Language of document : ECLI:EU:F:2011:141

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 15ης Σεπτεμβρίου 2011

Υπόθεση F‑62/10

Jürgen Esders

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Τοποθέτηση — Περίοδος εναλλαγής 2010 — Άρθρο 1δ, παράγραφοι 1 και 4, ΚΥΚ — Απόφαση C(2008) 3983 — Αίτηση εξαιρέσεως για λόγους υγείας από την εναλλαγή στις θέσεις εργασίας — Καθήκον μέριμνας — Απόφαση C(2004) 1318 — Λογικές διαρρυθμίσεις — Οδηγία 2000/78/ΕΚ — Ίση μεταχείριση — Αναπηρία»

Αντικείμενο:      Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο εφαρμόζεται στη Συνθήκη ΕΚΑΕ δυνάμει του άρθρου της 106α, με την οποία ο J. Esders ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως «Επικοινωνία» της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 2010, με την οποία ανατοποθετήθηκε στις Βρυξέλλες.

Απόφαση:      Η προσφυγή απορρίπτεται. Η Επιτροπή φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων, πλην των εξόδων του προσφεύγοντος που έχουν σχέση με τη διεξαχθείσα στις 16 Ιουνίου 2011 επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Ο προσφεύγων φέρει τα δικαστικά έξοδά του που έχουν σχέση τη διεξαχθείσα στις 16 Ιουνίου 2011 επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Οργάνωση των υπηρεσιών — Υπηρεσιακή τοποθέτηση των υπαλλήλων — Σύστημα εναλλαγής των υπαλλήλων που τοποθετούνται στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής

2.      Υπάλληλοι — Ίση μεταχείριση — Δυσμενής διάκριση — Γενικές εκτελεστικές διατάξεις της Επιτροπής — Αναπηρία — Υποχρέωση προβλέψεως λογικών διαρρυθμίσεων στον τομέα της απασχόλησης — Περιεχόμενο

(Οδηγία 2000/78 του Συμβουλίου, αιτιολογική σκέψη 20 και άρθρο 5· Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 1δ § 4)

3.      Υπάλληλοι — Καθήκον μέριμνας που υπέχει η διοίκηση — Περιεχόμενο — Αυξημένη υποχρέωση σε περίπτωση που θίγεται η υγεία του υπαλλήλου — Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 24)

4.      Υπάλληλοι — Οργάνωση των υπηρεσιών — Υπηρεσιακή τοποθέτηση των υπαλλήλων — Ανατοποθέτηση στο πλαίσιο διαδικασίας υποχρεωτικής εναλλαγής του προσωπικού

5.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Λόγος ακυρώσεως που αντλείται από τον μη σύννομο χαρακτήρα βλαπτικής αποφάσεως — Δυνατότητα επικλήσεως υπηρεσιακού πταίσματος — Προϋπόθεση

1.      Από το γεγονός ότι ο κανόνας τον οποίο θεσπίζει η απόφαση της Επιτροπής περί της εναλλαγής των υπαλλήλων στις αντιπροσωπείες, και ο οποίος προβλέπει τη διατύπωση προτάσεως περί ανατοποθετήσεως οκτώ μήνες πριν από την ημερομηνία της εναλλαγής, είναι διατυπωμένος με υποθετικό λόγο συνάγεται ότι ο κανόνας αυτός δεν είναι αυστηρώς δεσμευτικός, αλλά προτρεπτικός, οπότε η μη τήρησή του δεν μπορεί, αυτή καθαυτήν, να επιφέρει την ακύρωση αποφάσεως περί ανατοποθετήσεως.

Εξάλλου, ο κανόνας αυτός προβλέπει μεν ότι στον υπάλληλο που υπόκειται σε υποχρεωτική εναλλαγή προτείνεται θέση αντιστοιχούσα στο προφίλ του, πλην όμως η ιδιαιτέρως ευρεία αυτή έννοια καλύπτει, ασφαλώς, όχι μόνον τις ικανότητες που ήδη έχει αποκτήσει ο υπάλληλος, αλλά και εκείνες τις οποίες μπορεί να αναπτύξει στηριζόμενος στην κατάρτισή του ή την προηγούμενη επαγγελματική πείρα του.

(βλ. σκέψεις 60 και 61)

2.      Από την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 1δ, παράγραφος 4, του ΚΥΚ, που αφορά την απαγόρευση των διακρίσεων, μπορεί να συναχθεί ότι η διοίκηση οφείλει να παρέχει τις λογικές διαρρυθμίσεις προκειμένου ένας υπάλληλος που παρουσιάζει μειονεξία να είναι σε θέση να εκτελεί τα ουσιώδη καθήκοντα της θέσεως εργασίας του. Συνεπώς, αν η απόφαση αυτή προβλέπει, μεταξύ των λογικών διαρρυθμίσεων που είναι δυνατόν να γίνουν, τη δυνατότητα τροποποιήσεως κανόνων ή πρακτικών, η διάταξη αυτή πρέπει να εκληφθεί ως αναφερόμενη στους κανόνες και τις πρακτικές που αφορούν τις συνθήκες εργασίας και τη διαχείριση του προσωπικού σε σχέση με δεδομένη θέση εργασίας, τα ουσιώδη καθήκοντα της οποίας θα μπορούσε ακριβώς να ασκήσει, μέσω των σχεδιαζομένων διαρρυθμίσεων, το προσωπικό που παρουσιάζει μειονεξία. Ως εκ τούτου, το να επιτραπεί σε υπάλληλο να απαλλαγεί από κάθε υποχρέωση εναλλαγής, χωρίς συγκεκριμένη εξέταση των αναγκών της επίμαχης θέσεως εργασίας και των καταλλήλων μέτρων, και τούτο αντί λογικής διαρρυθμίσεως, θα έβαινε πέραν των επιταγών της αποφάσεως της Επιτροπής.

Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την ανάγνωση της οδηγίας 2000/78 για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, η οποία δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή και ερμηνεία της αποφάσεως της Επιτροπής, δεδομένου ότι η τελευταία εκδόθηκε προς εκτέλεση του άρθρου 1δ, παράγραφος 4, του ΚΥΚ, το οποίο ορίζει την έννοια των λογικών διαρρυθμίσεων με όρους ανάλογους αυτών του άρθρου 5 της εν λόγω οδηγίας.

(βλ. σκέψεις 68, 70 και 71)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 30 Απριλίου 2009, F‑65/07, Aayhan κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 121· 4 Ιουνίου 2009, F‑134/07 και F‑8/08, Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 115 (κατά της οποίας εκκρεμεί αναίρεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, υπόθεση T‑325/09 P)

3.      Οι υποχρεώσεις της διοικήσεως που απορρέουν από το καθήκον μέριμνας επιτείνονται ουσιωδώς σε περίπτωση που θίγεται η κατάσταση υπαλλήλου του οποίου η σωματική ή η πνευματική υγεία είναι επισφαλείς. Στην περίπτωση αυτή, η διοίκηση οφείλει να εξετάζει τα αιτήματα του υπαλλήλου αυτού με ιδιαίτερη ευρύτητα πνεύματος. Ομοίως, εναπόκειται γενικώς στην ιατρική υπηρεσία του οργάνου, ιδίως όταν εφιστάται η προσοχή της, είτε από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο είτε από τη διοίκηση, στις καθ’ υπόθεση δυσμενείς συνέπειες που θα μπορούσε να έχει μια διοικητική απόφαση για την υγεία του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται, να εξακριβώνει την πραγματική κατάσταση και την έκταση των προβαλλομένων κινδύνων και να ενημερώνει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή για το αποτέλεσμα της εξετάσεώς της.

Βεβαίως, η προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των υπαλλήλων πρέπει πάντοτε να περιορίζεται από την τήρηση των ισχυόντων κανόνων, η δε επίκληση του καθήκοντος μέριμνας έναντι του οργάνου δεν μπορεί να το οδηγήσει να παραβεί έναν νομοθετικό κανόνα. Ωστόσο, το όργανο δεν μπορεί να απαλλαγεί από κάθε υποχρέωση απορρέουσα από το καθήκον μέριμνας με την έκδοση εσωτερικής αποφάσεως γενικής ισχύος, πλαισιώνουσας αυστηρώς την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή του ΚΥΚ.

(βλ. σκέψεις 80 έως 82)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 16 Μαρτίου 1993, T‑33/89 και T‑74/89, Blackman κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 96· 10 Ιουλίου 1997, T‑81/96, Αποστολίδης κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 90 και 91· 23 Φεβρουαρίου 2001, T‑7/98, T‑208/98 και T‑109/99, De Nicola κατά ΕΤΕπ, σκέψεις 309 και 310

ΔΔΔΕΕ: 28 Οκτωβρίου 2010, F‑92/09, U κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 67· 17 Φεβρουαρίου 2011, F‑119/07, Strack κατά Επιτροπής, σκέψη 85

4.      Όσον αφορά τον υποτιθέμενο κίνδυνο για την υγεία υπαλλήλου ο οποίος αποτελεί αντικείμενο υποχρεωτικής ανατοποθετήσεως και ακολουθεί θεραπευτική αγωγή εντός της χώρας όπου είναι τοποθετημένος, αν μια διάγνωση περιεχόμενη σε ιατρικό πιστοποιητικό είναι κατά τεκμήριο ακριβής, δεν ισχύει το ίδιο για ιατρική γνωμάτευση σχετικά με το κατά πόσον είναι δυνατόν να ακολουθηθεί η θεραπευτική αυτή αγωγή εντός άλλης χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς τουλάχιστον να αποδεικνύεται ότι ο ιατρός που την εξέδωσε προέβη σε σχετική έρευνα.

(βλ. σκέψη 87)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 9 Δεκεμβρίου 2009, T‑377/08 P, Επιτροπή κατά Birkhoff, σκέψη 58

5.      Επιχειρηματολογία στηριζόμενη σε θετικές ενέργειες του οργάνου ή σε παραλείψεις, όπως η κακή διαχείριση του φακέλου υπαλλήλου και η παροχή ανακριβών διοικητικών πληροφοριών, μπορεί μεν να είναι λυσιτελής για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης του οργάνου λόγω υπηρεσιακού πταίσματος, δεν είναι όμως λυσιτελής στο πλαίσιο διαφοράς αφορώσας τη νομιμότητα πράξεως, καθόσον ένα υπηρεσιακό πταίσμα δεν είναι ικανό να επισύρει, από μόνο του, το παράνομο μιας αποφάσεως, εκτός εάν το πταίσμα αυτό είχε επίπτωση στη νομιμότητά της.

(βλ. σκέψη 92)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 9 Δεκεμβρίου 2010, F‑83/05, Ezerniece Liljeberg κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 105