Language of document : ECLI:EU:C:2011:505

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 21ης Ιουλίου 2011 (*)

«Κοινή γεωργική πολιτική – Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ – Κανονισμοί (EΚ) 1257/1999 και 817/2004 – Κοινοτική στήριξη της αγροτικής αναπτύξεως – Στήριξη των μεθόδων γεωργοπεριβαλλοντικής παραγωγής – Γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις πλην των ενισχύσεων “για ζώα”, η χορήγηση των οποίων εξαρτάται από την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ζωικού κεφαλαίου – Εφαρμογή του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου – Σύστημα αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως βοοειδών – Υποχρέωση των εθνικών αρχών να παρέχουν πληροφορίες όσον αφορά τους όρους επιλεξιμότητας»

Στην υπόθεση C‑21/10,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Fővárosi Bíróság (Ουγγαρία) με απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Ιανουαρίου 2010, στο πλαίσιο της δίκης

Károly Nagy

κατά

Mezőgazdasági és Vidékfejlesztési Hivatal,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, D. Šváby, R. Silva de Lapuerta, Γ. Αρέστη (εισηγητή) και J. Malenovský, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Mazák

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο K. Nagy, παριστάμενος αυτοπροσώπως,

–        η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Z. Fehér, Z. Tóth και K. Szíjjártó,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. von Rintelen και A. Sipos,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 2011,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 22 του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999, του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το ευρωπαϊκό γεωργικό ταμείο προσανατολισμού και εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών (ΕΕ L 160, σ. 80), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1783/2003, του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 270, σ. 70, στο εξής: κανονισμός 1257/1999), καθώς και του άρθρου 68 του κανονισμού (ΕΚ) 817/2004 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2004, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 1257/1999 (ΕΕ L 153, σ. 30).

2        Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Κ. Nagy, κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως, και του Mezőgazdasági és Vidékfejlesztési Hivatal (Γραφείου γεωργίας και αγροτικής αναπτύξεως, στο εξής: MVH), με αντικείμενο την απόρριψη του αιτήματος του πρώτου για χορήγηση γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως μετά από έλεγχο των στοιχείων που αυτός περιέλαβε στην αίτησή του για ενίσχυση.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Στο κεφάλαιο VI, υπό τον τίτλο «Γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα και καλές συνθήκες διαβίωσης των ζώων», το άρθρο 22 του κανονισμού 1257/1999:

«Η στήριξη μεθόδων γεωργικής παραγωγής που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος, στη διατήρηση του φυσικού χώρου (γεωργοπεριβάλλον) ή στη βελτίωση της καλής διαβίωσης των ζώων πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της κοινοτικής πολιτικής που αφορούν τη γεωργία, το περιβάλλον και την καλή διαβίωση των ζώων.

Η στήριξη αυτή πρέπει να προωθεί:

[...]

β)      την ευνοϊκή για το περιβάλλον εκτατικοποίηση της γεωργικής δραστηριότητας και τη διαχείριση συστημάτων βοσκής χαμηλής πυκνότητας,

γ)      τη διατήρηση υψηλής φυσικής αξίας περιβαλλόντων στα οποία ασκείται η γεωργία και τα οποία βρίσκονται υπό απειλή,

[...]».

4        Το άρθρο 37, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν πρόσθετους ή περισσότερο περιοριστικούς όρους για τη χορήγηση κοινοτικής στήριξης για την αγροτική ανάπτυξη, εφόσον οι όροι αυτοί έχουν συνοχή με τους στόχους και τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.»

5        Το άρθρο 58, παράγραφος 4, του κανονισμού (EΚ) 445/2002 της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 2002, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1257/1999 (ΕΕ L 74, σ. 1), προβλέπει ότι η ταυτοποίηση των εκτάσεων και των ζώων πραγματοποιείται σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 355, σ. 1).

6        Το άρθρο 5 του κανονισμού 3508/92, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (EΚ) 820/97 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1997 (ΕΕ L 117, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 3508/92), ορίζει:

«Το σύστημα αναγνώρισης της καταγραφής των ζώων που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση ενίσχυσης υποκείμενης στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού θεσπίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5, 6 και 8 της οδηγίας 92/102/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για την αναγνώριση και την καταγραφή των ζώων (ΕΕ L 355, σ. 32)], και τον κανονισμό (EΚ) 820/97.»

7        Κατά την τριακοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 817/2004:

«Οι διοικητικές διατάξεις πρέπει να επιτρέπουν τη βελτίωση της διαχείρισης, της παρακολούθησης και του ελέγχου της στήριξης της αγροτικής ανάπτυξης. Για λόγους απλούστευσης, είναι σκόπιμο να εφαρμόζεται, στο μέτρο του δυνατού, το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπεται στον Τίτλο ΙΙ, κεφάλαιο IV, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς [και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2019/93, (ΕΚ) 1452/2001, (ΕΚ) 1453/2001, (ΕΚ) 1454/2001, (ΕΚ) 1868/94, (EΚ) 1251/1999, (EΚ) 1254/1999, (EΚ) 1673/2000, (ΕΟΚ) 2358/71 και (EΚ) 2529/2001 (ΕΕ L 270, σ. 1, στο εξής: “ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου”)], οι λεπτομέρειες εφαρμογής των οποίων προβλέπονται από τον κανονισμό (EΚ) 2419/2001, της Επιτροπής [της 11ης Δεκεμβρίου 2001 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92, του Συμβουλίου (ΕΕ L 327, σ. 11)]».

8        Το άρθρο 66, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού 817/2004 ορίζει:

«1.      Αιτήσεις για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης που αφορούν εκτάσεις ή ζώα, οι οποίες υποβάλλονται χωριστά από τις αιτήσεις για τη χορήγηση ενισχύσεων δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92, αναφέρουν όλες τις εκτάσεις και τα ζώα της εκμετάλλευσης που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον έλεγχο των αιτήσεων σχετικά με το συγκεκριμένο μέτρο, περιλαμβανομένων εκείνων για τα οποία δεν ζητείται στήριξη.

[...]

4.      Τα ζώα και οι εκτάσεις αναγνωρίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 20 του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003.»

9        To άρθρο 67 του κανονισμού 817/2004 προβλέπει:

«1.      Οι αρχικές αιτήσεις υπαγωγής στο καθεστώς, καθώς και οι μετέπειτα αιτήσεις πληρωμής ελέγχονται κατά τρόπο που διασφαλίζει την αποτελεσματική εξακρίβωση της τήρησης των όρων χορήγησης της στήριξης.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις μεθόδους και τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο των μέτρων, καθώς και τα πρόσωπα που υπόκεινται στους ελέγχους. [...]

Όπου ενδείκνυται, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου [ΟΣΔΕ] που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003.

[…]»

10      Το άρθρο 68 του κανονισμού 817/2004 προβλέπει:

«Οι διοικητικοί έλεγχοι είναι διεξοδικοί και περιλαμβάνουν, όπου ενδείκνυται, διασταύρωση στοιχείων, μεταξύ άλλων με τα δεδομένα του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου. Οι εν λόγω διασταυρούμενοι έλεγχοι αφορούν τα αγροτεμάχια και τα ζώα που καλύπτονται από μέτρο στήριξης, ώστε να αποτρέπεται η αδικαιολόγητη καταβολή στήριξης. Πρέπει επίσης να ελέγχεται η τήρηση των μακροχρόνιων υποχρεώσεων.»

11      Κατά το άρθρο 17 του κανονισμού 1782/2003, κάθε κράτος μέλος δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου.

12      Το άρθρο 18 του κανονισμού 1782/2003 έχει ως εξής:

«1.      Το ολοκληρωμένο σύστημα [διαχειρίσεως και ελέγχου] περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

α)      ηλεκτρονική βάση δεδομένων·

β)      σύστημα αναγνώρισης των αγροτεμαχίων·

γ)      σύστημα προσδιορισμού και καταγραφής των δικαιωμάτων ενίσχυσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 21 του κανονισμού·

δ)      αιτήσεις παροχής ενίσχυσης·

ε)      ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου·και

στ)      μοναδικό σύστημα καταγραφής της ταυτότητας κάθε γεωργού που υποβάλει αίτηση για παροχή ενίσχυσης.

2.      Σε περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 67, 68, 69, 70 και 71, το ολοκληρωμένο σύστημα περιλαμβάνει σύστημα [αναγνώρισης και καταγραφής] των ζώων το οποίο εγκαθιδρύεται σύμφωνα με την οδηγία 92/102/ΕΟΚ […] και τον κανονισμό (ΕΚ) 1760/2000 [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 820/97 του Συμβουλίου (ΕΕ L 204, σ. 1)].»

13      Το άρθρο 20 του κανονισμού 1782/2003 ρυθμίζει το σύστημα αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων.

14      Το άρθρο 16, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (EΚ) 796/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 (ΕΕ L 141, σ. 18), ορίζει:

«Τα κράτη μέλη μπορούν ειδικότερα να εισαγάγουν διαδικασίες, βάσει των οποίων τα δεδομένα που περιέχονται στη μηχανογραφημένη βάση δεδομένων για τα βοοειδή μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αίτηση ενίσχυσης, υπό τον όρο ότι η μηχανογραφημένη βάση δεδομένων για τα βοοειδή προσφέρει το επίπεδο βεβαιότητας και υλοποίησης που είναι αναγκαίο για την ορθή διαχείριση των σχετικών καθεστώτων ενίσχυσης. Οι διαδικασίες αυτές μπορούν να συνίστανται σε ένα σύστημα, σύμφωνα με το οποίο ο γεωργός μπορεί να υποβάλει αίτηση ενίσχυσης για όλα τα ζώα, τα οποία, κατά την ημερομηνία που καθορίζει το κράτος μέλος, πληρούν τις προϋποθέσεις ενίσχυσης βάσει των δεδομένων που περιέχονται στη μηχανογραφημένη βάση δεδομένων για τα βοοειδή. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα, για να εξασφαλίσουν ότι:

α)      σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στο συγκεκριμένο καθεστώς ενίσχυσης, οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης των περιόδων υποχρεωτικής κατοχής είναι σαφώς προσδιορισμένες και γνωστές στο γεωργό·

β)      ο γεωργός γνωρίζει ότι τα ζώα που βρίσκονται εσφαλμένα ταυτοποιημένα ή καταγεγραμμένα στο σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής βοοειδών, θεωρούνται ζώα για τα οποία έχουν διαπιστωθεί παρατυπίες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 59.

[...]»

15      Δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού 1760/2000, η αρμόδια αρχή των κρατών μελών δημιουργεί ηλεκτρονική βάση δεδομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 18 της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών βοοειδών και χοιροειδών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 108).

 Η εθνική νομοθεσία

16      Το άρθρο 5 της αποφάσεως 150/2004 του ουγγρικού Υπουργείου Γεωργίας και Αγροτικής Αναπτύξεως, περί ειδικών διατάξεων σχετικά με τη χορήγηση γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων που έχουν εγγραφεί στον προϋπολογισμό του κράτους, συγχρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, και προβλέπονται από το εθνικό σχέδιο αγροτικής αναπτύξεως (Magyar Közlöny 2004/116, στο εξής: υπουργική απόφαση 150/2004), ορίζει ότι είναι δυνατή η χορήγηση ενισχύσεων στο πλαίσιο γεωργοπεριβαλλοντικών προγραμμάτων διαχειρίσεως βοσκοτόπων.

17      Το άρθρο 32, παράγραφος 2, της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως καθορίζει τους όρους επιλεξιμότητας για τη χορήγηση της επίμαχης ενισχύσεως, κατά τους οποίους οι ενδιαφερόμενοι γεωργοί πρέπει να έχουν στην κατοχή τους τουλάχιστον ένα εκτάριο βοσκότοπου σε ορισμένες ευαίσθητες φυσικές εκτάσεις, τις οποίες προβλέπει η εν λόγω διάταξη, και, αφετέρου, τουλάχιστον 0,2 μονάδες ζωικού κεφαλαίου ανά εκτάριο, για τη χρήση τους ως βοσκοτόπων.

18      Το άρθρο 16 του κανονισμού 131/2004 του Υπουργείου Γεωργίας και Αγροτικής Αναπτύξεως, περί γενικών διατάξεων σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεων που έχουν εγγραφεί στον προϋπολογισμό του κράτους, συγχρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, και προβλέπονται από το εθνικό σχέδιο αγροτικής αναπτύξεως (Magyar Közlöny 2004/127), ορίζει τα εξής:

«Τα αναγραφόμενα στην αίτηση στοιχεία ελέγχονται δυνάμει των άρθρων 66 έως 70 της αποφάσεως [817/2004].»

19      Το ουγγρικό σύστημα αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως βοοειδών (Egységes Nyilvántartási és Azonosítási Rendszer, στο εξής: ENAR) ορίζεται στο άρθρο 2 της αποφάσεως 99/2002 του Υπουργείου Γεωργίας και Αγροτικής Αναπτύξεως, σχετικά με την εξατομικευμένη αναγνώριση και καταχώριση των βοοειδών και το σύστημα εξατομικευμένης αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως βοοειδών (Magyar Közlöny 2002/135), ως σύστημα εξατομικευμένης αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως βοοειδών που συνδέεται με την καταχώριση των κοπαδιών, διασφαλίζει την παρακολούθηση των ζώων και αποτελεί τη βάση του συστήματος καταχωρίσεως των οικείων ειδικών τομέων (υγεία των ζώων, προϋποθέσεις εκτροφής, ρύθμιση της αγοράς, κ.λπ.).

20      Το άρθρο 3 της ως άνω αποφάσεως προβλέπει ότι τα βοοειδή πρέπει να καταχωρίζονται στην εθνική βάση δεδομένων προς τον σκοπό της εξατομικευμένης αναγνωρίσεως και καταχωρίσεώς τους.

21      Το άρθρο 19 της εν λόγω αποφάσεως διευκρινίζει ότι οι κάτοχοι ζώων υποχρεούνται να συνδράμουν στην επακριβή και επαγγελματική καταγραφή των εκτρεφόμενων κοπαδιών ή ζώων.

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

22      Στις 26 Νοεμβρίου 2004 ο K. Nagy υπέβαλε αίτηση για παροχή γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως ενώπιον του MVH.

23      Προϋπόθεση για τη χορήγηση των ενισχύσεων αυτών, οι οποίες προβλέφθηκαν στο πλαίσιο λειτουργικού προγράμματος διαχειρίσεως των βοσκοτόπων, είναι, δυνάμει του άρθρου 32, παράγραφος 2, της υπουργικής αποφάσεως 150/2004, η κατοχή τουλάχιστον 0,2 μονάδων ζωικού κεφαλαίου ανά εκτάριο για χρήση του ως βοσκότοπου.

24      Στην αίτησή του για τη χορήγηση ενισχύσεως ο K. Nagy δήλωσε ότι είχε στην κατοχή του δώδεκα βοοειδή και ότι στις 10 Αυγούστου 2005 και 6 Οκτωβρίου 2006, του καταβλήθηκε η εν λόγω ενίσχυση για τις περιόδους 2004-2005 και 2005-2006 αντιστοίχως.

25      Από τους ελέγχους που διενεργήθηκαν στις 18 Οκτωβρίου 2006 καθώς και τους διασταυρούμενους ελέγχους, μέσω του ENAR, όσον αφορά την κατάσταση ως είχε κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για τη χορήγηση ενισχύσεως προέκυψε ότι τα δώδεκα βοοειδή που αναφέρονται στην εν λόγω αίτηση δεν ήταν καταχωρισμένα κατά τον χρόνο υποβολής της εν λόγω αιτήσεως.

26      Με την από 15 Δεκεμβρίου 2006 απόφαση το MVH διαπίστωσε ότι ο K. Nagy δεν πληρούσε τους όρους επιλεξιμότητας για τη χορήγηση της επίμαχης ενισχύσεως που ορίζει το άρθρο 32, παράγραφος 2, της υπουργικής αποφάσεως 150/2004, καθόσον από τους διενεργηθέντες ελέγχους δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί ο αριθμός των ζώων που δηλώθηκαν κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως περί χορηγήσεως ενισχύσεως. Κατά συνέπεια, αποκλείσθηκε η χορήγηση στον K. Nagy της πενταετούς γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως και του ζητήθηκε να επιστρέψει το ποσό που του είχε ήδη καταβληθεί, συνολικού ύψους 5 230 ευρώ.

27      Ο K. Nagy άσκησε διοικητική προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Υπουργείου Γεωργίας και Αγροτικής Αναπτύξεως, το οποίο επιβεβαίωσε την εν λόγω απόφαση στις 10 Αυγούστου 2007, βασιζόμενο στο άρθρο 32, παράγραφος 2, της υπουργικής αποφάσεως 150/2004.

28      Ο K. Nagy προσέβαλε την απόφαση του εν λόγω Υπουργείου ενώπιον του Fővárosi Bíróság, υποστηρίζοντας ότι διέθετε πράγματι κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για τη χορήγηση της ενισχύσεως τον απαιτούμενο από την εν λόγω διάταξη αριθμό ζώων, αλλά αγνοούσε τόσο την ύπαρξη του ENAR όσο και το γεγονός ότι η χορήγηση της συγκεκριμένης ενισχύσεως εξαρτιόταν από την καταχώριση των οικείων ζώων στο εν λόγω σύστημα, ενώ ουδέποτε ενημερώθηκε σχετικώς.

29      Το Fővárosi Bíróság, κρίνοντας αναγκαία την απάντηση σχετικά με το ζήτημα αν στην περίπτωση των πληρωμών βάσει της εκτάσεως τα δεδομένα του ENAR μπορούν να θεωρηθούν ως τα μόνα αυθεντικά ή αν, στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή μπορεί ή πρέπει να στηριχθεί σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, αποφάσισε να αναστείλει την εκδίκαση της υποθέσεως και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχουν τα άρθρα 22 του κανονισμού [1257/1999] και 68 του κανονισμού [817/2004] την έννοια ότι ο κατά το άρθρο 68 του κανονισμού 817/2004 έλεγχος των δεδομένων που περιέχει η βάση δεδομένων ENAR (Ενιαίο σύστημα αναγνώρισης και καταχώρισης) στην περίπτωση των ειδικών προγραμμάτων περί διαχειρίσεως βοσκοτόπων στο πλαίσιο γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων που προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο 22 πρέπει να επεκταθεί στις πληρωμές με βάση την έκταση που εξαρτώνται από την ύπαρξη μεγάλου ζωικού κεφαλαίου;

2)      Έχουν οι προαναφερθείσες διατάξεις την έννοια ότι πρέπει να εφαρμόζονται οι διασταυρούμενοι έλεγχοι του [ΟΣΔΕ] και στην περίπτωση των ενισχύσεων που εξαρτώνται από την ύπαρξη μεγάλου ζωικού κεφαλαίου, χωρίς πάντως να συνιστούν πριμοδότηση για ζώα;

3)      Έχουν οι εν λόγω διατάξεις την έννοια ότι κατά τη λήψη αποφάσεως για τις πληρωμές βάσει εκτάσεως η αρμόδια αρχή δύναται ή οφείλει να ελέγξει ανεξαρτήτως του συστήματος ENAR αν πράγματι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την πληρωμή;

4)      Βάσει της ερμηνείας των προαναφερθεισών διατάξεων, ποια υποχρέωση ελέγχου υπέχουν οι αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο της απαιτήσεως ελέγχου και διασταυρούμενων ελέγχων που προβλέπουν οι προαναφερθείσες κοινοτικές διατάξεις; Είναι δυνατό να περιοριστεί ο έλεγχος στην επαλήθευση των δεδομένων που περιέχει η ENAR;

5)      Επιβάλλουν οι εν λόγω διατάξεις στην αρμόδια αρχή την υποχρέωση να παρέχει πληροφορίες όσον αφορά τους όρους επιλεξιμότητας (όπως ενδεικτικά την καταχώριση στην ENAR); Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, με ποιον τρόπο και σε ποιο βαθμό;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Όσον αφορά το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα

30      Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημά του, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν, όσον αφορά τις ενισχύσεις που βασίζονται στο άρθρο 22 του κανονισμού 1257/1999 και υπόκεινται στον όρο υπάρξεως μεγάλου ζωικού κεφαλαίου, η εν λόγω διάταξη και το άρθρο 68 του κανονισμού 817/2004 παρέχουν τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να προβαίνουν σε διασταυρούμενους ελέγχους με τα δεδομένα του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου και, συγκεκριμένα, να βασίζονται σε δεδομένα βοοειδών που έχουν καταχωρισθεί σε εθνικό σύστημα αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως, όπως το ENAR.

31      Πρέπει, καταρχάς, να επισημανθεί ότι το άρθρο 37, παράγραφος 4, του κανονισμού 1257/1999 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεσπίζουν πρόσθετους ή περισσότερο περιοριστικούς όρους για τη χορήγηση κοινοτικής στήριξης για την αγροτική ανάπτυξη, εφόσον οι όροι αυτοί έχουν συνοχή με τους στόχους και τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Συναφώς, το άρθρο 22 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει, ιδίως, ότι παρέχεται στήριξη στις μεθόδους γεωργικής παραγωγής που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος και ότι σκοπός της στήριξης αυτής είναι η προώθηση της ευνοϊκής για το περιβάλλον εκτατικοποιήσεως της γεωργικής δραστηριότητας και της διαχειρίσεως συστημάτων βοσκής χαμηλής πυκνότητας.

32      Επομένως, είναι συμβατή με τους σκοπούς και τις απαιτήσεις του κανονισμού 1257/1999 προϋπόθεση σχετική με την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ζωικού κεφαλαίου που επιβάλλει εθνική ρύθμιση, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως βοσκότοπος έκταση ευρισκόμενη σε ευαίσθητο φυσικό περιβάλλον, σκοπούσα στη διαφύλαξη των βοσκοτόπων με πλούσια χλωρίδα και πανίδα και εφαρμοζόμενη επί χορηγήσεως ενισχύσεων βάσει του άρθρου 22 του εν λόγω κανονισμού 1257/1999. Τέτοιου είδους προϋπόθεση συνιστά σύμφωνο με το άρθρο 37, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού όρο επιλεξιμότητας για τις ενισχύσεις αυτές.

33      Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 68 του κανονισμού 817/2004 προβλέπει ότι οι διοικητικοί έλεγχοι είναι διεξοδικοί. Η εν λόγω διάταξη διευκρινίζει, επιπλέον, ότι περιλαμβάνουν διασταύρωση στοιχείων, ιδίως, με τα δεδομένα του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου, όπου τούτο ενδείκνυται, και ότι οι εν λόγω έλεγχοι αφορούν τα αγροτεμάχια και τα ζώα που καλύπτονται από μέτρο στήριξης, ώστε να αποτρέπεται η αδικαιολόγητη καταβολή στήριξης. Εξάλλου, από την τριακοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη του ίδιου κανονισμού προκύπτει ότι οι διοικητικές διατάξεις πρέπει να επιτρέπουν τη βελτίωση της διαχείρισης, της παρακολούθησης και του ελέγχου της στήριξης της αγροτικής ανάπτυξης και ότι, για λόγους απλούστευσης, είναι σκόπιμο να εφαρμόζεται, στο μέτρο του δυνατού, το ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου.

34      Εξ αυτού συνάγεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν το εν λόγω άρθρο 68 στις ενισχύσεις του άρθρου 22 του κανονισμού 1257/1999, η χορήγηση των οποίων εξαρτάται από τον όρο υπάρξεως μεγάλου αριθμού ζωικού κεφαλαίου, εφόσον αυτός συνιστά όρο επιλεξιμότητας για τις ως άνω ενισχύσεις δυνάμει του συγκεκριμένου κανονισμού. Συνεπώς, οι διασταυρούμενοι έλεγχοι οι οποίοι αφορούν τα ζώα που καλύπτονται από τις ως άνω ενισχύσεις διενεργούνται, μεταξύ άλλων, με διασταύρωση στοιχείων, όπου τούτο ενδείκνυται, με τα δεδομένα του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου, το οποίο χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη κατά το άρθρο 67, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 817/2004.

35      Συναφώς, το άρθρο 66, παράγραφος 4, του κανονισμού 817/2004 προβλέπει ότι τα ζώα και οι εκτάσεις αναγνωρίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 20 του κανονισμού 1782/2003. Συγκεκριμένα, το άρθρο 18, παράγραφος 2, αυτού προβλέπει ότι το συγκεκριμένο ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου περιλαμβάνει σύστημα αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως ζώων κατά την οδηγία 92/102 και τον κανονισμό 1760/2000.

36      Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 18, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 156, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του εν λόγω κανονισμού, στις αιτήσεις ενισχύσεως που υποβάλλονται σε σχέση με το ημερολογιακό έτος 2005. Επομένως, όσον αφορά τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν προγενεστέρως, εφαρμοστέο είναι το άρθρο 58, παράγραφος 4, του κανονισμού 445/2002, το οποίο, διατυπωμένο κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν του άρθρου 66, παράγραφος 4, του κανονισμού 817/2004, παραπέμπει στο άρθρο 5 του κανονισμού 3508/92, το οποίο επίσης αφορά τέτοιου είδους σύστημα αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως ζώων, το οποίο θεσπίστηκε σύμφωνα με την οδηγία 92/102 και τον κανονισμό 820/97.

37      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθεισών εκτιμήσεων, πρέπει να δοθεί στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι, όσον αφορά τις ενισχύσεις του άρθρου 22 του κανονισμού 1257/1999, η χορήγηση των οποίων εξαρτάται από τον όρο υπάρξεως μεγάλου ζωικού κεφαλαίου, η εν λόγω διάταξη και το άρθρο 68 του κανονισμού 817/2004 παρέχουν τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να προβαίνουν σε διασταυρούμενους ελέγχους με τα δεδομένα του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου και, ειδικότερα, να βασίζονται σε δεδομένα βοοειδών που είναι καταχωρισμένα σε εθνικό σύστημα αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως, όπως το ENAR.

 Όσον αφορά το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα

38      Με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα, τα οποία πρέπει επίσης να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσία, αν τα άρθρα 22 του κανονισμού 1257/1999 και 68 του κανονισμού 817/2004 παρέχουν τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να επαληθεύουν απλώς, κατά τον έλεγχο των όρων επιλεξιμότητας για προβλεπόμενη από το ως άνω άρθρο 22 γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση, τα δεδομένα του εθνικού ενιαίου συστήματος αναγνώρισης και καταχώρισης βοοειδών, όπως το ENAR, προκειμένου να αρνηθούν τη χορήγηση της ενισχύσεως αυτής ή, αντιθέτως, αν οι εν λόγω διατάξεις απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές να διεξαγάγουν άλλους ελέγχους και, στην περίπτωση αυτή, να προσδιοριστεί η φύση των ελέγχων αυτών.

39      Πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά τον έλεγχο των όρων επιλεξιμότητας για γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση του άρθρου 22 του κανονισμού 1257/1999, το άρθρο 68 του κανονισμού 817/2004 προβλέπει ότι οι διοικητικοί έλεγχοι είναι διεξοδικοί και περιλαμβάνουν διασταυρούμενους ελέγχους, σε όλες τις περιπτώσεις που ενδείκνυται, μεταξύ άλλων, με τα δεδομένα του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου.

40      Η σημασία του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου υπογραμμίζεται, μεταξύ άλλων, στην τριακοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 817/2004 που ορίζει ότι είναι σκόπιμη, στο μέτρο του δυνατού, η εφαρμογή του εν λόγω ολοκληρωμένου συστήματος. Ομοίως, τα άρθρα 66, παράγραφοι 1 και 4, και 67, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού αναφέρονται στο συγκεκριμένο ολοκληρωμένο σύστημα, πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι η αναγνώριση των ζώων που εκτρέφονται στις εκμεταλλεύσεις. Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 35 και 36 της παρούσας αποφάσεως, το ίδιο ολοκληρωμένο σύστημα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, σύστημα αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως ζώων.

41      Πρέπει, ακολούθως, να επισημανθεί ότι το εν λόγω σύστημα αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως ζώων πρέπει να λειτουργεί ορθά και να είναι πλήρως αξιόπιστο προκειμένου, ειδικότερα, να παρέχει τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές, σε περίπτωση επιζωοτίας, να εντοπίζουν γρήγορα την προέλευση ενός ζώου και να λαμβάνουν αμέσως τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή οποιουδήποτε κινδύνου για τη δημόσια υγεία (βλ. απόφαση της 24ης Μαΐου 2007, C‑45/05, Maatschap Schonewille-Prins, Συλλογή 2007, σ. I‑3997, σκέψη 41). Προκειμένου να ικανοποιηθεί η απαίτηση για διαρκή αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία, στους κατόχους των ζώων απόκειται να καταχωρίζουν τα βοοειδή τους στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων του εν λόγω συστήματος.

42      Εξ αυτού συνάγεται το συμπέρασμα ότι σκοπός της ηλεκτρονικής βάσεως δεδομένων του συστήματος αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως ζώων είναι η διασφάλιση της αποτελεσματικής ανιχνευσιμότητας σε πραγματικό χρόνο των ζώων αυτών, η οποία είναι ουσιώδης για λόγους δημόσιας υγείας (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Maatschap Schonewille-Prins, σκέψη 50). Η βάση αυτή είναι πλήρως αξιόπιστη. Επομένως, και μόνο από τα στοιχεία της εν λόγω βάσεως μπορεί να εξακριβωθεί αν πληρούνται οι όροι επιλεξιμότητας για την επίμαχη ενίσχυση, όπως αυτοί που αφορούν τον αριθμό ζωικού κεφαλαίου.

43      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθεισών εκτιμήσεων πρέπει να δοθεί στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα η απάντηση ότι τα άρθρα 22 του κανονισμού 1257/1999 και 68 του κανονισμού 817/2004 παρέχουν απλώς και μόνον τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να επαληθεύουν, κατά τον έλεγχο των όρων επιλεξιμότητας για προβλεπόμενη από το ως άνω άρθρο 22 γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση, τα δεδομένα του εθνικού ενιαίου συστήματος αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως βοοειδών, όπως το ENAR, προκειμένου να αρνηθούν τη χορήγηση της ενισχύσεως αυτής, χωρίς να είναι αναγκαία η διενέργεια άλλων ελέγχων.

 Όσον αφορά το πέμπτο ερώτημα

44      Με το πέμπτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 22 του κανονισμού 1257/1999 και 68 του κανονισμού 817/2004 επιβάλλουν στις εθνικές αρχές υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τους όρους επιλεξιμότητας για γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις του ως άνω άρθρου 22, η χορήγηση των οποίων εξαρτάται από όρο υπάρξεως μεγάλου αριθμού ζωικού κεφαλαίου, και, ανά περίπτωση, να διευκρινιστεί η φύση και η έκταση της υποχρεώσεως αυτής.

45      Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι ούτε τα άρθρα 22 του κανονισμού 1257/1999 και 68 του κανονισμού 817/2004 ούτε κάποια άλλη διάταξη των εν λόγω κανονισμών επιβάλλουν τέτοιου είδους υποχρέωση στις εθνικές αρχές.

46      Συνάγεται, όμως, από το άρθρο 16, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 796/2004 ότι, όσον αφορά τους όρους που εφαρμόζονται στις αιτήσεις για τη χορήγηση ενισχύσεως «για ζώα», τα κράτη μέλη μπορούν να καθιερώνουν σύστημα, το οποίο να παρέχει τη δυνατότητα στους γεωργούς να υποβάλλουν αιτήσεις για τη χορήγηση ενισχύσεως για όλα τα ζώα που πληρούν τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για την οικεία ενίσχυση βάσει των δεδομένων μηχανογραφημένης βάσεως δεδομένων για βοοειδή, όπως το ENAR. Η προαναφερθείσα διάταξη διευκρινίζει ότι στην περίπτωση αυτή τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο γεωργός γνωρίζει ότι όσα ζώα έχουν ταυτοποιηθεί ή καταχωριστεί εσφαλμένως στο σύστημα αναγνωρίσεως και καταγραφής βοοειδών θα συνυπολογίζονται στο σύνολο των ζώων για τα οποία έχουν διαπιστωθεί παρατυπίες δυνάμενες να έχουν έννομες συνέπειες, όπως τη μείωση ή τον αποκλεισμό της επίμαχης ενισχύσεως.

47      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό και να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικές καταστάσεις καθ’ όμοιο τρόπο, εκτός εάν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C‑354/95, National Farmers’ Union κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. I‑4559, σκέψη 61, της 11ης Νοεμβρίου 2010, C‑152/09, Grootes, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 66, καθώς και της 1ης Μαρτίου 2011, C‑236/09, Association belge des Consommateurs Test-Achats κ.λπ., η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 28).

48      Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι όσοι γεωργοί υπέβαλαν αίτηση για ενίσχυση του άρθρου 22 του κανονισμού 1257/1999, η χορήγηση της οποίας εξαρτάται από τον όρο υπάρξεως μεγάλου αριθμού ζωικού κεφαλαίου, και όσοι υπέβαλαν αίτηση ενισχύσεως «για ζώα» βρίσκονται σε παρεμφερή κατάσταση από απόψεως εννόμων αποτελεσμάτων που ενδέχεται να απορρεύσουν από τυχόν μη ταυτοποίηση ή παράτυπη καταχώριση στο πλαίσιο συστήματος αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως βοοειδών, όπως το ENAR.

49      Ειδικότερα, όπως και οι προαναφερθέντες γεωργοί, όσοι γεωργοί υπέβαλαν αίτηση για ενίσχυση του άρθρου 22 του κανονισμού 1257/1999, η χορήγηση της οποίας εξαρτάται από τον όρο υπάρξεως μεγάλου αριθμού ζωικού κεφαλαίου, και δεν τήρησαν τους κανόνες αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως των βοοειδών υφίστανται τις ίδιες έννομες συνέπειες, εφόσον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, οι εθνικές αρχές μπορούν, όταν ελέγχουν αν συντρέχουν οι όροι επιλεξιμότητας για τη χορήγηση της εν λόγω ενισχύσεως, και ιδίως αυτής που σχετίζεται με τον αριθμό ζωικού κεφαλαίου, να βασίζονται αποκλειστικώς στα δεδομένα του εθνικού συστήματος αναγνωρίσεως και εξατομικευμένης καταχωρίσεως βοοειδών, όπως το ENAR, προκειμένου να αρνηθούν να χορηγήσουν την εν λόγω ενίσχυση.

50      Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως να υφίστανται διαφορετική μεταχείριση όσοι γεωργοί έχουν υποβάλει αίτηση για ενίσχυση του άρθρου 22 του κανονισμού 1257/1999, η χορήγηση της οποίας εξαρτάται από τον όρο υπάρξεως μεγάλου αριθμού ζωικού κεφαλαίου, και όσοι γεωργοί υπέβαλαν αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεως «για ζώα», λαμβανομένου υπόψη ότι μόνον οι δεύτεροι δικαιούνται να ενημερώνονται από τις εθνικές αρχές ότι όλα τα ζώα που έχουν ταυτοποιηθεί ή καταχωρισθεί εσφαλμένως στο σύστημα αναγνωρίσεως και καταγραφής βοοειδών θα συνυπολογίζονται στο σύνολο των ζώων για τα οποία έχουν διαπιστωθεί παρατυπίες δυνάμενες να έχουν έννομες συνέπειες, όπως τη μείωση ή τον αποκλεισμό της επίμαχης ενισχύσεως. Εξάλλου, η εν λόγω διαφορετική μεταχείριση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικώς.

51      Λαμβανομένων υπόψη των προηγηθεισών εκτιμήσεων, πρέπει να δοθεί στο πέμπτο ερώτημα η απάντηση ότι τα άρθρα 22 του κανονισμού 1257/1999 και 68 του κανονισμού 817/2004, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 16 του κανονισμού 796/2004, επιβάλλουν στις εθνικές αρχές την υποχρέωση, όταν επαληθεύουν απλώς τα δεδομένα εθνικού συστήματος εξατομικευμένης αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως βοοειδών, όπως το ENAR, προκειμένου να ελέγξουν αν συντρέχουν οι όροι επιλεξιμότητας για τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις του ως άνω άρθρου 22, η χορήγηση των οποίων εξαρτάται από τον όρο υπάρξεως μεγάλου αριθμού ζωικού κεφαλαίου, την υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τους ως άνω όρους επιλεξιμότητας, η οποία συνίσταται στην ενημέρωση των ενδιαφερόμενων γεωργών ότι όλα τα ζώα που έχουν ταυτοποιηθεί ή καταχωρισθεί εσφαλμένως στο σύστημα αναγνωρίσεως και καταγραφής βοοειδών θα συνυπολογίζονται στο σύνολο των ζώων για τα οποία έχουν διαπιστωθεί παρατυπίες δυνάμενες να έχουν έννομες συνέπειες, όπως τη μείωση ή τον αποκλεισμό της επίμαχης ενισχύσεως.

 Επί των δικαστικών εξόδων

52      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Όσον αφορά τις ενισχύσεις του άρθρου 22 του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών, όπως ο κανονισμός (ΕΚ) 1783/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, η χορήγηση των οποίων εξαρτάται από τον όρο υπάρξεως μεγάλου ζωικού κεφαλαίου, η εν λόγω διάταξη και το άρθρο 68 του κανονισμού (ΕΚ) 817/2004 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999, παρέχουν τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να προβαίνουν σε διασταυρούμενους ελέγχους με τα δεδομένα του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου και, ειδικότερα, να βασίζονται σε δεδομένα βοοειδών που είναι καταχωρισμένα σε εθνικό σύστημα αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως, όπως το ουγγρικό σύστημα αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως βοοειδών (Egységes Nyilvántartási és Azonosítási Rendszer).

2)      Τα άρθρα 22 του κανονισμού 1257/1999, όπως τροποποιήθηκε, και 68 του κανονισμού 817/2004 παρέχουν τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να επαληθεύουν κατά τον έλεγχο των όρων επιλεξιμότητας για προβλεπόμενη από το ως άνω άρθρο 22 γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση τα δεδομένα εθνικού ενιαίου συστήματος αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως βοοειδών, όπως το ουγγρικό σύστημα αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως βοοειδών, προκειμένου να αρνηθούν τη χορήγηση της ενισχύσεως αυτής, χωρίς να είναι αναγκαία η διενέργεια άλλων ελέγχων.

3)      Τα άρθρα 22 του κανονισμού 1257/1999, όπως τροποποιήθηκε, και 68 του κανονισμού 817/2004, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004, της Επιτροπής της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003, επιβάλλουν στις εθνικές αρχές την υποχρέωση, όταν επαληθεύουν απλώς τα δεδομένα εθνικού συστήματος εξατομικευμένης αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως βοοειδών, όπως το ENAR, προκειμένου να ελέγξουν αν συντρέχουν οι όροι επιλεξιμότητας για τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις του ως άνω άρθρου 22, η χορήγηση των οποίων εξαρτάται από τον όρο υπάρξεως μεγάλου αριθμού ζωικού κεφαλαίου, την υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τους ως άνω όρους επιλεξιμότητας, η οποία συνίσταται στην ενημέρωση των ενδιαφερόμενων γεωργών ότι όλα τα ζώα που έχουν ταυτοποιηθεί ή καταχωρισθεί εσφαλμένως στο σύστημα αναγνωρίσεως και καταγραφής βοοειδών θα συνυπολογίζονται στο σύνολο των ζώων για τα οποία έχουν διαπιστωθεί παρατυπίες δυνάμενες να έχουν έννομες συνέπειες, όπως τη μείωση ή τον αποκλεισμό της επίμαχης ενισχύσεως.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.