Language of document : ECLI:EU:F:2010:97

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

της 10ης Σεπτεμβρίου 2010

Υπόθεση F-62/10 R

Jürgen Esders

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων — Αίτηση αναστολής εκτελέσεως πράξεως — Αποκατάσταση — Κανόνες περί εναλλαγής των υπαλλήλων στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής — Επείγον — Δεν υφίσταται»

Αντικείμενο: Αίτηση υποβληθείσα δυνάμει των άρθρων 278 ΣΛΕΕ και 157 EA, καθώς και του άρθρου 279 ΣΛΕΕ το οποίο εφαρμόζεται στη Συνθήκη ΕΚΑΕ δυνάμει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο J. Esders, υπάλληλος της Γενικής Διευθύνσεως Επικοινωνίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Αντιπροσωπεία της Επιτροπής στη Γερμανία, ζητεί την αναστολή της εκτελέσεως της από 27 Ιουλίου 2010 αποφάσεως με την οποία μετατέθηκε στην έδρα της Επιτροπής από την 1η Σεπτεμβρίου 2010.

Απόφαση: Η αίτηση αναστολής του αιτούντος απορρίπτεται. Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Περίληψη

1.      Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Προσωρινά μέτρα — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — «Fumus boni juris» — Επείγον — Σωρευτικός χαρακτήρας — Στάθμιση όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων

(Άρθρο 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ∙ Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 39 και παράρτημα I, άρθρο 7 § 1∙ Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 102 § 2)

2.      Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως μεταθέσεως στην έδρα υπαλλήλου που μετατέθηκε προηγουμένως σε αντιπροσωπεία της Επιτροπής σε άλλο κράτος μέλος — Προϋποθέσεις χορηγήσεως

(Άρθρο 278 ΣΛΕΕ∙ Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 102 § 2)

1.      Δυνάμει του άρθρου 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, οι αιτήσεις λήψης προσωρινών μέτρων προσδιορίζουν, μεταξύ άλλων, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητεί ο αιτών.

Οι προϋποθέσεις περί του επείγοντος χαρακτήρα και του εκ πρώτης όψεως βάσιμου χαρακτήρα της αιτήσεως (fumus boni juris) πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς, οπότε τυχόν αίτηση προσωρινών μέτρων πρέπει να απορρίπτεται σε περίπτωση κατά την οποία δεν συντρέχει μία εκ των προϋποθέσεων αυτών. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων σταθμίζει επίσης, κατά περίπτωση, τα εμπλεκόμενα στην υπό κρίση υπόθεση συμφέροντα. Στο πλαίσιο αυτού του συνολικού ελέγχου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και την ελευθερία να καθορίσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της προκειμένης υποθέσεως, τον τρόπο με τον οποίο θα διακριβωθεί ότι πληρούνται οι διάφορες προϋποθέσεις αυτές, καθώς και τη σειρά της ως άνω διαδικασίας ελέγχου, καθόσον κανένας κανόνας δικαίου δεν του επιβάλλει να ακολουθήσει προκαθορισμένη ανάλυση προκειμένου να εκτιμήσει την ανάγκη να αποφανθεί προσωρινώς.

(βλ. σκέψεις 41 έως 43)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 10 Σεπτεμβρίου 1999, T‑173/99 R, Elkaïm και Mazuel κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑155 και II‑811, σκέψη 18· 9 Αυγούστου 2001, T‑120/01 R, De Nicola κατά ΕΤΕπ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑171 και II‑783, σκέψεις 12 και 13

ΔΔΔΕΕ: 31 Μαΐου 2006, F‑38/06 R, Bianchi κατά ETF, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑1‑27 και II‑A‑1‑93, σκέψεις 20 και 22

2.      Σκοπός της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι να διασφαλισθεί η επανόρθωση ζημίας, αλλά να κατοχυρωθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της επί της ουσίας αποφάσεως. Για να επιτευχθεί ο δεύτερος αυτός σκοπός, πρέπει τα ζητούμενα μέτρα να έχουν τον χαρακτήρα του επείγοντος, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποτραπεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα έννομα αποτελέσματά τους πριν την έκδοση της αποφάσεως επί της κύριας δίκης. Επιπλέον, στον διάδικο ο οποίος ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου απόκειται να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης, χωρίς να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.

Η διαπίστωση εκ μέρους ενός ή πλειόνων ιατρών δεν αρκεί αυτή καθεαυτή, προκειμένου να αποδειχθεί ότι, ελλείψει αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως περί επαναμεταθέσεως στην έδρα υπαλλήλου που είχε προηγουμένως μετατεθεί σε αντιπροσωπεία της Επιτροπής σε άλλο κράτος μέλος, ότι αυτός θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Ειδικότερα, οι συντάκτες των προσκομισθέντων ιατρικών πιστοποιητικών είχαν τη δυνατότητα να ακούσουν μόνον τη γνώμη του αιτούντος, ενώ δεν αποδείχθηκε, ούτε εξάλλου προβλήθηκε, ότι μπορούσαν να έχουν στη διάθεσή τους το σύνολο των αναγκαίων πληροφοριών και εγγράφων, προκειμένου να κατανοήσουν επαρκώς το επίμαχο επαγγελματικό πλαίσιο.

(βλ. σκέψεις 45 και 47)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 25 Μαρτίου 1999, C‑65/99 P (R), Willeme κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑1857, σκέψη 62

ΓΔΕΕ: προπαρατεθείσα απόφαση Elkaïm και Mazuel κατά Επιτροπής, σκέψη 25∙ 19 Δεκεμβρίου 2002, T‑320/02 R, Esch-Leonhardt κ.λπ. κατά ΕΚΤ, σ. I‑A‑325 και II‑1555, σκέψη 27

ΔΔΔΕΕ: 14 Ιουλίου 2010, F‑41/10 R, Bermejo Garde κατά ΕΟΚΕ, σκέψη 55