Language of document : ECLI:EU:F:2011:45

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

της 14ης Απριλίου 2011

Υπόθεση F‑82/08

Nicole Clarke κ.λπ.

κατά

Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)

«Υπαλληλική υπόθεση – Έκτακτοι υπάλληλοι – Άρθρο 8 του ΚΛΠ – Ρήτρα περί λύσεως της συμβάσεως στην περίπτωση που ο έκτακτος υπάλληλος δεν περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων διαγωνισμού – Γενικοί διαγωνισμοί ΓΕΕΑ/AD/02/07 και ΓΕΕΑ/AST/02/07 – Βλαπτική πράξη – Αρχή της καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων – Καθήκον αρωγής – Αρχή της χρηστής διοικήσεως – Απαιτούμενα γλωσσικά προσόντα – Αναρμοδιότητα της EPSO (Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού) – Οδηγία 1999/70/ΕΚ – Εργασία ορισμένου χρόνου»

Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή, δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ, με την οποία οι Ν. Clarke, Ε. Παπαθανασίου και Μ. Periañez-González, έκτακτες υπάλληλοι του ΓΕΕΑ, ζητούν, μεταξύ άλλων, αφενός, να ακυρωθούν οι αποφάσεις του ΓΕΕΑ, της 7ης Μαρτίου 2008, περί απορρίψεως της αιτήσεώς τους με την οποία ζητούσαν, κατ’ ουσίαν, να ακυρωθεί η ρήτρα λύσεως των συμβάσεών τους εργασίας η οποία θέτει ως προαπαιτούμενο την επιτυχή συμμετοχή τους σε γενικό διαγωνισμό και να δηλώσει το ΓΕΕΑ ότι διατηρείται ως έχει η σύμβαση εργασίας τους αορίστου χρόνου και, αφετέρου, να καταδικαστεί το ΓΕΕΑ στην καταβολή αποζημιώσεως.

Απόφαση: Η απόφαση του διευθυντή του τμήματος ανθρωπίνων πόρων του ΓΕΕΑ, της 19ης Δεκεμβρίου 2007, και οι αποφάσεις του ΓΕΕΑ, της 7ης Μαρτίου 2008, ακυρώνονται κατά το μέρος που απέρριψαν τα αντίστοιχα αιτήματα των προσφευγουσών‑εναγουσών περί μη εφαρμογής της ρήτρας λύσεως της συμβάσεως, η οποία περιέχεται στις συμβάσεις τους εκτάκτου υπαλλήλου, σε σχέση με τους διαγωνισμούς ΓΕΕΑ/AD/02/07 και ΓΕΕΑ/AST/0107. Το ΓΕΕΑ υποχρεώνεται να καταβάλει σε καθεμιά από τις προσφεύγουσες-ενάγουσες το ποσό των 2 000 ευρώ ως αποζημίωση. Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Τα ΓΕΕΑ φέρει τα δικαστικά του έξοδα, καθώς και εκείνα των προσφευγουσών-εναγουσών.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προσφυγή κατά αποφάσεως απορρίψεως της συμμετοχής σε διαγωνισμό – Δυνατότητα επικλήσεως της παρατυπίας στην προκήρυξη του διαγωνισμού

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 § 2 και 91)

2.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προϋποθέσεις παραδεκτού – Εξέταση σε σχέση με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον ΚΥΚ

(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ∙ άρθρο 263, εδ. 4, ΣΛΕΕ· Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

3.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Βλαπτική πράξη – Έννοια – Ρήτρα περιεχόμενη σε σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου, η οποία εξαρτά τη διατήρηση της σχέσεως εργασίας από την εγγραφή του εκτάκτου υπαλλήλου στον πίνακα επιτυχόντων γενικού διαγωνισμού – Εμπίπτει

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2)

4.      Υπάλληλοι – Οργάνωση των υπηρεσιών – Ανάθεση των ίδιων καθηκόντων σε υπαλλήλους που καταλαμβάνουν μόνιμες και έκτακτες θέσεις εργασίας – Επιτρέπεται

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρο 2, στοιχεία α΄ και β΄)

5.      Υπάλληλοι – Έκτακτοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Μετατροπή συμβάσεως ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου και εισαγωγή ρήτρας λύσεως της συμβάσεως σε περίπτωση που ο έκτακτος υπάλληλος δεν συμπεριληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων γενικού διαγωνισμού – Μετατροπή ερμηνευόμενη ως ανανέωση της συμβάσεως ορισμένου χρόνου

(Οδηγία 1999/70, παράρτημα, ρήτρα 3, σημείο 1· Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρο 2, στοιχείο α΄, και 8, εδ. 1)

6.      Υπάλληλοι – Έκτακτοι υπάλληλοι – Συμβάσεις αορίστου χρόνου, συνοδευόμενες από ρήτρα λύσεως, εφαρμοστέα μόνο σε περίπτωση που ο έκτακτος υπάλληλος δεν συμπεριληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων γενικού διαγωνισμού – Προκήρυξη διαγωνισμού που προβλέπει αριθμό θέσεων σαφώς πιο περιορισμένο από τον αριθμό των εν λόγω συμβάσεων – Μη εφαρμογή της ρήτρας

7.      Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Προϋποθέσεις συμμετοχής – Ίση μεταχείριση – Απαίτηση ειδικών γλωσσικών γνώσεων – Επιτρέπεται

8.      Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Διοργάνωση – Προϋποθέσεις συμμετοχής και τρόπος διεξαγωγής – Εξουσία εκτιμήσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής – Δικαστικός έλεγχος – Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 27, εδ. 1)

9.      Ευρωπαϊκή υπηρεσία επιλογής προσωπικού (EPSO) – Διεξαγωγή των διαγωνισμών προσλήψεως μονίμων υπαλλήλων – Ρόλος της EPSO – Συνδρομή στην εξεταστική επιτροπή – Επικουρικός ρόλος έναντι αυτού της εξεταστικής επιτροπής – Καθήκοντα επιλογής προσωπικού – Δεν υφίστανται

1.      Τόσο η προηγούμενη διοικητική ένσταση όσο και η ένδικη προσφυγή πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, να στρέφονται κατά βλαπτικής πράξεως που παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν ευθέως και αμέσως τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας σαφώς τη νομική του κατάσταση.

Όσον αφορά τις προκηρύξεις διαγωνισμών, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης φύσεως της διαδικασίας προσλήψεως, η οποία είναι σύνθετη διοικητική ενέργεια, συγκείμενη από διαδοχικές αποφάσεις που συνδέονται στενότατα μεταξύ τους, ο προσφεύγων μπορεί να προβάλλει παρατυπίες που σημειώθηκαν κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ενέχονται στο ίδιο το κείμενο της προκηρύξεως του διαγωνισμού, επ’ ευκαιρία προσφυγής στρεφόμενης κατά μεταγενέστερης ατομικής αποφάσεως, όπως αυτή της απορρίψεως συμμετοχής στις εξετάσεις. Μια προκήρυξη διαγωνισμού μπορεί επίσης, κατ’ εξαίρεση, να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, όταν συνιστά βλαπτική απόφαση κατά την έννοια των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ, για τον λόγο ότι επιβάλλει προϋποθέσεις που αποκλείουν την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος.

(βλ. σκέψεις 74 και 79)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 8 Μαρτίου 1988, 64/86, 71/86 έως 73/86 και 78/86, Sergio κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 15· 11 Αυγούστου 1995, C‑448/93 P, Επιτροπή κατά Noonan, σκέψεις 17 έως 19

ΓΔΕΕ: 16 Σεπτεμβρίου 1993, T‑60/92, Noonan κατά Επιτροπής, σκέψη 21· της
13ης Ιουλίου 2000, T‑87/99, Hendrickx κατά Cedefop, σκέψη 37

ΔΔΔΕΕ: 2 Ιουλίου 2009, F‑19/08, Bennett κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και σκέψη 66

2.      Προκειμένου να εκτιμήσει το παραδεκτό της προσφυγής ενός υπαλλήλου, ο δικαστής δεν μπορεί να εφαρμόσει ούτε να λάβει υπόψη τις προϋποθέσεις του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ) και, ειδικότερα, την απαίτηση να αφορά η προσβαλλόμενη πράξη τον προσφεύγοντα ατομικά, καθόσον οι προϋποθέσεις αυτές συνοδεύουν, ως επί το πλείστον, την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής φυσικών και νομικών προσώπων κατά πράξεων γενικής ισχύος, λαμβάνοντας υπόψη διάφορες περιστάσεις που μπορούν να εξατομικεύσουν τον προσφεύγοντα. Είναι σκόπιμη, λαμβανομένης υπόψη της αυτοτέλειας των υπαλληλικών διαφορών της Ένωσης σε σχέση με τις διαφορές του κοινού δικαίου που αφορούν ακύρωση και αποζημίωση, η αναγωγή στις προϋποθέσεις του παραδεκτού που αναφέρονται στον ΚΥΚ.

(βλ. σκέψη 75)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 22 Οκτωβρίου 1975, 9/75, Meyer-Burckhardt κατά Επιτροπής, σκέψη 7·17 Φεβρουαρίου 1977, 48/76, Reinarz κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, σκέψη 10· 7 Οκτωβρίου 1987, 401/85, Schina κατά Επιτροπής, σκέψη 9

3.      Η εισαγωγή σε μια σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου ρήτρας λύσεως, σύμφωνα με την οποία η διατήρηση της σχέσεως εργασίας εξαρτάται από το αν το όνομα του εν λόγω εκτάκτου υπαλλήλου θα περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων γενικού διαγωνισμού που έχει διοργανωθεί από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού μπορεί να είναι βλαπτική για τον εν λόγω έκτακτο υπάλληλο, λαμβανομένης υπόψη, αν μη τι άλλο, της αβεβαιότητάς του ως προς το αν θα περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων που θα καταρτιστεί μετά τον εν λόγω διαγωνισμό. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η απόφαση του θεσμικού οργάνου να απορρίψει το αίτημα του ενδιαφερομένου εκτάκτου υπαλλήλου να θεωρηθεί άκυρη η ρήτρα λύσεως που περιέχεται στη σύμβασή του ή, εν πάση περιπτώσει, να μην εφαρμοστεί στην περίπτωσή του όσον αφορά ένα συγκεκριμένο διαγωνισμό, ούτως ώστε ο εν λόγω υπάλληλος να μην είναι υποχρεωμένος να συμμετάσχει στον διαγωνισμό αυτόν, συνιστά βλαπτική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

(βλ. σκέψη 76)

4.      Κατ’ αρχήν, τίποτε δεν εμποδίζει τη Διοίκηση να συνδέσει τα ίδια καθήκοντα με μόνιμη ή με έκτακτη θέση εργασίας που περιέχεται στον πίνακα των θέσεων του προσωπικού.

Δεν μπορεί επομένως να προσαφθεί στη Διοίκηση ότι συνήψε σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο β΄, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού [στο εξής: ΚΛΠ], ότι, στη συνέχεια, την έλυσε με κοινή συμφωνία και ότι την αντικατέστησε με σύμβαση του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ, προκειμένου να δώσει τη δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να καταλάβει θέση η οποία περιλαμβάνεται στον πίνακα των θέσεων του προσωπικού και στην οποία οι αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές έχουν προσδώσει έκτακτο χαρακτήρα.

(βλ. σκέψεις 113 και 115)

5.      Το θεσμικό όργανο δεν εκφεύγει των ορίων του άρθρου 8, πρώτο εδάφιο, του ΚΛΠ, όταν τροποποιεί μια σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του Καθεστώτος αυτού, προκειμένου να καταργήσει την ορισμένου χρόνου διάρκεια της συμβάσεως και να την αντικαταστήσει με διάρκεια αορίστου χρόνου, καθώς και να ενσωματώσει στη σύμβαση ρήτρα λύσεως σε περίπτωση που ο έκτακτος υπάλληλος δεν περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων ενός διαγωνισμού. Πράγματι, εφόσον η εισαγωγή της ρήτρας δεν επιτρέπει τον χαρακτηρισμό της εν λόγω συμβάσεως ως συμβάσεως αορίστου χρόνου, οποιοιδήποτε και αν είναι οι όροι της συμβάσεως, μια τέτοια τροποποίηση πρέπει να ερμηνευθεί ως μια πρώτη ανανέωση για ορισμένο χρόνο μιας συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ.

Επιπλέον, η διάρκεια μιας συμβάσεως, όπως προκύπτει από τη ρήτρα 3, σημείο 1, περί συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία περιέχεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, μπορεί να προσδιοριστεί όχι μόνο με τον καθορισμό συγκεκριμένης καταληκτικής ημερομηνίας, αλλά και με όριο την ολοκλήρωση ορισμένης εργασίας ή την επέλευση ορισμένου γεγονότος, όπως είναι η κατάρτιση πίνακα επιτυχόντων ενός συγκεκριμένου διαγωνισμού.

(βλ. σκέψεις 113, 116, 117 και 126)

6.      Προτείνοντας σε περισσότερους εκτάκτους υπαλλήλους, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει επιτυχώς σε εσωτερικές διαδικασίες επιλογής, μια σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου αορίστου χρόνου, η οποία περιέχει ρήτρα λύσεως εφαρμοστέα μόνο στην περίπτωση που οι ενδιαφερόμενοι δεν περιληφθούν σε πίνακα επιτυχόντων γενικού διαγωνισμού, και αναλαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό σαφώς τη δέσμευση να διατηρήσει τους ενδιαφερομένους μόνιμα στην υπηρεσία του, υπό την προϋπόθεση ότι περιλαμβάνονται σε έναν τέτοιο πίνακα επιτυχόντων, και, στη συνέχεια, περιορίζοντας τον αριθμό των επιτυχόντων που περιελήφθησαν στους πίνακες επιτυχόντων δύο γενικών, μάλιστα, διαγωνισμών, στον ακριβή αριθμό των προς πλήρωση θέσεων, το θεσμικό όργανο μειώνει δραστικά και αντικειμενικά τις ευκαιρίες των ενδιαφερομένων, στο σύνολό τους, να εκφύγουν της εφαρμογής της ρήτρας λύσεως και, ως εκ τούτου, στερεί από την ισχύ των συμβατικών του δεσμεύσεων έναντι του έκτακτου προσωπικού του μέρος της ουσίας της.

Κατά συνέπεια, η ρήτρα λύσεως δεν μπορεί να εφαρμοστεί, κατόπιν γενικού διαγωνισμού ανοικτού στο σύνολο των πολιτών των κρατών μελών, όταν υφίσταται πίνακας επιτυχόντων περιορισμένος σε τέτοιο βαθμό ώστε οι ευκαιρίες των εκτάκτων υπαλλήλων να εκφύγουν της εφαρμογής της να μειώνονται παράλογα πολύ, υπό το πρίσμα της δεσμεύσεως που ανέλαβε το θεσμικό όργανο έναντι του έκτακτου προσωπικού του. Με άλλα λόγια, η κατάρτιση ενός τέτοιου πίνακα επιτυχόντων δεν εμπίπτει στα προβλεπόμενα από τη ρήτρα λύσεως, καθώς αλλοιώνει τη συμβατική δέσμευση της διοικήσεως.

(βλ. σκέψεις 161 και 162)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: προπαρατεθείσα απόφαση Bennett κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 116

7.      Το συμφέρον της υπηρεσίας μπορεί να δικαιολογεί την απαίτηση να διαθέτει υποψήφιος διαγωνισμού συγκεκριμένες γλωσσικές γνώσεις σε ορισμένες γλώσσες της Ένωσης, το δε επίπεδο γνώσεως της γλώσσας που μπορεί να απαιτηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας προσλήψεως πρέπει να είναι ανάλογο των πραγματικών αναγκών της υπηρεσίας.

Συναφώς, στο πλαίσιο της εσωτερικής λειτουργίας των θεσμικών οργάνων, ένα σύστημα πλήρους γλωσσικού πλουραλισμού θα δημιουργούσε μεγάλες διαχειριστικές δυσχέρειες και δεν θα ήταν οικονομικά βιώσιμο. Επομένως, η εύρυθμη λειτουργία των θεσμικών οργάνων και των υπηρεσιών της Ένωσης, ιδίως όταν το όργανο για το οποίο πρόκειται διαθέτει περιορισμένους πόρους, μπορεί αντικειμενικά να δικαιολογήσει την περιορισμένη επιλογή γλωσσών εσωτερικής επικοινωνίας.

(βλ. σκέψεις 172 και 173)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 19 Ιουνίου 1975, 79/74, Küster κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 16 και 20· 29 Οκτωβρίου 1975, 22/75, Küster κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 13 και 17· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 15ης Μαρτίου 2005, C‑160/03, Ισπανία κατά Eurojust, σημείο 47

ΠΕΚ: 5 Απριλίου 2005, T‑376/03, Hendrickx κατά Συμβουλίου, σκέψη 26

ΓΔΕΕ: 13 Σεπτεμβρίου 2010, T‑156/07 και T‑232/07, Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 75

ΔΔΔΕΕ: προπαρατεθείσα Bennett κ.λπ κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 137

8.      Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων σε σχέση με τα προσόντα που απαιτούνται για τις προς πλήρωση θέσεις και τον καθορισμό, βάσει των κριτηρίων αυτών και προς το συμφέρον της υπηρεσίας, των όρων και της διαδικασίας ενός διαγωνισμού, και τούτο λαμβανομένου υπόψη του σκοπού όλων των διαγωνισμών που διοργανώνει η Ένωση, ο οποίος είναι, όπως προκύπτει από το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, να εξασφαλισθεί στο όργανο η συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο έλεγχος του δικαστή της Ένωσης δεν πρέπει να βαίνει πέραν της εξακριβώσεως του προδήλως ακατάλληλου ή δυσανάλογου χαρακτήρα της διοργανώσεως των εξετάσεων, υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου σκοπού, και της απουσίας νομικής πλάνης και καταχρήσεως εξουσίας.

Ομοίως, η εξεταστική επιτροπή ενός διαγωνισμού ή η επιτροπή επιλογής, στο πλαίσιο εσωτερικής διαδικασίας επιλογής, διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τη διαδικασία και το λεπτομερές περιεχόμενο των εξετάσεων. Ο δικαστής της Ένωσης μπορεί να υπεισέλθει στην εξέταση του περιεχομένου των εξετάσεων μόνον εάν αυτό εκφεύγει του πλαισίου που προσδιορίζει η προκήρυξη του διαγωνισμού ή δεν ανταποκρίνεται στους σκοπούς του διαγωνισμού ή της διαδικασίας επιλογής.

(βλ. σκέψεις 181 και 182)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 5 Φεβρουαρίου 1997, T‑211/95, Petit‑Laurent κατά Επιτροπής, σκέψη 4· 12 Ιουνίου 1997, T‑237/95, Carbajo Ferrero κατά Κοινοβουλίου σκέψεις 47 και 48

ΔΔΔΕΕ: 15 Απριλίου 2010, F‑2/07, Matos Martins κατά Επιτροπής, σκέψη 161 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

9.      Μολονότι τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) καθιστούν τη διοργανική αυτή υπηρεσία σημαντικό παράγοντα για τον καθορισμό και την εφαρμογή της πολιτικής της Ένωσης που αφορά την επιλογή του προσωπικού, όσον αφορά αντιθέτως τη διεξαγωγή διαγωνισμών για την πρόσληψη μονίμων υπαλλήλων, ο ρόλος της, ο οποίος είναι βεβαίως σημαντικός, κατά το μέτρο που επικουρεί την εξεταστική επιτροπή, παραμένει εν πάση περιπτώσει επικουρικός σε σχέση με τον ρόλο της εξεταστικής επιτροπής, την οποία, εξάλλου, η EPSO δεν μπορεί να υποκαταστήσει.

Ως εκ τούτου, διαγωνισμός του οποίου το προκαταρκτικό στάδιο διεξήχθη υπό την αποκλειστική εποπτεία της EPSO πάσχει ακυρότητα.

(βλ. σκέψεις 199 και 204)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 15 Ιουνίου 2010, F‑35/08, Παχτίτης κατά Επιτροπής, σκέψη 58, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑361/10 P