Language of document : ECLI:EU:C:2017:795

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

YVES BOT

της 24ης Οκτωβρίου 2017 (1)

Υπόθεση C‑353/16

MP

κατά

Secretary of State for the Home Department

[αίτηση του Supreme Court of the United Kingdom (Ανωτάτου Δικαστηρίου
του Ηνωμένου Βασιλείου)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Πολιτική ασύλου – Ελάχιστες απαιτήσεις για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα – Προϋποθέσεις για την αναγνώριση του καθεστώτος επικουρικής προστασίας – Συνέπειες βασανιστηρίων που υπέστη ο αιτών στη χώρα καταγωγής του – Κίνδυνος σοβαρής βλάβης της ψυχικής υγείας του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του – Έλλειψη κατάλληλης θεραπείας των παθήσεων στη χώρα καταγωγής»






I.      Εισαγωγή

1.        Δικαιούται επικουρικής προστασίας ο υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος υποφέρει από τις συνέπειες βασανιστηρίων στα οποία υποβλήθηκε στη χώρα καταγωγής του, αλλά δεν κινδυνεύει πλέον να υποστεί τέτοια μεταχείριση αν επιστρέψει εκεί, για τον λόγο ότι οι ψυχικές του παθήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς από το σύστημα υγείας της εν λόγω τρίτης χώρας;

2.        Σε αυτό το ερώτημα καλείται, κατ’ ουσίαν, να δώσει απάντηση το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση. Θα έχει την ευκαιρία να αποφανθεί, εκ νέου, επί του άρθρου 2, στοιχείο εʹ, και επί του άρθρου 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/83/ΕΚ (2) καθώς και, επικουρικώς, επί του άρθρου 3 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (3) και επί του άρθρου 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας (4).

3.        Με την παρούσα ανάλυση θα προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το άρθρο 2, στοιχείο εʹ, και το άρθρο 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/83 δεν επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να επεκτείνουν το καθεστώς της επικουρικής προστασίας σε περίπτωση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, και τούτο ανεξαρτήτως του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Τοδιεθνέςδίκαιο

4.        Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων ορίζει τα εξής:

«Κάθε Κράτος Μέρος στα πλαίσια του νομικού του συστήματος εγγυάται στο θύμα μιας πράξης βασανιστηρίων το δικαίωμα να επιτύχει αποκατάσταση και να αποζημιωθεί δίκαια και πλήρως, όπου περιλαμβάνονται και τα απαραίτητα μέσα για την κατά το δυνατό πληρέστερη ικανοποίηση. Σε περίπτωση θανάτου του θύματος που προήλθε από μια πράξη βασανιστηρίων οι εκδοχείς του έχουν το δικαίωμα για αποζημίωση.»

5.        Το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ ορίζει:

«Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς.»

2.      Το δίκαιο της Ένωσης

6.        Οι αιτιολογικές σκέψεις 9, 25 και 26 της οδηγίας 2004/83 έχουν ως εξής:

«(9)      Οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή οι ανιθαγενείς, η παραμονή των οποίων στο έδαφος των κρατών μελών επιτρέπεται όχι για λόγους οφειλομένους στην ανάγκη διεθνούς προστασίας, αλλά βάσει διακριτικής ευχέρειας για ανθρωπιστικούς λόγους ή λόγους συμπόνιας, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

[…]

(25)      Είναι αναγκαίο να θεσπισθούν κριτήρια βάσει των οποίων θα αποφασίζεται αν οι αιτούντες διεθνή προστασία δικαιούνται ή όχι επικουρικής προστασίας. Τα εν λόγω κριτήρια θα πρέπει να αντλούνται από τις διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από νομικά κείμενα περί δικαιωμάτων του ανθρώπου και [από] τις πρακτικές που υφίστανται στα κράτη μέλη.

(26)      Οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτ[ούς], προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη».

7.        Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

ε)      “πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία”, ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις [σοβαροί και αποδεδειγμένοι] λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 17, παράγραφοι 1 και 2, και που και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας·

[…]».

8.        Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για να καθορίζουν το ποιος δικαιούται να θεωρηθεί πρόσφυγας ή πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία και το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές συνάδουν με την παρούσα οδηγία.»

9.        Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 2004/83 ορίζει τα εξής:

«Το γεγονός ότι ο αιτών έχει ήδη υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη ή άμεσες απειλές τέτοιας δίωξης ή βλάβης αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να πιστεύει κανείς ότι η εν λόγω δίωξη ή σοβαρή βλάβη δεν θα επαναληφθεί.»

10.      Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:

«Στους φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης συμπεριλαμβάνονται:

α)      το κράτος·

β)      ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους·

γ)      μη κρατικοί φορείς, εάν μπορεί να καταδειχθεί ότι οι φορείς που αναφέρονται υπό στοιχεία αʹ και βʹ, περιλαμβανομένων των διεθνών οργανισμών, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως ορίζεται με το άρθρο 7.»

11.      Το άρθρο 15 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Η σοβαρή βλάβη συνίσταται σε:

α)      θανατική ποινή ή εκτέλεση· ή

β)      βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του· ή

γ)      σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.»

12.      Το άρθρο 16 της οδηγίας 2004/83 έχει ως εξής:

«1.      Ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής παύει να δικαιούται επικουρικής προστασίας όταν οι περιστάσεις οι οποίες οδήγησαν στην αναγνώριση του καθεστώτος επικουρικής προστασίας έχουν εκλείψει ή έχουν μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην απαιτείται πλέον προστασία.

2.      Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη εξετάζουν εάν η μεταβολή των συνθηκών έχει τόσο ουσιαστικό και μη προσωρινό χαρακτήρα ώστε ο δικαιούχος επικουρικής προστασίας να μην αντιμετωπίζει πλέον πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.»

III. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

13.      Ο MP, υπήκοος της Σρι Λάνκα, αφίχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Ιανουάριο του 2005 και του χορηγήθηκε σπουδαστική άδεια παραμονής. Αίτημα για την παράταση ισχύος της εν λόγω άδειας παραμονής απορρίφθηκε, στις 11 Δεκεμβρίου 2008.

14.      Στις 5 Ιανουαρίου 2009, ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε αίτηση ασύλου, ισχυριζόμενος ότι ήταν μέλος της οργανώσεως «Απελευθερωτικό Μέτωπο των Τίγρεων Ταμίλ» (στο εξής: LTTE), ότι κρατήθηκε και βασανίστηκε από τις δυνάμεις ασφαλείας της χώρας καταγωγής του και ότι, αν επέστρεφε στην εν λόγω τρίτη χώρα, θα κινδύνευε να υποστεί περαιτέρω κακομεταχείριση.

15.      Στις 23 Φεβρουαρίου 2009, η αίτηση αυτή απορρίφθηκε για τον λόγο ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι ο αιτών κινδύνευε να υποστεί περαιτέρω κακομεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.

16.      Ο MP προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Upper Tribunal (εφετείου διοικητικών διαφορών, Ηνωμένο Βασίλειο), προσκομίζοντας ιατρικές αποδείξεις από τις οποίες προέκυπτε ότι υπέφερε από τις συνέπειες βασανιστηρίων, έπασχε από σύνδρομο μετατραυματικού άγχους καθώς και από κατάθλιψη, είχε έντονες τάσεις αυτοκτονίας και φαινόταν αποφασισμένος να αυτοκτονήσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής. Μολαταύτα, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του ενδιαφερομένου, αφενός, κατά το μέρος που είχε ως νομική βάση τη σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων (5) καθώς και την οδηγία 2004/83 και, αφετέρου, κατά το μέρος που δεν αποδείχθηκε ότι ο ΜΡ εξακολουθούσε να κινδυνεύει στη χώρα καταγωγής του.

17.      Ωστόσο, το Upper Tribunal (εφετείο διοικητικών διαφορών) δέχθηκε την προσφυγή του MP, κατά το μέρος που είχε ως νομική βάση τις διατάξεις του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, για τον λόγο ότι, κατ’ ουσίαν, σε περίπτωση επιστροφής του προσφεύγοντος στη χώρα καταγωγής του, αυτός δεν θα μπορούσε να τύχει κατάλληλης φροντίδας για την ψυχική του πάθηση, κατά παράβαση του άρθρου αυτού.

18.      Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Court of Appeal (England and Wales) [Εφετείο (Αγγλία και Ουαλία), Ηνωμένο Βασίλειο], το οποίο έκρινε ότι η οδηγία 2004/83 δεν κάλυπτε τις περιπτώσεις του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ που αφορούν κίνδυνο υγείας ή αυτοκτονίας, αλλά όχι κίνδυνο διώξεως.

19.      Ο ΜΡ άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Supreme Court of the United Kingdom (Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου), αιτούντος δικαστηρίου. Ισχυρίζεται ότι η οδηγία 2004/83 δεν μπορεί να έχει τόσο στενό πεδίο εφαρμογής όσο αυτό που προσέδωσαν με την ερμηνεία τους τα δικαστήρια σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ότι θα έπρεπε να υπαχθεί στο καθεστώς επικουρικής προστασίας λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της κακομεταχειρίσεως που υπέστη στο παρελθόν στη χώρα καταγωγής του η οποία αποτελεί την αιτία των παθήσεών του και, αφετέρου, της ελλείψεως υποδομών στη χώρα καταγωγής του για την προσήκουσα αντιμετώπιση των συνεπειών της κακομεταχειρίσεως που έχει υποστεί. Κατά τον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης, η απουσία κινδύνου να υποστεί στο μέλλον κακομεταχείριση, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση του δικαιώματός του να τύχει επικουρικής προστασίας.

20.      Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι το ζήτημα αυτό δεν έχει ακόμα διευκρινιστεί με σαφήνεια από τη νομολογία του Δικαστηρίου ή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

21.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Καλύπτει το άρθρο 2, στοιχείο εʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/83, έναν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης της σωματικής ή ψυχολογικής υγείας του αναιρεσείοντος σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, λόγω των βασανιστηρίων ή της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως που αυτός υπέστη κατά το παρελθόν και για τα οποία υπεύθυνη είναι η χώρα καταγωγής;»

IV.    Ανάλυση

22.      Πρέπει προκαταρκτικώς να παρατηρηθεί ότι το Δικαστήριο διαθέτει δύο επιλογές κατά την εξέταση της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Το Δικαστήριο δύναται να αποφανθεί εντός των ορίων του ερωτήματος που υποβλήθηκε από το αιτούν δικαστήριο, δηλαδή αποκλειστικώς ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο εʹ, και του άρθρου 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/83, ωστόσο η απάντησή του μπορεί να προβεί σε εκτίμηση των εν λόγω διατάξεων υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων.

23.      Πρώτον, στην περίπτωση απαντήσεως αποκλειστικώς βάσει των διατάξεων της οδηγίας 2004/83, πρέπει να επισημανθεί ότι τυχόν αμιγώς γραμματική ερμηνεία του άρθρου 15 της οδηγίας αυτής, το οποίο ορίζει με εξαντλητικό τρόπο τις σοβαρές βλάβες, αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής της επικουρικής προστασίας την έλλειψη κατάλληλης μέριμνας για την αντιμετώπιση παθήσεως στη χώρα καταγωγής στην οποία πρόκειται να απελαθεί ο ενδιαφερόμενος.

24.      Πράγματι, η διατύπωση του άρθρου 15, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας είναι σαφής. Επιτρέπει τη χορήγηση της επικουρικής προστασίας μόνον όταν υπάρχει κίνδυνος σοβαρής βλάβης που προέρχεται από βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία που θα επιβάλλονταν, στο μέλλον, στον αιτούντα σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.

25.      Το Δικαστήριο έχει εξάλλου κρίνει ότι οι τρεις μορφές σοβαρής βλάβης που ορίζονται στο άρθρο 15 της οδηγίας 2004/83 συνιστούν τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την αναγνώριση ενός προσώπου ως δικαιούμενου επικουρικής προστασίας, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας, υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να εκτιμάται ότι, εάν ο αιτών επιστρέψει στην οικεία χώρα καταγωγής, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί τέτοια βλάβη (6).

26.      Η προσέγγιση αυτή συνεπάγεται, εν προκειμένω, ότι ο MP δεν μπορεί να επικαλεστεί το ευεργέτημα της επικουρικής προστασίας, καθόσον δεν αμφισβητείται ότι έχει πλέον εκλείψει ο κίνδυνος να υποστεί βασανιστήρια σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ακόμη και αν δεν μπορέσει κατά πάσα πιθανότητα να τύχει της απαραίτητης θεραπείας προκειμένου να αντιμετωπίσει το σύνδρομο της μετατραυματικής αγχώδους διαταραχής από την οποία υποφέρει, λόγω των ανεπαρκειών του συστήματος υγειονομικής περιθάλψεως, και ακόμη και αν υπάρχει κίνδυνος να αυτοκτονήσει σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

27.      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι κίνδυνοι επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας υπηκόου τρίτης χώρας που δεν απορρέουν από εκ προθέσεως άρνηση χορηγήσεως ιατρικής περιθάλψεως στον συγκεκριμένο υπήκοο δεν καλύπτονται από το άρθρο 15 της οδηγίας 2004/83. Το άρθρο 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής ορίζει ως σοβαρή βλάβη την επιβολή σε υπήκοο τρίτης χώρας βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως στη χώρα καταγωγής του (7).

28.      Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, από την ερμηνεία του άρθρου 6 της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι οι επίμαχες σοβαρές βλάβες πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν να αποτελούν απλώς και μόνον συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής (8).

29.      Υπενθυμίζω ότι, μολονότι, υπό ορισμένες ιδιαίτερες περιστάσεις, η ύπαρξη ασθένειας ενδέχεται να συνιστά απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (9), εντούτοις ελλείπει εν προκειμένω ένα από τα ουσιώδη κριτήρια υπαγωγής στο καθεστώς επικουρικής προστασίας, δηλαδή ο προσδιορισμός κάποιου αυτουργού που προκάλεσε τη βλάβη και έναντι του οποίου επιβάλλεται το καθεστώς προστασίας.

30.      Πράγματι, για να θεωρηθεί ότι ένα πρόσωπο μπορεί να τύχει επικουρικής προστασίας, δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι αυτό διατρέχει τον κίνδυνο να εκτεθεί σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση μόλις επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Πρέπει ακόμη να αποδειχθεί ότι ο κίνδυνος αυτός προέρχεται από παράγοντες που άμεσα ή έμμεσα, αλλά πάντοτε σκόπιμα, αφορούν τις δημόσιες αρχές της χώρας αυτής, είτε οι απειλές που στρέφονται προσωπικά κατά του ενδιαφερομένου προέρχονται από τις αρχές της χώρας της οποίας αυτός είναι υπήκοος ή είναι ανεκτές από τις αρχές αυτές είτε οι απειλές αυτές προέρχονται από ανεξάρτητες ομάδες έναντι των οποίων οι εν λόγω αρχές δεν μπορούν να εξασφαλίσουν αποτελεσματική προστασία για τους υπηκόους τους.

31.      Εξάλλου, στην περίπτωση ατόμου του οποίου η κατάσταση υγείας χρήζει ιατρικής αρωγής και το οποίο δεν μπορεί να τύχει κατάλληλης περιθάλψεως στη χώρα καταγωγής του, η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση την οποία κινδυνεύει να υποστεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα αυτή δεν οφείλεται σε πράξη ή σκόπιμη παράλειψη των δημοσίων αρχών ή των ανεξάρτητων οργάνων του κράτους και δεν κατευθύνεται κατά συγκεκριμένου προσώπου.

32.      Εν προκειμένω, δεν συντρέχει στην πράξη μία από τις ουσιώδεις προϋποθέσεις για τη χορήγηση επικουρικής προστασίας, δηλαδή η άμεση ή έμμεση ευθύνη των δημοσίων αρχών της χώρας καταγωγής για την πρόκληση σοβαρής βλάβης κατά της οποίας επιβάλλεται προστασία.

33.      Επομένως, σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η προστασία που παρέχεται από το κράτος μέλος δεν ανταποκρίνεται σε ανάγκη διεθνούς προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2004/83 και, συνεπώς, δεν θα μπορούσε να ενταχθεί στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού καθεστώτος ασύλου.

34.      Ως εκ τούτου, ο κίνδυνος επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του πάσχοντος από ψυχική νόσο υπηκόου τρίτης χώρας, κίνδυνος που απορρέει από την ανυπαρξία κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής του, δεν αρκεί προκειμένου να χορηγηθεί η επικουρική προστασία (10), ακόμα και αν η πάθηση του αιτούντος προέρχεται από βασανιστήρια που αυτός υπέστη, κατά το παρελθόν, στη χώρα καταγωγής του.

35.      Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος να θεωρηθεί, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων στην κύρια δίκη και η Δημοκρατία της Πολωνίας, ότι η μοναδική διαφορά της παρούσας υπόθεσης σε σχέση με την υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj (11), δηλαδή το γεγονός ότι οι παθήσεις του MP αποτελούν επακόλουθα βασανιστηρίων των οποίων ο ενδιαφερόμενος υπήρξε θύμα κατά το παρελθόν στη χώρα καταγωγής του και δεν συνδέονται με ασθένεια που επήλθε κατά φυσικό τρόπο, δύναται να μεταβάλει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της επικουρικής προστασίας όπως αυτές απορρέουν από τις διατάξεις της οδηγίας 2004/83 και όπως έχουν ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο (12).

36.      Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι ο πραγματικός κίνδυνος σοβαρής προσβολής της φυσικής και ψυχικής υγείας που απορρέει από τα βασανιστήρια ή την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση που υπέστη ο αιτών κατά το παρελθόν και για τα οποία ευθύνεται η χώρα καταγωγής, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα αυτή δεν εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 2, στοιχείο εʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/83.

37.      Δεύτερον, αν το Δικαστήριο προτίθεται να δώσει μια ευρύτερη απάντηση, ερμηνεύοντας τις διατάξεις της οδηγίας 2004/83 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων, θα πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις.

38.      Αφενός, όσον αφορά το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, η νομολογία έχει ήδη διατυπώσει σημαντικά κριτήρια.

39.      Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι το προστατευόμενο από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ θεμελιώδες δικαίωμα περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο και ότι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την ερμηνεία του περιεχομένου του εν λόγω δικαιώματος στο πλαίσιο της έννομης τάξεως της Ένωσης, καθώς στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, το άρθρο 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/83 (13).

40.      Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 5, 6, 9 και 24 της οδηγίας 2004/83 προκύπτει ότι, μολονότι η οδηγία αυτή αποβλέπει στη συμπλήρωση, μέσω της επικουρικής προστασίας, της προστασίας των προσφύγων που θεσπίζεται με τη σύμβαση της Γενεύης, διά του καθορισμού των προσώπων που έχουν πράγματι ανάγκη διεθνούς προστασίας, εντούτοις το πεδίο εφαρμογής της δεν καλύπτει τα πρόσωπα που επιτρέπεται να παραμένουν στο έδαφος των κρατών μελών για άλλους λόγους, ήτοι βάσει διακριτικής ευχέρειας για λόγους συμπόνιας ή για ανθρωπιστικούς λόγους. Η υποχρέωση ερμηνείας του άρθρου 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/83 λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, στο οποίο αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν το άρθρο 15, δεν είναι ικανή να αναιρέσει την ερμηνεία αυτή (14).

41.      Έχει ωστόσο επίσης κριθεί (15) ότι η ερμηνεία του άρθρου 15 της οδηγίας 2004/83 υπό το πρίσμα του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ μπορεί να επιτρέψει τη χορήγηση του ευεργετήματος της επικουρικής προστασίας, πλην όμως μόνον σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι ανθρωπισμού κατά της απελάσεως, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (16).

42.      Συναφώς, το Δικαστήριο αυτό έχει κρίνει ότι το γεγονός ότι ο πάσχων από σοβαρή ασθένεια υπήκοος τρίτης χώρας δεν μπορεί, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, να απελαθεί σε χώρα μη διαθέτουσα επαρκή μέσα αντιμετωπίσεως της παθήσεώς του δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να λάβει άδεια παραμονής σε συμβαλλόμενο κράτος (17).

43.      Η νομολογία αυτή θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης και θα είχε ως συνέπεια ότι τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να χορηγούν αυτομάτως επικουρική προστασία στα πρόσωπα που πάσχουν από παθήσεις συνεπεία βασανιστηρίων που υπέστησαν κατά το παρελθόν στη χώρα καταγωγής τους. Δεν μπορεί, πράγματι, να θεωρηθεί ότι η υπόθεση του ΜΡ συνιστά εξαιρετική περίπτωση σε σχέση με την οποία συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι ανθρωπισμού.

44.      Εν προκειμένω, δεν αποδεικνύεται ότι η ανεπάρκεια του συστήματος υγείας συνιστά, αυτή καθεαυτήν, παράβαση των διατάξεων του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Ωστόσο, αν η ανεπάρκεια αυτή συνεπαγόταν επιδείνωση της υγείας του ενδιαφερομένου, θα μπορούσε να θεμελιωθεί παράβαση της διατάξεως αυτής. Εναπόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει την ύπαρξη μιας τέτοιας παραβάσεως, ακόμα και αν φαίνεται πιθανό ότι τα πραγματικά περιστατικά συνιστούν μια τέτοια περίπτωση λαμβανομένων υπόψη της μετατραυματικής αγχώδους διαταραχής από την οποία πάσχει ο ΜΡ και του κινδύνου αυτοκτονίας του, εφόσον επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του. Εξάλλου, τα εθνικά δικαστήρια, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, έκριναν ότι συντρέχει παράβαση των διατάξεων αυτών και από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει, πράγμα που δεν αμφισβητείται, ότι ο ΜΡ δεν θα απελαθεί στη χώρα καταγωγής του.

45.      Πρέπει, επίσης, να υπομνησθεί ότι το σύστημα επικουρικής προστασίας πρέπει να αποσυνδεθεί από εκτιμήσεις οι οποίες πρυτανεύουν στην υπόθεση της κύριας δίκης, στην οποία δεν αμφισβητείται ότι ο αιτών δεν κινδυνεύει πλέον να υποστεί βασανιστήρια σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

46.      Το Δικαστήριο έχει κρίνει συναφώς ότι είναι αντίθετη στην όλη οικονομία και τους σκοπούς της οδηγίας 2004/83 η χορήγηση των καθεστώτων προστασίας που αυτή προβλέπει σε υπηκόους τρίτων χωρών ευρισκόμενους σε καταστάσεις που ουδόλως σχετίζονται με τη λογική αυτής της διεθνούς προστασίας (18).

47.      Πράγματι, και συνεπεία των αναπτύξεων που προηγήθηκαν ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, στοιχείο εʹ, και του άρθρου 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής, αν εχορηγείτο στον αιτούντα διεθνής προστασία, αυτή θα ήταν ένα άλλο είδος προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο ζʹ, in fine, της εν λόγω οδηγίας. Η προστασία αυτή θα εχορηγείτο για άλλο λόγο, βάσει διακριτικής ευχέρειας και για λόγους συμπόνιας ή για ανθρωπιστικούς λόγους, στηριζόμενους κυρίως στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

48.      Σαφής βούληση του νομοθέτη της Ένωσης, ωστόσο, ήταν να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/83 τις περιπτώσεις που στηρίζονται σε ανθρωπιστικούς λόγους, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 9 (19).

49.      Εκ των ανωτέρω προκύπτει επομένως ότι η ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 2004/83 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της επικουρικής προστασίας τα πρόσωπα, τα οποία βρίσκονται σε κατάσταση όπως αυτή του ΜΡ, υποφέρουν από επακόλουθα βασανιστηρίων που υπέστησαν κατά το παρελθόν, αλλά δεν κινδυνεύουν πλέον να αντιμετωπίσουν τέτοια μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους, ακόμα και αν είναι επιρρεπείς σε κίνδυνο αυτοκτονίας και δεν θα μπορέσουν ασφαλώς να τύχουν της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής για τη διαχείριση των παθήσεών τους. Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, να εκτιμήσει την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

50.      Όσον αφορά, αφετέρου, το άρθρο 14 της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων, υπενθυμίζω εκ προοιμίου ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2004/83 και τα άλλα νομοθετήματα τα οποία κατοχυρώνουν το κοινό ευρωπαϊκό καθεστώς ασύλου εκδόθηκαν για να βοηθήσουν τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να εφαρμόσουν τη σύμβαση της Γενεύης, καθώς και τις λοιπές εφαρμοστέες στον τομέα αυτό συνθήκες, σύμφωνα με το άρθρο 78, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (20). Επομένως, οι διατάξεις της οδηγίας αυτής πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του όλου συστήματός της και του σκοπού αυτής (21).

51.      Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία η εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πρέπει να είναι αυτοτελής σε σχέση με αυτή του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου (22). Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και το καθεστώς της επικουρικής προστασίας, που προβλέπεται από την οδηγία 2004/83, επιδίωκαν διαφορετικούς σκοπούς και θέσπιζαν σαφώς διακριτούς μηχανισμούς προστασίας (23).

52.      Ως εκ τούτου, θα επισημάνω ότι η οδηγία 2004/83 δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη παρεμφερή, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, με τις διατάξεις του άρθρου 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων η οποία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν διαδικασίες και μέσα που να επιτρέπουν στα θύματα βασανιστηρίων να λάβουν αποζημίωση.

53.      Επομένως, μόνον στον βαθμό αυτόν, το Δικαστήριο θα μπορούσε ενδεχομένως να εξετάσει αν η παράβαση του άρθρου 14 της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων, εκ μέρους τρίτης χώρας της οποίας ο αιτών είναι υπήκοος, μπορεί να επηρεάσει τις απορρέουσες από την οδηγία 2004/83 υποχρεώσεις των κρατών μελών της Ένωσης, όσον αφορά τη χορήγηση επικουρικής προστασίας, παρέχοντας στους ιδιώτες τη δυνατότητα να αμύνονται έναντι οποιωνδήποτε σοβαρών προσβολών.

54.      Πράγματι, από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων προκύπτει ότι το κράτος που είναι υπεύθυνο για βασανιστήρια που διαπράττονται στο έδαφός του πρέπει, κατ’ αρχήν, να προβλέπει τα μέσα και τις διαδικασίες που να επιτρέπουν στους ενδιαφερομένους να λάβουν αποζημίωση ή να τύχουν της πληρέστερης δυνατόν ικανοποιήσεως (24).

55.      Μια συνολική ανάγνωση των διατάξεων της συμβάσεως αυτής επιρρωννύει πράγματι αυτήν τη γραμματική ερμηνεία, καθόσον τα άρθρα 13 επ. της συμβάσεως αφορούν, κατ’ ουσίαν, το κράτος που είναι υπεύθυνο για την παράβαση (25). Κατά το μέτρο αυτό, πρέπει να εξεταστεί αν, σε περίπτωση που η Σρι Λάνκα δεν τηρούσε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση κατά των βασανιστηρίων, στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος, αυτό θα μπορούσε να διευρύνει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών στον τομέα της επικουρικής προστασίας.

56.      Θα μπορούσε η παραβίαση της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων, από τρίτη χώρα σε σχέση με την Ένωση, να παράσχει στα άτομα τη δυνατότητα να επικαλεσθούν δικαίωμα επικουρικής προστασίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Θα μπορούσε η παραβίαση αυτή να ερμηνευθεί ως απόδειξη της υπάρξεως κινδύνου απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχειρίσεως σε περίπτωση επιστροφής του ενδιαφερόμενου προσώπου στη χώρα καταγωγής του; Θα μπορούσε η απουσία διαδικασίας για την καταβολή αποζημιώσεως στη χώρα καταγωγής να θεωρηθεί ως κίνδυνος σοβαρής βλάβης; Ενδέχεται το Δικαστήριο να επιθυμεί να αποφανθεί επ’ αυτών των ερωτημάτων.

57.      Ορισμένα κράτη θα μπορούσαν να δεχθούν την ανάληψη υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση κατά των βασανιστηρίων, ακόμα και αν δεν είναι υπεύθυνα για τα επίμαχα βασανιστήρια. Μια τέτοια οικουμενική δικαιοδοσία γίνεται δεκτή στις ποινικές υποθέσεις, όσον αφορά τη δίωξη και την παραπομπή ενώπιον της δικαιοσύνης των αυτουργών βασανιστηρίων. Το κείμενο αυτό αναγνωρίζει, πράγματι, ότι ο μοναδικός δεσμός μεταξύ του κράτους στο οποίο εδρεύει το δικαστήριο και της διαπράξεως του αδικήματος είναι η παρουσία του φερόμενου ως αυτουργού των βασανιστηρίων στο έδαφος του κράτους, το οποίο έχει τη δυνατότητα να εκδώσει ή να διώξει και να δικάσει ποινικά τον φερόμενο ως δράστη (26). Ωστόσο, δεν είναι σύνηθες η οικουμενική αυτή δικαιοδοσία να αναγνωρίζεται στον τομέα της αστικής ευθύνης και του δικαιώματος σε αποζημίωση των θυμάτων βλαπτικών πράξεων (27). Ο μόνος απαιτούμενος σύνδεσμος μεταξύ του αδικήματος και του κράτους θα ήταν, στο πλαίσιο αυτό, η παρουσία του θύματος βασανιστηρίων, που διαπράχθηκαν στην αλλοδαπή, στο έδαφος του κράτους που θα εξετάσει την αγωγή αποζημιώσεως. Αυτή η επέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας των κρατών που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση κατά των βασανιστηρίων, αν γινόταν δεκτή από το Δικαστήριο (28), θα επέτρεπε στα θύματα βασανιστηρίων την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων τους αποζημιώσεως και την πλήρη εμπέδωση του jus cogens (29), ενισχύοντας την καταπολέμηση των βασανιστηρίων σε διεθνές επίπεδο (30).

58.      Μόνον κατά το μέτρο αυτό θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων εφαρμόζεται στην υπόθεση της κύριας δίκης, επιτρέποντας τη διεύρυνση των υποχρεώσεων των κρατών μελών στον τομέα της επικουρικής προστασίας. Τούτου δοθέντος, η αναγνώριση μιας τέτοιας οικουμενικής δικαιοδοσίας θα υπερέβαινε τα όσα έχουν ήδη γίνει δεκτά από τη νομολογία της Ένωσης, η δε υπόθεση της κύριας δίκης δεν φαίνεται να αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία για να γίνει αυτό το βήμα, καθώς δύο στοιχεία εμποδίζουν τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων.

59.      Αφενός, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι η Σρι Λάνκα θα παραβίαζε εκ προθέσεως τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων έναντι του ΜΡ, εάν αυτός ο τελευταίος επέστρεφε σε αυτήν. Πράγματι, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι καμία εκ προθέσεως στέρηση περιθάλψεως δεν μπορεί βασίμως να προβληθεί από τον ΜΡ κατά της Σρι Λάνκα και δεν θα μπορούσε, επομένως, να συνιστά κίνδυνο σοβαρών παραβάσεων, όπως αυτές που απαριθμούνται από τις διατάξεις του άρθρου 15 της οδηγίας 2004/83 για να επιτραπεί η χορήγηση της επικουρικής προστασίας, έστω και αν δεν αμφισβητείται η ανεπάρκεια του συστήματος υγείας. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να αναγνωριστεί εκ των προτέρων ότι η Σρι Λάνκα παραβιάζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση κατά των βασανιστηρίων έναντι του ΜΡ.

60.      Αφετέρου, για να γίνει δεκτό το δικαίωμα αποζημιώσεως, πρέπει επιπλέον να υποβληθεί καταγγελία ή να ασκηθεί αγωγή. Εναπόκειται, πράγματι, στο πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι είναι θύμα βασανιστηρίων να ασκήσει αγωγή προκειμένου να λάβει αποζημίωση ή την πληρέστερη κατά το δυνατόν ικανοποίηση, κατά την έννοια των ιδίων διατάξεων του άρθρου 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων. Ωστόσο, εν προκειμένω, ο αναιρεσείων της κύριας δίκης δεν αποδεικνύει, ούτε καν ισχυρίζεται, ότι άσκησε αγωγή αποζημιώσεως ή παροχής μέσων αποκαταστάσεως είτε ενώπιον των αρχών της Σρι Λάνκα είτε ενώπιον των αρχών κράτους μέλους, εφόσον αυτές οι τελευταίες μπορούν να θεωρηθούν αρμόδιες. Από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο ΜΡ άσκησε οποιαδήποτε αγωγή βάσει των διατάξεων του άρθρου 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων.

61.      Συνεπώς, και καθ’ υπόθεσιν, ο μόνος τρόπος να εμπίπτει η υπόθεση της κύριας δίκης στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών θα ήταν να κριθεί, αφενός, ότι οι ανεπάρκειες του συστήματος υγείας της Σρι Λάνκα συνιστούν σκόπιμη παραβίαση των υποχρεώσεων που υπέχει το κράτος αυτό βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων έναντι του ΜΡ και, αφετέρου, ότι η υποβολή αιτήματος επικουρικής προστασίας, σε κράτος μέλος της Ένωσης, ισοδυναμεί με αξίωση αποζημιώσεως ή παροχής των αναγκαίων μέσων για την πληρέστερη κατά το δυνατόν αποκατάσταση.

62.      Ωστόσο η ερμηνεία αυτή φαίνεται να επεκτείνει, υπέρμετρα, το πεδίο εφαρμογής τόσο των διατάξεων της οδηγίας 2004/83 όσο και των διατάξεων του άρθρου 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων.

63.      Επιπλέον, είναι απαραίτητο να υπολογιστούν οι πρακτικές συνέπειες μιας τέτοιας διασταλτικής ερμηνείας. Αν αυτή δίνει τη δυνατότητα σε κάθε πρόσωπο, που κατά το παρελθόν έχει υποστεί κακομεταχείριση, να τυγχάνει επικουρικής προστασίας, για τον λόγο ότι η χώρα καταγωγής του δεν προβλέπει τα μέσα και τις διαδικασίες για την αποζημίωση ή την αποκατάσταση των θυμάτων, περιλαμβανομένης της υπάρξεως επαρκούς συστήματος υγείας, αυτό θα διεύρυνε σημαντικά τις υποχρεώσεις των κρατών μελών στον τομέα της επικουρικής προστασίας και θα έθετε δυσκολίες τόσο διαδικαστικές όσο και ουσιαστικές. Μια τέτοια ερμηνεία θα υπερέβαινε τα όρια που θέλησε να θέσει ο νομοθέτης της Ένωσης με την έκδοση της οδηγίας 2004/83 και με το κοινό ευρωπαϊκό καθεστώς ασύλου και θα υπήρχε ο κίνδυνος να προκαλέσει αύξηση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας καθώς και δυσκολίες ως προς τον τερματισμό των προστατευτικών αυτών καθεστώτων, σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 2004/83, σε περίπτωση μετατραυματικής αγχώδους διαταραχής ή κινδύνου αυτοκτονίας. Εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών να επιτρέπουν την παραμονή στα πρόσωπα που πάσχουν από τέτοιες παθήσεις για ανθρωπιστικούς λόγους.

64.      Βάσει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων η άρνηση χορηγήσεως της επικουρικής προστασίας σε αιτούντα που βρίσκεται σε κατάσταση όπως αυτή της κύριας δίκης.

65.      Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι ο πραγματικός κίνδυνος σοβαρής προσβολής της φυσικής και ψυχικής υγείας που απορρέει από τα βασανιστήρια ή την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση που υπέστη ο αιτών κατά το παρελθόν και για τα οποία ευθύνεται η χώρα καταγωγής, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα αυτή δεν εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 2, στοιχείο εʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/83, η δε ερμηνεία αυτή δεν αναιρείται από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων.

V.      Πρόταση

66.      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο προδικαστικό ερώτημα του Supreme Court of the United Kingdom (Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου):

Ο πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης της σωματικής ή ψυχικής υγείας του αιτούντος, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, λόγω των βασανιστηρίων ή της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως που αυτός υπέστη κατά το παρελθόν και για τα οποία υπεύθυνη είναι η χώρα καταγωγής δεν εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 2, στοιχείο εʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 15, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Οδηγία του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (ΕΕ 2004, L 304, σ. 12).


3      Υπογραφείσα στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).


4      Υπογραφείσα στη Νέα Υόρκη στις 10 Δεκεμβρίου 1984, στο εξής: σύμβαση κατά των βασανιστηρίων.


5      Υπογραφείσα στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951, στο εξής: σύμβαση της Γενεύης.


6      Αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 2009, Elgafaji (C‑465/07, EU:C:2009:94, σκέψη 31), της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité (C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 18), και της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj (C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψη 30).


7      Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj (C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψεις 31 και 32).


8      Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj (C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψη 35).


9      Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση M’Bodj (C‑542/13, EU:C:2014:2113, σημεία 44 έως 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία του ΕΔΔΑ). Βλ., επίσης, απόφαση του ΕΔΔΑ της 29ης Απριλίου 2002, Pretty κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2002:0429JUD000234602, § 52).


10      Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj (C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψη 36).


11      C‑542/13, EU:C:2014:2452.


12      Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj (C‑542/13, EU:C:2014:2452).


13      Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2009, Elgafaji (C‑465/07, EU:C:2009:94, σκέψη 28). Προς υπενθύμιση της ερμηνείας του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, βλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Saadi κατά Ιταλίας (CE:ECHR:2008:0228JUD003720106, §§ 134 και 135), καθώς και της 21ης Ιανουαρίου 2011, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (CE:ECHR:2011:0121JUD003069609, §§ 219 επ.). Στην απόφαση αυτή, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπενθυμίζει ότι η μεταχείριση που απαγορεύεται από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ πρέπει, μεταξύ άλλων, να παρουσιάζει έναν ελάχιστο βαθμό βαρύτητας, να επιβάλλεται κατόπιν προμελέτης και να είναι ταπεινωτική και εξευτελιστική.


14      Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj (C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψεις 37 και 38).


15      Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj (C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψεις 39 και 40).


16      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Μαΐου 2008, N. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2008:0527JUD002656505, §§ 42 έως 45). Στην απόφαση αυτή, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διευκρινίζει ότι η νομολογία του αφορούσε κυρίως τα οροθετικά άτομα, αλλά και ότι και άλλες περιπτώσεις μπορούν όλως εξαιρετικώς να κωλύουν την απέλαση προσώπων που πάσχουν από φυσική ή ψυχική ασθένεια που οφείλεται σε φυσικά αίτια.


17      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Φεβρουαρίου 2014, S.J. κατά Βελγίου (CE:ECHR:2015:0319JUD007005510, §§ 118 έως 120). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπενθύμισε στην απόφαση αυτή ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του, οι υπήκοοι τρίτων χωρών στους οποίους επιβλήθηκε μέτρο απομακρύνσεως δεν μπορούν κατ’ αρχήν να προβάλουν δικαίωμα διαμονής στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους προκειμένου να εξακολουθούν να απολαύουν της αρωγής και των υπηρεσιών υγείας, των κοινωνικών υπηρεσιών ή άλλων υπηρεσιών του κράτους απελάσεως. Το γεγονός ότι, σε περίπτωση απελάσεως από το συμβαλλόμενο κράτος, ο προσφεύγων ενδέχεται να υποστεί βαρύτατη επιδείνωση της καταστάσεώς του και, κυρίως, σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής δεν συνιστά, καθαυτό, παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.


18      Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj (C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψη 44).


19      Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση M’Bodj (C‑542/13, EU:C:2014:2113, σημεία 60 έως 63).


20      Βλ., μεταξύ άλλων, τις προτάσεις μου στην υπόθεση Danqua (C‑429/15, EU:C:2016:485, σημείο 55).


21      Απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013, X κ.λπ. (C‑199/12 έως C‑201/12, EU:C:2013:720, σκέψεις 39 και 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


22      Αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité (C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 24 έως 26), και της 14ης Μαρτίου 2017, A κ.λπ. (C‑158/14, EU:C:2017:202, σκέψη 91).


23      Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité (C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 24).


24      Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, Chanet, C., «La Convention des Nations Unies contre la torture et autres peines ou traitements cruels, inhumains ou dégradants», Annuaire français de droit international, τόμος 30, Persée, Παρίσι, 1984, σ. 625 έως 636.


25      Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, Ponroy, E. και Jacq, C., «Étude comparative des Conventions des Nations Unies et du Conseil de l’Europe relatives à la torture et aux peines ou traitements inhumains ou dégradants», Revue de science criminelle et de droit pénal comparé, Dalloz, Παρίσι, 1990, σ. 317.


26      Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 2, της συμβάσεως κατά των βασανιστηρίων, σύμφωνα με την αρχή aut dedere aut judicare. Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, Vandermeersch, D., «La compétence universelle», Juridictions nationales et crimes internationaux, Presses universitaires de France, Παρίσι, 2002, σ. 590 έως 594.


27      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουνίου 2016, Nait-Liman κατά Ελβετίας (CE:ECHR:2016:0621JUD005135707, §§ 49 επ. καθώς και §§ 115 επ.). Στην απόφαση αυτή, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αρνείται να αποδεχθεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ υποχρεώνει τα κράτη μέρη να προβλέπουν μηχανισμούς αποζημιώσεως για βασανιστήρια που διαπράχθηκαν σε τρίτες χώρες. Το Δικαστήριο διευκρινίζει στην απόφαση αυτή ότι η αποδοχή οικουμενικής δικαιοδοσίας στο ζήτημα αυτό θα προκαλούσε μαζικό κύμα προσφυγών. Κατόπιν εξαντλητικής εξετάσεως των ευρωπαϊκών δικαιοδοτικών συστημάτων (§ 49), το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι η απαγόρευση των βασανιστηρίων εμπίπτει στο αναγκαστικό δίκαιο και στην οικουμενική δικαιοδοσία, ωστόσο οι αστικές αξιώσεις που γεννώνται λόγω των βασανιστηρίων πρέπει να τηρούν τους κανόνες εδαφικότητας της διεθνούς δικαιοδοσίας. Βλ., επίσης, απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Νοεμβρίου 2001, Al-Adsani κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2001:1121JUD003576397, §§ 61 και 115 επ.).


28      Γνωρίζοντας ότι το ερώτημα αυτό δεν απαντάται ομοφώνως από τις ευρωπαϊκές έννομες τάξεις και τη θεωρία, όπως υπενθυμίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με τις αποφάσεις του της 21ης Νοεμβρίου 2001, Al-Adsani κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2001:1121JUD003576397, §§ 61 και 62), και της 21ης Ιουνίου 2016, Nait-Liman κατά Ελβετίας CE:ECHR:2016:0621JUD005135707, §§ 115 επ.).


29      Για έναν ορισμό, βλ. απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑402/05 P και C‑415/05 P, EU:C:2008:461, σκέψη 87): «υπό την έννοια της διεθνούς δημόσιας τάξεως στην οποία υπόκεινται όλα τα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου […] χωρίς δυνατότητα παρεκκλίσεως από τους κανόνες της».


30      Βλ. απόφαση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία της 10ης Δεκεμβρίου 1998, Anto Furundzija (IT‑95‑17, § 156).