Language of document : ECLI:EU:F:2011:138

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 15ης Σεπτεμβρίου 2011

Υπόθεση F‑102/09

Kelly-Marie Bennett κ.λπ.

κατά

Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)

«Υπαλληλική υπόθεση — Έκτακτοι υπάλληλοι — Σύμβαση αορίστου χρόνου που συνοδεύεται με ρήτρα λύσεως της συμβάσεως — Γενικοί διαγωνισμοί — Παραδεκτό — Βλαπτική πράξη — Άρθρα 8 και 47 του ΚΛΠ — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Καθήκον μέριμνας — Αρχή της χρηστής διοικήσεως — Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη — Αρχή της καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων — Κατάχρηση εξουσίας»

Αντικείμενο:      Προσφυγή, ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο εφαρμόζεται στη Συνθήκη ΕΚΑΕ δυνάμει του άρθρου της 106α, με την οποία η K.-M. Bennett και δεκατρείς άλλοι έκτακτοι υπάλληλοι ή πρώην έκτακτοι υπάλληλοι του ΓΕΕΑ ζητούν, μεταξύ άλλων, την ακύρωση των αποφάσεων του ΓΕΕΑ, της 12ης Μαρτίου 2009, περί λύσεως των συμβάσεών τους εργασίας, καθώς και αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που προβάλλουν ότι υπέστησαν.

Απόφαση:      Διαγράφει την M. Infante Seco Herrera από τον πίνακα των προσφευγόντων. Ακυρώνει την απόφαση της 12ης Μαρτίου 2009 του ΓΕΕΑ περί λύσεως των συμβάσεων έκτακτου υπαλλήλου των K.-M. Bennet, M. Galle, S. Nuti, S. Scardocchia και Ν. Schmidt, καθώς και των Ε. Chertier González, Τ. Guarinos Viňals και Μ. Ramirez Battistig. Υποχρεώνει το ΓΕΕΑ να καταβάλει στις K.-M. Bennet, M. Galle, S. Nuti, S. Scardocchia και Ν. Schmidt, καθώς και στους Ε. Chertier González, Τ. Guarinos Viňals και Μ. Ramirez Battistig τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών τις οποίες θα δικαιούνταν, εάν είχαν παραμείνει στη θέση εργασίας τους στο ΓΕΕΑ, και των αποδοχών, του επιδόματος ανεργίας ή κάθε άλλης υπό μορφή υποκαταστάσεως χρηματικής αποζημιώσεως που πράγματι έλαβαν από τις 15 Οκτωβρίου 2009. Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά. Το ΓΕΕΑ φέρει τα τρία τέταρτα των δικαστικών του εξόδων και τα δικαστικά έξοδα των K.-M. Bennet, M. Galle, S. Nuti, S. Scardocchia και Ν. Schmidt, καθώς και των Ε. Chertier González, Τ. Guarinos Viňals και Μ. Ramirez Battistig. Οι S. Dickmanns και C. Forzy, καθώς και οι R. Bianchi, J.-L. Ruiz Molina και J. Zaragoza Gomez φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα και το ένα τέταρτο των δικαστικών εξόδων του ΓΕΕΑ. Η Μ. Infante Seco Herrera φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Βλαπτική πράξη — Έννοια — Έγγραφο απευθυνόμενο προς έκτακτο υπάλληλο που του υπενθυμίζει την ημερομηνία λήξεως της συμβάσεώς του — Αποκλείεται — Τροποποίηση συμβάσεως — Απόφαση περί μη ανανεώσεως συμβάσεως — Εμπίπτει

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2)

2.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Βλαπτική πράξη — Έννοια — Ρήτρα περιεχόμενη σε σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου, η οποία εξαρτά τη διατήρηση της σχέσεως εργασίας από την εγγραφή του υπαλλήλου στον πίνακα επιτυχόντων γενικού διαγωνισμού — Απόφαση της διοικήσεως με την οποία διαπιστώνεται η μη εγγραφή του υπαλλήλου στον εν λόγω πίνακα και εφαρμόζεται η ρήτρα περί λύσεως — Εμπίπτει

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90§ 2)

3.      Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Πρόσληψη — Μετατροπή συμβάσεως ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου και εισαγωγή ρήτρας λύσεως της συμβάσεως σε περίπτωση που ο έκτακτος υπάλληλος δεν συμπεριληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων γενικού διαγωνισμού — Μετατροπή ερμηνευόμενη ως ανανέωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρα 2, στοιχεία a΄, β΄ και δ΄, και 8, εδ. 1 και 2· οδηγία 1999/70 του Συμβουλίου, παράρτημα, ρήτρες 1, στοιχείο β΄, 3, σημείο 1, και 5 § 1, στοιχεία β΄ και γ΄)

4.      Διαδικασία — Εισαγωγικό δικόγραφο — Τυπικά στοιχεία

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 35 § 1, στοιχείο ε΄)

5.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Πλήρης δικαιοδοσία — Χρηματικές διαφορές κατά το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ — Έννοια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91 § 1)

1.      Πράξη η οποία δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με προηγούμενη πράξη αποτελεί αμιγώς βεβαιωτική πράξη εκείνης και δεν μπορεί εξ αυτού του λόγου να έχει ως αποτέλεσμα την εκ νέου έναρξη προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής. Ειδικότερα, δεν συνιστά βλαπτική πράξη έγγραφο το οποίο περιορίζεται να υπενθυμίσει σε υπάλληλο τους όρους της συμβάσεώς του σχετικά με την ημερομηνία λήξεώς της, χωρίς να περιλαμβάνει οποιοδήποτε νέο στοιχείο ως προς τους όρους αυτούς.

Αντιθέτως, συνιστά βλαπτική πράξη κάθε τροποποίηση συμβάσεως, τούτο δε αποκλειστικώς ως προς τους τροποποιηθέντες όρους, εκτός εάν οι εν λόγω τροποποιήσεις δεν συνεπάγονται ανατροπή της όλης οικονομίας της συμβάσεως. Ομοίως, σε περίπτωση που η σύμβαση δύναται να ανανεωθεί, η απόφαση της διοικήσεως να μην ανανεώσει την εν λόγω σύμβαση συνιστά βλαπτική πράξη, η οποία είναι χωριστή από την οικεία σύμβαση και κατά της οποίας δύναται να υποβληθεί διοικητική ένσταση και να ασκηθεί προσφυγή εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Συγκεκριμένα, η απόφαση αυτή, που εκδίδεται κατόπιν επανεξετάσεως του συμφέροντος της υπηρεσίας και της καταστάσεως του ενδιαφερομένου, περιέχει νέο στοιχείο σε σχέση με την αρχική σύμβαση και δεν μπορεί να θεωρείται ως απλώς επιβεβαιωτική της τελευταίας.

(βλ. σκέψεις 56 έως 59)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 10 Δεκεμβρίου 1980, 23/80, Grasselli κατά Επιτροπής, σκέψη 18· 9 Ιουλίου 1987, 329/85, Castagnoli κατά Επιτροπής, σκέψεις 10 και 11· 14 Σεπτεμβρίου 2006, C‑417/05 P, Επιτροπή κατά Fernández Gómez, σκέψη 46

ΓΔΕΕ: 2 Φεβρουαρίου 2001, T‑97/00, Βακαλοπούλου κατά Επιτροπής, σκέψη 14· 1 Απριλίου 2003, T‑11/01, Mascetti κατά Επιτροπής, σκέψη 41· 15 Οκτωβρίου 2008, T‑160/04, Ποταμιάνος κατά Επιτροπής, σκέψη 21

ΔΔΔΕΕ: 15 Απριλίου 2011, F‑72/09 και F‑17/10, Daake κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 36

2.      Έγγραφο με το οποίο η διοίκηση διαπιστώνει την ύπαρξη γεγονότος ή νέας καταστάσεως και συνάγει τις προβλεπόμενες από κανόνα ή από συμβατική διάταξη συνέπειες έναντι των ενδιαφερόμενων προσώπων συνιστά βλαπτική πράξη, διότι μεταβάλλει την έννομη κατάσταση των αποδεκτών του.

Τούτο συντρέχει στην περίπτωση αποφάσεως της διοικήσεως με την οποία διαπιστώνεται η μη εγγραφή του ονόματος ενός εκτάκτου υπαλλήλου στον πίνακα επιτυχόντων ενός συγκεκριμένου γενικού διαγωνισμού και εφαρμόζεται η περιεχόμενη στη σύμβασή του ρήτρα καταγγελίας, ρήτρα που συνεπάγεται τη λύση της συμβάσεως αυτής σε περίπτωση επελεύσεως ενός καθορισμένου γεγονότος, ήτοι της καταρτίσεως του πίνακα επιτυχόντων του μνημονευόμενου στη εν λόγω ρήτρα γενικού διαγωνισμού, η ημερομηνία της οποίας ήταν εκ των πραγμάτων αβέβαιη κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως. Δεδομένου ότι η απόφαση αυτή μεταβάλλει την έννομη κατάσταση του εκτάκτου υπαλλήλου, συνιστά βλαπτική πράξη, δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο διοικητικής ενστάσεως και, ενδεχομένως, προσφυγής.

Επιπλέον, ο εν λόγω υπάλληλος δεν θα μπορούσε να προσβάλει τη ρήτρα αυτή ήδη από τον χρόνο υπογραφής της συμβάσεως, καθότι παραμένει αβέβαιη η συνδρομή των συνθηκών υπό τις οποίες πρέπει αυτή να εφαρμοσθεί. Δεδομένου ότι η εισαγωγή της ρήτρας περί λύσεως αποτελεί αντικείμενο περίπλοκης διαδικασίας, πρέπει να επιτρέπεται στον υπάλληλο να αμφισβητήσει, παρεμπιπτόντως, τη νομιμότητα της εν λόγω ρήτρας, έστω σε ατομικό επίπεδο, όταν η διοίκηση λάβει την απόφαση περί εφαρμογής της, στο τελευταίο στάδιο της διαδικασίας.

(βλ. σκέψεις 63, 64 και 80)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: Daake κατά ΓΕΕΑ, προπαρατεθείσα, σκέψεις 34 επ.

3.      Η ρήτρα 1, στοιχείο β΄, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, έχει ως αντικείμενο την καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου και, για τον σκοπό αυτό, σκοπεί στον περιορισμό της χρησιμοποιήσεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που θεωρείται δυνητική πηγή καταχρήσεων εις βάρος των εργαζομένων, θέτοντας ορισμένες διατάξεις ελάχιστης προστασίας ώστε να μην περιέρχεται σε αβεβαιότητα η κατάσταση των μισθωτών. Το δε άρθρο 8, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού αποσκοπεί ακριβώς στον περιορισμό της χρησιμοποιήσεως διαδοχικών συμβάσεων εκτάκτου υπαλλήλου. Αφενός, η σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου, κατά το άρθρο 2, στοιχείο α΄, του εν λόγω Καθεστώτος, μπορεί να ανανεωθεί μία μόνον φορά για ορισμένο χρόνο, κάθε δε μεταγενέστερη ανανέωση γίνεται για αόριστο χρόνο. Αφετέρου, η σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου, κατά το άρθρο 2, στοιχεία β΄ ή δ΄, του εν λόγω Καθεστώτος, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τέσσερα έτη, δύναται να ανανεωθεί μία μόνον φορά για διάστημα δύο ετών το πολύ, εφόσον η δυνατότητα ανανέωσης έχει προβλεφθεί στην αρχική σύμβαση, ο δε οικείος υπάλληλος μπορεί να διατηρήσει τη θέση του κατά τη λήξη της συμβάσεώς του μόνον εφόσον διορίστηκε ως μόνιμος υπάλληλος. Οι διατάξεις αυτές αντιστοιχούν στα μέτρα που μνημονεύονται στη ρήτρα 5, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, της συμφωνίας-πλαισίου, τα οποία μπορούν να αποτρέψουν την κατάχρηση που προκύπτει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Το γεγονός ότι σε σύμβαση υπαλλήλου περιελήφθη ρήτρα περί λύσεως, η οποία επιτρέπει στη διοίκηση να λύσει τη σύμβαση σε περίπτωση μη επιτυχίας του ενδιαφερόμενου σε διαγωνισμό του οποίου η διοργάνωση είχε ανακοινωθεί στο προσεχές μέλλον, δεν καθιστά δυνατό, παρά τους όρους της συμβάσεως, τον χαρακτηρισμό της ως συμβάσεως αορίστου χρόνου, η οποία διακρίνεται για τη σταθερότητα της απασχόλησης. Πράγματι, η διάρκεια μιας συμβάσεως, όπως προκύπτει από τη ρήτρα 3, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, μπορεί να προσδιοριστεί όχι μόνον με «την παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας», αλλά επίσης με «την ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή την πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος», όπως η κατάρτιση πίνακα επιτυχόντων ενός συγκεκριμένου διαγωνισμού, από τον οποίο εξαρτώνται πολλές ενδεχόμενες συνέπειες σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως του υπαλλήλου. Επομένως, σε περίπτωση μη εγγραφής του ονόματός του στον πίνακα επιτυχόντων, από τους όρους της συμβάσεως προκύπτει ότι αυτή πρόκειται να λυθεί. Το ίδιο ισχύει κατά κανόνα και σε περίπτωση επιτυχίας, δεδομένου ότι τότε θα προταθεί στον οικείο υπάλληλο μια θέση μόνιμου υπαλλήλου, ενώ εξυπακούεται ότι, σε περίπτωση απορρίψεως της προσφοράς, η σύμβαση επίσης θα λυθεί σύμφωνα με τα όσα ορίζει.

Εντούτοις, η περίσταση αυτή δεν δικαιολογεί τη μη εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 8, πρώτο εδάφιο, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, κατά το οποίο «κάθε ανανέωση μεταγενέστερη» μιας πρώτης ανανεώσεως, για ορισμένο χρόνο, συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου, δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του εν λόγω Καθεστώτος, «γίνεται για αόριστο χρόνο», δεδομένου ότι η τροποποίηση αυτή επέρχεται αυτοδικαίως. Συγκεκριμένα, ο κανόνας αυτός αφορά την κατάσταση κάθε εκτάκτου υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, ο οποίος, έχοντας συνάψει δύο διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εξακολουθεί, χωρίς διακοπή, να τελεί σε σχέση εργασίας με το συγκεκριμένο θεσμικό όργανο ή το συγκεκριμένο οργανισμό. Εάν γινόταν δεκτό ότι τυχόν περίοδος εργασίας υπό την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου μπορεί να διακόψει τη σχέση αυτή εργασίας και να παρακωλύσει επομένως τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 8, πρώτο εδάφιο, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, θα νομιμοποίητο η χρησιμοποίηση ενός τεχνάσματος που καθιστά κενή περιεχομένου την εν λόγω διάταξη, η οποία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων έναντι της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

(βλ. σκέψεις 85, 86, 104 έως106, 110 και 112)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 4 Ιουλίου 2006, C‑212/04, Αδενέλερ κ.λπ., σκέψη 63

ΔΔΔΕΕ: 26 Οκτωβρίου 2006, F‑1/05, Landgren κατά ETF, σκέψη 66

4.      Δυνάμει του άρθρου 35, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, η παράθεση των λόγων που προβάλλει ο προσφεύγων στο δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής, προκειμένου να μπορεί ο μεν καθού να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε Δικαστήριο ΔΔ να εκδικάσει την προσφυγή χωρίς να χρειαστεί ενδεχομένως συμπληρωματικές πληροφορίες. Προκειμένου να μη διαταραχθεί η ασφάλεια δικαίου και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης πρέπει, για να είναι μια προσφυγή παραδεκτή, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων αυτή στηρίζεται να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου.

(βλ. σκέψη 115)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 14 Δεκεμβρίου 2005, T‑209/01, Honeywell κατά Επιτροπής, σκέψεις 55 και 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

ΓΔΕΕ: 6 Μαΐου 2010, T‑100/08 P, Kerelov κατά Επιτροπής, σκέψη 16

5.      Αίτημα με το οποίο ζητείται να καταβάλει το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς σε υπάλληλό του ποσό το οποίο ο τελευταίος θεωρεί ότι του οφείλεται δυνάμει του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού εμπίπτει στην έννοια των «χρηματικών διαφορών» του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Κατά το άρθρο αυτό, ο δικαστής της Ένωσης έχει, στις διαφορές αυτές, πλήρη δικαιοδοσία, κατ’ ενάσκηση της οποίας εκπληρώνει την αποστολή του για συνολική επίλυση των διαφορών, αποφαινόμενος επί του συνόλου των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του υπαλλήλου, εκτός αν αναθέσει στο εμπλεκόμενο όργανο, και υπό τον έλεγχό του, την εκτέλεση συγκεκριμένου μέρους της αποφάσεως, υπό τους συγκεκριμένους όρους που το ίδιο καθορίζει.

(βλ. σκέψη 184)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 18 Δεκεμβρίου 2007, C‑135/06 P, Weißenfels κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 65, 67 και 68

ΔΔΔΕΕ: 2 Ιουλίου 2009, F‑49/08, Giannini κατά Επιτροπής, σκέψεις 39 έως 42