Language of document : ECLI:EU:F:2011:56

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

της 12ης Μαΐου 2011

Υπόθεση F‑66/10

AQ

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Έκθεση αξιολογήσεως – Περίοδος αξιολογήσεως 2009 – Βαθμός του αξιολογητή ο οποίος είναι κατώτερος απότον βαθμό του κατόχου της θέσεως – Αξιολόγηση της αποδόσεως ως προς μέρος του διαστήματος αναφοράς – Παράλειψη καθορισμού στόχων στον κάτοχοτης θέσεως»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή, ασκηθείσα βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο εφαρμόζεται στη Συνθήκη ΕΑ δυνάμει του άρθρου 106α αυτής, με την οποία ο AQ ζητεί, αφενός, την ακύρωση της εκθέσεώς του εξελίξεως σταδιοδρομίας για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου 2008, της αποφάσεως με την οποία του απονεμήθηκαν δύο μόρια προαγωγής για την περίοδο προαγωγών 2009 και της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ), της 12ης Μαΐου 2010, περί απορρίψεως της ενστάσεώς του κατά της εν λόγω εκθέσεως και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του καταβάλει το ποσό των 25 000 ευρώ ως αποκατάσταση της ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που εκτιμά ότι υπέστη λόγω των ανωτέρω αποφάσεων.

Απόφαση:      Η έκθεση αξιολογήσεως του προσφεύγοντος-ενάγοντος για την περίοδο αξιολογήσεως και προαγωγών 2009 καθώς και η απόφαση με την οποία του απονεμήθηκαν δύο μόρια προαγωγής για την ως άνω περίοδο ακυρώνονται. Η Επιτροπή υποχρεούται να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ποσό των 2 000 ευρώ. Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Η Επιτροπή φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Έκθεση αξιολογήσεως – Κατάρτιση – Βαθμός του αξιολογητή ο οποίος είναι κατώτερος από τον βαθμό του κατόχου της θέσεως – Επιτρέπεται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)

2.      Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Έκθεση αξιολογήσεως – Κατάρτιση – Αξιολογητής ασκών τα καθήκοντά του στο πλαίσιο αναπληρώσεως – Επιτρέπεται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)

3.      Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Έκθεση αξιολογήσεως – Κατάρτιση – Υπάλληλος ο οποίος άλλαξε υπηρεσία κατά την περίοδο αξιολογήσεως

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)

4.      Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Έκθεση αξιολογήσεως – Υποχρέωση καθορισμού στόχων προς επίτευξη

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)

5.      Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Έκθεση αξιολογήσεως – Καθορισμός στόχων προς επίτευξη – Έννοια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)

6.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αγωγή αποζημιώσεως – Ακύρωση της προσβαλλoμένης πράξεως μη διασφαλίζουσα την προσήκουσα ικανοποίηση της ηθικής βλάβης

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 43 και 91)

1.       Δεν προκύπτει από διάταξη του ΚΥΚ ή από αρχή του δικαίου της δημόσιας διοίκησης της Ένωσης ότι υπάλληλος δύναται να αξιολογηθεί μόνον από υπάλληλο ανώτερου βαθμού. Αντιθέτως, ο ΚΥΚ δεν προβλέπει σαφή αντιστοιχία μεταξύ συγκεκριμένων καθηκόντων και συγκεκριμένου βαθμού.

Εξάλλου, το γεγονός ότι ο αξιολογητής είχε κατώτερο βαθμό από τον αξιολογούμενο δεν συνιστά κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων. Συγκεκριμένα, εφόσον ο αξιολογούμενος υπάλληλος και ο αξιολογητής του δεν είναι υποψήφιοι προς προαγωγή στον ίδιο βαθμό και, επομένως, δεν βρίσκονται συναφώς σε ανταγωνισμό, ο αξιολογητής, εν πάση περιπτώσει, δεν έχει κίνητρο να υποβαθμίσει τα προσόντα του αξιολογούμενου υπαλλήλου, εφόσον οι πιθανότητες προαγωγής του αξιολογητή στον ανώτερο βαθμό δεν συνδέονται άμεσα με την αξιολόγηση της επαγγελματικής αξίας του αξιολογούμενου υπαλλήλου.

(βλ. σκέψεις 45 και 46)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 8 Ιουλίου 2008, T‑56/07 P, Επιτροπή κατά Οικονομίδη, σκέψεις 59 και 60· 18 Ιουνίου 2009, T‑572/08 P, Επιτροπή κατά Traoré, σκέψη 41

ΔΔΔΕΕ: 5 Μαΐου 2010, F‑53/08, Bouillez κ.λπ. κατά Συμβουλίου, σκέψη 80

2.      Αντίκειται προς τις απαιτήσεις της συνέχειας της υπηρεσίας και της χρηστής διοικήσεως η αδυναμία προϊσταμένου να ασκήσει καθήκοντα αξιολογητή για τον λόγο και μόνον ότι ασκεί τα καθήκοντά του στο πλαίσιο αναπληρώσεως.

(βλ. σκέψη 50)

3.      Η πρώτιστη λειτουργία της εκθέσεως αξιολογήσεως συνίσταται στην παροχή όσο το δυνατόν πληρέστερης περιοδικής πληροφορήσεως στη Διοίκηση, αφορώσας την εκ μέρους των υπαλλήλων της εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Κατ’ αρχήν, η έκθεση αξιολογήσεως δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία αυτή κατά πραγματικά πλήρη τρόπο, αν τα άτομα υπό την εξουσία τον οποίων εκπλήρωσε τα καθήκοντά του ο οικείος υπάλληλος κατά την περίοδο βαθμολογήσεως δεν γνωμοδοτήσουν προηγουμένως και δεν έχουν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους επί της εκθέσεως αυτής. Επομένως, η μη γνωμοδότηση ενός ιεραρχικώς προϊσταμένου στο πλαίσιο της καταρτίσεως εκθέσεως αξιολογήσεως υπαλλήλου συνιστά ουσιώδη πλημμέλεια που είναι δυνατό να θίξει το κύρος της εκθέσεως βαθμολογίας.

Περαιτέρω, εάν η έκθεση αξιολογήσεως πρέπει να αφορά το σύνολο της περιόδου αναφοράς, το γεγονός ότι ο αξιολογητής υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη, περιορίζοντας την εκτίμηση της επιδόσεως του υπαλλήλου σε μέρος της περιόδου αξιολογήσεως, δύναται να επιφέρει ακύρωση της εκθέσεως εξελίξεως της σταδιοδρομίας μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το σφάλμα δεν διορθώθηκε από τον επικυρωτή ή από τον δευτεροβάθμιο αξιολογητή των οποίων η κρίση παραμένει ανεξάρτητη.

(βλ. σκέψεις 59 και 61)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 24 Ιανουαρίου 1991, T‑63/89, Latham κατά Επιτροπής, σκέψη 27· 5 Νοεμβρίου 2003, T‑326/01, Lebedef κατά Επιτροπής, σκέψη 61· 25 Οκτωβρίου 2005, T‑43/04, Fardoom και Reinard κατά Επιτροπής, σκέψη 90

ΔΔΔΕΕ: 25 Απριλίου 2007, F‑71/06, Lebedef-Caponi κατά Επιτροπής, σκέψη 48· 13 Δεκεμβρίου 2007, F‑28/06, Sequeira Wandschneider κατά Επιτροπής, σκέψεις 43 και 49

4.      Η μη τήρηση των κανόνων που επιτάσσουν τον καθορισμό στόχων σε υπάλληλο στην έναρξη κάθε περιόδου αξιολογήσεως έχει ουσιαστικό χαρακτήρα και δικαιολογεί την ακύρωση της επίδικης εκθέσεως αξιολογήσεως.

Συγκεκριμένα, ο καθορισμός στόχων συνιστά στοιχείο αναφοράς για την αξιολόγηση της παροχής υπηρεσιών του υπαλλήλου και την κατάρτιση της εκθέσεως αξιολογήσεως. Επιπροσθέτως, οι στόχοι αυτοί θα πρέπει a fortiori να προσδιορίζονται στον υπάλληλο στον οποίο ανατίθενται νέα καθήκοντα σε άλλη μονάδα, στην οποία πρέπει να προσαρμοστεί το συντομότερο δυνατόν. Κατά συνέπεια, το θεσμικό όργανο υποχρεούται να καθορίζει τυπικώς στόχους στον υπάλληλο κατά την αλλαγή της υπηρεσίας του, στο πλαίσιο διαλόγου με τον αξιολογητή του.

(βλ. σκέψεις 68, 84 και 85)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 30 Σεπτεμβρίου 2009, T‑193/08 P, Skareby κατά Επιτροπής, σκέψεις 71 έως 75

ΔΔΔΕΕ: 13 Δεκεμβρίου 2007, F‑42/06, Sundholm κατά Επιτροπής, σκέψεις 39 έως 41· 10 Νοεμβρίου 2009, F‑71/08, N κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 54 έως 60

5.      Το δελτίο περιγραφής καθηκόντων μιας θέσεως εργασίας δεν μπορεί, καθεαυτό, να θεωρηθεί ως έγγραφο καθορίζον τους στόχους υπαλλήλου για τους σκοπούς της αξιολογήσεώς του, εφόσον οι δύο αυτές κατηγορίες εγγράφων έχουν διαφορετικά αντικείμενα και χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ο υπάλληλος έχει γνώση των καθηκόντων που του ανατίθενται ουδόλως συνεπάγεται ότι καθορίστηκαν προσηκόντως οι σχετικοί με τα καθήκοντα αυτά στόχοι.

Ομοίως, η επικαιροποίηση των στόχων υπαλλήλου στο σύστημα πληροφορικής της διαχειρίσεως προσωπικού δεν σημαίνει τυπικό καθορισμό στόχων, εφόσον η εν λόγω εγγραφή στο σύστημα πληροφορικής δεν δύναται να υποκαθιστά τον τυπικό διάλογο μεταξύ του αξιολογητή και του κατόχου της θέσεως.

Τέλος, από την αυτοαξιολόγηση του υπαλλήλου δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω υπάλληλος έχει επίγνωση των καθηκόντων και στόχων που του ανατίθενται. Συγκεκριμένα, η ευθύνη του καθορισμού στόχων ανήκει στον αξιολογητή και πρέπει, για τους σκοπούς της αντικειμενικότητας της αξιολογήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των υπαλλήλων, να διασφαλιστεί διαχωρισμός μεταξύ των καθηκόντων του αξιολογητή και αυτών του αξιολογουμένου.

(βλ. σκέψεις 88 έως 90)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 28 Νοεμβρίου 2007, T‑214/05, Βουνάκης κατά Επιτροπής, σκέψη 43· Skareby κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 83

ΔΔΔΕΕ: N κατά Κοινοβουλίου, προαναφερθείσα, σκέψη 57

6.      Η ακύρωση πράξεως της Διοικήσεως προσβαλλομένης από υπάλληλο συνιστά αφ’ εαυτής πρόσφορη και, κατ’ αρχήν, επαρκή αποκατάσταση της όποιας ηθικής βλάβης έχει αυτός υποστεί.

Ωστόσο, δεν πρόκειται περί αυτού όσον αφορά παρανομία σχετικά με τον μη τυπικό καθορισμό στόχων για τους σκοπούς της αξιολογήσεως του υπαλλήλου, η οποία δεν δύναται ευκόλως να αποκατασταθεί. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της εκτελέσεως δεδικασμένου, είναι αδύνατο να τεθούν αναδρομικώς στόχοι σε υπάλληλο και είναι δύσκολο να διασφαλιστεί ότι η παροχή υπηρεσιών του ενδιαφερομένου θα αξιολογηθεί ως εάν είχε πραγματοποιηθεί ενώπιον ab initio καθορισθέντων στόχων. Επομένως, και ανεξαρτήτως του επιπέδου επιδόσεως που καθορίζεται με τη νέα έκθεση αξιολογήσεως την οποία πρέπει να καταρτίσει το θεσμικό όργανο, εξακολουθεί να υφίσταται αμφιβολία ως προς τις επιδόσεις τις οποίες θα μπορούσε να είχε επιδείξει ο υπάλληλος αν είχαν καθοριστεί εκ των προτέρων στόχοι. Ωστόσο, η αμφιβολία αυτή συνιστά ηθική βλάβη.

(βλ. σκέψεις 103 και 110)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 26 Ιανουαρίου 1995, T‑60/94, Pierrat κατά Δικαστηρίου, σκέψη 62· 21 Ιανουαρίου 2004, T‑328/01, Robinson κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 79

ΔΔΔΕΕ: Sundholm κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 44