Language of document : ECLI:EU:F:2011:43

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

της 13ης Απριλίου 2011

Υπόθεση F‑38/10

Ιωάννης Βακάλης

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Σύνταξη – Μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα των υπαλλήλων της Ένωσης συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κτηθέντων στην Ελλάδα – Υπολογισμός του προσμετρώμενου συντάξιμου χρόνου – Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας των γενικών διατάξεων εκτελέσεως των άρθρων 11 και 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ – Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως – Αρχή της ουδετερότητας του ευρώ»

Αντικείμενο: Προσφυγή, ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο εφαρμόζεται στη Συνθήκη ΕΚΑΕ δυνάμει του άρθρου 106α αυτής, με την οποία ο Ι. Βακάλης ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 19ης Αυγούστου 2009, περί υπολογισμού του προσμετρώμενου στα έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Ένωση χρόνου ο οποίος προκύπτει από τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που ο προσφεύγων απέκτησε προ της αναλήψεως υπηρεσίας στην Επιτροπή, καθώς και της αποφάσεως της 22ας Φεβρουαρίου 2010 περί απορρίψεως της προηγηθείσας διοικητικής ενστάσεώς του.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται ως εν μέρει απαράδεκτη και εν μέρει αβάσιμη. Η Επιτροπή φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, το ήμισυ των δικαστικών εξόδων του προσφεύγοντος. Ο προσφεύγων φέρει το ήμισυ των δικαστικών του εξόδων.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Λόγος ακυρώσεως αντλούμενος από παραβίαση των ορίων του πεδίου εφαρμογής του νόμου – Αυτεπάγγελτη εξέταση

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 77)

2.      Υπάλληλοι – Συντάξεις – Συνταξιοδοτικά δικαιώματα κτηθέντα προ της αναλήψεως υπηρεσίας στην Ένωση – Μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης – Μεταβατικές διατάξεις του κανονισμού 723/2004

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα XIII, άρθρο 26 § 1)

3.      Υπάλληλοι – Συντάξεις – Συνταξιοδοτικά δικαιώματα κτηθέντα προ της αναλήψεως υπηρεσίας στην Ένωση – Μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης – Προσμέτρηση συντάξιμου χρόνου

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VIII, άρθρο 11 § 2)

4.      Υπάλληλοι – Συντάξεις – Συνταξιοδοτικά δικαιώματα κτηθέντα προ της αναλήψεως υπηρεσίας στην Ένωση – Μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης – Προσμέτρηση συντάξιμου χρόνου

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VIII, άρθρ  11 § 2· κανονισμός 1103/97 του Συμβουλίου, άρθρο 3)

5.      Υπάλληλοι – Συντάξεις – Συνταξιοδοτικά δικαιώματα κτηθέντα προ της αναλήψεως υπηρεσίας στην Ένωση – Μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης – Προσμέτρηση συντάξιμου χρόνου

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VIII, άρθρο 11 § 2)

6.      Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Κατανομή – Συνεκτίμηση των επιταγών περί επιείκειας – Μερική καταδίκη του νικήσαντος διαδίκου στα δικαστικά έξοδα

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρα 87 § 2 και 88)

1.      Ο δικαστής της Ένωσης έχει την ευχέρεια και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την υποχρέωση να εξετάζει αυτεπαγγέλτως ορισμένους λόγους που σχετίζονται με την εσωτερική νομιμότητα. Τούτο ισχύει στην περίπτωση λόγου δημοσίας τάξεως αντλούμενου από παραβίαση, διά αποφάσεως, των ορίων του πεδίου εφαρμογής του νόμου. Πράγματι, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν θα εκπλήρωνε την αποστολή του ως ελεγκτή της νομιμότητας, εάν παρέλειπε να λάβει υπόψη, ακόμη και ελλείψει σχετικής αμφισβητήσεως εκ μέρους των διαδίκων, ότι η ενώπιόν του προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη βάσει διατάξεως που δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση και αν, συνεπώς, αποφαινόταν επί της ενώπιόν του εκκρεμούς διαφοράς προβαίνοντας το ίδιο σε εφαρμογή της διατάξεως αυτής.

Η αυτεπάγγελτη εξέταση λόγου ακυρώσεως που σχετίζεται με την εσωτερική νομιμότητα δεν θίγει την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως που διέπει την ενώπιον του δικαστή διαδικασία ούτε την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 77 του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δύναται αυτεπαγγέλτως, υπό τον όρον προηγούμενης ακροάσεως των διαδίκων, να αποφανθεί υπέρ του απαραδέκτου για λόγους δημοσίας τάξεως. Πάντως, εφόσον η προϋπόθεση αυτή θεωρείται ικανό εχέγγυο τηρήσεως των αρχών της εκατέρωθεν ακροάσεως και του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας στην περίπτωση της αυτεπάγγελτης αποφάνσεως επί του απαραδέκτου για λόγους δημοσίας τάξεως, ουδείς λόγος συντρέχει να μη γίνει δεκτό ότι το αυτό ισχύει στην περίπτωση της αυτεπάγγελτης εξετάσεως λόγου δημοσίας τάξεως, ανεξαρτήτως αν αυτός αφορά την εσωτερική ή την εξωτερική νομιμότητα.

(βλ. σκέψεις 28, 29, 38 και 39)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 15 Ιουλίου 1994, T‑576/93 έως T‑582/93, Browet κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 35

ΔΔΔΕΕ: 21 Φεβρουαρίου 2008, F‑31/07, Putterie-De-Beukelaer κατά Επιτροπής, η οποία επιβεβαιώθηκε ως προς το σημείο αυτό από το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφαση της 8ης Ιουλίου 2010, T‑160/08 P, Επιτροπή κατά Putterie-De-Beukelaer

2.      Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 26, παράγραφος 1, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 723/2004, για την τροποποίηση του [κ]ανονισμού [υ]πηρεσιακής [κ]ατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 11 των εκδοθεισών από την Επιτροπή γενικών διατάξεων εκτελέσεως των άρθρων 11 και 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ πρέπει να ερμηνευθούν ως αφορώσες αποκλειστικώς τις αιτήσεις μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που υποβάλλονται από μονίμους υπαλλήλους.

Οι διατάξεις αυτές σκοπούν στην προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων, συμφώνως προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Κεκτημένο δικαίωμα για μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων δεν αναγνωρίζεται πάντως στους δοκίμους υπαλλήλους. Το γεγονός ότι το οικείο θεσμικό όργανο δύναται θεμιτώς να προβεί σε πρωτοκόλληση αιτήσεως δοκίμου υπαλλήλου, προκειμένου να μην υποχρεωθεί αυτός να υποβάλει νέα αίτηση μετά τη νομιμοποίησή του, δεν αναιρεί τον πρόωρο χαρακτήρα της αιτήσεως.

(βλ. σκέψεις 42, 44 και 46)

3.      Η μετατροπή του μεταφερόμενου κεφαλαίου σε έτη συντάξιμης υπηρεσίας της Ένωσης απόκειται στις διοικητικές αρχές της Ένωσης. Εντούτοις, το γεγονός ότι απόκειται στο οικείο θεσμικό όργανο και όχι στις εθνικές αρχές να λάβουν ενδεχομένως υπόψη, κατά τον υπολογισμό του προσμετρώμενου συντάξιμου χρόνου, τις διακυμάνσεις των νομισματικών ισοτιμιών δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι η κατάργηση, μέσω των γενικών διατάξεων εκτελέσεως των άρθρων 11 και 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ που έχουν εκδοθεί από την Επιτροπή, του μηχανισμού της μέσης συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι παράνομη.

Συγκεκριμένα, μολονότι κατά τον υπολογισμό του συντάξιμου χρόνου που θα προσμετρηθεί στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης το θεσμικό όργανο οφείλει να λάβει υπόψη τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, διατηρεί εντούτοις ορισμένη ελευθερία ως προς την αξιολόγηση της σκοπιμότητας ενδεχόμενης διορθώσεως των συνεπειών των διακυμάνσεων των νομισματικών ισοτιμιών. Η αρμοδιότητα του θεσμικού οργάνου στο πεδίο αυτό συνεπάγεται απλώς ότι τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης δύνανται να ασκούν έλεγχο επί της δυνατότητας του εν λόγω οργάνου να μην εφαρμόζει πλέον τον μηχανισμό της μέσης συναλλαγματικής ισοτιμίας.

(βλ. σκέψεις 53 και 55 έως 57)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 15 Δεκεμβρίου 1998, T‑233/97, Bang-Hansen κατά Επιτροπής, σκέψη 38· 18 Μαρτίου 2004, T‑67/02, Radauer κατά Συμβουλίου, σκέψεις 28 έως 31

4.      Η κατάργηση, με τις εκδοθείσες από την Επιτροπή γενικές διατάξεις εκτελέσεως των άρθρων 11 και 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, του μηχανισμού της μέσης συναλλαγματικής ισοτιμίας προκειμένου για τον υπολογισμό του προσμετρώμενου συντάξιμου χρόνου στο πλαίσιο της μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της ουδετερότητας του ευρώ και προς το άρθρο 3 του κανονισμού 1103/97, σχετικά με ορισμένες διατάξεις που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ. Η αρχή της ουδετερότητας του ευρώ που καθιερώνεται με τον εν λόγω κανονισμό, εξ ορισμού, δεν επιβάλλει σε θεσμικό όργανο την απαγόρευση τροποποιήσεως της ισχύουσας νομοθεσίας. Η απόφαση περί καταργήσεως του μηχανισμού της μέσης συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι αποτέλεσμα δημοσιονομικών σταθμίσεων και πολιτικής αποφάσεως περί παύσεως εφαρμογής του εν λόγω μηχανισμού, ο οποίος ευνοεί τους υπαλλήλους που έχουν αποκτήσει δικαιώματα σε ορισμένα κράτη μέλη, αλλά δεν αποτελεί συνέπεια της εισαγωγής του ευρώ. Εξάλλου, ο εν λόγω μηχανισμός έχει καταργηθεί, ομοίως, και για τις περιπτώσεις αναγνωρίσεως συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κτηθέντων σε κράτη μέλη που δεν έχουν υιοθετήσει το ευρώ.

(βλ. σκέψεις 64 και 65)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 11 Δεκεμβρίου 2007, F‑117/07, Κολούντζιος κατά Επιτροπής, σκέψεις 32 έως 35

5.      Στο πεδίο της μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει την ευχέρεια να επιφέρει ανά πάσα στιγμή στους κανόνες του ΚΥΚ τις τροποποιήσεις που κρίνει σύμφωνες προς το συμφέρον της υπηρεσίας και να εκδίδει, για το μέλλον, δυσμενέστερες για τους μονίμους υπάλληλους ή το λοιπό προσωπικό διατάξεις, υπό τον όρον, ωστόσο, ότι ορίζεται μεταβατική περίοδος τέτοιας διάρκειας ώστε να αποφεύγεται η αιφνίδια τροποποίηση της μεθόδου εκκαθαρίσεως θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, να διασφαλίζονται τα νομίμως κτηθέντα δικαιώματα των υπαλλήλων ή του λοιπού προσωπικού και να εξασφαλίζεται η όμοια μεταχείριση των προσώπων που θίγονται ειδικώς από τη νέα κανονιστική ρύθμιση. Το αυτό ισχύει για τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις που εκδίδουν τα θεσμικά όργανα, υπό τον όρον ότι αυτές δεν παρεκκλίνουν από διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος.

Στο πεδίο της πολιτικής σε θέματα προσωπικού, ο έλεγχος που ο δικαστής της Ένωσης ασκεί σε σχέση με την τήρηση των αρχών της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων περιορίζεται στην εξακρίβωση της απουσίας αυθαίρετης ή προδήλως απρόσφορης σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό διακρίσεως εκ μέρους του οικείου θεσμικού οργάνου. Ειδικότερα, στο πεδίο της εφαρμογής των μεθόδων μετατροπής των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, η Ένωση διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό των στοιχείων του συστήματος μετατροπής του μεταφερόμενου κεφαλαίου σε έτη συντάξιμης υπηρεσίας της Ένωσης.

(βλ. σκέψεις 70 και 71)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 19 Μαρτίου 1975, 28/74, Gillet κατά Επιτροπής, σκέψεις 5 και 6· 11 Σεπτεμβρίου 2007, C‑227/04 P, Lindorfer κατά Συμβουλίου, σκέψη 78

ΓΔΕΕ: 29 Νοεμβρίου 2006, T‑135/05, Campoli κατά Επιτροπής, σκέψη 85· 20 Νοεμβρίου 2007, T‑308/04, Ianniello κατά Επιτροπής, σκέψη 38

ΔΔΔΕΕ: 11 Δεκεμβρίου 2007, F‑60/07, Martin Bermejo κατά Επιτροπής, σκέψεις 55 και 56· 24 Απριλίου 2008, F‑61/05, Dalmasso κατά Επιτροπής, σκέψη 78· 30 Νοεμβρίου 2009, F‑3/09, Ridolfi κατά Επιτροπής, σκέψεις 53 και 54

6.      Στην περίπτωση κατά την οποία δύο εκ των λόγων απορρίψεως της ενστάσεως που υπέβαλε υπάλληλος ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο, ο δε υπάλληλος θεώρησε ότι ηδύνατο βασίμως να ασκήσει προσφυγή κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, συντρέχουν οι περιστάσεις που δικαιολογούν την καταδίκη του καθού θεσμικού οργάνου στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων του προσφεύγοντος, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 87, παράγραφος 2, και του άρθρου 88 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.

(βλ. σκέψη 81)