Language of document : ECLI:EU:C:2011:754

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 17ης Νοεμβρίου 2011 (1)

Υπόθεση C‑500/10

Ufficio IVA di Piacenza

κατά

Belvedere Costruzioni Srl

[αίτηση του Commissione Tributaria Centrale, Sezione di Bologna (Ιταλία)

για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν την αποτελεσματική είσπραξη του ΦΠΑ — Άρθρα 2 και 22 της έκτης οδηγίας — Περάτωση της ένδικης διαδικασίας χωρίς την έκδοση τριτοβάθμιας αποφάσεως»





1.        Προκειμένου να μειωθεί ο σημαντικός φόρτος εργασίας των φορολογικών δικαστηρίων, η Ιταλική Δημοκρατία θέσπισε νομοθεσία, βάσει της οποίας, σε περίπτωση κατά την οποία οι φορολογικές αρχές ηττήθηκαν τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ έφεση, και εφόσον η διαφορά παρέμενε εκκρεμής για περισσότερο από 10 συνολικά έτη, η επί της ασκηθείσας εκ μέρους της φορολογικής αρχής αναιρέσεως δίκη πρέπει να περαιώνεται χωρίς την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας.

2.        Το Commissione Tributaria Centrale, Sezione di Bologna (Κεντρικό Φορολογικό Δικαστήριο, τμήμα Μπολόνιας), ενώπιον του οποίου εκκρεμεί σχετική δίκη, ερωτά αν, όταν η διαφορά έχει ως αντικείμενο τον ΦΠΑ, παρόμοια διάταξη είναι συμβατή με την υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν την αποτελεσματική είσπραξη του φόρου.

 Το δίκαιο της ΕΕ

3.        Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ (πρώην άρθρο 10 ΕΚ), τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ενώσεως, να διευκολύνουν την εκπλήρωση της αποστολής της Ενώσεως και να απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ενώσεως. Περαιτέρω ειδικές υποχρεώσεις προβλέπονται βάσει της νομοθεσίας περί ΦΠΑ.

4.        Οι κύριες διατάξεις περί ΦΠΑ περιέχονται από 1ης Ιανουαρίου 2007 στην οδηγία 2006/112 (2). Κατά τον κρίσιμο χρόνο της κύριας δίκης, οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνονταν στην έκτη οδηγία (3). Η προδικαστική παραπομπή εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου αφορά ειδικότερα τα άρθρα 2 και 22 της ανωτέρω οδηγίας.

5.        Το άρθρο 2 όριζε:

«Στον φόρο προστιθέμενης αξίας υπόκεινται:

1.      οι παραδόσεις αγαθών και οι παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας στο εσωτερικό της χώρας υπό υποκειμένου στο φόρο, που ενεργεί υπό την ιδιότητά του αυτήν·

2.      οι εισαγωγές αγαθών» (4).

6.        Το άρθρο 22 της έκτης οδηγίας έφερε τον τίτλο «Υποχρεώσεις στο εσωτερικό καθεστώς». Το αιτούν δικαστήριο παραθέτει τρεις από τις παραγράφους του:

«4.      Κάθε υποκείμενος στον φόρο οφείλει να καταθέτει δήλωση εντός προθεσμίας καθοριζόμενης από τα κράτη μέλη […].

5.      Κάθε υποκείμενος στον φόρο υποχρεούται να καταβάλει το καθαρό ποσό του φόρου προστιθέμενης αξίας κατά την υποβολή της περιοδικής του δηλώσεως […].

[…]

8.      […] τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να ορίζουν και άλλες υποχρεώσεις, που κρίνουν αναγκαίες για την εξασφάλιση επακριβούς εισπράξεως του φόρου και για την αποτροπή καταστρατηγήσεων» (5).

7.        Το αιτούν δικαστήριο παραθέτει επίσης και τις σκέψεις 37 έως 39 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 2008 στην υπόθεση C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας (6):

«37      Από τα άρθρα 2 και 22 της έκτης οδηγίας, καθώς και από το άρθρο 10 ΕΚ, προκύπτει ότι κάθε κράτος μέλος έχει την υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα που είναι κατάλληλα να εξασφαλίσουν την είσπραξη ολοκλήρου του ΦΠΑ που οφείλεται στο έδαφός του. Προς τούτο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξετάζουν τις δηλώσεις των υποκειμένων στον φόρο, τους λογαριασμούς τους και λοιπά συναφή έγγραφα καθώς και να υπολογίζουν και να εισπράττουν τον οφειλόμενο φόρο.

38      Στο πλαίσιο του κοινού συστήματος ΦΠΑ, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στους υποκειμένους στον φόρο και έχουν προς τούτο ορισμένο περιθώριο όσον αφορά μεταξύ άλλων τον τρόπο χρήσεως των μέσων που διαθέτουν.

39      Το περιθώριο αυτό περιορίζεται όμως από την υποχρέωση εξασφαλίσεως της αποτελεσματικής είσπραξης των ιδίων πόρων της Κοινότητας και από την υποχρέωση να μη δημιουργούνται σημαντικές διαφορές στον τρόπο αντιμετωπίσεως των υποκειμένων στον φόρο είτε εντός ενός κράτους μέλους είτε στο σύνολο των κρατών μελών. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έκτη οδηγία πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με την αρχή της φορολογικής ουδετερότητας που χαρακτηρίζει το κοινό σύστημα ΦΠΑ, κατά το οποίο οι επιχειρηματίες που πραγματοποιούν τις ίδιες πράξεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο όσον αφορά την είσπραξη του ΦΠΑ (απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑382/02, Cimber Air, Συλλογή 2004, σ. I‑8379, σκέψη 24). Κάθε ενέργεια των κρατών μελών σχετικά με την είσπραξη του ΦΠΑ πρέπει να τηρεί την αρχή αυτή.»

8.        Με την ανωτέρω απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ιταλική φορολογική αμνηστία (άρθρα 8 και 9 του νόμου 289/2002), η οποία αντικατέστησε, λίγο μετά την εκπνοή της ταχθείσας στους υποκειμένους στον φόρο προθεσμίας προκειμένου να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα κανονικά ποσά του ΦΠΑ, τις απορρέουσες από τα άρθρα 2 και 22 της έκτης οδηγίας υποχρεώσεις των ενδιαφερομένων με άλλες υποχρεώσεις, οι οποίες δεν απαιτούν την πληρωμή των εν λόγω ποσών, κατέστησε κενά περιεχομένου τα ανωτέρω άρθρα. Ο επίδικος νόμος ισοδυναμούσε με φορολογική απαλλαγή, διαταράσσοντας σοβαρά την ομαλή λειτουργία του κοινού συστήματος ΦΠΑ, στρεβλώνοντας την αρχή της φορολογικής ουδετερότητας λόγω της εισαγωγής σημαντικών διαφορών στη μεταχείριση των υποκειμένων στον φόρο στην ιταλική επικράτεια και αγνοώντας την υποχρέωση διασφαλίσεως ότι ο ΦΠΑ εισπράττεται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη (7).

9.        Κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, προβλέποντας γενική και χωρίς διάκριση παραίτηση από τον έλεγχο των φορολογητέων πράξεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια σειράς φορολογικών περιόδων, η Ιταλία παρέβη τις υποχρεώσεις της από τα άρθρα 2 και 22 της έκτης οδηγίας, καθώς και από το άρθρο 10 ΕΚ.

 Η ιταλική νομοθεσία

10.      Μέχρι την 1η Απριλίου 1996 οι φορολογικές διαφορές στην Ιταλία επελύοντο πρωτοδίκως και σε δεύτερο βαθμό από φορολογικά δικαστήρια σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, τελικώς δε κατ’ αναίρεση ενώπιον του Commissione Tributaria Centrale με έδρα τη Ρώμη. Από 1ης Απριλίου 1996 (8), το σύστημα αυτό αντικαταστάθηκε από έτερο περιφερειακών και επαρχιακών φορολογικών δικαστηρίων, με αναίρεση ενώπιον του Corte di Cassazione (Ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο). Κατ’ αρχήν, καταργήθηκε το Commissione Tributaria Centrale. Η ενώπιόν του άσκηση νέων αναιρέσεων κατέστη αδύνατη, ενώ το ίδιο εξακολουθούσε να συνεδριάζει, σε περιφερειακό και επαρχιακό επίπεδο, μέχρι την οριστική εκδίκαση των εκκρεμουσών μέχρι τότε ενώπιόν του διαφορών. Ο χρόνος αυτός ολοκληρώνεται οσονούπω (9).

11.      Η διάταξη, λόγω της οποίας το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα (10), άρχισε να ισχύει στις 26 Μαΐου 2010. Η διάταξη έχει ως εξής:

«προκειμένου η διάρκεια των φορολογικών δικών να ευθυγραμμίζεται προς την εν γένει εύλογη διάρκεια των δικών, όπως απαιτεί η [Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στο εξής: ΕΣΔΑ], συνεκτιμώμενης της μη τηρήσεως της “εύλογης προθεσμίας” περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμβάσεως, οι εκκρεμείς φορολογικές διαφορές κατόπιν προσφυγών εγγεγραμμένων στο πρωτόκολλο των πρωτοδικείων, κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του νόμου περί μετατροπής του παρόντος νομοθετικού διατάγματος πέρα των 10 ετών, στο πλαίσιο των οποίων η αρμόδια φορολογική αρχή (amministrazione finanziaria dello Stato) ηττήθηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ έφεση, περαιώνονται ως εξής:

a)      οι εκκρεμείς ενώπιον του Commissione tributaria centrale φορολογικές διαφορές, εξαιρουμένων εκείνων οι οποίες έχουν ως αντικείμενο διαδικασίες επιστροφής, περαιώνονται αυτομάτως με διάταξη του προέδρου του δικαστηρίου αυτού ή άλλου αρμόδιου σχηματισμού […]·

b)      οι εκκρεμείς ενώπιον του Corte di Cassazione φορολογικές διαφορές μπορούν να διαγραφούν με την καταβολή ποσού ίσου προς το 5 % του ύψους της αξιώσεως […] με παράλληλη παραίτηση από οποιαδήποτε αξίωση περί δίκαιης αντισταθμίσεως κατά την έννοια του νόμου 89 της 24ης Μαρτίου 2001 [(11)]. Ο φορολογούμενος μπορεί να υποβάλει προς τούτο αίτηση στην αρμόδια γραμματεία εντός 90 ημερών από την έναρξη ισχύος του νόμου περί μετατροπής του παρόντος νομοθετικού διατάγματος σε νόμο, επισυνάπτοντας απόδειξη της σχετικής πληρωμής. Η δίκη περί της οποίας πρόκειται στην παρούσα παράγραφο αναστέλλεται μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας που τάσσεται με την κατ’ έφεση εκδοθείσα απόφαση και περαιώνεται με την πληρωμή στο ακέραιο των εξόδων της δίκης. Ουδεμία χωρεί εν προκειμένω επιστροφή εξόδων […]».

 Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικό ερώτημα

12.      Με τη δήλωσή της περί ΦΠΑ του έτους 1980, η Belvedere costruzioni s.r.l. (στο εξής: Belvedere) αξίωσε πίστωση ύψους 24 288 000 ιταλικών λιρών (ITL). Στις 8 Απριλίου 1982 υπέβαλε εκπρόθεσμα την αφορώσα το έτος 1981 δήλωσή της. Με την αφορώσα το 1982 δήλωσή της, προέβη σε έκπτωση πιστώσεως ΦΠΑ ύψους 22 264 000 ITL (12), διευκρινίζοντας ότι το ποσόν αυτό αποτελούσε πίστωση ΦΠΑ προερχόμενη από την αφορώσα το έτος 1981 δήλωση.

13.      Τον Αύγουστο 1985 η φορολογική αρχή καταλόγισε εκ νέου στην Belvedere για το έτος 1982 τον ίδιο φόρο με το αιτιολογικό ότι η εταιρία είχε υποβάλει εκπρόθεσμα τη δήλωση για το έτος 1981 και ως εκ τούτου υφίστατο αδυναμία εκπτώσεως της πιστώσεως των 22 264 000 ITL.

14.      Ενώπιον του πρωτοβάθμιου φορολογικού δικαστηρίου, η Belvedere ισχυρίστηκε ότι η αξίωσή της δεν αφορούσε το φορολογικό έτος 1981 αλλά την εμφαινόμενη στη δήλωση του έτους 1980 πίστωση. Υποστηρίζοντας ότι ο ΦΠΑ είχε καταβληθεί εκ περισσού για συγκεκριμένο έτος, το δικαίωμα προς έκπτωση εντός των επομένων του καταβληθέντος εκ περισσού ΦΠΑ ετών αποσβέννυται μόνον εφόσον παρέλειψε να υπολογίσει τον βαρύνοντα την ίδια ΦΠΑ κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου και εφόσον δεν προσμέτρησε το σχετικό ποσό κατά την ετήσια δήλωσή της. Δεδομένου ότι δεν υπήρξε παρόμοια παράλειψη εκ μέρους της Belvedere, η τελευταία δεν είχε απολέσει το δικαίωμά της να τύχει εκπτώσεως κατά την αφορώσα το έτος 1982 δήλωση για την απορρέουσα από την αφορώσα το έτος 1980 δήλωση πιστώσεως ΦΠΑ.

15.      Η φορολογική αρχή αντέκρουσε ότι η δήλωση του 1981, η οποία είχε υποβληθεί εκπρόθεσμα, στερούνταν παντελώς εννόμων συνεπειών. Κατόπιν τούτου, έπρεπε να θεωρηθεί ότι κατά το επίδικο έτος δεν είχε υποβληθεί αίτηση αφορώσα οποιαδήποτε επιστρεπτέα πίστωση ούτε είχε διατυπωθεί προσηκόντως η βούληση της ενδιαφερόμενης εταιρίας να κάνει χρήση πιστώσεως ΦΠΑ διά της εκπτώσεώς της κατά το έτος 1982. Υπό την έννοια αυτή, στερούνταν νομιμότητας η έκπτωση πιστώσεως στην οποία προέβη η φορολογουμένη για την αφορώσα το 1982 δήλωσή της ως εκ του ότι δεν θεμελιωνόταν σε έγκυρη δήλωση αφορώσα το 1981.

16.      Τον Οκτώβριο 1986, το σε πρώτο βαθμό δικάσαν φορολογικό δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ της Belvedere. Τον Μάιο 1990, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση της φορολογικής αρχής. Τον Ιούλιο 1990, η φορολογική αρχή άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Το 2008 η ίδια αρχή επανέλαβε ότι υφίσταται συμφέρον εμμένοντας στην αναίρεσή της. Τα επιχειρήματα αμφοτέρων των διαδίκων είναι κατ’ ουσίαν τα ίδια με τα αναπτυχθέντα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

17.      Τον Σεπτέμβριο 2010, το Commissione Tributaria Centrale υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου προδικαστικό ερώτημα. Σύμφωνα με την αμφισβητούμενη διάταξη, η δίκη πρέπει να περαιώνεται αυτομάτως με την έκδοση διατάξεως, η οποία περιβάλλεται την ισχύ δεδικασμένου και αποσβέννυται οριστικώς η αξίωση της φορολογικής αρχής στο πλαίσιο και των τριών βαθμών δικαιοδοσίας. Υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C‑132/06, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν τούτο είναι επιτρεπτό από το δίκαιο της ΕΕ. Κατόπιν αυτού, ζητεί να δοθεί απάντηση επί του ακολούθου ερωτήματος:

«Ερωτάται αν προσκρούει στο άρθρο 10 της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρο 4 ΣΕΕ, και στα άρθρα 2 και 22 της έκτης οδηγίας […] κανονιστική ρύθμιση της Ιταλίας, περιλαμβανόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 2 bis, του νομοθετικού διατάγματος 40, της 25ης Μαρτίου 2010, το οποίο μετατράπηκε στον νόμο 73, της 22ας Μαΐου 2010, το οποίο δεν παρέχει στον φορολογικό δικαστή την ευχέρεια να αποφαίνεται επί της υπάρξεως της φορολογικής αξιώσεως την οποία προέβαλε εμπροθέσμως η Amministrazione, στο πλαίσιο προσφυγής της περί ακυρώσεως δυσμενούς για την ίδια αποφάσεως, και το οποίο υπό την έννοια αυτή ορίζει ότι η Amministrazione παραιτείται ολοσχερώς από την αμφισβητούμενη πίστωση του ΦΠΑ, σε περίπτωση κατά την οποία η πίστωση αυτή κρίθηκε ως ανύπαρκτη σε αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, χωρίς οποιαδήποτε πληρωμή, ούτε καν μειωμένη, της αμφισβητούμενης πιστώσεως εκ μέρους του φορολογουμένου ο οποίος επωφελείται της παραιτήσεως.»

18.      Η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή διατύπωσαν τις παρατηρήσεις τους προφορικώς και εγγράφως.

 Προκαταρκτικά ζητήματα

 Συναφής νομοθεσία της ΕΕ

19.      Η διαφορά της κύριας δίκης άπτεται του ΦΠΑ των ετών 1980 έως 1982. Επειδή ουδεμία ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του Commissione Tributaria Centrale από το 1996, όλες οι αναγόμενες στην επίμαχη διάταξη διαφορές αφορούν τα προ της ημερομηνίας αυτής έτη. Κατόπιν αυτού, συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής ότι όλες οι επιβαλλόμενες στα κράτη μέλη υποχρεώσεις, σύμφωνα με την περί ΦΠΑ νομοθεσία της ΕΕ, διέπονται από την έκτη οδηγία και όχι από την οδηγία 2006/112, η οποία άρχισε να εφαρμόζεται μόνον από 1ης Ιανουαρίου 2007.

20.      Όσον αφορά τη συναφή διάταξη της Συνθήκης —άρθρο 10 ΕΚ ή άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ— η κατάσταση είναι ενδεχομένως λιγότερο σαφής, καθόσον η αμφισβητούμενη διάταξη τέθηκε σε ισχύ τον Μάιο 2010, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Εντούτοις, δεδομένου ότι τα δύο άρθρα θέτουν κατ’ ουσίαν τις ίδιες θετικές και αποφατικές υποχρεώσεις, η διάκριση είναι αμιγώς τυπική.

 Η συναφής ιταλική νομοθεσία

21.      Το άρθρο 3, παράγραφος 2 bis, στοιχεία a και b, του μετατραπέντος σε νόμο νομοθετικού διατάγματος θεσπίζουν σημαντικά διαφορετικές προϋποθέσεις διέπουσες την περαίωση της δίκης, ανάλογα με το αν η διαφορά εκκρεμεί ενώπιον του Commissione Tributaria Centrale ή του Corte di Cassazione. Μεταξύ άλλων, οι εκκρεμείς ενώπιον του πρώτου δίκες περαιώνονται αυτομάτως χωρίς οποιαδήποτε καταβολή φόρου, ενώ για τις ενώπιον του δευτέρου εκκρεμούσες δίκες υφίσταται η δυνατότητα περατώσεώς τους κατόπιν υποβολής αιτήσεως εντός 90 ημερών, οπότε ο φορολογούμενος οφείλει να καταβάλει το 5 % του ποσού το οποίο αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς (13).

22.      Η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά μόνον το στοιχείο a. Δεν ανακύπτει ζήτημα επιτρεπτού των θεσπιζομένων με το στοιχείο b κανόνων. Η πτυχή αυτή εξετάστηκε στο πλαίσιο άλλης αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως η οποία είχε υποβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (14), η οποία, πάντως, δεν αφορά το ΦΠΑ, φόρο για τον οποίο επιβάλλεται η εναρμόνιση εντός της ΕΕ, αλλά μη εναρμονισμένο άμεσο φόρο επί δικαιωμάτων ο οποίος βαρύνει προφανώς εταιρία εγκατεστημένη εκτός της ΕΕ.

23.      Μολονότι το στοιχείο b επιδέχεται διδακτικού περιεχομένου σύγκριση με το στοιχείο a, θεωρώ σημαντικό το να αποφύγω την ταύτισή τους. Ειδικότερα, δεν θα αναφερόμουν, όπως έπραξε η Επιτροπή, στο πλαίσιο της υπό κρίση δίκης, στον τρόπο με τον οποίο το Corte di Cassazione περιέγραψε ή ερμήνευσε το στοιχείο b με τη διάταξή του περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στην προπαρατεθείσα υπόθεση.

 Ασκούσες επιρροή πτυχές της κύριας δίκης

24.      Η διαφορά της κύριας δίκης έχει ως αντικείμενο το δικαίωμα ενός φορολογουμένου να μεταφέρει αξίωσή του περί πιστώσεως ΦΠΑ επί του δευτέρου φορολογικού έτους μετά το οποίο η αξίωση αυτή φέρεται να ανέκυψε, ενώ η φορολογική δήλωση η οποία υπεβλήθη για το ενδιάμεσο έτος χαρακτηρίστηκε ως εκπρόθεσμη. Το νομικό ζήτημα ανάγεται προφανώς στη σχετική βαρύτητα η οποία πρέπει να αποδοθεί σε εκάστη εκ των δύο, ενδεχομένως εν μέρει αντιφατικών, δικονομικών διατάξεων της ιταλικής νομοθεσίας περί ΦΠΑ.

25.      Πάντως, η ουσία της διαφοράς είναι άσχετη προς το υποβληθέν ερώτημα και στερείται σημασίας η εξέταση του ποιος εκ των δύο διαδίκων, ήτοι η Belvedere ή η φορολογική αρχή, θα ήταν (ή κατέστη) ο νικήσας διάδικος.

26.      Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η δίκη κινήθηκε πρωτοδίκως δέκα τουλάχιστον έτη πριν από την έναρξη ισχύος της επίμαχης διατάξεως (μολονότι τούτο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για οποιαδήποτε αναίρεση εκκρεμούσα επί του παρόντος ενώπιον του Commissione Tributaria Centrale, δοθέντος ότι είναι αδύνατη από το 1996 η άσκηση οποιασδήποτε νέας αναιρέσεως) και ότι η φορολογική αρχή ηττήθηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ έφεση. Ως εκ τούτου, πληρούνται τα προβλεπόμενα από την επίμαχη διάταξη κριτήρια προκειμένου να επιληφθεί αυτομάτως της διαφοράς το Commissione Tributaria Centrale. Το ζητούμενο είναι αν συμβιβάζεται με το δίκαιο της ΕΕ η αυτόματη περαίωση της διαφοράς βάσει των εν λόγω κριτηρίων.

27.      Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι το πρωτοδίκως επιληφθέν δικαιοδοτικό όργανο αφιέρωσε μόλις εννέα γραμμές του σκεπτικού της αποφάσεως την οποία εξέδωσε υπέρ της Belvedere, ενώ το κατ’ έφεση επιληφθέν δικαστήριο αρκέστηκε να διατυπώσει το σκεπτικό του σε τέσσερις γραμμές.

28.      Αλλά και το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά το υποβληθέν ερώτημα το οποίο καλύπτει όλες τις εκκρεμείς ενώπιον του Commissione Tributaria Centrale διαφορές. Εξάλλου, δεν έχει προφανώς ιδιαίτερη σημασία ούτε από άλλης απόψεως καθόσον το δικόγραφο της εφέσεως της φορολογικής αρχής περιελάμβανε μόλις δώδεκα γραμμές νομικής επιχειρηματολογίας (η οποία διπλασιάστηκε στις είκοσι τέσσερις γραμμές με το δικόγραφο της αναιρέσεως).

 Επισκόπηση των αφορώντων την ουσία της διαφοράς αιτημάτων

29.      Η Επιτροπή εκτιμά ότι είναι αναγκαία η εξέταση του υποβληθέντος ερωτήματος επί τη βάσει της ερμηνείας της επίμαχης διατάξεως εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, ότι δηλαδή η εν λόγω διάταξη «προβλέπει στην πραγματικότητα την ολοσχερή παραίτηση από την επίδικη πίστωση του ΦΠΑ», εφόσον πληρούνται τα προβλεπόμενα από την επίμαχη διάταξη κριτήρια.

30.      Επί της βάσεως αυτής, η Επιτροπή εκτιμά ότι η επίμαχη διάταξη συνιστά γενική παραίτηση της μορφής εκείνης την οποία επέκρινε το Δικαστήριο στα πλαίσια της υποθέσεως C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας, και η οποία, για τους ίδιους λόγους κατά βάση με εκείνους οι οποίοι εκτίθενται στην ανωτέρω απόφαση, απαγορεύεται από το δίκαιο της ΕΕ. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με την επίμαχη διάταξη, αποσβέννυται απλούστατα μια ολόκληρη κατηγορία αξιώσεων της φορολογικής αρχής, χωρίς οποιαδήποτε εκτίμηση των κατ’ ιδίαν περιστάσεων. Πάντως, η Επιτροπή διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι ουδεμία κίνησε διαδικασία παραβάσεως κατά της Ιταλίας σε σχέση με την επίμαχη διάταξη.

31.      Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση με την αμνηστία η οποία αποτελούσε το επίδικο αντικείμενο της υποθέσεως C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας, η επίμαχη διάταξη συνιστά αμιγώς δικονομικό κανόνα διέποντα τις ενώπιον των φορολογικών δικαστηρίων δίκες, κανόνα ο οποίος παράγει τα αποτελέσματά του κατά το τελευταίο στάδιο ασκήσεως εκ μέρους του Δημοσίου των εξουσιών του και εκπληρώσεως των υποχρεώσεών του σε θέματα ελέγχου και εισπράξεως οφειλομένων ως ΦΠΑ ποσών. Ναι μεν το Δικαστήριο δεσμεύεται κατ’ αρχήν από την εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου ερμηνεία του εθνικού δικαίου, πλην όμως η διάταξη περί παραπομπής στην υπό κρίση δίκη πάσχει υπό την έννοια ότι δεν διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους η επίμαχη διάταξη πρέπει να εκληφθεί ως γενική παραίτηση. Κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο θα έπρεπε να λάβει υπόψη τις εξηγήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως.

32.      Εναλλακτικώς, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, σε αντίθεση προς την αμνηστία στο πλαίσιο της υποθέσεως C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας, η επίμαχη διάταξη δεν διαταράσσει την ομαλή λειτουργία του κοινού συστήματος ΦΠΑ, ούτε στρεβλώνει την αρχή της φορολογικής ουδετερότητας, τέλος δε δεν ευνοεί τους υποκειμένους στον φόρο οι οποίοι φοροδιαφεύγουν (15). Αντιθέτως, ισχύει μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου η ανάγκη σεβασμού της αρχής της εύλογης προθεσμίας για την επίλυση των διαφορών, την οποία καθιερώνει η ΕΣΔΑ, και ο στόχος της αποσυμφορήσεως ενός δικαιικού συστήματος με εξαιρετικό φόρτο εργασίας λόγω ολοένα και περισσότερο χρονοβόρων διαδικασιών, υπερισχύουν του δημοσίου συμφέροντος, ολοένα ασθενέστερου άλλωστε επί φορολογικών αξιώσεων οι οποίες έχουν ήδη απορριφθεί πρωτοδίκως και κατ’ έφεση.

 Εκτίμηση

 Ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως

33.      Ενώ η ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως αποτελεί ζήτημα αποκείμενο στα εθνικά δικαστήρια, δεν συμφωνώ με την άποψη ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται αυστηρά από την περιγραφή της εν λόγω διατάξεως με το προδικαστικό ερώτημα ως γενικής παραιτήσεως από τον αξιούμενο ως οφειλόμενο ΦΠΑ. Το αποτέλεσμα μπορεί να συναχθεί από τη διατύπωσή της. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το εν λόγω αποτέλεσμα μπορεί να εκληφθεί ως «γενική και χωρίς διάκριση παραίτηση από τον έλεγχο των φορολογητέων πράξεων», κατά την έννοια της αποφάσεως στην υπόθεση C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας, ή αν είναι αρκούντως παρεμφερές με την παραίτηση, ώστε να απαγορεύεται επίσης από το δίκαιο της ΕΕ. Το ερώτημα δεν τεκμαίρει ότι η επίμαχη διάταξη μπορεί να εκληφθεί ως τοιαύτη. Σε αντίθετη περίπτωση, το αιτούν δικαστήριο θα είχε ήδη δώσει το ίδιο την απάντηση.

34.      Αν, πάντως, το Δικαστήριο θεωρούσε ότι δεσμεύεται από την ως άνω ερμηνεία, θα έπρεπε επί του ερωτήματος να απαντήσει καταφατικώς.

 Σύγκριση με τις αποτελούσες αντικείμενο της υποθέσεως C‑132/06 διατάξεις

35.      Το αποτέλεσμα της επίμαχης διατάξεως παρίσταται σημαντικά διαφορετικό από εκείνο των διατάξεων οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο της υποθέσεως C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας.

36.      Με τις τελευταίες (16) χορηγήθηκε κατ’ ουσίαν εκτεταμένη ετεροδικία ελέγχου και έρευνας εκ μέρους της φορολογικής αρχής των ποσών ΦΠΑ τα οποία δεν είχαν δηλωθεί εμπροθέσμως, μέσω πληρωμής η οποία κυμαινόταν από το ήμισυ του ποσού το οποίο δηλωνόταν στη συνέχεια ως οφειλόμενο μέχρι ενός απλώς συμβολικού ποσού. Όπως έκρινε το Δικαστήριο (17), αποτέλεσμα των διατάξεων εκείνων ήταν «να [ευνοούν] τους υποκειμένους στον φόρο οι οποίοι φοροδιαφεύγουν». Το Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω (18) ότι, «παρέχοντας αμνηστία λίγο χρόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας εντός της οποίας οι υποκείμενοι στον φόρο όφειλαν να εξοφλήσουν τον ΦΠΑ και απαιτώντας την καταβολή ποσού πολύ χαμηλού σε σχέση με τον πράγματι οφειλόμενο φόρο, δίδει τη δυνατότητα στους υποκειμένους στον φόρο να αποφύγουν οριστικά τις υποχρεώσεις τους σχετικά με τον ΦΠΑ, τη στιγμή μάλιστα που οι εθνικές φορολογικές αρχές θα μπορούσαν να εντοπίσουν ένα μέρος τουλάχιστον αυτών κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών που προηγήθηκαν της ημερομηνίας παραγραφής του πράγματι οφειλόμενου φόρου. Κατά την έννοια αυτή, ο νόμος 289/2002 ανακινεί το ζήτημα της ευθύνης που βαρύνει κάθε κράτος μέλος να εξασφαλίζει την ακριβή είσπραξη του φόρου».

37.      Δεν ισχύει το ίδιο με την επίμαχη εν προκειμένω διάταξη. Η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή συμφωνούν στο ότι η διάταξη εφαρμόζεται κατά την ένδικη και όχι κατά τη διοικητική φάση η οποία εμπίπτει στον τομέα ευθύνης της φορολογικής αρχής. Ο δικονομικός χαρακτήρας της καθίσταται εντονότερος από το γεγονός ότι ισχύει όχι απλώς για τον ΦΠΑ, όπως συνέβαινε με τις αποτελούσες αντικείμενο της προπαρατεθείσας υποθέσεως C‑132/06 διατάξεις, αλλά και σε οποιαδήποτε αναίρεση με αντικείμενο οποιασδήποτε μορφής φόρο ενώπιον του Commissione Tributaria Centrale. Δεν προβλέπεται ετεροδικία ελέγχου και έρευνας εκ μέρους της φορολογικής αρχής. Όλες οι εν λόγω υποθέσεις είχαν αποτελέσει αντικείμενο έρευνας, ενώ τα θεωρηθέντα ως οφειλόμενα ποσά είχαν απαιτηθεί πριν από την έναρξη ισχύος της επίμαχης διατάξεως. Θέτει τέρμα στη δυνατότητα της φορολογικής αρχής να ασκήσει αναίρεση μετά την ήττα της στο πλαίσιο της κατ’ έφεση εκδοθείσας αποφάσεως αλλά δεν ευνοεί ειδικότερα τους φοροφεύγοντες υποκειμένους στον φόρο. Στην πραγματικότητα είναι προφανώς απίθανο (ευχής έργον θα ήταν να καθίσταται ιδιαιτέρως απίθανο) τα υποκείμενα αυτά να έχουν κερδίσει ενώπιον της δικαιοσύνης δις τη δίκη στο πλαίσιο διαφοράς τους με τη φορολογική αρχή —όχι μόνον πρωτοδίκως αλλά και κατ’ έφεση. Εντέλει, η επίμαχη διάταξη τέθηκε σε ισχύ δεκατέσσερα και πλέον έτη μετά την τελευταία ημερομηνία κατά την οποία επιτρεπόταν ακόμα η άσκηση αναιρέσεως και όχι «πολύ σύντομα μετά την εκπνοή των προθεσμιών κατά τις οποίες οι υποκείμενοι στον φόρο θα όφειλαν να καταβάλουν τον ΦΠΑ» (19).

38.      Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η επίμαχη διάταξη «ανακινεί το ζήτημα της ευθύνης που βαρύνει κάθε κράτος μέλος να εξασφαλίζει την ακριβή είσπραξη του φόρου», όπως συνέβαινε με τις αποτελούσες αντικείμενο της υποθέσεως C‑132/06 διατάξεις.

 Υποχρεώσεις των κρατών μελών

39.      Η Επιτροπή υπογραμμίζει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών «να λαμβάνουν όλα τα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα που είναι κατάλληλα να εξασφαλίσουν την είσπραξη ολόκληρου του ΦΠΑ που οφείλεται στο έδαφός τους», «να εξασφαλίζουν την τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στους υποκειμένους στον φόρο», «να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική είσπραξη των ιδίων πόρων της Κοινότητας» και «να μη δημιουργούν σημαντικές διαφορές στον τρόπο αντιμετωπίσεως των υποκειμένων στον φόρο» (20).

40.      Πάντως, οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν μπορούν να εξικνούνται μέχρι του σημείου να διασφαλίζουν, κατά γενικό κανόνα, ότι οι φορολογικές αρχές δύνανται να εξακολουθούν να προσβάλλουν προδικαστικές αποφάσεις μέχρις εκδόσεως ευνοϊκής υπέρ τους αποφάσεως. Εξάλλου ουδεμία αρχή του δικαίου της ΕΕ απαιτεί την αναγνώριση πέραν του ενός βαθμού δικαιοδοσίας. Το ίδιο το Δικαστήριο δίδει το παράδειγμα, για ορισμένες μορφές δικών, επιλαμβανόμενο ως δικαστήριο αποφαινόμενο κατά πρώτον και τελευταίο βαθμό. Σε ορισμένες άλλες έννομες τάξεις, δεν υφίσταται απόλυτο δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως ή αναιρέσεως, η δε δυνατότητα ασκήσεώς τους μπορεί να παρέχεται σπανίως στον ηττηθέντα διαδοχικώς δις ενώπιον δικαστηρίων διάδικο. Κάθε σύστημα πρέπει να αναγνωρίζει ένα σημείο από το οποίο δεν είναι πλέον εφικτή η άσκηση οποιασδήποτε εφέσεως ή αναιρέσεως. Κανένα σύστημα δεν εγγυάται ότι η τελική απόφαση θα είναι άνευ ετέρου ορθή κατά νόμον.

41.      Η επίμαχη διάταξη θέτει τέρμα στη δυνατότητα της φορολογικής αρχής να ασκήσει αναίρεση μετά την έκδοση πρωτόδικης και κατ’ έφεσιν αποφάσεως. Υπό την έννοια αυτή εφαρμόζεται επί καταστάσεως, στο πλαίσιο της οποίας η εν λόγω αρχή έλαβε μέτρα δυνάμενα να θεωρηθούν ως κατάλληλα προκειμένου να εγγυηθεί την είσπραξη του εκτιμώμενου ως οφειλόμενου λόγω ΦΠΑ ποσού, αλλά στο πλαίσιο της οποίας τα πρωτοδίκως και κατ’ έφεση επιληφθέντα δικαστήρια έκριναν ότι ο αξιωθείς ΦΠΑ δεν οφειλόταν στην πραγματικότητα. Δεν αντιλαμβάνομαι πώς ένα τέτοιο μέτρο συνιστά αφεαυτού μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως την οποία υπέχει το κράτος μέλος να διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή του συστήματος ΦΠΑ.

42.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δέχθηκε ότι καμία γενική υποχρέωση δεν επιβάλλει σε κράτος μέλος το να διασφαλίζει ότι η φορολογική αρχή έχει τη δυνατότητα ασκήσεως εφέσεως επί διαφορών σχετικών με τον ΦΠΑ, συνήγαγε, όμως, ότι, όταν προβλέπεται συνήθως η δυνατότητα αυτή, δεν είναι επιτρεπτό ένα αυθαιρέτως οριζόμενο υποσύνολο εφέσεων και αναιρέσεων να «αποδεκατίζεται» μετά την άσκησή τους και πριν από την εκδίκασή τους.

43.      Κατά την άποψή μου, η επίμαχη διάταξη δεν αφορά οποιοδήποτε αυθαιρέτως ορισθέν υποσύνολο εφέσεων και αναιρέσεων. Αφορά όλες τις αναιρέσεις των οποίων επελήφθη το Commissione Tributaria Centrale, ενώπιον του οποίου προσέφυγε η φορολογική αρχή ανεπιτυχώς τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ έφεση και οι οποίες διήρκεσαν στο σύνολό τους πέραν των 10 ετών (στην πραγματικότητα πέραν των 14 ετών). Η δυνάμει του άρθρου 22 της έκτης οδηγίας υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν ότι ο ΦΠΑ υπολογίζεται και εισπράττεται ορθώς σημαίνει ότι πρέπει να εκπληρώνεται εντός πολύ βραχύτερης χρονικής περιόδου (21). Μπορεί να υποτεθεί ευχερώς ότι, μη διασφαλίζοντας ότι οι επί θεμάτων υπολογισμού του φόρου διαφορές επιλύονται εντός εύλογης προθεσμίας μετά τον οριστικό καθορισμό του ύψους του ΦΠΑ, παρά την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων υπέρ του ιδίου διαδίκου, η Ιταλία αθέτησε τη σχετική υποχρέωση. Κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να προβάλλεται το επιχείρημα ότι παρέβη την υποχρέωσή της περαιώνοντας τις εν λόγω δίκες μετά από 14 έτη, μετερχόμενη τη μόνη μέθοδο η οποία δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε αδικία εις βάρος του διαδίκου υπέρ του οποίου είχαν εκδοθεί οι προγενέστερες δικαστικές αποφάσεις (επισημαίνω το γεγονός ότι οι εν λόγω παρατηρήσεις αφορούν την ίδια την επίμαχη διάταξη και όχι την έτερη διάταξη η οποία εφαρμόζεται επί των ενώπιον του Corte di Cassazione ασκουμένων αναιρέσεων ούτε τη μεταξύ των δύο διατάξεων διαπλοκή).

44.      Η Επιτροπή επικαλέστηκε και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Lucchini (22) και, ειδικότερα, Fallimento Olimpiclub (23). Αμφότερες είχαν ως αντικείμενο την αρχή περί ισχύος του δεδικασμένου στο ιταλικό δίκαιο. Με την απόφαση Lucchini, το Δικαστήριο έκρινε ότι το δίκαιο της ΕΕ απαγορεύει την εφαρμογή διατάξεως του εθνικού δικαίου σκοπούσας στη θέσπιση της αρχής του δεδικασμένου, εφόσον η εφαρμογή της εμποδίζει την ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως την οποία η Επιτροπή, με απρόσβλητη απόφασή της, έκρινε ως ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά. Με την απόφαση Fallimento Olimpiclub, η οποία παραπέμπει στην απόφαση Lucchini, κρίθηκε ότι η εφαρμογή της ιδίας διατάξεως απαγορευόταν στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με τον ΦΠΑ για φορολογική περίοδο σε σχέση με την οποία δεν είχε εκδοθεί ακόμη δικαστική απόφαση με ισχύ δεδικασμένου, καθό μέτρο μια τέτοια εφαρμογή θα εμπόδιζε το εθνικό δικαστήριο να λάβει υπόψη κανόνες του δικαίου της ΕΕ σχετικά με καταχρηστικές πρακτικές στον τομέα του ΦΠΑ. Η Επιτροπή αποπειράται να παραλληλίσει τις δύο αυτές απαγορευόμενες εφαρμογές της αρχής της ισχύος του δεδικασμένου και της επίμαχης διατάξεως, καθό μέτρο η τελευταία αναγνωρίζει προφανώς στην κατ’ έφεση εκδοθείσα απόφαση ισχύ δεδικασμένου, αφαιρώντας οποιοδήποτε ζήτημα συμβατότητας με το δίκαιο της ΕΕ από το αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό δικαιοδοτικό όργανο (το οποίο σε διαφορετική περίπτωση θα είχε επιλυθεί).

45.      Θεωρώ ότι ο παραλληλισμός αυτός δεν ισχύει. Η κατάσταση στην υπόθεση Lucchini ήταν εντελώς ιδιαίτερη· το διακύβευμα συνίστατο στο ποιες αρχές διέπουν την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της Κοινότητας σε θέματα κρατικών ενισχύσεων, με την Επιτροπή να διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά την εξέταση του συμβιβαστού μιας κρατικές ενισχύσεως προς την κοινή αγορά. Όσον αφορά την απόφαση Fallimento Olimpiclub, αν και η υπόθεση γειτνίαζε περισσότερο με την υπό κρίση καθόσον αφορούσε τον ΦΠΑ, επέλυσε το συγκεκριμένο ζήτημα αν η αρχή της αποτελεσματικότητας συμβιβάζεται με τυχόν ερμηνεία της αρχής της ισχύος του δεδικασμένου υπό την έννοια ότι, επί διαφορών σχετικών με τον ΦΠΑ, το δεδικασμένο σε συγκεκριμένη υπόθεση αφορώσα θεμελιώδες κοινό με άλλες υποθέσεις σημείο έχει, όσον αφορά το σημείο αυτό, δεσμευτικό περιεχόμενο, έστω και αν οι διαπιστώσεις επ’ αυτού αφορούν διαφορετική φορολογική περίοδο. Η υπό κρίση υπόθεση δεν εμπίπτει σε καμία από τις εν λόγω δύο καταστάσεις ούτε σε οποιαδήποτε συγκρίσιμη κατάσταση και ως εκ τούτου θα έπρεπε να επιλυθεί υπό το φως των ιδίων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της.

46.      Η Επιτροπή έδωσε περαιτέρω έμφαση στο γεγονός ότι ο ΦΠΑ αποτελεί τη βάση ενός από τους «ιδίους πόρους» της ΕΕ, για την αποτελεσματική είσπραξη των οποίων υπεύθυνα είναι τα κράτη μέλη (24).

47.      Ασφαλώς, τούτο αληθεύει. Οι εκ του ΦΠΑ ίδιοι πόροι ανέρχονται στο 0,3 % της εναρμονισμένης βάσεως ΦΠΑ για κάθε κράτος μέλος (25). Δοθέντος ότι η θεωρητική εναρμονισμένη βάση υπολογίζεται στην πραγματικότητα εκ νέου με αφετηρία πράγματι εισπραχθέντα ποσά (26), η αποτελεσματική είσπραξη εκ μέρους των κρατών μελών επηρεάζει τα εκ του προϋπολογισμού έσοδα της ΕΕ.

48.      Πάντως, το προαπαιτούμενο της αποτελεσματικής εισπράξεως δεν μπορεί να είναι απόλυτο. Τα έξοδα και οι προοπτικές της εισπράξεως πρέπει να σταθμίζονται με τα δυνητικά έσοδα. Όσον αφορά την επίμαχη διάταξη, έξοδα θα συνεπαγόταν όχι μόνο για τη φορολογική αρχή, στο πλαίσιο της συνεχίσεως της δίκης, αλλά και για το Δημόσιο, με τη διατήρηση σε λειτουργία του Commissione Tributaria Centrale για κατά τις προβλέψεις μακρά χρονική περίοδο. Οι προοπτικές της εισπράξεως επηρεάζονται όχι μόνο από το γεγονός ότι δύο δικαστικές αποφάσεις υπήρξαν καταδικαστικές για τη φορολογική αρχή αλλά και απλώς και μόνον εκ του ότι παρήλθε χρόνος, γεγονός το οποίο καθιστά ενδεχομένως ορισμένα ποσά μη εισπράξιμα ακόμη και σε περίπτωση μεταγενέστερης ευνοϊκής δικαστικής αποφάσεως. Επιπλέον, η υποχρέωση εισπράξεως πρέπει να σταθμίζεται με το καθήκον το οποίο συνίσταται στην παροχή στον υποκείμενο στον φόρο της δυνατότητας να περαιώσει τη φορολογική εκκρεμότητά του εντός εύλογου χρόνου μετά τη λήξη κάθε φορολογικής περιόδου. Ενόσω μια διαφορά εκκρεμεί επί σημαντικό χρονικό διάστημα, η κατάσταση φτάνει αναπόφευκτα σε ένα σημείο όπου παρόμοιοι παράγοντες υπερισχύουν της υποχρεώσεως για συνέχιση όλων των αξιώσεων επί του ΦΠΑ. Τα καθορισθέντα στην επίμαχη διάταξη κριτήρια δεν παρίστανται υπό την έννοια αυτή ως στερούμενα λογικής.

 Σύγκριση με το άρθρο 16 του νόμου 289/2002

49.      Η Επιτροπή παραπέμπει στη νομολογία του Corte di Cassazione σχετικά με το άρθρο 16 του νόμου 289/2002, τα άρθρα 8 και 9 του οποίου αποτέλεσαν αντικείμενο της ασκηθείσας από την ίδια προσφυγής στο πλαίσιο της υποθέσεως C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας, τα οποία και κρίθηκαν από το Δικαστήριο ως ασυμβίβαστα προς το δίκαιο της ΕΕ. Το άρθρο 16 αναγνωρίζει υπέρ των φορολογουμένων τη δυνατότητα να επιτυγχάνουν την περαίωση οποιασδήποτε εκκρεμούσας ενώπιον οποιουδήποτε δικαιοδοτικού οργάνου φορολογικής διαφοράς μέσω της καταβολής του 10 % του επίδικου ποσού ή, σε περίπτωση κατά την οποία το ποσόν είναι κατώτερο των 2 000 ευρώ, της καταβολής ποσού ύψους 150 ευρώ. Το Corte di Cassazione έκρινε ότι η εν λόγω διάταξη δεν συμβιβάζεται προς το δίκαιο της Ενώσεως όπως και τα άρθρα 8 και 9 του νόμου 289/2002. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή επηρεάζει την εκτίμηση της επίμαχης εν προκειμένω διατάξεως, η οποία, κατά την άποψή της, είναι «στην πράξη ταυτόσημη».

50.      Η συμβατότητα του άρθρου 16 του νόμου 289/2002 προς το δίκαιο της Ενώσεως δεν αμφισβητείται εν προκειμένω, οπότε δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί συναφώς στην παρούσα φάση. Εντούτοις, σημειώνω ότι η εν λόγω διάταξη εμφανίζει τουλάχιστον σημαντική διαφορά σε σχέση με την επίμαχη εν προκειμένω, καθό μέτρο εφαρμόζεται επί όλων των εκκρεμών ενώπιον όλων των φορολογικών δικαστηρίων διαφορών, ανεξάρτητα από τη διάρκειά τους. Επομένως, ομοιάζει σαφώς περισσότερο προς μία «γενική παραίτηση» απ’ ό,τι η επίμαχη διάταξη, η οποία εφαρμόζεται μόνο στις διαδικασίες τρίτου βαθμού δικαιοδοσίας και εφόσον η δίκη εκκρεμεί στο σύνολό της πέραν των 10 ετών (στην πραγματικότητα πέραν των 14 ετών). Επομένως, φρονώ ότι δεν μπορεί εν προκειμένω να ασκεί επιρροή, καθό μέτρο αφορά την υπό κρίση υπόθεση, οποιαδήποτε εθνική νομολογία αφορώσα το άρθρο 16 του νόμου 289/2002.

 Σύγκριση με την επίλυση των κατ’ ιδίαν διαφορών

51.      Η Επιτροπή υπογραμμίζει το γεγονός ότι η επίμαχη διάταξη συνεπάγεται την περαίωση όλων των συναφών διαφορών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πιθανότητα εκδόσεως ευνοϊκής αποφάσεως υπέρ της φορολογικής αρχής. Συγκρίνει τη διάταξη αυτή με άλλες διατάξεις του ιταλικού δικαίου οι οποίες προβλέπουν τη δυνατότητα ένδικης επιλύσεως των διαφορών μεταξύ της φορολογικής αρχής και του φορολογημένου βάσει μιας κατ’ ιδίαν εκτιμήσεως της διαφοράς από τη φορολογική αρχή και/ή της καταβολής εκ μέρους του υποκειμένου στον φόρο ενός τμήματος του αξιούμενου ποσού. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η επίδικη διαφορά εμπεριέχει γενική παραίτηση κατά την έννοια της αποφάσεως στην υπόθεση C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας, και όχι επίλυση ανά διαφορά, η οποία εκτιμάται προφανώς ως αποδεκτή.

52.      Το επιχείρημα αυτό δεν με πείθει.

53.      Ασφαλώς, ο διάδικος ο οποίος ηττήθηκε πρωτοδίκως ενδέχεται να νικήσει κατ’ έφεση. Επιπλέον, ο εν λόγω διάδικος θα αξιολογήσει κατά κανόνα με μεγαλύτερη ακρίβεια τα συμφέροντα και τις πιθανότητες επιτυχίας του ασκώντας αναίρεση. Εξάλλου, ένας δημόσιος φορέας όπως η φορολογική αρχή εύχεται ενδεχομένως, για γενικότερους λόγους ασφαλείας δικαίου, να επιτύχει την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως προς το δημόσιο συμφέρον.

54.      Αφενός, η επίμαχη διάταξη αντικαθιστά προφανώς στην πραγματικότητα την εκ μέρους της φορολογικής αρχής εκτίμηση των συμφερόντων της προς συνέχιση της δίκης μέσω μιας οιονεί στατιστικής προσεγγίσεως της πιθανότητας μεταστροφής της κατά τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας δικαστικής κρίσεως. Αν η σχετική πιθανότητα είναι μικρή, όπως φαίνεται να συμβαίνει με την επίμαχη διάταξη, η μη έκδοση αναιρετικής αποφάσεως, ενώ δεν είναι ιδανική, παρίσταται λιγότερο προβληματική.

55.      Αφετέρου, μία κατόπιν διαπραγματεύσεως διευθέτηση ανά περίπτωση, όπου η φορολογική αρχή παραιτείται της αξιώσεώς της να της καταβληθεί το πλήρες ποσό το οποίο θεωρεί ότι της οφείλεται έναντι καταβολής ενός τμήματός του, δεν είναι προφανώς περισσότερο επωφελής προσέγγιση. Συνεπάγεται κατ’ ανάγκη είτε υψηλότερο είτε χαμηλότερο ποσό από εκείνο το οποίο θα είχε εισπραχθεί βάσει μιας ορθής ερμηνείας της σχετικής νομοθεσίας, ενώ εγκαταλείπεται κάθε δυνατότητα αποφάνσεως εκ μέρους ενός κατ’ αναίρεση επιλαμβανόμενου δικαιοδοτικού οργάνου επί της εν λόγω ερμηνείας.

56.      Αμφότερες οι επιλογές δεν είναι οι καλύτερες δυνατές ως προς την είσπραξη όλων των οφειλόμενων φόρων, πλην όμως ουδεμία είναι προφανώς ανεπίτρεπτη ή προσομοιάζουσα με γενική παραίτηση κατά την έννοια της αποφάσεως στην υπόθεση C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας.

 Αιτιολόγηση με βάση την ΕΣΔΑ

57.      Αντιθέτως, η ανάγκη συμμορφώσεως προς την απαιτούμενη δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ (27) «εύλογη προθεσμία» (και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, το οποίο δεσμεύει τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ) παρίσταται ως σαφής και ιδιαίτερα επιτακτική αιτιολόγηση για την υιοθέτηση ενός κανόνα όπως η επίμαχη διάταξη. Όσον αφορά την επιταγή περί ασφαλείας δικαίου, 10 έτη αποτελούν προφανώς ιδιαίτερα μακρά χρονική περίοδο για την έκδοση αποφάσεως επί ένδικης διαφοράς, εκτός αν τούτο δικαιολογείται από ειδικές περιπτώσεις χαρακτηρίζουσες την υπόθεση (28). Στην πραγματικότητα, η επίμαχη διάταξη έχει εφαρμογή μόνον επί των δικών οι οποίες εκκρεμούσαν σε τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας τον Απρίλιο του 2010 επί 10 (στην ουσία επί 14) έτη ή πέραν αυτών και η συνολική διάρκεια των οποίων υπήρξε σημαντικά μακρύτερη. Ενώ το γεγονός και μόνον μιας τόσο μακράς διάρκειας συνιστά προδήλως σοβαρό πρόβλημα το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί από το κράτος μέλος (29), φρονώ ότι η υποχρέωση να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική είσπραξη του ΦΠΑ, όπως προβλέπει το δίκαιο της ΕΕ, δεν συνεπάγεται την υποχρέωση παρατάσεως επί άνω των 10 ή 14 ετών μιας καταστάσεως ανασφαλείας δικαίου όσον αφορά αμφισβητούμενο ποσό φόρου για το οποίο ο υποκείμενος στον φόρο έχει επιτύχει ήδη την έκδοση δύο ευνοϊκών υπέρ του δικαστικών αποφάσεων.

58.      Με βάση τις ανωτέρω παρατηρήσεις, συνεπώς, φρονώ ότι η επίμαχη στο πλαίσιο της παρούσας δίκης διάταξη δεν συγκρίνεται με εκείνη η οποία είχε αποτελέσει αντικείμενο της υποθέσεως C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας, και δεν συνιστά αθέτηση υποχρεώσεως εκ μέρους της Ιταλίας συνιστάμενης στη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του συστήματος ΦΠΑ.

 Η απαιτούμενη φορολογική ουδετερότητα

59.      Πάντως, μία από τις πτυχές της επίμαχης διατάξεως παρίσταται συζητήσιμη υπό το φως, μεταξύ άλλων, της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας, όσον αφορά την απαιτούμενη «φορολογική ουδετερότητα», ήτοι την υποχρέωση «να μη δημιουργούνται σημαντικές διαφορές στον τρόπο αντιμετωπίσεως των υποκειμένων στον φόρο είτε εντός ενός κράτους μέλους είτε στο σύνολο των κρατών μελών» (30).

60.      Η Επιτροπή προβάλλει την ανωτέρω πτυχή διερωτώμενη για ποιους λόγους, αν σκοπός του άρθρου 3, παράγραφος 2 bis, του μετατραπέντος σε νόμο νομοθετικού διατάγματος συνίστατο όντως στον περιορισμό των καθυστερήσεων εκδικάσεως υποθέσεως ενώπιον των Commissione Tributaria Centrale και Corte di Cassazione, εφαρμόζεται μόνον επί των δικών οι οποίες εκκρεμούσαν επί χρόνο μεγαλύτερο των 10 ετών κατά ένα συγκεκριμένο χρόνο αντί για όλες τις δίκες καθό μέτρο εγγίζουν το όριο της δεκαετίας.

61.      Το ερώτημα αυτό εκτιμώ ότι δεν τίθεται λυσιτελώς στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, η οποία, υπενθυμίζω και πάλι, αφορά μόνο τις ενώπιον του Commissione Tributaria Centrale υποθέσεις. Όταν τέθηκε σε ισχύ η επίμαχη διάταξη όλες οι ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου αναιρέσεις εκκρεμούσαν επί χρονικό διάστημα άνω των 10 ετών, ενώ δεν μπορούσαν να ασκηθούν ενώπιόν του περαιτέρω ένδικα μέσα ενώπιόν του.

62.      Εντούτοις, το άρθρο 3, παράγραφος 2 bis, εισάγει στο σύνολό του διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των αναιρέσεων σε δίκες περί ΦΠΑ οι οποίες εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία ασκήσεως της αναιρέσεως και όχι βάσει του χρόνου κατά τον οποίο εξακολουθούσαν να εκκρεμούν (31). Και, ακόμη και αν το κριτήριο της δεκαετίας μπορεί να θεωρηθεί ως αντικειμενικό (αν και, όπως οποιοδήποτε χρονικό όριο, αυθαίρετο) υπό το φως της «εύλογης προθεσμίας», όπως απαιτεί το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, παρίσταται απαράδεκτο το κριτήριο αυτό να επάγεται διαφορετικά αποτελέσματα εξαρτώμενα απλώς και μόνον από την ημερομηνία κατά την οποία ασκήθηκε η αναίρεση.

63.      Πάντως, θεωρώ ότι τούτο δεν αποτελεί επαρκή λόγο προκειμένου να κριθεί ότι η επίμαχη διάταξη είναι αφεαυτής ασυμβίβαστη με την υποχρέωση της Ιταλίας να διασφαλίζει πραγματική είσπραξη του ΦΠΑ και πραγματική συμμόρφωση των φορολογουμένων με τις υποχρεώσεις τους βάσει του συστήματος ΦΠΑ. Εκείνο το οποίο θα μπορούσε να απαιτηθεί είναι η ενιαία αντιμετώπιση όλων των εμπιπτουσών στο άρθρο 3, παράγραφος 2 bis, του μετατραπέντος σε νόμο νομοθετικού διατάγματος καταστάσεων, τουλάχιστον καθό μέτρο αφορούν τον ΦΠΑ. Αν οι εκκρεμείς ενώπιον του Corte di Cassazione αναιρέσεις έπρεπε να αντιμετωπιστούν με τον ίδιο τρόπο όπως οι εκκρεμείς ενώπιον του Commissione Tributaria Centrale, ανεξάρτητα από το αν η διάρκεια της δίκης ήγγιζε το όριο της δεκαετίας, η δυσχέρεια αυτή θα έπρεπε να εκλείψει. Το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει και αν η αντιμετώπιση η οποία επιφυλάσσεται σήμερα στις ενώπιον του Corte di Cassazione αναιρέσεις θα έπρεπε να επεκταθούν και στις εκκρεμείς ενώπιον του Commissione Tributaria Centrale δίκες. Εντούτοις, θεωρώ ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί οποιασδήποτε από τις πτυχές αυτές ή ακόμη και κάποιας άλλης, στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Τέτοιες κρίσεις είναι άσχετες προς το ερώτημα αν μέτρο όπως η επίμαχη διάταξη, εξεταζόμενο κεχωρισμένως, απαγορεύεται από την ορθή ερμηνεία της νομοθεσίας της ΕΕ.

 Πρόταση

64.      Κατόπιν αυτού, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο υποβληθέν από το Commissione Tributaria Centrale ερώτημα:

«Αντίκειται τόσο στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ (πρώην άρθρο 10 ΕΚ) όσο και στα άρθρα 2 και 22 της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών — Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση, εθνική διάταξη, σύμφωνα με την οποία, στο πλαίσιο διαφορών με αντικείμενο τον φόρο προστιθέμενης αξίας μεταξύ ενός φορολογουμένου και της φορολογικής αρχής, εφόσον έχουν παρέλθει δέκα έτη από την έναρξη της δίκης τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και κατ’ έφεση, η δίκη περαιώνεται αυτομάτως χωρίς την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας από το επιλαμβανόμενο της αναιρέσεως δικαστήριο.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2 –      Οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ L 347, σ. 1).


3 –      Έκτη οδηγία 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών — Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49, όπως αυτή τροποποιήθηκε επανειλημμένα).


4 –      Βλ. νυν άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και δ΄, της οδηγίας 2006/112.


5 –      Από 1ης Ιανουαρίου 1993 το άρθρο 22 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 28 η (οδηγία 91/681/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1991, για τη συμπλήρωση του κοινού συστήματος φόρου προστιθέμενης αξίας και την τροποποίηση, ενόψει της καταργήσεως των φορολογικών συνόρων, της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ, ΕΕ L 376, σ. 1), χωρίς ουσιαστικές αλλαγές των προαναφερθεισών διατάξεων. Βλ. νυν άρθρα 252, παράγραφος 1, 206 και 273 της οδηγίας 2006/112.


6 –      Συλλογή 2008, σ. I‑5457.


7 –      Προπαρατεθείσα απόφαση C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψεις 43 και 44).


8 –      Νομοθετικό διάταγμα 545/1992.


9 –      Μέχρι τον Οκτώβριο 2010 εξακολουθούσαν να εκκρεμούν περίπου 211 000 αναιρέσεις, ενώ υπολογίζεται να έχουν περατωθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2012 οι εκκρεμείς ενώπιον του Commissione Tributaria Centrale υποθέσεις, καθιστώντας εφικτή την οριστική κατάργησή του.


10 –      Άρθρο 3, παράγραφος 2 bis, του νομοθετικού διατάγματος 40/2010, το οποίο μετατράπηκε στον νόμο 23/2010, ο οποίος συμπεριέλαβε το άρθρο 3, παράγραφος 2 bis. Το άρθρο 3 τιτλοφορείται «Μείωση της διαφοράς και εξορθολογισμός της εισπράξεως». Στη συνέχεια αναφέρομαι στο άρθρο 3, παράγραφος 2 bis, πρώτη περίοδος, και υποπαράγραφος a, ως «η επίμαχη διάταξη».


11 –      Ο αποκαλούμενος «νόμος Pinto», ο οποίος προβλέπει μηχανισμό για αξιούμενη αντιστάθμιση λόγω υπερβολικά μακράς διάρκειας της δίκης, και ο οποίος θεσπίστηκε μετά από την έκδοση ορισμένων πολύ επικριτικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.


12 – Ποσού ίσου κατά προσέγγιση με 11 500 ευρώ.


13 – Βλ. ανωτέρω σημείο 11.


14 –      Υπόθεση C‑417/10, 3M Italia, η έκθεση ακροατηρίου επί της οποίας προηγήθηκε μόλις αυτής της υπό κρίση υποθέσεως.


15 –      Βλ. σκέψεις 44, 45 και 47 της αποφάσεως της 17ης Ιουλίου 2008 στην υπόθεση C‑132/06.


16 –      Βλ. τις συνόψεις στις σκέψεις 8 επ. της αποφάσεως και στα σημεία 11 επ. των προτάσεών μου επί της υποθέσεως εκείνης.


17 –      Προπαρατεθείσα απόφαση C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 47).


18 –      Όπ.π. (σκέψη 52).


19 –      Πέραν τούτου, η υπό κρίση υπόθεση αφορά αξίωση πιστώσεως στοιχειοθετηθείσα (ή μη στοιχειοθετηθείσα) πριν από 30 περίπου έτη.


20 –      Βλ. σκέψεις 37 έως 39 της προπαρατεθείσας στο σημείο 7 αποφάσεως C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας.


21 – Το άρθρο 22, παράγραφοι 4 και 5, της έκτης οδηγίας απαιτεί οι υποκείμενοι στον φόρο να καταθέτουν δήλωση εντός δύο μηνών από το πέρας κάθε φορολογικής περιόδου, η οποία δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το έτος, και να καταβάλλουν το καθαρό ποσό του ΦΠΑ κατά την υποβολή της περιοδικής δηλώσεώς τους.


22 – Απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, C‑119/05 (Συλλογή 2007, σ. I‑6199).


23 – Απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑2/08 (Συλλογή 2009, σ. I‑7501).


24 – Βλ. δεύτερη και δέκατη τέταρτη αιτιολογικές σκέψεις στο προοίμιο της έκτης οδηγίας και σκέψη 39 της αποφάσεως στην υπόθεση C‑132/06.


25 – Βλ. άρθρο 2 της αποφάσεως 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 2007, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 163, σ. 17).


26 – Βλ EuropeanUnionpublicfinance, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τέταρτη έκδ., 2008, σ. 239.


27 –      Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάνθηκε επανειλημμένα, όσον αφορά τις δικονομικές προθεσμίες της Ιταλίας, διάρκειας μικρότερης των 10 ετών, ότι παραβιάζουν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ (βλ., επί παραδείγματι, Sciortino κατά Ιταλίας, αριθ. 30127/96 (Sect. 2) (18.10.01), § 19 επ., και Scordino κατά Ιταλίας (αριθ. 1) [GC], αριθ. 36813/97, ΕΔΑΔ 2006‑V, § 175 επ.).


28 –      Στο πλαίσιο των ενώπιον των δικαστηρίων της ΕΕ δικών, βλ., επί παραδείγματι, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 2009, C‑385/07 P, Der Grüne Punkt (Συλλογή 2009, σ. I‑6155, σκέψεις 181 επ.).


29 –      Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 9.


30 –      Προπαρατεθείσα απόφαση C‑132/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 39).


31 –      Στην πραγματικότητα, υφίσταται μία τριπλή διάκριση: οι ενώπιον του Commissione Tributaria Centrale αναιρέσεις αντιμετωπίζονται διαφορετικά σε σχέση με εκείνες ενώπιον του Corte di Cassazione, ενώ οι εκκρεμούσες ενώπιον του δευτέρου αναιρέσεις αντιμετωπίζονται διαφορετικά ανάλογα με το αν η δίκη κινήθηκε σε πρώτο βαθμό πριν ή μετά τις 26 Μαΐου 2000.