Language of document : ECLI:EU:F:2010:149

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

της 23ης Νοεμβρίου 2010

Υπόθεση F-65/09

Luigi Marcuccio

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Ασφάλιση ασθενείας — Σοβαρή ασθένεια — Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας των κριτηρίων που καθόρισε το ιατρικό συμβούλιο — Απόρριψη των αιτήσεων περί επιστροφής των ιατρικών δαπανών»

Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 EA, με την οποία ο L. Marcuccio ζητεί, μεταξύ άλλων, πρώτον, να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής, της 5ης Αυγούστου 2008, η οποία ελήφθη σε εκτέλεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικού Δικαστηρίου] της 10ης Ιουνίου 2008, T‑18/04, Marcuccio κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή), περί απορρίψεως του από 25 Νοεμβρίου 2002 αιτήματος επιστροφής κατά 100 % των ιατρικών δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε για τη θεραπεία των παθήσεων, λόγω των οποίων βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια από τις 4 Ιανουαρίου 2002, δεύτερον, να ακυρωθεί η απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεώς του κατά της εν λόγω αποφάσεως και, τρίτον, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του καταβάλει το ποσό των 25 000 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη λόγω αυτών των αποφάσεων.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Ο L. Marcuccio καταδικάζεται στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Προσφυγή-αγωγή — Βλαπτική πράξη — Έννοια — Προπαρασκευαστική πράξη — Δεν περιλαμβάνεται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2)

2.      Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Ασφάλιση ασθενείας — Σοβαρή ασθένεια — Προσδιορισμός

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 72· κανονιστική ρύθμιση για την κάλυψη των κινδύνων ασθενείας, παράρτημα I, σημείο IV § 1)

3.      Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Ασφάλιση ασθενείας — Σοβαρή ασθένεια — Προσδιορισμός

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 72· κανονιστική ρύθμιση για την κάλυψη των κινδύνων ασθενείας

4.      Υπάλληλοι — Βλαπτική απόφαση — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Αίτηση αναγνωρίσεως κάποιας παθολογικής καταστάσεως ως σοβαρής ασθένειας — Άρνηση στηριζόμενη σε ιατρική γνωμάτευση

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 72)

5.      Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Ασφάλιση ασθενείας — Σοβαρή ασθένεια — Προσδιορισμός

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 72 § 1)

1.      Βλαπτικές είναι μόνον οι πράξεις ή τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατάφωρα τη νομική του κατάσταση.

Οι προπαρασκευαστικές πράξεις μιας αποφάσεως δεν αποτελούν βλαπτικές πράξεις, μόνο δε στην περίπτωση ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως, η οποία ελήφθη κατά το πέρας της διαδικασίας, ένας υπάλληλος μπορεί να προβάλει τον παράτυπο χαρακτήρα των προγενεστέρων πράξεων που συνδέονται στενά με την εν λόγω απόφαση. Επομένως, μολονότι κάποια αμιγώς προπαρασκευαστικά μέτρα είναι ικανά να βλάψουν τον υπάλληλο, καθόσον μπορούν να επηρεάσουν το περιεχόμενο μιας δυνάμενης να προσβληθεί μεταγενέστερης πράξεως, τα μέτρα αυτά δεν μπορούν πάντως να αποτελέσουν αντικείμενο αυτοτελούς προσφυγής και πρέπει να προσβληθούν στο πλαίσιο ασκήσεως προσφυγής κατ’ αυτής της πράξεως.

Προκειμένου για διαδικασία που διεξάγεται βάσει του άρθρου 72, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) και αφορά την αναγνώριση μιας ασθένειας ως σοβαρής ασθένειας κατά την έννοια αυτής της διατάξεως, δεν αμφισβητείται ότι, δυνάμει της κανονιστικής ρυθμίσεως για την κάλυψη, η τελική απόφαση λαμβάνεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ή από το γραφείο εκκαθαρίσεως ιατρικών εξόδων, εάν αυτό έχει ορισθεί προς τούτο από την εν λόγω αρχή, κατόπιν γνώμης του ιατρού-συμβούλου αυτού του γραφείου. Μόνο κατά το χρονικό σημείο λήψεως αυτής της αποφάσεως και όχι κατά το χρονικό σημείο της γνωμοδοτήσεως του ιατρού-συμβούλου επηρεάζεται η νομική κατάσταση του υπαλλήλου.

(βλ. σκέψεις 41 έως 43)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 11 Ιουλίου 1968, 35/67, Van Eick κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969‑1971, σ. 777· 10 Δεκεμβρίου 1969, 32/68, Grasselli κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 191, σκέψεις 4 έως 7· 24 Μαΐου 1988, 78/87 και 220/87, Santarelli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 2699, σκέψη 13

ΓΔΕΕ: 22 Μαρτίου 1995, T‑586/93, Κοτσώνης κατά ΟΚΕ, Συλλογή 1995, σ. II‑665, σκέψη 28· 25 Οκτωβρίου 1996, T‑26/96, Lopes κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I‑A‑487 και II‑1357, σκέψη 19

2.      Η εξέταση της νομιμότητας των γενικών κριτηρίων που έχουν καθορισθεί από το ιατρικό συμβούλιο προκειμένου να εξακριβωθεί αν μια παθολογική κατάσταση μπορεί να αναγνωρισθεί ως περίπτωση σοβαρής ασθένειας, όπως προβλέπεται στο παράρτημα I, σημείο IV, παράγραφος 1, των κανόνων περί καλύψεως των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που θεσπίσθηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 72 του ΚΥΚ, δεν εντάσσεται στο πλαίσιο μιας αμιγώς ιατρικής εκτιμήσεως, η οποία θα διέφευγε του ελέγχου αυτού του Δικαστηρίου. Πράγματι, αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι όχι να αναλυθεί το ζήτημα αν μια ιατρική εκτίμηση σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, παραδείγματος χάριν η διάγνωση ή η ορισθείσα από ένα γιατρό θεραπεία, είναι ή όχι η προσήκουσα, αλλά να εξετασθεί αν τα μέτρα γενικού χαρακτήρα που έχουν ληφθεί για την εφαρμογή του άρθρου 72 του ΚΥΚ είναι ικανά να ανταποκρίνονται στην πρόθεση του νομοθέτη, δηλαδή ότι ασθένειες που έχουν «έχουν ίδια βαρύτητα» με αυτές που μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο μπορούν να αναγνωρίζονται ως περίπτωση που έχει τον χαρακτήρα σοβαρής ασθένειας. Αυτός ο έλεγχος νομιμότητας προϋποθέτει πάντως ότι λαμβάνονται υπόψη εκτιμήσεις ιατρικής φύσεως, τις οποίες ο δικαστής δεν είναι απολύτως σε θέση να αξιολογήσει, πράγμα που δικαιολογεί τον περιορισμό του δικαστικού ελέγχου στην επιβολή κυρώσεως για ενδεχομένως πρόδηλα ελαττώματα που πάσχουν αυτά τα γενικού χαρακτήρα μέτρα εφαρμογής του άρθρου 72 του ΚΥΚ.

(βλ. σκέψη 50)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 8 Μαρτίου 1988, 339/85, Brunotti κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1379

ΓΔΕΕ: 26 Οκτωβρίου 1993, T‑6/92 και T‑52/92, Reinarz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑1047, σκέψεις 54 έως 57

ΔΔΔΕΕ: 11 Ιουλίου 2007, F‑105/05, Wils κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2007, σ. I‑A‑1‑207 και II‑A‑1‑1187, σκέψεις 68 έως 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 18 Σεπτεμβρίου 2007, F‑10/07, Botos κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2007, σ. I‑A‑1‑243 και II‑A‑1‑1345, σκέψεις 39 έως 41 και 62 έως 76

3.      Οι ασθένειες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 72 του ΚΥΚ μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να έχουν οργανικές ή ψυχικές συνέπειες ιδιαιτέρως σοβαρές, είναι διαρκούς και χρόνιας φύσεως και απαιτούν επίπονα θεραπευτικά μέτρα, που επιβάλλουν η προηγούμενη διάγνωση να είναι σαφής, πράγμα που προϋποθέτει ιδιαίτερες αναλύσεις ή εξετάσεις. Οι ασθένειες αυτές μπορούν επίσης να εκθέσουν το πρόσωπο για το οποίο πρόκειται σε σοβαρό κίνδυνο αναπηρίας.

Τόσο από το άρθρο 72 του ΚΥΚ όσο και από τις λεπτομέρειες αναγνωρίσεως σοβαρής ασθένειας, που προβλέπονται από τους κανόνες περί καλύψεως των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, προκύπτει σαφώς ότι η αναγνώριση αυτή εξαρτάται από την εξέταση της καταστάσεως της υγείας του προσώπου για το οποίο πρόκειται και από τις συνθήκες της θεραπευτικής αγωγής για τη συγκεκριμένη παθολογική κατάσταση.

Πράγματι, το άρθρο 72 του ΚΥΚ δεν περιορίζεται στο να ορίζει έναν κατάλογο σοβαρών ασθενειών, που αναγνωρίζονται εκ των προτέρων και αφηρημένα ως τέτοιες, ανεξάρτητα από την κατάσταση του προσώπου για το οποίο πρόκειται. Προβλέπει ότι και άλλες ασθένειες μπορούν να αναγνωρίζονται ως της ίδιας σοβαρότητας από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Η αναγνώριση αυτών των άλλων σοβαρών ασθενειών εξαρτάται από επισταμένη εξέταση της καταστάσεως της υγείας του προσώπου για το οποίο πρόκειται, η οποία έχει πραγματοποιηθεί βάσει εκθέσεως του θεράποντος ιατρού του, λαμβανομένων υπόψη των καθορισθέντων από το ιατρικό συμβούλιο κριτηρίων, τα οποία συνεπάγονται όλα την ακριβή ανάλυση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου.

(βλ. σκέψεις 52, 55 και 56)

4.      Από την απόφαση με την οποία ένα θεσμικό όργανο απορρίπτει αίτηση αναγνωρίσεως μιας παθολογικής καταστάσεως ως περιπτώσεως σοβαρής ασθένειας, αναφερόμενο σε γνωμάτευση του ιατρού-συμβούλου, σύμφωνα με την οποία δεν πληρούνται δύο από τα σωρευτικά κριτήρια χαρακτηρισμού μιας παθήσεως ως σοβαρής ασθένειας, προκύπτουν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι για τους οποίους δεν έγινε δεκτός αυτός ο χαρακτηρισμός για την παθολογική κατάσταση του ενδιαφερομένου. Μια τέτοια μέσω αυτής της αναφοράς αιτιολογία, καίτοι λακωνική, είναι πολλώ μάλλον αποδεκτή, οσάκις η βαλλόμενη από τον ενδιαφερόμενο απόφαση λαμβάνεται εντός ενός κανονιστικού πλαισίου που αυτός γνωρίζει ήδη, λόγω ιδίως των προηγουμένων του αντίστοιχων διαβημάτων. Η συντομία μιας τέτοιας αιτιολογίας δεν μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στον έλεγχο που το Δικαστήριο αυτό οφείλει να ασκεί επί τέτοιων αποφάσεων.

(βλ. σκέψεις 61 και 62)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 19 Νοεμβρίου 1998, C‑316/97 P, Κοινοβούλιο κατά Gaspari, Συλλογή 1998, σ. I‑7597, σκέψεις 26 έως 29

ΓΔΕΕ: 9 Σεπτεμβρίου 2008, T‑143/08, Marcuccio κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2008, σ. I‑A‑2‑47 και II‑A‑2‑321· 11 Μαΐου 2000, T‑34/99, Pipeaux κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑79 και II‑337, σκέψη 8

5.      Από το γράμμα του άρθρου 72, παράγραφος 1, του ΚΥΚ προκύπτει ότι μόνον οι ασθένειες ιδιαίτερης σοβαρότητας μπορούν να θεμελιώνουν δικαίωμα επιστροφής των σχετικών με αυτές ιατρικών εξόδων έως 100 %. Η έννοια, γενική και ασαφής, της διανοητικής ασθένειας, που μνημονεύεται σ’ αυτό το άρθρο, δεν μπορεί επομένως παρά να αφορά μόνο τις ασθένειες που εμφανίζουν αντικειμενικώς κάποια σοβαρότητα και όχι κάθε διαταραχή ψυχολογικής ή ψυχιατρικής φύσεως, οποιαδήποτε κι αν είναι η σοβαρότητά της. Δεν υπάρχει πράγματι κανένας λόγος για να θεωρηθεί, όσον αφορά τις παθήσεις αυτού του τύπου, ότι ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να υιοθετήσει ένα λιγότερο περιοριστικό ορισμό απ’ ό,τι για τις οργανικές παθήσεις.

Ελλείψει οποιασδήποτε διευκρινίσεως, στο άρθρο 72 του ΚΥΚ, για τις ασθένειες που μπορούν θεωρηθούν ως διανοητικές κατά την έννοια αυτής της διατάξεως, εναπόκειται στη διοίκηση να εξετάζει, σε κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τα επιλεγέντα από το ιατρικό συμβούλιο κριτήρια καθορισμού μιας σοβαρής ασθένειας, αν η διανοητική πάθηση από την οποία έχει προσβληθεί ένας υπάλληλος μπορεί να έχει τον χαρακτήρα ιδιαίτερης σοβαρότητας, ο οποίος, αυτός και μόνο, θεμελιώνει δικαίωμα αναλήψεως των ιατρικών εξόδων έως 100 %.

Το γεγονός και μόνον ότι ο υπάλληλος έχει προσβληθεί από μια τέτοια πάθηση δεν παρέχει στον υπάλληλο τη δυνατότητα να επιτύχει άνευ ετέρου την αναγνώριση του ευεργετήματος επιστροφής των σχετικών με αυτή την πάθηση εξόδων έως 100 %.

(βλ. σκέψεις 70, 71 και 73)