Language of document : ECLI:EU:F:2011:31

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (τρίτο τμήμα)

της 31ης Μαρτίου 2011

Υπόθεση F‑10/10

André Hecq

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Κάλυψη ιατρικών δαπανών σε ποσοστό 100 % — Σιωπηρή απορριπτική απόφαση — Απουσία αποφάσεως αναγνωρίζουσας την επαγγελματική αιτία της ασθένειας — Δέσμια αρμοδιότητα της Διοικήσεως — Απόφαση απορρίπτουσα τη διοικητική ένσταση — Απόφαση που δεν είναι αμιγώς επιβεβαιωτική — Απουσία διοικητικής ένστασης — Απαράδεκτο»

Αντικείμενο: Προσφυγή, ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 270 ΣΛΕΕ, που εφαρμόζεται σε υποθέσεις υπαγόμενες στη Συνθήκη ΕΚΑΕ δυνάμει του άρθρου 106α αυτής, με την οποία ο Α. Hecq ζητεί, αφενός, την ακύρωση της σιωπηρής αποφάσεως της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2009, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του της 7ης Δεκεμβρίου 2008 για επιστροφή διαφόρων ιατρικών δαπανών σε ποσοστό 100 % και, αφετέρου, «εφόσον είναι αναγκαίο», την ακύρωση της αποφάσεως της 20ής Οκτωβρίου 2009 με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική του ένσταση.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται ως εν μέρει προδήλως αβάσιμη και εν μέρει προδήλως απαράδεκτη. Ο προσφεύγων φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Βλαπτική πράξη — Σιωπηρή απόρριψη αιτήσεως — Παραδεκτό — Μεταγενέστερη απάντηση της Διοικήσεως πληροφορούσα τον ενδιαφερόμενο ότι η αίτησή του θα εξεταστεί αργότερα — Δεν επηρεάζει τον χαρακτηρισμό πράξεως ως βλαπτικής

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 1)

2.      Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Ασφάλιση κατά ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών — Παροχές — Επιστροφή σε ποσοστό 100 % — Προϋπόθεση

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων, άρθρο 73 § 3)

3.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Βλαπτική πράξη — Απόφαση απορρίπτουσα διοικητική ένσταση — Απλή και καθαρή απόρριψη — Επιβεβαιωτική πράξη — Απαράδεκτο — Εξαίρεση

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

4.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Προηγούμενη διοικητική ένσταση — Ανάκληση της προσβαλλομένης αποφάσεως και έκδοση νέας αποφάσεως

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

1.      Το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ έχει επιτακτικό χαρακτήρα και η εφαρμογή του δεν επαφίεται στη διάθεση των μερών. Η διάταξη αυτή, αποκλείοντας το ενδεχόμενο να μην έχει ο υπάλληλος στη διάθεσή του κάποια βλαπτική πράξη της οποίας να μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα, σκοπεί την προστασία του ενδιαφερομένου από ενδεχόμενη απραξία της Διοίκησης.

Συνεπώς, το γεγονός ότι η Διοίκηση πληροφορεί έναν υπάλληλο, μετά τη σιωπηρή απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεώς του, ότι η εν λόγω αίτησή θα εξεταστεί αργότερα, δεν μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες σχετικά με την ύπαρξη της αποφάσεως αυτής. Κατά συνέπεια, τα αιτήματα που στρέφονται κατά της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως υποβάλλονται παραδεκτώς.

(βλ. σκέψεις 50 έως 52)

2.      H έκδοση αποφάσεως για επιστροφή του 100 % των δαπανηθέντων για ιατρικές παροχές, σύμφωνα με το άρθρο 73, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, προϋποθέτει αναγκαστικά την ύπαρξη αποφάσεως που αναγνωρίζει την επαγγελματική αιτία της ασθένειας για τη θεραπεία της οποίας παρασχέθηκαν οι επίμαχες παροχές, η απόφαση δε αυτή δεν μπορεί να εκδοθεί παρά μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας που προβλέπεται από τις κοινές ρυθμίσεις σχετικά με την κάλυψη των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας των υπαλλήλων της Ένωσης. Με άλλα λόγια, ελλείψει αποφάσεως αναγνωρίζουσας την επαγγελματική αιτία μιας ασθένειας και εκδοθείσας σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν οι κοινές κανονιστικές ρυθμίσεις, η αρμόδια για την εφαρμογή του άρθρου 73, παράγραφος 3, του ΚΥΚ αρχή δεν μπορεί παρά να απορρίψει την αίτηση επιστροφής του 100 % των δαπανηθέντων για παροχές που παρασχέθηκαν για τη θεραπεία της εν λόγω ασθένειας.

(βλ. σκέψη 53)

3.      Ακυρωτικά αιτήματα που τυπικά αφορούν την απόρριψη διοικητικής ενστάσεως δεν έχουν, κατ’ αρχήν, αυτόνομο περιεχόμενο και συνεπάγονται προσβολή ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της βλαπτικής πράξεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση. Πράγματι, η απόφαση περί απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως, είτε ρητή είτε σιωπηρή, όταν είναι σαφής και αμιγής, απλώς βεβαιώνει την πράξη ή την παράλειψη κατά της οποίας βάλλει ο ενιστάμενος και δεν συνιστά, μεμονωμένως λαμβανομένη, πράξη δυνάμενη να προσβληθεί.

Δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως βλαπτική μια αμιγώς επιβεβαιωτική πράξη, όπως είναι η πράξη η οποία δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με προγενέστερη βλαπτική πράξη την οποία, επομένως, δεν αντικαθιστά.

Εντούτοις, μια ρητή απόφαση περί απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως μπορεί, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της, να μην έχει χαρακτήρα αμιγώς επιβεβαιωτικό της πράξεως που προσβάλλεται με τη διοικητική ένσταση. Αυτό συμβαίνει όταν η απόφαση περί απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως περιέχει επανεξέταση της καταστάσεως του προσφεύγοντος βάσει νέων νομικών και πραγματικών στοιχείων ή όταν τροποποιεί ή συμπληρώνει την αρχική απόφαση. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόρριψη της ενστάσεως συνιστά πράξη υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο, η οποία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της προσβαλλομένης πράξεως, και μπορεί μάλιστα να θεωρηθεί ως βλαπτική πράξη η οποία αντικαθιστά την προσβαλλόμενη πράξη. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι αναγκαίο ο ενιστάμενος να υποβάλει νέα διοικητική ένσταση κατά της τροποποιηθείσας αποφάσεως που περιλαμβάνεται στην απορριπτική της διοικητικής ενστάσεως απόφαση.

(βλ. σκέψεις 60 έως 63)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 28 Μαΐου 1980, 33/79 και 75/79, Kuhner κατά Επιτροπής, σκέψη 9· 10 Δεκεμβρίου 1980, 23/80, Grasselli κατά Επιτροπής, σκέψη 18· 16 Ιουνίου 1988, 371/87, Προγούλης κατά Επιτροπής, σκέψη 17· 17 Ιανουαρίου 1989, 293/87, Vainker κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 8

ΓΔΕΕ: 27 Ιουνίου 2000, T‑608/97, Plug κατά Επιτροπής, σκέψη 23· 12 Δεκεμβρίου 2002, T‑338/00 και T‑376/00, Morello κατά Επιτροπής, σκέψεις 34 και 35· 2 Μαρτίου 2004, T‑14/03, Di Marzio κατά Επιτροπής, σκέψη 54· 10 Ιουνίου 2004, T‑258/01, Eveillard κατά Επιτροπής, σκέψεις 30 έως 32· 14 Οκτωβρίου 2004, T‑389/02, Sandini κατά Δικαστηρίου, σκέψη 49· 7 Ιουνίου 2005, T‑375/02, Cavallaro κατά Επιτροπής, σκέψεις 63 έως 66

ΔΔΔΕΕ: 9 Σεπτεμβρίου 2008, F‑18/08, Ritto κατά Επιτροπής, σκέψη 17· 10 Νοεμβρίου 2009, F‑93/08, N κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 41

4.      Αν το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε παραδεκτά αιτήματα στρεφόμενα απευθείας κατά της πρώτης αποφάσεως της Διοικήσεως, χωρίς να έχει προηγηθεί διοικητική ένσταση, θα υπονομευόταν ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας. Πράγματι, μια διαδικασία που διεξάγεται με τον τρόπο αυτό δεν παρέχει στη Διοίκηση τη δυνατότητα να επανεξετάσει την απόφασή της σχετικά με το αίτημα του υπαλλήλου και, ενδεχομένως, να αναθεωρήσει την εν λόγω απόφαση, όπως απαιτεί ο σκοπός της προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασίας.

Εφόσον, κατόπιν υποβολής διοικητικής ενστάσεως κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, η Διοίκηση αποσύρει την προσβαλλόμενη απόφαση και την αντικαταστήσει με νέα απόφαση, η αρχικώς προσβληθείσα πράξη εξαφανίζεται αναδρομικά από την έννομη τάξη και ο ενιστάμενος, εφόσον θεωρεί ότι η νέα απόφαση δεν τον ικανοποιεί πλήρως, πρέπει να υποβάλει ως προς αυτήν νέα διοικητική ένσταση, προτού προσβάλει την εν λόγω απόφαση ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.

(βλ. σκέψεις 73 και 76)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 1 Ιουλίου 2010, F‑45/07, Mandt κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 111 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 7 Ιουλίου 2010, F‑116/07, F‑13/08 και F‑31/08, Tomas κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 63 έως 66