Language of document : ECLI:EU:C:2012:757

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

VERICA TRSTENJAK

της 28ης Νοεμβρίου 2012 (1)

Υπόθεση C‑645/11

Land Berlin

κατά

Ellen Mirjam Sapir,

Michael J. Busse,

Mirjam M. Birgansky,

Gideon Rumney,

Benjamin Ben-Zadok,

Hedda Brown κ.λπ.

[αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Άρθρο 1, παράγραφος 1 – Άρθρο 6, σημείο 1 – Έννοια της “αστικής και εμπορικής υποθέσεως” – Αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό από κρατική αρχή – Απαίτηση επιστροφής του ποσού στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας – Δωσιδικία της συνάφειας – Στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών – Εναγόμενος που κατοικεί σε τρίτη χώρα»





Περιεχόμενα

I – Εισαγωγή

II – Νομικό πλαίσιο

Α – Το δίκαιο της Ένωσης

Β – Η εθνική νομοθεσία

1.     Νόμος περί ρυθμίσεως ανεπίλυτων περιουσιακών ζητημάτων (Gesetz zur Regelung offener Vermφgensfragen)

2.     Νόμος περί της προτεραιότητος των επενδύσεων στο πλαίσιο αξιώσεων αναμεταβιβάσεως δυνάμει του νόμου περί περιουσιακών στοιχείων (Gesetz όber den Vorrang fόr Investitionen bei Rόckόbertragungsansprόchen nach dem Vermφgensgesetz)

III – Η κύρια δίκη

IV – Τα προδικαστικά ερωτήματα

V – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

VI – Η επιχειρηματολογία των μετεχόντων στη διαδικασία

Α – Επί του πρώτου ερωτήματος

Β – Επί του δευτέρου ερωτήματος

Γ – Επί του τρίτου ερωτήματος

VII – Νομική εκτίμηση

Α – Επί του πρώτου ερωτήματος

1.     Επί της ανάγκης αυτοτελούς ερμηνείας της εννοίας «αστικές και εμπορικές υποθέσεις»

2.     Επί της σημασίας της νομολογίας επί του άρθρου 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών για την ερμηνεία του άρθρου 1 του κανονισμού 44/2001

3.     Η νομολογία επί του άρθρου 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών που είναι κρίσιμη για την ερμηνεία του άρθρου 1 του κανονισμού 44/2001

α) Η απόφαση LTU 

β) Η απόφαση Rόffer 

γ) Η απόφαση Sonntag 

δ) Η απόφαση Baten 

ε) Η απόφαση Prιservatrice fonciθre TIARD 

στ) Συνοπτική εκτίμηση της νομολογίας επί του άρθρου 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών

4.     Διατήρηση της νομολογίας που αναπτύχθηκε επί του άρθρου 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών και μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 44/2001

α) Η απόφαση Αποστολίδης 

β) Η απόφαση Realchemie Nederland 

5.     Εφαρμογή των νομολογιακών κριτηρίων επί των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης

α) Η φύση των υφιστάμενων μεταξύ των αντιδίκων έννομων σχέσεων

β) Αντικείμενο της ένδικης διαφοράς

6.     Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα

Β – Επί του δευτέρου ερωτήματος

1.     Νομολογία του Δικαστηρίου επί της εννοίας της «στενής συνάφειας» του άρθρου 6, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών ήτοι του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001

α) Αυτοτελής και στενή ερμηνεία της προϋποθέσεως της «στενής συνάφειας»

β) Αρκούντως στενή συνάφεια και κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων

γ) Το κριτήριο της προβλεψιμότητας της δωσιδικίας της συνάφειας υπό το πρίσμα του εναγομένου

2.     Εφαρμογή των νομολογιακών κριτηρίων επί των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης

α) Επαρκής στενή συνάφεια και κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων

β) Το κριτήριο της προβλεψιμότητας της δωσιδικίας της συνάφειας υπό το πρίσμα του εναγομένου

3.     Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα

Γ – Επί του τρίτου ερωτήματος

1.     Ερμηνεία του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001

α) Το γράμμα του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001

β) Το άρθρο 6, σημείο 1, στη συστηματική διάρθρωση του κανονισμού 44/2001

γ) Περιεχόμενο και σκοπός του άρθρου 6, σημείο 1, το κανονισμού 44/2001

2.     Αναλογική εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 επί περιπτώσεων τρίτων χωρών;

3.     Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα

VIII – Πρόταση

I –    Εισαγωγή

1.        Το ιστορικό υπόβαθρο της παρούσας από 18 Νοεμβρίου 2011 αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως του Bundesgerichtshof αφορά την περίοδο του λεγομένου Τρίτου Ράιχ. Κατά την εποχή εκείνη, ένας μεγάλος αριθμός Γερμανών υπέστη διώξεις και υποχρεώθηκαν, σε πολλές περιπτώσεις προτού μεταναστεύσουν στην αλλοδαπή, να εκποιήσουν την περιουσία τους σε τιμή κατά πολύ κατώτερη από την αξία της. Τα περιουσιακά στοιχεία εν μέρει αποκτήθηκαν από ιδιώτες (2), εν μέρει περιήλθαν τελικώς στην κυριότητα κρατικών αρχών.

2.        Στην κύρια δίκη που εκκρεμεί ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο της οποίας εξεδόθη η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, ίστανται από την πλευρά των εναγομένων οι (στην πλειονότητά τους κάτοικοι αλλοδαπής) καθολικοί διάδοχοι του θύματος ενός τέτοιου διωκτικού μέτρου και από την πλευρά του ενάγοντος το Land Berlin (ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου). Από απόψεως ουσιαστικού δικαίου, η ένδικη διαφορά θέτει μεταξύ άλλων ζητήματα που αφορούν το ύψος της αποζημιώσεως που δικαιούνται οι καθολικοί διάδοχοι.

3.        Η εθνική νομοθεσία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προβλέπει μια περίπλοκη διαδικασία για την αποκατάσταση τέτοιου είδους αδικιών συνεπεία διώξεων. Η διαδικασία πρέπει να κινηθεί εν μέρει ενώπιον διοικητικής αρχής, εν μέρει ενώπιον του αρμόδιου τακτικού δικαστηρίου και σκοπεί, αναλόγως των συνθηκών εκάστης περιπτώσεως, στην αναμεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, στην καταβολή του διά της εκποιήσεώς τους επιτευχθέντος τιμήματος πωλήσεως στον ζημιωθέντα ή στην καταβολή έτι περαιτέρω αποζημιώσεως.

4.        Εντούτοις, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν αφορά προβλήματα απορρέοντα από το ουσιαστικό δίκαιο, αλλά θεμελιώδη ζητήματα σε σχέση προς τη διεθνή δικαιοδοσία του επιληφθέντος δικαστηρίου και του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (3).

5.        Συγκεκριμένα, το ζήτημα είναι ποιες υποθέσεις πρέπει να χαρακτηρίζονται ως αστικές και εμπορικές υποθέσεις κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001. Πέραν αυτού, η διάταξη περί παραπομπής θέτει το ζήτημα του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001. Κατά τη διάταξη αυτή, εάν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, αυτοί μπορούν να ασκήσουν αγωγή «ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών», εφόσον υπάρχει τόσο «στενή συνάφεια» μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται η συνεκδίκασή τους και η έκδοση κοινής αποφάσεως επ’ αυτών. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά σχετικά με την έννοια της διατάξεως αυτής και τη δυνατότητα εφαρμογής της επί περιπτώσεων στις οποίες δεν έχουν όλοι οι εναγόμενοι την κατοικία τους εντός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

II – Νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

6.        Η ένατη, η ενδέκατη, η δωδέκατη, η δέκατη πέμπτη και η δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001 διαλαμβάνουν τα εξής:

«(9)      Οι εναγόμενοι, που δεν έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος υπάγονται εν γένει στους εθνικούς κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που ισχύουν στο έδαφος του κράτους μέλους όπου βρίσκεται το δικαστήριο το οποίο επελήφθη της υποθέσεως, και οι εναγόμενοι, που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος που δεν δεσμεύεται από τον ανά χείρας κανονισμό, πρέπει να συνεχίσουν να υπάγονται στη Σύμβαση των Βρυξελλών.

(11)      Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα […].

(12)      Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.

(15)      Για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης και να αποφεύγεται η έκδοση ασυμβιβάστων αποφάσεων σε δύο κράτη μέλη. […]

(19)      Πρέπει να διασφαλισθεί η συνέχεια μεταξύ της Σύμβασης των Βρυξελλών και του ανά χείρας κανονισμού και για αυτό τον σκοπό πρέπει να προβλεφθούν μεταβατικές διατάξεις. Η ίδια ανάγκη συνέχειας ισχύει και όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων της Σύμβασης των Βρυξελλών από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων […]»

7.        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 ορίζει τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει ιδίως φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις.»

8.        Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 ορίζει τα εξής:

«Αν ο εναγόμενος δεν έχει κατοικία στο έδαφος κράτους μέλους, η διεθνής δικαιοδοσία σε κάθε κράτος μέλος ρυθμίζεται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, με την επιφύλαξη των άρθρων 22 και 23.»

9.        Το άρθρο 6 του κανονισμού 44/2001 ορίζει τα εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους μπορεί επίσης να εναχθεί:

1.      αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη χωριστή εκδίκασή τους·

[…]

3.      αν πρόκειται για ανταγωγή που απορρέει από την ίδια σύμβαση ή τα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή, ενώπιον του δικαστηρίου όπου είναι εκκρεμής η αγωγή αυτή·

[…]».

10.      Το άρθρο 22 του κανονισμού 44/2001 ορίζει:

«Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν:

1.      σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.

[…]

2.      σε θέματα κύρους, ακυρότητας ή λύσης εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων ή ενώσεων φυσικών ή νομικών προσώπων ή κύρους αποφάσεων των οργάνων τους, τα δικαστήρια του κράτους στο οποίο η εταιρεία, το νομικό πρόσωπο ή η ένωση έχουν την έδρα τους […]

3.      σε θέματα κύρους των καταχωρίσεων σε δημόσια βιβλία, τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους στο έδαφος του οποίου τηρούνται τα βιβλία αυτά,

4.      σε θέματα καταχωρίσεως ή κύρους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σημάτων, σχεδίων και προτύπων και άλλων ανάλογων δικαιωμάτων τα οποία επιδέχονται κατάθεση ή καταχώριση, τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους στο έδαφος του οποίου η κατάθεση ή καταχώριση ζητήθηκε, πραγματοποιήθηκε ή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με διεθνή σύμβαση.

[…]

5.      σε θέματα αναγκαστικής εκτελέσεως αποφάσεων, τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους του τόπου εκτελέσεως.»

11.      Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 ορίζει ότι:

«Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. […]»

 Η εθνική νομοθεσία

1.      Νόμος περί ρυθμίσεως ανεπίλυτων περιουσιακών ζητημάτων (Gesetz zur Regelung offener Vermögensfragen, στο εξής: νόμος περί περιουσιακών στοιχείων) (4)

12.      Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου περί περιουσιακών στοιχείων ορίζει το πεδίο ισχύος του ως εξής:

«Ο παρών νόμος ρυθμίζει περιουσιακές αξιώσεις επί περιουσιακών στοιχείων τα οποία […] απαλλοτριώθηκαν και περιήλθαν στην κυριότητα του δημοσίου άνευ καταβολής αποζημιώσεως […]

13.      Το άρθρο 1, παράγραφος 6, του νόμου περί περιουσιακών στοιχείων ορίζει:

«Ο παρών νόμος πρέπει να τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής επί περιουσιακής φύσεως αξιώσεων πολιτών και ενώσεων που υπέστησαν από την 30ή Ιανουαρίου 1933 έως την 8η Μαΐου 1945 για εθνοφυλετικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς ή ιδεολογικούς λόγους και, ως εκ τούτου, απώλεσαν τις περιουσίες τους συνεπεία αναγκαστικών πωλήσεων, απαλλοτριώσεων ή με άλλον τρόπο […]»

14.      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του νόμου περί περιουσιακών στοιχείων ορίζει σχετικά με την αναμεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων τα εξής:

«Περιουσιακά στοιχεία τα οποία διέποντο από τα μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 1 και περιήλθαν στην κυριότητα του δημοσίου ή εκποιήθηκαν σε τρίτους πρέπει να αναμεταβιβαστούν στους δικαιούχους κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, εφόσον τούτο […] δεν αποκλείεται. […]»

2.      Νόμος περί της προτεραιότητος των επενδύσεων στο πλαίσιο αξιώσεων αναμεταβιβάσεως δυνάμει του νόμου περί περιουσιακών στοιχείων (Gesetz über den Vorrang für Investitionen bei Rückübertragungsansprüchen nach dem Vermögensgesetz, στο εξής: νόμος περί προτεραιότητος των επενδύσεων) (5)

15.      Το άρθρο 1 του νόμου περί προτεραιότητος των επενδύσεων ορίζει:

«Ακίνητα […] τα οποία αποτελούν ή μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αξιώσεων αναμεταβιβάσεως δυνάμει του νόμου περί περιουσιακών στοιχείων μπορούν δυνάμει των ακόλουθων διατάξεων να χρησιμοποιηθούν εν όλω ή εν μέρει για ειδικούς επενδυτικούς σκοπούς. Στις περιπτώσεις αυτές, ο δικαιούχος λαμβάνει αντάλλαγμα όπως ορίζει ο παρών νόμος.»

16.      Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του νόμου περί προτεραιότητος των επενδύσεων ορίζει:

«Εάν […] η αναμεταβίβαση του περιουσιακού στοιχείου δεν είναι εφικτή, τότε κάθε δικαιούχος μπορεί, αφού διαπιστωθεί ή αποδειχθεί το δικαίωμά του, […] να απαιτήσει την καταβολή χρηματικού ποσού ίσου προς το ύψος όλων των χρηματικών παροχών που απορρέουν από τη σύμβαση και αναλογούν στο περιουσιακό στοιχείο που αυτός μπορεί να διεκδικήσει. Η αξίωση αυτή πρέπει να κριθεί […] με απόφαση της υπηρεσίας ή της υπηρεσίας του οικείου ομόσπονδου κράτους που είναι αρμόδια για τη ρύθμιση ανεπίλυτων ζητημάτων περιουσιακής φύσεως. Εάν δεν επιτευχθεί κάποιο χρηματικό ποσό […] [ή] το ποσό αυτό υπολείπεται της αγοραίας αξίας, την οποία το περιουσιακό στοιχείο είχε κατά τον χρόνο κατά τον οποίον καθίσταται εκτελεστή η απόφαση περί της προτεραιότητος της επενδύσεως, […] τότε ο δικαιούχος μπορεί εντός έτους […] να διεκδικήσει διά της δικαστικής οδού [την] καταβολή της αγοραίας αξίας […]»

III – Η κύρια δίκη

17.      Ο Julius Busse ήταν ιδιοκτήτης ενός ακινήτου στο Βερολίνο. Διώχθηκε από το ναζιστικό καθεστώς και υποχρεώθηκε να πωλήσει το ακίνητό του σε τρίτον. Ακολούθως, το ακίνητο απαλλοτριώθηκε από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και αποτέλεσε μια ενότητα με άλλα κρατικά ακίνητα. Η συνολική έκταση που προέκυψε με τον τρόπο αυτόν περιήλθε εν μέρει στην κυριότητα του Land Berlin και εν μέρει στην κυριότητα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Αυτοί πώλησαν στις 19 Δεκεμβρίου 1997 το ακίνητο αυτό σε επενδυτή.

18.      Οι δέκα πρώτοι εναγόμενοι της κύριας δίκης είναι καθολικοί διάδοχοι του Julius Busse. Ο τρίτος, έκτος, έβδομος και ένατος εναγόμενος κατοικούν στο Ισραήλ, ο δε πέμπτος εναγόμενος κατοικεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και η δέκατη εναγόμενη στην Ισπανία.

19.      Βάσει της εθνικής νομοθεσίας δεν ήταν δυνατή η αναμεταβίβαση του ακινήτου στους δέκα πρώτους εναγομένους, αλλά η κατά το αναλογούν ποσοστό καταβολή του προϊόντος της πωλήσεως από την εκποίηση της συνολικής εκτάσεως, τουλάχιστον δε η καταβολή σε χρήμα της αντίστοιχης αγοραίας αξίας. Επ’ αυτής της υποχρεώσεως καταβολής εξεδόθη διοικητική πράξη από την αρμόδια αρχή.

20.      Η αρχή αυτή υποχρέωσε το Land Berlin, ήτοι το ενάγον της κύριας δίκης, να καταβάλει στους δέκα πρώτους εναγομένους της κύριας δίκης το τμήμα του προϊόντος της πωλήσεως που αναλογούσε στο ποσοστό του ακινήτου του Julius Busse στη συνολική έκταση. Στο πλαίσιο της καταβολής αυτής το ενάγον της κύριας δίκης υπέπεσε σε σφάλμα. Συγκεκριμένα, εκ παραδρομής κατέβαλε με έμβασμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των δέκα πρώτων εναγομένων της κύριας δίκης, ήτοι στον ενδέκατο εναγόμενο της κύριας δίκης, όχι μόνον αυτό το ποσοστό από το τίμημα της πωλήσεως, αλλά το σύνολο του τιμήματος, το οποίο ο δικηγόρος εν συνεχεία κατένειμε μεταξύ των δέκα πρώτων εναγομένων.

21.      Το Land Berlin απαιτεί στο πλαίσιο της κύριας δίκης από τους δέκα πρώτους εναγομένους την επιστροφή του επιπλέον καταβληθέντος ποσού το οποίο ανέρχεται περίπου σε 2,5 εκατομμύρια ευρώ. Ενήγαγε στη Γερμανία ενώπιον του Landgericht Berlin άπαντες και, πέραν αυτών, και τον ενδέκατο εναγόμενο, στον οποίον προσάπτει ότι υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη λόγω της προωθήσεως του ποσού. Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης προέβαλαν την ένσταση ότι το Landgericht Berlin δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία για ορισμένους εξ αυτών και συγκεκριμένα για τον τρίτο, πέμπτο έως έβδομο, ένατο και δέκατο εναγόμενο. Περαιτέρω, προέβαλαν ότι μπορούσαν να απαιτήσουν την καταβολή ποσού μεγαλύτερου από το ποσοστό επί του προϊόντος της πωλήσεως, διότι το προϊόν της πωλήσεως είναι μικρότερο της τρέχουσας αξίας του οικοπέδου (στο εξής: περαιτέρω αξιώσεις επανορθώσεως).

22.      Με εν μέρει οριστική απόφασή του, το Landgericht απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή κατά του τρίτου, πέμπτου έως έβδομου, ένατου και δέκατου των εναγομένων. Η έφεση του ενάγοντος απερρίφθη. Με την αίτησή του αναιρέσεως, το ενάγον ζητεί να αποφανθεί επί της ουσίας το Landgericht επί των αξιώσεών του και κατ’ αυτών των εναγομένων.

23.      Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο φρονεί ότι τα γερμανικά δικαστήρια δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της αγωγής κατά του τρίτου, πέμπτου έως έβδομου, ένατου και δέκατου των εναγομένων της κύριας δίκης, διότι δεν έχει εφαρμογή ο κανονισμός 44/2001. Συγκεκριμένα, η ένδικη διαφορά δεν είναι αστική, αλλά δημοσίου δικαίου επί της οποίας ο εν λόγω κανονισμός δεν έχει εφαρμογή, όπως ορίζει το άρθρο του 1, παράγραφος 1. Συγκεκριμένα, η καταβολή δεν πρέπει να κριθεί κατά τρόπο μεμονωμένο. Αντιθέτως, πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι η καταβολή πραγματοποιήθηκε λόγω της διοικητικής αποφάσεως που διαπίστωσε την ύπαρξη της αξιώσεως των εναγομένων.

IV – Τα προδικαστικά ερωτήματα

24.      Βάσει των ανωτέρω, υπεβλήθησαν στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:

1.       Συνιστά αστική υπόθεση υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, η αξίωση για την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού στην περίπτωση στην οποία μια δημόσια υπηρεσία δίδει εντολή σε ένα ομόσπονδο κράτος να καταβάλει ως αποζημίωση στον ζημιωθέντα τμήμα του προϊόντος που προκύπτει από σύμβαση πωλήσεως ακινήτου, πλην όμως το ομόσπονδο κράτος καταβάλλει εκ παραδρομής σε αυτόν ολόκληρο το τίμημα της πωλήσεως;

2.      Υφίσταται η απαιτούμενη κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 στενή συνάφεια μεταξύ πλειόνων αγωγών και στην περίπτωση στην οποία οι εναγόμενοι προβάλλουν ευρύτερες αξιώσεις για αποζημίωση, για τις οποίες μπορεί να εκδοθεί μία μόνον απόφαση;

3.      Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 εφαρμογή και σε εναγόμενους οι οποίοι δεν έχουν την κατοικία τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Εάν ναι: Ισχύει το ίδιο εάν η αναγνώριση της αποφάσεως στο κράτος κατοικίας του εναγομένου μπορεί να απορριφθεί ελλείψει αρμοδιότητας, κατ’ εφαρμογή διμερούς συμφωνίας με το κράτος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση;

V –    Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

25.      Η διάταξη περί παραπομπής της 18ης Νοεμβρίου 2011 περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

26.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η Γερμανική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

27.      Δεδομένου ότι ουδείς εκ των μετεχόντων στη διαδικασία προέβαλε αίτημα περί κινήσεως της προφορικής διαδικασίας, άρχισε η σύνταξη των προτάσεων επί της παρούσας υποθέσεως κατόπιν της γενικής συνελεύσεως του Δικαστηρίου στις 25 Σεπτεμβρίου 2012.

VI – Η επιχειρηματολογία των μετεχόντων στη διαδικασία

28.      Οι μετέχοντες στη διαδικασία συμφωνούν κατ’ ουσίαν ως προς την απάντηση που προσήκει στα προδικαστικά ερωτήματα.

29.      Άπαντες φρονούν ότι η προβληθείσα στο πλαίσιο της κύριας δίκης απαίτηση επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού αποτελεί «αστική υπόθεση» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001. Κατά την άποψή τους, υφίσταται στενή συνάφεια μεταξύ πλειόνων αγωγών, όπως απαιτεί το άρθρο 6 του κανονισμού 44/2001, και στην περίπτωση που οι εναγόμενοι προβάλλουν ευρύτερες αξιώσεις επανορθώσεως επί των οποίων μπορεί να εκδοθεί ενιαία μόνον απόφαση. Περαιτέρω, υποστηρίζουν άπαντες την άποψη ότι το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 δεν έχει εφαρμογή επί των εναγομένων οι οποίοι δεν κατοικούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 Επί του πρώτου ερωτήματος

30.      Οι μετέχοντες στη διαδικασία επισημαίνουν ότι η έννοια «αστική και εμπορική υπόθεση» πρέπει να οριστεί κατά τρόπο αυτοτελή κατ’ εφαρμογή των ερμηνευτικών μεθόδων που έχει αναπτύξει η νομολογία του Δικαστηρίου. Αποφασιστική σημασία έχει το εάν τίθεται ζήτημα ή όχι ασκήσεως δημόσιας εξουσίας.

31.      Η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι οι αξιώσεις επιστροφής εμπίπτουν στην έννοια της αστικής υποθέσεως, όταν ένα ομόσπονδο κράτος δυνάμει αξιώσεως που έχει διαπιστωθεί από διοικητική αρχή έπρεπε να καταβάλει ένα τμήμα μόνον του προϊόντος της πωλήσεως ακινήτου, πλην όμως εκ παραδρομής κατέβαλε αντ’ αυτού το σύνολο του τιμήματος, εφόσον η αξίωση που στηρίζεται επί της καταβολής συνδέεται προς τη θέση του ομόσπονδου κράτους ως έχοντος την κυριότητα βάσει του ιδιωτικού δικαίου.

32.      Η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, όσον αφορά τη φύση και το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, ότι σκοπεί απλώς στην επιστροφή ενός αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού. Ως προς το σημείο αυτό, το ενάγον δεν διαφέρει από ένα υποκείμενο δικαίου του αστικού δικαίου.

33.      Η Επιτροπή τονίζει ότι μπορεί να προβληθεί ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων η αξίωση για επιστροφή του εκ παραδρομής επιπλέον καταβληθέντος ποσού και ότι, ως προς το σημείο αυτό, το ενάγον δεν έχει ειδικά δικαιώματα. Αντιθέτως, ενεργεί όπως ένας ιδιώτης που βρίσκεται σε ανάλογη θέση.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

34.      Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, κρίσιμο για την ύπαρξη της προβληθείσας αγωγικής αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι κυρίως το εάν από την πλευρά των εναγομένων υφίσταται νομικό έρεισμα για την καταβολή. Ένα τέτοιο νομικό έρεισμα υπό τη μορφή ευρύτερων αξιώσεων επανορθώσεως μπορεί να πηγάζει μόνον από τον νόμο περί περιουσιακών στοιχείων και από τον νόμο περί προτεραιότητος των επενδύσεων, πράγμα το οποίο κρίνεται για όλους τους εναγομένους με γνώμονα την ίδια νομική θέση και μπορεί να εκδοθεί μόνον ενιαία απόφαση για άπαντες. Τόσο η αγωγή όσο και η αντίκρουσή της, ήτοι η φερόμενη ύπαρξη ευρύτερων αξιώσεων επανορθώσεως στηρίζονταν επί του αυτού νομικού ερείσματος. Επομένως, υφίσταται η απαιτούμενη «στενή συνάφεια» κατά την έννοια του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001.

35.      Και η Πορτογαλική Κυβέρνηση φρονεί ότι η απαίτηση επιστροφής και οι κατ’ αυτής αντιταχθείσες ευρύτερες αξιώσεις επανορθώσεως εμφαίνουν μια τόσο στενή συνάφεια ώστε επιβάλλεται η έκδοση κοινής αποφάσεως επ’ αυτών προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Το γεγονός ότι οι προβαλλόμενες με τις αγωγές αξιώσεις στηρίζονται σε διαφορετικές νομικές βάσεις δεν πρέπει να εμποδίσει την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001.

36.      Η Επιτροπή διαπιστώνει κατ’ αρχάς ότι στο πλαίσιο της κύριας δίκης δεν ασκήθηκε, ως προς τις ευρύτερες αξιώσεις επανορθώσεως, ανταγωγή και ότι, ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 6, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001. Καθό μέτρο ευρύτερες αξιώσεις επανορθώσεως προβάλλονται απλώς ως μέσο άμυνας κατά της αγωγικής αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού, τούτο δεν αναιρεί την απαιτούμενη βάσει του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών η οποία υφίσταται ανεξαρτήτως των διαφορετικών νομικών βάσεων των αξιώσεων, ήτοι των αξιώσεων που στηρίζονται στη νομική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού και στη νομική βάση της αδικοπραξίας, δεδομένου ότι οι αξιώσεις αυτές αφορούν την αυτή πραγματική και νομική κατάσταση.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

37.      Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 συνάγεται ότι η διάταξη εφαρμόζεται αποκλειστικά επί εναγομένων οι οποίοι κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους. Η όλη συστηματική διάρθρωση της ρυθμίσεως δεν επιτρέπει μια διασταλτική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως. Αντιθέτως, δεδομένου ότι με τη ρύθμιση αυτή εισάγεται εξαίρεση, απαιτείται η στενή ερμηνεία της. Κατά τα λοιπά, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 περιλαμβάνει μια ειδική ρύθμιση για εναγομένους οι οποίοι δεν κατοικούν σε κράτος μέλος.

38.      Η Πορτογαλική Κυβέρνηση φρονεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 δεν ασκεί επιρροή σε σχέση με συνεναγόμενο του οποίου η κατοικία κείται εκτός της Ένωσης, και παραπέμπει συναφώς στην απόφαση Réunion européenne κ.λπ. (6), η οποία έκρινε ότι «το άρθρο 6, σημείο 1, της συμβάσεως [των Βρυξελλών] έχει την έννοια ότι ο εναγόμενος που κατοικεί στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους δεν μπορεί να εναχθεί εντός άλλου συμβαλλομένου κράτους ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη αγωγής ασκηθείσας κατά συνεναγομένου ο οποίος δεν κατοικεί στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους, με το αιτιολογικό ότι η διαφορά εμφανίζεται ως αδιαίρετη και όχι απλώς συναφής».

39.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 συνάγεται ότι πρόσωπα τα οποία δεν κατοικούν σε κράτος μέλος δεν μπορούν να εναχθούν βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.

VII – Νομική εκτίμηση

 Επί του πρώτου ερωτήματος

40.      Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν εάν η απαίτηση επιστροφής που προβάλλει ομόσπονδο κράτος για αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό αποτελεί, υπό τις περιστάσεις της κύριας δίκης, αστική υπόθεση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 και στην περίπτωση που το ομόσπονδο κράτος είχε λάβει εντολή από διοικητική αρχή να καταβάλει στον ζημιωθέντα ως επανόρθωση ένα τμήμα του τιμήματος συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου, ωστόσο αντ’ αυτού, εκ παραδρομής, καταβάλλει ολόκληρο το τίμημα σε αυτόν και εν συνεχεία αναζητεί διά της δικαστικής οδού το επιπλέον καταβληθέν ποσό.

41.      Προς απάντηση του ερωτήματος αυτού πρέπει κατ’ αρχάς να διευκρινιστεί η έννοια του όρου «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» του κανονισμού 44/2001. Στη συνάφεια αυτή, πρέπει να εξεταστεί η νομολογία του Δικαστηρίου επ’ αυτού του στοιχείου του πραγματικού και οι εντεύθεν διαπιστώσεις να μεταφερθούν επί των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης.

1.      Επί της ανάγκης αυτοτελούς ερμηνείας της εννοίας «αστικές και εμπορικές υποθέσεις»

42.      Προκειμένου να οριοθετηθεί, μεταξύ άλλων, από τις επίσης αναφερόμενες στο άρθρο 1 του κανονισμού 44/2001 «διοικητικές υποθέσεις» πρέπει η έννοια «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» να ερμηνευθεί κατά τρόπο αυτοτελή βάσει του δικαίου της Ένωσης. Κρίσιμο δεν είναι το δίκαιο οιουδήποτε των συμβαλλομένων κρατών, αλλά οι σκοποί και η οικονομία του ρυθμιστικού πλαισίου, καθώς και οι γενικές αρχές του δικαίου που απορρέουν από το σύνολο των εθνικών έννομων τάξεων (7).

43.      Συναφώς, πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι λόγω των διαφορετικών συστημάτων και της πληθώρας των εθνικών έννομων τάξεων των κρατών μελών, όσον αφορά την οριοθέτηση ιδιωτικού και δημόσιου δικαίου, η επεξεργασία γενικών αρχών του δικαίου του συνόλου των κρατών μελών αποδεικνύεται οσημέραι δυσχερής (8).

44.      Ωστόσο, η ήδη υπάρχουσα νομολογία του Δικαστηρίου επί του άρθρου 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών παρέχει τη δυνατότητα ευχερούς προσβάσεως στο περιεχόμενο της εννοίας των «αστικών και εμπορικών υποθέσεων».

2.      Επί της σημασίας της νομολογίας επί του άρθρου 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών για την ερμηνεία του άρθρου 1 του κανονισμού 44/2001

45.      Όπως προκύπτει από τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001, ο νομοθέτης της Ένωσης έχει ως αφετηρία του τη «συνέχεια μεταξύ της Σύμβασης των Βρυξελλών (9) και του […] κανονισμού [44/2001]». Τούτο σημαίνει ότι, εφόσον οι έννοιες συμπίπτουν, η αντίστοιχη νομολογία επί της Συμβάσεως των Βρυξελλών μπορεί να περιληφθεί στις αναλύσεις που αφορούν την ερμηνεία του κανονισμού 44/2001 (10).

46.      Δεδομένου ότι η έννοια των «αστικών και εμπορικών υποθέσεων» ανατρέχει στο άρθρο 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, πρέπει να εκτιμηθεί η νομολογία του Δικαστηρίου επί της διατάξεως αυτής, να αναλυθεί η εξακολούθησή της υπό το φως του κανονισμού 44/2001 και να μεταφερθεί επί της υπό κρίση υποθέσεως.

3.      Η νομολογία επί του άρθρου 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών που είναι κρίσιμη για την ερμηνεία του άρθρου 1 του κανονισμού 44/2001

 Η απόφαση LTU (11)

47.      Μια βασική εκτίμηση για την έννοια της αστικής και εμπορικής υποθέσεως απαντά στη σκέψη 5 της αποφάσεως LTU η οποία αφορούσε τέλη διαδρομής για τη χρήση αεροναυτιλιακών υπηρεσιών τα οποία έπρεπε να εισπράξει από αεροπορικές εταιρίες ένας διεθνής οργανισμός ελέγχου του εναέριου χώρου. Ο οργανισμός άσκησε αγωγή για τα τέλη αυτά ενώπιον βελγικού εμποροδικείου και, εν συνεχεία, σκόπευε να κηρύξει εκτελεστή την απόφαση στη Γερμανία.

48.      Το Δικαστήριο απεφάνθη συναφώς: «[Ε]ξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ δημοσίων αρχών και ιδιωτών, στις οποίες η δημόσια αρχή ενεργεί σε συνάρτηση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας».

49.      Επομένως, το αποφασιστικό κριτήριο που χρησιμοποιήθηκε συναφώς, οιονεί ως αρνητικό κριτήριο οριοθετήσεως προκειμένου να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει αστική και εμπορική υπόθεση και, ως εκ τούτου, να αποκλειστεί η δυνατότητα εφαρμογής της συμβάσεως των Βρυξελλών, ήταν το γεγονός ότι ένας εκ των διαδίκων ενεργεί «σε συνάρτηση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας».

50.      Βεβαίως, η απόφαση LTU δεν παραθέτει κάποιον αφηρημένο-γενικό ορισμό της εννοίας της συναρτήσεως, εντούτοις το Δικαστήριο απεφάνθη in concreto ότι στο πλαίσιο της κύριας δίκης πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει αυτού του είδους η συνάρτηση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας, δεδομένου ότι «[η] δίκη … αφορά την είσπραξη τελών τα οποία οφείλει ιδιώτης σε δημόσιο –κρατικό ή διεθνή – φορέα για τη χρήση των υπηρεσιών και εγκαταστάσεών του […] Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο, όταν ο συντελεστής των τελών, ο τρόπος υπολογισμού και η διαδικασία είσπραξης καθορίζονται μονομερώς έναντι των χρηστών […]» (12).

51.      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έδωσε στη συγκεκριμένη υπόθεση περιεχόμενο στην κατ’ αρχάς ευρύτατη (13) και πολυσημική έννοια της συνάφειας παραθέτοντας ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα και συνδέοντάς την προς δραστηριότητες που συνιστούν πρωτογενή άσκηση δημόσιας εξουσίας (14).

 Η απόφαση Rüffer (15)

52.      Η απόφαση Rüffer ακολουθεί ως προς το σημείο αυτό τις εκτιμήσεις της αποφάσεως LTU. Αντικείμενο της κύριας δίκης ήταν αγωγή εξ αναγωγής των Κάτω Χωρών κατά του Γερμανού πλοιοκτήτη ποταμόπλοιου το οποίο βυθίστηκε στα ολλανδικά εσωτερικά ύδατα με την οποία ζητείτο η απόδοση των δαπανών ανελκύσεως (16).

53.      Δεδομένου ότι επρόκειτο για τις συνέπειες ενός μέτρου που είχε ληφθεί από την ακτοφυλακή, το οποίο χαρακτηρίζεται εν γένει ως δραστηριότητα που ενέχει την άσκηση δημόσιας εξουσίας, το Δικαστήριο δεν υπήγαγε την αγωγή αυτή στην έννοια της αστικής και εμπορικής υποθέσεως (17). Σε τελευταία ανάλυση η αγωγή περί αποδόσεως των δαπανών στηρίζεται σε αξίωση που πηγάζει από πράξη δημόσιας εξουσίας· τούτο αρκεί προκειμένου να θεωρηθεί ότι η προβολή της αξιώσεως αυτής αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών (18).

 Η απόφαση Sonntag (19)

54.      Αφετηρία της αποφάσεως Sonntag ήταν αξίωση αποζημιώσεως προβληθείσα στο πλαίσιο ποινικής δίκης στην Ιταλία κατά διδάσκοντος σε γερμανικό δημόσιο σχολείο λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεώς του εποπτείας πράγμα το οποίο είχε ως συνέπεια, κατά τη διάρκεια σχολικής εκδρομής, τον θάνατο μαθητή από ατύχημα.

55.      Και στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο ακολούθησε τις εκτιμήσεις των προαναφερθεισών αποφάσεων LTU και Rüffer, ωστόσο έκρινε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν υπήρχε επαρκώς στενή συνάφεια προς την άσκηση δημόσιας εξουσίας.

56.      Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι αποκλείεται η εφαρμογή της συμβάσεως μόνο στην περίπτωση που ο ζημιώσας, κατά του οποίου στρέφεται η αγωγή, πρέπει να θεωρηθεί ως δημόσια αρχή ενεργούσα στο πλαίσιο ασκήσεως δημόσιας εξουσίας. Περαιτέρω έκρινε ότι μολονότι ένας δημόσιος υπάλληλος ενεργεί για λογαριασμό του κράτους, ωστόσο δεν ασκεί πάντοτε δημόσια εξουσία. Στις έννομες τάξεις των περισσοτέρων κρατών μελών, η συμπεριφορά διδάσκοντος σε δημόσιο σχολείο στον οποίον έχει ανατεθεί η επιτήρηση των μαθητών κατά τη διάρκεια σχολικής εκδρομής δεν συνιστά εκδήλωση δημοσίας εξουσίας, καθότι ο δάσκαλος δεν ασκεί συναφώς εξουσία η οποία παρεκκλίνει από τους κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. Έστω και εάν το εθνικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, από το οποίο κατάγεται ο εμπλεκόμενος διδάσκων, χαρακτηρίζει την εκ μέρους του εν λόγω διδάσκοντος επιτήρηση των μαθητών του ως άσκηση δημοσίας εξουσίας, το γεγονός αυτό ουδόλως επηρεάζει τον χαρακτηρισμό της διαφοράς της κυρίας δίκης υπό το πρίσμα της Συμβάσεως των Βρυξελλών (20).

57.      Με τον τρόπο αυτόν, η απόφαση Sonntag συγκεκριμενοποιεί την έννοια της «αστικής υποθέσεως» καθό μέτρο λαμβάνει υπόψη το κατά πόσον υπάρχει άσκηση ειδικώς δημόσιας εξουσίας ή το κατά πόσον τα επίμαχα καθήκοντα και εξουσίες δεν διαφέρουν σε τελευταία ανάλυση από αυτά των ιδιωτών. Στην τελευταία περίπτωση, πρέπει να έχει εφαρμογή η Σύμβαση των Βρυξελλών έστω και εάν διαπιστωθεί κάποια ισχνή συνάφεια προς την κρατική δράση, πλην όμως αυτή δεν χαρακτηρίζεται από την άσκηση ειδικώς δημόσιας εξουσίας.

 Η απόφαση Baten (21)

58.      Στην ίδια νομολογιακή γραμμή κινείται η απόφαση Baten: αγωγή εξ αναγωγής, με την οποία ένας δημόσιος φορέας στρέφεται κατά ιδιώτη ζητώντας την επιστροφή των ποσών που ο φορέας αυτός κατέβαλε ως κοινωνική ενίσχυση στον διαζευγμένο σύζυγο και στο τέκνο αυτού, εμπίπτει στη Σύμβαση των Βρυξελλών, εφόσον η νομική βάση της αγωγής αυτής και ο τρόπος ασκήσεώς της διέπονται από τους κανόνες του κοινού δικαίου περί της υποχρεώσεως διατροφής. Εάν η αγωγή εξ αναγωγής στηρίζεται σε διατάξεις με τις οποίες ο νομοθέτης έχει χορηγήσει ίδιον προνόμιο στον δημόσιο φορέα, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η δίκη αυτή αποτελεί «αστική υπόθεση» (22).

59.      Συνεπώς, προκειμένου να εξεταστεί το κατά πόσον υπάρχει «αστική και εμπορική υπόθεση» πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση των έννομων σχέσεων των αντιδίκων ή το αντικείμενο της διαφοράς (23), κρίσιμο δε ως κριτήριο οριοθετήσεως είναι το εάν πρόκειται ή όχι για ίδια εξουσία μιας δημόσιας αρχής.

 Η απόφαση Préservatrice foncière TIARD (24)

60.      Και η απόφαση Préservatrice foncière TIARD επιβεβαιώνει αυτήν την προσέγγιση: στην έννοια των «αστικών και εμπορικών υποθέσεων» εμπίπτει η αγωγή με την οποία ένα συμβαλλόμενο κράτος επιδιώκει να εκτελεστεί από ιδιώτη σύμβαση εγγυήσεως ιδιωτικού δικαίου που συνήφθη για να εξασφαλισθεί η καταβολή τελωνειακής οφειλής που τρίτος έχει έναντι του κράτους αυτού, αρκεί η έννομη σχέση μεταξύ του δανειστή και του εγγυητή, όπως αυτή απορρέει από τη σύμβαση εγγυήσεως, να μην αντιστοιχεί στην άσκηση εξουσιών από το κράτος οι οποίες παρεκκλίνουν από τους κανόνες που έχουν εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών (25).

 στ) Συνοπτική εκτίμηση της νομολογίας επί του άρθρου 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών

61.      Εάν εξεταστεί η εξέλιξη της νομολογίας επί της εννοίας των «αστικών και εμπορικών υποθέσεων» του άρθρου 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως των Βρυξελλών πρωτίστως με γνώμονα τη φύση των υφιστάμενων μεταξύ των μερών έννομων σχέσεων ή με γνώμονα το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς (26). «Συνάρτηση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας» κατά την έννοια της νομολογίας LTU (27), που έχει ως συνέπεια να μην γίνεται δεκτή η ύπαρξη «αστικής και εμπορικής υποθέσεως» και, ως εκ τούτου, να αποκλείεται η εφαρμογή της Συμβάσεως των Βρυξελλών, δέχεται το Δικαστήριο στη συνάφεια αυτή μόνον υπό αυστηρές προϋποθέσεις, δεν θεωρεί δε συναφώς αρκετή την ύπαρξη μιας αόριστης και μόνο συνάφειας προς κρατική δράση χωρίς τα ειδικά χαρακτηριστικά της ασκήσεως δημόσιας εξουσίας (28).

62.      Συναφώς, το βασικό κριτήριο είναι εάν τα καθήκοντα και οι εξουσίες τις οποίες ασκεί μια κρατική αρχή και αποτελούν το αντικείμενο της εκάστοτε υποθέσεως διαφέρουν, από λειτουργικής απόψεως, από τα καθήκοντα και τις εξουσίες των ιδιωτών, ήτοι εάν από την πλευρά του κράτους υπάρχει άσκηση ειδικών δικαιωμάτων (29). Εάν τούτο συμβαίνει –όπως π.χ. στην περίπτωση των μέτρων που ελήφθησαν από την ακτοφυλακή στο πλαίσιο της υποθέσεως Rüffer–, τότε δεν εφαρμόζεται η Σύμβαση των Βρυξελλών. Εάν τούτο δεν συμβαίνει –όπως π.χ. στην υπόθεση Sonntag στην περίπτωση της φερόμενης παραβάσεως της υποχρεώσεως εποπτείας του διδάσκοντος σε δημόσιο σχολείο, πράγμα το οποίο κρίνεται βάσει των ιδίων κριτηρίων με αυτά που ισχύουν στην περίπτωση των αμιγώς ιδιωτικού δικαίου έννομων σχέσεων–, η Σύμβαση των Βρυξελλών έχει εφαρμογή και η υπόθεση πρέπει να χαρακτηριστεί ως «αστική και εμπορική υπόθεση».

4.      Διατήρηση της νομολογίας που αναπτύχθηκε επί του άρθρου 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών και μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 44/2001

63.      Μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 44/2001, η αναπτυχθείσα και προπαρατεθείσα νομολογία επί του άρθρου 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών μεταφέρθηκε άνευ ετέρου επί του άρθρου 1 του εν λόγω κανονισμού.

 Η απόφαση Αποστολίδης (30)

64.      Έτσι, το Δικαστήριο απεφάνθη με την απόφασή του Αποστολίδης (31), συνοψίζοντας τα κριτήρια που είχαν αναπτυχθεί κατά το παρελθόν σε σχέση με τη Σύμβαση των Βρυξελλών, τα εξής: «Η αυτοτελής ερμηνεία του όρου “αστικές και εμπορικές υποθέσεις” επάγεται τον αποκλεισμό ορισμένων δικαστικών αποφάσεων από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001 λόγω των στοιχείων που χαρακτηρίζουν τη φύση των εννόμων σχέσεων των διαδίκων ή το αντικείμενο της διαφοράς […] Έτσι, το Δικαστήριο έχει πει ότι, καίτοι ορισμένες διαφορές μεταξύ δημόσιας αρχής και προσώπου ιδιωτικού δικαίου ενδέχεται να εμπίπτουν στην εν λόγω έννοια, τούτο δεν ισχύει οσάκις η δημόσια αρχή ενεργεί κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας […] Ειδικότερα, η εκδήλωση προνομιών δημόσιας εξουσίας εκ μέρους του ενός των διαδίκων, λόγω της εκ μέρους του ασκήσεως υπέρμετρων εξουσιών έναντι των εφαρμοζομένων στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνων, συνεπάγεται τη μη υπαγωγή μιας τέτοιας διαφοράς στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001[…]»

 Η απόφαση Realchemie Nederland (32)

65.      Στην απόφαση Realchemie Nederland (33), το Δικαστήριο συγκεκριμενοποίησε την έννοια της «αστικής και εμπορικής υποθέσεως» για τη σημαντική στη πράξη περίπτωση της επιβολής προστίμου από γερμανικό δικαστήριο προκειμένου να τηρηθεί δικαστική απόφαση που εκδόθηκε σε αστική και εμπορική υπόθεση. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για εντολή παραλείψεως ορισμένης συμπεριφοράς, στο πλαίσιο του δικαίου της ευρεσιτεχνίας, τυχόν παράβαση της οποίας επέσυρε πρόστιμο που θα καθοριζόταν εν συνεχεία και θα μπορούσε να εκτελεστεί στις Κάτω Χώρες.

66.      Μολονότι το πρόστιμο αυτό επιβλήθηκε αυτεπαγγέλτως και, εν τέλει, δεν περιήλθε στον πιστωτή, αλλά στο Δημόσιο Ταμείο, το Δικαστήριο έκρινε ότι εφαρμόζεται ο κανονισμός 44/2001 επί της αναγνωρίσεως και εκτελέσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία περιλαμβάνει καταδίκη στην καταβολή προστίμου, δεδομένου ότι η κύρια δίκη, στο πλαίσιο της οποίας εξεδόθη, αποτελεί αστική και εμπορική υπόθεση κατά την έννοια του κανονισμού αυτού (34). Συναφώς, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «οι ιδιαίτερες αυτές πτυχές της γερμανικής διαδικασίας εκτελέσεως δεν [εδύναντο] να θεωρηθούν καθοριστικές όσον αφορά τη φύση του δικαιώματος εκτελέσεως. Συγκεκριμένα, η φύση του δικαιώματος αυτού εξαρτάται από τη φύση του δικαιώματος λόγω της προσβολής του οποίου διατάχθηκε η εκτέλεση, δηλαδή, εν προκειμένω του δικαιώματος της Bayer να έχει την αποκλειστική εκμετάλλευση της εφευρέσεως που κατοχυρώνεται με το δίπλωμά της ευρεσιτεχνίας, δικαιώματος το οποίο χωρίς αμφιβολία υπάγεται στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις υπό την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 44/2001» (35).

67.      Με τον τρόπο αυτόν, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι αποφασιστική σημασία έχει η οικεία έννομη σχέση ή το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, ενώ οι ιδιαιτερότητες που άπτονται μόνον του δικονομικού δικαίου, χωρίς να επηρεάζουν τη φύση τους, είναι άνευ σημασίας για την εφαρμογή του άρθρου 1 του κανονισμού 44/2001. Εάν το «ένδικο βοήθημα έχει ως σκοπό να διαφυλαχθούν δικαιώματα ιδιωτικού δικαίου και δεν αποτελεί έκφανση προνομίων δημοσίας εξουσίας ενός εκ των διαδίκων […] η έννομη σχέση μεταξύ [των διαδίκων] πρέπει να χαρακτηριστεί ως “έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου” και επομένως υπάγεται στην έννοια “αστικές υποθέσεις” κατά τον κανονισμό 44/2001» (36).

68.      Τα συνοψισθέντα κριτήρια οριοθετήσεως πρέπει τώρα να εφαρμοστούν στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης της παρούσας υποθέσεως και να εξεταστεί εάν πρέπει να χαρακτηριστούν ως «αστική και εμπορική υπόθεση» υπό το φως της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου.

5.      Εφαρμογή των νομολογιακών κριτηρίων επί των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης

69.      Βάσει των ανωτέρω, προκειμένου να απαντηθεί το πρώτο ερώτημα πρέπει να εξεταστεί η φύση των υφιστάμενων μεταξύ των αντιδίκων έννομων σχέσεων, το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς και, ιδίως, το κατά πόσον το Land Berlin, ήτοι το ενάγον της κύριας δίκης, διεκδικεί την ένδικη απαίτησή του σε συνάρτηση προς την άσκηση δημόσιας εξουσίας.

 Η φύση των υφιστάμενων μεταξύ των αντιδίκων έννομων σχέσεων

70.      Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξεταστεί η έννομη σχέση μεταξύ των εναγομένων και του ενάγοντος στο πλαίσιο της οποίας καταβλήθηκε αχρεωστήτως το επίμαχο επιπλέον ποσό του οποίου τώρα ζητείται η επιστροφή.

71.      Όπως διέλαβε το αιτούν δικαστήριο (37), οι προπαρατεθείσες στα σημεία 12 και 13 των παρουσών προτάσεων ρυθμίσεις ισχύουν όσον αφορά την αποζημίωση, βάσει του γερμανικού νόμου περί περιουσιακών στοιχείων και του νόμου περί της προτεραιότητος των επενδύσεων, για κάθε ιδιοκτήτη επιβαρυμένου ακινήτου για το οποίο μπορούν να προβληθούν αξιώσεις αναμεταβιβάσεως ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για δημόσια αρχή ή για ιδιώτη κύριο.

72.      Βεβαίως, εμπλεκόμενοι κύριοι είναι πολλές φορές δημόσιες αρχές, όπως εν προκειμένω το ενάγον, ωστόσο ενίοτε και ιδιώτες κύριοι, π.χ. οι επικαρπωτές των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων ή επιχειρήσεων κατά την περίοδο του λεγομένου Τρίτου Ράιχ. Άπαντες διέπονται από τις ίδιες ρυθμίσεις. Συναφώς, οι δημόσιες αρχές δεν απολαύουν κανενός είδους προνομίων ούτε κάποιας ειδικής μεταχειρίσεως. Τούτο ισχύει κατ’ εξοχήν και για την επανόρθωση σφαλμάτων κατά την εκπλήρωση των χρηματικών απαιτήσεων των ζημιωθέντων, π.χ. στην περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, υπήρξε καταβολή ποσού μεγαλύτερου από το οφειλόμενο. Ο ζημιωθείς πρέπει να εναχθεί ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων προκειμένου να επιστρέψει το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό. Δεν προβλέπεται καμία εξαίρεση ούτε για δημόσιες αρχές που έχουν την κυριότητα όπως είναι το Land Berlin. Επομένως, δεν απολαύουν συναφώς κάποιων ειδικών δικαιωμάτων, αλλά τυγχάνουν της αυτής μεταχειρίσεως όπως κάθε ιδιώτης κύριος που βρίσκεται στην ίδια θέση.

73.      Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να θεωρηθεί, όπως παρατήρησαν κατ’ ουσίαν τόσο η Γερμανική (38) όσο και η Πορτογαλική Κυβέρνηση (39), καθώς και η Επιτροπή (40), ότι η φύση της εν λόγω υποκείμενης έννομης σχέσεως μεταξύ των διαδίκων δεν παρουσιάζει χαρακτηριστικά τα οποία να προσδίδουν στις δημόσιες αρχές ιδιαίτερα προνόμια τα οποία να τις διαφοροποιούν από οποιονδήποτε ιδιώτη ευρισκόμενο σε παρεμφερή θέση.

74.      Επομένως, η φύση των έννομων σχέσεων που αποτελούν το αντικείμενο της κύριας δίκης μπορούν να χαρακτηριστούν ως «αστική και εμπορική υπόθεση». Όπως ορθώς παρατήρησε η Γερμανική Κυβέρνηση (41), τούτο ουδόλως μεταβάλλεται από το γεγονός ότι η πρωτογενής υποχρέωση καταβολής, επ’ αφορμή της οποίας δόθηκε εκ παραδρομής επιπλέον χρηματικό ποσό μη οφειλόμενο, υπήρξε κάποια στιγμή αντικείμενο διοικητικής διαδικασίας. Και τούτο διότι πρόκειται συναφώς για ένα αμιγώς διαδικαστικό ζήτημα το οποίο δεν μεταβάλλει ουσιαστικά τη φύση της υποκείμενης υποχρεώσεως προς καταβολή ποσοστού του τιμήματος προς τους καθολικούς διαδόχους και, ως εκ τούτου, δεν επηρεάζει αποφασιστικά τη φύση της έννομης σχέσεως μεταξύ των διαδίκων, αφού μάλιστα στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας μπορούν εκατέρωθεν να ίστανται ιδιώτες, όπως ρητώς επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο.

 Αντικείμενο της ένδικης διαφοράς

75.      Τόσο η συγκεκριμένη επίδικη αξίωση του ενάγοντος όσο και ο τρόπος προβολής της δεν εμφαίνουν, κατά την άποψή μου, καμία ιδιαιτερότητα η οποία να αποτελεί ειδικό χαρακτηριστικό ασκήσεως δημόσιας εξουσίας.

76.      Αντιθέτως: όπως ορθώς παρατήρησε η Πορτογαλική Κυβέρνηση (42), το κύριο ζήτημα της υπό κρίση υποθέσεως δεν είναι άλλο από την εκ παραδρομής καταβολή ενός ποσού πέραν του πράγματι οφειλομένου, του οποίου η επιστροφή ζητείται βάσει των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

77.      Συνεπώς, ουδόλως πρόκειται για λάθος το οποίο συμβαίνει κατά κανόνα στο πλαίσιο ασκήσεως δημόσιας εξουσίας, αλλά για εκ παραδρομής καταβολή που μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή και στις συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών. Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση της καταβολής χρηματικού ποσού πέραν του οφειλομένου προηγήθηκε διοικητική διαδικασία είναι άνευ σημασίας και, μεταξύ άλλων, δεν προσδίδει στην αξίωση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού κανένα χαρακτηριστικό το οποίο να προσιδιάζει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας.

78.      Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει αδιάσπαστη συνάφεια προς την προηγηθείσα διοικητική διαδικασία για τον απλό λόγο ότι η διαδικασία αυτή αφορούσε μόνον την καταβολή του πράγματι οφειλομένου ποσού, όχι όμως την επίδικη εν προκειμένω επιπλέον καταβολή μη οφειλομένου ποσού.

6.      Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα

79.      Λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των έννομων σχέσεων και του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης καθώς και του γεγονότος ότι η ένδικη διαφορά δεν συνδέεται προς την άσκηση ειδικής δημόσιας εξουσίας, αλλά ότι το ενάγον ομόσπονδο κράτος υπόκειται στους ίδιους κανόνες δικαίου στους οποίους υπόκειται ένας ιδιώτης ευρισκόμενος σε παρεμφερή θέση, πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει εν προκειμένω «αστική και εμπορική υπόθεση» κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 44/2001.

80.      Συνεπώς, επί του πρώτου ερωτήματος προσήκει η απάντηση ότι η απαίτηση επιστροφής που προβάλλει ομόσπονδο κράτος και αφορά αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό, υπό τις περιστάσεις της κύριας δίκης, αποτελεί αστική υπόθεση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 και στην περίπτωση που το ομόσπονδο κράτος έλαβε εντολή από δημόσια αρχή να καταβάλει, προς επανόρθωση, ένα τμήμα του προερχόμενου από σύμβαση πωλήσεως ακινήτου προϊόντος στον ζημιωθέντα, πλην όμως εκ παραδρομής κατέβαλε αντ’ αυτού το συνολικό τίμημα πωλήσεως σε αυτόν και, εν συνεχεία, αναζητεί διά της δικαστικής οδού το επιπλέον καταβληθέν ποσό.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

81.      Το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά πρωτίστως τον πέμπτο εναγόμενο και τη δέκατη εναγομένη της κύριας δίκης, οι οποίοι κατοικούν στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ισπανία αντιστοίχως, ωστόσο ενήχθησαν από το ενάγον της κύριας δίκης στο Βερολίνο.

82.      Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι ως προς τους εναγομένους αυτούς μπορεί να ιδρυθεί διεθνής δικαιοδοσία των γερμανικών δικαστηρίων μόνο βάσει του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 (43). Βάσει των ανωτέρω, το ερώτημα αφορά την έννοια της διατάξεως αυτής η οποία ρυθμίζει τη δωσιδικία της συνάφειας (44).

83.      Βάσει της διατάξεως αυτής, ένα πρόσωπο «που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους» μπορεί να εναχθεί «εάν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών» (45), «εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη χωριστή εκδίκασή τους».

84.      Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα της υπάρξεως «στενής συνάφειας».

85.      Ερωτά εάν η απαιτούμενη κατά το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 στενή συνάφεια υφίσταται και όταν οι εναγόμενοι προβάλλουν ευρύτερες αξιώσεις επανορθώσεως επί των οποίων είναι δυνατή μόνον η έκδοση κοινής αποφάσεως.

86.      Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο των αξιώσεων αυτών οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι θα μπορούσαν εν πάση περιπτώσει να απαιτήσουν καταβολή υπερβαίνουσα το ποσοστό του τιμήματος της πωλήσεως, διότι το τίμημα της πωλήσεως ήταν μικρότερο από την αγοραία αξία του ακινήτου, αυτές δε οι ευρύτερες αξιώσεις επανορθώσεως αντιτάσσονται στην αγωγική αξίωση που πηγάζει από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

87.      Ως προς το σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινίσω κατ’ αρχάς δύο ζητήματα: πρώτον, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, οι ευρύτερες αξιώσεις επανορθώσεως δεν προβάλλονται με ανταγωγή και, ως εκ τούτου, δεν είναι κρίσιμο το άρθρο 6, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 το οποίο αφορά ειδικώς την περίπτωση της ανταγωγής. Δεύτερον, φαίνεται ότι το αιτούν δικαστήριο, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή (46), δεν έχει εν γένει καμία επιφύλαξη ως προς την ύπαρξη στενής συνάφειας μεταξύ των αγωγών κατά την έννοια του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, αλλά φαίνεται ότι διερωτάται ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα εάν οι προβαλλόμενες κατ’ ένσταση αξιώσεις επανορθώσεως θα μπορούσαν να αναιρέσουν εκ νέου μια a priori υφιστάμενη στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.

88.      Εντούτοις, αμφότερες οι παράμετροι –αγωγές και μέσα άμυνας προβληθέντα κατ’ αυτών– πρέπει να εξεταστούν από κοινού προκειμένου να διαπιστωθεί εάν τα δικονομικά χαρακτηριστικά της κύριας δίκης πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001.

89.      Συνεπώς, πρέπει κατ’ αρχάς να εξεταστεί υπό ποιες προϋποθέσεις πρέπει να θεωρείται ότι μεταξύ των αγωγών υφίσταται μια τόσο στενή συνάφεια ώστε να είναι επιβεβλημένη η συνεκδίκαση και η έκδοση κοινής αποφάσεως κατά την έννοια της διατάξεως. Συναφώς, επιβάλλεται η ανάλυση της νομολογίας του Δικαστηρίου επί του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 και της προϊσχύσασας διατάξεως της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Εν συνεχεία, πρέπει, σε δεύτερο στάδιο, τα εντεύθεν συμπεράσματα να μεταφερθούν επί της κύριας δίκης, αφού τύχει ειδικής αξιολογήσεως η σημασία των αξιώσεων επανορθώσεως που προβάλλονται στο πλαίσιό της.

1.      Νομολογία του Δικαστηρίου επί της εννοίας της «στενής συνάφειας» του άρθρου 6, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών ήτοι του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001

90.      Έχω αναλύσει ενδελεχώς τα βασικά χαρακτηριστικά της νομολογίας του Δικαστηρίου επί της θεματικής αυτής στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Painer (47) και προτίθεμαι εν προκειμένω να περιοριστώ στα πλέον σημαντικά σημεία και στην ίδια την απόφαση Painer (48).

 Αυτοτελής και στενή ερμηνεία της προϋποθέσεως της «στενής συνάφειας»

91.      Κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο απαιτεί, αφενός, την αυτοτελή (49) και, αφετέρου, τη συσταλτική ερμηνεία της εννοίας της «στενής συνάφειας», δεδομένου ότι πρόκειται για έναν ειδικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας ο οποίος αποκλίνει από τον βασικό κανόνα της δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου του άρθρου 2 του κανονισμού 44/2001· η ερμηνεία δεν πρέπει να βαίνει πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός (50).

92.      Βάσει της αποφάσεως Painer, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, βάσει όλων των στοιχείων της δικογραφίας, εάν υφίσταται συνάφεια μεταξύ των διαφόρων αγωγών που εκκρεμούν ενώπιόν του και, ως εκ τούτου, εάν υπάρχει κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων λόγω χωριστής εκδικάσεώς τους (51).

 Αρκούντως στενή συνάφεια και κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων

93.      Το Δικαστήριο τονίζει ότι ο κανόνας περί διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 στηρίζεται, κατά τη δωδέκατη και δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του, αφενός, στην προσπάθεια αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης, ελαχιστοποιήσεως στο μέτρο του δυνατού της πιθανότητας παράλληλης εκδικάσεως μιας υποθέσεως και της αποφυγής της εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων στο πλαίσιο χωριστών δικών. Ωστόσο, ο κανόνας αυτός δεν πρέπει, αφετέρου, να ερμηνεύεται κατά τρόπο ώστε να παρέχει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να στρέψει την αγωγή του κατά περισσοτέρων εναγομένων με μοναδικό σκοπό να αποσπάσει κάποιον από τους εναγομένους αυτούς από τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους της κατοικίας του (52).

94.      Το Δικαστήριο έχει κρίνει περαιτέρω, όσον αφορά το κριτήριο της συνάφειας, ότι, για να θεωρηθούν αντιφατικές οι αποφάσεις, κατά την έννοια του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, δεν αρκεί να υπάρχει απόκλιση όσον αφορά τη λύση της διαφοράς, αλλά πρέπει επίσης η απόκλιση αυτή να εμφανίζεται στο πλαίσιο της ίδιας πραγματικής και νομικής καταστάσεως (53).

 Το κριτήριο της προβλεψιμότητας της δωσιδικίας της συνάφειας υπό το πρίσμα του εναγομένου

95.      Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρέπεμψε, στην απόφαση Painer, στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001. Βάσει αυτής, οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, πλην ορισμένων συγκεκριμένων περιπτώσεων στις οποίες δικαιολογείται να εφαρμοστεί ένα άλλο κριτήριο συνδέσεως (54).

96.      Το γεγονός ότι οι ασκηθείσες κατά πλειόνων εναγομένων αγωγές στηρίζονται σε διαφορετικές νομικές βάσεις δεν εμποδίζει καθαυτό την εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, εφόσον οι εναγόμενοι μπορούν να προβλέψουν το ενδεχόμενο να εναχθούν στο κράτος μέλος στο οποίο τουλάχιστον ένας εξ αυτών έχει την κατοικία του (55). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο, όταν οι εθνικές νομοθετικές διατάξεις στις οποίες βασίζονται οι αγωγές που ασκήθηκαν κατά πλειόνων εναγομένων είναι, ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά τους, κατ’ ουσίαν όμοιες (56).

2.      Εφαρμογή των νομολογιακών κριτηρίων επί των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης

 Επαρκής στενή συνάφεια και κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων

97.      Στην παρούσα υπόθεση, τόσο οι εξεταζόμενες αγωγές, οι οποίες στηρίζονται σε αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού και, όσον αφορά τον ενδέκατο εναγόμενο, σε αδικοπραξία, όσο και η ένσταση ευρύτερων αξιώσεων επανορθώσεως, η οποία προβλήθηκε προς αντίκρουσή τους, αφορούν την ίδια πραγματική και νομική κατάσταση.

98.      Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται από την προβληθείσα κατά των κρατικών αρχών αξίωση βάσει του νόμου περί περιουσιακών στοιχείων και από την καταβολή του επίμαχου ποσού υπέρ των δέκα πρώτων εναγομένων, ενώ στο πλαίσιο της εισπράξεώς του ο ενδέκατος εναγόμενος ενήργησε ως δικηγόρος τους, η δε αναζήτηση του ποσού αυτού εκκρεμεί πλέον ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου.

99.      Το γεγονός ότι το ενάγον στρέφεται κατά του ενδέκατου εναγομένου στη συνάφεια αυτή όχι επικαλούμενο αδικαιολόγητο πλουτισμό, αλλά αδικοπρακτική ευθύνη, ουδόλως μεταβάλλει την ανωτέρω εκτίμηση. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι για τη συνάφεια των αγωγών κατά την έννοια του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 δεν απαιτείται οι νομικές βάσεις των αξιώσεων να είναι ταυτόσημες (57). Εν προκειμένω, οι αξιώσεις που προβάλλονται με τις διάφορες αγωγές κατατείνουν, εν τελευταία αναλύσει, στον ίδιο σκοπό, ήτοι στην επιστροφή του εκ παραδρομής καταβληθέντος επιπλέον ποσού.

100. Σε αυτήν την ταυτόσημη νομική και πραγματική κατάσταση στην οποία στηρίζονται οι αγωγές εντάσσονται, χωρίς να δημιουργείται κάποια ρήξη, οι προβληθείσες κατ’ ένσταση ευρύτερες αξιώσεις επανορθώσεως. Είναι εξίσου σημαντικές για όλους τους εναγομένους όσον αφορά τις αξιώσεις που προβάλλονται κατ’ αυτών. Πράγματι, όπως ορθώς επισημαίνει η Γερμανική Κυβέρνηση (58), ως νομική βάση για την καταβολή, στην οποία μπορούν να στηριχθούν οι εναγόμενοι, μπορεί να αποτελέσει μόνο μια αξίωση βάσει του νόμου περί περιουσιακών στοιχείων και του νόμου περί προτεραιότητος των επενδύσεων, τούτο δε κρίνεται για όλους τους εναγομένους βάσει της αυτής νομικής και πραγματικής καταστάσεως.

101. Όπως τονίζει το αιτούν δικαστήριο (59), ως προς το ζήτημα αυτό «μόνον το ίδιο είναι εύλογο να αποφανθεί για όλους τους εναγομένους με ενιαία κρίση». Τούτο πρέπει να γίνει δεκτό ανεξαρτήτως του εάν οι εναγόμενοι είναι οφειλέτες εις ολόκληρον ή, πράγμα το οποίο φαίνεται να δέχεται το αιτούν δικαστήριο (60), εάν ευθύνονται συμμέτρως. Πράγματι, για την ευόδωση των αγωγών κοινό προκριματικό ζήτημα είναι η ύπαρξη ή μη ευρύτερων αξιώσεων επανορθώσεως. Εάν το ζήτημα αυτό δεν κριθεί κατά τρόπο ενιαίο, υπάρχει κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων. Ωστόσο, με την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων θα διεσπάτο κατά τρόπο που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός η προπεριγραφείσα ενιαία πραγματική και νομική κατάσταση.

 Το κριτήριο της προβλεψιμότητας της δωσιδικίας της συνάφειας υπό το πρίσμα του εναγομένου

102. Όπως ορθώς παρατηρεί η Γερμανική Κυβέρνηση (61), οι εναγόμενοι μπορούσαν να προβλέψουν, λόγω της υπάρξεως ενιαίου βιοτικού περιστατικού, ότι μπορούσαν να εναχθούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

103. Πράγματι, και οι εναγόμενοι που κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη πλην της Γερμανίας έπρεπε –ως από κοινού εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο δικηγόρο και από κοινού κινήσαντες τη διαδικασία επανορθώσεως– να γνωρίζουν ότι ο κύκλος των καθολικών διαδόχων περιλαμβάνει και πρόσωπα τα οποία κατοικούν στη Γερμανία και ότι οι κατ’ αυτών ασκηθείσες αγωγές, ως αποτελούσες τις λεγόμενες «βασικές αγωγές», μπορούν ενδεχομένως να θεμελιώσουν, εις βάρος των λοιπών, τη δωσιδικία του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001. Ως προς το σημείο αυτό, η παρούσα υπόθεση διαφέρει σημαντικά από την μη προβλέψιμη για τους εναγομένους «συντονισμένη παράλληλη συμπεριφορά» ως στηριζόμενη σε διαφορετικά βιοτικά περιστατικά (62).

3.      Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα

104. Βάσει των ανωτέρω, στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι η απαιτούμενη βάσει του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 στενή συνάφεια μεταξύ πλειόνων αγωγών υφίσταται και στην περίπτωση που οι εναγόμενοι προβάλλουν έναντι του ενάγοντος, υπό περιστάσεις όπως είναι αυτές της κύριας δίκης, ευρύτερες αξιώσεις επανορθώσεως επί των οποίων είναι δυνατή μόνον η έκδοση κοινής αποφάσεως.

 Επί του τρίτου ερωτήματος

105. Το τρίτο ερώτημα αφορά τους εναγομένους που κατοικούν στο Ισραήλ. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ αρχάς εάν το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 έχει εφαρμογή και επί εναγομένων οι οποίοι κατοικούν εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

1.      Ερμηνεία του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001

106. Η διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί, βάσει των ερμηνευτικών μεθόδων που ανέπτυξε το Δικαστήριο (63), με γνώμονα το γράμμα της, λαμβανομένης υπόψη της ρυθμιστικής συνάφειάς της, καθώς και της σημασίας και του σκοπού της.

 Το γράμμα του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001

107. Στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης στενής ερμηνείας (64) του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 συνάγεται ήδη από το γράμμα ότι η δωσιδικία της συνάφειας μπορεί να αφορά μόνον «[π]ρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους».

108. Εντεύθεν συνάγεται κατ’ αντιδιαστολή ότι εναγόμενοι οι οποίοι κατοικούν στο Ισραήλ, και επομένως όχι σε ένα κράτος μέλος, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001.

 Το άρθρο 6, σημείο 1, στη συστηματική διάρθρωση του κανονισμού 44/2001

109. Όπως ορθώς επισημαίνει η Γερμανική Κυβέρνηση (65), επιβάλλεται, υπό το πρίσμα της ρυθμιστικής συνάφειας του κανονισμού 44/2001, η διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 6, σημείο 1.

110. Πρώτον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 εισάγει εξαίρεση από την αρχή της δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και ότι, όπως ρητώς τονίστηκε για πολλοστή φορά με την απόφαση Painer (66), η ερμηνεία δεν πρέπει να βαίνει πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός.

111. Δεύτερον, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 περιλαμβάνει ρητή ρύθμιση ακριβώς για τους εναγομένους των οποίων η κατοικία κείται εκτός κάποιου κράτους μέλους. Πράγματι, εάν ο εναγόμενος δεν κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων εκάστου κράτους μέλους καθορίζεται, υπό την επιφύλαξη των άρθρων 22 και 23 του κανονισμού 44/2001, από το δίκαιό του. Ωστόσο, εν προκειμένω δεν ασκεί επιρροή ούτε το άρθρο 22, το οποίο ρυθμίζει συγκεκριμένες περιπτώσεις διεθνούς δικαιοδοσίας στις οποίες δεν λαμβάνεται υπόψη η κατοικία του εναγομένου, ούτε το άρθρο 23 του κανονισμού 44/2001 το οποίο αφορά συμφωνίες περί παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας, οπότε, βάσει της ρητής αξιολογήσεως του κανονισμού 44/2001, η διεθνής δικαιοδοσία των γερμανικών δικαστηρίων εξακολουθεί να ιδρύεται απλώς βάσει των όσων ορίζει το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, όχι όμως βάσει των ως προς το σημείο αυτό εξαντλητικών ρυθμίσεων του κανονισμού 44/2001.

112. Τούτο συνάδει και με την ένατη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού κατά την οποία οι εναγόμενοι που δεν έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος υπάγονται εν γένει στους εθνικούς κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που ισχύουν στο έδαφος του κράτους μέλους όπου βρίσκεται το δικαστήριο το οποίο επελήφθη της υποθέσεως. Εξ αντιδιαστολής τούτο σημαίνει ότι ο κανονισμός 44/2001 δεν έχει εφαρμογή επ’ αυτών, πλην των περιπτώσεων όπου τούτο προβλέπεται κατ’ εξαίρεση.

 Περιεχόμενο και σκοπός του άρθρου 6, σημείο 1, το κανονισμού 44/2001

113. Ούτε εκτιμήσεις τελολογικού χαρακτήρα άγουν σε διαφορετικό συμπέρασμα.

114. Πράγματι, de lege lata ο κρίσιμος σκοπός και το σημαντικό περιεχόμενο του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 έγκειται, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις, στην ελαχιστοποίηση της πιθανότητας παράλληλης εκδικάσεως μιας υποθέσεως, για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης, προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων σε δύο κράτη μέλη.

115. Εντεύθεν συνάγεται ότι η νυν δομή της διατάξεως δεν αφορά περιπτώσεις τρίτων χωρών.

116. De lege ferenda, τούτο ενδέχεται να αλλάξει ενδεχομένως, δεδομένου ότι ήδη η πρόταση της Επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 2010 για την αναμόρφωση του κανονισμού 44/2001 (67) συνηγορεί εν γένει υπέρ της επεκτάσεως των «κανόν[ων] δικαιοδοσίας που προβλέπει ο κανονισμός στους εναγομένους από τρίτες χώρες». Ωστόσο, ποια ακριβώς μορφή θα λάβει μετά την αναδιατύπωσή του το άρθρο 6, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού, δεν μπορεί ακόμη να προβλεφθεί, δεδομένου ότι η εν λόγω πρόταση της Επιτροπής περιορίστηκε ως προς το σημείο αυτό ουσιαστικά σε αλλαγές στη διατύπωση (68).

2.      Αναλογική εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 επί περιπτώσεων τρίτων χωρών;

117. Ωστόσο, στη γερμανική θεωρία προτείνεται η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, οσάκις ένας ή πλείονες εναγόμενοι δεν κατοικοεδρεύουν σε κράτος μέλος, εφόσον τουλάχιστον ένας συνεναγόμενός τους κατοικεί εντός κράτους μέλους (69). Τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι, ειδάλλως, θα υπήρχε μια μη δυνάμενη να γίνει ανεκτή προνομιακή μεταχείριση των προσώπων που κατοικούν σε τρίτη χώρα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί σκοπό επιδιωκόμενο από τον κανονισμό 44/2001.

118. Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό (70), διότι στον εν λόγω κανονισμό δεν υπάρχει ρυθμιστικό κενό και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει θέση για αναλογική εφαρμογή.

119. Και τούτο διότι ο κανονισμός 44/2001 ρύθμισε εξαντλητικά τα ζητήματα που άπτονται των προσώπων που κατοικούν σε τρίτες χώρες με τα άρθρα του 4, 22 και 23, παραπέμποντας στην εκάστοτε εθνική νομοθεσία για τις περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στον κανονισμό. Συνεπώς, τα κράτη μέλη μπορούν για τις περιπτώσεις που δεν ρυθμίζονται από τον εν λόγω κανονισμό να εφαρμόζουν τις δικές τους διατάξεις περί διεθνούς δικαιοδοσίας όσον αφορά τα πρόσωπα που κατοικούν σε τρίτη χώρα. Εντούτοις, δεν μπορούν να επεκτείνουν τον κανονισμό πέραν του πεδίου εφαρμογής του.

3.      Το μέχρι τούδε συναγόμενο συμπέρασμα

120. Βάσει των ανωτέρω, στο τρίτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 δεν έχει εφαρμογή επί εναγομένων οι οποίοι δεν κατοικούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

121. Μετά από την αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό, παρέλκει η απάντηση στο περαιτέρω σκέλος του ερωτήματος, το οποίο τέθηκε μόνο για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του και αφορά τον τρόπο με τον οποίον διαμορφώνεται η νομική κατάσταση, εάν η αναγνώριση της αποφάσεως στο κράτος κατοικίας του εναγομένου μπορεί να απορριφθεί ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας κατ’ εφαρμογή διμερούς συμφωνίας με το κράτος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση.

122. Πάντως, πρέπει να τονιστεί, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικά στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος, ότι τα προβλήματα που αφορούν την αναγνώριση δικαστικής αποφάσεως σε τρίτες χώρες δυσκόλως μπορούν να επηρεάσουν την ερμηνεία του κανονισμού 44/2001 και, εν πάση περιπτώσει, κείνται στη σφαίρα κινδύνου του ενάγοντος (71).

VIII – Πρόταση

123. Βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Bundesgerichtshof ως εξής:

1)         Η απαίτηση επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού την οποία προβάλλει ομόσπονδο κράτος, υπό τις περιστάσεις της κύριας δίκης, αποτελεί αστική υπόθεση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, και στην περίπτωση που το ομόσπονδο κράτος έχει λάβει εντολή από δημόσια αρχή να προβεί έναντι των ζημιωθέντων σε επανόρθωση διά της καταβολής ενός μέρους του τιμήματος που απέφερε σύμβαση πωλήσεως ακινήτου, εντούτοις εκ παραδρομής καταβάλλει σε αυτούς αντ’ αυτού ολόκληρο το τίμημα και εν συνεχεία απαιτεί, διά της δικαστικής οδού, την επιστροφή του επιπλέον καταβληθέντος ποσού.

2)         Η απαιτούμενη βάσει του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 στενή συνάφεια μεταξύ πλειόνων αγωγών υφίσταται και στην περίπτωση που οι εναγόμενοι, υπό περιστάσεις όπως είναι αυτές της κύριας δίκης, προβάλλουν έναντι του ενάγοντος ευρύτερες αξιώσεις επανορθώσεως επί των οποίων είναι δυνατή μόνον η έκδοση κοινής αποφάσεως.

3)         Το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 δεν εφαρμόζεται επί εναγομένων οι οποίοι δεν κατοικούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


1–      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική. Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.


2 – Σε ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης είναι γνωστή η υπόθεση του πάππου του Αμερικανού καλλιτέχνη Billy Joel, Karl Amson Joel. Αυτός υποχρεώθηκε το 1938 να πωλήσει την επιχείρησή του σε έναν Γερμανό επιχειρηματία ο οποίος εν συνεχεία δημιούργησε έναν εμπορικό οίκο ταχυδρομικών παραγγελιών που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. Μετά τη φυγή στην Ελβετία, ο πωλητής ματαίως ανέμενε τα χρήματά του. Μόνο μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη Γερμανία κατόρθωσε να λάβει αποζημίωση από τον αγοραστή για την απώλεια της επιχειρήσεώς του.


3 – ΕΕ L 12, σ. 1, εσχάτως τροποποιηθείσα από τον κανονισμό (ΕΕ) 156/2012 της Επιτροπής, της 22ας Φεβρουαρίου 2012, για την τροποποίηση των παραρτημάτων I έως IV του κανονισμού 44/2001.


4 – Ο νόμος περί περιουσιακών στοιχείων όπως δημοσιεύθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2005 (BGBl. I, σ. 205) και τροποποιήθηκε εσχάτως με το άρθρο 3 του νόμου της 23ης Μαΐου 2011 (BGBl. I, σ. 920).


5 – Νόμος περί προτεραιότητας των επενδύσεων όπως δημοσιεύθηκε στις 4 Αυγούστου 1997 (BGBl. I, σ. 1996) και τροποποιήθηκε εσχάτως με το άρθρο 5 του νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 2006 (BGBl. I, σ. 3230).


6 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-51/97, Réunion européenne κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-6511, σκέψη 52).


7 – Έτσι, επί της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ήδη η απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1976, 29/76, LTU (Συλλογή τόμος 1976, σ. 577, σκέψη 5).


8 – Έτσι ήδη, για τη νομική κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, η λεγόμενη έκθεση Schlosser (ΕΕ 1986, C 298, σ. 99), η οποία διαλαμβάνει τα εξής: «Η διάκριση μεταξύ, αφενός, αστικών και εμπορικών υποθέσεων και, αφετέρου, υποθέσεων δημοσίου δικαίου είναι πολύ γνωστή στις έννομες τάξεις των αρχικών κρατών μελών και γίνεται επίσης […] σε γενικές γραμμές και βάσει παρεμφερών κριτηρίων […] το [Ηνωμένο Βασίλειο] και η Ιρλανδία στην πράξη αγνοούν την […] τρέχουσα μεταξύ των αρχικών κρατών μελών της ΕΟΚ διάκριση μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου […]». Βλ. συναφώς επίσης Tirado Robles, C., La competencia judicial en la Unión Europea, Βαρκελώνη 1995, σ. 14 επ.


9 – Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7).


10 – Βλ., επί της απαιτήσεως της συνοχής (σε σχέση προς το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έναντι του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών), «[ε]λλείψει οποιουδήποτε λόγου επιβάλλοντος διαφορετική ερμηνεία των δύο εν λόγω διατάξεων», απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Οκτωβρίου 2002, C-167/00, Henkel (Συλλογή 2002, σ. I-8111, σκέψη 49), περαιτέρω απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C-292/08, German Graphics Graphische Maschinen (Συλλογή 2009, σ. I-8421, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και Staudinger, A. σε Rauscher, T. (επιμέλεια), Europäisches Zivilprozess- und Kollisionsrecht, EuZPR/EuIPR, Sellier, Μόναχο 2011, Einleitung Brüssel I-VO, σημείο 35, και Hess, B. «Methoden der Rechtsfindung im Europäischen Zivilprozessrecht», IPRax 2006, σ. 348 επ.


11–      Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7.


12 – Απόφαση LTU (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 4).


13 – Αυτό υποστηρίζει διατυπώνοντας τις επικρίσεις του ο Schlosser, P. F., EU-Zivilprozessrecht, 3η έκδοση, Verlag C. H. Beck, Μόναχο 2009, άρθρο 1 EuGVVO, σημείο 10.


14 – Μια ιδιαιτέρως χαρακτηριστική υπόθεση αποτελεί, υπό το πρίσμα αυτό, η απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Φεβρουαρίου 2007, C-292/05, Λεχωρίτου κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I-1519), η οποία αφορά αξιώσεις αποζημιώσεως τις οποίες προέβαλαν τα θύματα πολεμικών επιχειρήσεων κατά του εμπόλεμου κράτους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επιχειρήσεις από στρατιωτικές δυνάμεις αποτελούν χαρακτηριστική έκφραση της κρατικής κυριαρχίας, διότι αποφασίζονται μονομερώς και υποχρεωτικώς εκ μέρους των αρμόδιων δημόσιων αρχών και εμφανίζονται ως αρρήκτως συνδεόμενες προς την εξωτερική και αμυντική πολιτική των κρατών (σκέψη 37 της αποφάσεως αυτής).


15 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1980, 814/79, Rüffer (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 493).


16 – Βλ. συναφώς απόφαση Rüffer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψεις 2 έως 7).


17 – Όπ.π. (σκέψεις 9 έως 12).


18 – Όπ.π. (σκέψη 15).


19 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Απριλίου 1993, C-172/91, Sonntag (Συλλογή 1993, σ. I‑1963).


20–      Βλ. απόφαση Sonntag (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψεις 20 έως 26).


21 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Νοεμβρίου 2002, C-271/00, Baten (Συλλογή 2002, σ. I-10489, σκέψη 37).


22 – Όπ.π. (σκέψη 37).


23 – Όπ.π. (σκέψη 29).


24 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαΐου 2003, C-266/01, Préservatrice foncière TIARD (Συλλογή 2003, σ. I-4867).


25 – Απόφαση Préservatrice foncière TIARD (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψη 40).


26 – Έτσι και ρητώς η απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 2006, C-343/04, ČEZ (Συλλογή 2006, σ. I-4557, σκέψη 22).


27–      Βλ. υποσημείωση 7.


28 – Έτσι, κατ’ ουσίαν και ο P. Schlosser (υποσημείωση 13), σημείο 10. Βλ. συναφώς και τη λεγόμενη έκθεση P. Jênard επί της Συμβάσεως των Βρυξελλών (ΕΕ 1986, C 298, σ. 29).


29 – Έτσι Staudinger όπ.π. (υποσημείωση 10), σημείο 3 με περαιτέρω παραπομπές.


30 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 2009, C-420/07, Αποστολίδης (Συλλογή 2009, σ. I-3571).


31 – Απόφαση Αποστολίδης (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψεις 42 έως 45).


32 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 2011, C-406/09, Realchemie Nederland (Συλλογή 2011, σ. Ι-9773).


33 – Επί της κύριας δίκης βλ. απόφαση Realchemie Nederland (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψεις 18 έως 33).


34–      Όπ.π. (σκέψεις 40 έως 43).


35 – Όπ.π. (σκέψη 42).


36 – Όπ.π. (σκέψη 41).


37–      Βλ. σημείο 10 της διατάξεως περί παραπομπής.


38 – Βλ. τις γραπτές παρατηρήσεις της, σημεία 22 έως 24.


39 – Βλ. τις γραπτές παρατηρήσεις της, σημεία 12 έως 19.


40 – Βλ. τις γραπτές παρατηρήσεις της, σημεία 23 έως 30.


41–      Βλ. τις γραπτές παρατηρήσεις της, σημείο 22.


42 – Βλ. τις γραπτές παρατηρήσεις της, σημεία 13 και 15.


43–      Βλ. σημείο 4 της διατάξεως περί παραπομπής.


44–      Βλ. συναφώς τις προτάσεις μου της 12ης Απριλίου 2001 επί της υποθέσεως C‑145/10, Painer (απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Συλλογή 2011, σ. Ι-9773, σημεία 55 έως 102).


45 – Το αιτούν δικαστήριο φρονεί (βλ. σημείο 18 της διατάξεως περί παραπομπής), χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχέστερη ανάλυση, ότι συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ήτοι ότι υπάρχει η λεγόμενη «βασική αγωγή».


46 – Βλ. τις γραπτές παρατηρήσεις της, σημεία 33 και 34.


47–      Προτάσεις της 12ης Απριλίου 2011 επί της υποθέσεως Painer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44, σημεία 72 επ.)


48–      Απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Δεκεμβρίου 2011, C-145/10, Painer (σκέψη 44).


49 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 2006, C-103/05, Reisch Montage (Συλλογή 2006, σ. I-6827, σκέψη 29).


50 – Απόφαση Painer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψη 74).


51 – Όπ.π. (σκέψη 83).


52 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 189/87, Καλφέλης (Συλλογή 1988, σ. 5565, σκέψεις 8 και 9), και της 27ης Οκτωβρίου 1998, Réunion européenne κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 47).


53 – Αποφάσεις της 11ης Οκτωβρίου 2007, C-98/06, Freeport (Συλλογή 2007, σ. I‑8319, σκέψη 40), και Painer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψη 79). Στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Painer επισήμανα στα σημεία 96 επ. ότι πρέπει να θεωρείται ότι υπάρχει επαρκής νομική συνάφεια, όταν δεν θα μπορούσαν να γίνουν ανεκτές αντιφατικές αποφάσεις π.χ. διότι οι εναγόμενοι είναι συνοφειλέτες ή πρόκειται για κοινωνία δικαιώματος ή εάν η έκβαση της μίας αγωγής εξαρτάται από την έκβαση της άλλης.


54 – Απόφαση Painer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψη 75).


55 – Απόφαση Freeport (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 53, σκέψη 47). Στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Painer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44), συγκεκριμενοποίησα κατά τρόπο αναλυτικό στα σημεία 91 επ. το κριτήριο της προβλεψιμότητας και το συσχέτισα με την ύπαρξη ενός ενιαίου βιοτικού περιστατικού στο οποίο στηρίζονται οι αγωγές.


56–      Απόφαση Painer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψεις 81 και 82).


57 – Βλ. ως προς το σημείο αυτό και ως προς τη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων Hess, B., Europäisches Zivilprozessrecht, C. F. Müller Verlag, Χαϊδελβέργη 2010, § 6, σημείο 85, καθώς και Tirado Robles όπ.π. (υποσημείωση 8), σ. 64 επ.


58–      Βλ. τις γραπτές παρατηρήσεις της, σημείο 32.


59–      Βλ. σημείο 16 της διατάξεως περί παραπομπής.


60–      Όπ.π.


61–      Βλ. τις γραπτές παρατηρήσεις της, σκέψη 33.


62–      Βλ. σημείο 92 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Painer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44).


63 – Βλ. συναφώς π.χ. απόφαση Henkel (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


64–      Βλ. σημείο 91 των παρουσών προτάσεων.


65 – Βλ. τις γραπτές παρατηρήσεις της, σημεία 38 έως 43.


66 – Απόφαση Painer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψη 74).


67 – COM(2010) 748 τελικό, σ. 8.


68–      COM(2010) 748 τελικό, σ. 27.


69 – Έτσι ήδη (επί της Συμβάσεως των Βρυξελλών) κατ’ επίκληση λόγων επιεικείας και της ratio conventionis οι Geimer, R./Schütze, R. A., Europäisches Zivilverfahrensrecht, 1η έκδοση, Verlag C. H. Beck, Μόναχο 1997, άρθρο 6, σημεία 7 και 8, και (επί του κανονισμού 44/2001) Geimer, R. σε Geimer, R./Schütze, R. A., Europäisches Zivilverfahrensrecht, 3η έκδοση, Verlag C. H. Beck, Μόναχο 2010, άρθρο 6, σημεία 7 επ., περαιτέρω Leible, S. σε Rauscher, όπ.π. (υποσημείωση 10), άρθρο 6 Brüssel I-VO, σημείο 7 με περαιτέρω στοιχεία.


70 – Βλ., σε σχέση με τα προβλήματα που δημιουργούνται, Brandes, F., Der gemeinsame Gerichtsstand: Die Zuständigkeit im europäischen Mehrparteienprozess nach Art. 6 Nr. 1 EuGVÜ/LÜ, εκδόσεις Peter Lang, Φρανκφούρτη επί του Μάιν 1998, σ. 91 επ., ιδίως σ. 95, και Gaudemet-Tallon, H., Compétence et exécution des jugements en Europe: règlement 44/2001, Conventions de Bruxelles (1968) et de Lugano (1988 et 2007), 4η έκδοση, L.G.D.J., Παρίσι 2010, σ. 255.


71 – Βλ. επίσης Leible όπ.π. (υποσημείωση 10), άρθρο 6 Brüssel I-VO, σημείο 7 με περαιτέρω στοιχεία.