Language of document : ECLI:EU:F:2011:2

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
(δεύτερο τμήμα)

της 13ης Ιανουαρίου 2011

Υπόθεση F‑77/09

Bart Nijs

κατά

Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Πειθαρχικό καθεστώς — Πειθαρχική διαδικασία — Άρθρα 22α και 22β του ΚΥΚ — Αμεροληψία — Εύλογη προθεσμία»

Αντικείμενο: Προσφυγή, ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ, με την οποία ο Β. Nijs ζητεί, κατά κύριο λόγο, την ακύρωση, πρώτον, της αποφάσεως της 15ης Ιανουαρίου 2009 με την οποία αυτός ανακαλείται από τα καθήκοντά του, δεύτερον, της αποφάσεως αριθ. 81‑2007 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, με την οποία οι αρμοδιότητες της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (ΑΔΑ) παραχωρούνται σε επιτροπή ad hoc, και τρίτον, του συνόλου των προπαρασκευαστικών αποφάσεων της ΑΔΑ ad hoc· επικουρικώς, ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να «δεχθεί» ότι η ποινή της ανακλήσεως είναι δυσανάλογη.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Ο προσφεύγων φέρει τόσο τα δικαστικά του έξοδα όσο και τα δικαστικά έξοδα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης — Όρια

(Άρθρα 266 ΣΛΕΕ και 270 ΣΛΕΕ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, παράρτημα I, άρθρο 1)

2.      Υπάλληλοι — Δικαιώματα και υποχρεώσεις — Ελευθερία εκφράσεως — Περιστατικά από τα οποία είναι δυνατό να συναχθεί η ύπαρξη παράνομης πράξεως ή σοβαρής παραβάσεως — Προστασία έναντι της πειθαρχικής διώξεως — Προϋποθέσεις

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 22α § 1 και 22β § 1)

3.      Υπάλληλοι — Πειθαρχικό καθεστώς — Πειθαρχική διαδικασία — Συγκρότηση ad hoc αρχής για τους διορισμούς αποτελούμενης από μέλη θεσμικού οργάνου, εν προκειμένω του Ελεγκτικού Συνεδρίου — Επιτρέπεται

(Άρθρο 247 § 2 ΕΚ)

4.      Υπάλληλοι — Πειθαρχικό καθεστώς — Πειθαρχική διαδικασία — Υποχρέωση της διοικήσεως να ασκεί την πειθαρχική της εξουσία με επιμέλεια και αμεροληψία

5.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Προηγούμενη διοικητική ένσταση — Ταυτότητα του αντικειμένου της ενστάσεως και της προσφυγής — Ταυτότητα αντικειμένου και υποθέσεως — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα που δεν περιλαμβάνονται στην ένσταση αλλά συνδέονται στενά με αυτή — Παραδεκτό

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

6.      Υπάλληλοι — Πειθαρχικό καθεστώς — Ποινή — Εξουσία εκτιμήσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής — Δικαστικός έλεγχος — Περιεχόμενο — Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 17, 17α και 86 έως 89)

7.      Υπάλληλοι — Πειθαρχικό καθεστώς — Πειθαρχική διαδικασία — Προθεσμίες — Υποχρέωση της διοικήσεως να ενεργεί εντός εύλογης προθεσμίας — Εκτίμηση

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα IX)

1.      Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν έχει αρμοδιότητα να μεταρρυθμίζει μια πειθαρχική ποινή ή να κρίνει ότι μια τέτοια ποινή είναι δυσανάλογη και να παραπέμπει το ζήτημα στη διοίκηση προκειμένου αυτή να επιβάλλει διαφορετική ποινή. Ειδικότερα, το όργανο που επέβαλε την ποινή υποχρεούται, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, να λάβει μέτρα για την εκτέλεση της ενδεχόμενης ακυρωτικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 266 ΣΛΕΕ.

(βλ. σκέψη 55)

2.      Το άρθρο 22β, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) παραπέμπει στο άρθρο 22α, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ για τον καθορισμό των στοιχείων των οποίων η γνωστοποίηση δεν συνεπάγεται την κίνηση πειθαρχικής διώξεως. Οι δυο αυτές διατάξεις αφορούν απλώς τη γνωστοποίηση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία ο υπάλληλος που τα καθιστά γνωστά μπόρεσε, κατόπιν μιας πρώτης εκτιμήσεως, ευλόγως να συναγάγει την ύπαρξη παράνομης πράξεως ή σοβαρής παραβάσεως.

Η προβλεπόμενη στα ως άνω άρθρα γνωστοποίηση προστατεύεται από ενδεχόμενη πειθαρχική δίωξη μόνον εφόσον πληροί την ανωτέρω προϋπόθεση και πραγματοποιείται με κάθε απαραίτητη επιφύλαξη, όπως επιβάλλουν το καθήκον για αμερόληπτη και αντικειμενική κρίση, η διαφύλαξη της αξιοπρέπειας του λειτουργήματος, ο σεβασμός της προσωπικής τιμής και το τεκμήριο αθωότητας.

Η παρεχόμενη από το άρθρο 22β, παράγραφος 1, του ΚΥΚ προστασία δεν ισχύει για όσους υπαλλήλους βαρύνονται με παραβάσεις όπως η μη τήρηση της υποχρεώσεως να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή και αυτοσυγκράτηση κατά τη δημοσιότητα που προσδίδουν σε αιτιάσεις εμπίπτουσες στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).

(βλ. σκέψεις 65, 66, 70 και 80)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 2 Μαΐου 2007, F‑23/05, Giraudy κατά Επιτροπής, σκέψη 162

3.      Η ad hoc αρχή για τους διορισμούς η οποία αποτελείται από μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου παρέχει όλα τα εχέγγυα για τη διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας, καθόσον τα μέλη της απαιτείται να παρέχουν όλα τα εχέγγυα για ανεξάρτητη και αμερόληπτη κρίση και να συμμορφώνονται προς την απαίτηση αυτή καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας τους. Ο κώδικας συμπεριφοράς των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου ορίζει επίσης ότι τα μέλη οφείλουν να απέχουν από κάθε δραστηριότητα η οποία ενδέχεται να έχει ως συνέπεια την πρόκληση συγκρούσεως συμφερόντων.

Επιπλέον, όλα τα διοικητικά όργανα έχουν την υποχρέωση, ιδίως σε πειθαρχικά ζητήματα, να τηρούν την υποχρέωση αμεροληψίας.

(βλ. σκέψη 102)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 29 Σεπτεμβρίου 2009, F‑125/07, Hau κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

4.      Η διοίκηση οφείλει να ασκεί την πειθαρχική της εξουσία με επιμέλεια και αμεροληψία.

Η αποστολή του υπαλλήλου που είναι επιφορτισμένος με τη διεξαγωγή διοικητικής έρευνας έγκειται οπωσδήποτε στη διαπίστωση των κρίσιμων περιστατικών και συνθηκών και, επομένως, στην αξιολόγησή τους προκείμενου να καθοριστεί εάν αυτά είναι όντως κρίσιμα καθώς και στην εκτίμηση της αποδεικτικής ισχύος των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο πειθαρχικής διώξεως. Το εύρος της εν λόγω εξουσίας εκτιμήσεως είναι ανάλογο προς τη φύση των πειθαρχικών παραβάσεων που ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο κυρώσεων και προς την ανάγκη διεξαγωγής ορισμένων ερευνών. Οι επαληθεύσεις τις οποίες πραγματοποιεί ο επιφορτισμένος με την έρευνα υπάλληλος επιβάλλουν όπως αυτός προβαίνει σε εκτίμηση των στοιχείων που ενδέχεται να στοιχειοθετούν προσβολή του καθήκοντος για διαφύλαξη της αξιοπρέπειας του λειτουργήματος, το οποίο αποτελεί σημαντικό καθήκον όλων των υπαλλήλων, προκειμένου να προσδιορίσει ενδεχομένως τα στοιχεία που είναι κρίσιμα. Εάν απαγορευόταν στον υπάλληλο αυτό να προβαίνει στην ως άνω εκτίμηση, δεν θα μπορούσε να διενεργηθεί καμία διοικητική έρευνα για τέτοιας φύσεως περιστατικά.

(βλ. σκέψεις 110, 115 και 118)

5.      Προκειμένου να διαφυλαχθεί ο σκοπός της προδικασίας ο οποίος συνίσταται στο να παρέχεται στη διοίκηση η δυνατότητα να επανεξετάσει την απόφασή της και να επιτύχει την εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς, έχει κριθεί ότι ο κανόνας της ταυτότητας του αντικειμένου του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής και αυτού της διοικητικής ενστάσεως ισχύει μόνο στην περίπτωση στην οποία η προσφυγή τροποποιεί το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως ή την αιτία για την οποία αυτή ασκήθηκε, η δε έννοια της «αιτίας» πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά, ως συνδεόμενη με την αμφισβήτηση της εσωτερικής νομιμότητας της προσβαλλομένης πράξεως ή, εναλλακτικώς, της εξωτερικής νομιμότητάς της. Κατά συνέπεια, και υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως παρανομίας και των λόγων δημοσίας τάξεως, τροποποίηση της αιτίας της διαφοράς και, ως εκ τούτου, απαράδεκτο λόγω μη τηρήσεως του κανόνα της ταυτότητας του αντικειμένου υφίσταται κατά κανόνα μόνον όταν ο προσφεύγων βάλλει με τη διοικητική ένστασή του μόνο κατά της εξωτερικής νομιμότητας της βλαπτικής γι’ αυτόν πράξεως, συμπεριλαμβανομένων των διαδικαστικών πτυχών της, και προβάλλει με το δικόγραφο της προσφυγής λόγους αναγόμενους στην εσωτερική της νομιμότητα ή, αντιστρόφως, όταν ο προσφεύγων βάλλει με τη διοικητική ένστασή του μόνον κατά της ουσιαστικής νομιμότητας της βλαπτικής γι’ αυτόν πράξεως και προβάλλει με το δικόγραφο της προσφυγής λόγους αναγόμενους στην εξωτερική της νομιμότητα, συμπεριλαμβανομένων των διαδικαστικών πτυχών της.

(βλ. σκέψη 129)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 1 Ιουλίου 2010, F‑45/07, Mandt κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 110, 119 και 120

6.      Το πειθαρχικό καθεστώς του ΚΥΚ δεν καθιερώνει μια αμετάβλητη σχέση μεταξύ ποινής και τελεσθείσας παραβάσεως. Επίσης, εφόσον αποδεικνύεται το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που καταλογίζονται στον υπάλληλο, η επιλογή της ενδεικνυομένης πειθαρχικής ποινής ανήκει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την εν λόγω αρχή στην εκτίμησή της παρά μόνο σε περίπτωση προδήλου σφάλματος ή καταχρήσεως εξουσίας.

Τα θεσμικά όργανα μπορούν βασίμως να αναμένουν από όσους υπαλλήλους υπηρετούν σε ορισμένο βαθμό ότι θα ενεργούν με οξύνοια και περίσκεψη. Επομένως, υπάλληλος που συνέταξε προσβλητικά έγγραφα τα οποία και διέδωσε ευρέως ευθύνεται για δυο κατάφωρες παραβάσεις των άρθρων 17 και 17α του ΚΥΚ. Επομένως, η ανάκληση του εν λόγω υπαλλήλου δεν έχει δυσανάλογο χαρακτήρα.

(βλ. σκέψεις 131, 132 και 135)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 18 Δεκεμβρίου 1997, T‑12/94, Daffix κατά Επιτροπής, σκέψεις 63 και 89· 12 Σεπτεμβρίου 2000, T‑259/97, Teixeira Neves κατά Δικαστηρίου, σκέψη 108

7.      Απόρροια της αρχής της χρηστής διοικήσεως είναι ότι οι πειθαρχικές αρχές υποχρεούνται να διεξάγουν με επιμέλεια την πειθαρχική διαδικασία και να ενεργούν κατά τρόπον ώστε κάθε πράξη σχετική με την πειθαρχική δίωξη να τελείται εντός εύλογης προθεσμίας σε σχέση με την προηγούμενη πράξη. Το κατά πόσον η κινηθείσα πειθαρχική διαδικασία διεξήχθη με την απαιτούμενη επιμέλεια επηρεάζεται από το αν παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της διαπράξεως του προσαπτόμενου πειθαρχικού παραπτώματος και της αποφάσεως περί κινήσεως της πειθαρχικής διαδικασίας.

Εντούτοις, η παραβίαση της αρχής της τηρήσεως εύλογης προθεσμίας δεν δικαιολογεί, κατά γενικό κανόνα, την ακύρωση της αποφάσεως που λαμβάνεται μετά την περάτωση της διοικητικής διαδικασίας. Ειδικότερα, μόνον όταν η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος ενδέχεται να έχει συνέπειες στο περιεχόμενο της αποφάσεως που λαμβάνεται μετά την περάτωση της διοικητικής διαδικασίας, η παραβίαση της αρχής της τηρήσεως εύλογης προθεσμίας μπορεί να θίγει το κύρος της διοικητικής διαδικασίας. Αυτό ακριβώς ισχύει για τις πειθαρχικές διαδικασίες, όταν η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος επηρεάζει τη δυνατότητα αποτελεσματικής άμυνας των εμπλεκόμενων προσώπων.

(βλ. σκέψεις 141 και 146)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 13 Δεκεμβρίου 2000, C‑39/00 P, SGA κατά Επιτροπής, σκέψη 44

ΓΔΕΕ: 13 Ιανουαρίου 2004, T‑67/01, JCB Service κατά Επιτροπής, σκέψεις 36 και 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

ΔΔΔΕΕ: 13 Ιανουαρίου 2001, F‑124/05 και F‑96/06, A και G κατά Επιτροπής, σκέψεις 390 και 392