την ως άνω σύνταξη, ο καταχωρισμένος σύντροφος βρίσκεται από νομικής και πραγματικής απόψεως σε όμοια θέση με έγγαμο πρόσωπο. Η εκτίμηση της ομοιότητας ανήκει στην αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου και πρέπει να αφορά κυρίως τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχουν αντιστοίχως οι σύζυγοι και οι καταχωρισμένοι σύντροφοι, όπως αυτά ρυθμίζονται στο πλαίσιο των αντίστοιχων θεσμών, και τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη με δεδομένο το αντικείμενο και τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής.

3)      Στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι το άρθρο 10, παράγραφος 6, του νόμου του ομόσπονδου κράτους του Αμβούργου περί παροχών επικουρικής συντάξεως γήρατος και συντάξεως επιζώντος των υπαλλήλων του Freien und Hansestadt Hamburg, ως είχε κατά την 30ή Μαΐου 1995, εισάγει δυσμενή διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 2000/78, ένας θιγόμενος ιδιώτης, όπως ο προσφεύγων της κύριας δίκης, μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα σε ίση μεταχείριση το νωρίτερο μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη της εν λόγω οδηγίας, ήτοι από της 3ης Δεκεμβρίου 2003, και χωρίς να απαιτείται προηγούμενη τροποποίηση από τον εθνικό νομοθέτη τής εν λόγω εθνικής διατάξεως προκειμένου να καταστεί αυτή σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.