Language of document : ECLI:EU:C:2010:534

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 16ης Σεπτεμβρίου 2010 (*)

«Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 96/34/EΚ – Συμφωνία πλαίσιο για τη γονική άδεια – Ερμηνεία της ρήτρας 2.1 της συμφωνίας πλαισίου – Δικαιούχος της γονικής άδειας – Γονική άδεια σε περίπτωση γεννήσεως διδύμων – Έννοια “γέννηση” – Συνυπολογισμός του αριθμού των γεννηθέντων τέκνων – Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως»

Στην υπόθεση C‑149/10,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ που υπέβαλε το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης (Ελλάδα), με απόφαση της 15ης Μαρτίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Μαρτίου 2010, στο πλαίσιο της δίκης

Ζωή Χατζή

κατά

Υπουργού Οικονομικών,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, E. Levits, M. Ilešič, M. Safjan και M. Berger (εισηγήτρια), δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Μαΐου 2010, με την οποία αποφασίστηκε η εκδίκαση της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως με την ταχεία διαδικασία κατά τα άρθρα 23α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 104α, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Ιουλίου 2010,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Απέσσο, E.‑M. Μαμούνα, Γ. Παπαγιάννη και Γ. Παπαδάκη,

–        η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Smolek,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον C. Blaschke,

–        η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την M. Linntam,

–        η Κυπριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη Δ. Καλλή,

–        η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Szpunar και J. Faldyga,

–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τους E. Jenkinson και R. Palmer,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Πατακιά και M. van Beek,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 2.1 της συμφωνίας πλαισίου για τη γονική άδεια, η οποία συνήφθη στις 14 Δεκεμβρίου 1995 (στο εξής: συμφωνία πλαίσιο) και περιέχεται στο παράρτημα της οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES (ΕΕ L 145, σ. 4), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/75/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997 (ΕΕ 1998, L 10, σ. 24, στο εξής: οδηγία 96/34).

2         Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Ζωής Χατζή και του εργοδότη της, Υπουργού Οικονομικών, αναφορικά με την απόφαση του προϊσταμένου της Α΄ Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης (Ελλάδα) να μην της χορηγήσει συμπληρωματική γονική άδεια λόγω γεννήσεως διδύμων.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης

3        Η οδηγία 96/34 θεσπίσθηκε κατά τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική που προσαρτάται στο πρωτόκολλο 14 για την κοινωνική πολιτική, το οποίο, με τη σειρά του, προσαρτάται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας μέσω της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (στο εξής: συμφωνία για την κοινωνική πολιτική).

4        Το πρώτο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, την οποία θέτει σε εφαρμογή η οδηγία 96/34, ορίζει:

«Η συνημμένη συμφωνία πλαίσιο συνιστά δέσμευση της UNICE, της CEEP και της CES να εφαρμόσουν ελάχιστους κανόνες για τη γονική άδεια και την απουσία από την εργασία για λόγους ανωτέρας βίας, ως σημαντικό μέσο συνδυασμού της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής και προαγωγής της ισότητας ευκαιριών και μεταχείρισης μεταξύ των ανδρών και των γυναικών.»

5        Τα σημεία 4 έως 6 και 9 των γενικών εκτιμήσεων της εν λόγω συμφωνίας πλαισίου αναφέρουν τα εξής:

«4.      [Εκτιμώντας] ότι ο Κοινοτικός Χάρτης των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων ορίζει, στο σημείο 16 περί ίσης μεταχείρισης, ότι θα πρέπει να θεσπιστούν μέτρα που να επιτρέπουν στους άνδρες και τις γυναίκες να συνδυάζουν τις επαγγελματικές και τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις,

5.      [Εκτιμώντας] ότι το ψήφισμα του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1994, αναγνωρίζει ότι η ουσιαστική πολιτική ισότητας ευκαιριών προϋποθέτει γενική και ολοκληρωμένη στρατηγική που να επιτρέπει την καλύτερη οργάνωση των ωραρίων εργασίας, μεγαλύτερη ελαστικότητα, καθώς και ευχερέστερη επιστροφή στην επαγγελματική ζωή, και επισημαίνει το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι κοινωνικοί εταίροι στον τομέα αυτό και ιδίως στην προσφορά, στους άνδρες και στις γυναίκες, δυνατότητας συνδυασμού των επαγγελματικών τους ευθυνών και των οικογενειακών τους υποχρεώσεων,

6.      [Εκτιμώντας] ότι τα μέτρα για το συνδυασμό της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής θα πρέπει να ενθαρρύνουν την εισαγωγή νέων ελαστικών τρόπων οργάνωσης εργασίας και χρόνου, περισσότερο προσαρμοσμένων στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της κοινωνίας και που θα πρέπει να λάβουν υπόψη συγχρόνως τις ανάγκες των επιχειρήσεων και εκείνες των εργαζομένων,

9.      [Εκτιμώντας] ότι η παρούσα συμφωνία αποτελεί συμφωνία πλαίσιο που ορίζει τους ελάχιστους κανόνες και διατάξεις για τη γονική άδεια, διαφορετικής της άδειας μητρότητας, και την απουσία από την εργασία για λόγους ανωτέρας βίας και παραπέμπει στα κράτη μέλη και στους κοινωνικούς εταίρους για τη θέσπιση των προϋποθέσεων πρόσβασης και των τρόπων εφαρμογής, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος».

6        Η ρήτρα 1 της συμφωνίας πλαισίου ορίζει:

«1.      Η παρούσα συμφωνία ορίζει τους ελάχιστους κανόνες για τη διευκόλυνση του συνδυασμού των επαγγελματικών και οικογενειακών ευθυνών των εργαζομένων γονέων.

2.      Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους, άνδρες και γυναίκες, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας προσδιοριζόμενη από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος.»

7        Η ρήτρα 2, σημεία 1, 3 και 5, της συμφωνίας πλαισίου ορίζει τα εξής:

«1.       Δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, με την επιφύλαξη της ρήτρας 2, παράγραφος 2, παρέχεται ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας στους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, ώστε να μπορέσουν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό, τουλάχιστον επί τρεις μήνες, μέχρι μιας ορισμένης ηλικίας, η οποία μπορεί να φθάσει μέχρι τα 8 έτη και προσδιορίζεται από τα κράτη μέλη ή/και τους κοινωνικούς εταίρους.

3.      Οι προϋποθέσεις προσβάσεως και οι τρόποι εφαρμογής της γονικής άδειας ορίζονται από τον νόμο ή/και τις συλλογικές συμβάσεις στα κράτη μέλη, τηρώντας τους ελάχιστους κανόνες της παρούσας συμφωνίας. Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν συγκεκριμένα:

α)      να αποφασίζουν αν η γονική άδεια χορηγείται κατά πλήρη χρόνο, κατά μερικό χρόνο, κατά τρόπο αποσπασματικό, ή με τη μορφή χρονικής πίστωσης·

[…]

γ)      να προσαρμόζουν τις προϋποθέσεις πρόσβασης και τους τρόπους εφαρμογής της γονικής άδειας στις ιδιάζουσες περιστάσεις της υιοθεσίας·

[…]

5.      Με τη λήξη της γονικής άδειας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να επανέλθει στη θέση εργασίας του ή, σε περίπτωση αδυναμίας, σε εργασία ισοδύναμη ή ανάλογη σύμφωνη με τη σύμβασή του ή την εργασιακή του σχέση.»

8        Η ρήτρα 4.6 της συμφωνίας πλαισίου ορίζει:

«Με την επιφύλαξη των αντιστοίχων ρόλων της Επιτροπής, των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάθε θέμα σχετικό με την ερμηνεία της παρούσας συμφωνίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα πρέπει, κατά πρώτον, να παραπεμφθεί από την Επιτροπή στα υπογράφοντα μέρη τα οποία θα γνωμοδοτήσουν.»

9        Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/34, τα κράτη μέλη έπρεπε να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για να συμμορφωθούν προς την εν λόγω οδηγία το αργότερο στις 3 Ιουνίου 1998.

 Η εθνική νομοθεσία

10      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι διατάξεις της οδηγίας 96/34 μεταφέρθηκαν σταδιακά στην ελληνική έννομη τάξη.

11      Στα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κυρίας δίκης εφαρμόζεται το άρθρο 53 του νέου Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 3528/2007.

12      Το προαναφερθέν άρθρο 53, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διευκολύνσεις υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις», ορίζει στην παράγραφο 2:

«Ο χρόνος εργασίας του γονέα υπαλλήλου μειώνεται κατά δύο ώρες ημερησίως εφόσον έχει τέκνα ηλικίας έως δύο ετών και κατά μία ώρα, εφόσον έχει τέκνα ηλικίας από δύο έως τεσσάρων ετών. Ο γονέας υπάλληλος δικαιούται εννέα μήνες άδεια με αποδοχές για ανατροφή παιδιού, εφόσον δεν κάνει χρήση του κατά το προηγούμενο εδάφιο μειωμένου ωραρίου […]».

13      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι η ως άνω διάταξη ερμηνεύεται από τις ελληνικές αρχές υπό την έννοια ότι γονέας υπάλληλος δικαιούται γονική αδεία μόνον μέχρις ότου συμπληρώσει το οικείο τέκνο το τέταρτο έτος της ηλικίας του.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

14      Η αιτούσα της κύριας δίκης, Ζωή Χατζή, είναι υπάλληλος της Α΄ Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) Θεσσαλονίκης.

15      Στις 21 Μαΐου 2007 γέννησε δίδυμα τέκνα.

16      Με απόφαση του Προϊσταμένου της Α΄ ΔΟΥ Θεσσαλονίκης της 27ης Ιουνίου 2008, της χορηγήθηκε, κατόπιν αιτήσεώς της, εννεάμηνη γονική άδεια με πλήρεις αποδοχές από 20ής Σεπτεμβρίου 2007.

17      Ακολούθως, υπέβαλε, στις 30 Ιανουαρίου 2009, αίτηση για τη χορήγηση δεύτερης εννεάμηνης γονικής άδειας με πλήρεις αποδοχές από 1ης Μαρτίου 2009, για το δεύτερο εκ των διδύμων τέκνων της. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με απόφαση του Προϊσταμένου της Α΄ ΔΟΥ Θεσσαλονίκης της 14ης Μαΐου 2009.

18      Η Ζωή Χατζή άσκησε αίτηση ακυρώσεως κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

19      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε το 2008 ότι η κύηση υπαλλήλου που καταλήγει σε ταυτόχρονη γέννηση περισσότερων του ενός τέκνων δεν θεμελιώνει δικαίωμα λήψεως τόσων γονικών αδειών, όσες και τα τέκνα που γεννιούνται.

20       Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην οδηγία 96/34 υπό το πρίσμα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), ο οποίος κατέστη νομικά δεσμευτικός αφότου τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη της Λισσαβώνας, την 1η Δεκεμβρίου 2009.

21      Υπό τις περιστάσεις αυτές το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι από την ρήτρα 2.1 της [συμφωνίας πλαισίου], ερμηνευμένη σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του Χάρτη […] για τα δικαιώματα του παιδιού, και ενόψει της βελτίωσης του επιπέδου προστασίας αυτών των δικαιωμάτων που επήλθε με τον Χάρτη […], δημιουργείται παράλληλα και δικαίωμα στη γονική άδεια για το παιδί, ώστε σε περίπτωση που γεννήθηκαν δίδυμα παιδιά η χορήγηση μιας γονικής άδειας να συνιστά παράβαση του άρθρου 21 του Χάρτη […] λόγω δυσμενούς διάκρισης με βάση τη γέννηση και περιορισμό του δικαιώματος των δίδυμων παιδιών μη ανεκτό από την αρχή της αναλογικότητας;

2)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, ο όρος “γέννηση” στη ρήτρα 2.1 της [συμφωνίας πλαισίου] έχει την έννοια ότι δημιουργείται διττό δικαίωμα χορηγήσεως γονικής άδειας στους εργαζόμενους γονείς, βασιζόμενο στο ότι η δίδυμη κύηση καταλήγει σε δύο διαδοχικές γεννήσεις παιδιών (δίδυμα παιδιά) ή ότι η γονική άδεια παρέχεται για μία γέννηση, ανεξάρτητα από το πόσα παιδιά γεννιούνται με αυτή, χωρίς στην τελευταία περίπτωση, να παραβιάζεται η ισότητα ενώπιον του νόμου κατά το άρθρο 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις


 Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει τη συμφωνία πλαίσιο

22      Η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το θεμελιούμενο στο άρθρο 28 του Χάρτη δικαίωμα των κοινωνικών εταίρων να διαπραγματεύονται συλλογικές συμβάσεις, καθώς και το κατοχυρωμένο πλέον στο άρθρο 155 ΣΛΕΕ δικαίωμά τους να συνάπτουν συμβάσεις επί θεμάτων κοινωνικής πολιτικής που μπορούν να εφαρμοσθούν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης με απόφαση του Συμβουλίου, συνεπάγεται ότι οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να καθορίζουν αυτονόμως το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω συμβάσεων, χωρίς να διατρέχουν κίνδυνο να επεκταθεί το πεδίο αυτό πέραν των διατάξεων και του σκοπού της κρίσιμης συμφωνίας.

23      Επισημαίνεται, συναφώς, ότι η σκέψη περί συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων στην ερμηνεία της συμφωνίας πλαισίου διατυπώνεται στη ρήτρα 4.6 αυτής, κατά το γράμμα της οποίας κάθε θέμα σχετικό με την ερμηνεία της εν λόγω συμφωνίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει, κατά πρώτον, να παραπέμπεται από την Επιτροπή στα μέρη τα οποία υπέγραψαν τη συμφωνία, τα οποία διατυπώνουν σχετικώς την άποψή τους. Ερωτηθείσα από το Δικαστήριο εάν τα μέρη τα οποία υπέγραψαν τη συμφωνία πλαίσιο διετύπωσαν την άποψή τους επί των ζητημάτων που τέθηκαν στην παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, η Επιτροπή έδωσε αρνητική απάντηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Διευκρίνισε δε, αφενός, ότι οι περιορισμοί των προθεσμιών της ταχείας διαδικασίας δεν κατέστησαν δυνατή τέτοια διαβούλευση, αφετέρου, ότι μία τέτοια διαβούλευση δεν θα ήταν ούτε αποτελεσματική ούτε εποικοδομητική, δεδομένου ότι τα ζητήματα τα οποία αφορά η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ουδέποτε εξετάσθηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

24      Σε κάθε περίπτωση, όπως ρητώς διευκρινίζεται στη ρήτρα 4.6 της συμφωνίας πλαισίου, η διαβούλευση με τα μέρη που υπέγραψαν την εν λόγω συμφωνία δεν πρέπει να θίγει τις αντίστοιχες αρμοδιότητες της Επιτροπής, των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου.

25      Από την πλευρά του, το Δικαστήριο στηρίζει την αρμοδιότητά του να ερμηνεύει οδηγίες στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ. Η συμφωνία πλαίσιο υπήρξε ασφαλώς αποτέλεσμα διαλόγου που διεξήχθη, βάσει της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική, μεταξύ κοινωνικών εταίρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τέθηκε όμως σε εφαρμογή, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, της συμφωνίας αυτής για την κοινωνική πολιτική, με οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας και αποτελεί επομένως αναπόσπαστο μέρος (βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C‑537/07, Gómez-Limón Sánchez-Camacho, Συλλογή 2009, σ. I‑6525, σκέψη 34).

26      Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει τη συμφωνία πλαίσιο δεν διαφέρει από τη γενικότερη αρμοδιότητά του να αποφαίνεται επί της ερμηνείας άλλων διατάξεων που περιέχονται σε οδηγίες.

 Επί του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας πλαισίου

27      Δεδομένου ότι η Ζωή Χατζή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, πρέπει προκαταρκτικώς να εξακριβωθεί κατά πόσον η οδηγία 96/34 και η προσαρτημένη σε αυτήν συμφωνία πλαίσιο εφαρμόζονται επίσης επί δημοσίων υπαλλήλων.

28      Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι από κανένα στοιχείο των διατάξεων των δύο αυτών πράξεων δεν προκύπτει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής τους.

29      Αντιθέτως, όπως προκύπτει από το γράμμα της ρήτρας 1.2 της συμφωνίας πλαισίου, το πεδίο εφαρμογής αυτής είναι ευρύ καθότι αφορά γενικώς «όλους τους εργαζομένους […] που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας προσδιοριζόμενη από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος». Επιπλέον, η ρήτρα 2.1 της συμφωνίας πλαισίου αναφέρεται σε «εργαζόμενους», χωρίς να προβαίνει σε διάκριση αναλόγως του αν ο εργοδότης τους υπάγεται στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, και επομένως καλύπτει το σύνολο των εργαζομένων [σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία περιέχεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/EΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ L 175, σ. 43), βλ. αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, C‑212/04, Αδενέλερ κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I-6057, σκέψεις 54 επ., καθώς και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑180/04, Vassallo, Συλλογή 2006, σ. I-7251, σκέψη 32].

30      Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται επίσης από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από το πρώτο εδάφιο του προοιμίου και από το σημείο 4 των γενικών εκτιμήσεων της συμφωνίας πλαισίου, σκοπός αυτής είναι, μεταξύ άλλων, να προαγάγει την ίση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την απασχόληση και την εργασία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, η οποία εμπίπτει στις κοινωνικές διατάξεις της Συνθήκης, έχει γενικό περιεχόμενο και εφαρμόζεται στις εργασιακές σχέσεις στον δημόσιο τομέα (βλ., συναφώς, απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1997, C‑1/95, Gerster, Συλλογή 1997, σ. I‑5253, σκέψη 18, και της 11ης Ιανουαρίου 2000, C‑285/98, Kreil, Συλλογή 2000, σ. I-69, σκέψη 18).

 Επί του πρώτου ερωτήματος

31      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί εάν η ρήτρα 2.1 της συμφωνίας πλαισίου μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απονέμει στο τέκνο ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας και ότι, κατά συνέπεια, η άρνηση χορηγήσεως δεύτερης γονικής άδειας σε περίπτωση γεννήσεως διδύμων προσβάλλει τα δικαιώματα που αντλούν τα δίδυμα τέκνα από την έννομη τάξη της Ένωσης.

32      Όπως επεσήμαναν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεδομένων τόσο του γράμματος της συμφωνίας πλαισίου, όσο και του σκοπού της, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο εν λόγω ερώτημα.

33      Ειδικότερα, η ρήτρα 2.1 της συμφωνίας πλαισίου ορίζει ρητώς ότι παρέχεται ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας «στους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες». Ομοίως, όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας πλαισίου, η ρήτρα 1.2 της εν λόγω συμφωνίας διευκρινίζει ότι αυτή εφαρμόζεται «σε όλους τους εργαζομένους, άνδρες και γυναίκες, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας».

34      Από το γράμμα αυτό προκύπτει σαφώς ότι φορείς του δικαιώματος γονικής άδειας είναι οι γονείς υπό την ιδιότητά τους ως εργαζόμενοι και μόνον αυτοί.

35      Τη γραμματική αυτή ερμηνεία ενισχύει ο σκοπός της γονικής άδειας.

36      Συγκεκριμένα, κατά τη ρήτρα 1.1 της συμφωνίας πλαισίου, η γονική άδεια αποσκοπεί στη «διευκόλυνση του συνδυασμού των επαγγελματικών και οικογενειακών ευθυνών των εργαζομένων γονέων», σκοπός που, όπως υπενθυμίζεται στο σημείο 4 των γενικών εκτιμήσεων της εν λόγω συμφωνίας, ετάχθη με το σημείο 16 του Κοινοτικού Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων, ο οποίος υιοθετήθηκε κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε στο Στρασβούργο στις 9 Δεκεμβρίου 1989.

37      Το δικαίωμα γονικής άδειας περιελήφθη για τον ίδιο ακριβώς σκοπό, στο άρθρο 33, παράγραφος 2, του Χάρτη, μεταξύ των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων του κεφαλαίου IV, υπό τον τίτλο «Αλληλεγγύη».

38      Το άρθρο 24 του Χάρτη, στο οποίο αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, δεν αναιρεί την ως άνω ανάλυση.

39      Το εν λόγω άρθρο, το οποίο περιλαμβάνεται στο υπό τον τίτλο «Ισότητα» κεφάλαιο III του Χάρτη, ορίζει ότι τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους. Εντούτοις, το δικαίωμα αυτό στην προστασία και τη φροντίδα δεν συνεπάγεται απαραιτήτως την αναγνώριση, υπέρ των παιδιών αυτών, ατομικού δικαιώματος λήψεως γονικής άδειας εκ μέρους των γονέων τους. Αρκεί το γεγονός ότι τέτοιο δικαίωμα απονέμεται στους ίδιους τους γονείς. Ειδικότερα, αυτοί φέρουν το δικαίωμα και, συγχρόνως, την υποχρέωση ανατροφής των τέκνων τους και μπορούν, προς τούτο, να αποφασίζουν ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για την εκπλήρωση των οικογενειακών τους υποχρεώσεων, επιλέγοντας ή μη να λάβουν γονική άδεια.

40      Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η ρήτρα 2.1 της συμφωνίας πλαισίου δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απονέμει στο τέκνο ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

41      Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί ουσιαστικώς να διευκρινιστεί εάν η ρήτρα 2.1 της συμφωνίας πλαισίου μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η δίδυμη κύηση θεμελιώνει δικαίωμα λήψεως τόσων γονικών αδειών, όσα και τα τέκνα που γεννιούνται, ή εάν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τέτοια κύηση δημιουργεί, όπως και στην περίπτωση απλής κυήσεως, δικαίωμα λήψεως μιας μόνον γονικής άδειας.

42      Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και τα συμφραζόμενά της καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2006, C‑306/05, SGAE, Συλλογή 2006, σ. I‑11519, σκέψη 34, και της 19ης Νοεμβρίου 2009, C‑402/07 και C‑432/07, Sturgeon κ.λπ., μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σ. I‑6857, σκέψη 41).

43      Επιπλέον, βάσει γενικής ερμηνευτικής αρχής, μια κοινοτική πράξη πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο ώστε να μη θίγεται το κύρος της και σύμφωνα με το σύνολο του πρωτογενούς δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 22ας Μαΐου 2008, C‑361/06, Feinchemie Schwebda και Bayer CropScience, Συλλογή 2008, σ. I‑3865, σκέψεις 49 και 50, καθώς και Sturgeon κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψεις 47 και 48), ειδικότερα δε με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

44      Η νομολογία αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί σε συμφωνίες οι οποίες, όπως και η συμφωνία πλαίσιο, τέθηκαν σε εφαρμογή με οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας και αποτελούν επομένως αναπόσπαστο μέρος (βλ. σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως).

 Επί του γράμματος της ρήτρας 2.1 της συμφωνίας πλαισίου

45      Κατά τη ρήτρα 2.1 της συμφωνίας πλαισίου οι εργαζόμενοι, άνδρες και γυναίκες, έχουν «ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας […] λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, ώστε να μπορέσουν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό, τουλάχιστον επί τρεις μήνες». Το γράμμα του άρθρου 33, παράγραφος 2, του Χάρτη είναι παρεμφερές, καθόσον ορίζει ειδικότερα ότι «κάθε πρόσωπο […] έχει δικαίωμα […] γονικής άδειας μετά τη γέννηση ή την υιοθεσία παιδιού».

46      Η Κυπριακή Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρούν ότι η χρήση ενικού αριθμού («γέννησης […] παιδιού», «ώστε να μπορέσουν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό») υποδηλώνει ότι ο εργαζόμενος δικαιούται χωριστή γονική άδεια για κάθε επιμέρους τέκνο.

47      Κατά την Κυπριακή Κυβέρνηση, η ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία αποφασιστικό κριτήριο για τη θεμελίωση δικαιώματος γονικής άδειας είναι το παιδί και όχι η γέννηση, επιβεβαιώνεται στην απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, C-519/03, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2005, σ. I-3067, σκέψη 47), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η διατύπωση ότι η γονική άδεια χορηγείται «λόγω της γέννησης» παιδιού αντικατοπτρίζει απλώς το γεγονός ότι η χορήγηση γονικής άδειας εξαρτάται από το αν το παιδί έχει γεννηθεί.

48      Η προτεινόμενη αυτή γραμματική ερμηνεία δεν είναι απαλλαγμένη αμφιβολιών.

49      Ειδικότερα, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι η χρήση ενικού αριθμού στη ρήτρα 2.1 της συμφωνίας πλαισίου δεν έχει αριθμητική, αλλά γενική σημασία, και ότι ο ενικός αυτός αριθμός δεν καθιερώνει συσχέτιση μεταξύ αριθμού τέκνων και αριθμού γονικών αδειών, αλλά καθορίζει το σύνολο των παιδιών ως κατηγορία προσώπων για τα οποία μπορεί να παρασχεθεί δικαίωμα γονικής άδειας.

50      Όσον αφορά το περιεχόμενο της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, από τη σκέψη 47 της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι, ερμηνεύοντας τη ρήτρα 2.1 της συμφωνίας πλαισίου υπό την έννοια ότι η χορήγηση γονικής άδειας εξαρτάται όχι από τη γέννηση αλλά από την προϋπόθεση ότι έχει γεννηθεί το παιδί, το Δικαστήριο θέλησε να τονίσει ότι το δικαίωμα γονικής άδειας δεν συνδέεται με την ημερομηνία γεννήσεως και ότι δεν απαιτείται να έχει γεννηθεί το παιδί μετά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 96/34 στο οικείο κράτος μέλος. Επομένως, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της χρονικής εφαρμογής της οδηγίας 96/34 και όχι επί του ζητήματος κατά πόσον, σε περίπτωση πολλαπλού τοκετού, πρέπει να χορηγούνται τόσες γονικές άδειες, όσες τα τέκνα που γεννιούνται.

51      Διαπιστώνεται, επομένως, ότι, όσον αφορά την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο εν λόγω ερώτημα, το γράμμα της ρήτρας 2.1, της συμφωνίας πλαισίου είναι διφορούμενο και δεν επιτρέπει, ως έχει, να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.

52      Επομένως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σκοπός της ρυθμίσεως στην οποία εντάσσεται η εν λόγω διάταξη.

 Επί του περιεχομένου και των σκοπών της οδηγίας 96/34

53      Από τη ρήτρα 2.1 της συμφωνίας πλαισίου προκύπτει ότι σκοπός της γονικής άδειας είναι να μπορέσουν οι γονείς να ασχοληθούν με το παιδί τους.

54      Η Κυπριακή Κυβέρνηση εκτιμά ότι η γονική άδεια συνδέεται με την ικανότητα του γονέα να αφιερωθεί πλήρως στο τέκνο. Σε περίπτωση διδύμων τέκνων, το καθήκον ενασχόλησης με κάθε παιδί δικαιολογεί επομένως τη χορήγηση αυτοτελούς περιόδου για κάθε ένα εξ αυτών.

55      Την ανάλυση αυτή αμφισβητούν η Ελληνική, η Τσεχική, η Γερμανική, η Εσθονική και η Πολωνική Κυβέρνηση, κατά τις οποίες ο σκοπός της γονικής άδειας δεν επηρεάζεται από τον αριθμό των τέκνων με τα οποία πρέπει να ασχοληθεί ο γονέας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Κατά την άποψή τους, στην περίπτωση διδύμων, ο οικείος γονέας οφείλει να ανταποκρίνεται άμεσα και ταυτόχρονα στις ανάγκες τους. Δεδομένου ότι η διαφορά μεταξύ της καταστάσεως γονέα διδύμων και εκείνης γονέα ενός μόνον τέκνου έγκειται στην ένταση απλώς των προς εκπλήρωση καθηκόντων και όχι στη διάρκειά τους, δεν δικαιολογείται διπλασιασμός της γονικής άδειας.

56      Όπως προκύπτει από το πρώτο εδάφιο του προοιμίου και του σημείου 5 των γενικών εκτιμήσεών της, η συμφωνία πλαίσιο για τη γονική άδεια αποτελεί δέσμευση των κοινωνικών εταίρων να λάβουν, διαμορφώνοντας ένα βασικό πλαίσιο κανόνων, μέτρα που προάγουν την ισότητα ευκαιριών και μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών προσφέροντάς τους τη δυνατότητα να συνδυάσουν τις επαγγελματικές και οικογενειακές τους υποχρεώσεις (απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2009, C-116/08, Meerts, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 35).

57      Με την προοπτική αυτή, η συμφωνία πλαίσιο παρέχει στους νέους γονείς τη δυνατότητα να διακόψουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα προκειμένου να αφοσιωθούν στις οικογενειακές τους υποχρεώσεις, παρέχοντάς τους παράλληλα την κατοχυρωμένη στη ρήτρα 2.5 της εν λόγω συμφωνίας διασφάλιση ότι, με τη λήξη της αδείας, θα επανέλθουν στη θέση εργασίας τους. Κατά τη διάρκεια ενός χρονικού διαστήματος, το οποίο καθορίζεται ελεύθερα από κάθε κράτος μέλος τηρουμένου του κανόνα περί ελάχιστης τρίμηνης διάρκειας και σύμφωνα με λεπτομέρειες που επαφίενται στην εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, οι νέοι γονείς έχουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα να παρέχουν στο παιδί τους τη φροντίδα που απαιτεί η ηλικία του και να λαμβάνουν μέτρα για την οργάνωση της οικογενειακής ζωής ενόψει της επιστροφής τους στην επαγγελματική ζωή.

58      Όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσον, υπό το πρίσμα του εν λόγω σκοπού, οι γονείς διδύμων πρέπει να είναι σε θέση να ζητούν τόσες γονικές άδειες, όσες και τα τέκνα που γεννιούνται, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως παρατήρησαν η Ελληνική, η Τσεχική, η Γερμανική, η Εσθονική και η Πολωνική Κυβέρνηση, τα αυξημένα βάρη στα οποία πρέπει να αντεπεξέλθουν οι γονείς διδύμων είναι ποσοτικής φύσεως, υπό την έννοια ότι πρέπει να ικανοποιούν συγχρόνως τις ανάγκες δύο παιδιών, η πρόσθετη όμως αυτή προσπάθεια δεν παρατείνεται χρονικά, δεδομένου ότι, καταρχήν, τα δίδυμα διανύουν ταυτόχρονα τα ίδια στάδια αναπτύξεως.

59      Προκύπτει, επομένως, ότι τυχόν διπλασιασμός της διάρκειας της γονικής άδειας δεν συνιστά απαραιτήτως το μόνο κατάλληλο μέτρο στο οποίο μπορούν να προσφεύγουν τα κράτη μέλη προκειμένου να διευκολύνουν τον συνδυασμό της οικογενειακής και της επαγγελματικής ζωής των γονέων διδύμων, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνολικό σύστημα στο οποίο εντάσσονται τα μέτρα που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των περιορισμών που υφίστανται οι γονείς αυτοί.

60      Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι, επειδή η συμφωνία πλαίσιο θέτει απλώς ένα κατώτατο όριο προδιαγραφών και παρέχει στα κράτη μέλη ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την πρακτική εφαρμογή της γονικής άδειας, τα εθνικά μέτρα μεταφοράς διαφέρουν αισθητά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο.

61      Υπό τις συνθήκες αυτές διαπιστώνεται ότι, λαμβανομένων υπόψη του σκοπού που επιδιώκει η συμφωνία πλαίσιο και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται, η ρήτρα 2.1 της εν λόγω συμφωνίας δεν επιβάλλει, σε περίπτωση γεννήσεως διδύμων, την αυτόματη αναγνώριση δικαιώματος τόσων γονικών αδειών, όσες τα τέκνα που γεννιούνται.

62      Επιβάλλεται πάντως να εξεταστούν ενδεχόμενες συνέπειες στην περίπτωση γονέων διδύμων τέκνων υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

 Επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως

63      Η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης και της οποίας ο θεμελιώδης χαρακτήρας κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 του Χάρτη, αποκτά, όσον αφορά την υλοποίηση του δικαιώματος γονικής άδειας, ακόμα μεγαλύτερη σημασία δεδομένου του θεμελιώδους χαρακτήρα που προσδίδει στο κοινωνικό αυτό δικαίωμα το άρθρο 33, παράγραφος 2, του Χάρτη.

64      Η αρχή αυτή επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2008, C‑164/07, Wood, Συλλογή 2008, σ. I-4143, σκέψη 13, καθώς και Sturgeon κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 48).

65      Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι γονείς διδύμων βρίσκονται σε κατάσταση συγκρίσιμη με αυτήν των γονέων που έχουν παιδιά με μικρή διαφορά ηλικίας μεταξύ τους, δεδομένου ότι ανατρέφουν όλοι ταυτόχρονα τα παιδιά τους. Επομένως, οι γονείς διδύμων θα έπρεπε να δικαιούνται, ακριβώς όπως και οι γονείς τέκνων με μικρή διαφορά ηλικίας μεταξύ τους, αυτοτελή γονική άδεια για κάθε τέκνο.

66      Εντούτοις, το κριτήριο συγκρίσεως που χρησιμοποιεί η Επιτροπή αναδεικνύει τη δυσκολία καθορισμού της ομάδας ατόμων με τα οποία μπορούν να συγκριθούν οι γονείς διδύμων. Ειδικότερα, το κριτήριο αυτό στηρίζεται σε ένα ποσοτικά δυσχερώς προσδιορίσιμο στοιχείο, ήτοι αυτό της «μικρής διαφοράς ηλικίας».

67      Εξάλλου, καίτοι δεν αμφισβητείται ότι το καθήκον ανατροφής διδύμων συνεπάγεται μεγαλύτερη προσπάθεια και, επομένως, δεν συγκρίνεται με τη φροντίδα ενός μόνον παιδιού, εντούτοις δεν μπορεί επίσης να παραβλεφθεί το γεγονός ότι τα δίδυμα μεγαλώνουν και αναπτύσσονται παράλληλα και, κατά συνέπεια, ότι το καθήκον ανατροφής τους δεν είναι απαραιτήτως συγκρίσιμο με εκείνο της ανατροφής παιδιών διαφορετικής ηλικίας.

68      Υπό τις συνθήκες αυτές διαπιστώνεται ότι οι γονείς διδύμων βρίσκονται σε ειδική κατάσταση, η οποία πρέπει να λαμβάνεται κατά πρώτο λόγο υπόψη από τον εθνικό νομοθέτη, οσάκις θεσπίζει μέτρα μεταφοράς της οδηγίας 96/34.

69      Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί εκ νέου ότι, όπως υπενθυμίζουν οι ρήτρες της 1.1 και 2.1, η συμφωνία πλαίσιο δεν ορίζει παρά μόνον ελάχιστους κανόνες. Πέραν της διάρκειας της γονικής άδειας, την οποία μπορούν να καθορίζουν ελεύθερα τηρώντας μόνον το ελάχιστο όριο των τριών μηνών, τα κράτη μέλη έχουν πλήρη διακριτική ευχέρεια ως προς τον καθορισμό των προϋποθέσεων προσβάσεως και τους τρόπους εφαρμογής της άδειας αυτής. Η ρήτρα 2.3 της συμφωνίας πλαισίου παραπέμπει συναφώς στο νόμο ή/και στις συλλογικές συμβάσεις στα κράτη μέλη, η δε παραπομπή αυτή δικαιολογείται, κατά το σημείο 9 των γενικών εκτιμήσεων της συμφωνίας πλαισίου, από την ανάγκη να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος.

70      Τα κράτη μέλη μπορούν επομένως να καθορίζουν, τηρώντας το ελάχιστο όριο των τριών μηνών που επιβάλλει η συμφωνία πλαίσιο για τη διάρκεια της γονικής άδειας, τις χρονικές προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες μπορεί να ληφθεί η γονική άδεια. Η διακριτική αυτή ευχέρεια συνεπάγεται ειδικότερα ότι, οσάκις αποφασίζουν να καθιερώσουν γονική άδεια μεγαλύτερης διάρκειας σε σχέση με το προβλεπόμενο από τη συμφωνία πλαίσιο ελάχιστο όριο, τα κράτη μέλη μπορούν να υιοθετούν ειδικές ρυθμίσεις για την περίπτωση διαδοχικών γεννήσεων τέκνων.

71      Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο εθνικός νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο χειρισμών κατά τον καθορισμό του καθεστώτος γονικής άδειας που εφαρμόζεται σε γονείς διδύμων, επιτρέποντας στους γονείς αυτούς να τύχουν μεταχειρίσεως η οποία λαμβάνει προσηκόντως υπόψη τις ειδικές ανάγκες τους.

72      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι, γενικώς, μια αισθητά μεγαλύτερη άδεια από την προβλεπόμενη από τη συμφωνία πλαίσιο ελάχιστη διάρκεια και μια ορισμένη ευελιξία των γονέων να λαμβάνουν την άδεια αυτή αναλόγως με την ηλικία του παιδιού μπορούν να διευκολύνουν την αντιμετώπιση των αυξημένων βαρών που συνδέονται με την ανατροφή των διδύμων. Ομοίως, τρόποι εφαρμογής οι οποίοι, σύμφωνα με το σημείο 6 των γενικών εκτιμήσεων της συμφωνίας πλαισίου, ενθαρρύνουν νέους ελαστικούς τρόπους οργανώσεως της εργασίας μπορούν να διευκολύνουν τον συνδυασμό των απαιτήσεων της επαγγελματικής ζωής και των ειδικών περιορισμών που ενέχει η ανατροφή των διδύμων.

73      Πάντως, είναι επίσης δυνατόν να σχεδιασθούν και να ληφθούν και άλλα μέτρα, ικανά να ανταποκριθούν στις ειδικές ανάγκες των γονέων διδύμων, όπως έμπρακτη βοήθεια, παραδείγματος χάρη υπό τη μορφή δικαιώματος προσβάσεως σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, ή χρηματική στήριξη υπό τη μορφή, μεταξύ άλλων, ειδικών παροχών που διευκολύνουν την ελεύθερη επιλογή του τρόπου φροντίδας.

74      Εναπόκειται στον εθνικό δικαστή, ο οποίος είναι ο μόνος αρμόδιος να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς που υποβάλλεται στην κρίση του, να διαπιστώσει κατά πόσον η συνολική εθνική νομοθεσία παρέχει επαρκείς δυνατότητες για την αντιμετώπιση, σε μια περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, των ειδικών αναγκών που έχουν οι γονείς διδύμων στην επαγγελματική και οικογενειακή τους ζωή.

75      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθεισών σκέψεων, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η ρήτρα 2.1, της συμφωνίας πλαισίου δεν έχει την έννοια ότι η γέννηση διδύμων θεμελιώνει δικαίωμα τόσων γονικών αδειών, όσα τα τέκνα που γεννιούνται. Σε κάθε περίπτωση, υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η ρήτρα αυτή επιβάλλει στον εθνικό νομοθέτη να καθιερώσει σύστημα γονικής άδειας το οποίο, αναλόγως με την υφιστάμενη στο οικείο κράτος μέλος κατάσταση, εξασφαλίζει στους γονείς διδύμων μεταχείριση λαμβάνουσα προσηκόντως υπόψη τις ειδικές τους ανάγκες. Εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να διαπιστώσει κατά πόσον η εθνική νομοθεσία ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή και να προσδώσει, ενδεχομένως, στην εν λόγω εθνική νομοθεσία μια –κατά το μέτρο του δυνατού– σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία.

 Επί των δικαστικών εξόδων

76      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Η ρήτρα 2.1 της συμφωνίας πλαισίου για τη γονική άδεια, η οποία συνήφθη στις 14 Δεκεμβρίου 1995 και περιέχεται στο παράρτημα της οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/75/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απονέμει στο τέκνο ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας.

2)      Η ρήτρα 2.1 της προαναφερθείσας συμφωνίας πλαισίου δεν έχει την έννοια ότι η γέννηση διδύμων θεμελιώνει δικαίωμα τόσων γονικών αδειών, όσα τα τέκνα που γεννιούνται. Σε κάθε περίπτωση, υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η ρήτρα αυτή επιβάλλει στον εθνικό νομοθέτη να καθιερώσει σύστημα γονικής άδειας το οποίο, αναλόγως με την υφιστάμενη στο οικείο κράτος μέλος κατάσταση, εξασφαλίζει στους γονείς διδύμων μεταχείριση λαμβάνουσα προσηκόντως υπόψη τις ειδικές τους ανάγκες. Εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να διαπιστώσει κατά πόσον η εθνική νομοθεσία ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή και να προσδώσει, ενδεχομένως, στην εν λόγω εθνική νομοθεσία μια –κατά το μέτρο του δυνατού– σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.