Language of document : ECLI:EU:C:2017:398

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 18ης Μαΐου 2017 (1)

Υπόθεση C-225/16

Mossa Ouhrami

[αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden(Ανώτατου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Οδηγία 2008/115/ΕΚ – Άρθρο 11, παράγραφος 2 – Ιστορική απαγόρευση εισόδου – Σημείο αφετηρίας – Παρέκκλιση για λόγους δημοσίας τάξεως από το ανώτατο όριο των πέντε ετών»






1.        Με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών), ήτοι το αιτούν δικαστήριο, ζητεί διευκρινίσεις ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (2) (στο εξής: οδηγία για την επιστροφή), και ιδίως ως προς το άρθρο της 11.

2.        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο αναιρέσεως την οποία υπήκοος τρίτης χώρας έχει ασκήσει κατά της καταδίκης και της συνακόλουθης φυλακίσεώς του λόγω τελέσεως του αδικήματος της παράνομης διαμονής στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους (Κάτω Χώρες), παρά το γεγονός ότι ο ίδιος γνώριζε ότι είχε κηρυχθεί ανεπιθύμητος υπήκοος τρίτης χώρας κατά του οποίου είχε εκδοθεί απόφαση με την οποία, αφενός, είχε διαταχθεί να εγκαταλείψει το έδαφος του οικείου κράτους μέλους και, αφετέρου, του είχε επιβληθεί δεκαετής απαγόρευση (επαν)εισόδου. Η διατήρηση ή η εξαφάνιση της καταδίκης του εξαρτάται από το αν η «ιστορική απαγόρευση εισόδου» (ήτοι η απαγόρευση εισόδου που είχε επιβληθεί εις βάρος του πριν από τη θέση σε ισχύ της οδηγίας για την επιστροφή (3)) παρέμενε σε ισχύ κατά τον χρόνο που ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη. Η απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα αυτό εξαρτάται, αφενός, από το χρονικό σημείο στο οποίο θεωρείται ότι αρχίζει η απαγόρευση εισόδου και, αφετέρου, από τις συνέπειες (αν υπάρχουν) που η οδηγία για την επιστροφή έχει όσον αφορά τη διάρκεια της ιστορικής απαγορεύσεως εισόδου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως.

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Το κεκτημένο Σένγκεν

3.        Ο χώρος Σένγκεν (4) ανάγεται στη Συμφωνία του Σένγκεν του 1985 (5), με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν να καταργήσουν όλα τα εσωτερικά σύνορα και να καθιερώσουν ενιαία εξωτερικά σύνορα. Εντός του χώρου Σένγκεν εφαρμόζονται κοινοί κανόνες και διαδικασίες όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο των συνόρων.

4.        Το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (Schengen Information System, στο εξής: SIS) θεσπίστηκε με το άρθρο 92 της Συμβάσεως εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν (στο εξής: ΣΕΣΣ) (6). Έκτοτε, αντικαταστάθηκε από το SIS II, το οποίο παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποκτούν πληροφορίες σχετικές με καταχωρίσεις με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής σε υπηκόους τρίτων χωρών (7).

5.        Το άρθρο 24 του κανονισμού 1987/2006 αφορά τις προϋποθέσεις για την εισαγωγή καταχωρίσεων με σκοπό την απαγόρευση εισόδου ή διαμονής. Ορίζει τα εξής:

«1.      Δεδομένα σχετικά με υπηκόους τρίτων χωρών για τους οποίους εισάγεται καταχώριση με σκοπό την απαγόρευση εισόδου ή διαμονής καταχωρίζονται σε αρχείο με βάση εθνική καταχώριση, η οποία απορρέει από απόφαση των αρμοδίων διοικητικών αρχών ή δικαστηρίων […].

2.      Καταχώριση εισάγεται όταν η απόφαση της παραγράφου 1 είχε ως αιτιολογία απειλή κατά της δημόσιας τάξης ή ασφάλειας ή κατά της εθνικής ασφάλειας που ενδέχεται να συνιστά η παρουσία υπηκόου τρίτης χώρας επί του εδάφους κράτους μέλους. […]

[…]

3.      Καταχώριση μπορεί επίσης να εισάγεται όταν η απόφαση της παραγράφου 1 είχε ως αιτιολογία ότι εις βάρος του υπηκόου τρίτης χώρας έχει επιβληθεί το μέτρο της απέλασης, άρνησης εισόδου ή απομάκρυνσης, το οποίο δεν αναβλήθηκε ούτε ανεστάλη και περιέχει ή συνοδεύεται από απαγόρευση εισόδου ή, κατά περίπτωση, απαγόρευση διαμονής, στηριζόμενη στη μη τήρηση του εθνικού δικαίου περί εισόδου ή διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών.

[…]»

6.        Η οδηγία 2001/40/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση αποφάσεων απομακρύνσεως υπηκόων τρίτων χωρών, βασίζεται στο κεκτημένο Σένγκεν και σκοπεί στη διασφάλιση μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας κατά την εκτέλεση των αποφάσεων απομακρύνσεως (8). Η αιτιολογική σκέψη 5 σημειώνει ότι η συνεργασία μεταξύ κρατών μελών σε θέματα απομακρύνσεως υπηκόων τρίτων χωρών δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς σε επίπεδο κρατών μελών. Ως εκ τούτου, σκοπός της οδηγίας είναι να καταστήσει δυνατή την αναγνώριση αποφάσεως απομακρύνσεως που η αρμόδια αρχή κράτους μέλους λαμβάνει κατά υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (9).

 Η οδηγία για την επιστροφή

7.        Η οδηγία για την επιστροφή ανάγεται σε δύο συνόδους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Η πρώτη, η οποία έλαβε χώρα στο Τάμπερε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, καθιέρωσε μια συνεκτική προσέγγιση στον τομέα της μεταναστεύσεως και του ασύλου (10). Η δεύτερη, ήτοι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών της 4ης και 5ης Νοεμβρίου 2004, σκοπούσε στην καθιέρωση μιας αποτελεσματικής πολιτικής για την απομάκρυνση και τον επαναπατρισμό, βασιζόμενης σε κοινούς κανόνες, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να επιστρέφουν με ανθρώπινους όρους και με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειάς τους (11). Η οδηγία για την επιστροφή, η οποία εκδόθηκε για την υλοποίηση των πολιτικών αυτών, θεσπίζει ένα οριζόντιο σύνολο κανόνων που έχουν εφαρμογή σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν πληρούν, ή δεν πληρούν πλέον, τις προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής σε κράτος μέλος (12). Οι κοινοί κανόνες και οι κοινές διαδικασίες που θεσπίστηκαν με την οδηγία για την επιστροφή πρέπει να εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τα θεμελιώδη δικαιώματα ως γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (13).

8.        Πρωταρχικός σκοπός της οδηγίας για την επιστροφή είναι να θεσπισθούν σαφείς, διαφανείς και δίκαιοι κανόνες για «τη χάραξη μιας αποτελεσματικής πολιτικής περί επιστροφής, απαραίτητο στοιχείο για την καλή διαχείριση της μεταναστευτικής πολιτικής». Η απομάκρυνση των υπηκόων τρίτων χωρών από το έδαφος κράτους μέλους πρέπει να διενεργείται με δίκαιη και διαφανή διαδικασία (14). Σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, οι αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει της οδηγίας για την επιστροφή πρέπει να λαμβάνονται κατά περίπτωση και να βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια που συνεπάγονται ότι η εκτίμηση πρέπει να υπερβαίνει το γεγονός ότι απλώς και μόνον πρόκειται για παράνομη διαμονή (15). Πάντως, τα κράτη μέλη είναι θεμιτό να επιστρέφουν τους παρανόμως διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών, αρκεί να εφαρμόζονται δίκαια και αποτελεσματικά συστήματα ασύλου τα οποία συνάδουν πλήρως με την αρχή της μη επαναπροωθήσεως (16).

9.        Ιδιαίτερη σημασία έχει η αιτιολογική σκέψη 14. Αναφέρει τα εξής:

«Θα πρέπει να δοθεί ευρωπαϊκή διάσταση στα αποτελέσματα των εθνικών μέτρων επιστροφής με τη θέσπιση απαγόρευσης της εισόδου που δεν θα επιτρέπει την είσοδο και τη διαμονή στο έδαφος όλων των κρατών μελών. Η διάρκεια της απαγόρευσης εισόδου θα πρέπει να καθορίζεται λαμβανομένων δεόντως υπόψη όλων των σχετικών περιστάσεων κάθε μεμονωμένης περίπτωσης και κανονικά δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη το γεγονός ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας έχει ήδη καταστεί αντικείμενο περισσοτέρων της μίας αποφάσεων επιστροφής ή απομάκρυνσης ή έχει εισέλθει στο έδαφος ενός κράτους μέλους κατά τη διάρκεια απαγόρευσης εισόδου.»

10.      Το άρθρο 3 περιλαμβάνει τους ακόλουθους ορισμούς οι οποίοι είναι κρίσιμοι:

[…]

1.      “υπήκοος τρίτης χώρας”: κάθε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, της Συνθήκης και δεν απολαύει του κοινοτικού δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 5, του Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν,

2.      “παράνομη παραμονή”: παρουσία στο έδαφος κράτους μέλους υπηκόου τρίτης χώρας που δεν πληροί, ή δεν πληροί πλέον, τις προϋποθέσεις εισόδου, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 του Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν ή τις λοιπές προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος,

3.      “επιστροφή”: διαδικασία επανόδου υπηκόου τρίτης χώρας –είτε με οικειοθελή συμμόρφωσή του προς την υποχρέωση επιστροφής είτε αναγκαστικά:

–        στη χώρα καταγωγής του/της, ή

–        σε χώρα διέλευσης σύμφωνα με κοινοτικές ή διμερείς συμφωνίες επανεισδοχής ή άλλες ρυθμίσεις, ή

–        σε άλλη τρίτη χώρα, στην οποία ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας αποφασίζει εθελοντικά να επιστρέψει και στην οποία γίνεται δεκτός/-ή,

4.      “απόφαση επιστροφής”: διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη με την οποία κηρύσσεται ή αναφέρεται ως παράνομη η παραμονή υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβάλλεται ή αναφέρεται υποχρέωση επιστροφής,

5.      “απομάκρυνση”: εκτέλεση της υποχρέωσης επιστροφής, και συγκεκριμένα φυσική μεταφορά εκτός του κράτους μέλους,

6.      “απαγόρευση εισόδου”: διοικητική ή δικαστική απόφαση ή πράξη με την οποία απαγορεύεται η είσοδος και η παραμονή στο έδαφος των κρατών μελών για ορισμένο χρονικό διάστημα, συνοδευόμενη από απόφαση επιστροφής,

[…]».

11.      Τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα θεσπίσεως ευνοϊκότερων διατάξεων, αρκεί να είναι συμβατές με την εν λόγω οδηγία (17).

12.      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εκδίδουν αποφάσεις επιστροφής για υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν παράνομα στο έδαφός τους (18). Το άρθρο 6, παράγραφος 6, παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να λαμβάνουν απόφαση ως προς τη λήξη της νόμιμης παραμονής μαζί με απόφαση επιστροφής και/ή απόφαση απομακρύνσεως και/ή απαγόρευση εισόδου, στο πλαίσιο ατομικής διοικητικής ή δικαστικής αποφάσεως ή πράξεως, όπως προβλέπεται στην εθνική τους νομοθεσία (19).

13.      Το άρθρο 11 ορίζει τα εξής:

«1.      Οι αποφάσεις επιστροφής συνοδεύονται από απαγόρευση εισόδου:

α)      εφόσον δεν έχει χορηγηθεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης, ή

β)      εφόσον δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση επιστροφής.

Σε άλλες περιπτώσεις, οι αποφάσεις επιστροφής μπορούν να συνοδεύονται από απαγόρευση εισόδου.

2.      Η διάρκεια της απαγόρευσης εισόδου καθορίζεται λαμβανομένων δεόντως υπόψη όλων των σχετικών περιστάσεων κάθε μεμονωμένης περίπτωσης και, κανονικά, δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια. Είναι δυνατόν, ωστόσο, να υπερβαίνει την πενταετία, αν ο υπήκοος τρίτης χώρας αντιπροσωπεύει σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια.

3.      Τα κράτη μέλη εξετάζουν την ανάκληση ή την αναστολή απαγόρευσης εισόδου, όταν υπήκοος τρίτης χώρας για τον οποίο έχει εκδοθεί η απαγόρευση αυτή σύμφωνα με την παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, μπορεί να αποδείξει ότι έχει αναχωρήσει από το έδαφος κράτους μέλους συμμορφούμενος πλήρως με απόφαση επιστροφής.

[…]»

 Το εθνικό δίκαιο

14.      Κατά το άρθρο 67, παράγραφος 1, του Vreemdelingenwet 2000 (νόμου του 2000 περί των αλλοδαπών, στο εξής: Vw), υπήκοος τρίτης χώρας (20) δύναται να κηρυχθεί ανεπιθύμητος, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω: (i) αν δεν διαμένει νομίμως στις Κάτω Χώρες και έχει τελέσει κατ’ εξακολούθηση πράξεις αξιόποινες δυνάμει του Vw· (ii) αν έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για την τέλεση αδικήματος για το οποίο προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας τριών και πλέον ετών· ή (iii) αν συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια. Οι ως άνω προϋποθέσεις ισχύουν διαζευκτικά.

15.      Κατά το άρθρο 68 του Vw, η απόφαση κηρύξεως υπηκόου τρίτης χώρας ως ανεπιθύμητου ανακαλείται, κατόπιν αιτήσεώς του, αν αυτός παρέμεινε επί δέκα συναπτά έτη εκτός των Κάτω Χωρών και κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής δεν ανέκυψε κανένας από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 67, παράγραφος 1.

16.      Ο Vw τροποποιήθηκε προκειμένου να μεταφερθεί στην εθνική έννομη τάξη η οδηγία για την επιστροφή. Το άρθρο 61, παράγραφος 1, του Vw προβλέπει ότι υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος δεν διαμένει, ή δεν διαμένει πλέον, νομίμως στις Κάτω Χώρες πρέπει να εγκαταλείψει με δική του πρωτοβουλία τις Κάτω Χώρες εντός της προθεσμίας που τάσσεται από το άρθρο 62 ή το άρθρο 62c του ίδιου νόμου. Περαιτέρω, το άρθρο 62, παράγραφος 1, του Vw προβλέπει ότι υπήκοος τρίτης χώρας εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής πρέπει να εγκαταλείψει με δική του πρωτοβουλία τις Κάτω Χώρες εντός προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων.

17.      Τα άρθρα 66a, παράγραφος 1, του Vw και 6.5a, παράγραφος 5, του Vreemdelingenbesluit 2000 (διατάγματος του 2000 περί των αλλοδαπών, στο εξής: Vb) θεσπίστηκαν ειδικά για να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 11 της οδηγίας για την επιστροφή.

18.      Κατά το άρθρο 66a, παράγραφος 1, του Vw, απαγόρευση εισόδου εκδίδεται εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος δεν εγκατέλειψε με δική του πρωτοβουλία τις Κάτω Χώρες εντός της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας. Κατά το άρθρο 66a, παράγραφος 4, του Vw, η απαγόρευση εισόδου εκδίδεται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η διάρκεια του οποίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα πέντε έτη, εκτός αν ο υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια. Η διάρκεια της ως άνω περιόδου υπολογίζεται με βάση την ημερομηνία κατά την οποία ο υπήκοος τρίτης χώρας αναχώρησε πραγματικά από τις Κάτω Χώρες.

19.      Κατά το άρθρο 66a, παράγραφος 7, του Vw, υπήκοος τρίτης χώρας εις βάρος του οποίου ισχύει απαγόρευση εισόδου δεν έχει νόμιμη διαμονή αν, μεταξύ άλλων: (i) έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για την τέλεση αδικήματος που επισύρει ποινή στερητική της ελευθερίας διάρκειας τριών και πλέον ετών· (ii) συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια· ή (iii) συνιστά σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια.

20.      Σύμφωνα με το άρθρο 197 του Wetboek van Strafrecht (Ποινικού Κώδικα, στο εξής: Sr), όπως αυτό είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος παραμένει στις Κάτω Χώρες, ενώ γνωρίζει ή έχει σοβαρό λόγο να υποψιάζεται ότι έχει κηρυχθεί ανεπιθύμητος δυνάμει κανονιστικής πράξεως, δύναται, μεταξύ άλλων, να επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας η διάρκεια της οποίας δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. Υπό την τωρινή μορφή του, το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος παραμένει στις Κάτω Χώρες, ενώ γνωρίζει ή έχει σοβαρό λόγο να υποψιάζεται ότι έχει κηρυχθεί ανεπιθύμητος δυνάμει κανονιστικής πράξεως ή ότι εις βάρος του έχει επιβληθεί απαγόρευση εισόδου δυνάμει του άρθρου 66a, παράγραφος 7, αντιμετωπίζει, ομοίως, μεταξύ άλλων, ποινή φυλακίσεως η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες.

21.      Κατά το άρθρο 6.6, παράγραφος 1, του Vb, όπως αυτό είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, η αίτηση ανακλήσεως της αποφάσεως κηρύξεως υπηκόου τρίτης χώρας ως ανεπιθύμητου γίνεται δεκτή, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι κατ’ αυτού δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και ο ίδιος δεν είχε κηρυχθεί ανεπιθύμητος, μεταξύ άλλων, λόγω της τελέσεως αδικημάτων βίας ή αδικημάτων που συνδέονται με ναρκωτικές ουσίες, και, αφετέρου, ότι, μετά την κήρυξή του ως ανεπιθύμητου, εγκατέλειψε τις Κάτω Χώρες και παρέμεινε επί δέκα συναπτά έτη εκτός του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους.

 Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα

22.      Ο M. Ouhrami φέρεται να είναι Αλγερινός υπήκοος. Εισήλθε στις Κάτω Χώρες το 1999 αλλά ουδέποτε απέκτησε άδεια παραμονής. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2000 και 2002 πραγματοποιήθηκαν πέντε καταδίκες του για διακεκριμένες κλοπές, αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και κατοχή ναρκωτικών ουσιών και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως περίπου 13 μηνών.

23.      Με απόφαση που εξέδωσε στις 22 Οκτωβρίου 2002 (στο εξής: υπουργική απόφαση) ο Minister voor Vreemdelingenzaken en Immigratie (Υπουργός αρμόδιος για ζητήματα αλλοδαπών και μεταναστεύσεως) όρισε ότι για τους προαναφερθέντες λόγους ο M. Ouhrami συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και τον κήρυξε ανεπιθύμητο υπήκοο τρίτης χώρας. Η υπουργική απόφαση έχει ως εξής:

«Ο ενδιαφερόμενος καταδικάστηκε συνολικά σε ποινή φυλακίσεως, χωρίς αναστολή, διάρκειας μεγαλύτερης των 6 μηνών. Ως εκ τούτου, θεωρείται ότι ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος δεν έχει νόμιμη διαμονή στις Κάτω Χώρες κατά την έννοια του άρθρου 8, στοιχεία a έως e, ή 1, του Vw, συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια τάξη.

[…]

Έννομες συνέπειες της παρούσας αποφάσεως

[…]

Λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 6.6, παράγραφος 1, του Vb, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος κηρύχθηκε ανεπιθύμητος δυνάμει του άρθρου 67 του Vw, λόγω, μεταξύ άλλων, της τελέσεως αδικήματος σχετικού με ναρκωτικές ουσίες, πρέπει να παραμείνει εκτός του εδάφους των Κάτω Χωρών επί δέκα συναπτά έτη, αρχής γενομένης από την κήρυξή του ως ανεπιθύμητου και την αναχώρησή του από τις Κάτω Χώρες.»

24.      Η υπουργική απόφαση κοινοποιήθηκε στον M. Ouhrami στις 17 Απριλίου 2003. Ο τελευταίος δεν άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως. Ως εκ τούτου, η υπουργική απόφαση κατέστη αμετάκλητη στις 15 Μαΐου 2003.

25.      Μολονότι ο M. Ouhrami γνώριζε ότι είχε κηρυχθεί ανεπιθύμητος υπήκοος τρίτης χώρας, εντούτοις παρέμεινε, κατά παράβαση της υπουργικής αποφάσεως, στο Άμστερνταμ κατά τα έτη 2011 και 2012 (21). Τούτο, κατά το άρθρο 197 του Sr, συνιστά αξιόποινη πράξη, οπότε ο M. Ouhrami καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών.

26.      Στο πλαίσιο δίκης κατ’ έφεση, ο M. Ouhrami υποστήριξε ενώπιον του Gerechtshof Amsterdam (εφετείου του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) ότι η προβλεπόμενη από την οδηγία διαδικασία επιστροφής δεν είχε ολοκληρωθεί.

27.      Το ως άνω δικαστήριο εξέτασε τη διαδικασία επιστροφής που ακολουθήθηκε στην υπόθεση του M. Ouhrami. Διαπίστωσε τα ακόλουθα: (i) η Dienst Terugkeer en Vertrek (Υπηρεσία Επαναπατρισμού και Αναχωρήσεων) είχε διενεργήσει μαζί του 26 συνεντεύξεις με αντικείμενο την επιστροφή του· (ii) η περίπτωσή του είχε παρουσιαστεί επανειλημμένως στις αρχές της Αλγερίας, του Μαρόκου και της Τυνησίας, πλην όμως από καμία από τις χώρες αυτές δεν υπήρξε θετική ανταπόκριση· (iii) μέσω της Interpol είχαν διενεργηθεί διάφοροι έλεγχοι, ιδίως βάσει των δακτυλικών του αποτυπωμάτων· (iv) καταβλήθηκαν προσπάθειες να υποβληθεί σε γλωσσολογική ανάλυση· (v) οι διαδικασίες της Υπηρεσίας Επαναπατρισμού και Αναχωρήσεων όσον αφορά τον επαναπατρισμό του είχαν περατωθεί· αλλά (vi) όλα τα ανωτέρω δεν είχαν ως αποτέλεσμα τον επαναπατρισμό του, επειδή ο M. Ouhrami ουδέποτε συνεργάσθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Βάσει των στοιχείων αυτών, το Gerechtshof Amsterdam (εφετείο του Άμστερνταμ), με απόφαση την οποία εξέδωσε στις 22 Νοεμβρίου 2013, έκρινε ότι η διαδικασία επιστροφής είχε περατωθεί και ότι, επομένως, η ποινή φυλακίσεως που επιβλήθηκε στον M. Ouhrami δεν αντιβαίνει στην οδηγία για την επιστροφή. Πάντως, μείωσε την αρχική ποινή στους δύο μήνες.

28.      O Μ. Ouhrami άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής. Χωρίς να αμφισβητήσει την κρίση ότι η διαδικασία επιστροφής έχει ολοκληρωθεί, υποστήριζε ότι η εκδοθείσα το 2002 υπουργική απόφαση με την οποία είχε κηρυχθεί ανεπιθύμητος υπήκοος τρίτης χώρας ισοδυναμεί με απαγόρευση εισόδου η οποία τέθηκε σε ισχύ με την έκδοση της αποφάσεως αυτής ή, το αργότερο, όταν ο ίδιος έλαβε γνώση της. Δεδομένου ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή ορίζει ότι η διάρκεια της απαγορεύσεως εισόδου δεν θα πρέπει κανονικά να υπερβαίνει την πενταετία, κατά τα έτη 2011 και 2012 η απαγόρευση εισόδου δεν ήταν πλέον σε ισχύ.

29.      Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η απόφαση κηρύξεως ενός προσώπου ως ανεπιθύμητου πριν από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της οδηγίας για την επιστροφή πρέπει να εξομοιώνεται με απαγόρευση εισόδου κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 6, της εν λόγω οδηγίας, καθώς επίσης ότι, συνεπεία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2 της ίδιας οδηγίας, υπό φυσιολογικές συνθήκες η ανώτατη διάρκειά της δεν μπορεί να υπερβαίνει την πενταετία (22). Επομένως, το ζήτημα που τίθεται είναι από πότε αρχίζει η συγκεκριμένη περίοδος. Κατά το άρθρο 66a, παράγραφος 4, του Vw, η διάρκεια της απαγορεύσεως εισόδου πρέπει να υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία ο υπήκοος τρίτης χώρας αναχώρησε πραγματικά από τις Κάτω Χώρες.

30.      Με αυτά τα δεδομένα κατά νου, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή διέπει όχι μόνο τη διάρκεια της απαγορεύσεως εισόδου, αλλά και το χρονικό σημείο στο οποίο αρχίζει η απαγόρευση αυτή. Εκφράζει την άποψη ότι, εκ της φύσεώς της, η απαγόρευση εισόδου αποκτά νόημα μόνο μετά την αναχώρηση του υπηκόου τρίτης χώρας.

31.      Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, αν γίνει δεκτό ότι το σημείο αφετηρίας της απαγορεύσεως εισόδου δεν είναι το χρονικό σημείο αναχωρήσεως του υπηκόου τρίτης χώρας από την ημεδαπή, τίθενται ζητήματα ως προς το αν η υπουργική απόφαση συνέχιζε να παράγει έννομα αποτελέσματα κατά τον χρόνο που στον M. Ouhrami επιβλήθηκε η επίμαχη ποινή φυλακίσεως.

32.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Hoge Raad (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να ζητήσει ερμηνευτικές διευκρινίσεις επί των ακολούθων ερωτημάτων:

«1.      Πρέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η πενταετής προθεσμία που προβλέπει υπολογίζεται:

α.      από τον χρόνο εκδόσεως της απαγορεύσεως εισόδου (ή αναδρομικά από τον χρόνο εκδόσεως της εξομοιούμενης με αυτήν αποφάσεως κηρύξεως ενός προσώπου ως ανεπιθύμητου), ή

β.      από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος εγκατέλειψε πραγματικά το έδαφος των κρατών μελών της Ένωσης, ή

γ.      από οποιοδήποτε άλλο χρονικό σημείο;

2.      Πρέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή, με σκοπό την εφαρμογή του μεταβατικού δικαίου, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συνεπάγεται ότι αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας αυτής, οι οποίες έχουν ως έννομο αποτέλεσμα ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να διαμένει εκτός των Κάτω Χωρών επί δέκα συναπτά έτη, σημειωμένου ότι η απαγόρευση εισόδου αποφασίστηκε λαμβανομένων δεόντως υπόψη όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως και είναι δεκτική προσφυγής, δεν μπορούν πλέον να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα αν, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η οδηγία αυτή έπρεπε να μεταφερθεί ή κατά τον χρόνο κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής διέμενε στις Κάτω Χώρες, η διάρκεια της υποχρεώσεως αυτής υπερέβαινε τη διάρκεια που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή;»

33.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του M. Ouhrami, η Δανική, η Ολλανδική και η Ελβετική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όλοι οι ως άνω μετέχοντες στη διαδικασία, πλην της Ελβετικής Κυβερνήσεως, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη στις 16 Μαρτίου 2017.

 Ανάλυση

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

34.      Η οδηγία για την επιστροφή συνιστά ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν όσον αφορά τους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν πληρούν, ή δεν πληρούν πλέον, τις προϋποθέσεις εισόδου που προβλέπονται από τον Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν (23). Η εν λόγω οδηγία αντικατέστησε τα άρθρα 23 και 24 της ΣΕΣΣ σχετικά με την επιστροφή υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι δεν πληρούν, ή δεν πληρούν πλέον, τις προϋποθέσεις βραχείας διαμονής που εφαρμόζονται εντός της επικράτειας των συμβαλλομένων μερών της Συμφωνίας του Σένγκεν (24).

35.      Στο πλαίσιο αυτό, η οδηγία για την επιστροφή θεσπίζει κοινά κριτήρια, διαδικασίες και νομικές εγγυήσεις που πρέπει να εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, προκειμένου τα πρόσωπα αυτά να επιστρέψουν με ανθρώπινους όρους και με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειάς τους (25). Ο «εξευρωπαϊσμός» των συνεπειών των εθνικών μέτρων επιστροφής σκοπό έχει να ενισχύσει την αξιοπιστία μιας πραγματικά ευρωπαϊκής πολιτικής επιστροφής (26).

36.      Από τον ορισμό της έννοιας «παράνομη παραμονή» στο άρθρο 3, σημείο 2, της οδηγίας για την επιστροφή προκύπτει ότι «κάθε υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος, βρίσκεται εξ αυτού και μόνον του λόγου παρανόμως σ’ αυτό, χωρίς η παρουσία του να τελεί υπό την προϋπόθεση ελάχιστης διάρκειας ή προθέσεως παραμονής στο συγκεκριμένο κράτος» (27). Κατ’ αρχάς, στα κράτη μέλη εναπόκειται να καθορίσουν βάσει του εθνικού τους δικαίου ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις και, επομένως, να ορίσουν αν η παρουσία συγκεκριμένου προσώπου στο έδαφός τους είναι νόμιμη ή παράνομη (28). Τόσο η διασύνδεση της οδηγίας για την επιστροφή με το κεκτημένο Σένγκεν όσο και η όλη οικονομία της εν λόγω οδηγίας αναδεικνύουν τη σημασία της ευρωπαϊκής διαστάσεως των αποφάσεων επιστροφής και των απαγορεύσεων εισόδου, η οποία επιδιώκει τη διασφάλιση μιας αποτελεσματικής πολιτικής για την επιστροφή.

37.      Οι αποφάσεις επιστροφής επιβάλλουν στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι διαμένουν παρανόμως στο έδαφος των κρατών μελών (29) την υποχρέωση να «επιστρέψουν», δηλαδή να γυρίσουν πίσω στη χώρα καταγωγής τους, σε χώρα διελεύσεως ή σε άλλη τρίτη χώρα (30). Επομένως, υπήκοος τρίτης χώρας δεν μπορεί να παραμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους που έχει εκδώσει μια τέτοια απόφαση. Τα λοιπά κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να αναγνωρίζουν και να εκτελούν τις αποφάσεις επιστροφής σύμφωνα με την οδηγία 2001/40.

38.      Οι απαγορεύσεις εισόδου δεν εκδίδονται αυτοτελώς, αλλά πάντοτε συνοδεύουν τις αποφάσεις επιστροφής (31). Από το γράμμα της αιτιολογικής σκέψεως 14 και του άρθρου 3, σημείο 6, της οδηγίας για την επιστροφή είναι σαφές ότι μια απαγόρευση εισόδου, ακόμη και αν έχει εκδοθεί από ένα κράτος μέλος, αποσκοπεί στην απαγόρευση της εισόδου και της διαμονής σε όλα τα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, δίνει μια ευρωπαϊκή διάσταση στα αποτελέσματα των εθνικών μέτρων επιστροφής (32). Η ευρωπαϊκή διάσταση των απαγορεύσεων εισόδου συνάγεται με σαφήνεια επίσης από το γεγονός ότι, όταν ένα κράτος μέλος εξετάζει το ενδεχόμενο να εκδώσει άδεια παραμονής ή άλλη άδεια παρέχουσα δικαίωμα διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας στον οποίο έχει επιβληθεί απαγόρευση εισόδου από άλλο κράτος μέλος, πρέπει πρώτα να διαβουλευθεί με το κράτος μέλος που εξέδωσε την απαγόρευση εισόδου και να λάβει υπόψη τα συμφέροντα αυτού του κράτους μέλους (33). Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να έχουν ταχεία πρόσβαση μέσω του SIS II στις πληροφορίες σχετικά με τις απαγορεύσεις εισόδου που εκδίδονται από άλλα κράτη μέλη (34).

39.      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ η οδηγία για την επιστροφή, οι απαγορεύσεις εισόδου που εκδίδονται από τις εθνικές αρχές έχουν αποκτήσει μια ευρωπαϊκή διάσταση και, ως εκ τούτου, πρέπει να συνάδουν με τους κανόνες που θεσπίζει η εν λόγω οδηγία.

40.      Η υπό κρίση υπόθεση αφορά μια «ιστορική» απαγόρευση εισόδου, δηλαδή ένα εθνικό μέτρο το οποίο ισοδυναμεί με απαγόρευση εισόδου που εκδόθηκε από κράτος μέλος πριν από τη μεταφορά της οδηγίας για την επιστροφή.

41.      Η νομολογία του Δικαστηρίου έχει ήδη εξετάσει το ζήτημα των διαχρονικών αποτελεσμάτων της οδηγίας για την επιστροφή. Στην απόφαση Filev και Osmani, το Δικαστήριο εξέθεσε ότι αποτελεί πάγια νομολογία ότι, πλην ρητής παρεκκλίσεως, ένας νέος κανόνας έχει άμεση εφαρμογή στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεως γεννηθείσας υπό το κράτος των παλαιών κανόνων (35). Επομένως, η οδηγία για την επιστροφή «εφαρμόζεται στα μεταγενέστερα της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της, στο οικείο κράτος μέλος, αποτελέσματα αποφάσεων περί απαγορεύσεως της εισόδου οι οποίες εκδόθηκαν δυνάμει εθνικών κανόνων που ίσχυαν πριν από την ημερομηνία αυτή» (36). Προκειμένου να εκτιμηθεί «η συμβατότητα της διατηρήσεως των αποτελεσμάτων των εν λόγω αποφάσεων με το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας [για την επιστροφή], όσον αφορά, ιδίως, την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή μέγιστη διάρκεια, κατ’ αρχήν πέντε ετών, της απαγορεύσεως εισόδου, πρέπει να λαμβάνεται, επίσης, υπόψη η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ίσχυε η απαγόρευση αυτή πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας [για την επιστροφή]» (37).

42.      Κατά συνέπεια, σε μια περίπτωση ιστορικής απαγορεύσεως εισόδου απεριόριστης διάρκειας, όπως η επίμαχη στην υπόθεση Filev και Osmani, το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία για την επιστροφή απαγορεύει τη διατήρηση των αποτελεσμάτων της απαγορεύσεως αυτής πέραν της πενταετίας που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, εκτός αν η εν λόγω απαγόρευση εισόδου επιβλήθηκε εις βάρος υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι συνιστούν σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια (38).

43.      Η νομολογία αυτή αποτελεί το προφανές σημείο αφετηρίας για την ανάλυση των ζητημάτων που εγείρονται στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, δηλαδή του χρονικού σημείου από το οποίο αρχίζει η απαγόρευση εισόδου και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια ιστορική απαγόρευση εισόδου μπορεί να υπερβεί τα πέντε έτη. Πάντως, από μόνη της, δεν επιλύει τα ζητήματα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο.

 Επί του πρώτου ερωτήματος

44.      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν διευκρινίσεις σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή όσον αφορά το πότε αρχίζουν οι απαγορεύσεις εισόδου.

45.      Το γράμμα της εν λόγω διατάξεως διευκρινίζει ότι η διάρκεια των απαγορεύσεων εισόδου δεν πρέπει, κατ’ αρχήν, να υπερβαίνει τα πέντε έτη. Πάντως, δεν προσδιορίζει ειδικά το σημείο αφετηρίας της χρονικής αυτής περιόδου. Η Δανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατά συνέπεια, ο καθορισμός του συγκεκριμένου ζητήματος επαφίεται στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών.

46.      Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή.

47.      Τόσο από την ευρωπαϊκή διάσταση της πολιτικής για την επιστροφή (39) όσο και από τους σκοπούς της οδηγίας για την επιστροφή, και ιδίως «τη θέσπιση κοινών κανόνων για την επιστροφή, την απομάκρυνση […] και τις απαγορεύσεις εισόδου» (40), προκύπτει ότι κατά την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας επιβάλλεται συνεκτική προσέγγιση σε ολόκληρη την Ένωση.

48.      Η συνεκτική αυτή προσέγγιση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο όπου ο χώρος Σένγκεν θεσπίζει ενιαία εξωτερικά σύνορα. Επομένως, για να χαρακτηρισθεί ένα μέτρο ως εμπίπτον στο κεκτημένο του Σένγκεν ή ως ανάπτυξη αυτού του κεκτημένου, πρέπει να ληφθούν υπόψη η ανάγκη συνοχής του κεκτημένου αυτού και η ανάγκη –όταν εξελίσσεται το κεκτημένο αυτό– διατηρήσεως της συνοχής αυτής (41). Τώρα, η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τις αποφάσεις επιστροφής και τις απαγορεύσεις εισόδου φαίνεται να είναι ατελής (42). Πράγματι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξήγησε ότι υπάρχουν διάφορες προτάσεις για βελτίωση (43), ιδίως με το να καταστεί υποχρεωτική για τα κράτη μέλη η εισαγωγή καταχωρίσεων στο SIS II σε όλες τις περιπτώσεις εκδόσεως απαγορεύσεων εισόδου (44). Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών είναι καθοριστικής σημασίας για τη διαχείριση των ενιαίων εξωτερικών συνόρων και θα πρέπει να στηρίζεται σε ακριβή και αξιόπιστα δεδομένα. Όσον αφορά τις απαγορεύσεις εισόδου, στις πληροφορίες αυτές πρέπει να περιλαμβάνονται τόσο η διάρκεια όσο και το σημείο αφετηρίας της απαγορεύσεως.

49.      Στο πλαίσιο αυτό, από το γράμμα της οδηγίας για την επιστροφή είναι επίσης σαφές ότι αυτή αποσκοπεί στην εναρμόνιση της διάρκειας των απαγορεύσεων εισόδου. Έτσι, ως μέγιστη διάρκεια καθορίζονται τα πέντε έτη, πλην των περιπτώσεων όπου ο υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια. Ασυνέπεια στο συγκεκριμένο ζήτημα θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τους δηλωμένους σκοπούς της οδηγίας για την επιστροφή, τα σε ολόκληρη την Ευρώπη αποτελέσματα των απαγορεύσεων εισόδου αλλά και τη διαχείριση του χώρου Σένγκεν. Ενδεχόμενη παραδοχή ότι οι απαγορεύσεις εισόδου, οι οποίες στηρίζονται νομικώς σε ένα σύνολο εναρμονισμένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο κανόνων, αρχίζουν να παράγουν τα αποτελέσματά τους σε διαφορετικές χρονικές στιγμές ανάλογα με τις διάφορες επιλογές στις οποίες έχουν προβεί τα κράτη μέλη μέσω των εθνικών τους νομοθεσιών, θα υπονόμευε την αποτελεσματική λειτουργία του χώρου Σένγκεν.

50.      Εδώ, τονίζω ότι τα άρθρα 3, σημείο 6, και 11 της οδηγίας για την επιστροφή, τα οποία ορίζουν την έννοια της «απαγορεύσεως εισόδου», δεν παραπέμπουν στις νομοθεσίες των κρατών μελών. Επομένως, είναι σαφές ότι η απαγόρευση εισόδου συνιστά αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης. Από την ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και από την αρχή της ισότητας συνάγεται ότι «οι όροι διατάξεως του δικαίου της Ένωσης η οποία δεν παραπέμπει ρητώς στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της εννοίας και του περιεχομένου της πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύονται εντός του συνόλου της Ένωσης, αυτοτελώς με βάση τα συμφραζόμενα και τον σκοπό που επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση» (45).

51.      Η αρχή αυτή ισχύει επίσης ως προς τα συστατικά στοιχεία μιας απαγορεύσεως εισόδου, ήτοι τη χρονική της διάσταση (σημείο αφετηρίας και διάρκεια), την εδαφική της διάσταση (έδαφος των κρατών μελών) και τη νομική της διάσταση (απαγόρευση εισόδου και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών).

52.      Συνεπώς, εκτιμώ ότι η σιωπή του νομοθέτη της Ένωσης ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα δεν συνιστά σκόπιμη και ρητή επιλογή. Τουναντίον, φρονώ ότι πρόκειται περί ενός κενού το οποίο είναι επιτρεπτό να καλυφθεί από το Δικαστήριο λαμβανομένων υπόψη του γράμματος, της όλης οικονομίας καθώς και του σκοπού της οδηγίας για την επιστροφή. Ασφαλώς, ο νομοθέτης της Ένωσης παραμένει ελεύθερος να τροποποιήσει τη λύση που θα δώσει το Δικαστήριο αν το κρίνει επιθυμητό –προκειμένου, για παράδειγμα, να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα του SIS II και έτσι να ενδυναμώσει το κεκτημένο Σένγκεν.

53.      Ενώπιον του Δικαστηρίου εκτέθηκαν διάφορα πιθανά σημεία αφετηρίας. Ο M. Ouhrami διατείνεται ότι το σημείο αφετηρίας μιας απαγορεύσεως εισόδου πρέπει να είναι η χρονική στιγμή στην οποία η απαγόρευση γνωστοποιείται στο πρόσωπο που η απαγόρευση αυτή αφορά. Η Ολλανδική και η Ελβετική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το σημείο αυτό είναι η χρονική στιγμή στην οποία ο υπήκοος τρίτης χώρας αναχωρεί πραγματικά από το έδαφος των κρατών μελών. Η Δανική Κυβέρνηση διευκρίνισε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι ναι μεν κατά τη δανική νομοθεσία η απαγόρευση εισόδου καθίσταται αποτελεσματική στη στιγμή που ο υπήκοος τρίτης χώρας αναχωρεί πραγματικά από την ημεδαπή, πλην όμως το εναρκτήριο σημείο για τον υπολογισμό της διάρκειας της απαγορεύσεως είναι η πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα μετά την αναχώρηση του υπηκόου τρίτης χώρας. Οι παραλλαγές θα μπορούσαν να είναι απεριόριστες: η ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως· η ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση κατέστη αμετάκλητη· η επόμενη ημέρα από την πραγματική αναχώρηση του υπηκόου τρίτης χώρας· η ημερομηνία κατά την οποία αυτός τέθηκε υπό κράτηση προκειμένου να απομακρυνθεί· η ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έφθασε αποδεδειγμένα σε τρίτη χώρα, κ.λπ. Μια περαιτέρω δυνατότητα θα μπορούσε να είναι η ημερομηνία κατά την οποία εισήχθη η σχετική καταχώριση στο SIS II (46).

54.      Από τη δική μου άτυπη έρευνα προκύπτει, όπως επιβεβαιώθηκε από την Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι οι λύσεις τις οποίες έχουν υιοθετήσει τα κράτη μέλη ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Φαίνεται ότι οι επιλογές που απαντούν στη μία κατόπιν της άλλης στις νομοθεσίες των κρατών μελών είναι τρεις, δηλαδή (i) η ημερομηνία γνωστοποιήσεως της απαγορεύσεως εισόδου· (ii) η ημερομηνία κατά την οποία κατέστη αμετάκλητη η απαγόρευση εισόδου και (iii) η ημερομηνία κατά την οποία ο υπήκοος τρίτης χώρας εγκατέλειψε πραγματικά το έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

55.      Όλες έχουν το πλεονέκτημα ότι καθορίζουν συγκεκριμένο χρονικό σημείο μετά το οποίο οι απαγορεύσεις εισόδου αρχίζουν να παράγουν τα αποτελέσματά τους. Θεωρώ ότι μειονέκτημα της χρήσεως της ημερομηνίας κοινοποιήσεως αποτελεί το γεγονός ότι τα έννομα αποτελέσματα της απαγορεύσεως εισόδου συνδέονται με μια χρονική στιγμή στην οποία το μέτρο δεν έχει ακόμη καταστεί αμετάκλητο (και θα μπορούσε, τουλάχιστον θεωρητικά, να τροποποιηθεί ή ακόμη και να ακυρωθεί). Η χρήση της ημερομηνίας κατά την οποία η απαγόρευση εισόδου κατέστη αμετάκλητη συνδέει τα έννομα αποτελέσματα ενός μέτρου έχοντος ευρωπαϊκή(-ές) διάσταση(-εις), το οποίο αφορά το έδαφος όλων των κρατών μελών, με χρονικό σημείο το οποίο εξαρτάται από τους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες. Οι κανόνες αυτοί μπορεί να διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ των διαφόρων νομικών συστημάτων.

56.      Περαιτέρω, αμφότερες οι επιλογές αυτές δεν λαμβάνουν υπόψη ότι οι απαγορεύσεις εισόδου δεν συνιστούν αυτοτελή μέτρα, αλλά, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 3, σημείο 6, και του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας για την επιστροφή, πάντοτε συνοδεύουν αποφάσεις επιστροφής. Επομένως, το πρώτο στάδιο της διαδικασίας είναι η έκδοση αποφάσεως επιστροφής, της οποίας το έννομο αποτέλεσμα συνίσταται στην υποχρέωση του υπηκόου τρίτης χώρας να «επιστρέψει». Το δεύτερο στάδιο, δηλαδή η έκδοση απαγορεύσεως εισόδου, είναι προαιρετικό. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας για την επιστροφή, το μέτρο αυτό μπορεί να ληφθεί ταυτόχρονα με το πρώτο μέτρο. Η απαγόρευση εισόδου έχει διττή έννομη συνέπεια: (i) απαγόρευση της εισόδου και (ii) απαγόρευση της παραμονής μετά από δεύτερη παράνομη είσοδο στο έδαφος των κρατών μελών. Επομένως, τα έννομα αποτελέσματα της απαγορεύσεως εισόδου μπορούν να αρχίσουν μόνον όταν έχει τηρηθεί η απόφαση επιστροφής. Μέχρι τότε, η παράνομη παραμονή του υπηκόου τρίτης χώρας διέπεται από τα αποτελέσματα της αποφάσεως επιστροφής.

57.      Συνεπώς, αν γινόταν δεκτό ότι η απαγόρευση εισόδου αρχίζει από τη στιγμή της γνωστοποιήσεώς της ή από τη στιγμή στην οποία η απαγόρευση κατέστη αμετάκλητη, θα ανατρεπόταν η λογική της ενωσιακής πολιτικής για την επιστροφή. Επίσης, θα υπονομευόταν η αποτελεσματικότητά της, εφόσον ένας υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως στο έδαφος των κρατών μελών θα μπορούσε να αποφύγει τις έννομες συνέπειες της απαγορεύσεως εισόδου απλώς και μόνον αποφεύγοντας να συμμορφωθεί με την απόφαση επιστροφής επί όσο χρόνο διαρκεί η απαγόρευση αυτή. Τούτο θα ενθάρρυνε τους υπηκόους τρίτων χωρών να μην συμμορφώνονται με τις αποφάσεις επιστροφής, ενώ ένας εκ των δηλωμένων στόχων της οδηγίας για την επιστροφή είναι να δοθεί προτεραιότητα στην οικειοθελή αναχώρηση (47).

58.      Η τρίτη επιλογή είναι να θεωρηθεί ως σημείο αφετηρίας της απαγορεύσεως εισόδου η στιγμή στην οποία ο υπήκοος τρίτης χώρας εγκαταλείπει πραγματικά το έδαφος των κρατών μελών. Στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων, θα εκθέσω την ανάλυσή μου θεωρώντας ως δεδομένο ότι τόσο η απόφαση επιστροφής όσο και η συνοδευτική απαγόρευση εισόδου κοινοποιήθηκαν προσηκόντως στον υπήκοο τρίτης χώρας και έχουν καταστεί αμετάκλητες βάσει του εθνικού δικαίου.

59.      Η προσέγγιση αυτή ενισχύεται όχι μόνο από τον σκοπό, την όλη οικονομία και το γράμμα της οδηγίας για την επιστροφή, αλλά και από τη νομική φύση των απαγορεύσεων εισόδου. Όπως εξήγησα ανωτέρω, οι απαγορεύσεις εισόδου δεν αποτελούν αυτοτελή μέτρα, αλλά πάντοτε συνοδεύουν αποφάσεις επιστροφής (48). Τούτο, σε συνδυασμό με τη χρήση της λέξεως «είσοδος», συνεπάγεται ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας θα πρέπει πρώτα να αναχωρήσει από το έδαφος των κρατών μελών. Μόνον τότε η απαγόρευση εισόδου (η οποία στην πραγματικότητα είναι απαγόρευση επανεισόδου) παράγει τα αποτελέσματά της.

60.      Το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας για την επιστροφή ενισχύει την άποψη αυτή. Η πρόταση της Επιτροπής (49), η πρόταση του Συμβουλίου (50) και η έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (51) χρησιμοποιούν, στην αγγλική, τη γαλλική, τη γερμανική απόδοση και σε ορισμένες άλλες γλωσσικές αποδόσεις, όλες τον όρο «απαγόρευση επανεισόδου». Μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο εμφανίστηκε ο όρος «απαγόρευση εισόδου» (52). Ο όρος αυτός διατηρήθηκε στην τελική μορφή του κειμένου. Πάντως, ο αρχικός όρος (απαγόρευση επανεισόδου) αντικατοπτρίζεται στη νομοθεσία ορισμένων κρατών μελών για τη μεταφορά της οδηγίας (53).

61.      Οι πράξεις που εκδόθηκαν μετά την οδηγία για την επιστροφή και αφορούν την ενωσιακή πολιτική επιστροφής επιβεβαιώνουν ότι ο νομοθέτης της Ένωσης σκοπό είχε να ορίσει ως σημείο αφετηρίας των απαγορεύσεων εισόδου τη στιγμή στην οποία ο υπήκοος τρίτης χώρας πραγματικά εγκαταλείπει το έδαφος των κρατών μελών. Η πλέον πρόσφατη σύσταση επιβεβαιώνει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να χρησιμοποιούν πλήρως τις απαγορεύσεις εισόδου και να διασφαλίζουν ότι αυτές αρχίζουν «την ημέρα κατά την οποία οι υπήκοοι τρίτων χωρών εξέρχονται από την ΕΕ, ώστε η πραγματική διάρκειά τους να μη συντέμνεται αδικαιολόγητα» (54). Το Εγχειρίδιο για την επιστροφή, το οποίο εκδόθηκε από την Επιτροπή, υιοθετεί παρόμοια προσέγγιση: «η στιγμή στην οποία το ρολόι αρχίζει να μετρά αντίστροφα […] θα πρέπει να καθορίζεται εκ των προτέρων: κανονικά, το ρολόι θα πρέπει να αρχίζει να μετρά από τη στιγμή της αναχωρήσεως ή της απομακρύνσεως σε τρίτη χώρα και όχι από την ημερομηνία εκδόσεως της απαγορεύσεως εισόδου, δεδομένου ότι η ευρωπαϊκή απαγόρευση εισόδου δεν μπορεί [ακόμη] να αναπτύξει τα αποτελέσματά της όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν έχει ακόμη εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης». Το εν λόγω εγχειρίδιο λαμβάνει υπόψη επίσης «τις περιπτώσεις όπου, από πρακτικής απόψεως, είναι αδύνατον να καθορισθεί εκ των προτέρων συγκεκριμένη ημερομηνία αναχωρήσεως». Στις περιπτώσεις αυτές, «τα κράτη μέλη δύνανται να χρησιμοποιήσουν άλλη ημερομηνία (για παράδειγμα, την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως)» (55). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ανέφερε ότι το Εγχειρίδιο για την επιστροφή δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποδηλώνει ότι το σημείο αφετηρίας μιας απαγορεύσεως εισόδου πρέπει υπό φυσιολογικές συνθήκες να είναι άλλο από τη στιγμή αναχωρήσεως του υπηκόου τρίτης χώρας. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στις οποίες είναι αδύνατον να διαπιστωθεί πότε ακριβώς ο υπήκοος τρίτης χώρας αναχώρησε πραγματικά από το έδαφος των κρατών μελών, θα πρέπει να χρησιμοποιείται άλλη ημερομηνία ως σημείο αφετηρίας της απαγορεύσεως εισόδου (56).

62.      Ο σκοπός της οδηγίας για την επιστροφή είναι να χαράξει μια αποτελεσματική πολιτική επιστροφής βασιζόμενη σε ομοιόμορφους, σαφείς και δίκαιους κανόνες και να δώσει μια πανευρωπαϊκή διάσταση στα μέτρα επιστροφής καθιερώνοντας μια απαγόρευση εισόδου η οποία απαγορεύει την είσοδο, και την παραμονή, στο έδαφος όλων των κρατών μελών. Τούτο επίσης συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι το σημείο αφετηρίας της απαγορεύσεως εισόδου πρέπει να είναι η στιγμή στην οποία ο υπήκοος τρίτης χώρας αναχωρεί από το έδαφος των κρατών μελών. Η προσέγγιση αυτή χρησιμοποιεί ένα χρονικό σημείο το οποίο εξαρτάται από ένα αντικειμενικό πραγματικό στοιχείο (την αναχώρηση) και όχι από τους διαδικαστικούς κανόνες κάθε κράτους μέλους (57). Μπορεί επίσης να ενθαρρύνει τους υπηκόους τρίτων χωρών να συμμορφώνονται με τις αποφάσεις επιστροφής.

63.      Επομένως, συνάγω ότι το σημείο αφετηρίας της απαγορεύσεως εισόδου η οποία προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή πρέπει να είναι η χρονική στιγμή στην οποία ο υπήκοος τρίτης χώρας πραγματικά αναχωρεί από το έδαφος των κρατών μελών.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

64.      Το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου έχει σημασία μόνο στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι το σημείο αφετηρίας μιας απαγορεύσεως εισόδου δεν είναι η στιγμή στην οποία ο υπήκοος τρίτης χώρας αναχωρεί πραγματικά από το έδαφος των κρατών μελών. Μόλις πιο πάνω ανέφερα ότι δεν θεωρώ ότι τούτο ισχύει. Παρά ταύτα, χάριν πληρότητας θα εξετάσω το δεύτερο ερώτημα.

65.      Κατ’ ουσίαν, το δεύτερο ερώτημα αφορά το αν μια ιστορική απαγόρευση εισόδου δύναται να υπερβεί το ανώτατο όριο των πέντε ετών κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή, όταν η απαγόρευση αυτή έχει καθορισμένη διάρκεια, έχει καταστεί αμετάκλητη και εκδόθηκε επειδή ο υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια τάξη.

66.      Το άρθρο 11, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, της οδηγίας για την επιστροφή επιτρέπει η διάρκεια της απαγορεύσεως εισόδου να υπερβαίνει την πενταετία αν ο υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά «σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια».

67.      Στην απόφαση Filev και Osmani, το Δικαστήριο επέκτεινε τον κανόνα αυτόν στις ιστορικές απαγορεύσεις εισόδου. Έκρινε ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή αντιτίθεται στη διατήρηση των αποτελεσμάτων των ιστορικών απαγορεύσεων εισόδου οι οποίες επιβλήθηκαν πριν από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της οδηγίας και υπερβαίνουν την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή μέγιστη διάρκεια της απαγορεύσεως, εκτός αν οι εν λόγω απαγορεύσεις εισόδου επιβλήθηκαν εις βάρος υπηκόων τρίτων χωρών που συνιστούν «σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια» (58).

68.      Κατά συνέπεια, τόσο από το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 2, όσο και από τη νομολογία είναι σαφές ότι μια ιστορική απαγόρευση εισόδου μπορεί να υπερβαίνει τη μέγιστη διάρκεια της πενταετίας που κατ’ αρχήν προβλέπεται από την εν λόγω διάταξη. Πάντως, είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες τούτο είναι δυνατό.

69.      Κράτος μέλος νομιμοποιείται να ασκήσει τη δυνατότητα αυτή όταν ο υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά «σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια». Στην παρούσα υπόθεση, κρίσιμη είναι η έννοια «public policy» (ακριβέστερα, η έννοια «public order») (59). Η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνευθεί στο συγκεκριμένο πλαίσιο της οδηγίας για την επιστροφή με γνώμονα το γράμμα, τον σκοπό, την οικονομία και το πλαίσιό της (60).

70.      Κατ’ ουσίαν, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν τις απαιτήσεις δημοσίας τάξεως σύμφωνα με τις εθνικές ανάγκες τους, οι οποίες μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με το κράτος μέλος και τη χρονική περίοδο (61). Πάντως, φρονώ ότι μια παρέκκλιση, όπως αυτή που εισάγεται με το άρθρο 11, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, της οδηγίας για την επιστροφή, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως και όχι στενώς απλώς και μόνον επειδή αφορά άτομα τα οποία δεν έχουν δικαιώματα διαμονής εντός της Ένωσης. Περαιτέρω, υπήκοοι τρίτων χωρών (συμπεριλαμβανομένων εκείνων των οποίων η παρουσία στο έδαφος των κρατών μελών είναι παράνομη) στους οποίους έχει εφαρμογή το δίκαιο της Ένωσης εμπίπτουν για αυτόν τον λόγο στο πεδίο εφαρμογής του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα θεμελιώδη δικαιώματα που εγγυάται ο Χάρτης πρέπει να γίνονται σεβαστά με την ίδια ένταση που γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα όλων των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Συνεπώς, το τι ακριβώς συνιστά απαίτηση δημοσίας τάξεως δεν μπορεί να καθορίζεται μονομερώς από κάθε κράτος μέλος χωρίς οποιονδήποτε έλεγχο από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης (62).

71.      Ως κανόνες αναγκαστικού δικαίου, οι κανόνες του ποινικού δικαίου είναι όλοι κανόνες δημοσίας τάξεως. Επομένως, η παραβίαση των κανόνων αυτών συνεπάγεται διατάραξη της δημοσίας τάξεως κράτους μέλους. Η ένταση της διαταράξεως αυτής θα είναι περισσότερο ή λιγότερο μεγάλη αναλόγως της φύσεως της πράξεως που τελέστηκε. Η αυστηρότητα της ποινής που ο εθνικός νομοθέτης προβλέπει ως κύρωση για την απαγορευμένη συμπεριφορά θα αντανακλά, κατά κανόνα, την πιθανή διαταραχή της δημοσίας τάξεως. Συνεπώς, κάθε παραβίαση του ποινικού δικαίου κράτους μέλους ισοδυναμεί με πράξη εις βάρος της δημοσίας τάξεως (63).

72.      Εντούτοις, απλώς και μόνον το γεγονός ότι μια τέτοια πράξη είναι, εξ ορισμού, αντίθετη προς τη δημόσια τάξη δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την επιβολή απαγορεύσεως εισόδου με διάρκεια μεγαλύτερη της πενταετίας. Δύο πρόσθετα στοιχεία είναι αναγκαία. Πρώτον, πρέπει να συντρέχει «σοβαρή απειλή» για τη δημόσια τάξη. Δεύτερον, όπως καθίσταται σαφές από την αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας για την επιστροφή, η διάρκεια της απαγορεύσεως εισόδου πρέπει να καθορίζεται λαμβανομένων δεόντως υπόψη όλων των σχετικών περιστάσεων κάθε επιμέρους περιπτώσεως.

73.      Θεωρώ ότι η έκφραση «απειλή για τη δημόσια τάξη» έχει την έννοια ότι η δημόσια τάξη μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο από μελλοντική πράξη του υπηκόου τρίτης χώρας (64). Χρησιμοποιώντας τον επιθετικό προσδιορισμό «σοβαρή» ο νομοθέτης δείχνει ότι το κατώτατο όριο για να δικαιολογηθεί η επιβολή απαγορεύσεως εισόδου με διάρκεια μεγαλύτερη της πενταετίας είναι υψηλότερο από το κατώτατο όριο για τη μείωση της προθεσμίας για οικειοθελή αναχώρηση το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 7, παράγραφος 4, της ίδιας οδηγίας (65). Κάθε (παρελθοντική) παραβίαση ποινικού νόμου δεν συνιστά (μελλοντική) «σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη» κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2 (66). Οι εθνικές αρχές οφείλουν να προβαίνουν σε αξιολόγηση του πιθανού μελλοντικού κινδύνου που ενέχει για την κοινωνία το συγκεκριμένο πρόσωπο. Το κράτος μέλος που επικαλείται την παρέκκλιση φέρει το βάρος να αποδείξει για ποιον λόγο μπορεί να κινδυνεύσουν σοβαρά τα δημοσίας τάξεως συμφέροντά του σε περίπτωση που δεν επιβληθεί απαγόρευση εισόδου μεγαλύτερης διάρκειας. Η διαδικασία θα πρέπει να διενεργείται «σύμφωνα με τα θεμελιώδη δικαιώματα, ως γενικές αρχές του [δικαίου της Ένωσης] και του διεθνούς δικαίου» (67).

74.      Η σχετική αξιολόγηση θα πρέπει να γίνεται in concreto, λαμβανομένων «δεόντως υπόψη όλων των σχετικών περιστάσεων κάθε μεμονωμένης περίπτωσης», «κατά περίπτωση και να βασίζ[εται] σε αντικειμενικά κριτήρια που να συνεπάγονται ότι η εκτίμηση θα πρέπει να υπερβαίνει το απλό γεγονός της παράνομης διαμονής» (68). Έτσι, κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί γενικές πρακτικές του ή απλώς και μόνον παραδοχές για να στοιχειοθετήσει ότι συντρέχει «σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη». Η απαίτηση που αφορά την κατά περίπτωση εξέταση καθώς και η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλουν στο κράτος μέλος να λάβει δεόντως υπόψη την προσωπική συμπεριφορά του υπηκόου τρίτης χώρας, καθώς και τους μελλοντικούς κινδύνους που η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνεπάγεται για τη δημόσια τάξη. Επομένως, το γεγονός ότι υπήκοος τρίτης χώρας είναι ύποπτος ή έχει καταδικαστεί, για πράξη που κατά το εθνικό δίκαιο είναι αξιόποινη δεν μπορεί, αυτό καθ’ εαυτό, να δικαιολογήσει την εκτίμηση ότι το πρόσωπο αυτό αποτελεί «σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη» κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή (69). Πάντως, η ύπαρξη διάφορων προγενέστερων καταδικαστικών αποφάσεων για την τέλεση ποινικών αδικημάτων μπορεί να αρκεί ώστε να τύχει επικλήσεως η παρέκκλιση που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή, στο μέτρο που οι εν λόγω καταδίκες αποδεικνύουν έναν σταθερό τρόπο συμπεριφοράς του συγκεκριμένου προσώπου.

75.      Μια περαιτέρω πτυχή είναι αν υφίσταται οποιοσδήποτε περιορισμός ως προς τη διάρκεια της απαγορεύσεως εισόδου που υπερβαίνει την πενταετία και επιβάλλεται λόγω «σοβαρή[ς] απειλή[ς] για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια».

76.      Το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή είναι σιωπηρό εν προκειμένω. Η νομολογία του Δικαστηρίου φαίνεται να δέχεται τη δυνατότητα επιβολής απαγορεύσεως εισόδου απεριόριστης διάρκειας. Στην απόφαση Filev και Osmani, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 αντιτίθεται στη διατήρηση των αποτελεσμάτων απαγορεύσεων εισόδου απεριόριστης διάρκειας οι οποίες επιβλήθηκαν πριν από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της οδηγίας 2008/115, […] και οι οποίες υπερβαίνουν την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή μέγιστη διάρκεια της απαγορεύσεως, εκτός αν οι εν λόγω απαγορεύσεις εισόδου επιβλήθηκαν εις βάρος υπηκόων τρίτων χωρών που συνιστούν σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια» (70). Κατ’ αντιδιαστολήν, τούτο σημαίνει ότι, τουλάχιστον όσον αφορά τις ιστορικές απαγορεύσεις εισόδου, όταν υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά τέτοιου είδους απειλή η διατήρηση των αποτελεσμάτων της απαγορεύσεως εισόδου απεριόριστης διάρκειας είναι δυνατή.

77.      Δεν συμμερίζομαι την προσέγγιση αυτή. Το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 3, σημείο 6, της ίδιας οδηγίας, το οποίο ορίζει τις απαγορεύσεις εισόδου ως διοικητικές ή δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται για «ορισμένο χρονικό διάστημα». Τούτο, κατ’ εμέ, αποκλείει τη δυνατότητα εκδόσεως απαγορεύσεων εισόδου απεριόριστης διάρκειας (71). Στην περίπτωση των ιστορικών απαγορεύσεων εισόδου απεριόριστης διαρκείας, μπορεί να είναι αναγκαίο οι εθνικές αρχές να προβούν σε επανεξέταση του φακέλου υπό το πρίσμα του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή και να αντικαταστήσουν τις επιβληθείσες απαγορεύσεις με απαγορεύσεις εισόδου κατάλληλης διάρκειας. Πάντως, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προβλήθηκαν επιχειρήματα σχετικά με τις πιθανές εναλλακτικές λύσεις ως προς τη διάρκεια των απαγορεύσεων εισόδου, οπότε δεν θα εκφέρω άποψη επί του συγκεκριμένου ζητήματος.

78.      Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει, σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, αν, όταν εκδόθηκε η ιστορική απαγόρευση εισόδου, οι εθνικές αρχές είχαν προβεί σε αξιολόγηση της προσωπικής συμπεριφοράς του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας και είχαν συναγάγει, βάσει της αξιολογήσεως αυτής, ότι αυτός συνιστά σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη. Στο πλαίσιο αυτό, η ύπαρξη διάφορων προγενέστερων καταδικαστικών αποφάσεων για την τέλεση ποινικών αδικημάτων μπορεί να αρκεί για να γίνει επίκληση της παρεκκλίσεως που εισάγεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή, στο μέτρο που οι εν λόγω καταδίκες αποδεικνύουν έναν σταθερό τρόπο συμπεριφοράς του συγκεκριμένου προσώπου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την επιβολή της απαγορεύσεως εισόδου ήταν σύμφωνη με τα θεμελιώδη δικαιώματα ως γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης.

 Πρόταση

79.      Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Hoge Raad der Nederlanden (Ανωτάτου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών) ως εξής:

–        Το σημείο αφετηρίας της απαγορεύσεως εισόδου που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, πρέπει να είναι η χρονική στιγμή στην οποία ο υπήκοος τρίτης χώρας αναχωρεί πραγματικά από το έδαφος των κρατών μελών.

–        Το άρθρο 11, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, της οδηγίας 2008/115 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διάρκεια ιστορικής απαγορεύσεως εισόδου δύναται να υπερβαίνει την πενταετία αν πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει, σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, αν, όταν εκδόθηκε η ιστορική απαγόρευση εισόδου, οι εθνικές αρχές είχαν προβεί σε αξιολόγηση της προσωπικής συμπεριφοράς του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας και είχαν συναγάγει ότι αυτός συνιστά σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη. Στο πλαίσιο αυτό, η ύπαρξη διάφορων προγενέστερων καταδικαστικών αποφάσεων για την τέλεση ποινικών αδικημάτων μπορεί να αρκεί για να γίνει επίκληση της παρεκκλίσεως που εισάγεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επιστροφή, στο μέτρο που οι εν λόγω καταδίκες αποδεικνύουν έναν σταθερό τρόπο συμπεριφοράς του συγκεκριμένου προσώπου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει ότι η διαδικασία ήταν σύμφωνη με τα θεμελιώδη δικαιώματα ως γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      ΕΕ 2008, L 348, σ. 98.


3      Αυτός είναι ο όρος που χρησιμοποιείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη σύσταση της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 2015, για την καθιέρωση κοινού «Εγχειριδίου για την επιστροφή» προς χρήση από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κατά την εκτέλεση καθηκόντων που σχετίζονται με την επιστροφή, C(2015) 6250 τελικό, παράρτημα, σ. 64, και στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την ενωσιακή πολιτική επιστροφής, 28 Μαρτίου 2014, COM(2014) 199 τελικό, σ. 27.


4      Το κεκτημένο του Σένγκεν όπως αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1999/435/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1999 (ΕΕ 2000, L 239, σ. 1). Ο «χώρος Σένγκεν» περιλαμβάνει τα περισσότερα κράτη της Ένωσης, πλην της Βουλγαρίας, της Κροατίας, της Κύπρου, της Ιρλανδίας, της Ρουμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Η Ισλανδία, η Νορβηγία, η Ελβετία και το Λιχτενστάιν έχουν επίσης ενταχθεί στον χώρο Σένγκεν.


5      Συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της οικονομικής ενώσεως Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ 2000, L 239, σ. 13).


6      Σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της οικονομικής ενώσεως Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ 2000, L 239, σ. 19).


7      Κανονισμός (ΕΚ) 1987/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) (ΕΕ 2006, L 381, σ. 4) (αιτιολογική σκέψη 10). Το SIS II λειτουργεί σε όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης και τις συνδεδεμένες χώρες που ανήκουν στον χώρο Σένγκεν. Η Βουλγαρία, η Ιρλανδία, η Ρουμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο χρησιμοποιούν το SIS II μόνον στο πλαίσιο της συνεργασίας των υπηρεσιών καταστολής.


8      ΕΕ 2001, L 149, σ. 34, βλ. αιτιολογική σκέψη 3. Η εν λόγω οδηγία ακολουθήθηκε από την απόφαση 2004/191/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση των κριτηρίων και των πρακτικών λεπτομερειών εφαρμογής για την αντιστάθμιση των οικονομικών ανισορροπιών που προκύπτουν από την εφαρμογή της οδηγίας 2001/40/ΕΚ σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση αποφάσεων απομακρύνσεως υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2004, L 60, σ. 55).


9      Άρθρο 1.


10      Αιτιολογική σκέψη 1.


11      Αιτιολογική σκέψη 2.


12      Αιτιολογική σκέψη 5.


13      Αιτιολογική σκέψη 24 και άρθρο 1.


14      Αιτιολογική σκέψη 4.


15      Αιτιολογική σκέψη 6.


16      Αιτιολογική σκέψη 8.


17      Άρθρο 4.


18      Η υποχρέωση αυτή δεν θίγει τις περιορισμένες εξαιρέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 5. Ουδεμία εκ των εξαιρέσεων αυτών φαίνεται να ασκεί επιρροή στην εθνική δίκη στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.


19      Υπό την επιφύλαξη των διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπονται από το κεφάλαιο III και από άλλες σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού δικαίου.


20      Η ολλανδική νομοθεσία χρησιμοποιεί τον όρο «αλλοδαπός». Στην ανάλυσή μου στις παρούσες προτάσεις θα αναφέρομαι σε ένα τέτοιο πρόσωπο ως «υπήκοο τρίτης χώρας» (ο όρος που χρησιμοποιείται στην οδηγία για την επιστροφή).


21      Η απόφαση περί παραπομπής δεν παρέχει κανένα πληροφοριακό στοιχείο όσον αφορά τα της διαμονής του M. Ouhrami κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2003 και 2011. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο δικαστικός του πληρεξούσιος δήλωσε ότι, εξ όσων γνωρίζει, ο M. Ouhrami ουδέποτε εγκατέλειψε τις Κάτω Χώρες.


22      Βλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Filev και Osmani (C-297/12, EU:C:2013:569, σκέψεις 26 επ.).


23      Κανονισμός (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διελεύσεως προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ 2016, L 77, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΚ) 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διελεύσεως προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ 2006, L 105, σ. 1), ο οποίος με τη σειρά του είχε καταργήσει τα άρθρα 2 έως 8 της ΣΕΣΣ από τις 13 Οκτωβρίου 2006. Βλ., περαιτέρω, αιτιολογικές σκέψεις 25 έως 30 της οδηγίας για την επιστροφή.


24      Άρθρο 21.


25      Βλ., συναφώς, αιτιολογικές σκέψεις 2 και 11 καθώς και άρθρο 1. Βλ., επίσης, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, Mahdi (C-146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκέψη 38).


26      Βλ., συναφώς, πρόταση της Επιτροπής για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 1ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, COM(2005) 391 τελικό (στο εξής: πρόταση της Επιτροπής), σ. 7.


27      Βλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2016, Affum (C-47/15, EU:C:2016:408, σκέψη 48).


28      Οι προϋποθέσεις εισαγωγής μιας καταχωρίσεως όπως καθορίζονται στο άρθρο 5 του κανονισμού 2016/399 πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Ο ευρύς ορισμός στο άρθρο 3, σημείο 2, της οδηγίας για την επιστροφή καταλαμβάνει κάθε υπήκοο τρίτης χώρας που δεν έχει δικαίωμα διαμονής σε κράτος μέλος. Οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών στον τομέα αυτόν πρέπει να σέβονται τα δικαιώματα που το δίκαιο της Ένωσης παρέχει όσον αφορά (για παράδειγμα) τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους, την οικογενειακή επανένωση και τους επί μακρόν διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών. Βλ., αντιστοίχως, οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ 2004, L 158, σ. 77), οδηγία 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανενώσεως (ΕΕ 2003, L 251, σ. 12), και οδηγία 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες (ΕΕ 2004, L 16, σ. 44).


29      Ο όρος «έδαφος των κρατών μελών» που χρησιμοποιείται από την οδηγία για την επιστροφή προκειμένου να οριστεί το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της είναι ανακριβής. Η οδηγία για την επιστροφή δεν έχει εφαρμογή στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία. Αντιστρόφως, έχει εφαρμογή στη Δανία (παρά το ειδικό καθεστώς που το συγκεκριμένο κράτος μέλος έχει στον εν λόγω τομέα του δικαίου της Ένωσης) και σε συνδεδεμένες χώρες του χώρου Σένγκεν (Ισλανδία, Νορβηγία, Ελβετία και Λιχτενστάιν). Βλ., συναφώς, αιτιολογικές σκέψεις 25 έως 30 και άρθρο 23. Οι παραπομπές στον όρο «έδαφος των κρατών μελών» θα πρέπει να ερμηνεύονται αναλόγως.


30      Άρθρο 3, σημεία 3 και 4, της οδηγίας για την επιστροφή.


31      Άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας για την επιστροφή.


32      Αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας για την επιστροφή. Βλ., συναφώς, απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2015, Celaj (C-290/14, EU:C:2015:640, σκέψη 24).


33      Σύμφωνα με το άρθρο 25 της ΣΕΣΣ. Βλ., επίσης, άρθρο 11, παράγραφος 4, της οδηγίας για την επιστροφή.


34      Αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας για την επιστροφή.


35      Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013 (C-297/12, EU:C:2013:569, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


36      Σκέψη 41.


37      Σκέψη 42.


38      Σκέψη 44.


39      Βλ. σημεία 35 έως 39 των παρουσών προτάσεων.


40      Αιτιολογικές σκέψεις 5 και 20. Βλ., επίσης, πρόταση της Επιτροπής, σ. 5.


41      Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2010, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (C-482/08, EU:C:2010:631, σκέψη 48).


42      Έτσι, παραδείγματος χάρη, μολονότι η οδηγία 2001/40 αφορά την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων απομακρύνσεως, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων επιστροφής, τώρα τα κράτη μέλη δεν έχουν καμία υποχρέωση να ενημερώνουν τα άλλα κράτη μέλη σχετικά με την ύπαρξη τέτοιου είδους αποφάσεων εισάγοντας σχετική καταχώριση στο σύστημα SIS II.


43      Βλ., μεταξύ άλλων, πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, 21 Δεκεμβρίου 2016, COM(2016) 881 τελικό· πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν (SIS) στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας και της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 515/2014 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1986/2006, της αποφάσεως 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου και της αποφάσεως 2010/261/ΕΕ της Επιτροπής, 21 Δεκεμβρίου 2016, COM(2016) 883 τελικό· πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εισόδου/εξόδου (ΣΕΕ) για την καταχώριση δεδομένων εισόδου και εξόδου και δεδομένων αρνήσεως εισόδου των υπηκόων τρίτων χωρών που διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και τον καθορισμό των όρων προσβάσεως στο ΣΕΕ για σκοπούς επιβολής του νόμου και σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 767/2008 και του κανονισμού (ΕΕ) 1077/2011, 6 Απριλίου 2016, COM(2016) 194 τελικό· και ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με μια αποτελεσματικότερη πολιτική επιστροφής στην Ευρωπαϊκή Ένωσης – Ανανεωμένο σχέδιο δράσεως, 2 Μαρτίου 2017, COM(2017) 200 τελικό.


44      Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν (SIS) στον τομέα των συνοριακών ελέγχων, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 515/2014 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1987/2006, 21 Δεκεμβρίου 2016, COM(2016) 882 τελικό, σ. 4.


45      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Kozlowski (C-66/08, EU:C:2008:437, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


46      Μολονότι τούτο θα μπορούσε να είναι σύμφωνο με την πανευρωπαϊκή λογική που διαπνέει το σύστημα SIS II, παρά ταύτα τώρα τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να εισάγουν στο εν λόγω σύστημα καταχωρίσεις σχετικές με τις απαγορεύσεις εισόδου που εκδίδουν. Βλ. άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού 1987/2006.


47      Αιτιολογική σκέψη 10.


48      Βλ. σημείο 56 των παρουσών προτάσεων.


49      Άρθρα 3, στοιχείο ζʹ, και 9.


50      Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, 6 Οκτωβρίου 2006, 13451/06, άρθρα 2, στοιχείο ζʹ, και 9 της προταθείσας οδηγίας.


51      Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Έκθεση σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, A6-0339/2007 τελικό, άρθρο 9 της προταθείσας οδηγίας.


52      Βλ., για παράδειγμα, πρόταση του Συμβουλίου όπως τροποποιήθηκε κατόπιν συζητήσεων της 7ης Φεβρουαρίου 2008, πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, 15 Φεβρουαρίου 2008, 6541/08, άρθρα 3, στοιχείο ζʹ, και 9.


53      Για παράδειγμα, στη Γαλλία το άρθρο L. 511-1 του Code d’entrée et du séjour des étrangers et du droit d’asile (κώδικα περί της εισόδου και διαμονής των αλλοδαπών και περί του δικαιώματος ασύλου) χρησιμοποιεί τον όρο «interdiction de retour» και στην Πολωνία τα άρθρα 318 έως 320 του Ustawa o Cudzoziemcach (νόμου περί των αλλοδαπών) χρησιμοποιούν τον όρο «απαγόρευση επανεισόδου».


54      Σύσταση της Επιτροπής, της 7ης Μαρτίου 2017, για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των επιστροφών στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, C(2017) 1600, σημείο 24.


55      Σύσταση της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 2015, για την καθιέρωση κοινού «Εγχειριδίου για την επιστροφή» προς χρήση από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κατά την εκτέλεση καθηκόντων που σχετίζονται με την επιστροφή C(2015) 6250 τελικό, παράρτημα, σ. 60. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ακόμη και αν οι συστάσεις δεν αποσκοπούν στην παραγωγή δεσμευτικών αποτελεσμάτων, εντούτοις έχουν ορισμένες έννομες συνέπειες. Για παράδειγμα, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να τις λαμβάνουν υπόψη για τη λύση των διαφορών που φέρονται στην κρίση τους, και ιδίως όταν οι συστάσεις φωτίζουν την ερμηνεία εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί με σκοπό την εφαρμογή των εν λόγω συστάσεων ή όταν οι συστάσεις αποσκοπούν στη συμπλήρωση δεσμευτικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Koninklijke KPN κ.λπ. (C-28/15, EU:C:2016:692, σκέψη 41).


56      Επισημαίνω ότι εντός του χώρου Σένγκεν τα ταξιδιωτικά έγγραφα των υπηκόων τρίτων χωρών σφραγίζονται κατά την έξοδο σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν (κανονισμός 2016/399). Σε κράτη μέλη που δεν ανήκουν στον χώρο Σένγκεν, το εθνικό δίκαιο κάλλιστα μπορεί να περιέχει παρόμοιες διατάξεις. Έτσι, αν ο υπήκοος τρίτης χώρας δεν αναχώρησε κρυφά, αυτός θα είναι σε θέση να αποδείξει το πότε πρέπει να θεωρείται ότι άρχισε η απαγόρευση εισόδου.


57      Προκειμένου το SIS II να λειτουργεί αποτελεσματικά, τα κράτη μέλη πρέπει να εισάγουν καταχωρίσεις, όπως προβλέπεται από το άρθρο 24 του κανονισμού 1987/2006, σχετικά με απαγορεύσεις εισόδου ακόμη και αν μπορεί να μη γνωρίζουν την ακριβή ημερομηνία αναχωρήσεως του υπηκόου τρίτης χώρας. Όπως διευκρινίστηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αυτό ακριβώς πράττουν τώρα οι Κάτω Χώρες.


58      Σκέψη 44.


59      Στην αγγλική απόδοση της οδηγίας για την επιστροφή χρησιμοποιείται ο όρος «public policy», ενώ η γαλλική και οι λοιπές γλωσσικές αποδόσεις χρησιμοποιούν τον όρο «ordre public». Έχω ήδη εξετάσει την εν λόγω διαφορά στη διατύπωση, στο πλαίσιο των προτάσεών μου στην υπόθεση Zh. και O. (C-554/13, EU:C:2015:94, σημεία 28 έως 33). Όπως εξηγώ στο σημείο 33 εκείνων των προτάσεών μου, «[π]ροκύπτει σαφώς, από την επισκόπηση τόσο της νομοθεσίας της Ένωσης όσο και της νομολογίας του Δικαστηρίου, ότι ο όρος “public policy” χρησιμοποιείται εν προκειμένω ως αντίστοιχος του γαλλικού “ordre public”». Παρά ταύτα, εδώ θα χρησιμοποιώ, χάριν ευκολίας, τον όρο «public policy», ήτοι τον όρο που χρησιμοποιείται στην αγγλική απόδοση της οδηγίας για την επιστροφή.


60      Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Zh. και O. (C-554/13, EU:C:2015:94, σημείο 57).


61      Απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Zh. και O. (C-554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 48).


62      Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Zh. και O. (C-554/13, EU:C:2015:94, σημεία 46 και 59).


63      Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Zh. και O. (C-554/13, EU:C:2015:94, σημεία 61 και 62).


64      Σημείο 39.


65      Το επίθετο «σοβαρή» δεν υπήρχε στην πρόταση της Επιτροπής. Προστέθηκε στο κείμενο της οδηγίας για την επιστροφή κατά την εξέλιξη της νομοθετικής διαδικασίας κατόπιν βελγικής υποδείξεως το 2008. Βλ., συναφώς, πρόταση του Συμβουλίου η οποία τροποποιήθηκε κατόπιν συζητήσεων της 7ης Φεβρουαρίου 2008, πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, 6541/08, άρθρο 9, παράγραφος 2, του κειμένου της οδηγίας όπως είχε περιληφθεί στην εν λόγω πρόταση και υποσημείωση 52 των παρουσών προτάσεων.


66      Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Zh. και O. (C-554/13, EU:C:2015:94, σημείο 62), και, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, Bouchereau (30/77, EU:C:1977:172, σκέψη 27).


67      Άρθρο 1 της οδηγίας για την επιστροφή.


68      Αιτιολογικές σκέψεις 14 και 6 της οδηγίας για την επιστροφή, αντιστοίχως.


69      Απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Zh. και O. (C-554/13, EU:C:2015:377, σκέψη 50).


70      Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Filev και Osmani (C-297/12, EU:C:2013:569, σκέψη 44).


71      Η απαγόρευση εισόδου ουδέποτε είναι αυτοτελές μέτρο, αλλά πάντοτε συνοδεύει μια απόφαση επιστροφής. Ακόμη και αν δεν εκτελεστεί, η τελευταία απόφαση μπορεί να καταστεί ανίσχυρη βάσει των εθνικών κανόνων περί παραγραφής. Για τον λόγο αυτόν, αμφιβάλλω ως προς το αν απαγόρευση εισόδου επιβληθείσα σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος ουδέποτε εγκατέλειψε το έδαφος του κράτους μέλους μπορεί να είναι «διηνεκής απαγόρευση εισόδου», όπως υποστήριξε ο M. Ouhrami.