Language of document : ECLI:EU:F:2011:72

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

της 7ης Ιουνίου 2011

Υπόθεση F‑64/10

Ανδρέας Μαντζουράτος

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Προαγωγή – Περίοδος προαγωγών 2009 – Απόφαση περί μη προαγωγής – Παραδεκτό ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας – Συγκριτική εξέταση των προσόντων – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως»

Αντικείμενο:      Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ δυνάμει του άρθρου της 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο Α. Μαντζουράτος ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περί μη προαγωγής του στον βαθμό AD 13 κατά την περίοδο προαγωγών 2009 και των αποφάσεων περί προαγωγής στον βαθμό αυτό υπαλλήλων που διαθέτουν λιγότερα μόρια αξιολογήσεως από τον προσφεύγοντα κατά την ίδια περίοδο προαγωγών.

Απόφαση:      Η προσφυγή απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Έννομο συμφέρον – Προσφυγή κατά αποφάσεως περί προαγωγής άλλου υπαλλήλου – Παραδεκτό

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)

2.      Διαδικασία – Εισαγωγικό δικόγραφο – Τυπικά στοιχεία

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 35 § 1, στοιχείο ε΄)

3.      Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Ταυτότητα αντικειμένου διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

4.      Υπάλληλοι – Βλαπτική απόφαση – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Δυνατότητα αιτιολογήσεως αποφάσεως περί μη προαγωγής κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο – Συνέπειες

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 25, εδ. 2, και 90 § 2)

5.      Υπάλληλοι – Προαγωγή – Συγκριτική εξέταση των προσόντων

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)

6.      Διαδικασία – Προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας – Λόγος στηριζόμενος σε στοιχεία που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της δίκης

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 43 § 1)

7.      Υπάλληλοι – Προαγωγή – Συγκριτική εξέταση των προσόντων

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)

8.      Υπάλληλοι – Προαγωγή – Συγκριτική εξέταση των προσόντων

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)

9.      Υπάλληλοι – Προαγωγή – Προϋποθέσεις – Υπάλληλοι που έχουν συμπληρώσει το όριο αναφοράς – Δικαίωμα αυτόματης προαγωγής – Δεν υφίσταται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)

10.    Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Αίτημα κατανομής των δικαστικών εξόδων κατά νόμον

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 87 § 1)

1.      Oι υπάλληλοι που μπορούν να προαχθούν σε ορισμένο βαθμό έχουν, κατ’ αρχήν, ατομικό έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής κατά των αποφάσεων προαγωγής άλλων υπαλλήλων στον βαθμό αυτό.

(βλ. σκέψη 15)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 5 Μαΐου 2010, F‑53/08, Bouillez κ.λπ. κατά Συμβουλίου, σκέψη 80

2.      Μολονότι ο δικαστής της Ένωσης δεν μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο ο οποίος δεν έχει προβληθεί από τους διαδίκους, εκτός αν πρόκειται για λόγο δημοσίας τάξεως, οφείλει εντούτοις να ερμηνεύσει τους προβαλλόμενους από προσφεύγοντα λόγους βάσει της ουσίας τους και όχι βάσει του νομικού χαρακτηρισμού τους, υπό τον όρο όμως ότι οι εν λόγω λόγοι συνάγονται από το δικόγραφο της προσφυγής με αρκετή σαφήνεια. Ανεξάρτητα όμως από κάθε ζήτημα ορολογίας, οι λόγοι πρέπει να είναι αρκούντως σαφείς και ακριβείς ώστε να καθίσταται δυνατό στον καθού να προετοιμάσει την άμυνά του και στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να αποφανθεί επί της προσφυγής, ενδεχομένως χωρίς να χρειαστεί άλλες πληροφορίες.

(βλ. σκέψη 16)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 15 Δεκεμβρίου 1961, 19/60, 21/60, 2/61 και 3/61, Fives Lille Cail κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής· 13 Δεκεμβρίου 2005, C‑78/03 P, Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum, σκέψη 45

ΓΔΕΕ: 24 Φεβρουαρίου 2000, T‑145/98, ADT Projekt κατά Επιτροπής, σκέψη 66

ΔΔΔΕΕ: 26 Μαρτίου 2010, T‑577/08, Proges κατά Επιτροπής, σκέψη 21

3.      Όσον αφορά τις ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητας, ακόμη και όταν αφορούν άλλη νομική αιτία από αυτή της διοικητικής ενστάσεως, το απαράδεκτο της προβολής τους λόγω μη τηρήσεως του κανόνα της ταυτότητας του αντικειμένου θα διαρρήγνυε την ισορροπία μεταξύ της διαφυλάξεως των δικονομικών δικαιωμάτων του υπαλλήλου και του σκοπού της προ της ασκήσεως της προσφυγής διοικητικής διαδικασίας και θα συνιστούσε δυσανάλογη και αδικαιολόγητη κύρωση εις βάρος του υπαλλήλου. Πράγματι, λόγω της εγγενώς νομικής φύσεως της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας, καθώς και της συλλογιστικής που παρωθεί τον ενδιαφερόμενο να αναζητήσει και να προβάλει μια τέτοια ένσταση, δεν μπορεί να απαιτείται από τον υπάλληλο ή το μέλος του λοιπού προσωπικού που ασκεί τη διοικητική ένσταση, και που δεν διαθέτει κατ’ ανάγκην τις εξειδικευμένες νομικές γνώσεις, να διατυπώνει τέτοια ένσταση κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο, και δη επί ποινή απαραδέκτου στη συνέχεια. Τούτο δε κατά μείζονα λόγο αφού η προβολή της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας κατά το προ της προσφυγής στάδιο πολύ σπάνια μπορεί να οδηγήσει στη δικαίωση του ασκήσαντος τη διοικητική ένσταση κατά το στάδιο αυτό, διότι είναι απίθανο η Διοίκηση να επιλέξει να μην εφαρμόσει ισχύουσα διάταξη, η οποία ενδεχομένως παραβιάζει κάποιον κανόνα υπέρτερης τυπικής ισχύος, με μόνο σκοπό να καταστεί δυνατή η εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς.

Εντούτοις, δεν είναι δυνατή η επίκληση ελλείψεως νομιμότητας αποφάσεων γενικής ισχύος παρά μόνο εφόσον υφίσταται άμεσος νομικός δεσμός μεταξύ της προσβαλλομένης πράξεως και των εν λόγω αποφάσεων γενικής ισχύος. Η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας καθιστά δυνατή την αμφισβήτηση, παρεμπτιπτόντως, μόνο του κύρους κανονιστικών πράξεων που αποτελούν τη νομική βάση της πράξεως της οποίας την ακύρωση ζητεί ο προσφεύγων.

Προκειμένου να κριθεί αν η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας την οποία προέβαλε ο προσφεύγων είναι παραδεκτή, πρέπει να διαπιστωθεί ποια είναι η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η προσβαλλόμενη πράξη. Συναφώς, η ύπαρξη άμεσου νομικού δεσμού μεταξύ της προσβαλλομένης ατομικής πράξεως και της επίμαχης πράξεως γενικής ισχύος μπορεί να συναχθεί από τη διαπίστωση ότι η προσβαλλομενη πράξη στηρίζεται κατ’ ουσίαν σε διάταξη της πράξεως της οποίας η νομιμότητα αμφισβητείται, ακόμα και αν η πράξη αυτή δεν αποτελεί τυπικά τη νομική της βάση. Στην περίπτωση που, με την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απορρίπτει, ως προς την ουσία τους, το σύνολο των επιχειρημάτων που έχει προβάλει ο προσφεύγων προς στήριξη ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας μιας πράξεως, η εν λόγω πράξη αποτελεί κανονικά τη νομική βάση της επίμαχης αποφάσεως.

(βλ. σκέψεις 22, 25 και 26)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 6 Μαρτίου 1979, 92/78, Simmenthal κατά Επιτροπής, σκέψη 36

ΓΔΕΕ: 26 Οκτωβρίου 1993, T‑6/92 και T‑52/92, Reinarz κατά Επιτροπής, σκέψεις 56 και 57· 22 Απριλίου 2004, T‑343/02, Schintgen κατά Επιτροπής, σκέψη 25· 20 Νοεμβρίου 2007, T‑308/04, Ianniello κατά Επιτροπής, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

ΔΔΔΕΕ: 1 Ιουλίου 2010, F‑45/07, Mandt κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 121

4.      Η Διοίκηση έχει τη δυνατότητα να αιτιολογεί την απόφαση περί μη προαγωγής κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο. Εντούτοις, όταν η Διοίκηση κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, στερεί τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους από τη δυνατότητα να υποβάλουν διοικητική ένσταση έχοντας λάβει γνώση της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και, ως εκ τούτου, να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους αναλόγως. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που υπάλληλος έλαβε γνώση της αιτιολογίας αποφάσεως μόνο κατά το στάδιο της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, δεν μπορεί να του αντιταχθεί η τήρηση της αρχής της ταυτότητας του αντικειμένου μεταξύ της διοικητικής του ενστάσεως και της προσφυγής.

(βλ. σκέψη 23)

Παραπομπή·

ΔΔΔΕΕ: 29 Σεπτεμβρίου 2009, F‑125/07, Hau κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 24

5.      Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα μόρια αξιολογήσεως, με την περιορισμένη εξαίρεση των μορίων που είναι στη διάθεση του γενικού γραμματέα, δεν απονέμονται κατόπιν συγκριτικής εξετάσεως όλων των προαγώγιμων υπαλλήλων ενός βαθμού. Κατά συνέπεια, η Διοίκηση δεν μπορεί να προβεί στην προαγωγή υπαλλήλου στηριζόμενη αποκλειστικά στην απονομή αυτών των μορίων αξιολογήσεως. Εντούτοις, η απονομή των τριών μορίων αξιολογήσεως, κατ’ εφαρμογή του σημείου I.3.1 της αποφάσεως του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 6ης Ιουλίου 2005, όπως ισχύει, σχετικά με την πολιτική προαγωγών και προγραμματισμού της σταδιοδρομίας, μετά την ολοκλήρωση της ετήσιας αξιολογήσεως υπαλλήλου, μπορεί να αποτελεί σημαντική ένδειξη κατά τη μεταγενέστερη συγκριτική αξιολόγηση των υπαλλήλων ιδίου βαθμού προκειμένου να προαχθούν, κατά το άρθρο 45 του ΚΥΚ.

Το κριτήριο των συστάσεων των γενικών διευθύνσεων, το οποίο καθιστά δυνατή τη διάκριση μεταξύ ορισμένων υποψηφίων οι οποίοι, μεταξύ άλλων, έχουν λάβει τον ίδιο αριθμό μορίων αξιολογήσεως, δεν είναι αντίθετο στο άρθρο 45 του ΚΥΚ, εφόσον η κατάταξη των προαγώγιμων υπαλλήλων από τις γενικές διευθύνσεις στηρίζεται στα επαγγελματικά προσόντα των υπαλλήλων αυτών. Εξάλλου, ούτε το κριτήριο το οποίο αντλείται από την εκπλήρωση καθηκόντων καίριας σημασίας είναι αντίθετο στο άρθρο 45 του ΚΥΚ, δεδομένου ότι με αυτό ανταμείβεται η αυξημένη απόδοση υπαλλήλου στον οποίο έχουν ανατεθεί σημαντικά και δύσκολα καθήκοντα.

Το κριτήριο του επιπέδου των ασκούμενων καθηκόντων δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στον αριθμό των υφισταμένων που διευθύνει ένας υπάλληλος ή, γενικότερα, στη σημασία των ασκούμενων διευθυντικών καθηκόντων.

Εντούτοις, η άσκηση των καθηκόντων του προϊσταμένου μονάδας, καίτοι δεν μπορεί να αποτελεί μοναδικό κριτήριο εκτιμήσεως του επιπέδου των ασκούμενων από τους προαγώγιμους υπαλλήλους καθηκόντων, εντούτοις αποτελεί πρόσφορο κριτήριο κατά τη συγκριτική ανάλυση στην οποία πρέπει να προβεί ως προς το σημείο αυτό η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.

(βλ. σκέψεις 45, 52, 54 και 55)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 16 Δεκεμβρίου 2010, T‑175/09 P, Συμβούλιο κατά Stols, σκέψη 48

6.      Κατά το άρθρο 43, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης απαγορεύεται μετά την πρώτη ανταλλαγή υπομνημάτων η προβολή νέων ισχυρισμών ή λόγων, εκτός αν στηρίζονται σε στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Το ίδιο ισχύει όταν πρόκειται για αιτίαση προβαλλόμενη προς στήριξη ενός λόγου ακυρώσεως. Επιπλέον, η διάταξη αυτή ουδόλως αποκλείει τη δυνατότητα να προκύψουν νομικά ή πραγματικά στοιχεία επ’ ευκαιρία ενός μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας. Τέλος θα πρέπει να δοθεί συσταλτική ερμηνεία όσον αφορά την αποκλειστική προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, καθόσον θα περιόριζε τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου διαδίκου να προβάλει κάθε στοιχείο αναγκαίο για τη θεμελίωση των αιτημάτων του.

(βλ. σκέψη 48)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 13 Οκτωβρίου 2008, T‑43/07 P, Νεοφύτου κατά Επιτροπής, σκέψεις 75 έως 91 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

7.      Στο πλαίσιο της συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων των υποψηφίων προς προαγωγή, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και ο έλεγχος του δικαστή πρέπει να περιορίζεται στο αν η Διοίκηση, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων βάσει των οποίων διαμόρφωσε την κρίση της, παρέμεινε εντός μη επίμεμπτων ορίων και δεν άσκησε την εξουσία της κατά προδήλως εσφαλμένο τρόπο. Ο δικαστής δεν μπορεί, επομένως, να υποκαταστήσει την εκτίμησή του για τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων στην εκτίμηση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.

(βλ. σκέψη 63)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 15 Σεπτεμβρίου 2005, T‑132/03, Casini κατά Επιτροπής, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

ΓΔΕΕ: Συμβούλιο κατά Stols, προπαρατεθείσα, σκέψη 48

8.      Η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στη Διοίκηση για την εκτίμηση των προσόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο αποφάσεως περί προαγωγής δυνάμει του άρθρου 45 του ΚΥΚ περιορίζεται από την ανάγκη να διενεργείται η συγκριτική εξέταση των υποψηφιοτήτων με επιμέλεια και αμεροληψία, προς το συμφέρον της υπηρεσίας και σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Στην πράξη, η εξέταση αυτή πρέπει να διενεργείται με ίσους όρους και βάσει συγκρίσιμων πηγών πληροφοριών.

Συναφώς, διατηρώντας την πρακτική αποτελεσματικότητα η οποία πρέπει να αναγνωρίζεται στην εξουσία εκτιμήσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, είναι πρόδηλη η πλάνη εκτιμήσεως των προσόντων ενός μη προαχθέντος υπαλλήλου όταν μπορεί να γίνει ευχερώς αντιληπτή και μπορεί να διαπιστωθεί καταφανώς, βάσει των κριτηρίων τα οποία ο νομοθέτης έχει ορίσει να διέπουν τις αποφάσεις προαγωγών.

(βλ. σκέψεις 64 και 65)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: Casini κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

ΔΔΔΕΕ: 24 Μαρτίου 2011, F‑104/09, Canga Fano κατά Συμβουλίου, σκέψεις 29 έως 35

9.      Μολονότι η απόφαση του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 6ης Ιουλίου 2005, όπως ισχύει, σχετικά με την πολιτική προαγωγών και προγραμματισμού της σταδιοδρομίας, προβλέπει όριο αναφοράς εξαρτώμενο από μια μέση διάρκεια εκφραζόμενη σε έτη συμπληρωθέντα σε ορισμένο βαθμό, το άρθρο 45 του ΚΥΚ επιβάλλει η προαγωγή να γίνεται αποκλειστικά κατ’ εκλογήν και, συνεπώς, από το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι ισχύει αρχή κατά την οποία ένας υπάλληλος μπορεί να προαχθεί εφόσον δεν του έχει καταλογιστεί κάτι αρνητικό, ή αρχή σταθερής εξελίξεως της σταδιοδρομίας βάσει της οποίας η Διοίκηση υποχρεούται να προαγάγει αυτομάτως υπάλληλο για τον λόγο και μόνο ότι έχει ορισμένη αρχαιότητα στον βαθμό.

(βλ. σκέψη 70)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 15 Φεβρουαρίου 2011, F‑68/09, Barbin κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 90 και 91

10.    Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Το αίτημα του νικήσαντος διαδίκου να αποφανθεί το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επί των δικαστικών εξόδων κατά νόμον δεν μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμο με αίτημα καταδίκης του ηττηθέντος διαδίκου στα δικαστικά έξοδα.

(βλ. σκέψη 76)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 10 Ιουλίου 2008, F‑141/07, Maniscalco κατά Επιτροπής, σκέψεις 30 έως 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία