Language of document : ECLI:EU:C:2013:231

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 11ης Απριλίου 2013 (1)

Υπόθεση C-49/12

The Commissioners for Her Majesty's Revenue & Customs

κατά

Sunico ApS,

M & B Holding ApS

και

Sunil Kumar Harwani

[αίτηση του Østre Landsret (Δανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Βασιλείου της Δανίας για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Άρθρο 6 της συμφωνίας – Δυνατότητα των δανικών δικαστηρίων να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Άρθρο 1, παράγραφος 1 – Έννοια του όρου “αστικές και εμπορικές υποθέσεις” – Αγωγή διοικητικής αρχής – Αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από συμμετοχή σε φορολογική απάτη μέσω τρίτου, μη υπόχρεου στον φόρο»





I –    Εισαγωγή

1.        Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την έννοια «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 (2) (στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες Ι). Ειδικότερα, αφορά το ζήτημα αν η αγωγή που έχει ασκήσει κρατική αρχή κατά φυσικών προσώπων και ιδιωτικών επιχειρήσεων με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από τη συμμετοχή των εν λόγω προσώπων και επιχειρήσεων σε φορολογική απάτη, συνιστά «αστική και εμπορική υπόθεση». Το ζήτημα αυτό τίθεται σε σχέση με το αν η απόφαση που αναμένεται να εκδοθεί επί της ως άνω αγωγής στο Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να αναγνωριστεί στη Δανία.

2.        Η υπό κρίση υπόθεση έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι δεν ισχύει αυτός καθαυτόν στη Δανία (3), αλλά ως τμήμα μιας παράλληλης διεθνούς συμφωνίας που έχει συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δανίας (4). Με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η εν λόγω παράλληλη συμφωνία υποβάλλεται (για πρώτη φορά) προς ερμηνεία στο Δικαστήριο, γεγονός που εγείρει το προκαταρκτικό ζήτημα της δυνατότητας των δανικών δικαστηρίων να υποβάλλουν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως με αντικείμενο την ερμηνεία αυτή.

II – Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3.        Οι εφαρμοζόμενες στην υπό κρίση υπόθεση διατάξεις του δικαίου της Ένωσης περιέχονται, αφενός, στην παράλληλη συμφωνία που έχει συναφθεί με τη Δανία όσον αφορά την ισχύ του κανονισμού Βρυξέλλες Ι (5) και, αφετέρου, στον ίδιο τον κανονισμό, ο οποίος αποτελεί συστατικό μέρος της συμφωνίας.

1.      Η παράλληλη συμφωνία

4.        Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Βασιλείου της Δανίας για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (6) έχει, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτής, ως σκοπό την «εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού “Βρυξέλλες Ι”, καθώς και των μέτρων εφαρμογής του, στις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και της Δανίας, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της παρούσας συμφωνίας».

5.        Το άρθρο 2 αφορά τη «διεθνή δικαιοδοσία και αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» και έχει ως εξής:

«1)      Οι διατάξεις του κανονισμού “Βρυξέλλες Ι”, ο οποίος προσαρτάται στην παρούσα συμφωνία και αποτελεί μέρος της, μαζί με τα μέτρα εφαρμογής του, τα οποία εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 74, παράγραφος 2, του κανονισμού και –όσον αφορά τα μέτρα εφαρμογής που εκδίδονται μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας– εφαρμόζονται από τη Δανία, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 της παρούσας συμφωνίας, και τα μέτρα τα οποία εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 74, παράγραφος 1, του κανονισμού, εφαρμόζονται, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, που ισχύει στις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και της Δανίας.

2)      Ωστόσο, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, η εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού, τροποποιείται ως εξής:

α)      το άρθρο 1, παράγραφος 3, δεν εφαρμόζεται·

[…]».

6.        Το άρθρο 6 της συμφωνίας φέρει τον τίτλο «Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσον αφορά την ερμηνεία της συμφωνίας» και ορίζει τα εξής:

«1)      Εάν ανακύψει ζήτημα επί του κύρους ή της ερμηνείας της παρούσας συμφωνίας σε υπόθεση η οποία εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου της Δανίας, το εν λόγω δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτού, οσάκις υπό τις ίδιες προϋποθέσεις θα υπήρχε ανάλογη απαίτηση από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τον κανονισμό “Βρυξέλλες Ι” και τα μέτρα εφαρμογής του, που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της παρούσας συμφωνίας.

[…]

6)      Εάν οι τροποποιήσεις των διατάξεων της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που αφορούν τις αποφάσεις του Δικαστηρίου, συνεπάγονται επιπτώσεις για τις αποφάσεις που εκδόθηκαν σχετικά με τον κανονισμό “Βρυξέλλες Ι”, η Δανία μπορεί να κοινοποιεί στην Επιτροπή την απόφασή της να μην εφαρμόσει τις τροποποιήσεις στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται κατά την έναρξη ισχύος των τροποποιήσεων ή εντός 60 ημερών από αυτή.

Στην περίπτωση αυτή, θεωρείται ότι επήλθε η λύση της παρούσας συμφωνίας. Η λύση παράγει αποτελέσματα εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση.

[…]»

2.      Ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι

7.        Κατά τη δεύτερη αιτιολογική του σκέψη, ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι έχει ως σκοπό «την ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και […] την απλούστευση των διατυπώσεων για την ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων κρατών μελών που δεσμεύονται από τον […] κανονισμό».

8.        Η έκτη και η έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού έχουν ως εξής:

«6)      Για να επιτευχθεί ο στόχος της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, είναι αναγκαίο και ενδεδειγμένο οι κανόνες σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων να καθορίζονται από δεσμευτικό και άμεσα εφαρμοστέο κοινοτικό νομοθέτημα.

7)      Το πεδίο εφαρμογής του […] κανονισμού πρέπει να καλύπτει όλες τις κύριες αστικές και εμπορικές υποθέσεις εκτός από κάποια σαφώς καθορισμένα ζητήματα.»

9.        Η δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη αφορά τη σχέση του κανονισμού με τη Σύμβαση των Βρυξελλών (7) και έχει ως εξής:

«Πρέπει να διασφαλισθεί η συνέχεια μεταξύ της σύμβασης των Βρυξελλών και του […] κανονισμού και γι’ αυτό τον σκοπό πρέπει να προβλεφθούν μεταβατικές διατάξεις. Η ίδια ανάγκη συνέχειας ισχύει και όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων της σύμβασης των Βρυξελλών από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων […]»

10.      Το άρθρο 1 καθορίζει το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού ως εξής:

«1) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει ιδίως φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις.

[…]

3) Στον παρόντα κανονισμό ο όρος “κράτος μέλος” περιλαμβάνει όλα τα κράτη μέλη πλην της Δανίας.»

 Η δανική νομοθεσία

11.      Το άρθρο 634 του Lov om rettens pleje (δανικός κώδικας πολιτικής δικονομίας, στο εξής: Retsplejelov) ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«1)      Εντός εβδομάδος από την ημερομηνία της συντηρητικής κατάσχεσης, ο δανειστής οφείλει να ασκήσει αγωγή με αντικείμενο την απαίτηση για την εξασφάλιση της οποίας διατάχθηκε η κατάσχεση αυτή, εκτός αν ο οφειλέτης αναγνωρίσει την απαίτηση του δανειστή κατά τη διάρκεια ή μετά τη διαδικασία της συντηρητικής κατάσχεσης. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο δανειστής οφείλει επίσης να καταθέσει ειδική αίτηση για την επικύρωση της συντηρητικής κατάσχεσης.

[…]

5)      Αν η επίδικη απαίτηση αποτελεί αντικείμενο δίκης που εκκρεμεί ενώπιον αλλοδαπού δικαστηρίου του οποίου η απόφαση αναμένεται να έχει δεσμευτική ισχύ στη Δανία, η έκδοση της απόφασης επί του ενδίκου βοηθήματος που ασκήθηκε κατά την παράγραφο 1 πρέπει να αναβληθεί εωσότου εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση στην αλλοδαπή υπόθεση. Εντούτοις, το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται αμέσως για ζητήματα σχετικά με την επικύρωση της διαταγής περί συντηρητικής κατάσχεσης.»

III – Το ιστορικό της διαφοράς και το προδικαστικό ερώτημα

12.      Ενάγουσα στην ένδικη διαδικασία ενώπιον του Østre Landsret (8) (αιτούντος δικαστηρίου) είναι η The Commissioners for Her Majesty’s Revenue and Customs (Φορολογική και Τελωνειακή Διοίκηση της Αυτής Μεγαλειότητας, στο εξής: HMRC), δηλαδή η αρμόδια για τη φορολογία αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου. Με την αγωγή της στρέφεται κατά των εταιριών Sunico ApS, Sunico Holdings ApS και M & B Holding ApS (9), οι οποίες εδρεύουν στη Δανία, καθώς και κατά δύο φυσικών προσώπων, κατοίκων Δανίας.

13.      Αντικείμενο της ένδικης διαδικασίας είναι η αξίωση για την καταβολή αποζημιώσεως (claim for damages) ύψους 40 391 100,01 λιρών Αγγλίας (GBP), για τον λόγο ότι οι εναγόμενοι μετείχαν σε απαγορευόμενες κατά το αγγλικό δίκαιο παράνομες ενέργειες που ισοδυναμούν με συμφωνία με σκοπό την απάτη (tortious conspiracy to defraud) η οποία συνίστατο στην παράλειψη αποδόσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο του φόρου προστιθέμενης αξίας (στο εξής: ΦΠΑ) σε 719 περιπτώσεις στις οποίες διενεργήθηκαν πωλήσεις αγαθών με αλυσιδωτές συναλλαγές από εταιρίες στο Ηνωμένο Βασίλειο, χωρίς όμως οι βρετανικές εταιρίες της αλυσίδας των συναλλαγών να αποδώσουν στην ενάγουσα τον οφειλόμενο ΦΠΑ επί των εκροών (10).

14.      Στις 17 Μαΐου 2010 η HMRC άσκησε αγωγή ενώπιον του High Court of Justice (Αγγλία) με αίτημα την αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας. Εναγόμενοι είναι τα πρόσωπα και οι επιχειρήσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω (11) και που, στο σύνολό τους, δεν υπόκεινται σε ΦΠΑ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η HMRC δεν άσκησε αγωγή κατά όσων εταιριών της αλυσίδας συναλλαγών εξήγαν αγαθά από το Ηνωμένο Βασίλειο και εισέπρατταν την επιστροφή του ΦΠΑ. Η προβαλλόμενη αξίωση στηρίζεται στο τμήμα εκείνο του αγγλικού δικαίου περί αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας (tort) το οποίο αφορά τις αδικοπραξίες με παράνομα μέσα (unlawful means conspiracy). Κατά τον χρόνο παραλαβής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, εξακολουθούσε να εκκρεμεί η ένδικη διαδικασία ενώπιον του High Court of Justice. Οι αντίδικοι δεν αμφισβητούν ότι το High Court of Justice έχει διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθεί της επίδικης διαφοράς.

15.      Πριν από την άσκηση της αγωγής, η HMRC ζήτησε από τις δανικές φορολογικές αρχές στοιχεία για τους εναγομένους τα οποία της παρασχέθηκαν δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 1798/2003 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2003, για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα του φόρου προστιθεμένης αξίας (12).

16.      Στη συνέχεια, η ενάγουσα, προκειμένου να εξασφαλίσει την αξίωση αποζημιώσεως που προέβαλε, ζήτησε ενώπιον του Fogedret i København (13) τη συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων. Η συντηρητική κατάσχεση διατάχθηκε στις 18 Μαΐου 2010 και η σχετική διαταγή επικυρώθηκε από το Østre Landsret στις 2 Ιουλίου 2010 κατόπιν αιτήσεως ανακλήσεως που κατέθεσαν οι εναγόμενοι.

17.      Κατόπιν τούτου, στις 25 Μαΐου 2010 η HMRC άσκησε εμπροθέσμως, δηλαδή μέσα σε μία εβδομάδα σύμφωνα με το άρθρο 634, παράγραφος 1, του Retsplejelov, αγωγή ενώπιον του Københavns Byret (14) με αντικείμενο την ασφαλιστέα απαίτηση και ζήτησε εκ νέου να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή ποσού 40 391 100,01 GBP. Με την από 8 Σεπτεμβρίου 2010 διαταγή, το Københavns Byret παρέπεμψε την υπόθεση στο Østre Landsret, το οποίο καλείται να αποφανθεί επί του καταψηφιστικού αιτήματος και επί της νομιμότητας της συντηρητικής κατασχέσεως.

18.      Επομένως, κατά τον χρόνο παραλαβής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου εκκρεμούσαν δύο ένδικες διαδικασίες με αντικείμενο την αξίωση αποζημιώσεως: μία διαδικασία ενώπιον του High Court of Justice στο Ηνωμένο Βασίλειο και μία δεύτερη ενώπιον του Østre Landsret στη Δανία.

19.      Η περίπτωση αυτή ρυθμίζεται με το άρθρο 634, παράγραφος 5, του Retsplejelov, κατά το οποίο η ένδικη διαδικασία που έχει κινηθεί κατά το άρθρο 634, παράγραφος 1 –εν προκειμένω η ένδικη διαδικασία ενώπιον του Østre Landsret– αναβάλλεται όταν εκκρεμεί ένδικη διαδικασία με αντικείμενο τη σχετική απαίτηση ενώπιον αλλοδαπού δικαστηρίου του οποίου η απόφαση μπορεί να έχει δεσμευτική ισχύ στην ημεδαπή.

20.      Για τον λόγο αυτό, το Østre Landsret έκρινε ότι πρέπει αρχικώς να εξετάσει το ζήτημα αν η ενώπιόν του εκκρεμής διαδικασία πρέπει να ανασταλεί, κατά το άρθρο 634, παράγραφος 5, του Retsplejelov, εωσότου το High Court of Justice εκδώσει τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Η απάντηση θα είναι καταφατική αν η απόφαση του High Court of Justice παράγει δεσμευτική ισχύ στη Δανία. Για να μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο, η ένδικη διαδικασία στο Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι. Όπως προκύπτει από το δανικό δίκαιο αυτό καθαυτό, η απόφαση του High Court of Justice προφανώς δεν μπορεί να αναγνωριστεί.

21.      Το Østre Landsret ανέστειλε την ενώπιόν του ένδικη διαδικασία με διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Φεβρουαρίου 2012, και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, την έννοια ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτει η περίπτωση στην οποία οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους έχουν ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος υποστηρίζοντας ότι, βάσει όσων προβλέπονται στο δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, σε βάρος των αρχών αυτών διαπράχθηκε το αδίκημα της παράνομης συμφωνίας με σκοπό την απάτη (tortious conspiracy to defraud) λόγω συμμετοχής των εναγομένων σε ενέργειες για τη μη απόδοση του ΦΠΑ που οφειλόταν σε αυτό το κράτος μέλος;»

22.      Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η Sunico ApS, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις. Η Κυβέρνηση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας έλαβε μέρος μόνο στην έγγραφη διαδικασία.

IV – Νομική εκτίμηση

 Επί της δυνατότητας υποβολής προδικαστικού ερωτήματος

23.      Δεδομένου ότι, σε σχέση με τη Δανία, ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι ισχύει μόνον ως τμήμα μιας παράλληλης διεθνούς συμφωνίας (15), θα μπορούσαν να γεννηθούν αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα του Østre Landsret να υποβάλει συναφώς προδικαστικό ερώτημα. Η συμφωνία αυτή, ως διεθνής σύμβαση συναφθείσα από την Κοινότητα, συνιστά βεβαίως τμήμα της έννομης τάξεως της Ένωσης και, ως εκ τούτου, μπορεί να αποτελεί αντικείμενο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (16). Εντούτοις, λόγω της ιδιαίτερης θέσεως της Δανίας (17) όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στον οποίο εντάσσεται η δικαστική συνεργασία, δηλαδή ο τομέας που έχει σημασία για την υπό κρίση υπόθεση (18), το άρθρο 6 της παράλληλης συμφωνίας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εξέταση της δυνατότητας των δανικών δικαστηρίων να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με ζητήματα απτόμενα της συμφωνίας αυτής.

24.      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της παράλληλης συμφωνίας ορίζει ότι αν ανακύψει ζήτημα κύρους ή ερμηνείας της συμφωνίας σε υπόθεση η οποία εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου της Δανίας, το εν λόγω δικαστήριο υποβάλλει το σχετικό ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτού, «οσάκις υπό τις ίδιες προϋποθέσεις θα υπήρχε ανάλογη απαίτηση από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τον κανονισμό “Βρυξέλλες Ι” […]».

25.      Υποχρέωση υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων κατά το άρθρο 267, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ έχουν μόνο τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα. Επομένως, όσον αφορά ζητήματα ερμηνείας της συμφωνίας, υφίσταται σε κάθε περίπτωση υποχρέωση (19) άρα και δυνατότητα των αποφαινόμενων σε τελευταίο βαθμό δανικών δικαστηρίων προς υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων.

26.      Κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, το Østre Landsret επισήμανε ότι, στο πλαίσιο της επικυρωτικής αγωγής (Justifikationssag) (20), δεν αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό. Αντιθέτως, κατά της αποφάσεώς του χωρεί ένδικο μέσο ενώπιον του Højesteret. Η απάντηση αυτή δεν έχει περαιτέρω συνέπειες για την υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, ο χαρακτηρισμός ενός εθνικού δικαστηρίου ως αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό πρέπει να γίνεται με γνώμονα τη συγκεκριμένη ένδικη διαδικασία (21). Επομένως, το καθοριστικό κριτήριο δεν είναι αν μπορεί να προσβληθεί η απόφαση του Østre Landsret επί της επικυρωτικής αγωγής, δηλαδή η απόφαση σχετικά με την αξίωση αποζημιώσεως αυτή καθαυτή. Αντιθέτως, κρίσιμο είναι το αν χωρούν ένδικα μέσα κατά της αποφάσεως περί αναστολής της ένδικης διαδικασίας κατά το άρθρο 634, παράγραφος 5, του Retsplejelov εωσότου το High Court of Justice εκδώσει τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

27.      Πάντως, ένα δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικάζον σε τελευταίο βαθμό κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, συνεπεία οποιουδήποτε διαδικαστικού μέτρου που διατάσσεται με μη υποκείμενη σε ένδικα μέσα δικαστική απόφαση ή διάταξη. Αντιθέτως, με τη μη υποκείμενη σε ένδικα μέσα παρεμπίπτουσα απόφαση πρέπει να περατώνεται μια αυτοτελής διαδικασία ή ένα ειδικό στάδιο της διαδικασίας, το δε προδικαστικό ερώτημα πρέπει να αφορά ακριβώς αυτή τη διαδικασία ή ακριβώς αυτό το στάδιο της διαδικασίας (22). Τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

28.      Με την απόφαση περί αναστολής της ένδικης διαδικασίας περατώνεται ένα ειδικό στάδιο της διαδικασίας αυτής. Εξάλλου, η απόφαση περί αναστολής ενδέχεται επίσης να έχει ως αποτέλεσμα τη μη έκδοση αποφάσεως από το Østre Landsret επί της επικυρωτικής αγωγής. Επιπλέον, η απόφαση περί αναστολής της ένδικης διαδικασίας εξαρτάται από την απάντηση που θα δώσει στο προδικαστικό ερώτημα το Δικαστήριο. Τέλος, η ερμηνεία αυτή συνάδει επίσης με τον σκοπό του κανονισμού, δεδομένου ότι έτσι αποτρέπεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων σε διαφορετικά κράτη μέλη. Προκειμένου να εκτιμηθεί αν το Østre Landsret είναι δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η απόφασή του περί αναστολής της ένδικης διαδικασίας (23).

29.      Με βάση τα στοιχεία που διαθέτει το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να δοθεί οριστική απάντηση στο αν το Østre Landsret, διατάσσοντας την αναστολή της ένδικης διαδικασίας, έχει εκδώσει απόφαση μη υποκείμενη σε ένδικα μέσα και, επομένως, αν έχει αποφανθεί σε τελευταίο βαθμό. Στον βαθμό που είναι δυνατή εν προκειμένω η εξέταση του δανικού δικονομικού δικαίου, το άρθρο 392, παράγραφος 2, του Retsplejelov προφανώς παρέχει τη δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου μέσου (Kære) κατά της αποφάσεως του Østre Landsret περί αναστολής της διαδικασίας, το οποίο μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του Højesteret αφού προηγουμένως επιτραπεί από το Processbevilningsævnet (συμβούλιο δικονομικών ζητημάτων). Προκειμένου να εκτιμηθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση το εν λόγω δικαστήριο αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό, καθοριστική επιρροή ασκεί το αν το ίδιο το Processbevilningsævnet μπορεί να χαρακτηριστεί ως δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (24). Στην υπό κρίση υπόθεση, ελλείψει επαρκών σχετικών στοιχείων, δεν μπορεί να δοθεί απάντηση στο ζήτημα αυτό.

30.      Ακόμη όμως και αν γίνει δεκτό ότι το Østre Landsret δεν αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της παράλληλης συμφωνίας δεν αντιτίθεται στη δυνατότητα του δικαστηρίου αυτού να υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα, όπως προκύπτει τόσο από το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η διάταξη αυτή όσο και από το γράμμα και τον σκοπό της συμφωνίας.

31.      Το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 6, παράγραφος 1, είναι το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της συμφωνίας (25). Όσον αφορά τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως για ζητήματα δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις και για μέτρα που λαμβάνονταν δυνάμει του σχετικού τίτλου, μεταξύ των οποίων και ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι, το άρθρο 68 ΕΚ περιλάμβανε ειδική ρύθμιση σχετικά με τη δικαιοδοτική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 234 ΕΚ, δυνατότητα υποβολής αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως είχαν μόνο τα δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπέκειντο σε ένδικα μέσα. Για να διασφαλιστεί η παραλληλία μεταξύ, αφενός, των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως με αντικείμενο την ερμηνεία της παράλληλης συμφωνίας και, αφετέρου, των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως από άλλα κράτη μέλη όσον αφορά την ερμηνεία του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, της συμφωνίας παρείχε στο Δικαστήριο αρμοδιότητες της ίδιας εκτάσεως με τις αρμοδιότητες που του παρείχε το πρώην άρθρο 68 ΕΚ (26). Ως εκ τούτου, κατά τον χρόνο εκείνο, τα κατώτερων βαθμών δανικά δικαστήρια δεν είχαν δυνατότητα υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων για ζητήματα ερμηνείας της παράλληλης συμφωνίας.

32.      Ωστόσο, με την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, το άρθρο 68 ΕΚ καταργήθηκε χωρίς να αντικατασταθεί, με αποτέλεσμα να μπορούν πλέον ακόμη και κατώτερων βαθμών εθνικά δικαστήρια να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο σχετικά με τη δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις. Όπως ορθώς επισήμαναν η HMRC στη διαδικασία ενώπιον του Østre Landsret και η Επιτροπή στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η τροποποίηση αυτή ισχύει και για την παράλληλη συμφωνία.

33.      Κατά βάση, όμως, η κατάργηση του άρθρου 68 ΕΚ δεν έχει αυτομάτως συνέπειες για την παράλληλη συμφωνία, δεδομένου ότι αυτή, ως διεθνής σύμβαση, μπορεί να τροποποιηθεί μόνο από τα συμβαλλόμενα μέρη (27). Εντούτοις, το άρθρο 6, παράγραφος 6, της συμφωνίας ορίζει ότι οι τροποποιήσεις των σχετικών με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου διατάξεων της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οι οποίες έχουν συνέπειες για τις αποφάσεις που εκδόθηκαν σε σχέση με τον κανονισμό Βρυξέλλες Ι, ισχύουν και για τη Δανία, εκτός αν η Δανία κοινοποιήσει στην Επιτροπή την απόφασή της να μην εφαρμόσει τις εν λόγω τροποποιήσεις εντός προθεσμίας 60 ημερών από την έναρξη ισχύος των τροποποιήσεων αυτών.

34.      Η Δανία δεν έχει προβεί σε τέτοια κοινοποίηση προς την Επιτροπή (28). Κατά συνέπεια, η κατάργηση του άρθρου 68 ΕΚ έχει σημασία και για τη δυνατότητα των δανικών δικαστηρίων να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα και συνεπάγεται ότι η διεύρυνση της δυνατότητας υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων και στα κατώτερων βαθμών εθνικά δικαστήρια ισχύει επίσης για τις αιτήσεις προδικαστικών αποφάσεων που μπορούν να υποβάλλουν τα δανικά δικαστήρια όσον αφορά την ερμηνεία της παράλληλης συμφωνίας.

35.      Κατά το γράμμα του, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της συμφωνίας ρυθμίζει μόνο την παραλληλία της υποχρεώσεως των δανικών και των λοιπών εθνικών δικαστηρίων προς υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (βλ. το άρθρο 6, παράγραφος 1, «θα υπήρχε ανάλογη απαίτηση»). Εντούτοις, όπως προκύπτει από το πνεύμα και από τον σκοπό της, η ρήτρα του άρθρου 6, παράγραφος 6, πρέπει να καλύπτει όχι μόνον τις τροποποιήσεις που αφορούν την υποχρέωση των δικαστηρίων άλλων κρατών μελών να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα, αλλά και την αναγνώριση, μέσω της Συνθήκης της Λισσαβώνας, της δυνατότητας των δικαστηρίων κατώτερων βαθμών να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα. Ειδικότερα, όσον αφορά τη Δανία, η συμφωνία θα έπρεπε να παρέχει στο Δικαστήριο ίδιας εκτάσεως αρμοδιότητες με αυτές που αυτό διαθέτει όσον αφορά τα λοιπά κράτη μέλη και θα έπρεπε να διασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή και ερμηνεία του κανονισμού Βρυξέλλες Ι σε όλα τα κράτη μέλη. Η σχετική με την παραλληλία των αρμοδιοτήτων επιταγή απορρέει επίσης από το προοίμιο της παράλληλης συμφωνίας (29).

36.      Πριν από την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, η κατάσταση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να ρυθμίζεται μόνον η υποχρέωση των δανικών δικαστηρίων προς υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων. Κατά τον χρόνο εκείνο, η ρύθμιση της δυνατότητας υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων δεν ήταν αναγκαία, διότι ούτε η Συνθήκη ΕΚ προέβλεπε τη δυνατότητα των δικαστηρίων κατώτερων βαθμών να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα. Επομένως, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, από την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, τα κατώτερων βαθμών δανικά δικαστήρια έχουν αποκτήσει την εξουσία να υποβάλλουν στο Δικαστήριο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της παράλληλης συμφωνίας στο πλαίσιο της διαδικασίας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

37.      Ως εκ τούτου, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Østre Landsret είναι παραδεκτή.

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

38.      Με το προδικαστικό του ερώτημα, το Østre Landsret ζητεί να διευκρινιστεί αν η εκκρεμής ενώπιον του High Court of Justice ένδικη διαδικασία συνιστά αστική και εμπορική υπόθεση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι και, επομένως, αν ο κανονισμός αυτός, ως τμήμα της παράλληλης συμφωνίας, έχει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση.

39.      Το ζήτημα δεν είναι απλό, διότι η ένδικη διαδικασία αφορά αγωγή διοικητικής αρχής κατά φυσικών προσώπων και ιδιωτικών εταιριών, με την οποία ζητείται η αποκατάσταση ζημίας που υπέστη το αγγλικό Δημόσιο λόγω φορολογικής απάτης. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, οι φορολογικές διαφορές και οι διαφορές δημοσίου δικαίου αποκλείονται ρητώς από το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.

40.      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή σε επίπεδο Ένωσης, σε συνάρτηση, αφενός, προς τους σκοπούς και προς το σύστημα του κανονισμού Βρυξέλλες Ι και, αφετέρου, προς τις γενικές αρχές που συνάγονται από το σύνολο των εθνικών εννόμων τάξεων (30). Η νομολογία αυτή αφορούσε εν μέρει την ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών (31). Δεδομένου όμως ότι στις μεταξύ κρατών μελών σχέσεις ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι αντικατέστησε τη Σύμβαση των Βρυξελλών (32), η ερμηνεία των διατάξεων της τελευταίας από το Δικαστήριο ισχύει και για τις διατάξεις του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, εφόσον οι ερμηνευθείσες διατάξεις της Συμβάσεως μπορούν να χαρακτηριστούν ως ισοδύναμες με αυτές του κανονισμού (33). Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή έχει την ίδια θέση και επιτελεί την ίδια λειτουργία με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Επιπλέον, η διατύπωση των δύο διατάξεων είναι πανομοιότυπη (34). Τέλος, από τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού προκύπτει ότι, όσον αφορά την ερμηνεία, πρέπει να διασφαλισθεί η συνέχεια μεταξύ της Συμβάσεως των Βρυξελλών και του εν λόγω κανονισμού (35). Επομένως, η νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τη Σύμβαση των Βρυξελλών μπορεί να ληφθεί υπόψη.

41.      Κατά τη νομολογία αυτή, ορισμένες δικαστικές αποφάσεις ενδέχεται να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι λόγω των στοιχείων που χαρακτηρίζουν τη φύση των εννόμων σχέσεων των αντιδίκων ή το αντικείμενο της διαφοράς (36). Προκειμένου να διαπιστωθεί αν ορισμένη ένδικη διαδικασία συνιστά αστική και εμπορική υπόθεση, πρέπει να προσδιοριστεί η έννομη σχέση μεταξύ των αντιδίκων και να εξεταστούν η βάση της ασκηθείσας αγωγής και ο τρόπος ασκήσεώς της (37). Από την εξέταση αυτή συνάγεται ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι, διότι τόσο η φύση της έννομης σχέσεως μεταξύ των αντιδίκων όσο και το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς είναι αστικού δικαίου.

1.      Η φύση της έννομης σχέσεως

42.      Στην ένδικη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το High Court of Justice εμπλέκεται μια διοικητική αρχή. Εντούτοις, το γεγονός αυτό και μόνο δεν αποκλείει αυτομάτως την εφαρμογή του κανονισμού Βρυξέλλες Ι. Στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού μπορούν καταρχήν να εμπίπτουν και ένδικες διαδικασίες στις οποίες αντίδικοι είναι μια διοικητική αρχή και ένας ιδιώτης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο (38). Πάντως, καθοριστικό κριτήριο είναι αν η διοικητική αρχή, στη συγκεκριμένη ένδικη διαφορά, έχει ενεργήσει κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας (39), πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην περίπτωση της ένδικης διαδικασίας ενώπιον του High Court of Justice.

43.      Καταρχάς, αντίδικος της διοικητικής αρχής δεν είναι ο υπόχρεος στον φόρο αλλά ένας τρίτος. Επιπλέον, η Sunico ApS και οι λοιποί εναγόμενοι έχουν στο σύνολό τους την έδρα ή την κατοικία τους στη Δανία και δεν υπόκεινται σε ΦΠΑ στο Ηνωμένο Βασίλειο, οπότε μεταξύ των εναγομένων και της HMRC δεν υφίσταται άμεσα έννομη σχέση αμιγώς δημόσιου χαρακτήρα.

44.      Περαιτέρω, η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζουν ότι στη συγκεκριμένη ένδικη διαφορά η HMRC δεν ασκεί εξουσίες που παρεκκλίνουν από τους κανόνες που ισχύουν για τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών (40). Επιπλέον, η αντιδικία μεταξύ της HMRC και των εναγομένων αντιστοιχεί σε αντιδικία ιδιωτών. Ειδικότερα, ισχύουν οι ίδιοι κανόνες με αυτούς που ισχύουν για οποιονδήποτε διάδικο και η ένδικη διαδικασία στηρίζεται στο αστικό δικονομικό δίκαιο. Ειδικότερα, η HMRC, σε αντίθεση με όσα μπορεί να πράξει όταν ενεργεί κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και, πιο συγκεκριμένα, όταν ενεργεί στο πεδίο του φορολογικού δικαίου, δεν μπορεί να προσδώσει εκτελεστότητα στην αξίωσή της ούτε να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση, αλλά οφείλει να αποταθεί στα πολιτικά δικαστήρια για την ικανοποίηση της αξιώσεώς της.

45.      Εξάλλου, ενδέχεται να ανακύπτει ζήτημα καθόσον η HMRC πριν καταθέσει αίτημα για συντηρητική κατάσχεση στη Δανία, ζήτησε από τις δανικές αρχές πληροφορίες για τους εναγομένους κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 1798/2003 (41). Η αίτηση παροχής πληροφοριών είναι μέσο το οποίο δεν μπορούν να χρησιμοποιούν οι ιδιώτες διάδικοι. Εντούτοις, με βάση τα στοιχεία που διαθέτει το Δικαστήριο δεν μπορεί να διευκρινιστεί αν και κατά πόσον η αίτηση παροχής πληροφοριών έχει ασκήσει επιρροή στην ένδικη διαδικασία ενώπιον του High Court of Justice. Εξάλλου, ακόμη και αν το εθνικό δικονομικό δίκαιο επέτρεπε στην HMRC να χρησιμοποιήσει στη δίκη ενώπιον του High Court of Justice τις ως άνω πληροφορίες και αποδείξεις, οι οποίες αποκτήθηκαν με μέσα που δεν μπορούν να μετέλθουν οι ιδιώτες, η HMRC, ως αντίδικος των εναγομένων, δεν θα μπορούσε να εξομοιωθεί προς ιδιώτη. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει αν και κατά πόσον αυτό όντως συμβαίνει.

2.      Το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς

46.      Το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς επίσης δεν αποκλείει την εφαρμογή του κανονισμού Βρυξέλλες Ι. Καθοριστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό του αντικειμένου της ένδικης διαφοράς είναι τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυψε η αντίστοιχη αξίωση, κριτήριο στο οποίο στηρίχθηκε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Rüffer και Λεχουρίτου κ.λπ. (42). Μόνον όταν η προβαλλόμενη αξίωση πηγάζει από πράξη δημόσιας εξουσίας, η υπόθεση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αστική και εμπορική (43). Ωστόσο, η υπόθεση δεν αρκεί να έχει οποιουδήποτε είδους σχέση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (44), η συγκεκριμένη πράξη, η οποία αποτελεί γενεσιουργό λόγο ευθύνης, θα πρέπει να συνίσταται στην άσκηση δημόσιας εξουσίας.

47.      Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rüffer, η προβληθείσα αξίωση αφορούσε την απόδοση των δαπανών που προέκυψαν από την εκπλήρωση υποχρεώσεως δημοσίου δικαίου (45), στη δε υπόθεση Λεχουρίτου κ.λπ. η ζημία είχε προκληθεί απευθείας από την άσκηση δημόσιας εξουσίας εκ μέρους ορισμένου κράτους (46). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υφίσταται αστική διαφορά, καθόσον η γενεσιουργός της ευθύνης πράξη χαρακτηριζόταν από την άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας.

48.      Στην προκείμενη περίπτωση όμως, οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Το ιστορικό της ένδικης διαφοράς σχετίζεται με τις χαρακτηριζόμενες ως απάτη ενέργειες των εναγομένων, οι οποίες θεμελιώνουν αξίωση του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας. Το Δημόσιο δεν αποκτά την εν λόγω αξίωση αποζημιώσεως με την ιδιότητα του φορέα δημόσιας εξουσίας. Αντιθέτως, η εν λόγω αξίωση απορρέει από την προβαλλόμενη προσβολή εννόμου αγαθού εκ μέρους των εναγομένων και, ως εκ τούτου, από πράξη η οποία μπορεί να ζημιώσει οποιονδήποτε. Πράγματι, η ζημία από προσβολή εννόμου αγαθού ουδόλως συνιστά ενέργεια που λαμβάνει χώρα αποκλειστικώς κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας.

49.      Η υπόθεση θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει σχέση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας αν η προκληθείσα ζημία κάλυπτε στην πραγματικότητα μιαν αξίωση προς απόδοση φόρου και, ως εκ τούτου, μια έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, η οποία θα είχε καθοριστική σημασία για τον καθορισμό της εκτάσεως της προβαλλόμενης αξιώσεως. Το ποσό, δηλαδή, στο οποίο αντιστοιχεί η αξίωση αποζημιώσεως θα έπρεπε να ισοδυναμεί με τον μη αποδοθέντα ΦΠΑ. Ωστόσο, για να χαρακτηριστεί μια υπόθεση ως αστική και εμπορική, καθοριστική σημασία έχει μόνο το συγκεκριμένο αντικείμενο της ένδικης διαφοράς (47) και όχι το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται.

50.      Τα ανωτέρω ισχύουν κατά μείζονα λόγο στην υπό κρίση περίπτωση, στην οποία η σχέση μεταξύ των δύο αξιώσεων προκύπτει απλώς εκ των πραγμάτων και αφορά αποκλειστικώς την έκταση της ζημίας. Συγκεκριμένα, κατόπιν ερωτήσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δήλωσε ότι η ενδεχόμενη καταβολή αποζημιώσεως από τους εναγομένους δεν θίγει τη φορολογική αξίωση που υφίσταται έναντι των υπόχρεων στον φόρο. Αντιθέτως, η φορολογική αξίωση διατηρείται ακόμη και σε περίπτωση καταβολής της αποζημιώσεως και μπορεί να ασκηθεί μεταγενεστέρως. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προβαλλόμενη αξίωση έχει ως σκοπό όχι να λειτουργήσει ως υποκατάστατο του μη αποδοθέντος ποσού του φόρου, αλλ’ αντιθέτως να εξαλείψει την προσβολή ενός εννόμου αγαθού.

51.      Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η φορολογική αξίωση και η αξίωση αποζημιώσεως τελούν σε συνάρτηση μεταξύ τους, όπως η σχέση μεταξύ της συμβάσεως δανείου και της ασφαλισθείσας απαιτήσεως στην υπόθεση TIARD (48). Ακόμη και σε αυτή την υπόθεση, στην οποία η σχέση παρεπόμενου προς κύριο προέκυπτε από τον νόμο, το Δικαστήριο χαρακτήρισε την αγωγή κατά του εγγυητή ως αστική, μολονότι η κύρια απαίτηση στηριζόταν στο δημόσιο δίκαιο (49). Εφόσον η λύση αυτή ισχύει σε περιπτώσεις στις οποίες η σχέση παρεπόμενου προς κύριο που υπάρχει μεταξύ της προβαλλόμενης αξιώσεως και ορισμένης αξιώσεως στηριζόμενης στο δημόσιο δίκαιο προκύπτει από τον νόμο, τότε το αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι το ίδιο και σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση.

52.      Επομένως, η HMRC, τόσο από απόψεως νομικής βάσεως της αξιώσεως όσο και από απόψεως τρόπου ασκήσεως της αγωγής, δεν υπόκειται σε κανόνες διαφορετικούς από αυτούς που ισχύουν για τους ιδιώτες (50), οπότε η ένδικη διαδικασία ενώπιον του High Court of Justice δεν αφορά ένδικη διαφορά συνδεόμενη με την άσκηση δημόσιας εξουσίας, αλλά αστική και εμπορική υπόθεση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι.

V –    Πρόταση

53.      Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ως ακολούθως:

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτει η περίπτωση στην οποία οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους έχουν ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά τις γενικές διατάξεις, όπως οποιοσδήποτε ιδιώτης, κατά επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος υποστηρίζοντας ότι, βάσει όσων προβλέπονται στο δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, σε βάρος των αρχών αυτών διαπράχθηκε το αδίκημα της παράνομης συμφωνίας με σκοπό την απάτη (tortious conspiracy to defraud) λόγω συμμετοχής των εναγομένων σε ενέργειες για τη μη απόδοση του ΦΠΑ που οφειλόταν σε αυτό το κράτος μέλος.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.


2–      Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12, σ. 1).


3–      Βλ. το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού καθώς και τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 της ΣΛΕΕ σχετικά με τη θέση της Δανίας (ΕΕ 2010, C 83, σ. 299).


4–      Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Βασιλείου της Δανίας για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2005, L 299, σ. 62) (στο εξής: παράλληλη συμφωνία). Η συμφωνία αυτή άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 2007 (ΕΕ 2007, L 94, σ. 70).


5–      Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4.


6–      Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4.


7 – Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 (ΕΕ 1982, L 388, σ. 1, στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών).


8 – Εφετείο Ανατολικής Δανίας.


9 – Πρώην Sunico A/S, Sunico Holdings A/S και M & B Holding A/S.


10 – Αναλυτική παρουσίαση της λεγόμενης «κυκλικής απάτης» γίνεται στο σημείο 7 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα L. M. Poiares Maduro της 16ης Φεβρουαρίου 2005, C-354/03, Optigen κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-483), στις οποίες παραπέμπει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου με τις γραπτές παρατηρήσεις του.


11–      Βλ. ανωτέρω, σημείο 12 των παρουσών προτάσεων.


12–      Κανονισμός (ΕΚ) 1798/2003 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2003, για τη διοικητική συνεργασία στον τομέα του φόρου προστιθεμένης αξίας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 218/92 (ΕΕ L 264, σ. 1).


13 – Δικαστήριο εκτελέσεως της Κοπεγχάγης.


14 – Πρωτοδικείο Κοπεγχάγης.


15–      Βλ. το άρθρο 2, παράγραφος 1, της παράλληλης συμφωνίας (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4). Κατά το άρθρο αυτό, ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι αποτελεί τμήμα της συμφωνίας και, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, ισχύει στις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και της Δανίας (βλ. επίσης υποσημείωση 3).


16 – Απόφαση της 4ης Μαΐου 2010, C-533/08, TNT Express Nederland (Συλλογή 2010, σ. I-4107, σκέψη 60 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


17 – Βλ. συναφώς το προοίμιο της παράλληλης συμφωνίας: «αναφερόμενες στη δικαιοδοσία που ανατίθεται στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων […] να αποφαίνεται επί προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν το κύρος και την ερμηνεία των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας βάσει του τίτλου IV [ΕΚ], συμπεριλαμβανομένου του κύρους και της ερμηνείας της παρούσας συμφωνίας, και στο γεγονός ότι η παρούσα διάταξη δεν έχει δεσμευτική ισχύ ούτε εφαρμόζεται στη Δανία, όπως απορρέει από το πρωτόκολλο για τη θέση της Δανίας, […]»


18–      Βλ. το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου 22 (που έχει προαναφερθεί στην υποσημείωση 3), το οποίο παραπέμπει στον τρίτο τμήμα του τίτλου V της ΣΛΕΕ.


19 – Η υποχρέωση αυτή προκύπτει από τη χρήση του όρου «ebenfalls» στη γερμανική απόδοση (βλ. τον όρο «ανάλογη» που χρησιμοποιεί η ελληνική απόδοση) και από τη διατύπωση της αγγλικής αποδόσεως ότι «[…] that court or tribunal shall request the Court of Justice to give a ruling thereon whenever under the same circumstances a court or tribunal of another Member State of the European Union would be required to do so […]» (Η υπογράμμιση δική μου).


20 – Με τον όρο αυτό γίνεται νοητή η αγωγή του άρθρου 634, παράγραφος 1, του Retsplejelov, δηλαδή η αγωγή στο πλαίσιο της οποίας το δικαστήριο αποφαίνεται επί της αξιώσεως αποζημιώσεως.


21 – Βλ. τις προτάσεις μου της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, C-283/09, Weryński (Συλλογή 2011, σ. I-601, σημεία 15 επ.) και της 18ης Ιουλίου 2007, C-175/06, Tedesco (Συλλογή 2007, σ. I-7929, σημεία 21 επ. και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


22–      Βλ. το σημείο 26 των προτάσεών μου στην υπόθεση Tedesco (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 21).


23–      Βλ. και πάλι, το σημείο 15 επ. των προτάσεών μου στην υπόθεση Weryński (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 21).


24 – Βλ. συναφώς την απόφαση της 4ης Ιουνίου 2002, C-99/00, Lyckeskog (Συλλογή 2002, σ. I-4839, σκέψεις 16 και 17), με την οποία το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον μπορούσε να θεωρηθεί ότι ένα σουηδικό δικαστήριο αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό, όταν οι αποφάσεις του μπορούν να προσβληθούν μόνον εφόσον επιτραπεί προηγουμένως η άσκηση ενδίκου μέσου, και έκρινε ότι θα πρέπει να διακριβωθεί αν το όργανο, το οποίο αποφασίζει να επιτρέψει ή όχι την άσκηση ενδίκου μέσου, αποτελεί δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.


25–      Η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2007 (βλ. υποσημείωση 4).


26 – Βλ. το προοίμιο της παράλληλης συμφωνίας: «Εκτιμώντας ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα πρέπει να έχει δικαιοδοσία έκδοσης προδικαστικών αποφάσεων, με τις ίδιες προϋποθέσεις, σε ζητήματα που αφορούν το κύρος και την ερμηνεία της παρούσας συμφωνίας, τα οποία τίθενται από δικαστήριο της Δανίας και ότι τα δικαστήρια της Δανίας θα πρέπει να μπορούν να παραπέμπουν προδικαστικά ερωτήματα, με τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τα δικαστήρια άλλων κρατών μελών όσον αφορά την ερμηνεία του κανονισμού “Βρυξέλλες Ι” και των μέτρων εφαρμογής του» καθώς και Jayme, E. και Kohler, C., «Europäisches Kollisionsrecht 2005: Hegemonialgesten auf dem Weg zu einer Gesamtvereinheitlichung», IPrax 2005, σ. 485 επ., ιδίως σ. 486.


27 – Βλ. αντιστοίχως, όσον αφορά το ζήτημα της λήξεως της ισχύος της συμφωνίας, το άρθρο 11, παράγραφος 2, αυτής.


28 – Σε διαφορετική περίπτωση, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, η συμφωνία θα θεωρούνταν λυθείσα.


29 – Βλ. ανωτέρω, την υποσημείωση 26.


30–      Βλ. αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 1976, 29/76, LTU (Συλλογή τόμος 1976, σ. 577, σκέψη 3), της 16ης Δεκεμβρίου 1980, 814/79, Rüffer (Συλλογή τόμος 1980/III, σ. 493, σκέψη 7), της 21ης Απριλίου 1993, C-172/91, Sonntag (Συλλογή 1993, σ. I-1963, σκέψη 18), της 14ης Νοεμβρίου 2002, C-271/00, Baten (Συλλογή 2002, σ. I-10489, σκέψη 28), της 15ης Μαΐου 2003, C-266/01, Préservatrice Foncière TIARD (Συλλογή 2003, σ. I-4867, στο εξής: απόφαση TIARD, σκέψη 20), της 15ης Ιανουαρίου 2004, C-433/01, Blijdenstein (Συλλογή 2004, σ. I-981, σκέψη 24), της 15ης Φεβρουαρίου 2007, C-292/05, Λεχουρίτου κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I-1519, σκέψη 29) και της 28ης Απριλίου 2009, C-420/07, Αποστολίδης (Συλλογή 2009, σ. I-3571, σκέψη 41).


31–      Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7.


32–      Βλ. το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ι.


33 – Αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, C-167/08, Draka NK Cables κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I-3477, σκέψη 20), της 2ας Ιουλίου 2009, C-111/08, SCT Industri (Συλλογή 2009, σ. I-5655, σκέψη 22), της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C-292/08, German Graphics Graphische Maschinen (Συλλογή 2009, σ. I-8421, σκέψη 27), και της 18ης Οκτωβρίου 2011, C-406/09, Realchemie Nederland BV (Συλλογή 2011, σ. Ι-9773, σκέψη 38).


34 – Βλ. στο πνεύμα αυτό, όσον αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, την απόφαση SCT Industri (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 23).


35–      Βλ. τις αποφάσεις Draka NK Cables κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 20), SCT Industri (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 22), German Graphics Graphische Maschinen (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 27) και Realchemie Nederland BV (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 38).


36–      Βλ. τις αποφάσεις LTU (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 4), Baten (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 29), TIARD (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 21), Λεχουρίτου κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 30), Αποστολίδης (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 42) και Realchemie Nederland BV (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 39).


37 – Αποφάσεις Baten (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 31), TIARD (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 23), και απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-265/02, Frahuil (Συλλογή 2004, σ. I-1543, σκέψη 20).


38–      Αποφάσεις LTU (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 4), Rüffer (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 8) και Baten (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 30).


39 – Αποφάσεις LTU (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 4), Rüffer (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 8), Baten (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 30), TIARD (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 22) και Λεχουρίτου κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 31).


40 – Βλ. στο πνεύμα αυτό, τις αποφάσεις LTU (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 4), Sonntag (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 22), TIARD (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 30), Λεχουρίτου κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 34) και Αποστολίδης (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 44).


41–      Προαναφερθείς στην υποσημείωση 12.


42 –      Αμφότερες προαναφερθείσες στην υποσημείωση 30.


43 – Αποφάσεις Rüffer (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 15) και Λεχουρίτου κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 41).


44–      Βλ. τις αποφάσεις LTU (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 4), Rüffer (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 15) και Λεχουρίτου κ.λπ. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 41).


45 – Πιο συγκεκριμένα, δαπανών για την ανέλκυση ναυαγίου σε δημόσια πλωτή οδό.


46 –      Λόγω των ενεργειών των στρατιωτικών δυνάμεων κατά την περίοδο στρατιωτικής κατοχής.


47–      Βλ. την απόφαση TIARD (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 42).


48–      Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30. Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο για ένα δάνειο ιδιωτικού δικαίου που συνήφθη για την εξασφάλιση ορισμένης τελωνειακής οφειλής.


49 – Βλ. και πάλι την απόφαση TIARD (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 36). Το γεγονός ότι η σύμβαση δανείου στηρίζεται στην ελεύθερη βούληση των αντισυμβαλλομένων δεν αλλάζει κάτι στην εκτίμηση της υπό κρίση περιπτώσεως. Αντιθέτως, ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι καλύπτει και τις παράνομες ενέργειες· βλ. συναφώς, απλώς το άρθρο 5, σημείο 3. Η ελεύθερη ανάληψη ορισμένης υποχρεώσεως και η ύπαρξη σχετικής δηλώσεως βουλήσεως δεν συνιστά καθοριστικό κριτήριο. Στην απόφαση TIARD, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο κριτήριο αυτό ως όριο διαχωρισμού από τον μονομερή καθορισμό του περιεχομένου της συμβάσεως εκ μέρους του ολλανδικού Δημοσίου, ο οποίος θα ισοδυναμούσε με άσκηση δημόσιας εξουσίας.


50–      Βλ. την απόφαση TIARD (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 23).