Language of document : ECLI:EU:C:2011:107

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 3ης Μαρτίου 2011(1)

Υπόθεση C‑506/08 P

Βασίλειο της Σουηδίας

υποστηριζόμενο από
το Βασίλειο της Δανίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών
και τη Δημοκρατία της Φινλανδίας

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

υποστηριζόμενης από
την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τη Γαλλική Δημοκρατία, καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας

«Αίτηση αναιρέσεως – Πρόσβαση σε έγγραφα –Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001– Άρνηση παροχής προσβάσεως – Εξαίρεση χάριν της προστασίας της διαδικασίας λήψεως αποφάσεως – Εξαίρεση χάριν της προστασίας των ένδικων διαδικασιών και της παροχής νομικών συμβουλών – Υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση του εγγράφου – Έγγραφα σχετικά με τις αποφάσεις της Επιτροπής για συγκεντρώσεις επιχειρήσεων – Απόκτηση της First Choice plc από την Airtours plc»





I –    Εισαγωγή

1.        Κατά το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 10, παράγραφος 3, ΣΕΕ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι αποφάσεις λαμβάνονται με τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια. Προς τούτο παρέχεται δικαίωμα προσβάσεως σε έγγραφα κατά το άρθρο 15, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 255 ΕΚ), το άρθρο 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον κανονισμό (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (2).

2.        Έχει όμως η Επιτροπή την υποχρέωση να αποκαλύπτει το περιεχόμενο εσωτερικών συζητήσεων για τις συνέπειες μιας ήττας ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, συγκεκριμένα την ήττα της στην υπόθεση Airtours (3); Ή μια τέτοια διαφάνεια θα έβλαπτε τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής; Αυτό το ερώτημα τίθεται στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση T-403/05 (4).

3.        Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τη Γερμανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, επικαλείται την προστασία εσωτερικών διαβουλεύσεων, καθώς και την προστασία της παροχής νομικών συμβουλών, για να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό ως εμπιστευτικών των σχετικών συζητήσεων. Αντιθέτως, η Σουηδία, μαζί με τη Δανία, τις Κάτω Χώρες και τη Φινλανδία, επιθυμούν οι εξαιρέσεις από την αρχή της διαφάνειας να επιτρέπονται μόνον όταν αποδεικνύεται συγκεκριμένη βλάβη αυτών των προστατευομένων αγαθών.

II – Το νομικό πλαίσιο

4.        Ο κανονισμός 1049/2001 θέτει τις αρχές, τις προϋποθέσεις και τα όρια του προβλεπόμενου στο άρθρο 255 ΕΚ δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα αυτών των θεσμικών οργάνων.

5.        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, αυτού του κανονισμού έχει ως εξής:

«Κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την έδρα του σε ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα των θεσμικών οργάνων, υπό την επιφύλαξη των αρχών, όρων και περιορισμών που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.»

6.        Το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1049/2001 ορίζει τα εξής:

«(2)      Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σ’ ένα έγγραφο, η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία:

–      […]

–      των δικαστικών διαδικασιών και της παροχής νομικών συμβουλών,

–      του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου,

εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.

(3)      Προκειμένου περί εγγράφου που συντάχθηκε από ένα θεσμικό όργανο για εσωτερική χρήση ή που έχει παραληφθεί από ένα θεσμικό όργανο, και το οποίο σχετίζεται με θέμα επί του οποίου δεν έχει αποφασίσει, το εν λόγω θεσμικό όργανο αρνείται την πρόσβαση εάν η γνωστοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά την οικεία διαδικασία λήψης αποφάσεων, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.

Ένα θεσμικό όργανο αρνείται την πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν απόψεις για εσωτερική χρήση, ως μέρος συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός του σχετικού θεσμικού οργάνου, ακόμη και αφού έχει ληφθεί η απόφαση, εάν η γνωστοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά την οικεία διαδικασία λήψεως αποφάσεων, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.»

7.        Παράλληλα, πρέπει να επισημανθεί το δίκαιο που διέπει τη σχετική με τον έλεγχο των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων διαδικασία. Το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (5), προβλέπει δικαίωμα προσβάσεως στο φάκελο:

«Η Επιτροπή βασίζει τις αποφάσεις της μόνο στις αιτιάσεις επί των οποίων οι ενδιαφερόμενοι μπόρεσαν να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους. Τα δικαιώματα αμύνης των ενδιαφερομένων διασφαλίζονται πλήρως κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας. Η πρόσβαση στο φάκελο είναι ελεύθερη τουλάχιστον για τα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη, χωρίς να αγνοείται το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων να τηρείται το επαγγελματικό τους απόρρητο.»

8.        Το άρθρο 17, παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) 802/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 του Συμβουλίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (6) αποκλείει πάντως από την πρόσβαση στον φάκελο έγγραφα εσωτερικής χρήσεως της Επιτροπής.

«Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες και τα έγγραφα εσωτερικής χρήσης της Επιτροπής ή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Επίσης το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει την αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών ή μεταξύ των τελευταίων.»

9.        Όμοια διατύπωση είχε η προγενέστερη ρύθμιση, ήτοι το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 447/98 της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 1998, σχετικά με τις κοινοποιήσεις, τις προθεσμίες και τις ακροάσεις που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 4064/89 (7), που είχε εφαρμογή στη διαδικασία Airtours/First Choice:

«Δεν επιτρέπεται η ανακοίνωση ή η πρόσβαση σε πληροφορίες, περιλαμβανομένων των εγγράφων, εφόσον αποτελούν επαγγελματικό απόρρητο προσώπου ή επιχειρήσεως, περιλαμβανομένων των κοινοποιούντων μερών, λοιπών εμπλεκομένων μερών ή τρίτων, ή σε άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες, η αποκάλυψη των οποίων δεν κρίνεται από την Επιτροπή απαραίτητη για τους σκοπούς της διαδικασίας, ή σε πληροφορίες που περιέχονται σε εσωτερικά έγγραφα των αρχών.»

III – Τα περιστατικά

10.      Από την απόφαση του Πρωτοδικείου προκύπτουν τα όπως παρατίθενται ακολούθως περιστατικά.

11.      Με την απόφαση της 6ης Ιουνίου 2002, Airtours κατά Επιτροπής (8), το Πρωτοδικείο ακύρωσε μια απόφαση της Επιτροπής, ως αρμόδιας για τον έλεγχο συγκεντρώσεων επιχειρήσεων αρχής, με την οποία αυτή απαγόρευσε στην οργανώτρια ταξιδιών Airtours plc, νυν MyTravel Group plc (στο εξής: MyTravel) να αποκτήσει την ανταγωνίστρια επιχείρηση First Choice.

12.      Μετά την απόφαση Airtours, η Επιτροπή συνέστησε ομάδα εργασίας από υπαλλήλους της Γενικής Διευθύνσεως (ΓΔ) Ανταγωνισμού και της Νομικής Υπηρεσίας, προκειμένου να εξεταστεί η σκοπιμότητα ασκήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής και να εκτιμηθούν οι συνέπειές της επί των διαδικασιών που εφαρμόζονται στον έλεγχο των συγκεντρώσεων ή σε άλλους τομείς. Η έκθεση της ομάδας εργασίας υποβλήθηκε στο αρμόδιο για θέματα ανταγωνισμού μέλος της Επιτροπής στις 25 Ιουλίου 2002, πριν από την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως. Αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε.

13.      Στις 18 Ιουνίου 2003, η MyTravel άσκησε αγωγή, τελικώς χωρίς επιτυχία (9), με την οποία ζήτησε αποκατάσταση της ζημίας που προέβαλλε ότι υπέστη από τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε και αξιολόγησε την πράξη συγκεντρώσεως μεταξύ της Airtours και της First Choice.

14.      Ενώ εκκρεμούσε ακόμη αυτή η αγωγή, η προσφεύγουσα ζήτησε με έγγραφο της 23ης Μαΐου 2005 από την Επιτροπή, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001, να της επιτρέψει την πρόσβαση σε διάφορα έγγραφα. Τα έγγραφα αυτά ήταν η έκθεση της ομάδας εργασίας (στο εξής: έκθεση), τα σχετικά με την κατάρτιση της εκθέσεως αυτής έγγραφα (στο εξής: έγγραφα εργασίας), καθώς και τα έγγραφα που περιέχονται στον φάκελο της υποθέσεως Airtours/First Choice, επί των οποίων στηρίχθηκε η έκθεση ή τα οποία μνημονεύονται σε αυτήν (στο εξής: λοιπά εσωτερικά έγγραφα).

15.      Η Επιτροπή έλαβε απόφαση με έγγραφο της 5ης Σεπτεμβρίου 2005 (D[2005] 8461) (στο εξής πρώτη απόφαση) για την έκθεση και τα έγγραφα εργασίας και με έγγραφο της 12ης Οκτωβρίου 2005 [D[2005] 9763) (στο εξής δεύτερη απόφαση) για τα λοιπά εσωτερικά έγγραφα.

16.      Με την πρώτη απόφαση, η Επιτροπή επικαλείται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1049/2001 για να δικαιολογήσει την άρνηση της προσβάσεως στο σύνολο της εκθέσεως και σε ορισμένα έγγραφα εργασίας (σημεία I.3, II και παράρτημα με τίτλο «Κατάλογος των “εγγράφων εργασίας»). Διευκρινίζει ότι η έκθεση αποτελεί εσωτερικό έγγραφο, το οποίο εκφράζει τη γνώμη των υπηρεσιών της Επιτροπής ως προς τη δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως Airtours του Πρωτοδικείου και επανεξετάσεως των διαδικασιών σύμφωνα με τις οποίες διεξάγονται οι έρευνες σε περιπτώσεις συγκεντρώσεως από τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Κατά την Επιτροπή, η δημοσιοποίησή της θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψεως των αποφάσεών της, καθόσον η ελευθερία της γνώμης των συντακτών τέτοιων εγγράφων θα απειλούνταν, αν αυτοί έπρεπε, κατά τη σύνταξη των εγγράφων αυτών, να λαμβάνουν υπόψη το ενδεχόμενο δημοσιοποιήσεως των εκτιμήσεών τους, και μάλιστα μετά από την έκδοση αποφάσεως που θα έχει ληφθεί βάσει των εκτιμήσεών τους.

17.      Με τη δεύτερη απόφαση, η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1049/2001 και το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του εν λόγω κανονισμού για να στηρίξει την άρνηση προσβάσεως στα ακόλουθα έγγραφα:

–        τα έγγραφα που σχετίζονται με την απόφαση κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 4064/89, με την κοινοποίηση των αιτιάσεων και με την τελική απόφαση στην υπόθεση Airtours/First Choice (στο εξής: σχέδια κειμένου) (σημείο II.6 και έγγραφα μνημονευόμενα στο σημείο 6 του πρώτου παραρτήματος της δεύτερης αποφάσεως), καθόσον πρόκειται για εσωτερικά προπαρασκευαστικά έγγραφα των οποίων η δημοσιοποίηση θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων σε σχέση με τον έλεγχο των συγκεντρώσεων·

–        τα υπομνήματα του γενικού διευθυντή της ΓΔ Ανταγωνισμού που απευθύνονται προς τον αρμόδιο για θέματα ανταγωνισμού επίτροπο (στο εξής: υπομνήματα προς τον επίτροπο) (σημείο II.1 και έγγραφα αναφερόμενα ως 1.1 έως 1.8 στο πρώτο παράρτημα της δεύτερης αποφάσεως), κατά το μέρος που περιέχουν απόψεις για εσωτερική χρήση, προοριζόμενες για την προετοιμασία της αποφάσεως Airtours/First Choice της Επιτροπής, και που η δημοσιοποίησή τους θα περιόριζε την ικανότητα της ΓΔ Ανταγωνισμού να εκφράζει την άποψή της, καθώς και την ικανότητα των μελών της Επιτροπής να εκδώσουν πλήρως αιτιολογημένη απόφαση. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ανάλυση αυτή δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι η απόφαση Airtours της Επιτροπής έχει ήδη εκδοθεί, δεδομένου ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων αυτών θα μπορούσε να συνεχίσει να επηρεάζει τη διαδικασία λήψεως των αποφάσεών της όσον αφορά παρόμοιες αποφάσεις (για παράδειγμα, η άρνηση κοινοποιήσεως της ανακοινώσεως των αιτιάσεων στην υπόθεση EMI/Time Warner προστάτευσε την Επιτροπή από εξωτερικές πιέσεις όταν επελήφθη της υποθέσεως BMG/Sony, η οποία αφορούσε τον ίδιο κλάδο)·

–        τα υπομνήματα που απευθύνει η ΓΔ Ανταγωνισμού προς άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένης της Νομικής Υπηρεσίας, για να διαβιβάσει και να ζητήσει τη γνώμη των παραληπτών επί των σχεδίων εγγράφων (στο εξής: υπομνήματα προς τις άλλες υπηρεσίες).. Η Επιτροπή διακρίνει συναφώς τα αντίγραφα των υπομνημάτων αυτών τα απευθυνόμενα στη Νομική Υπηρεσία (έγγραφα αναφερόμενα ως 2.1 έως 2.5) από τα αντίγραφα τα απευθυνόμενα σε άλλες υπηρεσίες της (έγγραφα αναφερόμενα ως 4.1 έως 4.5). Η Επιτροπή τονίζει ότι τα απευθυνόμενα στη Νομική Υπηρεσία αντίγραφα συνδέονται στενά με τις νομικές συμβουλές που ακολουθούν και ότι η δημοσιοποίησή τους θα είχε ως συνέπεια την αποκάλυψη σημαντικών στοιχείων αυτών των νομικών γνωμοδοτήσεων, γεγονός που θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψεως των αποφάσεών της (σημείο II.2 της δεύτερης αποφάσεως). Όσον αφορά τα απευθυνόμενα στις άλλες υπηρεσίες της αντίγραφα, η Επιτροπή τονίζει ότι τα έγγραφα αυτά συντάχθηκαν στο πλαίσιο εσωτερικών διαβουλεύσεων και ότι αποδίδουν τον συλλογικό χαρακτήρα της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η εν λόγω διαδικασία λήψεως αποφάσεων πρέπει, επομένως, να προστατευθεί από κάθε βλάβη που θα προξενούσε η δημοσιοποίηση τέτοιων πληροφοριών (σημείο II.4 της δεύτερης αποφάσεως)·

–        τα υπομνήματα άλλων υπηρεσιών της Επιτροπής που εστάλησαν ως απάντηση στα ως άνω πέντε υπομνήματα της ΓΔ Ανταγωνισμού, για να εκθέσουν την ανάλυση των εν λόγω εμπλεκόμενων υπηρεσιών επί των σχεδίων εγγράφων (στο εξής: απαντητικά υπομνήματα των άλλων υπηρεσιών πλην της Νομικής Υπηρεσίας) (έγγραφα αναφερόμενα ως 5.1 έως 5.10). Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα υπομνήματα αυτά συντάσσονται στο πλαίσιο της διυπηρεσιακής και ενδοϋπηρεσιακής διαβουλεύσεως, χαρακτηριστικής της διαδικασίας λήψεως των αποφάσεων της Επιτροπής. Επισημαίνει ότι η ικανότητα των υπηρεσιών αυτών να εκφράζουν τις απόψεις τους είναι απαραίτητη σε θέματα ελέγχου των συγκεντρώσεων και ότι η ικανότητα αυτή θα περιοριζόταν αν, κατά τη σύνταξη των υπομνημάτων αυτών, οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη ότι οι απόψεις τους ενδέχεται να δημοσιοποιηθούν, ακόμη και μετά την περάτωση της υποθέσεως (σημείο II.5 της δεύτερης αποφάσεως).

18.      Με τη δεύτερη απόφαση, η Επιτροπή επικαλείται επίσης την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, όσον αφορά τα πέντε υπομνήματα που υποβλήθηκαν από τη Νομική Υπηρεσία σε απάντηση των ως άνω πέντε υπομνημάτων της ΓΔ Ανταγωνισμού (στο εξής: απαντητικά υπομνήματα της Νομικής Υπηρεσίας) (σημείο II.3 και έγγραφα αναφερόμενα ως 3.1 έως 3.5). Η Επιτροπή αρνήθηκε την παροχή προσβάσεως στα εν λόγω έγγραφα, διότι αυτά εκθέτουν την ανάλυση της Νομικής Υπηρεσίας επί των σχεδίων εγγράφων. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η δημοσιοποίηση των εν λόγω νομικών γνωμοδοτήσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανασφάλεια ως προς τη νομιμότητα των αποφάσεων σε θέματα ελέγχου των συγκεντρώσεων, πράγμα που θα είχε αρνητικές συνέπειες στη σταθερότητα της κοινοτικής έννομης τάξεως και στην εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών της (10).Διευκρινίζει, δε, ότι κάθε απαντητικό υπόμνημα της Νομικής Υπηρεσίας εξετάζεται μεμονωμένα και ότι το γεγονός ότι δεν μπορεί να παρασχεθεί μερική πρόσβαση δεν σημαίνει ότι η προστασία της νομικής γνωμοδοτήσεως χρησιμοποιήθηκε ως εξαίρεση για το σύνολο των εγγράφων.

19.      Εξάλλου, με τη δεύτερη απόφαση, η Επιτροπή επικαλείται την ιδιαίτερη κατάσταση ορισμένων εγγράφων στα οποία δεν παρασχέθηκε ούτε πλήρης ούτε μερική πρόσβαση.. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για την έκθεση του συμβούλου ακροάσεων σχετικά με την υπόθεση Airtours/First Choice, για το υπόμνημα της ΓΔ Ανταγωνισμού που απευθύνεται στη συμβουλευτική επιτροπή και για ένα σημείωμα του φακέλου που αφορά επίσκεψη στις εγκαταστάσεις της First Choice.

20.      Τέλος, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι προαναφερθείσες εξαιρέσεις εφαρμόζονται, εκτός εάν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον δικαιολογεί τη δημοσιοποίηση του εγγράφου. Υπογραμμίζει ότι, εν προκειμένω, η MyTravel δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα που να αποδεικνύει ότι υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Κατά την Επιτροπή, το συμφέρον που προέχει στην υπόθεση αυτή είναι αντιθέτως η προστασία της διαδικασίας λήψεως των αποφάσεών της σε παρόμοιες υποθέσεις, καθώς και η προστασία της παροχής νομικών συμβουλών.

21.      Η MyTravel άσκησε προσφυγή κατ’ αυτών των αποφάσεων. Ως προς ένα έγγραφο, το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την προσφυγή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (πρώτη παράγραφος του διατακτικού), κατά τα λοιπά όμως απέρριψε την προσφυγή (δεύτερη παράγραφος του διατακτικού). Κατά το Πρωτοδικείο, η Επιτροπή μπορεί να επικαλείται την προστασία εσωτερικών διαβουλεύσεων και την προστασία της παροχής νομικών συμβουλών.

22.      Το Βασίλειο της Σουηδίας άσκησε κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Το εν λόγω κράτος μέλος ζητεί από το Δικαστήριο:

1.      να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Σεπτεμβρίου 2008 στην υπόθεση T-403/05 ως προς τη δεύτερη παράγραφο του διατακτικού της,

2.      να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 5ης Σεπτεμβρίου 2005 [D(2005) 8461], σύμφωνα με το αίτημα που διατύπωσε η MyTravel Group plc ενώπιον του Πρωτοδικείου, στο μέτρο που αφορά την άρνηση προσβάσεως στην έκθεση και άλλα έγγραφα εργασίας της Επιτροπής,

3.      να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 12ης Σεπτεμβρίου 2005 (D [2005] 9763), σύμφωνα με το αίτημα που διατύπωσε η MyTravel Group plc ενώπιον του Πρωτοδικείου, στο μέτρο που αφορά την άρνηση προσβάσεως σε άλλα εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής, και

4.      να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα του Βασιλείου της Σουηδίας στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.

23.      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

1.      να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

2.      να καταδικάσει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα.

24.      Με διάταξη της 2ας Ιουνίου 2009, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου έκανε δεκτό το αίτημα παρεμβάσεως του Βασιλείου της Δανίας, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας υπέρ του Βασιλείου της Σουηδίας, καθώς και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας υπέρ της Επιτροπής.

25.      Οι εν λόγω μετέχοντες στη διαδικασία κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και, με εξαίρεση τις Κάτω Χώρες, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ανέπτυξαν δε τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Οκτωβρίου 2010.

IV – Εκτίμηση

26.      Στις γενικές της γραμμές, η νομολογία που αφορά την πρόσβαση σε έγγραφα των θεσμικών οργάνων συνοψίζεται ως ακολούθως:

27.      Ο κανονισμός 1049/2001 στηρίζεται, κατά την πρώτη του αιτιολογική σκέψη, στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο η Συνθήκη πραγματοποιεί ένα νέο βήμα στη διαδικασία μιας διαρκώς στενότερης ένωσης των λαών της Ευρώπης, στην οποία οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο ανοικτά και όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες. Όπως επισημαίνεται με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, το δικαίωμα προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον δημοκρατικό χαρακτήρα των οργάνων αυτών. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός αποσκοπεί, όπως προκύπτει από την τέταρτη αιτιολογική του σκέψη και από το άρθρο 1, στο να παράσχει στο κοινό ένα όσο το δυνατόν ευρύτερο δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων (11). Με το άρθρο 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το δικαίωμα αυτό έχει εν τω μεταξύ αναγνωρισθεί ως δικαίωμα των πολιτών.

28.      Ωστόσο, το δικαίωμα αυτό υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς που στηρίζονται σε λόγους δημοσίου ή ιδιωτικού συμφέροντος. Ειδικότερα, και σε συμφωνία προς την ενδέκατη αιτιολογική του σκέψη, ο κανονισμός 1049/2001 προβλέπει, στο άρθρο του 4, ότι τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο η δημοσιοποίηση του οποίου θα έθιγε κάποιο από τα συμφέροντα τα οποία προστατεύει το άρθρο αυτό. Έτσι, όταν η Επιτροπή αποφασίζει να αρνηθεί την πρόσβαση σε έγγραφο το οποίο της ζητήθηκε να δημοσιοποιήσει, οφείλει να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με τα ζητήματα που αφορούν το κατά ποιον τρόπο η πρόσβαση στο έγγραφο αυτό είναι ικανή να θίξει συγκεκριμένα και ουσιαστικά το συμφέρον που προστατεύει η εξαίρεση του άρθρου 4, το οποίο επικαλείται το θεσμικό αυτό όργανο (12).

29.      Βεβαίως, δεδομένου ότι συνιστούν απόκλιση από τη γενική αρχή της κατά το δυνατόν ευρύτερης προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα, οι ως άνω εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται συσταλτικά. Ωστόσο, επιτρέπεται στο οικείο θεσμικό όργανο να στηρίζεται, συναφώς, σε γενικά τεκμήρια που εφαρμόζονται σε ορισμένες κατηγορίες εγγράφων, δεδομένου ότι παρόμοιες γενικού χαρακτήρα εκτιμήσεις μπορούν να εφαρμόζονται σε αιτήσεις δημοσιοποιήσεως που αφορούν έγγραφα της ίδιας φύσεως (13).

30.      Το Πρωτοδικείο αναγνώρισε αυτές τις αρχές με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δεν αμφισβητούνται στην υπό εξέταση περίπτωση.

31.      Η Σουηδία στηρίζει αντιθέτως την αίτηση αναιρέσεώς της στους ακόλουθους τέσσερις λόγους: Το Πρωτοδικείο εφάρμοσε κατά πλάνη δικαίου την εξαίρεση που αφορά την προστασία των εσωτερικών διαβουλεύσεων (επ’ αυτού στο σημείο A), όπως και την εξαίρεση που αφορά την παροχή νομικών συμβουλών (επ’ αυτού στο σημείο B). (dazu unter B). Εσφαλμένος επίσης είναι ο έλεγχος περί του αν υφίσταται υπέρτερο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση των εγγράφων (επ’ αυτού, στο σημείο Γ). Τέλος, το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε επαρκώς αν η Επιτροπή παρέσχε κατάλληλη πρόσβαση σε μέρη των εγγράφων (επ’ αυτού, στο σημείο Δ). Αντιθέτως, δεν χρειάζεται να διερευνηθεί το ζήτημα της προστασίας των σχετικών με την έρευνα δραστηριοτήτων, στις οποίες επίσης η Επιτροπή στήριξε τις αποφάσεις της.

 Επί της προστασίας εσωτερικών διαβουλεύσεων

32.      Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αφορά την προστασία εσωτερικών διαβουλεύσεων μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας.

33.      Το άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 επιτρέπει την άρνηση προσβάσεως σε έγγραφα, τα οποία αφορούν ζήτημα για το οποίο το θεσμικό όργανο δεν έχει λάβει ακόμη απόφαση. Συνακόλουθα, η παράγραφος 2 αυτής της διατάξεως προβλέπει την άρνηση προσβάσεως σε έγγραφα που περιέχουν απόψεις για εσωτερική χρήση, ως μέρος συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός του οικείου θεσμικού οργάνου, ακόμη και αφού έχει ληφθεί η απόφαση, εάν η δημοσιοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων, εκτός εάν τη δημοσιοποίηση του εγγράφου επιβάλλει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον.

34.      Δεν αμφισβητείται ότι τα επίμαχα έγγραφα είναι έγγραφα που περιέχουν απόψεις για εσωτερική χρήση, ως μέρος συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός της Επιτροπής.

35.      Το Πρωτοδικείο αναγνώρισε κατ’ ουσίαν δύο από τους προβληθέντες από την Επιτροπή κινδύνους που απειλούν σοβαρά τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων: Αυτολογοκρισία και προσφυγή σε ανεπίσημες διαβουλεύσεις. Αναλυτικότερα επ’ αυτού:

36.      Η Επιτροπή υποστήριξε με την πρώτη απόφαση την άποψη ότι η δημοσιοποίησή της εκθέσεως θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψεως των αποφάσεών της, καθόσον η «ελευθερία της γνώμης» των συντακτών τέτοιων εγγράφων θα απειλούνταν, αν αυτοί έπρεπε, κατά τη σύνταξη των εγγράφων αυτών, να λαμβάνουν υπόψη το ενδεχόμενο δημοσιοποιήσεως των εκτιμήσεών τους, και μάλιστα μετά από την έκδοση αποφάσεως που θα έχει ληφθεί βάσει των εκτιμήσεών τους. Τα λοιπά έγγραφα που αφορούσε αυτή η απόφαση χρησίμευαν για την προετοιμασία της εκθέσεως και προστατεύονται επομένως κατά μείζονα λόγο.

37.      Με τη δεύτερη απόφαση, η Επιτροπή εξέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα περιόριζε την ικανότητα της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού να εκφράζει την άποψή της και θα συνεπήγετο κινδύνους ως προς την ικανότητα των μελών της Επιτροπής να εκδώσουν πλήρως αιτιολογημένη απόφαση.

38.      Το Πρωτοδικείο εκτιμά δικαιολογημένη αυτή την άποψη. Στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκθέτει ότι στην ομάδα εργασίας είχε ανατεθεί το έργο αναλύσεως, προβληματισμού και κριτικής. Εν προκειμένω, δεν επρόκειτο, όπως τονίζει το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 49, για νομοθετική δράση, αλλά για αμιγώς διοικητικά καθήκοντα της Επιτροπής. Η δημοσιοποίηση των εγγράφων θα καθιστούσε δυνατή μια σύγκριση των μέτρων της Επιτροπής με τις συστάσεις της ομάδας εργασίας (σκέψη 51). Η Επιτροπή πρέπει όμως να μπορεί ελεύθερα να αποκλίνει από τις συστάσεις των υπηρεσιών (σκέψη 53). Με τη δυνατότητα δημοσιοποιήσεως τέτοιων εγγράφων, οι υπάλληλοι δεν θα διατύπωναν μελλοντικώς απόψεις που θα μπορούσαν να συνιστούν κίνδυνο για τον αποδέκτη της συστάσεως ως προς την ελευθερία του λήψεως αποφάσεως. Επομένως, θα ετίθετο υπό αμφισβήτηση το ποιοτικό επίπεδο της διαβουλεύσεως (σκέψη 52). Συγχρόνως, είναι εύλογο και πιθανό ο αρμόδιος για θέματα ανταγωνισμού επίτροπος να μη ζητεί πλέον έγγραφη, επικριτική ενδεχομένως, γνώμη από τους συνεργάτες του. Η απλή, όμως, διεξαγωγή προφορικών και ανεπίσημων συζητήσεων, οι οποίες δεν απαιτούν τη σύνταξη «εγγράφου» κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001, θα έβλαπτε σημαντικά την αποτελεσματικότητα της εσωτερικής διαδικασίας λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής. Αυτό ισχύει ιδίως σε ζητήματα στα οποία η Επιτροπή οφείλει να προβαίνει σε πολύπλοκες νομικές, ουσιαστικές και οικονομικές εκτιμήσεις και να εξετάζει ιδιαιτέρως ογκώδεις φακέλους (σκέψη 54).

39.      Το Πρωτοδικείο περιγράφει διάφορες συνέπειες από την πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα, η Σουηδία όμως ορθώς αντιτείνει ότι οι εκτιμήσεις αυτές είναι όλως αόριστες. Επομένως, όπως αναγνωρίζει το Πρωτοδικείο με τη νεότερη νομολογία του (14), δεν δικαιολογούν τελικώς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής. Τούτο προκύπτει, αν υπό το φως του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 ερευνηθεί σε τι πράγματι μπορεί να συνίσταται αυτό που θίγει σοβαρά τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεως.

1.      Επί του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001

40.      Ήδη από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 συνάγεται ότι κατά την εφαρμογή αμφοτέρων των περιεχομένων σ’ αυτό εξαιρέσεων από το δικαίωμα προσβάσεως επιβάλλεται ιδιαίτερη αυτοσυγκράτηση: Δεν αρκεί να προβάλλεται ότι η δημοσιοποίηση εγγράφων θα έθιγε τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως του οργάνου, αλλά είναι αναγκαίο η διαδικασία να θίγεται σοβαρά.

41.      Επομένως, οι εξαιρέσεις κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 διαφέρουν από τις εξαιρέσεις των δύο πρώτων παραγράφων, κατά τις οποίες αρκεί οποιαδήποτε βλάβη, έστω και αν δεν είναι «σοβαρή». Αυτές δε ακριβώς οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά (15). Συνεπώς, η αρχή της συσταλτικής ερμηνείας προσλαμβάνει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα κατά την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001.

42.      Το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 επιβεβαιώνει αυτό το πόρισμα.

43.      Η Επιτροπή είχε προτείνει έγγραφα εσωτερικής χρήσεως, τα οποία αποτελούν έγγραφα εργασίας και συζητήσεων, καθώς και συστάσεις, και ανεπίσημες ανακοινώσεις να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001 (16). Με αυτόν τον τρόπο, επιθυμούσε να εξασφαλίσει στα θεσμικά όργανα τον αναγκαίο ελεύθερο χώρο για να μορφώνουν γνώμη («space to think») (17). Αν είχε γίνει δεκτή αυτή η πρόταση, τότε απολύτως δικαιολογημένα θα είχε αρνηθεί την πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα.

44.      Δεδομένου όμως ότι ο νομοθέτης δεν απέκλεισε αυτά τα έγγραφα από τον κανονισμό 1049/2001, θα πρέπει κατ’ αρχήν αυτά να κοινοποιούνται στον αιτούντα όπως όλα τα άλλα έγγραφα (18). Ακόμη περισσότερο: Η πρόσβαση θα πρέπει να παρέχεται ακόμη πιο εύκολα, δεδομένου ότι η εξαίρεση για την προστασία εσωτερικών διαβουλεύσεων είναι στενότερα διατυπωμένη απ’ ό,τι οι άλλες εξαιρέσεις. Επομένως, ο νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει σε μικρότερη έκταση τον «ελεύθερο χώρο για μόρφωση γνώμης» απ’ ό,τι άλλα συμφέροντα.

45.      Εξάλλου, ούτε μελλοντικώς, κατά πάσα πιθανότητα, θα ενισχυθεί περαιτέρω η προστασία διαδικασιών λήψεως αποφάσεως. Στην υπό εξέλιξη διαδικασία για την τροποποίηση του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή πρότεινε μόνο φραστικές μεταβολές του άρθρου 4, παράγραφος 3 (19), ενώ ο εισηγητής του Κοινοβουλίου πίεζε για μια σαφώς πιο απαλλαγμένη προσκομμάτων δημοσιοποίηση των διαδικασιών λήψεως αποφάσεως (20).

2.      Επί του ζητήματος αν θίγονται σοβαρά διαδικασίες λήψεως αποφάσεων

46.      Τι πρέπει όμως με αυτά τα δεδομένα να νοείται ως γεγονός που θίγει σοβαρά διαδικασίες λήψεως αποφάσεων; Αρκεί το ότι κατά την εσωτερική διαβούλευση θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα ή ενδεχομένως να προτιμηθούν ανεπίσημες διαδικασίες, που θα άφηναν λιγότερα ή και καθόλου γραπτά ίχνη;

47.      Βασικό σημείο αναφοράς για την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα πρέπει να είναι η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1049/2001. Κατ’ αυτήν, η διαφάνεια εξασφαλίζει, μεταξύ άλλων, μεγαλύτερη νομιμότητα και υπευθυνότητα της διοικήσεως έναντι του πολίτη σε ένα δημοκρατικό σύστημα.

48.      Επομένως, οι πολίτες θα πρέπει να πληροφορούνται πως και για ποιους λόγους η διοίκηση λαμβάνει τις αποφάσεις της. Σκοπός ακριβώς του κανονισμού 1049/2001 είναι να παρέχονται στους πολίτες πληροφορίες για τις απόψεις που το οικείο όργανο συζήτησε εσωτερικώς και αργότερα απέρριψε. Έτσι μπορούν να σχηματίζουν γνώμη για το ποιοτικό επίπεδο της δράσεως της διοικήσεως, ειδικότερα των διαδικασιών λήψεως αποφάσεων της διοικήσεως, να συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση για τη δράση της και ενδεχομένως να αποκτούν στοιχεία για την δημοκρατική τους εκλογική απόφαση.

49.      Οι εκφρασθέντες από την Επιτροπή και το Πρωτοδικείο φόβοι περιγράφουν πιθανές τακτικές προς καταστρατήγηση αυτής της υπευθυνότητας. Αντί να καθίστανται προσιτές στους πολίτες πληροφορίες για τη δράση της διοικήσεως, θα μπορούσε να επιχειρείται να μη δημοσιοποιούνται καν αυτές οι πληροφορίες ή τουλάχιστον να μη τεκμηριώνονται.

50.      Αναμφισβητήτως υφίσταται κάποιος κίνδυνος θεσμικά όργανα ή μεμονωμένοι υπάλληλοι να κάνουν χρήση τέτοιων τακτικών. Η ερμηνεία πάντως διατάξεων του ενωσιακού δικαίου δεν μπορεί να στηρίζεται στον φόβο ότι οι διατάξεις αυτές ενδεχομένως καταστρατηγούνται από τα θεσμικά όργανα. Αν τέτοιοι φόβοι ήταν βάσιμοι, θα έπρεπε αντιθέτως να ληφθούν μέτρα για την απαγόρευση της καταστρατηγήσεως.

51.      Η διαφάνεια, εξάλλου, εκτός από τους κινδύνους της αυτολογοκρισίας και της προσφυγής σε ανεπίσημες μορφές διαβουλεύσεως, δημιουργεί επίσης κίνητρα για τη με ιδιαίτερη επιμέλεια και πληρότητα προετοιμασία αποφάσεων προς αποφυγή μεταγενέστερων επικρίσεων.

52.      Βεβαίως, δεν αποκλείεται να γίνεται η διαβούλευση με περισσότερη επιφυλακτικότητα, ακριβώς όμως η ενδεχόμενη μεταγενέστερη δημοσιοποίηση μπορεί επίσης να έχει ως αποτέλεσμα τη διατύπωση ιδιαίτερα ανοιχτών ή επικριτικών απόψεων. Πράγματι, είναι πολύ δυσκολότερο για τους έχοντες την ευθύνη λήψεως αποφάσεων φορείς να μη δίνουν σημασία χωρίς πειστικά επιχειρήματα σε μια καλώς θεμελιωμένη άποψη συνεργατών ή άλλων υπαλλήλων, όταν η άποψη αυτή καθίσταται δημοσίως γνωστή.

53.      Ούτε η προσφυγή σε ανεπίσημες μορφές της διαβουλεύσεως είναι πάντοτε δυνατή. Συναφώς, πρέπει κατ’ αρχάς να μνημονευθεί το συμφέρον που αφορά το ποιοτικό επίπεδο της δράσεως της διοικήσεως, το οποίο –όπως ορθώς τονίζει το Πρωτοδικείο– θα δοκιμαζόταν, αν η διαβούλευση δεν γινόταν πλέον με ανταλλαγή εγγράφων. Όλοι οι διοικητικοί παράγοντες έχουν όμως συμφέρον να λαμβάνονται ποιοτικώς καλές αποφάσεις, διότι άλλως υφίσταται κατά μείζονα λόγο η απειλή ασκήσεως κριτικής.

54.      Ανεξαρτήτως όμως της ποιότητας των επί μέρους αποφάσεων, μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι κάποιος ήθελε να αποκρύψει κάτι ή ότι τουλάχιστον δεν προετοίμασε επαρκώς την απόφαση, αν δεν υπάρχουν έγγραφα, τα οποία μπορούν κατόπιν αιτήσεως να δοθούν στον ενδιαφερόμενο (21). Όταν δε υφίστανται μόνον έγγραφα, από τα οποία δεν προκύπτει αντιπαράθεση απόψεων, τίθεται το ζήτημα των προσόντων των διαβουλευόμενων. Επομένως, η διαφάνεια μπορεί επίσης να συμβάλλει στην πραγματοποίηση διαβουλεύσεων με συγκεκριμένη μορφή και με τεκμηριωμένο τρόπο, άρα κατανοητή εκ των υστέρων, προκειμένου να αποφεύγεται η άσκηση κριτικής και οι αποφάσεις να είναι δικαιολογημένες.

55.      Επιπροσθέτως, τα εκτεθέντα αντιτιθέμενα συμφέροντα δείχνουν ότι οι κίνδυνοι της αυτολογοκρισίας και της προσφυγής σε ανεπίσημες μορφές της διαβουλεύσεως δεν μπορούν να αποτελούν πρόσφορο και προβλέψιμο στοιχείο ικανό να θίξει σοβαρά τις διαδικασίες διαβουλεύσεως, αλλά είναι κατ’ αρχάς μόνον υποθετικής φύσεως. Αμιγώς υποθετικές περιπτώσεις προκλήσεως βλάβης δεν μπορούν όμως να δικαιολογούν την επίκληση εξαιρέσεων (22).

56.      Συνεπώς, χρειάζονται κάθε φορά άλλα πιο συγκεκριμένα στοιχεία, με τα οποία να αποδεικνύεται στη μεμονωμένη περίπτωση ότι υφίστανται ιδιαίτεροι, δηλαδή ασυνήθεις, κίνδυνοι από τη διαφάνεια. Τέτοιοι κίνδυνοι θα μπορούσαν για παράδειγμα να έχουν ως βάση το ότι μια υπόθεση είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη και ως εκ τούτου τα εμπλεκόμενα μέλη του προσωπικού του οικείου θεσμικού οργάνου θα έπρεπε να φοβούνται συγκεκριμένες δυσμενείς συνέπειες, αν γίνονταν γνωστές οι γνώμες τους.

57.      Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί αν η Επιτροπή επικαλέσθηκε εν προκειμένω τέτοιες περιστάσεις. Συναφώς, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, των εγγράφων ή μερών εγγράφων που αφορούν την περίπτωση Airtours (επ’ αυτού, στο σημείο 3.), και, αφετέρου, των γνωμών για τις επιπτώσεις της αποφάσεως Airtours στις διαδικασίες για τον έλεγχο συγκεντρώσεων επιχειρήσεων ή στις διαδικασίες σε άλλους τομείς (επ’ αυτού, στο σημείο 4.).

3.      Επί των εγγράφων στην περίπτωση Airtours

58.      Τα έγγραφα στην περίπτωση Airtours συνιστούν έγγραφα για την προετοιμασία της αποφάσεως Airtours/First Choice, περιλαμβανομένης της εκθέσεως του συμβούλου ακροάσεων (23) και του υπομνήματος προς τη συμβουλευτική επιτροπή (24), καθώς και έγγραφα που καταρτίσθηκαν μετά την έκδοση της αποφάσεως Airtours για την προετοιμασία της αποφάσεως περί των περαιτέρω ενεργειών σ’ αυτή την υπόθεση. Η άρνηση να δοθούν αυτά τα έγγραφα ήταν το αντικείμενο των δύο αποφάσεων της Επιτροπής.

59.      Η αποδοχή ότι πρόκειται για περιπτώσεις που θίγουν σοβαρά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως στηρίζεται, αφενός, στο ότι πρόκειται για δραστηριότητες της διοικήσεως στον τομέα του ελέγχου των συγκεντρώσεων (επ’ αυτού, στο σημείο α΄, και, αφετέρου, στις επιπτώσεις ως προς άλλες διαδικασίες του ελέγχου των συγκεντρώσεων (επ’ αυτού, στο σημείο β).

 α)     Επί της διαφάνειας δραστηριοτήτων της διοικήσεως, ειδικότερα στον τομέα του ελέγχου των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων

60.      Το Πρωτοδικείο τονίζει στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι τα έγγραφα αφορούν τη διοικητική δραστηριότητα της Επιτροπής. Αυτό επίσης το υπογραμμίζουν κατ’ αναίρεση η Επιτροπή και η Γερμανία.

61.      Πράγματι, κατά τη διοικητική δραστηριότητα, σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν απαιτείται το ίδιο εύρος προσβάσεως στα έγγραφα σε σχέση με αυτό που απαιτείται στην περίπτωση της νομοθετικής δραστηριότητας ενός κοινοτικού οργάνου (25). Δεδομένου ότι οι νόμοι ισχύουν γενικώς, υφίσταται από τη φύση των πραγμάτων μεγαλύτερο δημόσιο συμφέρον για τη σε σχέση με αυτούς διαβούλευση απ’ ό,τι για την προετοιμασία ατομικών αποφάσεων της διοικήσεως. Εφόσον δε τα πεδία στα οποία διαμορφώνεται η δράση της διοικήσεως ορίζονται και περιορίζονται από τους νόμους, δεν υφίσταται στον ίδιο βαθμό επίσης η ανάγκη της συμμετοχής του κοινού και του ελέγχου από το κοινό.

62.      Συναφώς, ορθώς το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι το δημόσιο συμφέρον για την κοινοποίηση ενός εγγράφου δεν έχει γενικώς την ίδια βαρύτητα σε σχέση με ένα έγγραφο από μια διοικητική διαδικασία για την εφαρμογή διατάξεων περί του ελέγχου συγκεντρώσεων επιχειρήσεων ή του δικαίου του ανταγωνισμού όπως σε σχέση με ένα έγγραφο που αφορά μια διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας το θεσμικό όργανο δρα ως νομοθέτης.

63.      Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι η πρόσβαση σε έγγραφα αποκλείεται στον τομέα της δραστηριότητας της διοικήσεως. Ο κανονισμός 1049/2001 επιδιώκει μεν τη δημιουργία μεγαλύτερης διαφάνειας κατά τη νομοθετική δράση, προβλέπει όμως ρητώς κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, την πρόσβαση σε έγγραφα σε όλους τους τομείς δραστηριότητας της Ένωσης. Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1049/2001 τονίζει ότι η διαφάνεια εξασφαλίζει μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων και, παράλληλα, εγγυάται μεγαλύτερη νομιμότητα, αποτελεσματικότητα και υπευθυνότητα της διοικήσεως –επομένως όχι μόνον του νομοθέτη– έναντι του πολίτη σε ένα δημοκρατικό σύστημα. Ακόμη και το Δικαστήριο υπόκειται εν τω μεταξύ κατά το άρθρο 15, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ στις υποχρεώσεις διαφάνειας κατά την άσκηση των διοικητικών του καθηκόντων (26).

64.      Όσον αφορά ειδικά την προστασία των εσωτερικών διαβουλεύσεων, το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 δεν κάνει διάκριση μεταξύ της δραστηριότητας της διοικήσεως και της νομοθετικής δράσεως. Επομένως, δεν επιτρέπονται σε σχέση με τη δραστηριότητα της διοικήσεως υποθετικές εκτιμήσεις χωρίς εξειδικεύσεις όσον αφορά το αν θίγονται σοβαρά διαδικασίες λήψεως αποφάσεων.

65.      Εντούτοις, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι υπό εξέλιξη διοικητικές διαδικασίες πρέπει να τυγχάνουν αυξημένης προστασίας. Καθόσον δεν έχει ληφθεί ακόμη απόφαση, υφίσταται αυξημένος κίνδυνος ότι η πρόσβαση σε εσωτερικά έγγραφα της σχετικής διαδικασίας θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις. Οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τα ενδιαφερόμενα μέρη προς επηρεασμό με συγκεκριμένο στόχο, πράγμα που μπορεί ιδίως να βλάψει την ποιότητα της τελικής αποφάσεως.

66.      Επί πλέον, ακριβώς στον τομέα του ελέγχου συγκεντρώσεων επιχειρήσεων διοικητικές διαδικασίες τελούν υπό αυστηρές προθεσμίες, η τήρηση των οποίων θα διακυβευόταν, αν η Επιτροπή ήταν αναγκασμένη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας να έρχεται αντιμέτωπη με αντιδράσεις που έχουν σχέση με την εσωτερική της επικοινωνία.

67.      Επομένως, θα πρέπει όπως στην περίπτωση ένδικων διαδικασιών να υφίσταται και στην περίπτωση διοικητικών διαδικασιών διασφάλιση της «διεξαγωγής με απόλυτη ηρεμία» (27). Πρέπει να εμποδίζεται η άσκηση έξωθεν πιέσεως στη δραστηριότητα της διοικήσεως –έστω και μόνο λόγω του ότι λαμβάνει γνώση το κοινό– και η δυνατότητα διαταράξεως της ηρεμίας των συζητήσεων (28).

68.      Επομένως, η προβλεπόμενη στο πλαίσιο του ελέγχου συγκεντρώσεων επιχειρήσεων πρόσβαση στον φάκελο δεν ισχύει κατά το άρθρο 17, παράγραφος 3, του κανονισμού 802/2004, για εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής (29). Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα μπορούσε επίσης να συναχθεί εμμέσως από το εφαρμοστέο στη διαδικασία Airtours/First Choice άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 447/98, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό απέκλειε από το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο εσωτερικά έγγραφα των αρχών, δηλαδή και της Επιτροπής.

69.      Επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη το γεγονός αυτό για τους σκοπούς της ερμηνείας της εξαιρέσεως του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001. Συγκεκριμένα, εάν οι ενδιαφερόμενοι είχαν πρόσβαση, δυνάμει του κανονισμού 1049/201, σε εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής, θα καθίστατο δυσχερής ο περιορισμός της κατά τις οικείες διαδικαστικές διατάξεις προσβάσεως στον φάκελο υποθέσεων που αφορούν τον έλεγχο συγκεντρώσεων επιχειρήσεων (30).

70.      Πάντως τα επιχειρήματα αυτά ως προς τη δραστηριότητα της διοικήσεως και, ειδικότερα, ως προς τις διαδικαστικές διατάξεις στον τομέα του ελέγχου συγκεντρώσεων επιχειρήσεων δεν ισχύουν μετά την οριστική περάτώση της σχετικής διαδικασίας, δηλαδή όταν η τελική απόφαση δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί δικαστικώς. Όπως δείχνει το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 139/2004, το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου συμπράξεων των επιχειρήσεων αποτελεί πράγματι απόρροια των δικαιωμάτων της άμυνας (31). Όταν μια απόφαση δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί δικαστικώς, τα σχετικά με αυτή την απόφαση δικαιώματα άμυνας δεν έχουν πλέον καμία σημασία.

71.      Επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί από τις ρυθμίσεις για το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου συγκεντρώσεων επιχειρήσεων ότι μετά την οριστική περάτωση της διαδικασίας η πρόσβαση σε εσωτερικά έγγραφα της Επιτροπής θα έθιγε σοβαρά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής.

72.      Αλλά ούτε τα επιχειρήματα περί προστασίας μιας υπό εξέλιξη διαδικασίας λήψεως αποφάσεως –η αδιατάρακτη λήψη αποφάσεως (32)– έχουν πλέον σημασία μετά την περάτωσή της. Πράγματι, αυτή η διαδικασία λήψεως αποφάσεως δεν μπορεί πλέον να επηρεασθεί με τη χρησιμοποίηση εσωτερικών εγγράφων (33). Ούτε δε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, δικαιολογούν οι αφηρημένοι κίνδυνοι της αυτολογοκρισίας και της προσφυγής σε ανεπίσημες μορφές διαβουλεύσεως, όταν δεν υφίστανται ιδιαίτερα στοιχεία για αυξημένο κίνδυνο στη συγκεκριμένη περίπτωση, την άρνηση παραδόσεως εσωτερικών εγγράφων μετά την περάτωση μιας διαδικασίας (34).

73.      Στην εν προκειμένω περίπτωση, η αφορώσα τη συγκέντρωση Airtours/First Choice διαδικασία είχε περατωθεί οριστικώς κατά το χρονικό σημείο της παρελεύσεως της προθεσμίας για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως από την Επιτροπή κατά της αποφάσεως Airtours, επομένως πολύ πριν από την αίτηση προσβάσεως σε έγγραφα. Κατά τούτο διαφέρει αυτή η διαδικασία από την απόφαση Technische Glaswerke Ilmenau, όπου οι σχετικές με ενισχύσεις διαδικασίες, τις οποίες αφορούσαν τα επίδικα έγγραφα, περατώθηκαν οριστικώς πολύ μετά από την απόφαση της Επιτροπής επί της αιτήσεως προσβάσεως (35).

74.      Το Πρωτοδικείο ορθώς βεβαίως διαπιστώνει με τη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλομένης αποφάσεως ότι η προστασία διαδικασιών λήψεως αποφάσεως εξακολουθεί να είναι δυνατή και μετά τη λήψη της σχετικής αποφάσεως. Πάντως, –όπως τονίζει η Σουηδία– η διαδικασία λήψεως αποφάσεως είναι σαφώς λιγότερο άξια προστασίας μετά τη λήψη της σχετικής αποφάσεως απ’ ό,τι προηγουμένως.

75.      Ενώ, πράγματι, το συμφέρον της προστασίας διαδικασιών λήψεως αποφάσεως αποδυναμώνεται μετά την απόφαση, το συμφέρον δημοσιοποιήσεως πληροφοριών για τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως ισχυροποιείται. Όταν μια διαδικασία λήψεως αποφάσεως δεν είναι διαφανής, η ευθύνη της διοικήσεως έναντι του πολίτη είναι αυξημένη για την, τουλάχιστον εκ των υστέρων, εξασφάλιση διαφάνειας. Περαιτέρω παρελκύσεις θα απέκλειαν ως επί το πλείστον τη θεμελίωση ευθύνης αναφορικά με τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως. Ως εκ τούτου, θα έχρηζαν ιδιαίτερης δικαιολογήσεως.

76.      Τούτο προκύπτει εξάλλου από το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 4, παράγραφος 3, που ισχύει για τα προ της αποφάσεως, αφορά πράγματι περισσότερα έγγραφα απ’ ό,τι το δεύτερο εδάφιο, το οποίο έχει εφαρμογή μετά την απόφαση. Πριν από την απόφαση, νοούνται όλα τα έγγραφα, τα οποία συντάχθηκαν από ένα θεσμικό όργανο για εσωτερική χρήση ή που έχουν παραληφθεί από ένα θεσμικό όργανο, κατόπιν δε μόνον έγγραφα, τα οποία περιέχουν απόψεις για εσωτερική χρήση, ως μέρος συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός του οικείου θεσμικού οργάνου.

77.      Επομένως, το γεγονός ότι απόψεις εσωτερικής χρήσεως στο πλαίσιο διαδικασιών ελέγχου συγκεντρώσεων επιχειρήσεων εντάσσονται στη διοικητική δραστηριότητα της Επιτροπής δεν δικαιολογεί πλέον την άρνηση δημοσιοποιήσεώς τους μετά την οριστική περάτωση της διαδικασίας.

 β)     Επί του ζητήματος αν θίγονται άλλες διαδικασίες

78.      Ως προς την προστασία μιας περατωθείσας διαδικασίας του ελέγχου συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, η Επιτροπή εκθέτει πάντως με τη δεύτερη απόφαση ότι οι πληροφορίες θα μπορούσαν να θίξουν σοβαρά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως σε παρόμοιες διαδικασίες ελέγχου συγκεντρώσεων επιχειρήσεων. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε αυτή την αιτιολογία με τις σκέψεις 96 και 98 έως 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

79.      Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ειδικότερα με τη σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι ευλόγως θα υπέθετε κάποιος ότι τέτοια έγγραφα μπορούν να χρησιμοποιηθούν –ακόμη και αν δεν περιέχουν απαραίτητα την οριστική θέση της Επιτροπής– για να επηρεάσουν τη θέση των υπηρεσιών της, η οποία πρέπει να παραμένει ελεύθερη και ανεξάρτητη από κάθε εξωτερική πίεση, κατά την εξέταση παρόμοιων υποθέσεων που αφορούν τον ίδιο τομέα δραστηριοτήτων ή τα ίδια οικονομικά θέματα.

80.      Δεν φαίνεται πάντως πως αυτά τα έγγραφα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την άσκηση αδικαιολόγητης πιέσεως σε παράλληλες περιπτώσεις.

81.      Καθόσον αυτά τα έγγραφα στηρίζουν τη ληφθείσα στην αρχική υπόθεση απόφαση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για να υπομνησθεί η υποχρέωση μιας συνεπούς πρακτικής στη λήψη αποφάσεων. Δεν έχουν καμία ιδιαίτερη πρόσθετη βαρύτητα σε σύγκριση με τη δημοσιευθείσα απόφαση καθεαυτή.

82.      Αν τα επιχειρήματα που περιέχονται στα εσωτερικά έγγραφα υποδηλώνουν μια διαφορετική κατεύθυνση από αυτή της δημοσιευθείσας αποφάσεως, θα πρέπει εύκολα να είναι δυνατή η απόρριψή τους μέσω αναφοράς σ’ αυτή την απόφαση και στην αιτιολογία της.

83.      Τέτοια έγγραφα μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα άσκηση πιέσεως, μόνον αν περιέχουν επιχειρήματα, τα οποία δεν αντικρούσθηκαν στην δημοσιευθείσα απόφαση με βάσιμη αιτιολογία. Σ’ αυτό έγκειται πάντως ένα ελάττωμα της προηγούμενης αποφάσεως, που απολύτως δικαιολογημένα θα αντιτασσόταν στην Επιτροπή. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να της παρασχεθεί η δυνατότητα να συνεχίζει να αγνοεί βαρύνοντα επιχειρήματα σε άλλες, παρόμοιες αποφάσεις.

84.      Βεβαίως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι μπορεί να υπάρχουν ειδικές περιπτώσεις, οι οποίες συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους, ώστε τα εσωτερικά έγγραφα της μιας περιπτώσεως θα μπορούσαν να θίγουν σοβαρά την απόφαση για την άλλη περίπτωση. Η Επιτροπή δεν παρέθεσε πάντως στην εν προκειμένω διαδικασία στοιχεία για μια τέτοια σύνδεση, η οποία και είναι απίθανη, διότι από της αρχικής αποφάσεως Airtours/First Choice παρήλθαν πέντε έτη, όταν ελήφθη απόφαση επί της αιτήσεως προσβάσεως σε έγγραφα.

 γ)     Προσωρινό συμπέρασμα

85.      Επομένως, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, δεχόμενο τις απόψεις της Επιτροπής και αναγνωρίζοντας ως νόμιμη την άρνηση παροχής προσβάσεως στα έγγραφα στην υπόθεση Airtours βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1049/2001.

4.      Επί των γνωμών ως προς τις συνέπειες της αποφάσεως Airtours για τον έλεγχο συγκεντρώσεων επιχειρήσεων

86.      Η πρώτη απόφαση της Επιτροπής αφορούσε επίσης τα μέρη της εκθέσεως, τις γνώμες για τις επιπτώσεις της αποφάσεως Airtours στις διαδικασίες για τον έλεγχο συγκεντρώσεων επιχειρήσεων ή στις διαδικασίες σε άλλους τομείς, καθώς και τα σχετικά προπαρασκευαστικά έγγραφα.

87.      Οι πληροφορίες αυτές αφορούν μεν επίσης τη διοικητική δραστηριότητα της Επιτροπής στον τομέα του ελέγχου συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, πλην όμως οι εκτεθείσες μέχρι τούδε σκέψεις πολλώ μάλλον απ’ ό,τι στην περίπτωση των εγγράφων στην υπόθεση Airtours, καθεαυτή, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν άρνηση παροχής προσβάσεως. Πράγματι, το ζήτημα ήταν όχι μια συγκεκριμένη διοικητική διαδικασία, αλλά η εκτίμηση των επιπτώσεων της αποφάσεως Airtours στον έλεγχο συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, συνολικώς. Επομένως, επρόκειτο όχι για μια συνήθη διοικητική διαδικασία, αλλά, μάλλον για την ανάπτυξη πολιτικών ή στρατηγικών. Σε τέτοια έγγραφα θα πρέπει μάλιστα κατά το άρθρο 12, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, όπου είναι δυνατόν, να παρέχεται άμεση πρόσβαση, όπως στα έγγραφα νομοθετικού χαρακτήρα.

88.      Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι επίσης εσφαλμένη λόγω πλάνης περί το δίκαιο σε σχέση με αυτά τα έγγραφα και μέρη εγγράφων.

 Επί του εμπιστευτικού χαρακτήρα των γνωμοδοτήσεων της Νομικής Υπηρεσίας

89.      Στη συνέχεια, η Σουηδία διατυπώνει επικρίσεις ως προς την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Κατ’ αυτό το άρθρο, τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σ’ ένα έγγραφο, η δημοσιοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία των δικαστικών διαδικασιών και της παροχής νομικών συμβουλών, εκτός εάν για την κοινολόγηση του εγγράφου υφίσταται υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.

90.      Η Επιτροπή επικαλέσθηκε αυτή την εξαίρεση στη δεύτερη απόφαση σε σχέση με πέντε σημειώματα της Νομικής Υπηρεσίας ως απάντηση σε πέντε σημειώματα της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού. Η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στα έγγραφα αυτά, διότι εκθέτουν την ανάλυση της Νομικής Υπηρεσίας επί των σχεδίων αποφάσεως. Η Επιτροπή υποστήριξε την άποψη ότι η δημοσιοποίηση αυτών των νομικών γνωμοδοτήσεων θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια τη δημιουργία αβεβαιότητας σε σχέση με τη νομιμότητα αποφάσεων στον τομέα του ελέγχου συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, πράγμα που θα είχε αρνητική επίπτωση στη σταθερότητα της έννομης τάξεως της Κοινότητας και στην απρόσκοπτη λειτουργία των υπηρεσιών της.

91.      Τα επιχειρήματα αυτά έχει απορρίψει το Δικαστήριο με τη απόφαση Turco, όσον αφορά νομικές γνωμοδοτήσεις στον τομέα της νομοθετικής δράσεως: Συγκεκριμένα, ακριβώς η διαφάνεια, μέσω της δυνατότητας που αυτή παρέχει ώστε να τίθενται σε ανοικτό διάλογο οι διάφορες διιστάμενες απόψεις, συμβάλλει στο να αποκτούν τα θεσμικά όργανα μεγαλύτερη νομιμότητα στα μάτια του Ευρωπαίου πολίτη και στο να αυξάνεται η εμπιστοσύνη του προς αυτά.. Στην πραγματικότητα, τις αμφιβολίες στον πολίτη, όχι μόνον ως προς τη νομιμότητα μιας μεμονωμένης πράξης, αλλά και ως προς τη νομιμότητα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στο σύνολό της, μπορεί να γεννήσει μάλλον η έλλειψη πληροφόρησης και διαλόγου. Άλλωστε, ο κίνδυνος να γεννηθούν αμφιβολίες στον Ευρωπαίο πολίτη ως προς τη νομιμότητα μιας πράξεως του κοινοτικού νομοθέτη από το γεγονός ότι η Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου έδωσε δυσμενή γνωμοδότηση επί της πράξεως αυτής δεν πραγματώνεται συνήθως αν η αιτιολογία της εν λόγω πράξεως είναι ενισχυμένη, εκθέτοντας με αυτόν τον τρόπο σαφώς τους λόγους για τους οποίους δεν ακολουθήθηκε η δυσμενής αυτή γνωμοδότηση (36).

92.      Οι σκέψεις αυτές ισχύουν όχι μόνο για τον νομοθέτη, αλλά κατ’ αρχήν και για τη διοίκηση. Σε διοικητικές δραστηριότητες μπορεί, για τους εκτεθέντες προηγουμένως λόγους, να είναι επιβεβλημένη η προστασία υπό εξέλιξη διαδικασιών (37), μετά όμως την οριστική περάτωση της σχετικής διαδικασίας ούτε αυτό το συμφέρον ασκεί πλέον επιρροή.

93.      Το Πρωτοδικείο στηρίζεται πάντως με τις σκέψεις 124 έως 127 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε πρόσθετες εκτιμήσεις, προκειμένου να διατηρηθεί η απόφαση της Επιτροπής. Αυτή η διεύρυνση της αιτιολογίας της Επιτροπής από το Πρωτοδικείο είναι αμφιβόλου κύρους, πράγμα όμως που δεν αποτέλεσε αντικείμενο αιτιάσεως και, επομένως δεν πρέπει να εξετασθεί κατ’ αναίρεση.

94.      Το Πρωτοδικείο επεκτείνει με τη σκέψη 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τον κίνδυνο της αυτολογοκρισίας σε γνωμοδοτήσεις της Νομικής Υπηρεσίας. Εξέθεσα προηγουμένως ως προς την προστασία διαδικασιών λήψεως αποφάσεων ότι η σκέψη αυτή δεν με πείθει (38). Πολλώ μάλλον δεν ευσταθεί ως προς την παροχή νομικών συμβουλών, δεδομένου ότι η Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής είναι ανεξάρτητη από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού. Επομένως, τα μέλη της δεν χρειάζεται να φοβούνται δυσμενείς συνέπειες λόγω της διατυπώσεως επικριτικών απόψεων, ακόμη κι αν αυτές καθίσταντο δημοσίως γνωστές. Εξάλλου, η παραίτηση από την άσκηση κριτικής θα αφαιρούσε κάθε στοιχείο λειτουργικότητας από τις γνωμοδοτήσεις της Νομικής Υπηρεσίας. Πράγματι, αυτές πρέπει ιδίως να επισημαίνουν ενδεχομένως προβλήματα και ασθενή σημεία.

95.      Πιθανότερη θα ήταν μάλλον μια φυγή προς ανεπίσημες μορφές της διαβουλεύσεως, που, παραδείγματος χάριν, θα μπορούσε να γίνεται μόνο προφορικώς. Και ως προς αυτό, όμως, ισχύουν οι γενικές σκέψεις για την προστασία διαδικασιών λήψεως αποφάσεως. Συχνά, λόγω του περίπλοκου χαρακτήρα των σχετικών με τον ανταγωνισμό διαδικασιών, θα είναι αδύνατη η πλήρης παραίτηση από τη διατύπωση γνωμών εγγράφως.

96.      Καθόσον το Πρωτοδικείο μνημονεύει με τη σκέψη 126 τον κίνδυνο της αντιφάσεως μεταξύ των απόψεων της Νομικής Υπηρεσίας που διατυπώνονται εσωτερικώς και της θέσεως που τα μέλη της θα πρέπει ενδεχομένως να υποστηρίξουν ενώπιον δικαστηρίου, ο κίνδυνος αυτός δεν υφίσταται εν πάση περιπτώσει πλέον, όταν τα δικαστήρια θα έχουν αποφανθεί τελεσιδίκως επί της σχετικής νομικής πράξεως. Επομένως, σφάλει το Πρωτοδικείο, κρίνοντας με τη σκέψη 127 ότι η απόφαση Airtours στερείται σημασίας για την εφαρμογή της εξαιρέσεως υπέρ της Νομικής Υπηρεσίας.

97.      Ούτε η κατά το τότε χρονικό σημείο εκκρεμούσα ακόμη διαδικασία, που αφορούσε αγωγή αποζημιώσεως συνεπεία της αποφάσεως Airtours/First Choice, έχει ως αποτέλεσμα μια διαφορετική εκτίμηση.

98.      Στην παρούσα διαδικασία πρόκειται κατ’ ουσίαν για το ζήτημα αν η Επιτροπή, εκδίδοντας την κριθείσα ως παράνομη απόφαση, παρέβη κατάφωρα τις υποχρεώσεις της, ώστε να γεννώνται αξιώσεις αποζημιώσεως (39). Οι γνωμοδοτήσεις της Νομικής Υπηρεσίας για μια τέτοια απόφαση θα πρέπει κατά κανόνα να δείχνουν απλώς ότι πρόκειται για περίπλοκα ζητήματα και, επομένως, να συνηγορούν υπέρ του ότι δεν υφίσταται κατάφωρη παράβαση. Κατάφωρη παράβαση θα μπορούσαν να θεμελιώσουν αυτές οι γνωμοδοτήσεις, μόνον αν αποκαλύπτουν σοβαρά ελαττώματα της διοικητικής διαδικασίας. Σ’ αυτή την περίπτωση, πάντως, δεν θα υπήρχε άξιο προστασίας συμφέρον της Επιτροπής να κρατήσει αυτά τα έγγραφα. Αντιθέτως θα ήταν προς το δημόσιο συμφέρον να αποκαλύπτονται τέτοια ελαττώματα και κατ’ αυτόν τον τρόπο να αποφεύγεται η επανάληψή τους.

99.      Επομένως, και η εκτίμηση περί της εφαρμογής του άρθρου.4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 στηρίζεται σε νομική πλάνη του Πρωτοδικείου.

 Ως προς την εξέταση του υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος για τη δημοσιοποίηση

100. Η Σουηδία διατυπώνει επί πλέον επικρίσεις για τον τρόπο με τον οποίο εξετάσθηκε το ζήτημα αν η Επιτροπή ορθώς απέκλεισε την ύπαρξη υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος για τη δημοσιοποίησ των επίμαχων εγγράφων.

101. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, και παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 προβλέπουν αντιστοίχως ότι τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σ’ ένα έγγραφο, αν θα εθίγετο ή θα εθίγετο σοβαρά προστατευόμενο συμφέρον, εκτός εάν για τη δημοσιοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον.

102. Το Πρωτοδικείο περιορίστηκε στις σκέψεις 60 επ., 118 επ. και 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως να εξετάσει και να απορρίψει τα επιχειρήματα της MyTravel.

103. Η Σουηδία αντιτάσσει ότι δεν εναπόκειται στον αιτούντα να αποδείξει την ύπαρξη δημοσίου συμφέροντος.

104. Η άποψη της Σουηδίας πρέπει κατ’ αρχάς να τύχει αποδοχής. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το οικείο θεσμικό όργανο πρέπει στις περιπτώσεις του άρθρου 4, παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού 1049/2001 να διευκρινίσει αν υφίσταται παρ’ όλ’ αυτά υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που να δικαιολογεί τη δημοσιοποίηση του σχετικού εγγράφου (40). Τουλάχιστον οι πτυχές που προβάλλουν επιτακτικώς στην εκάστοτε περίπτωση πρέπει επομένως να εξετάζονται αυτεπαγγέλτως (41).

105. Στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας, παράβαση του άρθρου 4, παράγραφοι 2 ή 3, του κανονισμού 1049/2001 εξετάζεται πάντως κατά τον έλεγχο της υπάρξεως υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, μόνον εάν την προβάλλει ο προσφεύγων. Όταν μια τέτοια αιτίαση δεν έχει ως αντικείμενο την πλήρη έλλειψη αυτού του ελέγχου, θα πρέπει να μνημονεύει τις πτυχές που δεν αξιολογήθηκαν ορθώς. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν υποπίπτει σε πλάνη περί το δίκαιο, όταν επικεντρώνει την προσοχή του στα επιχειρήματά του.

106. Πρέπει πάντως να θεωρηθεί ότι ορθώς η Σουηδία εκθέτει ότι η MyTravel προέβαλε στοιχεία που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την ύπαρξη επαρκούς δημοσίου συμφέροντος.

107. Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το συμφέρον του κοινού να ενημερώνεται σχετικά με σημαντικά ζητήματα του κοινοτικού δικαίου, όπως είναι αυτά που ανακύπτουν στον τομέα του ανταγωνισμού, καθώς και σχετικά με ζητήματα που παρουσιάζουν ορισμένο πολιτικό ενδιαφέρον, διότι αποτελούν αντικείμενο προσφυγών λόγω παραβάσεως, δεν κατισχύει, κατ’ αρχήν, της προστασίας ένδικων διαδικασιών που βρίσκονται υπό εξέλιξη (42).

108. Στην υπό εξέταση περίπτωση, πρόκειται πάντως για περατωθείσα διοικητική διαδικασία. Προ πάντων, όμως, η MyTravel, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα από το Πρωτοδικείο στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προέβαλε ότι οι σκληρές επικριτικές παρατηρήσεις του Πρωτοδικείου με την απόφαση Airtours ώθησαν την Επιτροπή να προβεί σε εσωτερική έρευνα, προκειμένου να διδαχθεί από αυτή την απόφαση και να καθορίσει τις αναγκαίες αλλαγές στην πρακτική λήψεως των αποφάσεών της. Στο πλαίσιο αυτό, συνιστά υπέρτερο δημόσιο συμφέρον η κατανόηση του τι συνέβη, πώς θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί και τι έγινε προκειμένου να μην επαναληφθεί.. Η διαφάνεια επιτρέπει στο κοινό να ελέγχει αν τα μέτρα που ελήφθησαν για τη διόρθωση μιας ανεπάρκειας της διοικήσεως είναι κατάλληλα και ενδεδειγμένα.

109. Αυτό το αυξημένο δημόσιο συμφέρον αναφορικά με τις συνέπειες της αποφάσεως Airtours υπερβαίνει κατά πολύ το γενικό συμφέρον που αφορά ζητήματα ανταγωνισμού ή διαδικασίες λόγω παραβάσεων κράτους μέλους. Έπρεπε να προβάλει επιτακτικά κατά την εξέταση της αιτήσεως προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν το μνημόνευσε στις δύο αποφάσεις για την πρόσβαση στα έγγραφα. Επομένως, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι το έλαβε υπόψη στο πλαίσιο της σταθμίσεως, στην οποία προέβη.

110. Ακόμη πιο ακατανόητο είναι το γιατί το Πρωτοδικείο κρίνει με τη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η προσφεύγουσα δεν εκθέτει γιατί πρόκειται για υπέρτερο δημόσιο συμφέρον και με τις σκέψεις 64 επ. τονίζει μόνον τα προσωπικά συμφέροντα της MyTravel. Τέτοιες διευκρινίσεις και ενδεχομένως προσωπικά συμφέροντα δεν μπορούν να έχουν σημασία, όταν η Επιτροπή, ούτε καν ως μια πρώτη προσέγγιση, δεν αντιμετωπίζει το ζήτημα ενός προφανώς ασυνήθους δημοσίου συμφέροντος.

111. Επομένως, και η εκτίμηση της υπάρξεως ενδεχομένως υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος είναι ελαττωματική λόγω πλάνης περί το δίκαιο.

 Επί της μερικής προσβάσεως

112. Τέλος, η Σουηδία επικρίνει το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε επαρκώς και επακριβώς αν μπορούσαν να δοθούν μέρη των κρατηθέντων εγγράφων. Ο ισχυρισμός αυτός αφορά πάντως ένα ζήτημα που δεν αποτελούσε αντικείμενο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου. Δεδομένου ότι κατά το άρθρο 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αναίρεση δεν μπορεί να μεταβάλει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (43).

 Συμπέρασμα από την εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως

113. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη λόγω πλάνης περί το δίκαιο, όσον αφορά την εκτίμηση της εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, και παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1049/2001. Κατά τούτο, πρέπει να αναιρεθεί.

 ΣΤ – Επί της προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου (νυν Γενικού Δικαστηρίου)

114. Κατά το άρθρο 61, παράγραφος 1, δεύτερη φράση, του Οργανισμού του, το Δικαστήριο μπορεί, σε περίπτωση αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, να αποφανθεί το ίδιο επί της διαφοράς, εφόσον η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση. Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω.

115. Η MyTravel ζήτησε να ακυρωθούν οι δύο αποφάσεις της Επιτροπής, με τις οποίες απορρίφθηκε η αίτησή της για πρόσβαση σε έγγραφα.

116. Βεβαίως, κατόπιν της εξετάσεως του πρώτου από τους δύο λόγους αναιρέσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η Επιτροπή κακώς με τις δύο αυτές αποφάσεις επικαλέσθηκε τις εξαιρέσεις για την προστασία της διαδικασίας λήψεως αποφάσεως και της παροχής νομικών συμβουλών (44). Στήριξε όμως επιπροσθέτως τις αποφάσεις στην προστασία ένδικων διαδικασιών (45), καθώς και στην προστασία έρευνας και οικονομικού ελέγχου (46).

117. Το Πρωτοδικείο αποφάσισε μεν τελεσιδίκως ως προς την εφαρμογή της δεύτερης αυτής εξαιρέσεως, μόνον όμως όσον αφορά ένα και μοναδικό έγγραφο. Το ζήτημα, αντιθέτως, αν οι δύο αυτές εξαιρέσεις δικαιολογούν την άρνηση παροχής προσβάσεως στα λοιπά έγγραφα δεν εξετάσθηκε ακόμη. Αμφότερες οι εξαιρέσεις, όμως, θα προϋπέθεταν ότι η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη το ιδιαίτερο δημόσιο συμφέρον ως προς τη στάση της έναντι της αποφάσεως Airtours, πράγμα που δεν συνέβη (47). Επομένως, ούτε μπορούν να δικαιολογήσουν την άρνηση.

118. Επομένως, αμφότερες οι αποφάσεις της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθούν εξ ολοκλήρου.

V –    Επί των δικαστικών εξόδων

119. Κατά το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία βάσει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ιδίου άρθρου 69 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη που παρενέβησαν στη διαφορά φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.

120. Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως της Σουηδίας πρέπει να γίνει δεκτή, η Επιτροπή πρέπει, όπως ζητείται, να καταδικασθεί στα έξοδα της Σουηδίας στην εν προκειμένω διαδικασία.

121. Η Δανία, η Γερμανία, η Γαλλία, οι Κάτω Χώρες, η Φινλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.

122. Δεδομένου ότι η Σουηδία δεν ζήτησε να αναιρεθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου ως προς τα δικαστικά έξοδα, δεν πρέπει αυτή να μεταβληθεί.

VI – Πρόταση

123. Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:

1.      Αναιρεί το σημείο 2 του διατακτικού της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, T-403/05, MyTravel κατά Επιτροπής.

2.      Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής της 28ης Σεπτεμβρίου 2000 (D [2005] 8461).

3.      Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής της 12ης Οκτωβρίου 2005 (D [2005] 9763).

4.      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα στην κατ’ αναίρεση διαδικασία, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του Βασιλείου της Σουηδίας.

5.      Το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η Γαλλική Δημοκρατία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2 – ΕΕ L 145, σ. 43.


3 – Πρόκειται για την «ιστορική» ήττα της Επιτροπής σε μια υπόθεση ελέγχου συγκεντρώσεως επιχειρήσεων, βλ. την απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουνίου 2002, T‑342/99, Airtours κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑2585). Επακολούθησαν άλλες ήττες με τις αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 2002, T‑310/01 και T‑77/02, Schneider Electric κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑4071, και Συλλογή 2002, σ. II‑4201, αντιστοίχως), καθώς και της 25ης Οκτωβρίου 2002, T‑5/02 και T‑80/02, Tetra Laval κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑4381, και Συλλογή 2002, σ. II‑4519, αντιστοίχως). Κατά των δύο τελευταίων αποφάσεων ασκήθηκαν αιτήσεις αναιρέσεως, επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2005, C‑12/03 P και C‑13/03 P, Επιτροπή κατά Tetra Laval (Συλλογή 2005, σ. I‑987, και Συλλογή 2005, σ. I‑1113, αντιστοίχως).


4 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, MyTravel κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. II‑2027).


5 – ΕΕ L 24, σ. 1. Το άρθρο 18, παράγραφος 3, του εφαρμοστέου στη διαδικασία Airtours/First Choice κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 395, σ. 1), είχε την ίδια διατύπωση.


6 – ΕΕ L 133, σ. 1.


7 – ΕΕ L 61, σ. 1.


8 – Υπόθεση T‑342/99, Συλλογή 2002, σ. II‑2585.


9 – Απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, T‑212/03, MyTravel κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. II‑1967).


10 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Νοεμβρίου 2004, T‑84/03, Turco κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2003, σ. II-4061, σκέψεις 54 έως 59).


11 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, C‑514/07 P, C‑528/07 P και C‑532/07 P, Σουηδία κατά API και Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 68 επ., και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


12 – Βλ. τις αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2010, C‑139/07 P, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 53) και Σουηδία κατά API και Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψεις 70 επ.).


13 – Βλ. την απόφαση Σουηδία κατά API και Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψεις 73 επ., και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


14 – Αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2008, T‑144/05, Muñiz κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, συνοπτική δημοσίευση στη Συλλογή 2008, σ. II‑335*, σκέψη 75), της 11ης Μαρτίου 2009, T‑121/05, Borax Europe κατά Επιτροπής ( δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, συνοπτική δημοσίευση στη Συλλογή 2009, σ. II‑27*, σκέψη 66 επ., και T‑166/05, δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, συνοπτική δημοσίευση στη Συλλογή 2009, σ. II‑28*, σκέψη 101 επ.), της 9ης Ιουνίου 2010, T‑237/05, Éditions Jacob κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 141, αναιρεσιβαλλόμενη στην υπόθεση C‑404/10 P, ανακοίνωση στην ΕΕ C 274, σ. 19), και της 7ης Ιουλίου 2010, T‑111/07, Agrofert Holding κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 142, αναιρεσιβαλλόμενη στην υπόθεση C‑477/10 P, ανακοίνωση στην ΕΕ C 328, σ. 22).


15 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 29.


16 – Άρθρο 3, στοιχείο α΄, της προτάσεως κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, COM(2000) 30.


17 – COM(2000) 30, σ. 4.


18 – Βλ. τις δύο παρατεθείσες στην υποσημείωση 14 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Borax Europe κατά Επιτροπής (T‑121/05, σκέψη 66, και T‑166/05, σκέψη 101).


19 – Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, COM/2008/229 τελικό, σ. 15 (αιτιολογική σκέψη 17) και 20 (άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 4).


20 – Draft Report on the proposal for a regulation of the European Parliament and of the Council regarding public access to European Parliament, Council and Commission documents της 12ης Μαΐου 2010 (PE439.989v01-00), σ. 14 (αιτιολογική σκέψη 12c), 17 επ. (αιτιολογική σκέψη 17) και 31 επ.


21 – Βλ. τις σκέψεις που αναπτύσσω στις προτάσεις της 6ης Μαΐου 2010 επί της υποθέσεως C‑343/09, Afton Chemical (δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 43 επ.). Ναι μεν το Δικαστήριο δεν συμμερίσθηκε με την απόφαση της 8ης Ιουλίου 2010, σκέψεις 38 επ., τις αμφιβολίες μου ως προς την επαρκή έρευνα της σχετικής με το πρόβλημα καταστάσεως, πλην όμως αυτό δείχνει απλώς ότι αυτές δεν ήταν επαρκείς σ’ αυτή την υπόθεση για να τεθεί εν αμφιβόλω η νομιμότητα της αποφάσεως.


22 – Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2008, C‑39/05 P και C‑52/05 P, Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2008, σ. I‑4723, σκέψη 43), βλ. επίσης τις παρατιθέμενες στην υποσημείωση 12 αποφάσεις.


23 – Βλ. τη σκέψη 102 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


24 – Βλ. τη σκέψη 108 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


25 – Απόφαση Σουηδία κατά API και Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 77), βλ. επίσης προηγουμένως την απόφαση Technische Glaswerke Ilmenau (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 60).


26 – Βλ. την απόφαση Σουηδία κατά API και Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 81).


27 – Βλ. ως προς την προστασία της δικαιοδοτικής δραστηριότητας την απόφαση Σουηδία κατά API και Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 92).


28 – Βλ. ως προς την προστασία της δικαιοδοτικής δραστηριότητας την απόφαση Σουηδία κατά API και Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 93).


29 – Έτσι, επίσης, όσον αφορά εσωτερικά έγγραφα στη διαδικασία στον τομέα των συμπράξεων, η απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Ιουνίου 2008, T‑410/03, Hoechst κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. II‑881, σκέψη 165), με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία του Πρωτοδικείου και με έμμεση αναφορά στη διάταξη του Δικαστηρίου της 18ης Ιουνίου1986, 142/84 και 156/84, British American Tobacco και Reynolds Industries κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 1899, σκέψη 11). Βλ. επίσης την απόφαση της 6ης Απριλίου 1995, C‑310/93 P, BPB Industries και British Gypsum κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I‑865, σκέψη 22).


30 – Αποφάσεις Technische Glaswerke Ilmenau (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 58), ως προς την πρόσβαση στο φάκελο μιας αφορώσας ενισχύσεις διαδικασίας, και Σουηδία κατά API και Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 100), ως προς την πρόσβαση σε υπομνήματα ένδικων διαδικασιών.


31 – Βλ. ως προς το δίκαιο των συμπράξεων επιχειρήσεων τις αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑8375, σκέψη 321), της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 68), και της 1ης Ιουλίου 2010, C‑407/08 P, Knauf Gips κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 22), καθώς και από το πειθαρχικό δίκαιο την απόφαση της 11ης Ιουλίου 2006, C‑432/04, Επιτροπή κατά Cresson (Συλλογή 2006, σ. I‑6387, σκέψη 110).


32 – Βλ. ανωτέρω το σημείο  65 επ.


33 – Βλ. ως προς την προστασία της δικαιοδοτικής δραστηριότητας την απόφαση API (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 130 επ.).


34 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 46 επ.


35 – Αποφαση Technische Glaswerke Ilmenau (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψεις 1και 14 επ.).


36 – Απόφαση Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψη 59 επ.).


37 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 65 επ.


38 – Βλ. ανωτέρω το σημείο 46 επ..


39 – Βλ. την απόφαση MyTravel κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9), ειδικότερα σκέψεις 37 επ.).


40 – Απόφαση Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψη  49).


41 – Βλ. την απόφαση Σουηδία κατά API και Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 152) και ως προς νομικές γνωμοδοτήσεις κατά τη νομοθετική διαδικασία την απόφαση Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψη 67). Δυνάμενη να δημιουργήσει παρανοήσεις εν προκειμένω, η απόφαση Technische Glaswerke Ilmenau (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψεις 62 και 70).


42 – Απόφαση Σουηδία κατά API και Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 157 επ.).


43 – Βλ. τις αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C‑136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I‑1981, σκέψη 59), της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑74/00 P και C‑75/00 P, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑7869, σκέψη 177), και της 14ης Οκτωβρίου 2010, C‑280/08 P, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 34).


44 – Άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, και παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1049/2001 Βλ. σχετικώς ανωτέρω, σημεία A και B.


45 – Άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.


46 – Άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.


47 – Βλ. σχετικώς ανωτέρω το σημείο 109 επ.