Language of document : ECLI:EU:C:2013:393

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 13ης Ιουνίου 2013 (*)

«Κανονισμός (ΕΚ) 1896/2006 – Ευρωπαϊκή διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής – Άρθρα 6 και 17 – Δήλωση αντιρρήσεων κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής χωρίς να αμφισβητηθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Άρθρο 24 – Παράσταση του καθού ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της υποθέσεως – Εφαρμογή στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής»

Στην υπόθεση C‑144/12,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Αυστρία) με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Μαρτίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης

Goldbet Sportwetten GmbH

κατά

Massimo Sperindeo,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Ilešič (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, E. Jarašiūnas, A. Ó Caoimh, C. Toader και C. G. Fernlund, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Y. Bot

γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Φεβρουαρίου 2013,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Goldbet Sportwetten GmbH, εκπροσωπούμενη από τον D. Czernich, Rechtsanwalt,

–        ο Μ. Sperindeo, εκπροσωπούμενος από τους L. Lorenz και R. Testor, Rechtsanwälte,

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer,

–        η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και J. Vláčil,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Henze και την J. Kemper,

–        η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Inez Fernandes και τη S. Duarte Afonso,

–        η Ελβετική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον D. Klingele,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον W. Bogensberger, την A.-M. Rouchaud-Joët και τον M. Wilderspin,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Μαρτίου 2013,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής (ΕΕ L 399, σ. 1), σε συνδυασμό με το άρθρο 17 του κανονισμού αυτού, καθώς και του άρθρου 24 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ευρωπαϊκής διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής, την οποία κίνησε η Goldbet Sportwetten GmbH (στο εξής: Goldbet), εταιρία εδρεύουσα στην Αυστρία, κατά του M. Sperindeo, κατοίκου Ιταλίας.

 Το νομικό πλαίσιο

 Ο κανονισμός 1896/2006

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 23 και 24 του κανονισμού 1896/2006 έχουν ως ακολούθως:

«(23)  Ο καθού μπορεί να υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων χρησιμοποιώντας το τυποποιημένο έντυπο που περιέχεται στον παρόντα κανονισμό. Ωστόσο, τα δικαστήρια θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οιαδήποτε άλλη γραπτή μορφή αντιρρήσεων, αν είναι διατυπωμένη με σαφήνεια.

(24)      Η δήλωση αντιρρήσεων που κατατίθεται εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας θα πρέπει να περατώνει τη διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής και να συνεπάγεται την αυτόματη μεταφορά της υπόθεσης σε τακτική πολιτική διαδικασία, εκτός εάν ο αιτών έχει ρητά ζητήσει τη λήξη της διαδικασίας σε μια τέτοια περίπτωση. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η έννοια της τακτικής πολιτικής διαδικασίας δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται αναγκαστικά υπό την έννοια του εθνικού δικαίου.»

4        Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί:

α)      στην απλούστευση, επιτάχυνση και μείωση των εξόδων της εκδίκασης διαφορών για διασυνοριακές υποθέσεις όσον αφορά μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις, με τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, […].»

5        Κατά το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού, ως «κράτος μέλος προελεύσεως» νοείται το «κράτος μέλος στο οποίο εκδίδεται η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής».

6        Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η [διεθνής δικαιοδοσία] προσδιορίζεται σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες κοινοτικού δικαίου, ιδίως του κανονισμού […] 44/2001.»

7        Το άρθρο 12, παράγραφος 3, του κανονισμού 1896/2006 ορίζει τα εξής:

«Με την ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής, γνωστοποιείται στον καθού ότι έχει τις εξής δυνατότητες επιλογής:

α)      να καταβάλει στον αιτούντα το ποσό το οποίο ορίζεται στη διαταγή·

ή

β)      να αντιταχθεί στη διαταγή με την κατάθεση δήλωσης αντιρρήσεων στο δικαστήριο προέλευσης, που αποστέλλεται εντός 30 ημερών από την επίδοση ή την κοινοποίηση της διαταγής στον καθού.»

8        Κατά το άρθρο 16 του κανονισμού αυτού:

«1.      Ο καθού μπορεί να υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων κατά της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής ενώπιον του δικαστηρίου προέλευσης χρησιμοποιώντας το τυποποιημένο έντυπο F που παρατίθεται στο παράρτημα VI, το οποίο του παρέχεται μαζί με την ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής.

[...]

3.      Ο καθού δηλώνει στη δήλωση αντιρρήσεων ότι αμφισβητεί την αξίωση, χωρίς να πρέπει να προσδιορίζει τους σχετικούς λόγους.

4.      Η δήλωση αντιρρήσεων υποβάλλεται εγγράφως ή με οιοδήποτε άλλο μέσο επικοινωνίας αποδεκτό από το κράτος μέλος προέλευσης και διαθέσιμο στο δικαστήριο προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μέσων.

[…]»

9        Το άρθρο 17, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Σε περίπτωση υποβολής δήλωσης αντιρρήσεων εντός της προβλεπομένης στο άρθρο 16, παράγραφος 2, προθεσμίας, η διαδικασία συνεχίζεται ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων του κράτους μέλους προέλευσης σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες πολιτικής δικονομίας, εκτός εάν ο αιτών έχει ζητήσει ρητά να λήξει η διαδικασία σε αυτή την περίπτωση.

[...]»

10      Το παράρτημα VI του ίδιου κανονισμού περιλαμβάνει το τυποποιημένο έντυπο F το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την υποβολή δηλώσεως αντιρρήσεων κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής.

 Ο κανονισμός 44/2001

11      Το άρθρο 5, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 ορίζει τα εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

1)      α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η [επίδικη] παροχή·

β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής·

[...]

–        εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών,

[...]»

12      Το άρθρο 24 του κανονισμού 44/2001 προβλέπει τα εξής:

«Πέραν των περιπτώσεων όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας, ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22.»

 Η αυστριακή νομοθεσία

13      Το άρθρο 252 του Zivilprozessordnung (κώδικα πολιτικής δικονομίας), το οποίο αφορά την ευρωπαϊκή διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής, ορίζει τα εξής:

«1.      Εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον κανονισμό [1896/2006] εφαρμόζονται οι ισχύουσες για το εκάστοτε αντικείμενο της δίκης δικονομικές διατάξεις.

2.      Αποκλειστικώς αρμόδιο για τη διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής είναι το Bezirksgericht für Handelssachen Wien. [...]

3.      Εφόσον υποβληθεί εμπροθέσμως δήλωση αντιρρήσεων, το δικαστήριο την επιδίδει στον αιτούντα, καλώντας τον να προσδιορίσει εντός προθεσμίας 30 ημερών το αρμόδιο για τη διεξαγωγή της τακτικής διαδικασίας δικαστήριο. [...].

4.      [...] Ο καθού πρέπει να εγείρει την ένσταση περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας ή περί αναρμοδιότητας του δικαστηρίου πριν παραστεί κατά τη συζήτηση επί της ουσίας.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

14      Ο M. Sperindeo ανέλαβε, δυνάμει συμβάσεως παροχής υπηρεσιών συναφθείσας με τη δραστηριοποιούμενη στην οργάνωση αθλητικών στοιχημάτων επιχείρηση Goldbet, την οργάνωση και την ανάπτυξη τέτοιων στοιχημάτων στην Ιταλία. Ανέλαβε ιδίως την υποχρέωση να συγκεντρώνει τα στοιχήματα στα κατά τόπους σημεία συλλογής και να αποστέλλει τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά στην Goldbet, μετά την καταβολή των κερδών στους παίκτες.

15      Η Goldbet, εκτιμώντας ότι ο M. Sperindeo δεν είχε εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του, ζήτησε στις 29 Δεκεμβρίου 2009 από το Bezirksgericht für Handelssachen Wien, αρμόδιο δικαστήριο όσον αφορά την ευρωπαϊκή διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής στην Αυστρία, και επέτυχε στις 17 Φεβρουαρίου 2010 την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής για την καταβολή ποσού 16 406 ευρώ, προσαυξημένου με τόκους και έξοδα, δίκην αποζημιώσεως.

16      Στις 19 Απριλίου 2010 ο M. Sperindeo υπέβαλε εμπροθέσμως, διά του δικηγόρου του, δήλωση αντιρρήσεων κατά της εν λόγω ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής. Προς στήριξη των αντιρρήσεών του, ισχυρίστηκε ότι η αξίωση της Goldbet ήταν αβάσιμη και ότι η χρηματική απαίτησή της δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη.

17      Κατόπιν της υποβολής της ως άνω δηλώσεως αντιρρήσεων, το Bezirksgericht für Handelssachen Wien παρέπεμψε την υπόθεση στο Landesgericht Innsbruck, κρίνοντας ότι το τελευταίο ήταν το αρμόδιο για την τακτική διαδικασία δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 1896/2006.

18      Ενώπιον του Landesgericht Innsbruck, ο M. Sperindeo ήγειρε για πρώτη φορά ένσταση περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας του εν λόγω δικαστηρίου, επικαλούμενος το γεγονός ότι ήταν κάτοικος Ιταλίας. Η Goldbet υποστήριξε ότι το Landesgericht Innsbruck είχε διεθνή δικαιοδοσία ως δικαστήριο του τόπου εκπληρώσεως της παροχής που συνίσταται στην καταβολή χρηματικού ποσού, σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001. Κατά την εταιρία αυτή, εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω δικαστήριο είχε διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού αυτού, καθόσον ο M. Sperindeo παρέστη ενώπιόν του κατά την έννοια του άρθρου αυτού, χωρίς να εγείρει ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας κατά την υποβολή της δηλώσεως αντιρρήσεων κατά της επίμαχης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής.

19      Με διάταξή του, το Landesgericht Innsbruck δέχθηκε το αίτημα του M. Sperindeo, κρίνοντας ότι στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας και απορρίπτοντας την αγωγή της οποίας είχε επιληφθεί. Η Goldbet άσκησε έφεση κατά της διατάξεως αυτής ενώπιον του Oberlandesgericht Innsbruck. Το δικαστήριο αυτό απέρριψε την έφεση με το σκεπτικό ότι τα αυστριακά δικαστήρια δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία, δεδομένου ότι, αφενός, οι αξιώσεις της Goldbet στηρίζονταν σε σύμβαση παροχής υπηρεσιών με τόπο εκπληρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 44/2001, την Ιταλία, και, αφετέρου, δεν μπορούσε να θεμελιωθεί διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών βάσει του άρθρου 24 του κανονισμού 44/2001, καθόσον η δήλωση αντιρρήσεων του M. Sperindeo δεν μπορούσε να λογιστεί ως παράσταση αυτού κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου.

20      Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Goldbet άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Oberlandesgericht Innsbruck. Η Goldbet ζητεί την αναίρεση των προγενέστερων δικαστικών αποφάσεων και την επανάληψη της διαδικασίας ενώπιον των αυστριακών δικαστηρίων.

21      Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι τα αυστριακά δικαστήρια δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 44/2001, δεδομένου ότι η δραστηριότητα την οποία ανέθεσε η Goldbet στον M. Sperindeo ασκούταν αποκλειστικώς στην Ιταλία. Το δικαστήριο αυτό διερωτάται, πάντως, αν η δήλωση αντιρρήσεων που υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης κατά της διαταγής πληρωμής, χωρίς να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου προελεύσεως, θα μπορούσε να λογιστεί ως παράσταση αυτού κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 44/2001, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται η διεθνής δικαιοδοσία των αυστριακών δικαστηρίων.

22      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberster Gerichtshof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 6 του κανονισμού [1896/2006] την έννοια ότι το άρθρο 24 του κανονισμού [44/2001], κατά το οποίο το επιληφθέν υποθέσεως δικαστήριο ενώπιον του οποίου παρίσταται ο εναγόμενος αποκτά διεθνή δικαιοδοσία, τυγχάνει εφαρμογής και στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα:

Έχει το άρθρο 17 του κανονισμού 1896/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του κανονισμού 44/2001, την έννοια ότι η υποβολή δηλώσεως αντιρρήσεων κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής ισοδυναμεί αφεαυτής με παράσταση, όταν με τη δήλωση αυτή δεν αμφισβητείται η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου προελεύσεως;

3)      Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα:

Έχει το άρθρο 17 του κανονισμού 1896/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του κανονισμού 44/2001, την έννοια ότι η υποβολή δηλώσεως αντιρρήσεων θεμελιώνει ενδεχομένως διεθνή δικαιοδοσία λόγω παραστάσεως, όταν με τη δήλωση αυτή προβάλλονται ισχυρισμοί επί της ουσίας, όχι όμως και ως προς την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του επιληφθέντος δικαστηρίου;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

23      Με τα προδικαστικά ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 6 του κανονισμού 1896/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι η υποβληθείσα κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δήλωση αντιρρήσεων, η οποία δεν περιλαμβάνει αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως, πρέπει να λογίζεται ως παράσταση κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 44/2001, και αν ασκεί συναφώς επιρροή το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της δηλώσεως αντιρρήσεων, ο καθού η διαταγή προέβαλε ισχυρισμούς επί της ουσίας της διαφοράς.

24      Επομένως, πρέπει, κατά πρώτο λόγο, να εξεταστεί αν η υποβληθείσα κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δήλωση αντιρρήσεων, με την οποία δεν έχει αμφισβητηθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως, ισοδυναμεί με παράσταση κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 44/2001, όταν η δήλωση αντιρρήσεων δεν περιλαμβάνει την προβολή ισχυρισμών επί της ουσίας.

25      Όλοι οι ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου φρονούν ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.

26      Καταρχάς, υπενθυμίζεται συναφώς ότι, αφενός, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1896/2006 ορίζει ότι, για τους σκοπούς εφαρμογής του κανονισμού αυτού, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται βάσει των σχετικών κανόνων του δικαίου της Ένωσης, ιδίως δε των κανόνων του κανονισμού 44/2001. Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 1896/2006, εφόσον η δήλωση αντιρρήσεων κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής υποβληθεί εμπροθέσμως, η διαδικασία συνεχίζεται ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων του κράτους μέλους προελεύσεως σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες πολιτικής δικονομίας.

27      Αφετέρου, κατά το άρθρο 24 του κανονισμού 44/2001, με την επιφύλαξη των προβλεπόμενων στη διάταξη αυτή εξαιρέσεων, το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου παρίσταται ο εναγόμενος αποκτά διεθνή δικαιοδοσία.

28      Επιπλέον, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1896/2006, σκοπός του κανονισμού αυτού είναι, μεταξύ άλλων, η απλούστευση, η επιτάχυνση και η μείωση των εξόδων της εκδικάσεως διασυνοριακών διαφορών με αντικείμενο μη αμφισβητούμενες χρηματικές απαιτήσεις. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού, ο εν λόγω κανονισμός, χωρίς να αντικαθιστά ή να εναρμονίζει τους εθνικούς μηχανισμούς για την είσπραξη των μη αμφισβητούμενων απαιτήσεων, καθιερώνει ενιαίο σύστημα για την είσπραξη τέτοιων απαιτήσεων διασφαλίζοντας πανομοιότυπες προϋποθέσεις για δανειστές και οφειλέτες σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, C-215/11, Szyrocka, σκέψη 30).

29      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 30 των προτάσεών του, η ως άνω απλοποιημένη και ομοιόμορφη διαδικασία δεν διεξάγεται κατ’ αντιμωλία. Πράγματι, ο καθού λαμβάνει γνώση της εκδόσεως της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής μόνον όταν αυτή του επιδίδεται ή του κοινοποιείται. Όπως προκύπτει από το άρθρο 12, παράγραφος 3, του κανονισμού 1896/2006, μόνο κατά τον χρόνο αυτό λαμβάνει ο καθού γνώση της δυνατότητάς του είτε να καταβάλει στον αιτούντα το οριζόμενο στη διαταγή ποσό είτε να αντιταχθεί στη διαταγή ενώπιον του δικαστηρίου προελεύσεως.

30      Η δυνατότητα του καθού να υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων σκοπό έχει να αντισταθμίσει το γεγονός ότι το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός 1896/2006 δεν προβλέπει τη συμμετοχή του καθού στην ευρωπαϊκή διαδικασία για την έκδοση διαταγής πληρωμής, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την απαίτηση μετά την έκδοση της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής.

31      Πάντως, σε περίπτωση που ο καθού δεν αμφισβητήσει, με τη δήλωση αντιρρήσεών του κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως, η δήλωση αντιρρήσεων αυτή δεν μπορεί να έχει ως προς τον καθού αποτελέσματα διαφορετικά από αυτά που προκύπτουν από το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 1896/2006. Τα αποτελέσματα αυτά συνίστανται στην περάτωση της ευρωπαϊκής διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής και, εκτός της περιπτώσεως κατά την οποία ο αιτών ζήτησε ρητώς την περάτωση της διαδικασίας στην περίπτωση αυτή, στην αυτόματη παραπομπή της υποθέσεως στην τακτική διαδικασία ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου.

32      Η αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή η δήλωση αντιρρήσεων, εφόσον δεν περιλαμβάνει αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας του κράτους μέλους προελεύσεως, ισοδυναμεί με παράσταση κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 44/2001, θα είχε ως συνέπεια να διευρύνει τα αποτελέσματα της δηλώσεως αντιρρήσεων σε σχέση με αυτά που προβλέπει ο κανονισμός 1896/2006.

33      Υπενθυμίζεται, άλλωστε, ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 1896/2006 και από την αιτιολογική σκέψη 23 αυτού, ο καθού, για να υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, μπορεί να χρησιμοποιήσει το τυποποιημένο έντυπο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα VI του ίδιου κανονισμού. Το έντυπο αυτό, όμως, δεν παρέχει καμία δυνατότητα αμφισβητήσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους προελεύσεως.

34      Ως εκ τούτου, η υποβληθείσα κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δήλωση αντιρρήσεων, η οποία δεν περιλαμβάνει αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του κράτους μέλους προελεύσεως και η οποία δεν συνοδεύεται από την προβολή ισχυρισμών επί της ουσίας, δεν μπορεί να λογιστεί ως παράσταση κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 44/2001.

35      Κατά δεύτερο λόγο, πρέπει να εξεταστεί αν ασκεί συναφώς επιρροή το γεγονός ότι ο καθού, στο πλαίσιο της δηλώσεως αντιρρήσεών του κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, προβάλλει ισχυρισμούς επί της ουσίας της διαφοράς.

36      Η Goldbet και η Τσεχική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι, όταν η δήλωση αντιρρήσεων συνοδεύεται από την προβολή ισχυρισμών επί της ουσίας, η διεθνής δικαιοδοσία μπορεί να καθορίζεται βάσει του άρθρου 24 του κανονισμού 44/2001. Αντιθέτως, ο M. Sperindeo, η Γερμανική, η Πορτογαλική και η Ελβετική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υποστηρίζουν ότι το γεγονός αυτό δεν ασκεί καμία επιρροή στο ζήτημα του καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας.

37      Βεβαίως, όπως προκύπτει από την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1981, 150/80, Elefanten Schuh (Συλλογή 1981, σ. 1671, σκέψη 16), σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 18 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 1), διατάξεως κατ’ ουσίαν πανομοιότυπης με το άρθρο 24 του κανονισμού 44/2001, η αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας δεν μπορεί να έπεται χρονικώς της ενέργειας με την οποία ο εναγόμενος λαμβάνει θέση επί της υποθέσεως και η οποία λογίζεται από το εθνικό δικονομικό δίκαιο ως η πρώτη πράξη άμυνας ενώπιον του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου.

38      Εντούτοις, αντιθέτως προς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως επί της οποίας είχε εκδοθεί η υπόθεση εκείνη και στην οποία ο εναγόμενος είχε προβάλει ισχυρισμούς επί της ουσίας στο πλαίσιο πολιτικής δίκης κατά την τακτική διαδικασία, στην υπόθεση της κύριας δίκης οι ισχυρισμοί επί της ουσίας προβλήθηκαν στο πλαίσιο δηλώσεως αντιρρήσεων κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής. Η δήλωση αυτή, όμως, συνοδευόμενη από τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αποτελεί την πρώτη άμυνα που προβάλλεται στο πλαίσιο πολιτικής δίκης κατά την τακτική διαδικασία η οποία έπεται της ευρωπαϊκής διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής.

39      Αν μια τέτοια δήλωση αντιρρήσεων λογιζόταν ως πρώτη πράξη άμυνας, τότε, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 36 των προτάσεών του, αυτό θα σήμαινε ουσιαστικά ότι η ευρωπαϊκή διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής και η πολιτική δίκη κατά την τακτική διαδικασία που έπεται κατά κανόνα της πρώτης αποτελούν μία και την αυτή διαδικασία. Πλην όμως, η ερμηνεία αυτή δύσκολα θα μπορούσε να συμβιβαστεί με το γεγονός ότι η πρώτη από τις ως άνω διαδικασίες διεξάγεται κατά τους κανόνες του κανονισμού 1896/2006, ενώ η δεύτερη, όπως προκύπτει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, διεξάγεται κατά τους συνήθεις κανόνες της πολιτικής δικονομίας. Η ερμηνεία αυτή θα ερχόταν επίσης σε αντίθεση με το γεγονός ότι μολονότι η πολιτική δίκη συνεχίζεται, ελλείψει αμφισβητήσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας από τον εναγόμενο, στο κράτος μέλος προελεύσεως, εντούτοις η δίκη αυτή δεν διεξάγεται κατ’ ανάγκη ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου με αυτό της ευρωπαϊκής διαδικασίας για την έκδοση διαταγής πληρωμής.

40      Εξάλλου, η ερμηνεία κατά την οποία η δήλωση αντιρρήσεων που συνοδεύεται από την προβολή ισχυρισμών επί της ουσίας πρέπει να λογίζεται ως πρώτη πράξη άμυνας θα ήταν αντίθετη προς τον σκοπό που επιδιώκει η δήλωση αντιρρήσεων κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ουδεμία διάταξη του κανονισμού 1896/2006, ιδίως δε το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, απαιτεί από τον καθού να διευκρινίσει τους λόγους της δηλώσεώς του αντιρρήσεων, οπότε η δήλωση αυτή δεν προορίζεται να αποτελέσει το πλαίσιο εντός του οποίου θα αναπτυχθεί η άμυνα επί της ουσίας, αλλά, όπως διευκρινίστηκε στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, να παράσχει στον καθού τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την επίμαχη απαίτηση.

41      Επομένως, η προβολή από τον καθού ισχυρισμών επί της ουσίας στο πλαίσιο της υποβολής δηλώσεως αντιρρήσεων κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δεν συνεπάγεται παράστασή του κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 44/2001.

42      Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν η Goldbet και η Τσεχική Κυβέρνηση, η ερμηνεία αυτή δεν είναι αντίθετη προς τον σκοπό επιταχύνσεως της διαδικασίας τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός 1896/2006. Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού, ο εν λόγω σκοπός πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εφόσον πρόκειται για μη αμφισβητούμενη χρηματική απαίτηση, προϋπόθεση που δεν συντρέχει σε περίπτωση κατά την οποία ο καθού υποβάλλει δήλωση αντιρρήσεων κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής.

43      Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6 του κανονισμού 1896/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι η υποβληθείσα κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δήλωση αντιρρήσεων, η οποία δεν περιλαμβάνει αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως, δεν μπορεί να λογίζεται ως παράσταση κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού 44/2001, και ότι δεν ασκεί συναφώς επιρροή το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της δηλώσεως αντιρρήσεων, ο καθού προέβαλε ισχυρισμούς επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς.

 Επί των δικαστικών εξόδων

44      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι η υποβληθείσα κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δήλωση αντιρρήσεων, η οποία δεν περιλαμβάνει αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως, δεν μπορεί να λογίζεται ως παράσταση κατά την έννοια του άρθρου 24 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, και δεν ασκεί συναφώς επιρροή το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της δηλώσεως αντιρρήσεων, ο καθού προέβαλε ισχυρισμούς επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.