Language of document : ECLI:EU:C:2012:541

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

YVES BOT

της 6ης Σεπτεμβρίου 2012 (1)

Υπόθεση C‑175/11

H. I. D.,

B. A.

κατά

Refugee Applications Commissioner,

Refugee Appeals Tribunal,

Minister for Justice, Equality and Law Reform,

Ιρλανδίας,

Attorney General

[αίτηση του High Court (Ιρλανδία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Αίτηση υπηκόου τρίτης χώρας για την απόκτηση του καθεστώτος πρόσφυγα – Εθνική διαδικασία κατά την οποία αιτήσεις εξετάζονται με ταχύρρυθμη ή κατά προτεραιότητα διαδικασία όταν υποβάλλονται από πρόσωπα ανήκοντα σε συγκεκριμένη κατηγορία καθοριζόμενη βάσει ιθαγένειας ή χώρας καταγωγής»





1.        Στην παρούσα υπόθεση, το High Court (Ιρλανδία) υποβάλλει στο Δικαστήριο αίτημα ερμηνείας δύο διατάξεων της οδηγίας 2005/85/EΚ (2) η οποία θεσπίζει το ελάχιστο πλαίσιο για τη διαδικασία χορηγήσεως και ανακλήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα. Η πρώτη των διατάξεων αυτών, το άρθρο 23, παράγραφοι 3 και 4, παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εξετάζουν αιτήσεις ασύλου κάνοντας χρήση κατά προτεραιότητα ή ταχύρρυθμης διαδικασίας. Η δεύτερη, το άρθρο 39, καλεί τα κράτη μέλη να προβλέψουν για τους αιτούντες άσυλο δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου ειδικότερα κατά της αποφάσεως επί της αιτήσεως ασύλου που υπέβαλαν.

2.        Οι εκκαλούντες της κύριας δίκης, Νιγηριανοί υπήκοοι, εκτιμούν ότι οι δύο αυτές διατάξεις απαγορεύουν το σύστημα χορηγήσεως και ανακλήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα που ισχύει στην Ιρλανδία, στο μέτρο που το σύστημα αυτό προβλέπει ότι ο Minister for Justice, Equality and Law Reform μπορεί να αποφασίσει ότι ορισμένες κατηγορίες αιτήσεων ασύλου, καθοριζόμενες βάσει της ιθαγένειας του αιτούντος, πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο κατά προτεραιότητα ή ταχύρρυθμης διαδικασίας. Επιπλέον, φρονούν ότι η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal (Ιρλανδία) δεν διασφαλίζει υπέρ αυτών δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής.

3.        Επομένως, επί των δύο αυτών σημείων ερωτάται το Δικαστήριο από το αιτούν δικαστήριο.

4.        Στις παρούσες προτάσεις θα εκθέσουμε τους λόγους για τους οποίους φρονούμε ότι το άρθρο 23, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 2005/85 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να υπάγει σε κατά προτεραιότητα ή ταχύρρυθμη διαδικασία την εξέταση ορισμένων κατηγοριών αιτήσεων ασύλου καθοριζόμενων βάσει της ιθαγένειας ή της χώρας καταγωγής του αιτούντος.

5.        Στη συνέχεια, θα επισημάνουμε τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή μας, το άρθρο 39 της οδηγίας αυτής και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή κατά της αποφάσεως της αποφαινόμενης αρχής ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal και του High Court.

I –    Το νομικό πλαίσιο

 Α       Το διεθνές δίκαιο

6.        Η σύμβαση σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων, υπογραφείσα στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 (3), τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 και συμπληρώθηκε με το πρωτόκολλο σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων της 31ης Ιανουαρίου 1967, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967.

7.        Το άρθρο 3 της συμβάσεως της Γενεύης ορίζει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη θα εφαρμόζουν τις διατάξεις της συμβάσεως αυτής επί των προσφύγων άνευ διακρίσεως ως προς τη φυλή, τη θρησκεία και τη χώρα της καταγωγής τους.

 Β      Το δίκαιο της Ένωσης

8.        Κύριος σκοπός της οδηγίας 2005/85 είναι η θέσπιση ενός ελάχιστου πλαισίου σχετικά με τις διαδικασίες χορηγήσεως και ανακλήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα (4) προκειμένου να αμβλυνθούν οι υφιστάμενες ανισότητες μεταξύ των διαδικασιών εξετάσεως στα κράτη μέλη.

9.        Αυτό το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου βασίζεται στην πλήρη και συνολική εφαρμογή της Συμβάσεως της Γενεύης (5).

10.      Κατά την όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2005/85, η οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και συνάδει με τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, στον Χάρτη. Εξάλλου, η ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής αναφέρει ότι, όσον αφορά τη μεταχείριση των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, τα κράτη μέλη δεσμεύονται από υποχρεώσεις που υπέχουν από πράξεις διεθνούς δικαίου στις οποίες είναι μέρη και οι οποίες απαγορεύουν τις διακρίσεις.

11.      Η εικοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι, σύμφωνα με βασική αρχή της νομοθεσίας της Ένωσης, οι αποφάσεις επί αιτήσεως ασύλου και περί ανακλήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα πρέπει να επιδέχονται αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Το κατά πόσον η προσφυγή είναι αποτελεσματική, μεταξύ άλλων όσον αφορά την εξέταση των σχετικών γεγονότων, εξαρτάται από τον διοικητικό και δικαστικό μηχανισμό κάθε κράτους μέλους ως σύνολο.

12.      Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2005/85, τα κράτη μέλη οφείλουν να ορίσουν αποφαινόμενη αρχή υπεύθυνη για τη δέουσα εξέταση των αιτήσεων ασύλου. Ως τέτοια αρχή νοείται κάθε οιονεί δικαστική ή διοικητική αρχή κράτους μέλους υπεύθυνη για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου και αρμόδια για τη λήψη αποφάσεων πρωτοβαθμίως επί των αιτήσεων αυτών (6).

13.      Η εξέταση την οποία διεξάγει η αποφαινόμενη αρχή οφείλει να τηρεί ορισμένες βασικές αρχές και θεμελιώδεις εγγυήσεις.

14.      Έτσι, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αποφάσεις της αποφαινόμενης αρχής επί των αιτήσεων ασύλου να λαμβάνονται μετά τη δέουσα εξέταση. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε:

α)      οι αιτήσεις να εξετάζονται και οι αποφάσεις να λαμβάνονται σε ατομική βάση, αντικειμενικά και αμερόληπτα·

β)      να λαμβάνονται συγκεκριμένες και ακριβείς πληροφορίες από διάφορες πηγές, όπως από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, ως προς τη γενική κατάσταση στις χώρες καταγωγής των αιτούντων άσυλο και, όπου χρειάζεται, στις χώρες μέσω των οποίων διήλθαν και να προβλέπεται ότι το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για την εξέταση των αιτήσεων και τη λήψη των αποφάσεων έχει πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες·

γ)      το προσωπικό που εξετάζει αιτήσεις και λαμβάνει αποφάσεις να γνωρίζει τις συναφείς προδιαγραφές που εφαρμόζονται στον τομέα της νομοθεσίας περί ασύλου και προσφύγων.»

15.      Εξάλλου, το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2005/85 ορίζει ότι οι αποφάσεις πρέπει να δίδονται γραπτώς, να αναφέρουν τους πραγματικούς και νομικούς λόγους όταν απορρίπτεται αίτηση, ενώ πρέπει, επίσης, να δίδονται γραπτώς πληροφορίες για τις δυνατότητες προσβολής αρνητικής αποφάσεως.

16.      Ομοίως, πρέπει να παρέχονται σε όλους τους αιτούντες άσυλο ελάχιστες εγγυήσεις, όπως να ενημερώνονται σε γλώσσα την οποία κατανοούν, να τους παρέχονται υπηρεσίες διερμηνέα, να έχουν δυνατότητα να επικοινωνούν με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, να τους κοινοποιείται σε εύλογο χρόνο η απόφαση της αποφαινόμενης αρχής για την αίτηση ασύλου ή ακόμη να ενημερώνονται σχετικά με το αποτέλεσμα της ληφθείσας αποφάσεως (7). Τους παρέχεται, επίσης, η δυνατότητα προσωπικής συνεντεύξεως σχετικά με την αίτησή τους ασύλου με πρόσωπο αρμόδιο, πριν από τη λήψη αποφάσεως από την αποφαινόμενη αρχή (8).

17.      Στο κεφάλαιο III της οδηγίας 2005/85, με τίτλο «Διαδικασίες σε πρώτο βαθμό», το άρθρο 23 αυτής, το οποίο αφορά τη διαδικασία εξετάσεως, ορίζει, στην παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, με την επιφύλαξη κατάλληλης και πλήρους εξετάσεως.

18.      Το άρθρο 23, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να δώσουν προτεραιότητα ή να επιταχύνουν τυχόν εξέταση σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου ΙΙ, μεταξύ άλλων όταν η αίτηση είναι πιθανόν να θεωρηθεί ως βάσιμη ή όταν ο αιτών έχει ειδικές ανάγκες.»

19.      Η δυνατότητα αυτή να δώσουν προτεραιότητα ή να αποφασίσουν να επιταχύνουν τη διαδικασία εξετάσεως παρέχεται στα κράτη μέλη για μια σειρά περιπτώσεων μνημονευόμενων στο άρθρο 23, παράγραφος 4, στοιχεία α΄ έως ιε΄, της εν λόγω οδηγίας, το οποίο ορίζει ότι:

«Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι μια διαδικασία εξέτασης σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις του κεφαλαίου ΙΙ μπορεί να λάβει προτεραιότητα ή να επιταχυνθεί εφόσον:

α)      ο αιτών, κατά την υποβολή της αίτησης και την παρουσίαση των περιστατικών, απλώς έθεσε θέματα τα οποία είναι άνευ ή ελάχιστης σημασίας για την εξέταση του εάν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί ως πρόσφυγας δυνάμει της οδηγίας 2004/83/ΕΚ [(9)], ή

β)      ο αιτών προδήλως δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πρόσφυγας ή ως δικαιούμενος να λάβει το καθεστώς του πρόσφυγα δυνάμει της οδηγίας 2004/83/ΕΚ […], ή

γ)      η αίτηση ασύλου θεωρείται ως αβάσιμη·

i)      διότι ο αιτών προέρχεται από ασφαλή χώρα καταγωγής κατά την έννοια των άρθρων 29, 30 και 31 της οδηγίας, ή

ii)      διότι η χώρα, που δεν είναι κράτος μέλος, θεωρείται ως ασφαλής τρίτη χώρα για τον αιτούντα, με την επιφύλαξη του άρθρου 28, παράγραφος 1, ή

δ)      ο αιτών παραπλάνησε τις αρχές με την παρουσίαση ψευδών πληροφοριών ή εγγράφων ή με την απόκρυψη σχετικών πληροφοριών ή εγγράφων όσον αφορά την ταυτότητα ή/και την εθνικότητά του, που μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την απόφαση, ή

ε)      ο αιτών υπέβαλε άλλη αίτηση ασύλου στην οποία δηλώνει άλλα προσωπικά δεδομένα, ή

στ)      ο αιτών δεν έχει παράσχει πληροφορίες ώστε να αποδειχθεί με εύλογο βαθμό βεβαιότητας η ταυτότητα ή η εθνικότητά του ή είναι πιθανόν ότι έχει καταστρέψει ή πετάξει κακόπιστα έγγραφο ταυτότητας ή ταξιδιωτικό έγγραφο που θα βοηθούσε στον προσδιορισμό της ταυτότητας ή της εθνικότητάς του, ή

ζ)      ο αιτών έχει παρουσιάσει ασυνεπείς, αντιφατικές, απίθανες ή μη τεκμηριωμένες πληροφορίες που καθιστούν σαφώς μη πειστική τη δήλωσή του ότι αποτέλεσε θύμα διώξεων δυνάμει της οδηγίας 2004/83 […], ή

η)      ο αιτών έχει υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση στην οποία δεν επικαλείται κανένα νέο κρίσιμο στοιχείο σχετικά με την προσωπική του κατάσταση ή την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, ή

θ)      ο αιτών χωρίς εύλογη αιτία παρέλειψε να υποβάλει την αίτησή του πρωτύτερα, ενώ μπορούσε να το πράξει, ή

ι)      ο αιτών υποβάλλει την αίτηση μόνο για να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση προγενέστερης ή επικείμενης αποφάσεως που θα οδηγούσε στην απομάκρυνσή του από την επικράτεια, ή

ια)      ο αιτών παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 4, παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2004/83 […] ή στα άρθρα 11, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄ και 20, παράγραφος 1, της παρούσας οδηγίας, ή

ιβ)      ο αιτών εισήλθε παράνομα στο έδαφος του κράτους μέλους ή παρέτεινε παράνομα την παραμονή του σε αυτό και, χωρίς εύλογη αιτία, δεν παρουσιάσθηκε στις αρχές ούτε υπέβαλε αίτηση ασύλου το συντομότερο δυνατόν λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της εισόδου του, ή

ιγ)      ο αιτών συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη του κράτους μέλους, ή έχει απελαθεί διά της βίας για σοβαρούς λόγους δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας τάξης δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, ή

ιδ)       ο αιτών αρνείται να συμμορφωθεί με την υποχρέωση να υποβληθεί σε λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων σύμφωνα με τη [νομοθεσία της Ένωσης] ή/και εθνική νομοθεσία, ή

ιε)      η αίτηση υποβλήθηκε από άγαμο ανήλικο στον οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, αφού η αίτηση των γονέων ή του γονέα που έχουν την ευθύνη του ανηλίκου απορρίφθηκε και δεν επικαλείται νέα κρίσιμα στοιχεία σχετικά με την προσωπική του κατάσταση ή την κατάσταση στη χώρα καταγωγής του.»

20.      Εξάλλου, κατά το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι αιτούντες άσυλο να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου ειδικότερα όσον αφορά τις αποφάσεις επί των αιτήσεών τους ασύλου. Προς τον σκοπό αυτό, οφείλουν να ορίζουν προθεσμίες και να θεσπίζουν τις λοιπές αναγκαίες διατάξεις ώστε ο αιτών να μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του πραγματικής προσφυγής (10). Τα κράτη μέλη μπορούν, επίσης, να ορίζουν προθεσμίες για την εξέταση της αποφάσεως της αποφαινόμενης αρχής από το δικαστήριο (11).

21.      Περαιτέρω, ο νομοθέτης της Ένωσης φρόντισε να δώσει ορισμούς για συγκεκριμένες έννοιες. Έτσι, κατά το άρθρο 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2005/85, «τελεσίδικη απόφαση» είναι κάθε απόφαση που ορίζει κατά πόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας δυνάμει της οδηγίας 2004/83 και η οποία δεν υπόκειται πλέον σε άσκηση ένδικου μέσου στο πλαίσιο του κεφαλαίου V της οδηγίας 2005/85. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο ε΄, της οδηγίας αυτής, αποφαινόμενη αρχή είναι κάθε οιονεί δικαστική ή διοικητική αρχή κράτους μέλους υπεύθυνη για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου και αρμόδια για τη λήψη αποφάσεων πρωτοβαθμίως στις εν λόγω υποθέσεις, με την επιφύλαξη του παραρτήματος Ι της εν λόγω οδηγίας.

22.      Το παράρτημα αυτό προβλέπει ότι, όταν θέσει σε εφαρμογή τις διατάξεις της οδηγίας 2005/85, η Ιρλανδία θα μπορεί να θεωρεί ότι αποφαινόμενη αρχή κατά το άρθρο 2, στοιχείο ε΄, αυτής είναι, όσον αφορά την εξέταση του κατά πόσον πρέπει να αναγνωρισθεί ο αιτών ως πρόσφυγας, το Office of the Refugee Applications Commissioner (γραφείο επιτρόπου για την εξέταση αιτήσεων ασύλου, στο εξής: ORAC). Ομοίως, πάντοτε σύμφωνα με το εν λόγω παράρτημα, στις κατά την ίδια διάταξη αποφάσεις σε πρώτο βαθμό περιλαμβάνονται οι συστάσεις του Refugee Applications Commissioner ως προς το κατά πόσον πρέπει να αναγνωρισθεί ο αιτών ως πρόσφυγας.

 Γ      Το ιρλανδικό δίκαιο

23.      Ο νόμος του 1996 περί προσφύγων (Refugee Act 1996), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του νόμου του 1999 περί μεταναστεύσεως (Immigration Act 1999), με το άρθρο 9 του νόμου του 2000 περί παράνομης μεταναστεύσεως [Illegal Immigrants (Trafficking) Act 2000] και με το άρθρο 7 του νόμου του 2003 περί μεταναστεύσεως (Immigration Act 2003, στο εξής: νόμος του 1996 περί μεταναστών), προβλέπει, μεταξύ άλλων, τους διαδικαστικούς κανόνες για τις αιτήσεις ασύλου.

24.      Από την απόφαση του High Court, της 9ης Φεβρουαρίου 2011 (12), την οποία προσκόμισε το αιτούν δικαστήριο, προκύπτει ότι η διαδικασία εξετάσεως αιτήσεων ασύλου διεξάγεται ως ακολούθως.

25.      Κατά το άρθρο 8 του νόμου του 1996 περί μεταναστών, η αίτηση ασύλου υποβάλλεται ενώπιον του Refugee Applications Commissioner. Το άρθρο 11 του νόμου αυτού ορίζει ότι το εν λόγω μέλος του ORAC πραγματοποιεί συνεντεύξεις με τον αιτούντα και προβαίνει στις αναγκαίες έρευνες και αιτήσεις για την παροχή πληροφοριών. Ακολούθως, συντάσσει έκθεση όπου διατυπώνει θετική ή αρνητική σύσταση όσον αφορά τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα στον οικείο αιτούντα και κοινοποιεί την έκθεση αυτή στον Minister for Justice, Equality and Law Reform (13).

26.      Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, του νόμου του 1996 περί μεταναστών, εφόσον η σύσταση του Refugee Applications Commissioner είναι θετική, ο Minister for Justice, Equality and Law Reform υποχρεούται να χορηγήσει το καθεστώς του πρόσφυγα στον οικείο αιτούντα. Εφόσον συστήνεται η μη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα στον αιτούντα, ο αιτών μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου αυτού, να προσφύγει κατά της συστάσεως του Refugee Applications Commissioner ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal (Ιρλανδία).

27.      Η προσφυγή ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal δύναται να περιλαμβάνει ένα προφορικό στάδιο ενώπιον μέλους αυτού. Κατόπιν της ακροάσεως αυτής, το Refugee Appeals Tribunal επιβεβαιώνει ή όχι τη σύσταση του Refugee Applications Commissioner. Εφόσον δικαιώσει τον αιτούντα άσυλο και κρίνει ότι η σύσταση πρέπει να είναι θετική, ο Minister for Justice, Equality and Law Reform υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου, να χορηγήσει το καθεστώς του πρόσφυγα. Στην αντίθετη περίπτωση, αν το Refugee Appeals Tribunal κρίνει ότι η σύσταση είναι αρνητική, ο Minister for Justice, Equality and Law Reform έχει διακριτική ευχέρεια και αποφασίζει σχετικά με τη χορήγηση ή μη του καθεστώτος αυτού.

28.      Κατά το άρθρο 5 του νόμου του 2000 περί παράνομης μεταναστεύσεως, οι αιτούντες άσυλο μπορούν να αμφισβητήσουν το κύρος των συστάσεων του Refugee Applications Commissioner και των αποφάσεων του Refugee Appeals Tribunal ενώπιον του High Court, με την επιφύλαξη των ειδικών προϋποθέσεων που ισχύουν στις υποθέσεις περί ασύλου. Δυνάμει αυτής ακριβώς της διατάξεως ασκήθηκαν τα ένδικα μέσα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

29.      Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, είναι δυνατή η προσβολή της αποφάσεως του High Court ενώπιον του Supreme Court μόνο αν το ίδιο το High Court εκδώσει απόφαση με την οποία επιτρέπει την προσβολή της αποφάσεώς του (άδεια για την άσκηση αναιρέσεως). Προς τον σκοπό αυτό, το άρθρο 46, παράγραφος 3, του νόμου του 2002 περί δικαστηρίων και δικαστικών λειτουργών (Courts and Courts Officers Act 2002), όπως είχε τροποποιηθεί κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, ορίζει ότι το High Court οφείλει να αποφανθεί επί της άδειας αυτής εντός δίμηνης προθεσμίας από τη διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας. Η προθεσμία αυτή μπορεί, πάντως, να παραταθεί.

30.      Επιβάλλεται, επίσης, η διευκρίνιση ότι το άρθρο 12 του νόμου του 1996 περί μεταναστών ορίζει ότι ο Minister for Justice, Equality and Law Reform μπορεί, όταν κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο ή σκόπιμο, να απευθύνει γραπτές εντολές προς τον Refugee Applications Commissioner και/ή το Refugee Appeals Tribunal ζητώντας από ένα εκ των δύο οργάνων, ή και από τα δύο, να χειριστούν κατά προτεραιότητα ορισμένες κατηγορίες αιτήσεων. Ενδέχεται να πρόκειται για προτεραιότητα, όπως στην παρούσα υπόθεση, ανάλογα με τη χώρα καταγωγής ή συνήθους διαμονής των αιτούντων, ή ακόμη ανάλογα με την οικογενειακή σχέση μεταξύ των αιτούντων ή την ηλικία, ιδίως όταν πρόκειται για ανήλικο.

31.      Συναφώς, στις 11 Δεκεμβρίου 2003, ο Minister for Justice, Equality and Law Reform, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απηύθυνε στον Refugee Applications Commissioner και στο Refugee Appeals Tribunal εντολές για τη χορήγηση προτεραιότητας στις από 15 Δεκεμβρίου 2003 υποβληθείσες από Νιγηριανούς υπηκόους αιτήσεις ασύλου.

32.      Το παράρτημα ΙΙ του νόμου του 1996 περί μεταναστών ορίζει ότι το Refugee Appeals Tribunal απαρτίζεται από έναν πρόεδρο και από τακτικά μέλη τα οποία ο Minister for Justice, Equality and Law Reform, με τη σύμφωνη γνώμη του Minister for Finance, κρίνουν αναγκαία για την ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων του Refugee Appeals Tribunal, έκαστο των οποίων οφείλει να έχει τουλάχιστον πενταετή εμπειρία ως barrister ή ως solicitor προ του διορισμού του. Τα μέλη του Refugee Appeals Tribunal διορίζονται από τον Minister for Justice, Equality and Law Reform. Τα τακτικά μέλη διορίζονται για τριετή θητεία, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζει ο Minister for Justice, Equality and Law Reform όταν προβαίνει στον διορισμό τους, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παραρτήματος αυτού. Ο πρόεδρος του Refugee Appeals Tribunal ασκεί τα καθήκοντά του δυνάμει έγγραφης συμβάσεως υπηρεσιών, η οποία προβλέπει τους όρους που μπορεί να καθορίζει κατά καιρούς ο Minister for Justice, Equality and Law Reform, με τη σύμφωνη γνώμη του Minister for Finance. Τα τακτικά μέλη λαμβάνουν αμοιβή, αποζημιώσεις και επιστροφές δαπανών τις οποίες δύναται να καθορίζει κατά καιρούς ο Minister for Justice, Equality and Law Reform, με τη σύμφωνη γνώμη του Minister for Finance.

33.      Διευκρινίζεται, επίσης, στο εν λόγω παράρτημα, ότι τα τακτικά μέλη του Refugee Appeals Tribunal μπορούν να απαλλαγούν των καθηκόντων τους από τον Minister for Justice, Equality and Law Reform αναφέροντας τη σχετική αιτιολογία.

34.      Τα μέλη του προσωπικού του Refugee Appeals Tribunal είναι υπάλληλοι κατά την έννοια του νόμου του 1956 περί δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου (Civil Service Regulation Act 1956).

II – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης

35.      Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, όπως προκύπτουν από την προπαρατεθείσα απόφαση του High Court, της 9ης Φεβρουαρίου 2011, την οποία προσκόμισε το αιτούν δικαστήριο, έχουν ως εξής.

36.      Η υπόθεση HID αφορά κορασίδα ηλικίας δέκα ετών κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, η οποία αφίχθηκε στην Ιρλανδία με τη μητέρα της το 2008. Και οι δύο είναι νιγηριανής υπηκοότητας. Η μητέρα υπέβαλε, στο όνομα της ανήλικης κόρης της, αίτηση ασύλου ενώπιον του ORAC, λόγω των απειλών εκ μέρους της οικογένειας του πατέρα της για ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων της και θανατώσεώς της. Μία από τις κόρες του ζεύγους είχε ήδη θανατωθεί το 2007 αφού υπέστη τέτοιου είδους επέμβαση.

37.      Ο Refugee Applications Commissioner, σε έκθεση της 15ης Αυγούστου 2008, έκρινε ότι η αίτηση της ανήλικης έπρεπε να απορριφθεί, με το σκεπτικό ότι οι δηλώσεις της μητέρας δεν ήταν ιδιαίτερα αξιόπιστες και ότι η τοπική αστυνομία παρείχε επαρκή προστασία. Η μητέρα του ανήλικου τέκνου στράφηκε κατά της εκθέσεως αυτής ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal. Η συζήτηση της προσφυγής αναβλήθηκε έως την έκδοση της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου στις παρούσες υποθέσεις.

38.      Η υπόθεση BA αφορά, επίσης, Νιγηριανό υπήκοο ο οποίος, τον Αύγουστο του 2008, εισήλθε στο ιρλανδικό έδαφος και υπέβαλε αίτηση ασύλου ενώπιον του ORAC λόγω της κακομεταχειρίσεώς του στη χώρα καταγωγής τους εξαιτίας των σεξουαλικών του προτιμήσεων.

39.      Στην από 25 Αυγούστου 2008 έκθεσή του, ο Refugee Applications Commissioner απέρριψε την αίτηση του εν λόγω υπηκόου, κρίνοντας ότι οι δηλώσεις του δεν ήταν αξιόπιστες. Ο ΒΑ στράφηκε κατά της εκθέσεως αυτής ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal. Με απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2008, το δικαστήριο αυτό απέρριψε την προσφυγή με το σκεπτικό ότι τα στοιχεία που προσκόμισε ο αιτών δεν ήταν αξιόπιστα.

40.      Έκαστος των D και A άσκησαν ένδικα μέσα ενώπιον του High Court για την ακύρωση των εκθέσεων του Refugee Applications Commissioner, αντιστοίχως στις 15 και 25 Αυγούστου 2008, καθώς και των εντολών που απηύθυνε ο Minister for Justice, Equality and Law Reform στις 11 Δεκεμβρίου 2003 για τη χορήγηση προτεραιότητας σε αιτήσεις ασύλου υποβληθείσες από Νιγηριανούς υπηκόους.

41.      Με απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2011, το High Court απέρριψε τα ως άνω ένδικα μέσα και δεν δέχθηκε τα αιτήματα των εκκαλούντων.

42.      Το High Court καλείται τώρα να αποφανθεί επί αιτήματος υποβληθέντος από τους εν λόγω εκκαλούντες για την άσκηση αναιρέσεως ενώπιον του Supreme Court. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου του 2000 περί παράνομης μεταναστεύσεως, η αναίρεση αυτή μπορεί να ασκηθεί μόνον αν το High Court εκδώσει σχετικώς εγκριτική απόφαση και βεβαιώσει ότι η απόφασή του αφορά νομικό ζήτημα το οποίο παρουσιάζει εξαιρετικό γενικό ενδιαφέρον και ότι είναι σκόπιμο, για λόγους γενικού συμφέροντος, να ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως («certificate of leave to appeal»).

III – Τα προδικαστικά ερωτήματα

43.      Διατηρώντας επιφυλάξεις ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2005/85 και κρίνοντας ότι ήταν αναγκαίο να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο ώστε να αποφασίσει αν πρέπει να χορηγηθεί άδεια για την άσκηση αναιρέσεως ενώπιον του Supreme Court, το High Court αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Απαγορεύουν οι διατάξεις της οδηγίας 2005/85 […] ή οι γενικές αρχές του δικαίου της […] Ένωσης σε κράτος μέλος να εκδίδει διοικητικές αποφάσεις με τις οποίες προβλέπεται ότι κατηγορία αιτήσεων ασύλου, οριζόμενη ανάλογα με την ιθαγένεια ή τη χώρα [καταγωγής] του αιτούντος άσυλο, εξετάζεται κατ’ εφαρμογή ταχύρρυθμης ή κατά προτεραιότητα διαδικασίας;

2)      Έχει το άρθρο 39 της οδηγίας 2005/85 […], σε συνδυασμό με την αιτιολογική της σκέψη 27 και το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, την έννοια ότι το εθνικό δίκαιο προβλέπει την μνημονευόμενη στις διατάξεις αυτές αποτελεσματική προσφυγή όταν η αρμοδιότητα επανεξετάσεως ή προσφυγής κατά αποφάσεως σε πρώτο βαθμό επί των αιτήσεων ασύλου ανατίθεται εκ του νόμου [σε δικαστήριο] το οποίο έχει συσταθεί με νόμο και είναι αρμόδιο για την έκδοση δεσμευτικών αποφάσεων σχετικά με αιτήσεις ασύλου επί όλων των σχετικών νομικών και πραγματικών ζητημάτων, παρά την ύπαρξη διοικητικών και οργανωτικών ρυθμίσεων με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

–      διατήρηση από τον κυβερνητικό υπουργό διακριτικής ευχέρειας να ανατρέπει αποφάσεις με τις οποίες απορρίπτεται αίτηση ασύλου·

–      ύπαρξη οργανωτικών ή διοικητικών σχέσεων μεταξύ των αρμόδιων για την απόφαση σε πρώτο βαθμό οργάνων και των αρμόδιων για την έκδοση των κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου αποφάσεων οργάνων·

–      τα αποφασίζοντα μέλη του [δικαστηρίου] διορίζονται από τον υπουργό, ασκούν υπό συνθήκες μερικής απασχολήσεως τα καθήκοντά τους για θητεία 3 ετών και αμείβονται ανά υπόθεση·

–      διατήρηση από τον υπουργό της εξουσίας να απευθύνει εντολές υπό τη μορφή που προβλέπουν τα άρθρα 12, 16, παράγραφος 2Β, στοιχείο β΄, και 16, παράγραφος 11, του νόμου [του 1996 περί μεταναστών];»

IV – Νομική ανάλυση

44.      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 23, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 2005/85 έχει την έννοια ότι απαγορεύει σε κράτος μέλος να προβλέψει ότι ορισμένες κατηγορίες αιτήσεων ασύλου καθοριζόμενες βάσει της ιθαγένειας ή της χώρας καταγωγής του αιτούντος υπάγονται σε ταχύρρυθμη ή κατά προτεραιότητα διαδικασία.

45.      Ακολούθως, με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο κατ’ ουσία ερωτά αν το άρθρο 39 της οδηγίας αυτής και η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 47 του Χάρτη, απαγορεύουν κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει προσφυγή κατά των αποφάσεων της αποφαινόμενης αρχής ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal, ο χαρακτήρας του οποίου ως ανεξάρτητο δικαστήριο αμφισβητείται από τους εκκαλούντες.

 Α –       Όσον αφορά την καθιέρωση ταχύρρυθμης ή κατά προτεραιότητα διαδικασίας ανάλογα με την ιθαγένεια ή τη χώρα καταγωγής του αιτούντος άσυλο

46.      Κρίνουμε προκαταρκτικώς σκόπιμο να υπενθυμίσουμε το πνεύμα της οδηγίας 2005/85.

47.      Σκοπός της οδηγίας 2005/85, κατά το άρθρο 1 αυτής, είναι η θέσπιση ελάχιστων προδιαγραφών για τις διαδικασίες διά των οποίων τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, ακολουθώντας τις δύο βασικές αρχές που ανταποκρίνονται στη βούληση που εκφράστηκε στα συμπεράσματα της προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Τάμπερε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999 (14): της ισότητας και της αποτελεσματικότητας (15).

48.      Προς τον σκοπό της τηρήσεως της αρχής της ισότητας, η διαδικασία στηρίζεται στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που αναγνωρίζει, ειδικότερα, ο Χάρτης (16). Στην αρχή αυτή εμπίπτουν οι προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο II της οδηγίας 2005/85, με τίτλο «Βασικές αρχές και εγγυήσεις»».

49.      Η επιταγή για αποτελεσματικότητα κατοχυρώνεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής η οποία ορίζει ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της διαδικασίας εξετάσεως αιτήσεως ασύλου, με την επιφύλαξη κατάλληλης και πλήρους εξετάσεως.

50.      Η δυνατότητα των κρατών μελών να εφαρμόσουν ταχύρρυθμη ή κατά προτεραιότητα διαδικασία για τις αιτήσεις ασύλου, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφοι 3 και 4, της εν λόγω οδηγίας, απορρέει από την επιταγή αυτή.

51.      Συγκεκριμένα, όπως υπενθυμίζεται στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2005/85, είναι προς το συμφέρον τόσο των κρατών μελών όσο και των αιτούντων άσυλο να λαμβάνεται απόφαση επί των αιτήσεων ασύλου το συντομότερο δυνατό. Κατά την άποψή μας, τούτο οφείλεται στο ότι είναι σημαντικό οι αιτούντες να γνωρίζουν εντός σύντομου χρονικού διαστήματος την τύχη της αιτήσεώς τους και στο ότι η ιδιαίτερα μακροχρόνια επεξεργασία της αιτήσεως θα μπορούσε να τους αποθαρρύνει και να τους αναγκάσει να επιλέξουν την παρανομία.

52.      Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, επιβάλλεται στο σημείο αυτό να εκτιμηθεί αν η κατά προτεραιότητα ή ταχύρρυθμη διαδικασία ορισμένων αιτήσεων ασύλου, οι οποίες ταξινομούνται ως τέτοιες ανάλογα με την ιθαγένεια του αιτούντος, συνιστά πρακτική συμβατή με την ισορροπία που απαιτεί η οδηγία 2005/85.

53.      Έτσι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υποστηρίχθηκε ότι η επεξεργασία αιτήσεως ασύλου κατά την ταχύρρυθμη ή κατά προτεραιότητα διαδικασία μπορεί να προβλεφθεί, δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνο όταν η αίτηση είναι βάσιμη ή όταν στηρίζεται σε έναν από τους δεκαέξι λόγους που προβλέπει η παράγραφος 4 του άρθρου αυτού, εφόσον προκύπτει ότι είναι αβάσιμη. Συνεπώς, τα κράτη μέλη δεν δικαιούνται να υπάγουν σε ταχύρρυθμη ή κατά προτεραιότητα διαδικασία την εξέταση των αιτήσεων ασύλου μόνο βάσει της ιθαγένειας των αιτούντων.

54.      Περαιτέρω, οι εκκαλούντες εκτιμούν ότι η επιλογή της ταχύρρυθμης ή κατά προτεραιότητα διαδικασίας μπορεί να αφορά μόνο μία ατομική αίτηση και όχι μια κατηγορία αιτήσεων. Υπενθυμίζουν, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 3 της Συμβάσεως της Γενεύης ορίζει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη θα εφαρμόζουν τις διατάξεις της συμβάσεως αυτής επί των προσφύγων άνευ διακρίσεως ως προς τη φυλή, τη θρησκεία και τη χώρα της καταγωγής αυτών. Επομένως, εκτιμούν ότι η καθιέρωση ταχύρρυθμης ή κατά προτεραιότητα διαδικασίας για συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων βάσει ενός τέτοιου κριτηρίου αντιτίθεται στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας.

55.      Δεν συμμερίζομαι την ανάλυση αυτή για τους ακόλουθους λόγους.

56.      Κατά την κατάρτιση της οδηγίας 2005/85, ο νομοθέτης της Ένωσης επισήμανε επανειλημμένως ότι τα κράτη μέλη απολαύουν διακριτικής ευχέρειας κατά την εφαρμογή της διαδικασίας χορηγήσεως ή ανακλήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα. Συγκεκριμένα, στην προαναφερθείσα πρόταση οδηγίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διευκρίνισε ότι όλα τα πρότυπα για την εφαρμογή αμερόληπτης και αποτελεσματικής διαδικασίας αναφέρονται χωρίς να θίγεται η διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών να δίδουν προτεραιότητα σε περιπτώσεις βάσει των εθνικών πολιτικών τους (17).

57.      Η πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης να αφήσει διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη εκφράζεται στο ίδιο το κείμενο της οδηγίας αυτής που αφορά τη διαδικασία εξετάσεως. Έτσι, κατά την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της, η οργάνωση της επεξεργασίας των αιτήσεων ασύλου θα πρέπει να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, ούτως ώστε, ανάλογα με τις εθνικές ανάγκες, να δίδουν προτεραιότητα ή να επισπεύδουν την επεξεργασία οποιασδήποτε αιτήσεως, λαμβάνοντας υπόψη τις προδιαγραφές της εν λόγω οδηγίας.

58.      Το γράμμα του άρθρου 23, παράγραφος 3, της οδηγίας 2005/85 θεωρούμε ότι επίσης αποδίδει την πρόθεση αυτή. Κατά τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη «μπορούν» να δώσουν προτεραιότητα σε μία αίτηση ή να επιταχύνουν την εξέτασή της σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις, «μεταξύ άλλων» όταν η αίτηση είναι πιθανόν να θεωρηθεί βάσιμη ή όταν ο αιτών έχει ειδικές ανάγκες. Ομοίως, η παράγραφος 4 του άρθρου αυτού παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εφαρμόσουν ταχύρρυθμη ή κατά προτεραιότητα διαδικασία επί τη βάσει των δεκαέξι ειδικών λόγων που δικαιολογούν την εφαρμογή μίας τέτοιας διαδικασίας χρησιμοποιώντας και στην περίπτωση αυτή το ρήμα «μπορώ».

59.      Συνεπώς, ο νομοθέτης της Ένωσης άφησε αναμφίβολα την ευχέρεια στα κράτη μέλη να επιλέξουν την ταχύρρυθμη ή κατά προτεραιότητα διαδικασία κατά την επεξεργασία των αιτήσεων ασύλου (18), καθώς από τη χρησιμοποίηση της φράσεως «μεταξύ άλλων» στο άρθρο 23, παράγραφος 3, της οδηγίας 2005/85 προκύπτει, κατά την άποψή μας, ότι μία τέτοια διαδικασία μπορεί να εφαρμοστεί και ως προς τις βάσιμες και ως προς τις αβάσιμες αιτήσεις.

60.      Εξάλλου, στη σκέψη 29 της αποφάσεως της 28ης Ιουλίου 2011, C‑69/10, Samba Diouf (19), το Δικαστήριο τόνισε ότι οι διαδικασίες που προβλέπονται στην οδηγία αυτή αποτελούν τις ελάχιστες προδιαγραφές και ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν, από πολλές απόψεις, εξουσία εκτιμήσεως για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της εθνικής νομοθεσίας. Αυτή η εξουσία εκτιμήσεως την οποία διαθέτουν τα κράτη μέλη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης της Ένωσης (20).

61.      Δεν πρέπει, πράγματι, να παραβλέπεται ότι η εν λόγω οδηγία αποτελεί το πρώτο στάδιο για τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου (21) και ότι εναρμονίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές, καθώς τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να εφαρμόσουν ενιαίες διαδικασίες, διατηρώντας κατά τον τρόπο αυτό τα εθνικά τους συστήματα.

62.      Συναφώς, οι εθνικές ανάγκες ενδέχεται να διαφοροποιούνται σημαντικά από ένα κράτος μέλος σε άλλο, δεδομένου ότι οι ροές εισερχομένων μεταναστών μπορεί να είναι πολύ διαφορετικές. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η μαζική συρροή αιτούντων άσυλο, όπως τούτο φαίνεται ότι ισχύει στην περίπτωση της Ιρλανδίας όσον αφορά Νιγηριανούς υπηκόους (22), τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να οργανώνονται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο ώστε να επεξεργάζονται τις αιτήσεις ασύλου όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα, σεβόμενα τον σκοπό της ταχείας διεκπεραιώσεως που επιδιώκει η οδηγία 2005/85 και διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι ελάχιστες κατά την οδηγία αυτή απαιτήσεις θα τηρηθούν.

63.      Όσον αφορά την οργάνωση των διαδικασιών και τον ορισμό διαδικαστικών προθεσμιών, πρέπει, επομένως, να εφαρμόζεται το διαδικαστικό δίκαιο των κρατών μελών, σύμφωνα με την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών (23).

64.      Ως προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, που επικαλούνται οι εκκαλούντες, υπενθυμίζουμε ότι η αρχή αυτή επιβάλλει όχι μόνο να μην αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό, αλλά και να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικές καταστάσεις καθ’ όμοιο τρόπο (24).

65.      Στον τομέα του ασύλου, και ειδικότερα στο πλαίσιο του συστήματος που καθιερώνει η οδηγία 2005/85, θα πρέπει να θεωρείται ότι η ιθαγένεια του αιτούντος διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο (25). Πράγματι, η χώρα καταγωγής αυτού πρόκειται να κατευθύνει την απόφαση της αποφαινόμενης αρχής, δεδομένου ότι η αρχή αυτή υποχρεούται να ενημερώνεται σχετικά με τη γενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα αυτή (26) ώστε να διαπιστώσει την ύπαρξη ή μη κινδύνου για τον αιτούντα άσυλο και, κατά περίπτωση, την ανάγκη προστασίας.

66.      Εξάλλου, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης της Ένωσης εισήγαγε την έννοια των ασφαλών χωρών καταγωγής, κατά την οποία όταν μια τρίτη χώρα μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να τη χαρακτηρίσουν ασφαλή και να τεκμαίρουν ότι είναι ασφαλής για τον συγκεκριμένο αιτούντα (27). Έτσι, τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να εμπιστεύονται τον ελάχιστο κοινό κατάλογο τρίτων χωρών που θεσπίζει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (28) και να εξετάζουν τις αιτήσεις ασύλου στηριζόμενα στο μαχητό τεκμήριο περί ασφάλειας στις χώρες αυτές (29). Τα ίδια τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 30 της οδηγίας 2005/85, να χαρακτηρίζουν τρίτες χώρες, εκτός από εκείνες που περιλαμβάνονται στον ελάχιστο κοινό κατάλογο, ως ασφαλείς χώρες καταγωγής για την εξέταση αιτήσεων ασύλου.

67.      Προς τούτο, και προκειμένου να διευκολυνθεί η εξέταση των αιτήσεων ασύλου, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε ότι τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι μια διαδικασία δύναται να λάβει προτεραιότητα ή να επιταχυνθεί εφόσον η αίτηση ασύλου θεωρείται αβάσιμη διότι ο αιτών προέρχεται από ασφαλή χώρα καταγωγής κατά την έννοια των άρθρων 29 έως 31 της οδηγίας αυτής ή διότι η χώρα, που δεν είναι κράτος μέλος, θεωρείται ασφαλής τρίτη χώρα για τον αιτούντα (30). Επομένως, στην περίπτωση αυτή, η ιθαγένεια αποτελεί κατ’ ανάγκη τον παράγοντα εκείνο που θα δικαιολογήσει την κατά προτεραιότητα ή ταχύρρυθμη επεξεργασία της αιτήσεως. Κατά συνέπεια, η προσφυγή στο κριτήριο αυτό ουδόλως έρχεται σε αντίθεση, ως εκ της φύσεώς του, με την οδηγία 2005/85.

68.      Εξάλλου, όταν υπάρχει μαζική συρροή αιτήσεων ασύλου προερχομένων από την ίδια χώρα, προκύπτει ότι συμμορφώνεται προς τον σκοπό της αποτελεσματικότητας τον οποίο επιδιώκει η οδηγία αυτή η βούληση να εξετάζονται κατά προτεραιότητα οι συγκεκριμένες αιτήσεις, καθώς το επιφορτισμένο με την εξέταση προσωπικό είναι περισσότερο εξοικειωμένο με τους κινδύνους στους οποίους ενδέχεται να εκτίθενται οι υπήκοοι της χώρας αυτής, δεδομένου ότι το προσωπικό αυτό τεκμαίρεται ότι διαθέτει συγκεκριμένες και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τη γενική κατάσταση που επικρατεί στην εν λόγω χώρα. Με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται και επιταχύνεται η επεξεργασία των αιτήσεων, γεγονός που λειτουργεί, επίσης, προς όφελος των αιτούντων.

69.      Δεδομένου ότι σκοπός της οδηγίας 2005/85 είναι να θεσπίσει τις ελάχιστες προδιαγραφές για τη διαδικασία χορηγήσεως και ανακλήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα διασφαλίζοντας ότι τα κράτη μέλη τηρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις που θέτει ιδίως στο κεφάλαιο ΙΙ αυτής, πρέπει κατά την άποψή μας να ιδωθεί υπό διαφορετική οπτική γωνία η εξέταση της απουσίας διακρίσεων.

70.      Φρονούμε ότι οι καταστάσεις των αιτούντων άσυλο, οι οποίοι τελούν σε παρόμοια κατάσταση διότι όλοι προσβλέπουν σε διεθνή προστασία, πρέπει να συγκριθούν βάσει της μεταχειρίσεώς τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας χορηγήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα. Ο κίνδυνος διακρίσεων θα μπορούσε να ελλοχεύει όχι, όπως μόλις αναφέρθηκε, στην προσφυγή στην ιθαγένεια ως κριτήριο επί του οποίου θεμελιώνεται η κατά προτεραιότητα ή ταχύρρυθμη διαδικασία, αλλά στις συνέπειες της διαδικασίας αυτής, εφόσον, λόγω της διαρθρώσεως και των προθεσμιών της, έχει ως αποτέλεσμα την αποστέρηση από τους δικαιούμενους των εγγυήσεων που επιβάλλει το άρθρο 23 της οδηγίας 2005/85 το οποίο ορίζει ότι οι εγγυήσεις αυτές ισχύουν ως προς όλα τα είδη διαδικασίας.

71.      Κατά συνέπεια, η καθιέρωση κατά προτεραιότητα διαδικασίας, όπως αυτή της κύριας δίκης, δεν μπορεί να συνεπάγεται ότι καθίσταται αδύνατη ή ανέφικτη στην πράξη η άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η οδηγία αυτή στους αιτούντες άσυλο Νιγηριανούς υπηκόους. Ειδικότερα, οι εν λόγω αιτούντες πρέπει να διαθέτουν επαρκή προθεσμία ώστε να συγκεντρώσουν και να υποβάλουν τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να θεμελιώσουν την αίτησή τους (31), δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στην αποφαινόμενη αρχή να διενεργήσει δίκαιη και πλήρη εξέταση των αιτήσεων και να διασφαλίσει ότι οι αιτούντες δεν εκτίθενται σε κινδύνους στην χώρα καταγωγής τους.

72.      Εν προκειμένω, δεν προκύπτει κατά την άποψή μας ότι η κατάσταση των Νιγηριανών υπηκόων, εκ του γεγονότος ότι η αίτησή τους ασύλου υπόκειται σε κατά προτεραιότητα διαδικασία, τυγχάνει διαφορετικής μεταχειρίσεως σε σχέση με την κατάσταση των αιτούντων άσυλο άλλων τρίτων χωρών (32). Σε κάθε περίπτωση, απόκειται στον εθνικό δικαστή να διαπιστώσει αν όλες οι βασικές αρχές και θεμελιώδεις εγγυήσεις του κεφαλαίου ΙΙ της οδηγίας 2005/85 τηρήθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση στο πλαίσιο της κατά προτεραιότητα επεξεργασίας των αιτήσεων ασύλου των D και A.

73.      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, έχουμε τη γνώμη ότι το άρθρο 23, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 2005/85 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να υπάγει σε ταχύρρυθμη ή κατά προτεραιότητα διαδικασία ορισμένες κατηγορίες αιτήσεων ασύλου καθοριζόμενες βάσει της ιθαγένειας ή της χώρας καταγωγής του αιτούντος.

 Β –       Ως προς την εγγύηση για αποτελεσματική προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 39 της οδηγίας 2005/85

74.      Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσία, αν το σύστημα που καθιερώνει η ιρλανδική νομοθεσία για τη διαδικασία χορηγήσεως και ανακλήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα διασφαλίζει την εγγύηση για αποτελεσματική προσφυγή κατά το άρθρο 39 της οδηγίας 2005/85 και το άρθρο 47 του Χάρτη.

75.      Υπενθυμίζουμε ότι το άρθρο 39, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες άσυλο να διαθέτουν δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου κατά αποφάσεως αφορώσας την αίτησή τους ασύλου. Το δε άρθρο 47 του Χάρτη θεσπίζει την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (33).

76.      Η εικοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι, σύμφωνα με βασική αρχή της νομοθεσίας της Ένωσης, οι αποφάσεις επί αιτήσεως ασύλου και περί ανακλήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα πρέπει να επιδέχονται αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.

77.      Οι εκκαλούντες υποστηρίζουν, ειδικότερα, ότι το Refugee Appeals Tribunal δεν αποτελεί δικαστήριο κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

78.      Κατά πάγια νομολογία, για να εκτιμηθεί αν το αιτούν όργανο είναι «δικαστήριο», κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, ζήτημα εμπίπτον αποκλειστικώς στο δίκαιο της Ένωσης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ένα σύνολο στοιχείων, όπως είναι η ίδρυση του οργάνου αυτού με νόμο, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ’ αντιμωλία χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή των κανόνων δικαίου καθώς και η ανεξαρτησία του (34).

79.      Δεν αμφισβητούν τα κριτήρια σχετικά με την ίδρυση με νόμο, τη μονιμότητα και την εκ μέρους του οργάνου εφαρμογή των κανόνων δικαίου όσον αφορά το Refugee Appeals Tribunal (35). Αντιθέτως, οι εκκαλούντες δεν δέχονται ότι η δικαιοδοσία του έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, ότι η ενώπιόν του διαδικασία έχει κατ’ αντιμωλία χαρακτήρα και ότι είναι ανεξάρτητο. Αυτά είναι, επομένως, τα τρία ζητήματα τα οποία πρόκειται να εξετάσουμε στη συνέχεια.

80.      Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα άρθρα 15 και 16, παράγραφος 1, του νόμου του 1996 περί μεταναστών ορίζουν το Refugee Appeals Tribunal ως δικαστήριο αρμόδιο για την εξέταση και επίλυση των προσφυγών που ασκούνται κατά των συστάσεων του Refugee Applications Commissioner, οι οποίες υπενθυμίζουμε ότι αποτελούν τις πρωτοβάθμιες αποφάσεις επί των αιτήσεων ασύλου (36). Εξάλλου, στην περίπτωση που η προσφυγή ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal γίνει δεκτή, ο Minister for Justice, Equality and Law Reform υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, να χορηγήσει το καθεστώς του πρόσφυγα. Μόνο εφόσον το Refugee Appeals Tribunal δεν δεχτεί την προσφυγή του αιτούντος άσυλο ο Minister for Justice, Equality and Law Reform μπορεί, παρά ταύτα, να αποφασίσει τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα. Επομένως, δεν υπάρχει διακριτική ευχέρεια όταν εκδίδεται απόφαση η οποία δικαιώνει τον αιτούντα άσυλο. Οι θετικές αποφάσεις του Refugee Appeals Tribunal έχουν, επομένως, υποχρεωτικό χαρακτήρα και δεσμεύουν τις κρατικές αρχές.

81.      Δεύτερον, υπενθυμίζουμε ότι η προϋπόθεση της κατ’ αντιμωλία διαδικασίας δεν αποτελεί απόλυτο κριτήριο (37). Συνεπώς, θεωρούμε ότι το γεγονός ότι το ORAC δεν είναι υποχρεωτικό να εκπροσωπείται ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal λίγο ενδιαφέρει. Αντιθέτως, επισημαίνουμε ότι το άρθρο 16, παράγραφος 5, του νόμου του 1996 περί μεταναστών ορίζει ότι ο Refugee Applications Commissioner διαβιβάζει στο Refugee Appeals Tribunal αντίγραφα όλων των εκθέσεων, εγγράφων ή γραπτών δηλώσεων που υποβλήθηκαν σε αυτό σύμφωνα με το άρθρο 11 του νόμου αυτού, καθώς και γραπτό σημείωμα σχετικά με τη φύση και την προέλευση κάθε άλλης πληροφορίας που σχετίζεται με την αίτηση της οποίας έλαβε γνώση κατά τη διάρκεια της έρευνάς του. Σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 8, του εν λόγω νόμου, το Refugee Appeals Tribunal διαβιβάζει στον αιτούντα και στον solicitor του, καθώς και στον Ύπατο Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες, κατόπιν αιτήματός του, τα ίδια αντίγραφα. Εξάλλου, το Refugee Appeals Tribunal μπορεί, επίσης, να διεξάγει προφορική διαδικασία κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να κλητεύσει οποιοδήποτε πρόσωπο η μαρτυρία του οποίου απαιτείται και να ακούσει τα επιχειρήματα του αιτούντος και του Refugee Applications Commissioner (38). Συνεπώς, κάθε διάδικος έχει την ευκαιρία να εκθέσει ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal οτιδήποτε είναι αναγκαίο για την ευδοκίμηση της αιτήσεως ή της υπερασπίσεως.

82.      Επισημαίνουμε, επίσης, ότι το άρθρο 16, παράγραφος 16, του νόμου αυτού ορίζει ότι, προ της εκδόσεως αποφάσεως επί της προσφυγής, το Refugee Appeals Tribunal οφείλει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, την έκθεση του Refugee Applications Commissioner, κάθε υποβληθείσα από αυτόν ή τον Ύπατο Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους μετανάστες παρατήρηση, τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και κάθε δήλωση που διατυπώθηκε κατά την προφορική διαδικασία, καθώς και κάθε έγγραφο, γραπτή δήλωση ή άλλη πληροφορία που υποβλήθηκε στον Refugee Applications Commissioner.

83.      Το Refugee Appeals Tribunal διαθέτει, επομένως, ευρεία εξουσία ελέγχου, καθώς είναι αρμόδιο να εξετάζει τόσο τα πραγματικά περιστατικά όσο και τα νομικά ζητήματα και να εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται ενώπιόν του.

84.      Τρίτον, τέλος, οι εκκαλούντες εκτιμούν ότι το Refugee Appeals Tribunal δεν είναι ανεξάρτητο. Υποστηρίζουν, ειδικότερα, ότι υπάρχουν οργανωτικές σχέσεις μεταξύ αυτού, του ORAC και του Minister for Justice, Equality and Law Reform και ότι τα μέλη του εκτίθενται σε εξωτερικές πιέσεις. Συγκεκριμένα, ο διορισμός και ο καθορισμός των προϋποθέσεων για τον διορισμό, η αμοιβή και οι λοιπές πτυχές της εντολής των μελών του τού αποστερούν την ανεξαρτησία του.

85.      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της ανεξαρτησίας, η οποία είναι συμφυής προς το δικαιοδοτικό έργο, προϋποθέτει κυρίως ότι το οικείο όργανο έχει την ιδιότητα τρίτου έναντι της αρχής που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη με την προσφυγή απόφαση (39). Το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι η έννοια αυτή περιλαμβάνει δύο πτυχές. Η πρώτη πτυχή, εξωτερικής φύσεως, προϋποθέτει ότι το οικείο όργανο προστατεύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη κρίση των μελών του ως προς τις διαφορές που υποβάλλονται στην κρίση του. Η δεύτερη πτυχή, εσωτερικής φύσεως, είναι παρεμφερής προς την έννοια της αμεροληψίας και σημαίνει την τήρηση ίσων αποστάσεων από τους διαδίκους και από τα αντιμαχόμενα συμφέροντά τους σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς (40).

86.      Εν προκειμένω, το άρθρο 15, παράγραφος 2, του νόμου του 1996 περί μεταναστών ορίζει ότι το Refugee Appeals Tribunal είναι ανεξάρτητο κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του. Υπενθυμίζουμε ότι, όταν αποφαίνεται υπέρ του αιτούντος άσυλο, ο Minister for Justice, Equality and Law Reform δεσμεύεται από την απόφαση αυτή και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να την ελέγξει. Όσον αφορά τους κανόνες διορισμού και αμοιβής, δεν είναι ικανοί, κατά την άποψή μου, να αμφισβητήσουν την ανεξαρτησία του Refugee Appeals Tribunal. Πράγματι, τα μέλη του διορίζονται μεταξύ προσώπων με τουλάχιστον πενταετή εμπειρία ως barrister ή ως solicitor, με θητεία ορισμένης διάρκειας, με αποτέλεσμα να μη διαφέρει ο διορισμός τους εκ μέρους τον Minister for Justice, Equality and Law Reform από τον διορισμό της πλειονότητας των εθνικών δικαστών εντός της Ένωσης.

87.      Περισσότερη δυσκολία παρουσιάζει το ζήτημα της ανακλήσεως των μελών του Refugee Appeals Tribunal. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζουμε ότι, κατά πάγια νομολογία, οι εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας απαιτούν την ύπαρξη κανόνων, ιδίως όσον αφορά τους λόγους παύσεως των μελών του οργάνου, ώστε οι πολίτες να μην έχουν καμία εύλογη αμφιβολία ως προς τη στεγανότητα του εν λόγω οργάνου έναντι των εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά του έναντι των αντιμαχόμενων συμφερόντων (41). Συναφώς, για να θεωρηθεί ότι η σχετική με την ανεξαρτησία του αιτούντος οργάνου προϋπόθεση πληρούται, η νομολογία απαιτεί ιδίως να καθορίζονται οι περιπτώσεις ανακλήσεως των μελών του εν λόγω οργάνου από ρητές νομοθετικές διατάξεις (42).

88.      Εν προκειμένω, από το άρθρο 7 του παραρτήματος ΙΙ του νόμου του 1996 περί μεταναστών προκύπτει ότι τα τακτικά μέλη του Refugee Appeals Tribunal είναι δυνατό να απαλλάσσονται των καθηκόντων τους από τον Minister for Justice, Equality and Law Reform ο οποίος παρέχει τη σχετική αιτιολογία. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες τα μέλη του Refugee Appeals Tribunal μπορεί να απαλλάσσονται των καθηκόντων τους δεν προσδιορίζονται επακριβέστερα. Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο Minister for Justice, Equality and Law Reform έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Εξάλλου, δεν διευκρινίζεται αν η απόφαση για την ανάκληση μέλους του Refugee Appeals Tribunal υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

89.      Έχουμε, όμως, την άποψη ότι είναι δυνατό να παραμεριστούν οι αμφιβολίες ως προς τη στεγανότητα του Refugee Appeals Tribunal έναντι των εξωτερικών στοιχείων για τους ακόλουθους λόγους.

90.      Φρονούμε ότι το ιρλανδικό σύστημα για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα μπορεί να διασφαλίσει το δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή. Πράγματι, όπως είδαμε ανωτέρω, κατά το άρθρο 5 του νόμου του 2000 περί παράνομης μεταναστεύσεως, οι αιτούντες άσυλο μπορούν να αμφισβητήσουν το κύρος των συστάσεων του Refugee Applications Commissioner και των αποφάσεων του Refugee Appeals Tribunal ενώπιον του High Court, κατά της δε αποφάσεως του οποίου μπορεί να ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του Supreme Court. Εξάλλου, τούτο ακριβώς συνέβη στην παρούσα υπόθεση, καθώς το αιτούν δικαστήριο επιλήφθηκε της υποθέσεως κατόπιν εφέσεως των εκκαλούντων κατά συστάσεως του Refugee Applications Commissioner και αποφάσεως του Refugee Appeals Tribunal.

91.      Συνεπώς, θεωρούμε αδύνατο το High Court ή το Supreme Court να επιβεβαιώνουν αποφάσεις ληφθείσες υπό την πίεση της ιρλανδικής κυβερνήσεως. Τουναντίον, η ύπαρξη αυτών των ενδίκων μέσων είναι από μόνη της ικανή να αποτρέψει κάθε απόπειρα πιέσεων προς το Refugee Appeals Tribunal.

92.      Συναφώς υπενθυμίζουμε ότι η εικοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2005/85, επισημαίνει ότι το κατά πόσον η προσφυγή είναι αποτελεσματική, μεταξύ άλλων όσον αφορά την εξέταση των σχετικών γεγονότων, εξαρτάται από τον διοικητικό και δικαστικό μηχανισμό κάθε κράτους μέλους ως σύνολο. Τα κράτη μέλη απολαύουν, επομένως, κατά την άποψή μας, ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την οργάνωση της διαδικασίας τους, υπό τον όρο ότι ο εθνικός δικαστής μπορεί να ελέγξει το βάσιμο των λόγων που οδήγησαν την αρμόδια διοικητική αρχή να κρίνει αβάσιμη ή καταχρηστική την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, χωρίς να ισχύει για τους λόγους αυτούς αμάχητο τεκμήριο νομιμότητας (43).

93.      Η ίδια αυτή προσέγγιση εκφράστηκε επανειλημμένως από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και, πρόσφατα, στην απόφασή του I. M. κατά Γαλλίας (44). Στην απόφαση αυτή το ως άνω δικαστήριο επισήμανε ότι βασική ανησυχία του είναι αν υπάρχουν αποτελεσματικές εγγυήσεις που προστατεύουν τον προσφεύγοντα έναντι της αυθαίρετης επαναπροωθήσεώς του στη χώρα από όπου διέφυγε (45). Τόνισε, επίσης, ότι μπορεί το σύνολο των ενδίκων μέσων που προβλέπει το εσωτερικό δίκαιο να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, σχετικά με το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, ακόμη και αν κανένα από τα ένδικα μέσα δεν ικανοποιεί πλήρως από μόνο του τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου (46). Ομοίως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπενθύμισε ότι η διάταξη αυτή δεν φθάνει μέχρι το σημείο να απαιτήσει ειδικό τύπο προσφυγής και ότι η οργάνωση των εσωτερικών ενδίκων μέσων εμπίπτει στο περιθώριο εκτιμήσεως που έχουν τα κράτη (47).

94.      Το ιρλανδικό σύστημα χορηγήσεως και ανακλήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα φρονούμε ότι στο σύνολό του σέβεται το δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή.

95.      Κατά συνέπεια, κατόπιν των ανωτέρω, φρονούμε ότι το άρθρο 39 της οδηγίας 2005/85 και το άρθρο 47 του Χάρτη έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας μπορεί να προσβληθεί η απόφαση της αποφαινόμενης αρχής ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal και ενώπιον του High Court.

V –    Πρόταση

96.      Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που του έθεσε το High Court:

1)      Το άρθρο 23, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να υπάγει σε ταχύρρυθμη ή κατά προτεραιότητα διαδικασία την εξέταση ορισμένων κατηγοριών αιτήσεων ασύλου ανάλογα με την ιθαγένεια ή τη χώρα καταγωγής του αιτούντος.

2)      Το άρθρο 39 της οδηγίας 2005/85 και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας μπορεί να προσβληθεί η απόφαση της αποφαινόμενης αρχής ενώπιον του Refugee Appeals Tribunal και ενώπιον του High Court.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2–      Οδηγία του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (ΕΕ L 326, σ. 13). 


3–      RecueiL des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954) (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης).


4 –      Βλ. άρθρο 1, καθώς και τέταρτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής.


5–      Βλ. δεύτερη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας.


6–      Βλ. άρθρο 2, στοιχείο ε΄, της οδηγίας αυτής.


7–      Βλ. άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.


8–      Βλ. άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας.


9–      Οδηγία του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (ΕΕ L 304, σ. 12).


10–      Βλ. άρθρο 39, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.


11–      Βλ. άρθρο 39, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας.


12 – HID & BA v Refugee Applications Commissioner & Ors [2008] IEHC 1261 και [2009] IEHC 56.


13–      Άρθρο 13 του εν λόγω νόμου.


14 –      Τα συμπεράσματα αυτά διατίθενται στο Διαδίκτυο στην εξής ιστοσελίδα: http://www.europarl.europa.eu/summits/tam_fr.htm.


15–      Βλ. τις παραγράφους 2 και 3 της αιτιολογικής εκθέσεως της προτάσεως για την έκδοση οδηγίας του Συμβουλίου για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα [COM(2000) 578 τελικό]. Βλ., επίσης, έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την εφαρμογή της οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα [COM(2010) 465 τελικό, σ. 3].


16–      Βλ., ειδικότερα, όγδοη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας.


17 –      Βλ. παράγραφο 2 της αιτιολογικής εκθέσεως της προτάσεως αυτής. Βλ., επίσης, την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τίτλο «για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας παροχής ασύλου και ομοιόμορφου καθεστώτος σε όλη την Ένωση για τα άτομα στα οποία χορηγείται άσυλο» [COM(2000) 755 τελικό, σ. 8].


18 –      Βλ., συναφώς, έκθεση της επιτροπής στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, παρατεθείσα στην υποσημείωση 15 (σ. 22).


19–      Συλλογή 2011, σ. I‑7151.


20–      Βλ., συναφώς, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, C‑411/10 και C‑493/10, N.S. κ.λπ. (Συλλογή σ. I‑13905, σκέψη 65).


21 –      Βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παρατεθείσα στην υποσημείωση 17 (σ. 8), καθώς και ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο «Σχέδιο πολιτικής για το άσυλο - Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της προστασίας σε όλη την ΕΕ» [COM(2008) 360 τελικό, σ. 2].


22 –      Βλ. Joyce, C., AnnuaL PolicyReportonMigrationandAsylum 2009: Ireland, ESRI Survey and StatisticaL Report Series 32, Δουβλίνο, 30 Ιουλίου 2010, σ. 13. Βλ., επίσης, Quinn, E., Stanley, J., Joyce, C., και O’Connell, P. J., HandbookonImmigrationandAsyluminIreland 2007, ESRI Research Series 5, Δουβλίνο, 28 Αυγούστου 2007, σ. 13.


23 –      Επιβάλλεται, επίσης, η επισήμανση ότι το άρθρο 39, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας αυτή επαφίει στα κράτη μέλη τη μέριμνα να ορίσουν προθεσμίες για την άσκηση του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής κατά των αποφάσεων επί αιτήσεων ασύλου.


24–      Βλ., ιδίως, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, C-172/11, Erny (σκέψη 40).


25–      Βλ. δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής.


26–      Βλ. άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας.


27–      Βλ., επίσης, δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2005/85.


28–      Βλ., συναφώς, άρθρο 29, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.


29–      Βλ. δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας.


30–      Βλ. άρθρο 23, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, της εν λόγω οδηγίας.


31–      Βλ., ειδικότερα, άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της εν λόγω οδηγίας.


32 –      Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση HID και BA κατά Refugee Applications Commissioner & Ors (σκέψεις 36 και 37).


33–      Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Samba Diouf (σκέψεις 48 και 49).


34–      Βλ. αποφάσεις της 31ης Μαΐου 2005, C‑53/03, Syfait κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑4609, σκέψη 29), και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C‑517/09, RTL Belgium (Συλλογή 2010, σ. Ι‑14093, σκέψη 36).


35 –      Βλ. σημείο C.11 των παρατηρήσεων των εκκαλούντων· σημείο 7.13 των παρατηρήσεων της Ιρλανδίας και σημείο 47 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.


36–      Βλ. παράρτημα Ι της οδηγίας 2005/85.


37–      Βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C‑54/96, Dorsch Consult (Συλλογή 1997, σ. I‑4961, σκέψη 31).


38 –      Βλ. άρθρο 16, παράγραφοι 10 και 11, στοιχεία α΄ και γ΄, του νόμου του 1996 περί μεταναστών.


39–      Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση RTL Belgium (σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


40–      Όπ.π. (σκέψεις 39 και 40).


41–      Βλ. διάταξη της 14ης Μαΐου 2008, C‑109/07, Pilato (Συλλογή 2008, σ. I‑3503, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


42–      Όπ.π.


43–      Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Samba Diouf (σκέψη 61).


44 –      Βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση I.M. κατά Γαλλίας της 2ας Φεβρουαρίου 2012.


45 – § 127.


46 – § 129.


47 – § 138.