Language of document : ECLI:EU:F:2010:100

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

της 14ης Σεπτεμβρίου 2010

Υπόθεση F-85/09

Francisco Rossi Ferreras

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Περίοδος αξιολογήσεως 2001/2002 — Έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας — Εκτέλεση ακυρωτικής αποφάσεως — Συνέπειες της ανακλήσεως μιας πράξεως — Καθορισμός των σκοπών»

Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 EA, με την οποία ο F. Rossi Ferreras ζητεί την ακύρωση της εκθέσεως εξελίξεως της σταδιοδρομίας του «για το διάστημα από την 1η Ιουλίου 2001 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002».

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Ο προσφεύγων καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.

Περίληψη

1.      Προσφυγή ακυρώσεως — Ακυρωτική απόφαση — Αποτελέσματα — Συνέπειες της ακυρώσεως μιας πράξεως περατώνουσας διοικητική διαδικασία

(Άρθρο 233 ΕΚ)

2.      Υπάλληλοι — Βαθμολογία — Έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας — Κατάρτιση

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)

3.      Υπάλληλοι — Βαθμολογία — Έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας — Σύστημα που δημιουργήθηκε από την Επιτροπή — Μεταβατικό στάδιο από το παλαιό στο νέο σύστημα

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)

4.      Υπάλληλοι — Βαθμολογία — Έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας — Δικαστικός έλεγχος — Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)

5.      Υπάλληλοι — Βαθμολογία — Έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας — Μεταβολή των εκτιμήσεων σε σχέση με την προηγούμενη αξιολόγηση — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)

1.      Η ακύρωση από τον δικαστή της Ενώσεως πράξεως περατώνουσας διοικητική διαδικασία που περιλαμβάνει διάφορα στάδια δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την ακύρωση ολόκληρης της διαδικασίας που προηγήθηκε της εκδόσεως της προσβληθείσας πράξεως, ανεξαρτήτως του αν η αιτιολογία της ακυρωτικής αποφάσεως αφορά ουσιαστικούς ή διαδικαστικούς λόγους.

(βλ. σκέψη 49)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 15 Οκτωβρίου 1998, T‑2/95, Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. II‑3939, σκέψη 91

ΔΔΔΕΕ: 25 Απριλίου 2007, F‑50/06, Lebedef-Caponi κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2007, σ.  I‑A‑1‑109 και II‑A‑1‑597, σκέψη 37· 22 Οκτωβρίου 2008, F‑46/07, Τζιράνη κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2008, σ.  I‑A‑1‑323 και II‑A‑1‑1773, σκέψη 53

2.      Όταν μια έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας έχει καταρτισθεί παράτυπα, λόγω του ότι ο αξιολογητής δεν διεξήγαγε προηγουμένως την απαιτούμενη συνέντευξη αξιολογήσεως, η παρατυπία αυτή θεραπεύεται πράγματι, αν διοργανωθεί επίσημη συνέντευξη με τον αξιολογητή ή τον επικυρωτή, μετά από τη σύνταξη της εν λόγω εκθέσεως, αλλά πριν αυτή καταστεί οριστική, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προβάλει τις παρατηρήσεις του.

(βλ. σκέψεις 53 και 54)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 13 Δεκεμβρίου 2005, T‑155/03, T‑157/03 και T‑331/03, Cwik κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑411 και II‑1865, σκέψεις 159 έως 161

3.      Από το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου 43 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), που θεσπίσθηκαν από την Επιτροπή, προκύπτει ότι η αξιολόγηση της αποδόσεως των υπαλλήλων κατά την περίοδο 2001/2002 πραγματοποιήθηκε, παρά τον μη εκ των προτέρων καθορισμό των στόχων. Αυτή η έλλειψη δεν αποκλείει πάντως να ανατέθηκαν στον υπάλληλο συγκεκριμένα καθήκοντα από τους ιεραρχικώς ανωτέρους του.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, τίποτε δεν εμποδίζει τον αξιολογητή να επισημάνει στην έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας για την περίοδο αναφοράς ότι ο υπάλληλος δεν πέτυχε τους στόχους που όφειλε, αν αυτό συμβαίνει, εφόσον τα καθήκοντά του έχουν καθορισθεί με την περιγραφή καθηκόντων, της οποίας είχε γνώση.

Το κύρος μιας τέτοιας εκθέσεως δεν μπορεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση με το επιχείρημα ότι τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί σε έναν υπάλληλο δεν είναι επαρκώς ακριβή ώστε να του δίνουν τη δυνατότητα να καθορίζει επακριβώς τον τρόπο με τον οποίο θα τα εκπληρώσει. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, σ’ αυτόν εναπόκειται να ζητήσει ιεραρχικώς τις αναγκαίες διευκρινίσεις και συμβουλές.

(βλ. σκέψεις 55 έως 57)

4.      Τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση της εργασίας των υπαλλήλων τους. Κατά συνέπεια, οι αξιολογικές κρίσεις για τους υπαλλήλους στις εκθέσεις εξελίξεως της σταδιοδρομίας εξαιρούνται του δικαστικού ελέγχου, ο οποίος ασκείται μόνο για τις ενδεχόμενες παρατυπίες, τις πρόδηλες πλάνες περί τα πράγματα που καθιστούν πλημμελείς τις εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η διοίκηση, καθώς και για ενδεχομένως κατάχρηση εξουσίας.

(βλ. σκέψη 72)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 12 Σεπτεμβρίου 2007, T‑249/04, Combescot κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2007, σ.  I‑A‑1‑181 και II‑A‑1‑1219, σκέψη 78

5.      Η διοίκηση υπέχει την υποχρέωση να αιτιολογεί κάθε έκθεση εξελίξεως σταδιοδρομίας κατά τρόπο επαρκή και εμπεριστατωμένο, προκειμένου να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να διατυπώνει παρατηρήσεις επί της εν λόγω αιτιολογήσεως, δεδομένου ότι η τήρηση των ανωτέρω επιταγών προσλαμβάνει ακόμη μεγαλύτερη σπουδαιότητα, οσάκις η βαθμολογία μειώνεται σε σχέση με την προγενέστερη.

Εντούτοις, δεδομένου ότι οι αποδόσεις ενός υπαλλήλου μπορούν να ποικίλλουν από τη μια περίοδο αναφοράς στην άλλη, είναι αναγκαίο να υφίσταται ένα επαρκώς εμφανές διάστημα μεταξύ διαδοχικών εκθέσεων εξελίξεως σταδιοδρομίας, προκειμένου να επιβάλλεται ειδική υποχρέωση αιτιολογήσεως στον αξιολογητή και τον επικυρωτή.

(βλ. σκέψεις 79 και 81)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 12 Ιουνίου 2002, T-187/01, Mellone κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑81 και II‑389, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 25 Οκτωβρίου 2005, T‑50/04, Micha κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑339 και II‑1499, σκέψη 36

ΔΔΔΕΕ: 15 Μαρτίου 2007, F‑111/05, Sanchez Ferriz κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2007, σ.  I‑A‑1‑71 και II‑A‑1‑425, σκέψη 65· 10 Νοεμβρίου 2009, F‑93/08, N κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2009, σ.  I‑A‑1‑433 και II‑A‑1‑2339, σκέψη 86