Language of document : ECLI:EU:F:2011:132

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

(τρίτο τμήμα)

της 13ης Σεπτεμβρίου 2011

Υπόθεση F‑100/09

Χρήστος Μιχαήλ

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλος — Δεδικασμένο — Καθήκον αρωγής — Άρθρο 24 του ΚΥΚ — Ηθική παρενόχληση»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 EA, με την οποία ο Χ. Μιχαήλ ζητεί, αφενός, να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 2009, περί απορρίψεως της αιτήσεως αρωγής που είχε υποβάλει λόγω ηθικής παρενοχλήσεως και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του καταβάλει το ποσό των 30 000 ευρώ προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Απόφαση:      Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Ο Χ. Μιχαήλ φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.

Περίληψη

1.      Διαδικασία — Δεδικασμένο — Περιεχόμενο

2.      Υπάλληλοι — Ηθική παρενόχληση — Έννοια — Συμπεριφορά που έχει ως σκοπό να απαξιώσει τον ενδιαφερόμενο ή να υποβαθμίσει τις συνθήκες εργασίας του — Προϋπόθεση να πρόκειται για επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά — Προϋπόθεση να επιδεικνύεται η συμπεριφορά αυτή με πρόθεση — Περιεχόμενο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 12α § 3)

3.      Υπάλληλοι — Οργάνωση των υπηρεσιών — Υπηρεσιακή τοποθέτηση των υπαλλήλων — Εξουσία εκτιμήσεως της διοικήσεως — Περιεχόμενο — Δικαστικός έλεγχος — Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 7)

4.      Υπάλληλοι — Οργάνωση των υπηρεσιών — Υπηρεσιακή τοποθέτηση των υπαλλήλων — Αποκατάσταση — Τήρηση του κανόνα της αντιστοιχίας μεταξύ βαθμού και θέσεως

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 5 και 7)

1.      Μια προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω της ισχύος δεδικασμένου που περιβάλλει προγενέστερη απόφαση όταν αυτή έχει εκδοθεί επί προσφυγής η οποία αφορούσε τους ίδιους διαδίκους, είχε το ίδιο αντικείμενο και στηριζόταν στην ίδια αιτία. Η πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση αποτελεί ουσιώδες στοιχείο που καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό του αντικειμένου της προσφυγής.

Ωστόσο, το γεγονός ότι οι προσφυγές στρέφονται κατά αποφάσεων οι οποίες, τυπικώς, εκδόθηκαν από τη διοίκηση ως χωριστές πράξεις δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται ταυτότητα αντικειμένου, εφόσον οι ως άνω αποφάσεις έχουν κατ’ ουσίαν το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια αιτιολογία. Επιπλέον, ακόμη και αν οι αιτιάσεις στις οποίες στηρίζεται μια προσφυγή ταυτίζονται εν μέρει με εκείνες που προβλήθηκαν στο πλαίσιο προγενέστερης δίκης, η δεύτερη προσφυγή δεν συνιστά επανάληψη της πρώτης, αλλά εισάγει νέα διαφορά, κατά το μέτρο που στηρίζεται και σε άλλους πραγματικούς και νομικούς λόγους.

(βλ. σκέψεις 29 έως 31)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 19 Σεπτεμβρίου 1985, 172/83 και 226/83, Hoogovens Groep κατά Επιτροπής, σκέψη 9· 27 Οκτωβρίου 1987, 146/85 και 431/85, Diezler κ.λπ. κατά CES, σκέψεις 14 έως 16

ΠΕΚ: 5 Ιουνίου 1996, T‑162/94, NMB κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 37 και 38· 12 Δεκεμβρίου 1996, T‑177/94 και T‑377/94, Altmann κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 52

ΓΔΕΕ: 25 Ιουνίου 2010, T‑66/01, Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής, σκέψη 197

2.      Το άρθρο 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, το οποίο τέθηκε σε ισχύ από 1ης Μαΐου 2004, ορίζει την ηθική παρενόχληση ως «καταχρηστική […] συμπεριφορά», για τη διαπίστωση της οποίας πρέπει να πληρούνται δύο σωρευτικές προϋποθέσεις. Πρώτη προϋπόθεση είναι τα είδη συμπεριφοράς, τα λόγια, οι πράξεις, οι χειρονομίες ή τα γραπτά τα οποία στοιχειοθετούν την παρενόχληση να εκδηλώνονται «επί ορισμένο χρονικό διάστημα [και] κατά τρόπο επαναληπτικό ή συστηματικό», όπερ σημαίνει ότι η ηθική παρενόχληση εμπεριέχει, κατ’ ανάγκην, το στοιχείο της χρονικής διάρκειας και προϋποθέτει την ύπαρξη επαναλαμβανόμενων ή συνεχιζόμενων ενεργειών «που γίνονται με πρόθεση». Η δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χωρίζεται από την πρώτη με τον σύνδεσμο «και», απαιτεί να έχουν τα ως άνω είδη συμπεριφοράς, τα λόγια, οι πράξεις, οι χειρονομίες ή τα γραπτά ως αποτέλεσμα να θίξουν την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη φυσική ή ψυχολογική ακεραιότητα ενός προσώπου. Από το γεγονός ότι η λέξη «πρόθεση» αφορά την πρώτη προϋπόθεση, και όχι τη δεύτερη, μπορούν να συναχθούν δύο συμπεράσματα. Αφενός, τα είδη συμπεριφοράς, τα λόγια, οι πράξεις, οι χειρονομίες ή τα γραπτά, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, πρέπει να είναι ηθελημένα, με συνέπεια να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής τυχόν ενέργειες που γίνονται συμπτωματικώς. Αφετέρου, δεν απαιτείται, αντιθέτως, αυτά τα είδη συμπεριφοράς, τα λόγια, οι πράξεις, οι χειρονομίες ή τα γραπτά, να είχαν ως σκοπό να θίξουν την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη φυσική ή ψυχική ακεραιότητα ενός προσώπου. Με άλλα λόγια, είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί ηθική παρενόχληση κατά την έννοια του άρθρου 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ χωρίς να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο που παρενόχλησε σκόπευε, με τις ενέργειές του, να μειώσει τον παθόντα ή να υποβαθμίσει τις συνθήκες εργασίας του. Αρκεί οι ενέργειες αυτές, εφόσον ήσαν ηθελημένες, να είχαν αντικειμενικά τέτοιες συνέπειες.

Πάντως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισήμανε, με την προαναφερθείσα απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2009, F‑52/05, Q κατά Επιτροπής, ότι είχε παγιωθεί η νομολογία σύμφωνα με την οποία μια συμπεριφορά, για να χαρακτηριστεί ως ηθική παρενόχληση, έπρεπε να έχει αντικειμενικά σκόπιμο χαρακτήρα και ότι ο προσφεύγων, ανεξάρτητα από τον υποκειμενικό τρόπο με τον οποίο ενδεχομένως εξέλαβε τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά, όφειλε να προσκομίσει ένα σύνολο στοιχείων που να αποδεικνύουν την ύπαρξη συμπεριφοράς η οποία είχε, αντικειμενικά, ως σκοπό να τον μειώσει ή να υποβαθμίσει επίτηδες τις συνθήκες εργασίας του. Ωστόσο, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης τόνισε επίσης ότι η νομολογία αυτή διαμορφώθηκε σε υποθέσεις που είχαν ως αντικείμενο συμπεριφορές προγενέστερες της ενάρξεως της ισχύος του άρθρου 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, του οποίου η ανάλυση αποτέλεσε ακριβώς την αφορμή για να εξελίξει το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης την ως άνω νομολογία του.

(βλ. σκέψεις 55 και 56)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 9 Δεκεμβρίου 2008, F‑52/05, Q κατά Επιτροπής, σκέψεις 135 και 140· 9 Μαρτίου 2010, F‑26/09, N κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 72

3.      Τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την οργάνωση των υπηρεσιών τους ανάλογα με την αποστολή που τους έχει ανατεθεί και κατά την τοποθέτηση, ενόψει της ως άνω αποστολής, του προσωπικού το οποίο έχουν στη διάθεσή τους, υπό την προϋπόθεση ότι η τοποθέτηση αυτή γίνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και δεν αντιβαίνει στον κανόνα της αντιστοιχίας μεταξύ βαθμού και θέσεως. Δεδομένης αυτής της ευρείας διακριτικής ευχέρειας, ο έλεγχος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, όσον αφορά την τήρηση της σχετικής με το συμφέρον της υπηρεσίας προϋποθέσεως, πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος αν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ενήργησε εντός εύλογων και θεμιτών ορίων και δεν έκανε χρήση της διακριτικής της ευχέρειας κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο.

(βλ. σκέψεις 58 και 59)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 23 Ιουνίου 1984, 69/83, Lux, σκέψη 17· 7 Μαρτίου 1990, C‑116/88 και C‑149/88, Hecq κατά Επιτροπής, σκέψη 11

ΠΕΚ: 16 Δεκεμβρίου 1993, T‑80/92, Turner κατά Επιτροπής, σκέψη 53· 12 Δεκεμβρίου 2000, T‑223/99, Dejaiffe κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 53· 21 Σεπτεμβρίου 2004, T‑325/02, Soubies κατά Επιτροπής, σκέψη 50

ΔΔΔΕΕ: 4 Ιουνίου 2009, F‑52/08, Plasa κατά Επιτροπής, σκέψη 77

4.      Το γεγονός ότι ένας υπάλληλος διαθέτει υψηλά προσόντα δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να τοποθετηθεί σε άλλη θέση, διότι, καίτοι αληθεύει ότι είναι σαφώς προς το συμφέρον της διοικήσεως να υπηρετεί ο υπάλληλος σε θέση η οποία να ανταποκρίνεται στις ικανότητες και τις φιλοδοξίες του, ενδέχεται να δικαιολογούν άλλοι λόγοι τη μετακίνησή του, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως της αρχής της αντιστοιχίας βαθμού και θέσεως. Επιπλέον, μολονότι από τα άρθρα 5 και 7 του ΚΥΚ προκύπτει ότι είναι δικαίωμα του υπαλλήλου να του ανατίθενται καθήκοντα που συνάδουν, στο σύνολό τους, με τη θέση η οποία αντιστοιχεί στον βαθμό του εντός της ιεραρχίας, δεν συντρέχει παράβαση των διατάξεων αυτών σε οποιαδήποτε περίπτωση περιορισμού των καθηκόντων του ενδιαφερομένου· για να στοιχειοθετηθεί παράβαση των εν λόγω διατάξεων, πρέπει τα νέα καθήκοντα τα οποία του ανατίθενται να υπολείπονται, στο σύνολό τους, αισθητά εκείνων που αντιστοιχούν στον βαθμό και τη θέση του υπαλλήλου, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως, της σημασίας και της εκτάσεώς τους.

(βλ. σκέψεις 64 και 65)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 23 Μαρτίου 1988, 19/87, Hecq κατά Επιτροπής, σκέψη 8

ΠΕΚ: 7 Φεβρουαρίου 2007, T‑118/04 και T‑134/04, Caló κατά Επιτροπής, σκέψη 99