Language of document : ECLI:EU:F:2011:155

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (ολομέλεια)

της 27ης Σεπτεμβρίου 2011

Υπόθεση F‑55/08 DEP

Carlo De Nicola

κατά

Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ)

«Υπαλληλική υπόθεση — Δίκη — Καθορισμός των εξόδων — Έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν — Απαραίτητα έξοδα — Αμοιβή καταβληθείσα από θεσμικό όργανο στον δικηγόρο του — Υποχρέωση του ηττηθέντος προσφεύγοντος να επιβαρυνθεί με την εν λόγω αμοιβή — Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως — Αποτελεσματική δικαστική προστασία — Προϋποθέσεις»

Αντικείμενο:      Αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων κατατεθείσα από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 30ής Νοεμβρίου 2009, F‑55/08, De Nicola κατά ΕΤΕπ (η οποία αποτελεί το αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως που εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑37/10 P).

Απόφαση:      Το ποσό των δικαστικών εξόδων που η ΕΤΕπ δύναται να αναζητήσει στο πλαίσιο της υποθέσεως F‑55/08, De Nicola κατά ΕΤΕπ, καθορίζεται σε 6 000 ευρώ.

Περίληψη

1.      Δίκη — Έξοδα — Καθορισμός των εξόδων — Έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν — Αμοιβή καταβληθείσα από θεσμικό όργανο στον δικηγόρο του — Προϋποθέσεις αποδόσεως

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 19, εδ. 1)

2.      Δίκη — Έξοδα — Καθορισμός των εξόδων — Στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη

(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 91, στοιχείο β΄)

1.      Στην περίπτωση που ο προσφεύγων καταδικάστηκε στο σύνολο ή σε μέρος των δικαστικών εξόδων θεσμικού οργάνου, στο όργανο αυτό απόκειται, όταν σκοπεύει να αναζητήσει την αμοιβή που κατέβαλε στον δικηγόρο του, να αποδείξει ότι πρόκειται για «απαραίτητα έξοδα» στο πλαίσιο της δίκης. Συναφώς, θεσμικό όργανο θα μπορούσε να αποδείξει την αναγκαιότητα της προσφυγής σε υπηρεσίες δικηγόρου αποδεικνύοντας ειδικότερα ότι, για λόγους συγκυριακούς και παροδικούς, που συνδέονται ιδίως με έκτακτο φόρτο εργασίας ή με απρόβλεπτες απουσίες του προσωπικού της νομικής του υπηρεσίας που συνήθως εκπροσωπεί το όργανο ενώπιον της δικαιοσύνης, αναγκάστηκε να ζητήσει τη συνδρομή δικηγόρου. Το ίδιο ισχύει για θεσμικό όργανο που, αντιμέτωπο με προσφεύγοντα ο οποίος έχει ασκήσει σημαντικές σε όγκο και/ή αριθμό προσφυγές, θα απεδείκνυε ότι, αν δεν είχε ζητήσει τη συνδρομή δικηγόρου, θα είχε αναγκαστεί να διαθέσει με δυσανάλογο τρόπο τους πόρους του για τον χειρισμό των εν λόγω προσφυγών.

Αντιθέτως, θεσμικό όργανο δεν μπορεί να αξιώσει την ολική ή μερική επιστροφή της αμοιβής που κατέβαλε στον δικηγόρο του όταν αρκείται να εξηγήσει ότι, για λόγους προϋπολογισμού ή οργανωτικούς, επέλεξε να απαλλάξει τη νομική υπηρεσία του από τη διαχείριση των υπαλληλικών διαφορών. Πράγματι, μολονότι ένα θεσμικό όργανο είναι ελεύθερο να προβεί σε μια τέτοια επιλογή, η επιλογή αυτή δεν μπορεί να συνεπάγεται έξοδα για το προσωπικό του, επειδή τούτο ενέχει τον κίνδυνο παραβιάσεως της αρχής της ίσης προσβάσεως στη δικαιοσύνη μεταξύ του προσωπικού των θεσμικών οργάνων των οποίων η νομική υπηρεσία διασφαλίζει την εκπροσώπηση ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης και του προσωπικού των θεσμικών οργάνων τα οποία εκ συστήματος ζητούν τη συνδρομή δικηγόρου.

(βλ. σκέψεις 37 έως 39)

2.      Στον δικαστή της Ένωσης απόκειται να καθορίσει το ποσό μέχρι το οποίο η δικηγορική αμοιβή μπορεί να αναζητηθεί εις βάρος του διαδίκου που καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα. Αποφαινόμενος επί αιτήσεως καθορισμού των δικαστικών εξόδων, ο δικαστής της Ένωσης δεν οφείλει να λάβει υπόψη τυχόν εθνική ρύθμιση περί του ύψους των δικηγορικών αμοιβών, ούτε τυχόν συμφωνία που εν προκειμένω συνήφθη μεταξύ του ενδιαφερομένου διαδίκου και των δικαστικών πληρεξουσίων ή νομικών συμβούλων του.

Ελλείψει διατάξεων τιμολογιακής φύσεως στο δίκαιο της Ένωσης, ο δικαστής οφείλει να εκτιμήσει ελεύθερα τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς δικαίου της Ένωσης, καθώς και τις δυσχέρειες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που οι δικαστικοί πληρεξούσιοι ή νομικοί σύμβουλοι κλήθηκαν να εκτελέσουν στο πλαίσιο της δίκης και τα οικονομικά συμφέροντα που η διαφορά αντιπροσώπευε για τους διαδίκους. Ο δικαστής οφείλει επίσης να λάβει υπόψη, όταν καθορίζει το ποσό της δυναμένης να αναζητηθεί δικηγορικής αμοιβής, τη δυνατότητα του καταδικασθέντος στα δικαστικά έξοδα διαδίκου να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα, προκειμένου να μη θιγεί δυσανάλογα το δικαίωμά του πραγματικής προσφυγής στη δικαιοσύνη, όπως το δικαίωμα αυτό προβλέπεται από το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Τέλος, το ποσό της δυναμένης να αναζητηθεί αμοιβής του δικηγόρου του περί ου πρόκειται θεσμικού οργάνου δεν μπορεί να εκτιμηθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη η εργασία που πραγματοποιήθηκε εντός των υπηρεσιών του οργάνου αυτού, πριν καν επιληφθεί της υποθέσεως το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.

Πράγματι, εφόσον το παραδεκτό προσφυγής εξαρτάται από την υποβολή διοικητικής ενστάσεως και την απόρριψή της από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, οι υπηρεσίες του θεσμικού οργάνου κατ’ αρχήν εμπλέκονται στην εξέταση των διαφορών πριν ακόμη αυτές φθάσουν στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης. Επομένως, στις υποθέσεις όπου θεσμικό όργανο προσέφυγε στις υπηρεσίες δικηγόρου, ο συνολικός αριθμός των ωρών εργασίας του δικηγόρου αυτού που μπορούν να είναι αντικειμενικά απαραίτητες για τη δίκη πρέπει να εκτιμάται, κατ’ αρχήν, στο ένα τρίτο των ωρών που θα ήσαν αναγκαίες για τον δικηγόρο αυτόν αν δεν είχε μπορέσει να στηριχθεί στην εργασία που είχε γίνει προηγουμένως από τη νομική υπηρεσία του θεσμικού οργάνου.

Παρά ταύτα, το κλάσμα αυτό θα μπορούσε να καθοριστεί σε υψηλότερο επίπεδο ιδίως στην περίπτωση που θεσμικό όργανο, αντιμέτωπο με προσφεύγοντα ο οποίος έχει ασκήσει μεγάλο αριθμό προδήλως καταχρηστικών προσφυγών, θα αναγκαζόταν να αναθέσει σε δικηγόρο τη διαχείριση όλων ή μέρους των διαφορών αυτών, περιλαμβανομένης της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής, προκειμένου να αποφύγει τη δυσανάλογη διάθεση των πόρων της νομικής υπηρεσίας του.

(βλ. σκέψεις 40 έως 43)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 9 Σεπτεμβρίου 2002, Τ‑182/00 DEP, Panella κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 28 και 29