Language of document : ECLI:EU:F:2013:26

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

της 28ης Φεβρουαρίου 2013 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση – Γενικός διαγωνισμός – Ακύρωση της αποφάσεως περί αποκλεισμού υποψηφίου από το επόμενο στάδιο ενός διαγωνισμού – Εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως – Απόφαση περί εκ νέου κινήσεως διαδικασίας γενικού διαγωνισμού και περί εκ νέου προσκλήσεως του παρανόμως αποκλεισθέντος υποψηφίου στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα»

Στην υπόθεση F‑51/11,

με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, εφαρμοστέου στη Συνθήκη ΕΚΑΕ δυνάμει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής,

Δημήτριος Παχτίτης, κάτοικος Αθηνών (Ελλάδα), εκπροσωπούμενος από τους Π. Γιαταγαντζίδη και Κ. Κυριαζή, δικηγόρους,

προσφεύγων,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τους J. Currall και Ι. Χατζηγιάννη, στη συνέχεια από τους J. Currall, Ι. Χατζηγιάννη και P. Pecho, και τέλος από τους J. Currall και Δ. Τριανταφύλλου,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. I. Rofes i Pujol, πρόεδρο, I. Boruta, και K. Bradley (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: W. Hakenberg

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 21 Απριλίου 2011, ο Δ. Παχτίτης άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με αίτημα την ακύρωση των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO) περί εκ νέου κινήσεως της διαδικασίας γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/77/06 και περί εκ νέου προσκλήσεώς του στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα του εν λόγω διαγωνισμού.

 Το νομικό πλαίσιο

2        Το άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:

«Το θεσμικό ή λοιπό όργανο ή οργανισμός των οποίων η πράξη εκηρύχθη άκυρη ή των οποίων η παράλειψη εκηρύχθη αντίθετη προς τις Συνθήκες, οφείλουν να λαμβάνουν τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

3        Η προκήρυξη γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/77/06, για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα προσλήψεων γλωσσομαθών υπαλλήλων διοικήσεως βαθμού AD 5, ελληνικής γλώσσας, στον τομέα της μεταφράσεως, την οποία δημοσίευσε η EPSO στις 15 Νοεμβρίου 2006 (ΕΕ C 277 A, σ. 3, στο εξής: προκήρυξη διαγωνισμού), προέβλεπε, στον τίτλο A «Φ[ύση των καθηκόντων, όροι συμμετοχής στον διαγωνισμό (απαιτούμενα προσόντα)]», ότι οι υποψήφιοι, από τις δύο επιλογές τις οποίες είχαν στη διάθεσή τους, εκ των οποίων η μία, καλούμενη επιλογή 1, αφορούσε τους υποψηφίους με δύο υποχρεωτικές γλώσσες πρωτοτύπου, μεταξύ των οποίων η γερμανική, η αγγλική και η γαλλική, έπρεπε να επιλέξουν την αντιστοιχούσα στις γλωσσικές τους γνώσεις.

4        Η προκήρυξη προέβλεπε διαδικασία διαγωνισμού σε τρία στάδια: το πρώτο περιελάμβανε δύο δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα, το δεύτερο γραπτές δοκιμασίες και το τρίτο προφορική δοκιμασία.

5        Βάσει του τίτλου B της προκηρύξεως διαγωνισμού, «Π[ροκαταρκτικές δοκιμασίες συμμετοχής στον διαγωνισμό]», και προκειμένου περί της επιλογής 1, την οποία προτίμησε ο προσφεύγων, μόνον οι 110 υποψήφιοι με την υψηλότερη βαθμολογία στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα και, πάντως, εφόσον έχουν λάβει τη βάση, θα καλούνταν να υποβάλουν πλήρη υποψηφιότητα προκειμένου να γίνουν δεκτοί στο δεύτερο στάδιο του διαγωνισμού.

 Ιστορικό της διαφοράς

6        Ο προσφεύγων υπέβαλε υποψηφιότητα στον γενικό διαγωνισμό EPSO/AD/77/06 δηλώνοντας την επιλογή 1 και υποβλήθηκε στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα με ηλεκτρονικό υπολογιστή στις 2 Μαΐου 2007.

7        Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 31ης Μαΐου 2007, η EPSO πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι η βαθμολογία του ήταν ανεπαρκής για τη συμμετοχή του στο δεύτερο στάδιο του διαγωνισμού (στο εξής: απόφαση της EPSO της 31ης Μαΐου 2007).

8        Με έγγραφο της 4ης Ιουνίου 2007, ο προσφεύγων ζήτησε από την EPSO αντίγραφο των ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής που του είχαν τεθεί, αντίγραφο των απαντήσεών του, καθώς και τον πίνακα των ορθών απαντήσεων.

9        Με έγγραφο της 27ης Ιουνίου 2007, η EPSO πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι αποφάσισε να μη δεχθεί το αίτημά του.

10      Με προσφυγή ασκηθείσα στις 22 Σεπτεμβρίου 2007 και πρωτοκολληθείσα υπό τον αριθμό T‑374/07, ο προσφεύγων ζήτησε από το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικό Δικαστήριο] να ακυρώσει την απόφαση της EPSO της 27ης Ιουνίου 2007 και να διατάξει την EPSO να του κοινοποιήσει τα ζητηθέντα έγγραφα.

11      Με διάταξη της 20ής Απριλίου 2012, T-374/07, Παχτίτης κατά Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η προσφυγή του προσφεύγοντος ενέπιπτε στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και παρέπεμψε την υπόθεση στο δικαστήριο αυτό. Η υπόθεση αυτή πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης υπό τον αριθμό F‑49/12 και εκκρεμεί ακόμη.

12      Με προσφυγή της 14ης Μαρτίου 2008, πρωτοκολληθείσα υπό τον αριθμό F‑35/08, ο προσφεύγων ζήτησε από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να ακυρώσει, μεταξύ άλλων, την απόφαση της EPSO της 31ης Μαΐου 2007.

13      Με απόφαση της 15ης Ιουνίου 2010, F-35/08, Παχτίτης κατά Επιτροπής (στο εξής: απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010), το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ακύρωσε την απόφαση της EPSO της 31ης Μαΐου 2007, με το σκεπτικό ότι το πρώτο στάδιο του διαγωνισμού είχε οργανωθεί και αχθεί σε πέρας μόνον από την EPSO, χωρίς καμία συμμετοχή της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι, ελλείψει τροποποιήσεως του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) απονέμουσας ρητώς στην EPSO αρμοδιότητες για την εκτέλεση ορισμένων καθηκόντων που ανήκαν μέχρι τότε στην εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού και, ιδίως, για τον καθορισμό του περιεχομένου των δοκιμασιών και για τη διόρθωσή τους, η EPSO δεν ήταν αρμόδια να διεξαγάγει μόνη το πρώτο στάδιο του διαγωνισμού.

14      Η απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010 επικυρώθηκε κατ’ αναίρεση με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 14ης Δεκεμβρίου 2011, T‑361/10 P, Επιτροπή κατά Παχτίτη.

15      Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 19ης Ιουλίου 2010, η EPSO πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι, κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010, αποφάσισε να ανασυγκροτήσει την εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού και να καλέσει τον προσφεύγοντα στις «δοκιμασίες για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό» («tests d’admission»), οι οποίες, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, οργανώνονται πλέον «υπό την ευθύνη της εξεταστικής επιτροπής». Η EPSO προσέθεσε ότι θα διεξαγόταν σύσκεψη με την εξεταστική επιτροπή πιθανώς κατά τον Σεπτέμβριο του 2010 και ότι ο προσφεύγων θα ενημερωνόταν μετά τη διεξαγωγή της συσκέψεως αυτής για την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής των δοκιμασιών αυτών.

16      Στις 23 Ιουλίου 2010, ο προσφεύγων ζήτησε από την EPSO να διευκρινίσει το περιεχόμενο των όρων «tests d’admission».

17      Με έγγραφο της 27ης Ιουλίου 2010, η EPSO επισήμανε ότι επρόκειτο για τις δοκιμασίες «τις οποίες αφορά [ο τίτλος B] της προκηρύξεως του διαγωνισμού».

18      Στις 28 Ιουλίου 2010, ο προσφεύγων ζήτησε από την EPSO να διευκρινίσει πότε ακριβώς είχε την πρόθεση να τον καλέσει εκ νέου στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα, πράγμα το οποίο είχε κατ’ αυτόν σημασία, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπόθεση T‑374/07 εκκρεμούσε ακόμη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

19      Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 14ης Φεβρουαρίου 2011, η EPSO κάλεσε τον προσφεύγοντα να επιλέξει μεταξύ τριών ημερομηνιών για να υποβληθεί εκ νέου στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα του διαγωνισμού, ειδικότερα την 8η, την 9η ή τη 10η Μαρτίου 2011.

20      Με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 2011, ο προσφεύγων πληροφόρησε την EPSO ότι αρνείτο να υποβληθεί εκ νέου στις εν λόγω δοκιμασίες, επειδή, πρώτον, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010, έπρεπε να περιληφθεί αυτοδικαίως στον κατάλογο των 110 υποψηφίων με την καλύτερη βαθμολογία στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα του διαγωνισμού και, δεύτερον, η εκ νέου υποβολή του στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα καθιστούσε εντελώς άνευ αντικειμένου την εκκρεμή ακόμη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαδικασία στην υπόθεση T‑374/07. Κατά συνέπεια, ζήτησε από την EPSO να ανακαλέσει την από 14 Φεβρουαρίου 2011 πρόσκλησή της περί εκ νέου υποβολής του στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα.

21      Με έγγραφο της 11ης Μαρτίου 2011, η EPSO απάντησε στον προσφεύγοντα ότι είχε «διασφαλίσει τη συμμετοχή της εξεταστικής επιτροπής και τον έλεγχο των ερωτήσεων [των δοκιμασιών προκριματικού χαρακτήρα] από αυτήν πριν [τον] καλέσει [στις εν λόγω δοκιμασίες]» και ότι το μέτρο αυτό ήταν σύμφωνο με τους λόγους ακυρώσεως τους οποίους δέχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010. Η EPSO διευκρίνισε επιπλέον στον προσφεύγοντα ότι, σε περίπτωση αρνήσεώς του να υποβληθεί εκ νέου στις δοκιμασίες αυτές, η EPSO θα ήταν υποχρεωμένη να θεωρήσει τη συμμετοχή του στον διαγωνισμό ως αυτοδικαίως περατωθείσα. Κατά την EPSO, «[σ]υγκεκριμένα, η επιτυχία στις δοκιμασίες αποτελεί προϋπόθεση για τη συμμετοχή στον κυρίως διαγωνισμό, επιβαλλόμενη σε όλους τους υποψηφίους» και «η άρνηση υποβολής στις δοκιμασίες αυτές ισοδυναμεί με αίτημα για προνομιακή μεταχείριση της οποίας κανένας άλλος υποψήφιος δεν έτυχε».

22      Στις 14 Απριλίου 2011, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά των αποφάσεων της EPSO που περιέχονται στα έγγραφα της 14ης Φεβρουαρίου και της 11ης Μαρτίου 2011, περί εκ νέου κινήσεως της διαδικασίας διαγωνισμού και περί εκ νέου προσκλήσεώς του στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

23      Με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 21 Απριλίου 2011 και πρωτοκολλήθηκε υπό τον αριθμό F‑51/11 R, ο προσφεύγων ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως των αποφάσεων κατά τον οποίων βάλλει η υπό κρίση προσφυγή, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη επί της προσφυγής και, εν πάση περιπτώσει, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση T‑374/07.

24      Με διάταξη της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, F-51/11 R, Παχτίτης κατά Επιτροπής, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

25      Σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 4, του ΚΥΚ η διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση ανεστάλη μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της διοικητικής ενστάσεως.

26      Με απόφαση της 1ης Αυγούστου 2011, η EPSO, ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ), απέρριψε τη διοικητική ένσταση. Με την απόφαση αυτή, η EPSO επισήμανε στον προσφεύγοντα ότι η συμμετοχή του στον γενικό διαγωνισμό EPSO/AD/77/06 είχε περατωθεί.

27      Κατόπιν της καταθέσεως του υπομνήματος αντικρούσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επέτρεψε μια δεύτερη ανταλλαγή υπομνημάτων.

28      Κρίνοντας ότι έχει διαφωτισθεί επαρκώς από τα υπομνήματα των διαδίκων, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης τους πληροφόρησε, με έγγραφο της Γραμματείας της 20ής Σεπτεμβρίου 2012, ότι σκόπευε να αποφανθεί χωρίς τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, δυνάμει του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, και τους κάλεσε να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους συναφώς.

29      Με έγγραφο της 4ης Οκτωβρίου 2012, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δήλωσε ότι συμφωνεί να αποφανθεί το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης χωρίς τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στην υπό κρίση υπόθεση. Με έγγραφο της 5ης Οκτωβρίου 2012, ο προσφεύγων, εκφράζοντας συγχρόνως τη συμφωνία του, ζήτησε από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να εξετάσει κατά προτεραιότητα την υπόθεση F‑49/12 ή, άλλως, να τη συνεκδικάσει με την υπό κρίση υπόθεση.

30      Με έγγραφα της Γραμματείας της 6ης και της 21ης Νοεμβρίου 2012, οι διάδικοι πληροφορήθηκαν την απόφαση του προέδρου του δικάζοντος σχηματισμού να μη συνεκδικάσει την υπό κρίση υπόθεση με την υπόθεση F‑49/12 και την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης να αποφανθεί χωρίς τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

31      Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:

–        να ακυρώσει τις αποφάσεις της EPSO που περιέχονται στα έγγραφα της 14ης Φεβρουαρίου και της 11ης Μαρτίου 2011 περί εκ νέου κινήσεως της διαδικασίας διαγωνισμού και περί εκ νέου προσκλήσεώς του στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

32      Με το υπόμνημα απαντήσεως, ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να ακυρώσει την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, καθόσον με αυτή διαπιστώνεται ότι περατώθηκε η συμμετοχή του στον διαγωνισμό.

33      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή, κυρίως, ως προδήλως απαράδεκτη και, επικουρικώς, ως προδήλως στερούμενη κάθε νομικής βάσεως·

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Νομική εκτίμηση

34      Ο δικαστής της Ένωσης έχει τη δυνατότητα να εκτιμά, αναλόγως των περιστάσεων εκάστης υποθέσεως, αν η ορθή απονομή της δικαιοσύνης δικαιολογεί την απόρριψη μιας προσφυγής επί της ουσίας, χωρίς προηγούμενη απόφανση επί αιτιάσεως περί απαραδέκτου, προβληθείσας από τον καθού (απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, F‑26/10, AZ κατά Επιτροπής, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

35      Υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως και προς τον σκοπό της οικονομίας της δίκης, πρέπει να εξετασθεί απευθείας η ουσία της διαφοράς, χωρίς το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να αποφανθεί προηγουμένως επί του παραδεκτού της προσφυγής.

 Επί του αιτήματος που βάλλει κατά των αποφάσεων περί εκ νέου κινήσεως της διαδικασίας του διαγωνισμού και περί εκ νέου προσκλήσεως του προσφεύγοντος στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα

 Επιχειρήματα των διαδίκων

36      Προς στήριξη του αιτήματός του ακυρώσεως των αποφάσεων που περιέχονται στα έγγραφα της 14ης Φεβρουαρίου και της 11ης Μαρτίου 2011, ο προσφεύγων προβάλλει ένα μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά την παραβίαση του δεδικασμένου, την παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ και του άρθρου 83, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

37      Ειδικότερα, ο προσφεύγων φρονεί ότι, προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010, η καθής ήταν υποχρεωμένη να λάβει θετικά μέτρα προκειμένου να αποκαταστήσει τη θέση του στη διαδικασία του διαγωνισμού, όπως αυτή θα ήταν αν δεν είχαν ληφθεί οι αποφάσεις των οποίων την ακύρωση ζητεί ο προσφεύγων.

38      Εν προκειμένω, ο προσφεύγων επισημαίνει κατ’ αρχάς ότι, στο πλαίσιο της προσφυγής την οποία άσκησε κατά της αποφάσεως της EPSO της 31ης Μαΐου 2007, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010, προέβαλε την αιτίαση περί πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση των απαντήσεών του στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα, διότι ήταν πεπεισμένος ότι η βαθμολογία που του κοινοποίησε η EPSO δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική του επίδοση. Κατά τον προσφεύγοντα, το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της EPSO της 31ης Μαΐου 2007 λόγω αναρμοδιότητας της αρχής που την έλαβε δεν σημαίνει ότι οι λοιπές αιτιάσεις που προβλήθηκαν κατά της αποφάσεως αυτής είναι αβάσιμες. Συνεπώς, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι, κατόπιν των απαντήσεων τις οποίες έδωσε ο προσφεύγων στις 2 Μαΐου 2007 στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα, η εξεταστική επιτροπή θα έκρινε ότι αυτός έπρεπε να περιληφθεί στον κατάλογο των 110 υποψηφίων που έλαβαν την καλύτερη βαθμολογία στις εν λόγω δοκιμασίες. Ο προσφεύγων συνάγει εντεύθεν ότι η ορθή εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010 έπρεπε να συνίσταται στην εγγραφή του στον προαναφερθέντα κατάλογο και στην πρόσκλησή του στο δεύτερο στάδιο του διαγωνισμού.

39      Εξάλλου, ο προσφεύγων εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν η εξεταστική επιτροπή άσκησε τον έλεγχό της επί των ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής των δοκιμασιών προκριματικού χαρακτήρα στις οποίες έπρεπε να υποβληθεί εκ νέου. Η έκφραση την οποία χρησιμοποίησε η EPSO στο έγγραφο της 11ης Μαρτίου 2011, κατά την οποία η «EPSO έχει διασφαλίσει τη συμμετοχή της εξεταστικής επιτροπής και τον έλεγχο των ερωτήσεων [των δοκιμασιών προκριματικού χαρακτήρα] από αυτήν», επιδέχεται δύο διαφορετικές ερμηνείες. Κατά την πρώτη ερμηνεία, η εξεταστική επιτροπή επικύρωσε μόνον τις ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής που θα ετίθεντο στον προσφεύγοντα, οπότε αυτός διερωτάται πώς έγινε η επικύρωση αυτή, η οποία αφορούσε μόνον τον ίδιο. Κατά τη δεύτερη ερμηνεία, η εξεταστική επιτροπή επικύρωσε όλες τις ερωτήσεις που περιέχονταν στη βάση δεδομένων. Εντούτοις, η δεύτερη αυτή ερμηνεία αντικρούεται από τις διαπιστώσεις που περιέχονται σε ορισμένες ανακοινώσεις συνδικαλιστικών οργανώσεων, κατά τις οποίες η EPSO δεν ανέθεσε πραγματικά στις εξεταστικές επιτροπές διαγωνισμών τη μέριμνα για τον καθορισμό του περιεχομένου των ερωτήσεων πολλαπλής επιλογής των δοκιμασιών προκριματικού χαρακτήρα.

40      Στη συνέχεια, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι τα μέτρα εκτελέσεως που επέλεξε η EPSO είναι αντιφατικά, διότι δεν συμβιβάζονται με την απόφαση της Επιτροπής να ασκήσει αναίρεση κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010.

41      Εξάλλου, ο προσφεύγων φρονεί ότι η μη ορθή εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010 θα κατέληγε σε παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Συγκεκριμένα, αν δεχόταν να υποβληθεί στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα στις οποίες τον κάλεσε η EPSO, η προσφυγή του στην υπόθεση F‑49/12 θα απορριπτόταν λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.

42      Η καθής ζητεί την απόρριψη του αιτήματος του προσφεύγοντος ως προδήλως στερούμενου κάθε νομικής βάσεως.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης

43      Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι, κατόπιν της εκδόσεως ακυρωτικής δικαστικής αποφάσεως, το θεσμικό όργανο το οποίο αφορά η απόφαση αυτή υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξάλειψη των αποτελεσμάτων των παρανομιών που διαπιστώθηκαν, πράγμα το οποίο, στην περίπτωση ήδη εκτελεσθείσας πράξεως, απαιτεί την αποκατάσταση του προσφεύγοντος στη νομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν από την πράξη αυτή (απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 13ης Δεκεμβρίου 2012, F-42/11, Honnefelder κατά Επιτροπής, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

44      Προς τούτο, το θεσμικό όργανο που εξέδωσε την ακυρωθείσα πράξη υποχρεούται να συμμορφωθεί όχι μόνο προς το διατακτικό της ακυρωτικής δικαστικής αποφάσεως, αλλά και προς το σκεπτικό που οδήγησε στο διατακτικό αυτό και που συνιστά το αναγκαίο στήριγμά του, υπό την έννοια ότι είναι απαραίτητο για να προσδιοριστεί η ακριβής έννοια αυτού που κρίθηκε με το διατακτικό. Πράγματι, στο σκεπτικό αυτό, αφενός, επισημαίνεται η διάταξη που θεωρείται ως παράνομη και, αφετέρου, παρατίθενται οι ακριβείς λόγοι της ελλείψεως νομιμότητας που διαπιστώνεται με το διατακτικό, τους οποίους το οικείο κοινοτικό όργανο πρέπει να λάβει υπόψη κατά την αντικατάσταση της ακυρωθείσας πράξεως (απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 20ής Ιουνίου 2012, F-79/11, Μενιδιάτης κατά Επιτροπής, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

45      Επιπλέον, καίτοι εναπόκειται στο οικείο θεσμικό όργανο να προσδιορίσει ποια είναι τα μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση μιας ακυρωτικής δικαστικής αποφάσεως, η εξουσία εκτιμήσεως την οποία διαθέτει περιορίζεται από την ανάγκη συμμορφώσεως τόσο προς το διατακτικό και προς το σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως όσο και προς τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, το καθού θεσμικό όργανο πρέπει, μεταξύ άλλων, να φροντίσει ώστε τα λαμβανόμενα μέτρα να μη βαρύνονται από τις ίδιες πλημμέλειες όπως οι επισημανθείσες με την ακυρωτική απόφαση (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, T-283/03, Recalde Langaric κατά Επιτροπής, σκέψη 51, και απόφαση Honnefelder κατά Επιτροπής, προμνησθείσα, σκέψη 46).

46      Υπό το πρίσμα των αρχών που μόλις υπομνήσθηκαν πρέπει να κριθεί αν, όπως υποστηρίζει ο προσφεύγων, η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, αποφασίζοντας να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία διαγωνισμού και να καλέσει τον προσφεύγοντα στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα τις οργανωθείσες υπό την ευθύνη της εξεταστικής επιτροπής.

47      Εν προκειμένω, στην απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010, η οποία δεν περιέχει κανένα στοιχείο ως προς τον τρόπο εκτελέσεώς της, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισήμανε ότι η απόφαση της EPSO της 31ης Μαΐου 2007 είχε εκδοθεί από αναρμόδια αρχή κατόπιν διαδικασίας επιλογής επίσης διεξαχθείσας από αναρμόδια αρχή. Συνεπώς, το παράνομο της αποφάσεως της EPSO της 31ης Μαΐου 2007 αφορούσε την καθεαυτό διαδικασία του διαγωνισμού και η ακύρωση της αποφάσεως αυτής ουδόλως στηρίχθηκε στις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η εκτίμηση της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος.

48      Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης κρίνει ότι το μέτρο εκτελέσεως το οποίο συνιστούν οι αποφάσεις περί εκ νέου κινήσεως της διαδικασίας διαγωνισμού και περί εκ νέου προσκλήσεως του προσφεύγοντος στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα, καθιστά δυνατή την πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010. Συγκεκριμένα, το μέτρο αυτό ανάγεται ακριβώς στο σημείο στο οποίο σημειώθηκε η παρανομία την οποία διαπιστώνει η απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010 (βλ. διάταξη του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 2000, C-8/99 P, Gómez de Enterría y Sanchez κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 22), δηλαδή στο στάδιο των δοκιμασιών προκριματικού χαρακτήρα, και καθιστά δυνατή την προσήκουσα προστασία των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος. Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, όταν, όπως εν προκειμένω, πρόκειται για γενικό διαγωνισμό οργανωθέντα για τη σύσταση εφεδρικού πίνακα προσλήψεων του οποίου οι δοκιμασίες διεξήχθησαν πλημμελώς, τα δικαιώματα ενός υποψηφίου προστατεύονται προσηκόντως αν η ΑΔΑ προβεί στην εκ νέου κίνηση, ως προς αυτόν, της διαδικασίας διαγωνισμού που σκοπεί στη σύσταση εφεδρικού πίνακα, δεδομένου ότι αυτή η εκ νέου κίνηση συνεπάγεται την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που επικρατούσε πριν την επέλευση των περιστατικών στα οποία ο δικαστής στήριξε την ακυρωτική του απόφαση (απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Δεκεμβρίου 2002, T-119/99, Hoyer κατά Επιτροπής, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και απόφαση Honnefelder κατά Επιτροπής, προμνησθείσα, σκέψη 50).

49      Αντιθέτως, η λύση την οποία προτείνει ο προσφεύγων, και συγκεκριμένα να του επιτραπεί να μετάσχει στο δεύτερο στάδιο του διαγωνισμού χωρίς να πρέπει να υποβληθεί εκ νέου στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή από την εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού χωρίς να παραβιασθούν όχι μόνον η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και η αρχή της αντικειμενικότητας της βαθμολογίας, όπως επίσης και η προκήρυξη του διαγωνισμού, αλλά και το άρθρο 27 του ΚΥΚ, το οποίο προβλέπει ότι τα θεσμικά όργανα πρέπει να προσλαμβάνουν τους υποψηφίους με τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας, προκειμένου να καταλάβουν τις θέσεις υπαλλήλων (απόφαση Honnefelder κατά Επιτροπής, προμνησθείσα, σκέψη 52).

50      Συνεπώς, ο προσφεύγων δεν αποδεικνύει το παράνομο των αποφάσεων περί εκ νέου κινήσεως της διαδικασίας διαγωνισμού και περί εκ νέου προσκλήσεώς του στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα.

51      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων.

52      Πρώτον, όσον αφορά τις αμφιβολίες τις οποίες εκφράζει ο προσφεύγων επί του ζητήματος αν η εξεταστική επιτροπή πράγματι άσκησε τον έλεγχό της επί των νέων δοκιμασιών προκριματικού χαρακτήρα που έπρεπε να οργανωθούν γι’ αυτόν, καθώς και για τον τρόπο που έγινε ένας τέτοιος έλεγχος, αρκεί η παρατήρηση ότι ο προσφεύγων προβαίνει σε αμιγείς εικασίες, χωρίς να προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο ικανό να αποδυναμώσει τον ισχυρισμό της EPSO ότι οι δοκιμασίες στις οποίες κλήθηκε να μετάσχει ο προσφεύγων είχαν οργανωθεί υπό την ευθύνη της εξεταστικής επιτροπής.

53      Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής ήταν αντιφατική, δεδομένου ότι, ενώ άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010, την εκτέλεσε αμέσως, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 15ης Ιουνίου 2010, χωρίς να αναμείνει την έκδοση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2000, T-11/00, Hautem κατά ΕΤΕ, σκέψεις 36 έως 38).

54      Τρίτον, το επιχείρημα ότι οι αποφάσεις περί εκ νέου κινήσεως της διαδικασίας διαγωνισμού και περί εκ νέου προσκλήσεως του προσφεύγοντος στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα αντιβαίνουν στην αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι καθιστούν άνευ αντικειμένου την υπόθεση F‑49/12, δεν έχει σχέση με τη νομιμότητα των εν λόγω αποφάσεων. Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές. Το ίδιο ισχύει για τα επιχειρήματα που αντλεί ο προσφεύγων από την άρνηση της EPSO να του κοινοποιήσει αντίγραφο των ερωτήσεων που του τέθηκαν και των απαντήσεων που έδωσε στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα, ακόμη και αν υποτεθεί ότι πρόκειται για πραγματικούς λόγους ακυρώσεως στρεφόμενους κατά των αποφάσεων περί εκ νέου κινήσεως της διαδικασίας διαγωνισμού και περί εκ νέου προσκλήσεως του προσφεύγοντος στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, η ενδεχόμενη έλλειψη νομιμότητας της εν λόγω αρνήσεως της EPSO, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της υποθέσεως F‑49/12, δεν μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα των αποφάσεων που προσβάλλονται στην υπό κρίση υπόθεση.

55      Κατά συνέπεια, πρέπει να κριθεί αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως που προβλήθηκε προς στήριξη της προσφυγής και να απορριφθεί το ακυρωτικό αίτημα που στρέφεται κατά των αποφάσεων της EPSO, οι οποίες περιέχονται στα έγγραφα της 14ης Φεβρουαρίου και της 11ης Μαρτίου 2011, περί εκ νέου κινήσεως της διαδικασίας διαγωνισμού και περί εκ νέου προσκλήσεως του προσφεύγοντος στις δοκιμασίες προκριματικού χαρακτήρα του γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/77/06.

 Επί του αιτήματος που στρέφεται κατά της αποφάσεως περί περατώσεως της συμμετοχής του προσφεύγοντος στον διαγωνισμό

56      Ο προσφεύγων εκτιμά ότι η απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεώς του τον θίγει καθόσον διαπιστώνει την περάτωση της συμμετοχής του στον διαγωνισμό.

57      Δυνάμει του άρθρου 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, καθώς και του άρθρου 35 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της διαφοράς και τα αιτήματα του προσφεύγοντος. Αιτήματα τα οποία διατυπώνονται το πρώτον με το υπόμνημα απαντήσεως τροποποιούν το αρχικό αντικείμενο της προσφυγής και, συνεπώς, πρέπει να θεωρούνται ως νέα αιτήματα και να απορρίπτονται ως απαράδεκτα (βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου της 17ης Μαΐου 2006, T-241/03, Marcuccio κατά Επιτροπής, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Εν προκειμένω, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει ότι το δικόγραφο της προσφυγής δεν περιέχει καμία αιτίαση κατά της αποφάσεως περί περατώσεως της συμμετοχής του προσφεύγοντος στον διαγωνισμό ούτε άλλο αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής, την οποία ο προσφεύγων πληροφορήθηκε με την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως.

58      Συνεπώς, το αίτημα που στρέφεται κατά της περιεχόμενης στην απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως αποφάσεως περί περατώσεως της συμμετοχής του προσφεύγοντος στον διαγωνισμό διατυπώθηκε το πρώτον κατά το στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.

59      Κατόπιν των ανωτέρω, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

60      Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας και υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του ογδόου κεφαλαίου του δευτέρου τίτλου του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Βάσει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δύναται να αποφασίσει, όταν απαιτείται από λόγους επιείκειας, ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται εν μέρει μόνο στα δικαστικά έξοδα ή ότι δεν πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα

61      Από το προπαρατεθέν σκεπτικό προκύπτει ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε. Εξάλλου, η Επιτροπή ζήτησε ρητώς, με τα αιτήματά της, να καταδικαστεί ο προσφεύγων στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της υποθέσεως δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο προσφεύγων πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Ο Δ. Παχτίτης φέρει τα δικαστικά έξοδά του και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Rofes i Pujol

Boruta

Bradley

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Φεβρουαρίου 2013.

Η Γραμματέας

 

      Η Πρόεδρος

W. Hakenberg

 

      M. I. Rofes i Pujol


* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.