Language of document : ECLI:EU:C:2012:42

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NIILO JÄÄSKINEN

της 26ης Ιανουαρίου 2012 (1)

Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑90/11 και C‑91/11

Alfred Strigl

κατά

Deutsches Patent‑ und Markenamt

και

Securvita — Gesellschaft zur Entwicklung alternativer Versicherungskonzepte mbH

κατά

Öko‑Invest Verlagsgesellschaft mbH

[αιτήσεις του Bundespatentgericht (Γερμανία)

για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Σήματα — Οδηγία 2008/95/ΕΚ — Λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄ — Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 — Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄ — Λεκτικό σήμα αποτελούμενο από περιγραφικό συνδυασμό λέξεων και μη περιγραφική ακολουθία στοιχείων αντιστοιχούσα στα αρχικά των λέξεων που συνθέτουν τον εν λόγω συνδυασμό — Περιγραφικός χαρακτήρας — Διακριτικός χαρακτήρας — Κριτήρια εκτιμήσεως — Ανάγκη ελεύθερης χρήσεως — Διακριτική λειτουργία του σήματος»





I –    Εισαγωγή

1.        Οι δύο αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Bundespatentgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο για την επίλυση διαφορών σχετικών με διπλώματα ευρεσιτεχνίας, Γερμανία), οι οποίες αποτελούν αντικείμενο των προτάσεων αυτών, αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (2).

2.        Στις υποθέσεις της κύριας δίκης, τα επίμαχα λεκτικά σήματα συντίθενται από πολλά στοιχεία. Αμφότερα, το σήμα Multi Markets Fund MMF και το σήμα NAI — Der Natur-Aktien-Index, αποτελούνται από περιγραφικό συνδυασμό λέξεων ο οποίος προηγείται ή έπεται, ανάλογα με την περίπτωση, μιας μη περιγραφικής ακολουθίας στοιχείων (συντομογραφίας), αντιστοιχούσας στα αρχικά των λέξεων που συνθέτουν τον εν λόγω συνδυασμό.

3.        Στις υποθέσεις αυτές, το Δικαστήριο καλείται να συμπληρώσει τη νομολογία του στον τομέα των σημάτων και, ειδικότερα, να αποφανθεί σχετικά με το πεδίο εφαρμογής δύο λόγων απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας 2008/95, στην περίπτωση σημάτων τα οποία, αφενός, στερούνται διακριτικού χαρακτήρα και, αφετέρου, συνίστανται αποκλειστικώς από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν στο εμπόριο, προς δήλωση των χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας που φέρει το σήμα.

4.        Στον τομέα αυτό, τίθενται διαρκώς νέα ζητήματα στο πλαίσιο σταθμίσεως, αφενός, της προστασίας των συμφερόντων του αιτούντος την καταχώριση ή του δικαιούχου σήματος και, αφετέρου, της ανάγκης να λαμβάνονται υπόψη τα γενικά συμφέροντα. Τα εν λόγω γενικά συμφέροντα συνίστανται, μεταξύ άλλων, στο να μην περιορίζεται αδικαιολόγητα η διαθεσιμότητα περιγραφικών σημείων (ανάγκη ελεύθερης χρήσεως) και στο να παρέχεται στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη του επίμαχου προϊόντος ή της επίμαχης υπηρεσίας η δυνατότητα να διακρίνει το εν λόγω προϊόν ή την εν λόγω υπηρεσία από προϊόντα ή υπηρεσίες άλλης προελεύσεως (διακριτική λειτουργία). Με τα ερωτήματα που έθεσε το Bundespatentgericht ζητείται, κατ’ ουσία, να προσδιορισθούν τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να διευκρινισθεί η σχέση μεταξύ αυτών των δύο διαφορετικών σκοπών που επιδιώκει το δίκαιο των σημάτων.

II – Το νομικό πλαίσιο

 Α —      Η νομοθεσία της Ένωσης

5.        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/95 (3), με τίτλο «Λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητας», ορίζει τα εξής:

«Τα ακόλουθα σημεία ή σήματα δεν καταχωρίζονται ή, εάν έχουν καταχωρισθεί, είναι δυνατόν να κηρυχθούν άκυρα:

[…]

β)      τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·

γ)      τα σήματα που συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν στο εμπόριο, προς δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας·

[…]»

 Β —      Η εθνική νομοθεσία

6.        Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας 2008/95 αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, στο άρθρο 8, παράγραφος 2, σημεία 1 και 2, του νόμου περί προστασίας των σημάτων (Gesetz über den Schutz von Marken und sonstigen Kennzeichen, στο εξής: MarkenG). Οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν τα εξής:

«(2) Δεν γίνονται δεκτά προς καταχώριση:

1.      τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα για τα σχετικά προϊόντα ή τις σχετικές υπηρεσίες,

2.      τα σήματα που συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν στο εμπόριο, προς δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας […]»

III – Οι υποθέσεις της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

 Α —      Υπόθεση Strigl (C‑90/11)

7.        Ο Α. Strigl κατέθεσε το 2008, ενώπιον του Deutsches Patent- und Markenamt (γερμανικού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και Σημάτων), αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού σήματος Multi Markets Fund MMF για τις υπηρεσίες της κλάσεως 36 του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί (στο εξής: Διακανονισμός της Νίκαιας).

8.        Οι υπηρεσίες αυτές περιγράφονται ως εξής: «ασφάλειες (συμβουλή, πώληση και παροχή ασφαλειών), συμβουλή σε ασφαλιστικές υποθέσεις, χρηματοπιστωτικές υποθέσεις (υπηρεσίες τραπεζικών και πιστωτικών ιδρυμάτων, οικονομικές συμβουλές, χρηματικές καταθέσεις, καταπιστευτική διαχείριση, χρηματικά ζητήματα), υποθέσεις ακινήτων (διαχείριση ακινήτων και οικιών, μεσιτεία ακινήτων), περιουσιακές και οικονομικές συμβουλές».

9.        Με δύο αποφάσεις της 23ης Μαΐου και της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, το Deutsches Patent‑ und Markenamt απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως στηριζόμενο στο άρθρο 8, παράγραφος 2, σημεία 1 και 2, του MarkenG. Συναφώς, έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η φράση «Multi Markets Fund» προσδιόριζε ένα κεφάλαιο το οποίο επενδύει σε πολλές διαφορετικές αγορές. Αποφάνθηκε, επίσης, ότι ευκόλως μπορεί να εννοηθεί ότι το κοινό αντιλαμβάνεται την ακολουθία στοιχείων «MMF» ως την προφανή συντομογραφία των τριών αρχικών γραμμάτων του σημείου, λόγω του ότι η συντομογραφία αυτή έπεται των συγκεκριμένων τριών λέξεων και αποδίδει αντιστοίχως τα αρχικά τους.

10.      Το Deutsches Patent‑ und Markenamt συνήγαγε από τα ανωτέρω ότι το σημείο, συνολικώς εξεταζόμενο, δεν υπερίσχυε του συνόλου των στοιχείων που το συνθέτουν. Καίτοι δέχθηκε ότι θα μπορούσε να αποδοθεί διαφορετική έννοια στην ακολουθία των στοιχείων «MMF» αν αυτή εξεταζόταν αυτοτελώς, έκρινε, εντούτοις, ότι η επιλογή αυτή περιοριζόταν προδήλως λαμβανομένων υπόψη των λοιπών στοιχείων του σήματος και των υπηρεσιών για τις οποίες είχε ζητηθεί η καταχώρισή του.

11.      Ο Α. Strigl άσκησε προσφυγή ενώπιον του Bundespatentgericht ζητώντας την ακύρωση των αποφάσεων του Deutsches Patent‑ und Markenamt περί αρνήσεως καταχωρίσεως του εν λόγω λεκτικού σήματος. Κατά την εκτίμησή του, το σήμα αυτό έχει πολλές διαφορετικές έννοιες. Το γεγονός ότι το στοιχείο «MMF» μπορούσε να αντιστοιχεί σε μια σειρά συντομογραφιών αρκούσε, κατά τη γνώμη του, για την απόρριψη της θέσεως ότι το εν λόγω σημείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί περιγραφικώς.

12.      Κρίνοντας ότι η επίλυση της εν λόγω διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία της οδηγίας 2008/95, το Bundespatentgericht αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Συντρέχει ο λόγος απαραδέκτου του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας [2008/95/ΕΚ] στην περίπτωση λεκτικού σήματος το οποίο αποτελείται από την παράθεση ενός περιγραφικού συνδυασμού λέξεων και μιας μη περιγραφικής ακολουθίας στοιχείων, όταν η εν λόγω ακολουθία γίνεται αντιληπτή από το κοινό ως συντομογραφία του ανωτέρω συνδυασμού λέξεων, καθόσον αποδίδει τα αρχικά κάθε λέξεως του συνδυασμού αυτού, ούτως ώστε το σήμα να μπορεί να εκληφθεί συνολικώς ως συνδυασμός αμοιβαίως επεξηγούμενων περιγραφικών ενδείξεων ή συντομογραφιών;»

 Β —      Υπόθεση Securvita (C‑91/11)

13.      Το λεκτικό σήμα NAI — Der Natur‑Aktien‑Index καταχωρίσθηκε το 2001 ενώπιον του Deutsches Patent‑ und Markenamt στο όνομα της Securvita — Gesellschaft zur Entwicklung alternativer Versicherungskonzepte mbH (στο εξής: Securvita) για τις ακόλουθες υπηρεσίες της κλάσεως 36 του Διακανονισμού της Νίκαιας: «ασφάλειες, χρηματοπιστωτικές υποθέσεις, χρηματικά ζητήματα, υποθέσεις ακινήτων».

14.      Το 2007, η Öko Invest Verlagsgesellschaft mbH (στο εξής: Öko‑Invest) ζήτησε την ακύρωση του εν λόγω σήματος υποστηρίζοντας ότι η ακολουθία στοιχείων «NAI» χρησιμοποιείται στον χρηματοοικονομικό τομέα ως συντομογραφία του συνδυασμού λέξεων «Natur‑Aktien‑Index». Προς στήριξη της προσφυγής της, η Öko Invest υποστηρίζει ότι, στο μέτρο που ο εν λόγω συνδυασμός λέξεων, ο οποίος έπεται της ακολουθίας στοιχείων «NAI», συνιστά περιγραφική ένδειξη, η ακολουθία στοιχείων, η οποία γίνεται αντιληπτή ως απλή συντομογραφία του ανωτέρω συνδυασμού λέξεων, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί και αυτή ως περιγραφική ένδειξη.

15.      Με απόφαση της 28ης Μαΐου 2008, το Deutsches Patent‑ und Markenamt δέχθηκε το αίτημα της Öko-Invest και ακύρωσε το εν λόγω σήμα, κρίνοντας ότι συνέτρεχε ο λόγος απαραδέκτου του άρθρου 8, παράγραφος 2, σημείο 1, του MarkenG. Κατά την εν λόγω Αρχή, το σήμα, εξεταζόμενο συνολικώς, αποτελείται μόνο από συνδυασμό αμιγώς περιγραφικών ενδείξεων που προηγούνται της συντομογραφίας, ήτοι της ακολουθίας στοιχείων «NAI» την οποία το κοινό εκλαμβάνει ως συντομογραφία.

16.      Προς στήριξη της προσφυγής που άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Bundespatentgericht, η Securvita υποστήριξε ότι κανένας λόγος απαραδέκτου δεν μπορούσε να προβληθεί βασίμως κατά του συγκεκριμένου σήματος. Ειδικότερα, παρέπεμψε στο γεγονός ότι το τέταρτο τμήμα προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) δέχθηκε την αίτησή της περί καταχωρίσεως ως κοινοτικού του σήματος NAI — Der Natur‑Aktien‑Index, με απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2009 στην υπόθεση R 1630/2008‑4, εκτιμώντας ότι το σήμα αυτό συνιστούσε μη περιγραφικό σημείο με διακριτικό χαρακτήρα (4).

17.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundespatentgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:

«Συντρέχει ο λόγος απαραδέκτου του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας [2008/95] στην περίπτωση λεκτικού σήματος το οποίο αποτελείται από την παράθεση ενός περιγραφικού συνδυασμού λέξεων και μιας καθαυτής μη περιγραφικής ακολουθίας στοιχείων, όταν η εν λόγω ακολουθία γίνεται αντιληπτή από το κοινό ως συντομογραφία του ανωτέρω συνδυασμού λέξεων, καθόσον αποδίδει τα αρχικά κάθε λέξεως του συνδυασμού αυτού, ούτως ώστε το σήμα να μπορεί να εκληφθεί συνολικώς ως συνδυασμός αμοιβαίως επεξηγούμενων περιγραφικών ενδείξεων ή συντομογραφιών;»

18.      Οι αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Bundespatentgericht καταχωρίσθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Φεβρουαρίου 2011.

19.      Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 26ης Μαΐου 2011, οι υποθέσεις C‑90/11 και C‑91/11 ενώθηκαν ώστε να συνεκδικασθούν προς διευκόλυνση της διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.

20.      Ένας εκ των διαδίκων στις υποθέσεις της κύριας δίκης, η Securvita, η Ιταλική και η Πολωνική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Κανένας από τους μετέχοντες στη διαδικασία δεν ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

IV – Ανάλυση

 Α —      Γενικές παρατηρήσεις

1.      Προκαταρκτικές επισημάνσεις

21.      Πρέπει, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2008/95 είναι παρόμοιες με τις διατάξεις του κανονισμού 207/2009. Εν προκειμένω, οι λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητας της οδηγίας 2008/95 των οποίων την ερμηνεία ζητεί το αιτούν δικαστήριο είναι, όπως έχω ήδη επισημάνει, πανομοιότυποι με τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, του εν λόγω κανονισμού. Για τον λόγο αυτό, θα παραπέμψω και στη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, του κανονισμού 207/2009 (5).

22.      Όσον αφορά την απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, δεν είναι αναγκαίο να διακρίνουμε τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στις δύο υποθέσεις της κύριας δίκης, δεδομένου ότι το νομικό ζήτημα που τίθεται από το εθνικό δικαστήριο είναι κατ’ ουσίαν ένα και το αυτό. Το προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση Securvita, καίτοι παρόμοιο κατ’ ουσία, είναι μάλλον σαφέστερο από εκείνο που υποβλήθηκε στην υπόθεση Strigl χάρη στην προσθήκη του όρου «καθαυτής» (6). Για τον λόγο αυτό, στο πλαίσιο των εν λόγω προτάσεών μου, θα στηριχθώ στη διατύπωση του ερωτήματος που υποβλήθηκε στην υπόθεση Securvita.

23.      Στο πλαίσιο των συγκεκριμένων υποθέσεων, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινισθεί πώς πρέπει να εκτιμηθεί, βάσει των λόγων απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και/ή γ΄, της οδηγίας 2008/95, ένα σήμα το οποίο αποτελείται, αφενός, από περιγραφικό συνδυασμό λέξεων και, αφετέρου, από ακολουθία στοιχείων η οποία αποδίδει τα αρχικά των λέξεων του εν λόγω συνδυασμού και μπορεί να εκτιμηθεί, αυτή καθαυτήν, ως μη περιγραφική.

2.      Επί των δηλώσεων περί μη επικλήσεως ορισμένου δικαιώματος

24.      Δεδομένου ότι τα επίμαχα σήματα αποτελούνται από περιγραφικά και από μη περιγραφικά στοιχεία αυτά καθαυτά, επιβάλλεται ο παραλληλισμός με το σύστημα που θεσπίζει ο κανονισμός 207/2009. Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 37, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, το ΓΕΕΑ μπορεί, ως προϋπόθεση της καταχωρίσεως του σήματος, να ζητήσει από τον καταθέτη να δηλώσει ότι δεν θα επικαλεστεί αποκλειστικό δικαίωμα για συγκεκριμένο στοιχείο στερούμενο διακριτικού χαρακτήρα (δήλωση καλούμενη, επίσης, disclaimer) όταν η παρουσία του στοιχείου αυτού στο σήμα μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες σχετικά με την έκταση της προστασίας του σήματος (στο εξής: δήλωση περιορισμού) (7).

25.      Εντούτοις, κατά τον κανονισμό 207/2009, η δυνατότητα που παρέχεται στο ΓΕΕΑ να ζητήσει από τον αιτούντα την καταχώριση του σήματος να υποβάλει δήλωση περιορισμού ουδόλως συνεπάγεται ότι η δήλωση αυτή μπορεί να επηρεάσει την εκτίμηση σχετικά με τη δυνατότητα καταχωρίσεως ορισμένου σημείου. Κατά κανόνα, ένα σήμα το οποίο συντίθεται από πολλά στοιχεία, ορισμένα εκ των οποίων είναι περιγραφικά και στερούνται διακριτικού χαρακτήρα, δεν καταχωρίζεται μόνον εάν στερείται διακριτικού χαρακτήρα στο σύνολό του (8).

26.      Καίτοι οι δηλώσεις περιορισμού μπορούν να έχουν σημασία κατά την εξέταση της εκτάσεως της προστασίας ενός σήματος στην περίπτωση συγκρούσεως σημάτων, το ΓΕΕΑ δεν αξιοποιεί μάλλον τη δυνατότητα αυτή που του παρέχει ο κανονισμός 207/2009. Αντιθέτως, το ΓΕΕΑ εφαρμόζει μάλλον την αρχή κατά την οποία δεν είναι δυνατή η προστασία ενός μόνον εκ των πλειόνων στοιχείων που συνθέτουν ένα σημείο (9).

3.      Επί των γενικών συμφερόντων που δικαιολογούν τους λόγους απαραδέκτου ή ακυρότητας

27.      Κατά την εξέταση των λόγων απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας 2008/95, πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι σκοποί που επιδιώκουν και τα γενικά συμφέροντα που τους δικαιολογούν. Για τον λόγο αυτό είναι χρήσιμο να γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις επί του θέματος αυτού.

28.      Κατά πάγια νομολογία, οι διάφοροι λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3 της οδηγίας 2008/95, καθώς και οι απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου του άρθρου 7 του κανονισμού 207/2009, πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του γενικού συμφέροντος που δικαιολογεί έκαστο εξ αυτών (10).

29.      Πρώτον, όσον αφορά τον σκοπό που επιδιώκει ο λόγος απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2008/95, η διάταξη αυτή σκοπεί να διασφαλίσει την επίτευξη ενός σκοπού γενικού συμφέροντος, ήτοι ότι τα σημεία ή οι ενδείξεις που είναι περιγραφικές ενός ή πλειόνων χαρακτηριστικών των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία ζητείται η καταχώριση σήματος μπορούν να χρησιμοποιηθούν ελεύθερα από όλους (11).

30.      Η δικαιολογητική βάση του λόγου απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2008/95 εκφράζει, συνεπώς, την ανάγκη διασφαλίσεως της διαθεσιμότητας ορισμένων σημείων και διασφαλίσεως, κατ’ επέκταση, της δυνατότητας ελεύθερης χρήσεως των σημείων αυτών από όλους τους επιχειρηματίες του επίμαχου τομέα (12). Η αρχή αυτή που έχει την προέλευσή της στο γερμανικό δίκαιο («Freihaltebedürfnis») συνιστά, ως εκ τούτου, ουσιώδες στοιχείο για την ερμηνεία του συγκεκριμένου λόγου απαραδέκτου ή ακυρότητας (13).

31.      Από την εν λόγω επιταγή περί διαθεσιμότητας προκύπτει ότι ο λόγος απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2008/95 πρέπει, συνεπώς, να μην επιτρέπει την αποκλειστική χρήση των οικείων περιγραφικών σημείων ή ενδείξεων από μία μόνον επιχείρηση λόγω της καταχωρίσεώς τους ως σημάτων (14). Εντούτοις, σε αντίθεση προς τη γερμανική θεωρία, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η εφαρμογή του λόγου απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2008/95 δεν εξαρτάται από την ύπαρξη συγκεκριμένης, πραγματικής ή σοβαρής ανάγκης διατηρήσεως της διαθεσιμότητας ενός σημείου και ότι, συνεπώς, δεν έχει σημασία αν είναι γνωστός ο αριθμός των ανταγωνιστών που έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν συμφέρον να χρησιμοποιήσουν το επίμαχο σημείο (15).

32.      Δεύτερον, όσον αφορά τον λόγο απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2008/95, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το οικείο γενικό συμφέρον συνδέεται στενά με τη βασική λειτουργία του σήματος, η οποία σκοπεί να παρέχει στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που φέρουν το σήμα από προϊόντα ή υπηρεσίες άλλης προελεύσεως (16).

33.      Κατά την εξέταση των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων πρέπει να έχουμε υπόψη τα εν λόγω γενικά συμφέροντα.

 Β —      Η εκτίμηση των λόγων απαραδέκτου ή ακυρότητας

1.      Επί της σχέσεως μεταξύ του περιγραφικού και του διακριτικού χαρακτήρα ενός σήματος

34.      Εκ προοιμίου, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι οι λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας 2008/95 συνδέονται στενά μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, εάν αποδειχθεί ο αποκλειστικώς περιγραφικός χαρακτήρας βάσει του ανωτέρω στοιχείου γ΄, είναι δυνατή η προσφυγή στο στοιχείο β΄ του εν λόγω άρθρου. Με άλλα λόγια, η έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα ενός λεκτικού σήματος απορρέει από τον περιγραφικό χαρακτήρα του σημείου, και όχι αντιστρόφως (17).

35.      Η ανάλυση που ακολουθεί στηρίζεται σ’ αυτή τη βάση. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει εντούτοις να υπομνησθεί ότι ένα σημείο μπορεί να στερείται διακριτικού χαρακτήρα για ανεξάρτητους του ενδεχόμενου περιγραφικού χαρακτήρα του λόγους (18) και ότι η έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα ενός σημείου δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικώς στον περιγραφικό χαρακτήρα του χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα γενικά συμφέροντα που δικαιολογούν τους συγκεκριμένους δύο λόγους απαραδέκτου (19).

36.      Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, είναι αναγκαίο να γίνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων λόγων απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας 2008/95. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, καθένας από τους ανωτέρω λόγους είναι αυτοτελής και απαιτεί χωριστή εξέταση, παρά την υφιστάμενη αλληλεπικάλυψη μεταξύ των αντίστοιχων πεδίων εφαρμογής τους (20).

37.      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο περιγραφικός χαρακτήρας ενός σήματος το οποίο συντίθεται από πολλές λέξεις ή από μια λέξη και έναν αριθμό μπορεί να εξετάζεται, εν μέρει, ως προς κάθε στοιχείο που το απαρτίζει αυτοτελώς, αλλά πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να διαπιστώνεται και για το σύνολο που συνθέτουν τα στοιχεία αυτά (21).

38.      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, κατά κανόνα, ο απλός συνδυασμός στοιχείων, έκαστο των οποίων είναι περιγραφικό χαρακτηριστικών των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες ζητείται η καταχώριση, παραμένει και ο ίδιος περιγραφικός των εν λόγω χαρακτηριστικών, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2008/95. Εντούτοις, ο συνδυασμός αυτός μπορεί να μην είναι περιγραφικός, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εφόσον η εντύπωση που δημιουργεί αφίσταται επαρκώς αυτής που προκαλεί η απλή ένωση των εν λόγω στοιχείων (22).

39.      Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι καθένα από τα στοιχεία αυτά, αυτοτελώς εξεταζόμενο, στερείται διακριτικού χαρακτήρα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να έχει, εντούτοις, διακριτικό χαρακτήρα το σύνθετο σημείο που προκύπτει από τον συνδυασμό τους (23).

40.      Όσον αφορά λεκτικά σήματα, όπως τα επίμαχα στις υποθέσεις της κύριας δίκης, τα οποία συντίθενται από περιγραφικές λέξεις και ακολουθία στοιχείων αντιστοιχούσα στα αρχικά των εν λόγω λέξεων, η οποία μπορεί, αυτοτελώς εξεταζόμενη, να κριθεί ως μη περιγραφική, τίθεται το ζήτημα αν η προσθήκη σε έναν περιγραφικό συνδυασμό λέξεων μιας συντομογραφίας που δεν έχει περιγραφικό χαρακτήρα αυτή καθαυτήν μπορεί να έχει ως επακόλουθο τα εν λόγω λεκτικά στοιχεία, συνολικώς εξεταζόμενα, να αποκτούν μη περιγραφικό, ήτοι διακριτικό χαρακτήρα, ο οποίος απαιτείται για την καταχώριση ενός τέτοιου σήματος.

41.      Με άλλα λόγια, στις υποθέσεις της κύριας δίκης, πρέπει να καθορισθεί αν η ίδια και μοναδική ακολουθία στοιχείων για τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες πρέπει πάντα να κρίνεται κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξαρτήτως του εάν θα καταχωρισθεί ως σήμα μόνη της ή μαζί με άλλα περιγραφικά στοιχεία.

42.      Στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν χρήσιμο να παρατηρηθεί ότι, κατά το Δικαστήριο, λεκτικό σήμα, το οποίο είναι περιγραφικό των χαρακτηριστικών προϊόντων ή υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2008/95, στερείται οπωσδήποτε, εξ αυτού του λόγου, διακριτικού χαρακτήρα έναντι των ιδίων προϊόντων ή υπηρεσιών (24).

43.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, καθίσταται μάλλον αναγκαίο, πριν από τη συνολική εξέταση των επίμαχων σημάτων, να προηγηθεί η ανάλυση των επιμέρους στοιχείων που τα συνθέτουν.

2.      Επί των στοιχείων που συνθέτουν τα σήματα

44.      Όσον αφορά, αφενός, την υπόθεση Strigl και το σήμα Multi Markets Fund MMF, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, κατ’ ουσίαν, ότι ο συνδυασμός λέξεων «Multi Markets Fund» συνιστά ένδειξη η οποία χρησιμεύει για τον προσδιορισμό των υπηρεσιών για τις οποίες ζητήθηκε η καταχώριση του επίμαχου σήματος, ήτοι τις υπηρεσίες που παρέχονται ειδικώς στο πλαίσιο κεφαλαίων τα οποία επενδύουν σε διάφορες αγορές. Υποστηρίζει, επίσης, ότι το οικείο κοινό θα μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί τις λέξεις που συνθέτουν τον λεκτικό συνδυασμό «Multi Markets Fund», είτε καθεμιά αυτοτελώς είτε στο σύνολό τους.

45.      Όσον αφορά την ακολουθία στοιχείων «MMF», αυτοτελώς εξεταζόμενη, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι πρέπει να εκτιμηθεί ως συνδυασμός γραμμάτων στον οποίο, αυτόν καθαυτόν, δεν δύναται να αποδοθεί περιγραφική έννοια. Εντούτοις, επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη ακολουθία στοιχείων έπεται του συνδυασμού λέξεων «Multi Markets Fund», γεγονός το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μπορεί να γίνει αντιληπτή από το οικείο κοινό ως συντομογραφία του εν λόγω συνδυασμού λέξεων. Η εκτίμηση αυτή αντιστοιχεί, κατά τη γνώμη του, στην πραγματική και εύλογη αντίληψη του μέσου καταναλωτή ο οποίος είναι ευλόγως ενημερωμένος, δεόντως προσεκτικός και συνετός.

46.      Όσον αφορά, αφετέρου, την υπόθεση Securvita και το σήμα NAI — Der Natur‑Aktien‑Index, ο όρος «Natur‑Aktien‑Index» περιγράφει, όπως ακριβώς και οι όροι «Öko‑Aktien», «Umweltaktien» ή «grüne Aktien», τις μετοχές ορισμένων οικολογικών επιχειρήσεων και, κατά συνέπεια, ορισμένη κατηγορία κινητών αξιών. Εξάλλου, το σημείο «Natur‑Aktie» χρησιμοποιείται ευρέως για την περιγραφή των χαρακτηριστικών διαφόρων προϊόντων του χρηματοοικονομικού τομέα. Κατά το εθνικό δικαστήριο, ο συγκεκριμένος συνδυασμός λέξεων περιγράφει, κατά την αντίληψη του οικείου κοινού, τα χαρακτηριστικά των υπηρεσιών για τις οποίες ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2008/95.

47.      Όσον αφορά την ακολουθία στοιχείων «NAI», η οποία προηγείται του συνδυασμού λέξεων «Der Natur‑Aktien‑Index» και χωρίζεται με παύλα από αυτόν, το εθνικό δικαστήριο επισημαίνει ότι η εν λόγω ακολουθία δεν συνιστά τρέχουσα και εν γένει κατανοητή συντομογραφία, δυνάμενη να εκληφθεί από το οικείο κοινό ως ένδειξη των χαρακτηριστικών των υπηρεσιών για τις οποίες καταχωρίσθηκε το σήμα. Κατά συνέπεια, αυτοτελώς εξεταζόμενη, η ακολουθία στοιχείων «NAI» δεν είναι σε θέση να περιγράψει, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2008/95, ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των υπηρεσιών για τις οποίες καταχωρίσθηκε το σήμα.

3.      Επί της συνολικής εντυπώσεως που προκαλούν τα σήματα

48.      Θα ήθελα, εκ προοιμίου, να επισημάνω ότι οι ακολουθίες στοιχείων, όπως οι επίμαχες στις υποθέσεις της κύριας δίκης, θα μπορούσαν να εκληφθούν αυτοτελώς ως έχουσες διακριτικό χαρακτήρα σε σχέση με τις υπηρεσίες για τις οποίες καταχωρίσθηκαν τα επίμαχα σήματα, εντούτοις, η αντίληψη του οικείου κοινού δεν πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικώς βάσει των διαφόρων στοιχείων που συνθέτουν το σήμα, αλλά κυρίως βάσει της συνολικής εντυπώσεως που προκαλεί το εν λόγω σήμα.

49.      Όσον αφορά τη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα επίμαχα σήματα στις υποθέσεις της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι τα τρία επίμαχα κεφαλαία γράμματα «MMF» και «NAI» αντιστοιχούν στα αρχικά των τριών λέξεων του επίμαχου συνδυασμού, ήτοι «Multi Markets Fund» και «Natur‑Aktien‑Index» αντιστοίχως. Κατά συνέπεια, το κοινό θα μπορούσε ευκόλως να εκλάβει την ακολουθία στοιχείων ως συντομογραφία του συνδυασμού λέξεων που προηγείται ή έπεται αυτού, ανάλογα με την περίπτωση.

50.      Όσον αφορά τη σύνθεση του σήματος NAI — Der Natur-Aktien-Index, πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι της ακολουθίας στοιχείων έπεται παύλα, η οποία τη συνδέει με τον συνδυασμό λέξεων. Η παύλα αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, ως ενισχύουσα τη συνολική εντύπωση ότι πρόκειται για απλή συντομογραφία του συνδυασμού λέξεων που ακολουθεί. Συναφώς, το εθνικό δικαστήριο επισημαίνει ότι το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω από το γεγονός ότι στη συντομογραφία «NAI» δεν περιλαμβάνεται το πρώτο γράμμα του οριστικού άρθρου «Der» το οποίο περιέχεται στον συνακόλουθο συνδυασμό λέξεων, στο μέτρο που το άρθρο «Der» αποτελεί παρεπόμενο στοιχείο σε σχέση με τα αναγραφόμενα ουσιαστικά, των οποίων τα αρχικά γράμματα συνθέτουν την επίμαχη συντομογραφία.

51.      Στο πλαίσιο αυτό, ειρήσθω εν παρόδω ότι δεν είναι μάλλον πειστικό το σκεπτικό της αποφάσεως του τετάρτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ σχετικά με την καταχώριση του σήματος NAI — Der Natur‑Aktien‑Index ως κοινοτικού σήματος. Κατά το ΓΕΕΑ, η ακολουθία στοιχείων «NAI», αυτοτελώς εξεταζόμενη, δεν έχει περιγραφική σημασία και η προσθήκη του συνδυασμού λέξεων «Der Natur‑Aktien‑Index» ουδόλως μεταβάλλει την εκτίμηση αυτή. Το ΓΕΕΑ έκρινε ότι τυχόν διαφορετικό συμπέρασμα θα συνεπαγόταν ότι μια τέτοια ακολουθία στοιχείων θα μπορούσε να καταστεί «μεταγενεστέρως» περιγραφική στο σύνολό της με την προσθήκη περιγραφικών λεκτικών στοιχείων (25).

52.      Ασφαλώς δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο τέτοιες ακολουθίες στοιχείων να έχουν, αυτές καθαυτές, διακριτικό χαρακτήρα, εάν δύνανται, από μόνες τους, να παραπέμπουν σε άλλες συντομογραφίες και να μην περιγράφουν, αυτές καθαυτές, τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες καταχωρίσθηκαν τα επίμαχα σήματα. Θα ήθελα, εντούτοις, να υπογραμμίσω ότι ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται, κατά κανόνα, το σήμα σφαιρικώς και δεν προχωρά σε εξέταση των διαφόρων επιμέρους στοιχείων του (26).

53.      Συγκεκριμένα, η άποψη που εκφράσθηκε με την απόφαση του ΓΕΕΑ δεν λαμβάνει υπόψη τη συνολική εντύπωση η οποία, όπως ήδη επισημάνθηκε, πρέπει να συνεκτιμάται κατά την εξέταση των λόγων απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας 2008/95. Λαμβανομένης υπόψη της συνολικής εντυπώσεως που προκαλούν σήματα τα οποία συντίθενται από περιγραφικό των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών συνδυασμό λέξεων και από ακολουθία στοιχείων αντιστοιχούσα στα αρχικά των λέξεων που συνθέτουν τον εν λόγω συνδυασμό, ο συνδυασμός αυτός είναι μάλλον το κυρίαρχο στοιχείο των εν λόγω σημάτων. Κατά τη γνώμη μου, η ακολουθία στοιχείων που αντιστοιχεί στα αρχικά των τριών λέξεων του επίμαχου συνδυασμού δεν μπορεί να προκαλέσει μια αρκούντως διαφορετική εντύπωση από εκείνη την οποία δημιουργεί η απλή ένωση των στοιχείων που συνθέτουν το σήμα.

54.      Επιπροσθέτως, η ακολουθία στοιχείων που γίνεται αντιληπτή από το οικείο κοινό ως συντομογραφία του συνδυασμού λέξεων στον οποίο αντιστοιχεί δεν μπορεί να υπερέχει όλων των στοιχείων του σήματος σφαιρικώς εκτιμωμένου, και τούτο ακόμη και αν η ακολουθία αυτή μπορεί να κριθεί ως έχουσα, αυτή καθαυτήν, διακριτικό χαρακτήρα. O περιγραφικός χαρακτήρας ενός στοιχείου του σήματος, ήτοι εν προκειμένω της ακολουθίας στοιχείων, απορρέει συνεπώς από το σήμα ως έχει στο σύνολό του. Έτσι, για παράδειγμα, η συνολική εντύπωση που προκαλεί το φανταστικό λεκτικό σήμα Two for tea — 24T διαφέρει από την εντύπωση που προκαλεί το σήμα 24T.

55.      Θα ήθελα να τονίσω το γεγονός ότι η σημασία του σήματος πρέπει να καθορίζεται σφαιρικώς. Η σφαιρική εκτίμηση του σήματος μπορεί να μας οδηγήσει, στην περίπτωση σήματος του οποίου τα επιμέρους στοιχεία συνδέονται στενά μεταξύ τους και του οποίου δύο στοιχεία επεξηγούνται αμοιβαίως, σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που θα προέκυπτε από την αυτοτελή εξέταση καθενός εκ των επιμέρους στοιχείων του.

56.      Για τον λόγο αυτό, βάσει της σφαιρικής εκτιμήσεως σημάτων όπως τα επίμαχα στις υποθέσεις της κύριας δίκης, φρονώ ότι το κοινό αποδίδει στη συντομογραφία, η οποία δεν είναι αυτή καθαυτήνπεριγραφική, το περιγραφικό περιεχόμενο που απορρέει από τον συνδυασμό λέξεων στον οποίο αντιστοιχεί, λόγω της συγκεκριμένης παραθέσεως διαφορετικών στοιχείων τα οποία επεξηγούνται αμοιβαίως. Ως εκ τούτου, η ακολουθία στοιχείων που αποδίδει τα αρχικά των λέξεων που συνθέτουν ορισμένο συνδυασμό λέξεων κατέχει δευτερεύουσα θέση σε σχέση με τον εν λόγω συνδυασμό, γεγονός που με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι αμελητέο το στοιχείο που συνίσταται στην εν λόγω ακολουθία στοιχείων για τη συνολική εντύπωση που προκαλεί ένα τέτοιο σήμα (27). Ο συνδυασμός λέξεων που έχει περιγραφικό χαρακτήρα προσδίδει, συνεπώς, περιγραφική έννοια στο σήμα εκτιμώμενο σφαιρικώς.

57.      Ανεξαρτήτως του συμπεράσματος αυτού, πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο σχετικά με το αντίστοιχο πεδίο εφαρμογής των λόγων απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας 2008/95, στην περίπτωση σημάτων όπως τα επίμαχα στις υποθέσεις της κύριας δίκης.

4.      Επί της επιλογής μεταξύ των λόγων απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας 2008/95

58.      Όσον αφορά τη διάκριση που πρέπει να γίνει μεταξύ των στοιχείων β΄ και γ΄ του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/95 στην περίπτωση σημάτων όπως τα επίμαχα στις υποθέσεις της κύριας δίκης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον ο περιγραφικός χαρακτήρας των επίμαχων σημάτων, ο οποίος πρέπει να διαπιστώνεται βάσει της συνολικής εντυπώσεως που προκαλούν τα εν λόγω σήματα, αλλά και τα γενικά συμφέροντα που δικαιολογούν τους αντίστοιχους λόγους απαραδέκτου ή ακυρότητας. Πρέπει, συνεπώς, για άλλη μια φορά να υπογραμμισθεί, αφενός, η επιταγή περί διαθεσιμότητας ορισμένων σημείων και, αφετέρου, η διακριτική λειτουργία του σήματος, η οποία πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα διακρίσεως των προϊόντων και υπηρεσιών που φέρουν το σήμα από προϊόντα ή υπηρεσίες άλλης προελεύσεως.

59.      Υπό το πρίσμα αυτό, η αποδοχή της καταχωρίσεως ενός σήματος το οποίο συντίθεται αποκλειστικώς από περιγραφικά σημεία ή περιγραφικές ενδείξεις, οι οποίες πρέπει να διασφαλισθεί ότι θα παραμείνουν προσβάσιμες σε όλους, θα προσέκρουε στον ίδιο τον λόγο θεσπίσεως του λόγου απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2008/95.

60.      Συγκεκριμένα, προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης επίτευξη του σκοπού αυτού της ελεύθερης χρήσεως, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι δεν απαιτείται τα σημεία και οι ενδείξεις που συνθέτουν το σήμα και διαλαμβάνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2008/95 να χρησιμοποιούνται πράγματι, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως, για την περιγραφή προϊόντων ή υπηρεσιών, όπως αυτά για τα οποία υποβλήθηκε η αίτηση, ή χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών. Αρκεί τα εν λόγω σημεία ή οι εν λόγω ενδείξεις να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τέτοιους σκοπούς (28). Έτσι, δεν καταχωρίζεται λεκτικό σημείο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας αυτής, αν είναι δηλωτικό χαρακτηριστικού γνωρίσματος των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών, σε μία τουλάχιστον από τις ενδεχόμενες σημασίες του (29).

61.      Εντούτοις, το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2008/95 αφορά τα σήματα που συντίθενται αποκλειστικώς από περιγραφικά σημεία ή περιγραφικές ενδείξεις. Στις υποθέσεις της κύριας δίκης, τα επίμαχα σήματα συντίθενται, αφενός, από περιγραφικά στοιχεία (τους συνδυασμούς λέξεων) και, αφετέρου, από μη περιγραφικά στοιχεία αυτά καθαυτά (τις ακολουθίες στοιχείων). Όπως επισήμανα ανωτέρω, σε μια τέτοια περίπτωση, η περιγραφική σημασία της ακολουθίας στοιχείων, η οποία δεν είναι περιγραφική αυτή καθαυτήν απορρέει από τη σφαιρική εκτίμηση του σήματος. Ακριβέστερα, ο περιγραφικός χαρακτήρας των εν λόγω ακολουθιών στοιχείων απορρέει από τις λέξεις του συνδυασμού λέξεων των οποίων τα αρχικά συνθέτουν τις επίμαχες ακολουθίες.

62.      Συνεπώς, ουδόλως είναι αναγκαίο να διασφαλισθεί η διαθεσιμότητα τέτοιων ακολουθιών στοιχείων αυτοτελώς, ή του σήματος σφαιρικώς διότι, ακόμη και αν το σήμα έχει περιγραφική έννοια στο σύνολό του, δεν συντίθεται αποκλειστικώς από περιγραφικά σημεία ή περιγραφικές ενδείξεις. Για τον λόγο αυτό, στο πλαίσιο εξετάσεως των επίμαχων σημάτων στις υποθέσεις της κύριας δίκης, επιβάλλεται η προσφυγή στο κριτήριο του διακριτικού χαρακτήρα, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2008/95.

63.      Όσον αφορά την εξέταση του διακριτικού χαρακτήρα ενός τέτοιου συνδυασμού στοιχείων κατά την έννοια του στοιχείου β΄ του εν λόγω άρθρου, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διακριβώσει αν, εξεταζόμενα συνολικώς, τα επίμαχα σήματα μπορούν ή όχι να διασφαλίσουν τη βασική λειτουργία του σήματος, η οποία συνίσταται στη διάκριση των προϊόντων ή υπηρεσιών που φέρουν το εν λόγω σήμα από προϊόντα ή υπηρεσίες άλλης προελεύσεως. Εν προκειμένω, τίθεται το ζήτημα αν ο συνδυασμός περιγραφικών στοιχείων και ενός στοιχείου το οποίο δεν είναι περιγραφικό αυτό καθαυτό, αλλά μόνο στο πλαίσιο του επίμαχου σήματος, μπορεί να δημιουργήσει εντύπωση η οποία αφίσταται επαρκώς αυτής που προκαλεί η απλή ένωση των εν λόγω στοιχείων (30).

64.      Συμπερασματικώς, όσον αφορά τη σφαιρική εκτίμηση σήματος το οποίο συντίθεται από την παράθεση ενός περιγραφικού συνδυασμού λέξεων και μιας ακολουθίας στοιχείων η οποία αντιστοιχεί στα αρχικά των λέξεων του εν λόγω συνδυασμού, φρονώ ότι η ακολουθία στοιχείων που δεν είναι αυτή καθαυτήνπεριγραφική αποκτά περιγραφικό χαρακτήρα στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Εντούτοις, καθόσον ένα σήμα, το οποίο περιέχει τέτοιου είδους στοιχεία, δεν συντίθεται αποκλειστικώς από περιγραφικά σημεία ή περιγραφικές ενδείξεις, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2008/95, είναι αναγκαία η προσφυγή στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2008/95, προκειμένου να εξετασθεί η δυνατότητα καταχωρίσεως ενός τέτοιου σήματος.

V –    Πρόταση

65.      Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Bundespatentgericht ως εξής:

«Λεκτικό σήμα, το οποίο αποτελείται από την παράθεση ενός περιγραφικού συνδυασμού λέξεων και μιας καθαυτής μη περιγραφικής ακολουθίας στοιχείων η οποία αντιστοιχεί στα αρχικά κάθε λέξεως του ανωτέρω συνδυασμού και, για τον λόγο αυτό,γίνεται αντιληπτή από το κοινό ως συντομογραφία του συνδυασμού αυτού, εξεταζόμενη δε σφαιρικώς μπορεί, επίσης, να εκληφθεί ως συνδυασμός αμοιβαίως επεξηγούμενων περιγραφικών ενδείξεων ή συντομογραφιών, πρέπει να εκτιμηθεί βάσει του λόγου απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, και όχι βάσει του λόγου απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας αυτής, καθόσον ένα τέτοιο σήμα δεν συντίθεται αποκλειστικώς από περιγραφικά σημεία ή περιγραφικές ενδείξεις.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 –      ΕΕ L 299, σ. 25.


3 – Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας 2008/95 αντιστοιχεί στο γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1).


4 –      Επιπροσθέτως, η Securvita υπέβαλε ενώπιον του ΓΕΕΑ αίτηση καταχωρίσεως ως κοινοτικού σήματος του σημείου «Natur‑Aktien‑Index» (χωρίς τη συντομογραφία «NAI»). Ο εξεταστής απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως του εν λόγω σήματος στις 14 Φεβρουαρίου 2007. Την προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής απέρριψε στις 26 Μαΐου 2008 το τέταρτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ (υπόθεση R 525/2007-4). Η προσφυγή που ασκήθηκε κατά της εν λόγω αποφάσεως κρίθηκε, ακολούθως, προδήλως απαράδεκτη με διάταξη του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 30ής Ιουνίου 2009, στην υπόθεση T‑285/08, Securvita κατά ΓΕΕΑ (Natur Aktien Index) (Συλλογή 2009, σ. II‑2171).


5 –      Εντούτοις, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η συγκεκριμένη νομολογία αφορά κυρίως την πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1) και τον κανονισμό (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), οι οποίοι αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως, με την οδηγία 2008/95 και τον κανονισμό 207/2009.


6 –      Στo γερμανικό κείμενο: «isoliert betrachtet».


7 –      Η οδηγία 2008/95 δεν προβλέπει μια τέτοια δήλωση. Εντούτοις, δεδομένου ότι τα διαδικαστικά ζητήματα δεν περιλαμβάνονται στην εναρμόνιση που επιδιώκεται με την εν λόγω οδηγία, οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών δύνανται να προβλέψουν κάτι τέτοιο. Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη μιας τέτοιας δηλώσεως στην έννομη τάξη ορισμένων κρατών μελών να δύναται να επηρεάσει την εξέταση των επίμαχων σημάτων.


8 –      Βλ. «Study on the Overall Functioning of the European Trade Mark System», Max Planck Institute for Intellectual Property and Competition Law, Munich, 2011, η οποία έχει δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα http://ec.europa.eu/internal_market/indprop/docs/tm/20110308_allensbach-study_en.pdf


9 –      Βλ., συναφώς, το σημείο 73 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση C‑48/09 P, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2010, Lego Juris κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2010, σ. Ι‑8403).


10 –      Βλ., συναφώς, στο πλαίσιο της ερμηνείας των λόγων απαραδέκτου του άρθρου 7 του κανονισμού 207/2009, τις αποφάσεις της 19ης Απριλίου 2007, C‑273/05 P, ΓΕΕΑ κατά Celltech (Συλλογή 2007, σ. I‑2883, σκέψη 74), και της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑37/03 P, BioID κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2005, σ. I‑7975, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Όσον αφορά τους λόγους απαραδέκτου ή ακυρότητας του άρθρου 3 της οδηγίας 2008/95, βλ., ιδίως, την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C‑265/00, Campina Melkunie (Συλλογή 2004, σ. I‑1699, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


11 –      Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 2011, C‑51/10 P, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2011, σ. Ι‑1541, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), Campina Melkunie, προπαρατεθείσα (σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και της 23ης Οκτωβρίου 2003, C‑191/01 P, ΓΕΕΑ κατά Wrigley (Συλλογή 2003, σ. I‑12447, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


12 –      Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά της γερμανικής θεωρίας, βλ., μεταξύ άλλων, Frisch, A., DasFreihaltebedürfnisimMarkenrecht, Nomos Verlagsgesellschaft, Baden Baden, 2007.


13 –      Ο γενικός εισαγγελέας D. Ruiz‑Jarabo Colomer έχει ήδη αναλύσει εκτενώς την έκταση και την προέλευση της επιταγής περί διαθεσιμότητας, η οποία απορρέει από το γερμανικό δίκαιο (στα σημεία 33 επ. των προτάσεών του στην υπόθεση C‑102/07, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 10ης Απριλίου 2008, adidas και adidas Benelux, Συλλογή 2008, σ. I‑2439), ώστε να μπορώ να περιορισθώ σε ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις που να καθιστούν ευχερέστερη την κατανόηση του ρόλου που έχει η έννοια αυτή στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης.


14 –      Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2006, C‑173/04 P, Deutsche SiSi-Werke κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2006, σ. I-551, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), ΓΕΕΑ κατά Celltech, προπαρατεθείσα (σκέψη 75) και της 4ης Μαΐου 1999, C‑108/97 και C‑109/97, Windsurfing Chiemsee (Συλλογή 1999, σ. I‑2779, σκέψη 25).


15 –      Βλ., συναφώς, την απόφαση Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα (σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


16 –      Με τη νομολογία του, το Δικαστήριο εξέφρασε την ιδέα αυτή, η οποία παραπέμπει στη διακριτική λειτουργία του σήματος με διαφορετικούς τρόπους. Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, C‑323/09, Interflora και Interflora British Unit (Συλλογή 2011, σ. Ι‑8625, σκέψεις 37 έως 39), της 12ης Ιουλίου 2011, C‑324/09, L’Oréal SA κ.λπ. κατά eBay International AG κ.λπ. (Συλλογή 2011, σ. Ι‑6011, σκέψη 80), της 8ης Μαΐου 2008, C‑304/06 P, Eurohypo κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2008, σ. I‑3297, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 12ης Νοεμβρίου 2002, C‑206/01, Arsenal Football Club (Συλλογή 2002, σ. I-10273, σκέψη 51).


17 –      Βλ. σημείο 43 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Ruiz‑Jarabo Colomer στην υπόθεση C‑104/00, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, DKV κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2002, σ. I‑7561).


18 –      Βλ., συναφώς, την απόφαση Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα (σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


19–      Προπαρατεθείσα απόφαση Eurohypo κατά ΓΕΕΑ (σκέψεις 55 έως 62).


20–      Βλ., συναφώς, την προπαρατεθείσα απόφαση Eurohypo κατά ΓΕΕΑ (σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


21 –      Βλ., μεταξύ άλλων, τη διάταξη της 6ης Φεβρουαρίου 2009, C‑17/08 P, MPDV Mikrolab κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2009, σ. I‑16, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


22–      Απόφαση Campina Melkunie, προπαρατεθείσα (σκέψεις 39 και 40).


23 –      Βλ., συναφώς, την απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2011, C‑92/10 P, Media‑Saturn‑Holding κατά ΓΕΕΑ (σκέψη 36) καθώς και τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Eurohypo κατά ΓΕΕΑ (σκέψη 41) και BioID κατά ΓΕΕΑ (σκέψη 29).


24–      Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C‑363/99, Koninklijke KPN Nederland (Συλλογή 2004, σ. I‑1619, σκέψη 86).


25 –      Βλ., συναφώς, σκέψεις 12 και 16 της προπαρατεθείσας αποφάσεως του τετάρτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, της 15ης Οκτωβρίου 2009, στην υπόθεση R 1630/2008‑4.


26 –      Βλ., μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο εξετάσεως του κινδύνου συγχύσεως, την απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, C‑254/09 P, Calvin Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2010, σ. Ι‑7989, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


27–      Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Calvin Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα (σκέψη 57).


28–      Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ (σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


29 –      Βλ., μεταξύ άλλων, τη διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 2010, C‑80/09 P, Mergel κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2010, σ. I‑17, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


30 –      Βλ., συναφώς, την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2010, C‑408/08 P, Lancôme κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2010, σ. I‑1347, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).