Language of document : ECLI:EU:C:2012:586

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 20ής Σεπτεμβρίου 2012 (1)

Υπόθεση C‑419/11

Česká spořitelna as

κατά

Gerald Feichter

[αίτηση του Městký soud v Praze (Τσεχική Δημοκρατία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Διεθνής δικαιοδοσία – Διαφορές εκ συμβάσεως – Συμβάσεις καταναλωτών – Διαχειριστής εταιρίας – Πιστωτική σύμβαση που συνήφθη από την εταιρία – Γραμμάτιο σε διαταγή το οποίο εκδόθηκε υπό ατελή μορφή – Τριτεγγύηση – Τόπος εκπληρώσεως της παροχής»





1.        Με την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει τους κανόνες που διέπουν τη διεθνή δικαιοδοσία κατά τον κανονισμό 44/2001 (2). Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την περίπτωση εταιρίας που έχει την έδρα της σε κράτος μέλος και εξέδωσε υπό ατελή μορφή γραμμάτιο σε διαταγή του δανειστή, ο οποίος κατοικεί στο ίδιο κράτος μέλος. Το ίδιο γραμμάτιο σε διαταγή έφερε και την υπογραφή τριτεγγυητή (3), ενός φυσικού προσώπου που συνδεόταν με την εκδότρια εταιρία αλλά είχε την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος. Στο πλαίσιο αγωγής κατά του τριτεγγυητή με αίτημα την πληρωμή του γραμματίου στο πρώτο κράτος μέλος, μπορεί ο τριτεγγυητής να υποστηρίξει παραδεκτώς ότι τα δικαστήρια του κράτους μέλους αυτού δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία καθώς η περίπτωσή του εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού, οι οποίες ισχύουν ως προς τους καταναλωτές; Σε αντίθετη περίπτωση, δικαιούται ο κομιστής του γραμματίου να φέρει την υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου στο κράτος στο οποίο το επίμαχο γραμμάτιο σε διαταγή πρέπει να πληρωθεί –ανεξαρτήτως του ότι εκδόθηκε υπό ατελή μορφή– διότι η εκ του γραμματίου απαίτηση καλύπτεται από τον όρο «διαφορές εκ συμβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού;

 Νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

2.        Ο κανονισμός τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2002 (4). Αντικατέστησε, στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών (5), τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (6) (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών).

3.        Η ενδέκατη, η δωδέκατη και η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού έχουν ως εξής:

«(11) Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. Η κατοικία των νομικών προσώπων πρέπει να καθορίζεται αυτοτελώς ώστε να αυξάνεται η διαφάνεια των κοινών κανόνων και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας.

(12)      Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.

(13)      Στις συμβάσεις […] καταναλωτών […], είναι σκόπιμο να προστατεύεται ο αδύναμος διάδικος με ευνοϊκότερους για τα συμφέροντά του κανόνες δικαιοδοσίας.»

4.        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 θέτει τον γενικό κανόνα ότι τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους.

5.        Το άρθρο 5 προβλέπει σειρά εξαιρέσεων στον κανόνα αυτό. Όσον αφορά τις διαφορές εκ συμβάσεως ορίζει τα εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

(1)(α)      ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή·

(β)      για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι:

–        εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων,

–        εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών,

(γ)      το στοιχείο α΄ εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β΄·

[…]».

6.        Οι κανόνες του άρθρου 5 δεν εμποδίζουν την άσκηση ενδίκου μέσου στο κράτος μέλος όπου κατοικεί ο εναγόμενος. Προβλέπουν απλώς μια εναλλακτική βάση για τη διεθνή δικαιοδοσία στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζονται.

7.        Τα άρθρα 15 και 16 περιλαμβάνονται στο τμήμα 4 του κανονισμού, με τίτλο «Διεθνής δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών». Οι διατάξεις αυτές ορίζουν τα ακόλουθα:

«Άρθρο 15

1.      Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος […]:

(α)      όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τμήματος, ή

(β)      όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεομένη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών, ή

(γ)      σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ’ αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.

[…]

Άρθρο 16

[…]

(2)      Η αγωγή του αντισυμβαλλόμενου κατά του καταναλωτή μπορεί να ασκηθεί μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους, στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο καταναλωτής.

[…]»

8.        Καίτοι ο κανονισμός αντικατέστησε τη Σύμβαση των Βρυξελλών, από τη νομολογία προκύπτει ότι η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο όσον αφορά τις διατάξεις της Συμβάσεως ισχύει και για τις διατάξεις του κανονισμού, οσάκις οι μεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ισοδύναμες με τις δε (7).

 Εθνικό δίκαιο

9.        Το άρθρο 75 του τίτλου I του νόμου 191/1950 (Zákon směnečný a šekový) (νόμου περί συναλλαγματικών και επιταγών, στο εξής: ZSS) προβλέπει ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις ως προς το κύρος των γραμματίων σε διαταγή. Μεταξύ άλλων, το γραμμάτιο πρέπει να περιλαμβάνει ανεπιφύλακτη υπόσχεση πληρωμής συγκεκριμένου χρηματικού ποσού σε ορισμένο χρόνο και τόπο. Κατά το άρθρο 76, όταν γραμμάτιο σε διαταγή δεν πληροί τις απαιτήσεις αυτές είναι άκυρο, υπό την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων.

10.      Το άρθρο 10 του τίτλου I του ZSS ορίζει ότι γραμμάτιο σε διαταγή το οποίο κατά την έκδοσή του έχει ατελή μορφή είναι απλώς «εν γενέσει» γραμμάτιο. Εφόσον συμπληρωθεί μεταγενέστερα, θεωρείται ως εξ αρχής πλήρες από τον χρόνο εκδόσεώς του. Δεν προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία περίπτωση κατά την οποία το κύρος του γραμματίου αυτού να εξαρτάται από τη συμπλήρωσή του βάσει συμφωνίας συναφθείσας προς τον σκοπό αυτό. Το γραμμάτιο είναι, επομένως, έγκυρο, ακόμη και αν ο κομιστής το συμπλήρωσε κατά τρόπο ο οποίος δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο τέτοιας συμφωνίας. Μολαταύτα, η εσφαλμένη συμπλήρωση από τον κομιστή, στις περισσότερες περιπτώσεις, παρέχει στον οφειλέτη δικαίωμα αντιρρήσεως.

11.      Σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφοι 1 και 2, του τίτλου I του ZSS, ο τριτεγγυητής ευθύνεται όπως ο υπέρ ου η τριτεγγύηση και η υποχρέωσή του ισχύει ακόμη και όταν η ενοχή για την οποία εγγυήθηκε είναι άκυρη, υπό τον όρο ότι η ακυρότητα δεν οφείλεται σε τυπικό ελάττωμα.

12.      Κατά το εθνικό δίκαιο, το γραμμάτιο σε διαταγή θεωρείται αναιτιώδες αξιόγραφο, το οποίο δεν ταυτίζεται με σύμβαση, μολονότι ενδέχεται να αποτελεί ενσώματο προϊόν της συμβάσεως που προβλέπει την έκδοσή του (8).

 Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα

13.      Στις 28 Απριλίου 2004, η Feichter-CZ s.r.o. (στο εξής: οφειλέτης), εταιρία με έδρα την Τσεχική Δημοκρατία, συνήψε σύμβαση ανοιχτής πίστωσης (στο εξής: πιστωτική σύμβαση) με την εταιρία Česká Spořitelna a.s. (στο εξής: δανειστής), ενάγουσα της κύριας δίκης, η οποία είναι επίσης εγκατεστημένη στο εν λόγω κράτος μέλος. Σύμφωνα με την πιστωτική σύμβαση, η δανειακή διευκόλυνση παρεχόταν για την εξυπηρέτηση των εμπορικών σκοπών του οφειλέτη. Την ίδια ημέρα ο οφειλέτης εξέδωσε και παρέδωσε στον δανειστή γραμμάτιο σε διαταγή ποσού 5 000 000 τσεχικών κορώνων (CZK) (περίπου 193 000 ευρώ σε τρέχουσες τιμές συναλλάγματος).

14.      Το γραμμάτιο εκδόθηκε υπό ατελή μορφή, χωρίς αναγραφή ούτε του ποσού ούτε της ημερομηνίας και του τόπου πληρωμής. Υπογράφηκε εκ μέρους του οφειλέτη από τον G. Feichter, εναγόμενο στην κύρια δίκη, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή του οφειλέτη. Ο ίδιος υπέγραψε και ατομικώς, υπό τη μνεία «τριτεγγυητής», αναλαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό προσωπική ευθύνη για την πληρωμή του γραμματίου σύμφωνα με τους όρους του (9). Πέραν της στενής συνδέσεώς του με τον οφειλέτη λόγω της ιδιότητας του διαχειριστή, ο G. Feichter κατείχε επίσης, κατά τον χρόνο συνάψεως των επίμαχων συμβάσεων, το 60 % των μεριδίων της οικείας εταιρίας (10).

15.      Τόσο το ποσό του γραμματίου όσο και η ημερομηνία και ο τόπος πληρωμής συμπληρώθηκαν εκ των υστέρων από τον δανειστή βάσει μεταγενέστερης συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ του δανειστή, του οφειλέτη και του G. Feichter (στο εξής: συμπληρωματική σύμβαση).

16.      Το γραμμάτιο, μολονότι κατά την ημερομηνία λήξεώς του εμφανίστηκε προς πληρωμή στον τόπο πληρωμής, δεν πληρώθηκε.

17.      Ως εκ τούτου, ο δανειστής άσκησε ενώπιον του Městský soud v Praze (Πρωτοδικείου της Πράγας) αγωγή κατά του G. Feichter, με αίτημα την πληρωμή του αναγραφόμενου στο γραμμάτιο σε διαταγή ποσού, πλέον τόκου 6 % ετησίως επί του ποσού αυτού από της 28ης Μαΐου 2008 και μέχρις εξοφλήσεώς του, καθώς και προμήθειας 16 666 CZK (περίπου 645 ευρώ σε τρέχουσες τιμές συναλλάγματος) για το γραμμάτιο αυτό.

18.      Ο G. Feichter προέβαλε, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας του Městský soud v Praze να αποφανθεί επί της αγωγής που ασκήθηκε εναντίον του. Υποστήριξε συγκεκριμένα ότι ως φυσικό πρόσωπο με κατοικία στην Αυστρία υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού, οι οποίες ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών, οπότε οποιαδήποτε αγωγή με αίτημα την πληρωμή του γραμματίου πρέπει να ασκηθεί ενώπιον δικαστηρίου αυτού του κράτους μέλους.

19.      Το εθνικό δικαστήριο εκτιμά ότι η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί της ερμηνείας του άρθρου 15 του κανονισμού είναι αναγκαία ώστε να μπορέσει να κρίνει αν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της υποθέσεως αυτής. Ταυτοχρόνως, και για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, θεωρεί αναγκαίες ορισμένες διευκρινίσεις σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού, στο μέτρο που ενδέχεται να κριθεί η διεθνής δικαιοδοσία του στην κύρια δίκη με βάση το άρθρο αυτό, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί ότι το άρθρο 15 δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω. Κατά συνέπεια, υποβάλλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.      Έχει η φράση “συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή”, η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού […], την έννοια ότι καταλαμβάνει επίσης τα δικαιώματα από γραμμάτιο σε διαταγή, που εκδόθηκε υπό ατελή μορφή, τα οποία ο δικαιούχος επικαλείται κατά του προσώπου που τριτεγγυήθηκε υπέρ του εκδότη το γραμμάτιο αυτό;

2.      Ανεξαρτήτως του αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική ή αρνητική, έχει ο κατά το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού […] όρος “διαφορές εκ συμβάσεως” την έννοια ότι, με γνώμονα μόνο το περιεχόμενο αυτού καθ’ εαυτό του γραμματίου σε διαταγή, καταλαμβάνει επίσης τα δικαιώματα από γραμμάτιο σε διαταγή, που εκδόθηκε υπό ατελή μορφή, τα οποία ο δικαιούχος επικαλείται κατά του προσώπου που τριτεγγυήθηκε υπέρ του εκδότη το γραμμάτιο αυτό;»

20.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο δανειστής, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ελβετική Συνομοσπονδία (11) και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Τσεχική Δημοκρατία και η Επιτροπή εκπροσωπήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Ιουνίου 2012 και ανέπτυξαν προφορικές παρατηρήσεις.

 Ανάλυση

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

 Παραδεκτό

21.      Ο δανειστής υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει το πρώτο ερώτημα ως απαράδεκτο, καθόσον έχει αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα. Αν ερμηνεύω ορθώς τη σχετική επιχειρηματολογία του δανειστή, ο υποθετικός χαρακτήρας του ερωτήματος συνάγεται εκ του ότι (κατά την άποψη του δανειστή) ο G. Feichter δεν είναι δυνατό να χαρακτηριστεί «καταναλωτής» κατά την έννοια του άρθρου 15 του κανονισμού.

22.      Το αιτούν δικαστήριο κατέστησε ωστόσο σαφές, με την περί παραπομπής διάταξή του, ότι η ερμηνεία του άρθρου αυτού είναι κατά την εκτίμησή του αποφασιστικής σημασίας για την επίλυση του ζητήματος της αρμοδιότητάς του να αποφανθεί επί της συγκεκριμένης υποθέσεως. Δεδομένου ότι οι αμυντικοί ισχυρισμοί που προβάλλει ο G. Feichter στο πλαίσιο της κύριας δίκης στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό ακριβώς στο επιχείρημα ότι αυτός είναι καταναλωτής κατά την έννοια των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού, δεν δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός του πρώτου ερωτήματος ως υποθετικού. Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.

 Γενικό πλαίσιο

23.      Προτού εξετάσω τα ζητήματα που εγείρει η περί παραπομπής διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, θα αρχίσω με μια γενική παρατήρηση. Αποτελεί κοινή πρακτική ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικώς, στις περιπτώσεις επιχειρήσεων που μόλις ξεκινούν τις δραστηριότητές τους ο δανειστής της εταιρίας να θέτει ως όρο για τη διάθεση κεφαλαίων τη σύσταση εγγυήσεως από έναν ή περισσότερους εκ των ιδιοκτητών και/ή των διαχειριστών της οικείας εταιρίας. Ο λόγος είναι προφανής. Στο στάδιο κατά το οποίο συνάπτονται οι συμφωνίες δανειοδοτήσεως, η εταιρία έχει, στην καλύτερη περίπτωση, περιορισμένα στοιχεία ενεργητικού τα οποία να μπορούν να χρησιμεύσουν προς εξασφάλιση των σχετικών απαιτήσεων. Ναι μεν ο δανειστής και ο οφειλέτης ευελπιστούν ή πιστεύουν ότι με τη λειτουργία της επιχειρήσεως θα προκύψουν τέτοια στοιχεία ενεργητικού ως απόρροια της προσβάσεως της εταιρίας σε κεφάλαια, πλην όμως το αποτέλεσμα αυτό δεν είναι βέβαιο. Ο δανειστής οφείλει, στο πλαίσιο μιας συνετής εμπορικής πρακτικής, να αναζητήσει εναλλακτικούς τρόπους εξασφαλίσεως για την περίπτωση που, παρά τον προγραμματισμό, τα σχέδια δεν ευοδωθούν. Τέτοιες συμφωνίες συνάπτονται καθημερινά σε ολόκληρη την Ένωση. Δεν πρόκειται, επομένως, για κάτι ασυνήθιστο.

24.      Τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, όπως εκτέθηκαν στη διάταξη περί παραπομπής και συνοψίσθηκαν ανωτέρω, εμπίπτουν σε αυτήν ακριβώς την κατηγορία περιπτώσεων. Είναι απαλλαγμένα από τις επιπλοκές που ανακύπτουν ενίοτε σε πιο σύνθετες συμφωνίες δανειοδοτήσεως –όπου, παραδείγματος χάρη, ο δανειστής μπορεί να έλθει σε συμφωνία με τρίτο πρόσωπο για την οπισθογράφηση ή τη μεταβίβαση γραμματίου σε διαταγή εκδοθέντος στο πλαίσιο των συμβάσεων από τις οποίες απορρέουν οι σχετικές απαιτήσεις. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, οι διάδικοι της κύριας δίκης δεν ερίζουν ως προς το ποιος είναι ο τόπος πληρωμής του γραμματίου σε διαταγή, του οποίου την εξόφληση ζήτησε ο δανειστής με την αγωγή που άσκησε κατά του G. Feichter ως τριτεγγυητή. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει ορισμένες πράξεις οι οποίες είναι, εν πάση περιπτώσει, απλές και ως τέτοιες πρέπει να αντιμετωπιστούν.

 Πρώτο ερώτημα

25.      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις ως προς το ζήτημα της ενδεχόμενης εφαρμογής, στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, των κανόνων του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού, οι οποίοι ρυθμίζουν τη δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών.

26.      Δεδομένου ότι τα άρθρα 15 και 16 συνιστούν lex specialis σε σχέση με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (12), πρέπει πρώτα να κριθεί αν έχουν εφαρμογή οι ειδικές αυτές διατάξεις και έπειτα να εξεταστεί ο γενικός κανόνας. Η δωσιδικία που καθιερώνεται με το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού είναι αποκλειστική. Αν η διάταξη αυτή απονέμει διεθνή δικαιοδοσία στα δικαστήρια του κράτους μέλους της κατοικίας του G. Feichter, τότε στερούνται, εξ ορισμού, σημασίας οι κανόνες του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού, σχετικά με τη δικαιοδοσία σε διαφορές εκ συμβάσεως.

27.      Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, δύο προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται προκειμένου να τύχουν εφαρμογής τα άρθρα 15 και 16 του κανονισμού. Πρώτον, η οικεία σύμβαση πρέπει να έχει συναφθεί από καταναλωτή. Δεύτερον, η σύμβαση αυτή πρέπει να εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού. Οι ως άνω προϋποθέσεις είναι σωρευτικές.

28.      Οι κανόνες των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού θεσπίστηκαν προκειμένου να διασφαλιστεί η επαρκής προστασία του καταναλωτή, ο οποίος θεωρείται ότι από οικονομικής απόψεως είναι το ασθενέστερο εκ των συμβαλλομένων μερών και ότι από νομικής απόψεως έχει λιγότερη πείρα απ’ ό,τι ο επαγγελματίας αντισυμβαλλόμενός του (13). Επομένως, εξυπηρετούν διαφορετικό σκοπό από εκείνον που επιδιώκει το άρθρο 5 του κανονισμού, ήτοι την εξασφάλιση της υπάρξεως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου το οποίο έχει δικαιοδοσία δυνάμει των εξαιρέσεων αυτών (14).

29.      Αυτός είναι, πιθανόν, ο λόγος που το Δικαστήριο τείνει να ερμηνεύει συσταλτικώς τα άρθρα 15 και 16 του κανονισμού (15). Έτσι, με την απόφαση Benincasa (16), το Δικαστήριο έκρινε ότι «μόνον οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή ως θεωρούμενο οικονομικώς ασθενέστερο μέρος. Η ηθελημένη από τις διατάξεις αυτές ιδιαίτερη προστασία δεν δικαιολογείται στην περίπτωση συμβάσεων που έχουν ως σκοπό επαγγελματική δραστηριότητα […]» (17). Οι προαναφερθείσες διατάξεις εφαρμόζονται μόνον όταν η αγωγή «συναρτάται [γενικώς] προς σύμβαση την οποία έχει συνάψει ο καταναλωτής για σκοπό ξένο προς την επαγγελματική του δραστηριότητα» (18).

30.      Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές στην προκειμένη περίπτωση, έχω να παρατηρήσω τα εξής.

31.      Το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να διευκολύνει το έργο του Δικαστηρίου, εξέθεσε λεπτομερώς, στην περί παραπομπής διάταξή του, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά την εκτίμησή του πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως των ζητημάτων που εγείρουν τα υποβληθέντα ερωτήματα. Αυτά συνοψίσθηκαν στα σημεία 13 έως 18 ανωτέρω. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τον σκοπό για τον οποίο συνήφθη η πιστωτική σύμβαση και με τον ρόλο που διαδραμάτισε ο G. Feichter στο πλαίσιο της κοινοποιήσεως ορισμένων εγγράφων στον δανειστή δυνάμει τόσο της συμβάσεως αυτής όσο και της συμπληρωματικής συμβάσεως, περιλαμβανομένου του γραμματίου σε διαταγή. Η διαβίβαση τέτοιων στοιχείων από το αιτούν δικαστήριο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας της προδικαστικής παραπομπής. Παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που υποβάλλονται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ελαχιστοποιείται το ενδεχόμενο η απάντηση του Δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης να αφορά υποθετικά μόνο ζητήματα, να μη θίγει ζητήματα που είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης ή, πολλώ μάλλον, να πραγματεύεται ζητήματα τα οποία είναι άνευ σημασίας για την εν λόγω διαφορά.

32.      Κανονικά απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει την απάντηση αυτή στα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, μολονότι το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει συναφώς κάποιες ενδείξεις, στηριζόμενο στη δικογραφία και τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιόν του (19). Σε ορισμένες περιπτώσεις, πάντως, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι είναι σε θέση να δώσει στο αιτούν δικαστήριο μια πληρέστερη απάντηση. Έτσι, με την απόφαση British Telecommunications (20), η οποία εκδόθηκε επί υποθέσεως που αφορούσε υποχρέωση κράτους μέλους να καταβάλει αποζημίωση για ζημία προκληθείσα από πλημμελή μεταφορά οδηγίας στην οικεία εθνική έννομη τάξη, το Δικαστήριο έκρινε ότι «[κ]αίτοι ο έλεγχος της συνδρομής των προϋποθέσεων ευθύνης των κρατών εκ παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου εναπόκειται κατ’ αρχήν στα εθνικά δικαστήρια, στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να εκτιμήσει αν τα επίδικα πραγματικά περιστατικά πρέπει να χαρακτηρισθούν ως κατάφωρη παράβαση του κοινοτικού δικαίου» (21).

33.      Νομίζω ότι το αυτό ισχύει κατ’ αναλογία και στην προκειμένη περίπτωση. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο παρέσχε πολύτιμη βοήθεια εκθέτοντας με λεπτομέρειες το πραγματικό πλαίσιο της διαφοράς, το Δικαστήριο είναι σε θέση να ελέγξει το ίδιο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ο G. Feichter «καταναλωτής» κατά την έννοια των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει η παραμικρή υπόνοια ότι το πρόσωπο αυτό ανέλαβε υποχρεώσεις, είτε διά της τριτεγγυήσεως είτε μέσω της συμπληρωματικής συμβάσεως, για κάλυψη ίδιων καταναλωτικών αναγκών ή για σκοπό ξένο προς την επαγγελματική του δραστηριότητα. Φαίνεται μάλιστα να ισχύει το αντίθετο. Οι σχετικές συμφωνίες συνήφθησαν προκειμένου να ασφαλιστεί η πίστωση που χορηγήθηκε για επιχειρηματικούς σκοπούς στον οφειλέτη, ο οποίος είναι εν προκειμένω μια εταιρία. Ο G. Feichter συνδεόταν στενά με την εν λόγω εταιρία. Το όνομά του περιλαμβανόταν στην εμπορική της επωνυμία, ήταν διαχειριστής της και κάτοχος της πλειοψηφίας των εταιρικών της μεριδίων (22).

34.      Φρονώ, κατά συνέπεια, ότι επ’ ουδενί μπορεί να γίνει λόγος εν προκειμένω για καταναλωτή, ιδιότητα από την οποία εξαρτάται η ευδοκίμηση της ενστάσεως ελλείψεως δικαιοδοσίας που προέβαλε ο G. Feichter. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος ενδέχεται να είναι φυσικό πρόσωπο και, ως τέτοιο, να ενεργεί ως «καταναλωτής» σε κάποιες πτυχές της προσωπικής του ζωής δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκην, ότι μπορεί αυτομάτως να επικαλεστεί το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού σε οποιαδήποτε αγωγή ασκείται εναντίον του.

35.      Κατόπιν τούτου, δεν τίθεται ζήτημα αν η σύμβαση εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού.

36.      Χάριν πληρότητας, θα προσθέσω μερικά σχόλια σχετικά με τη σημασία της φράσεως «του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή», όπως χρησιμοποιείται στο πλαίσιο των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού. Δεδομένου ότι είμαι της απόψεως ότι το ζήτημα δεν έχει σημασία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, δεν θα μακρηγορήσω ούτε θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες.

37.      Η υπόθεση της κύριας δίκης συνιστά, κατά τη γνώμη μου, το τέλειο παράδειγμα μιας περιπτώσεως στην οποία αναλήφθηκε υποχρέωση εγγυήσεως από πρόσωπο που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού, σχετικά με τη δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι η χορηγηθείσα στον οφειλέτη (σημαντική) πίστωση, η οποία ασφαλίστηκε με την τριτεγγύηση, σχετιζόταν με χρηματοδότηση στο πλαίσιο των αποφάσεων που καλείται να λάβει ένα φυσικό πρόσωπο σχετικά με την αγορά καταναλωτικών αγαθών.

38.      Προτείνω τώρα το εξής παράδειγμα, ως ενδεικτικό μιας κατάστασης που βρίσκεται στο άλλο άκρο του φάσματος. Ανήλικος επιθυμεί να αγοράσει smartphone, αλλά ο προμηθευτής, ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, αρνείται να συνάψει σύμβαση πωλήσεως αν οι γονείς του δεν εγγυηθούν για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Οι γονείς παρέχουν την εγγύηση η οποία ζητήθηκε και ο ανήλικος αποκτά το smartphone. Είναι πρόδηλο ότι ο ανήλικος συνάπτει ως καταναλωτής τη σχετική σύμβαση με τον πωλητή. Τα άρθρα 15 και 16 του κανονισμού θα έχουν εφαρμογή στην περίπτωση του, εφόσον ο πωλητής κινηθεί δικαστικώς εναντίον του στο πλαίσιο διαφοράς εκ της ως άνω συμβάσεως.

39.      Τι ισχύει όμως για τους γονείς του; Θεωρώ ότι και αυτοί έχουν δικαίωμα στην προστασία την οποία παρέχουν οι εν λόγω διατάξεις. Η λύση αυτή είναι σύμφωνη με τη γενική οικονομία του κανονισμού. Μολονότι, λογικά, θα είναι πιο υποψιασμένοι στις συναλλαγές με τους εμπόρους και οικονομικώς πιο εύρωστοι από το τέκνο τους, εντούτοις θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, από οικονομικής απόψεως ασθενέστεροι και από νομικής απόψεως λιγότερο πεπειραμένοι σε σχέση με τον αντισυμβαλλόμενο, δηλαδή τον πωλητή (23). Ως εκ τούτου, οι συμφωνίες οι οποίες συνάπτονται από τους γονείς συνιστούν ζητήματα σχετικά με συμβάσεις που καταρτίζει καταναλωτής κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1.

40.      Όσο ενδιαφέρουσες και αν είναι οι σκέψεις αυτές, το ως άνω παράδειγμα πόρρω απέχει από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης. Πολύ απλά, ο G. Feichter δεν είναι καταναλωτής κατά την έννοια των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού.

41.      Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου ότι, όταν ένα γραμμάτιο σε διαταγή αποτελεί τμήμα συμφωνιών που συνάπτονται από μια εταιρία για επιχειρηματικούς σκοπούς και ένα φυσικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται στενά με την επιχείρηση αυτή, το υπογράφει ως τριτεγγυητής, η τριτεγγύηση πρέπει, από απόψεως της ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού, να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στο πλαίσιο εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Επομένως, η περίπτωση αυτή δεν καλύπτεται από τη φράση «συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού.

 Ερώτημα 2

42.      Το κύριο ζήτημα που τίθεται με το δεύτερο ερώτημα είναι η δυνατότητα εφαρμογής των κανόνων δικαιοδοσίας «ως προς διαφορές εκ συμβάσεως» που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού.

43.      Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, μολονότι η διάταξη αυτή δεν απαιτεί τη σύναψη συμβάσεως, πρέπει τουλάχιστον να υφίσταται υποχρέωση προς παροχή. Πρόκειται για προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, δεδομένου ότι η δικαιοδοσία του εθνικού δικαστηρίου καθορίζεται από τον τόπο εκπληρώσεως της εν λόγω παροχής (24).

44.      Το ένα μέρος πρέπει να έχει αναλάβει ελεύθερα την υποχρέωση έναντι του άλλου. Η ερμηνεία της διατάξεως χωρίς αυτή την προϋπόθεση θα οδηγούσε σε επέκταση της εφαρμογής της πέραν των καταστάσεων στις οποίες απέβλεψε ο κανονισμός (25). Το Δικαστήριο συνόψισε την ως άνω απαίτηση αποφαινόμενο ότι ο κανόνας ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, «προϋποθέτει τον προσδιορισμό νομικής υποχρεώσεως η οποία έχει ελευθέρως αναληφθεί από ένα πρόσωπο έναντι άλλου προσώπου και επί της οποίας στηρίζεται η αγωγή του ενάγοντος» (26).

45.      Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητείται η ύπαρξη συμβάσεως μεταξύ του δανειστή και του οφειλέτη. Ο δανειστής ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγήσει στον οφειλέτη κεφάλαια βάσει της πιστωτικής συμβάσεως και ο οφειλέτης ανέλαβε την υποχρέωση να τα αποδώσει σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως αυτής. Η θέση του G. Feichter ήταν διαφορετική, δεδομένου ότι δεν ήταν συμβαλλόμενος στη σύμβαση αυτή. Κατά τη γνώμη μου, όμως, η παροχή τριτεγγυήσεως επί του γραμματίου σε διαταγή είναι επίσης νομική υποχρέωση την οποία αυτός ελεύθερα ανέλαβε. Σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφοι 1 και 2, του ZSS, ευθυνόταν όπως και ο υπέρ ου η τριτεγγύηση, δηλαδή, ο οφειλέτης (27). Το γεγονός ότι ο δανειστής δεν είχε έναντι αυτού άμεση υποχρέωση είναι, συνεπώς, άνευ σημασίας για τη θεμελίωση διεθνούς δικαιοδοσίας βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄.

46.      Κατά τη γνώμη μου δεν έχει επίσης σημασία ότι το γραμμάτιο σε διαταγή εκδόθηκε υπό ατελή μορφή και, ως εκ τούτου, κατά τον χρόνο εκείνο ήταν «εν γενέσει». Το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας κρίνεται από την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Πράγματι, δεδομένου ότι το εν λόγω γραμμάτιο εκδόθηκε για την εξασφάλιση ανοιχτής πίστωσης, δεν ήταν δυνατόν, εξ ορισμού, να εκδοθεί υπό πλήρη μορφή κατά τον χρόνο της συμφωνίας για την ως άνω πίστωση.

47.      Προσθέτω επίσης ότι ο κατά το εθνικό δίκαιο χαρακτηρισμός του γραμματίου σε διαταγή ως αναιτιώδους αξιογράφου χωρίς συμβατικό χαρακτήρα (28) δεν επηρεάζει την ανωτέρω θέση. Σε σχέση με τη Σύμβαση των Βρυξελλών, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα κρίνει ότι οι έννοιες που χρησιμοποιούνται στη Σύμβαση –και, ειδικότερα, εκείνες που χρησιμοποιούνται στα άρθρα 5, παράγραφοι 1 και 3, και 13 (29)– χρήζουν αυτοτελούς ερμηνείας, με αναφορά πρωτίστως στο σύστημα και τους σκοπούς της Συμβάσεως, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή της στο σύνολο των συμβαλλομένων κρατών (30). Δεν βλέπω τον λόγο αυτό να μην ισχύει όσον αφορά τον κανονισμό (31).

48.      Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι ο κανόνας του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού μπορεί να εφαρμοστεί στις περιστάσεις της κύριας δίκης.

49.      Για να κρίνει αν η ως άνω διάταξη όντως έχει εφαρμογή, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει αν ο τόπος εκπληρώσεως της επίμαχης παροχής βρίσκεται εντός των ορίων της κατά τόπον αρμοδιότητάς του (32). Δεδομένου ότι η επίμαχη σύμβαση δεν αφορά την πώληση εμπορευμάτων, ούτε την παροχή υπηρεσιών, καμία από τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή. Συνεπώς, κρίσιμος θα είναι ο τόπος της πληρωμής. Στη διάταξη περί παραπομπής αναφέρεται ότι τόπος πληρωμής βάσει του γραμματίου σε διαταγή είναι η Πράγα και ότι ο G. Feichter δεν αμφισβητεί το σημείο αυτό. Θα προσέθετα απλώς ότι συμφωνία για την απόδοση των ποσών που έχουν χορηγηθεί στον τόπο της επαγγελματικής εγκαταστάσεως του δανειστή πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να θεωρηθεί ότι αποτελεί συνήθη πρακτική στις συμβάσεις εμπορικών δανείων.

50.      Εκ πρώτης όψεως, το ζήτημα θα μπορούσε να θεωρηθεί λήξαν. Εφόσον οι διάδικοι δεν διαφωνούν ως προς τον τόπο εκπληρώσεως της παροχής βάσει του οποίου καθορίζεται η διεθνής δικαιοδοσία, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς μπορεί να διαπιστώσει ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία.

51.      Το αιτούν δικαστήριο, όμως, ερωτά αν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι το γραμμάτιο σε διαταγή εκδόθηκε εν λευκώ και στη συνέχεια συμπληρώθηκε από τον δανειστή. Επισημαίνει ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η προσθήκη του τόπου πληρωμής να έγινε κατά παράβαση των όρων της συμπληρωματικής συμβάσεως ή αυτή η σύμβαση να ήταν άκυρη λόγω αοριστίας ή για άλλους λόγους. Σε τέτοια περίπτωση, δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει λόγος για υποχρέωση που έχει αναληφθεί ελεύθερα από το ένα μέρος έναντι του άλλου (33).

52.      Κατανοώ τη θέση αυτή. Δεδομένου, όμως, ότι ο G. Feichter δεν έχει αμφισβητήσει τον τόπο εκπληρώσεως της παροχής, κατά τα φαινόμενα το ζήτημα αυτό δεν ανακύπτει εν προκειμένω. Αν, όμως, ο τόπος πληρωμής βάσει του γραμματίου σε διαταγή αμφισβητούνταν για οποιονδήποτε λόγο, θα παρατηρούσα τα εξής.

53.      Κάνοντας λόγο για υποχρέωση η οποία έχει ελεύθερα αναληφθεί από ένα μέρος έναντι άλλου, το Δικαστήριο εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο νοείται η «σύμβαση» στο πλαίσιο του κανονισμού. Αν οι κατευθύνσεις που έχει δώσει συναφώς το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν σε ορισμένη υπόθεση, τότε δεν είναι δυνατή η επίκληση της φράσεως «διαφορές εκ συμβάσεως» για τη θεμελίωση διεθνούς δικαιοδοσίας ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι η φράση αποκλείεται να καλύπτει την περίπτωση κατά την οποία αμφισβητείται το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αυτής.

54.      Πράγματι, ως εκ της φύσεώς τους, οι διατάξεις του κανονισμού εφαρμόζονται ακριβώς σε περιπτώσεις όπου υπάρχει διάσταση απόψεων. Σε διαφορετικό αλλά συναφές πλαίσιο, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, έχει εφαρμογή ακόμα και στην περίπτωση που η ύπαρξη της συμβάσεως επί της οποίας στηρίζεται η αγωγή αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων (34). Σε άλλη περίπτωση, θα υπήρχε ο κίνδυνος η διάταξη αυτή να καταστεί αναποτελεσματική, δεδομένου ότι θα αρκούσε για τον αποκλεισμό της εφαρμογής του κανόνα που θέτει να προβάλει ένας από τους διαδίκους την ανυπαρξία της συμβάσεως.

55.      Κατά τη γνώμη μου το ίδιο σκεπτικό πρέπει κατ’ αναλογία να εφαρμοστεί και εν προκειμένω. Θα ήταν πολύ εύκολο για εναγόμενο ο οποίος θα επιθυμούσε να αποτρέψει την εφαρμογή του κανονισμού να αμφισβητήσει, όχι την ύπαρξη ολόκληρης της συμβάσεως επί της οποίας στηρίζεται η αγωγή, αλλά όρο της συμβάσεως επί του οποίου θα θεμελιωνόταν η διεθνής δικαιοδοσία. Η ευδοκίμηση τέτοιου ισχυρισμού θα δημιουργούσε τον κίνδυνο ακυρώσεως των αποτελεσμάτων της ρυθμίσεως, εν προκειμένω του κανονισμού, μεταξύ των κύριων σκοπών του οποίου είναι η ασφάλεια δίκαιου στο πεδίο εφαρμογής της (35).

56.      Όμως, εξίσου, δεν πρέπει να είναι δυνατή για κακόπιστο ή μη συνετό ενάγοντα η επίκληση της υπάρξεως διεθνούς δικαιοδοσίας με προσχηματικούς λόγους, με τον απλό ισχυρισμό και χωρίς καμία νομική βάση προς τούτο, ότι μια σύμβαση προβλέπει την υποχρέωση εκπληρώσεως της παροχής στην οποία υποτίθεται ότι θεμελιώνεται η διεθνής δικαιοδοσία σε ορισμένο τόπο.

57.      Αν σε δίκη που αφορά «διαφορές εκ συμβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού υπάρχει διαφωνία ως προς τον τόπο εκπληρώσεως της επίμαχης παροχής, εκτιμώ ότι το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξετάσει την ένσταση του εναγόμενου ως προς το σημείο αυτό. Αν η ένσταση είναι προδήλως βάσιμη, θα πρέπει να κρίνει ότι δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν είναι σαφές ότι υφίστανται άλλοι, δεόντως τεκμηριωμένοι, λόγοι βάσει των οποίων μπορεί να εκδικάσει την ενώπιόν του υπόθεση. Στη συνέχεια, μόνον αν είναι αναγκαίο, θα πρέπει να εξετάσει τον λόγο επί του οποίου θεμελιώνει ο ενάγων τον ισχυρισμό του περί υπάρξεως διεθνούς δικαιοδοσίας. Αν αυτός ο λόγος είναι προφανώς αβάσιμος, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να μην εξετάσει την ενώπιόν του υπόθεση. Αν (όπως ενδεχομένως συμβαίνει συνηθέστερα) η επίλυση του ζητήματος είναι δυσχερέστερη, το δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώνει αν βάσει των ισχυρισμών του ενάγοντος πιθανολογείται η εφαρμογή της σχετικής διατάξεως του κανονισμού. Αν κρίνει ότι αυτό συμβαίνει, μπορεί να δεχθεί ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία.

58.      Για όλους τους ανωτέρω λόγους, φρονώ ότι στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η φράση «διαφορές εκ συμβάσεως» στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού περιλαμβάνει τις αξιώσεις που απορρέουν από γραμμάτιο σε διαταγή, το οποίο εκδόθηκε αρχικώς υπό ατελή μορφή (αλλά στη συνέχεια συμπληρώθηκε), και προβάλλονται από τον λήπτη του γραμματίου κατά του προσώπου που τριτεγγυήθηκε υπέρ του εκδότη του γραμματίου αυτού.

 Συμπερασματικές παρατηρήσεις

59.      Εφαρμόζοντας τις προτάσεις που διατύπωσα ανωτέρω στην διαφορά ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, εκτιμώ ότι δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δικαστήριο αυτό έχει διεθνή δικαιοδοσία προκειμένου να επιληφθεί και να εκδικάσει την υπόθεση της κύριας δίκης. Κατά τη γνώμη μου, το αποτέλεσμα δεν προκύπτει μόνο από το γράμμα και τη συνολική διάρθρωση του κανονισμού, αλλά ανταποκρίνεται και στο πραγματικό πλαίσιο της καταστάσεως. Πράγματι, αν η εφαρμογή του κανονισμού οδηγούσε σε άλλη λύση σε υπόθεση όπως η εν προκειμένω, το αποτέλεσμα θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, εντελώς παράλογο.

60.      Ας μου επιτραπεί να αναφέρω το παράδειγμα της καταστάσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων στα νέα κράτη μέλη (ας πούμε, κάπου στα Βαλκάνια). Ορισμένες εταιρίες που εδρεύουν σε άλλο κράτος μέλος επιθυμούν να ιδρύσουν θυγατρικές για τη διεξαγωγή εμπορικών συναλλαγών, με σκοπό την επέκταση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Οι θυγατρικές αυτές, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είτε δεν έχουν περιουσιακά στοιχεία είτε τα περιουσιακά τους στοιχεία δεν είναι άξια λόγου. Οι δανειστές θέτουν ως όρο της χορηγήσεως κεφαλαίων την παροχή εγγυήσεως από τα φυσικά πρόσωπα που διοικούν και/ή στα οποία ανήκουν οι θυγατρικές αυτές. Μεταξύ των εγγυητών βάσει των συμφωνιών αυτών περιλαμβάνονται φυσικά πρόσωπα τα οποία κατοικούν (ας πούμε) στην Φινλανδία και τη Λιθουανία. Κατά τη γνώμη μου, είναι εντελώς αδιανόητο οι συγκεκριμένοι δανειστές να μην μπορούν να ασκήσουν αγωγή επικαλούμενοι τις εν λόγω εγγυήσεις στο κράτος μέλος της έδρας τους. Κάθε άλλο αποτέλεσμα θα ερχόταν σε αντίθεση με την πραγματικότητα.

 Πρόταση

61.      Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Městký soud v Praze:

1)      Όταν ένα γραμμάτιο σε διαταγή αποτελεί τμήμα συμφωνιών που συνάπτονται από μια εταιρία για επιχειρηματικούς σκοπούς και ένα φυσικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται στενά με την επιχείρηση αυτή, το υπογράφει ως τριτεγγυητής, η τριτεγγύηση πρέπει, από απόψεως της ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στο πλαίσιο εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Επομένως, η περίπτωση αυτή δεν καλύπτεται από τη φράση «συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή», όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού.

2)      Η φράση «διαφορές εκ συμβάσεως» στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού περιλαμβάνει τις αξιώσεις που απορρέουν από γραμμάτιο σε διαταγή, το οποίο εκδόθηκε αρχικώς υπό ατελή μορφή (αλλά στη συνέχεια συμπληρώθηκε), και προβάλλονται από τον λήπτη του γραμματίου κατά του προσώπου που τριτεγγυήθηκε υπέρ του εκδότη του γραμματίου αυτού.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2–      Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός).


3–      Βλ. σημείο 14 και υποσημείωση 9 κατωτέρω.


4–      Βλ. άρθρο 76.


5 – Εκτός της Δανίας.


6–      ΕΕ 1982, L 388, σ. 7.


7–      Απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, C‑167/08, Draka NK Cables κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I‑3477, σκέψη 20).


8 – Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η ακριβής έννοια του όρου «αναιτιώδες αξιόγραφο» στο πλαίσιο αυτό αποτέλεσε αντικείμενο μιας εκτενούς ανταλλαγής απόψεων. Σε μια πρώτη φάση, επιβεβαιώθηκαν οι πληροφορίες που παρέσχε το εθνικό δικαστήριο, εν συνεχεία όμως η συζήτηση στράφηκε σε ορισμένα πιο τεχνικά, αν όχι περίπλοκα, νομικά ζητήματα, όπως η δυνατότητα μεταβιβάσεως γραμματίου εις διαταγήν και τα αποτελέσματα της μεταβιβάσεως αυτής. Πάντως, κατά τη δεύτερη αυτή φάση, δεν εθίγησαν ζητήματα κρίσιμα για την παρούσα ανάλυση, οπότε δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ περαιτέρω με αυτά.


9 – Ως «τριτεγγύηση» νοείται η έγγραφη ανάληψη ευθύνης από πρόσωπο διάφορο του εκδότη, του λήπτη ή του οπισθογράφου γραμματίου ή συναλλαγματικής περί πληρωμής κατά τη λήξη· βλ. http://www.merriam-webster.com/dictionary/aval.


10 – Σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία η Τσεχική Δημοκρατία περιέλαβε στις γραπτές της παρατηρήσεις και επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Βλ. http://www.justice.cz/or.


11 –      Από το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου 2 της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία υπεγράφη στο Λουγκάνο στις 30 Οκτωβρίου 2007 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2011, προκύπτει ότι κάθε δεσμευόμενο από τη σύμβαση αυτή κράτος, το οποίο δεν είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (όπως η Ελβετική Συνομοσπονδία), δικαιούται να υποβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου υπόμνημα ή γραπτές παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του πρωτοκόλλου για τον Οργανισμό του Δικαστηρίου, όταν, μεταξύ άλλων, ένα δικαστήριο κράτους μέλους υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού.


12–      Βλ. απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2005, C‑27/02, Engler (Συλλογή 2005, σ. I‑481, σκέψη 32).


13–      Βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C‑96/00, Gabriel (Συλλογή 2002, σ. I‑6367, σκέψη 39). Βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1993, C‑89/91, Shearson Lehman Hutton (Συλλογή 1993, σ. I‑139, σκέψη 18).


14–      Βλ., συναφώς, απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑440/97, GIE Groupe Concorde κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I‑6307, σκέψη 29). Βλ., επίσης, δωδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001.


15–      Βλ., συναφώς, απόφαση Engler (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 43).


16–      Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1997, C‑269/95 (Συλλογή 1997, σ. I‑3767).


17–      Σκέψη 17.


18–      Απόφαση Gabriel (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 38). Βλ., επίσης, απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2005, C‑464/01, Gruber (Συλλογή 2005, σ. I‑439), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι πρόσωπο που έχει συνάψει σύμβαση σχετική με αγαθό προοριζόμενο εν μέρει για επαγγελματική χρήση και εν μέρει για χρήση ξένη προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου αυτού δεν έχει δικαίωμα να επικαλεστεί το ευεργέτημα των ειδικών κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας για συμβάσεις καταναλωτών, εκτός αν η επαγγελματική χρήση είναι περιθωριακή μέχρι το σημείο να έχει αμελητέο ρόλο στο όλο πλαίσιο της σχετικής οικονομικής πράξεως, ενώ είναι άνευ σημασίας συναφώς το γεγονός ότι προέχει η εξωεπαγγελματική πτυχή (σκέψη 54).


19–      Βλ., συναφώς, απόφαση της 30ής Μαρτίου 1993, C‑328/91, Thomas κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I‑1247, σκέψη 13).


20–      Απόφαση της 26ης Μαρτίου 1996, C‑392/93, British Telecommunications (Συλλογή 1996, σ. I‑1631, σκέψη 41).


21–      Βλ., επίσης, αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1996, C‑283/94, C‑291/94 και C‑292/94, Denkavit κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑5063, σκέψη 49), και της 25ης Νοεμβρίου 2010, C‑429/09, Fuß (Συλλογή 2010, σ. I‑12167, σκέψη 53), καθώς και Lenaerts, K., Arts, D., και Maselis, I., Procedural Law of the European Union, 2η έκδοση, Sweet and Maxwell, Λονδίνο, 2006, αριθ. 6-026.


22–      Βλ. σημείο 14 ανωτέρω.


23–      Βλ. σημείο 28 ανωτέρω.


24 – Βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑334/00, Tacconi (Συλλογή 2002, σ. I‑7357, σκέψη 22), καθώς και απόφαση Engler (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 ανωτέρω, σκέψη 50). Μολονότι οι αποφάσεις αυτές αφορούν τις αντίστοιχες διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών, δεν βλέπω λόγο διαφοροποιήσεως όσον αφορά τον κανονισμό. Βλ. σημείο 8 ανωτέρω.


25 –      Βλ. απόφαση της 17ης Ιουνίου 1992, C‑26/91, Handte (Συλλογή 1992, σ. I‑3967, σκέψη 15). Βλ., επίσης, απόφαση Engler (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


26 – Απόφαση Engler (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 ανωτέρω, σκέψη 51).


27 – Βλ. σημείο 11 ανωτέρω.


28 – Βλ. σημείο 12 ανωτέρω.


29 – Τα οποία αντιστοιχούν, σε γενικές γραμμές, στα άρθρα 5, παράγραφοι 1 και 3, και 15 του κανονισμού.


30 – Βλ. απόφαση Engler (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


31 – Βλ. σημείο 8 ανωτέρω και τη νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 7.


32 – Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1976, 12/76, Industrie Tessili Italiana Como (Συλλογή τόμος 1976, σ. 533, σκέψη 13).


33 – Βλ. σημείο 44 ανωτέρω.


34 – Απόφαση της 4ης Μαρτίου 1982, 38/81, Effer (Συλλογή 1982, σ. 825, σκέψεις 7 και 8), καθώς και απόφαση Engler (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 46). Μολονότι οι αποφάσεις αυτές αφορούν τις αντίστοιχες διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών, δεν βλέπω λόγο διαφοροποιήσεως όσον αφορά τον κανονισμό. Βλ. σημείο 8 ανωτέρω.


35 – Βλ. σχετικά, μεταξύ άλλων, απόφαση Handte (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σκέψη 18).