Language of document : ECLI:EU:C:2013:490

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 18ης Ιουλίου 2013 (*)

«Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Αρμόδιο δικαστήριο – Ειδικές δικαιοδοσίες για “διαφορές εκ συμβάσεως” και για “ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας”»

Στην υπόθεση C‑147/12,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Hovrätten för Nedre Norrland (Σουηδία) με απόφαση της 23ης Μαρτίου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Μαρτίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης

ÖFAB, Östergötlands Fastigheter AB

κατά

Frank Koot,

Evergreen Investments BV,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους T. von Danwitz (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Rosas, E. Juhász, D. Šváby και C. Vajda, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet

γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Απριλίου 2013,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η ÖFAB, Östergötlands Fastigheter AB, εκπροσωπούμενη από τον M. André,

–        ο F. Koot και η Evergreen Investments BV, εκπροσωπούμενοι από τους K. Crafoord, B. Rundblom Andersson και J. Conradsson, advokater,

–        η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A. Falk και K. Ahlstrand-Oxhamre,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη Σ. Χαλά,

–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την J. Beeko,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις A.‑M. Rouchaud-Joët και C. Tufvesson,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12, σ. 1).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της ÖFAB, Östergötlands Fastigheter AB (στο εξής: ÖFAB), εδρεύουσας στη Σουηδία, και των F. Koot, κατοίκου Κάτω Χωρών, και Evergreen Investments BV (στο εξής: Evergreen), εδρεύουσας στις Κάτω Χώρες, όσον αφορά την άρνηση των τελευταίων να αναλάβουν τις οφειλές της Copperhill Mountain Lodge AB (στο εξής: Copperhill), μετοχικής εταιρίας εδρεύουσας στη Σουηδία.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Ο κανονισμός 44/2001 περιέχει κανόνες για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

4        Οι αιτιολογικές σκέψεις 8, 11 και 12 του κανονισμού αυτού ορίζουν τα εξής:

«(8)      Οι δικαστικές διαφορές που υπάγονται στον κανονισμό πρέπει να παρουσιάζουν σύνδεσμο με το έδαφος των κρατών μελών που δεσμεύονται από τον ανά χείρας κανονισμό. Οι κοινοί κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει, κατά κανόνα, να εφαρμόζονται όταν ο εναγόμενος έχει την κατοικία του σε ένα από τα κράτη μέλη.

[...]

(11)      Οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα. Η κατοικία των νομικών προσώπων πρέπει να καθορίζεται αυτοτελώς ώστε να αυξάνεται η διαφάνεια των κοινών κανόνων και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις δικαιοδοσίας.

(12)      Η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου πρέπει να συμπληρωθεί από εναλλακτικές δωσιδικίες που θα ισχύουν λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ του δικαστηρίου και της διαφοράς ή για τη διευκόλυνση του έργου της δικαιοσύνης.»

5        Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του «οι πτωχεύσεις, πτωχευτικοί συμβιβασμοί και άλλες ανάλογες διαδικασίες».

6        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

7        Κατά το άρθρο 5, σημεία 1 και 3, του κανονισμού αυτού, πρόσωπο που κατοικεί εντός κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί εντός άλλου κράτους μέλους:

«1)      α)      ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή·

β)      για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης, και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι:

–        εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων,

–        εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών·

γ)      το στοιχείο α΄ εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β΄·

[...]

3)      ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός».

 Το σουηδικό δίκαιο

8        Στο κεφάλαιο 25 του νόμου περί μετοχικών εταιριών (Aktiebolagslag, SFS 2005, αριθ. 551), το άρθρο 18 του νόμου αυτού ορίζει ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ενδέχεται να θεωρηθούν ότι ενέχονται για τις οφειλές της εταιρίας, αν παραλείψουν να τηρήσουν ορισμένες διατυπώσεις για τον έλεγχο της οικονομικής καταστάσεως της εταιρίας, εφόσον αυτή δεν διαθέτει πλέον επαρκή οικονομικά μέσα. Κατά το άρθρο αυτό:

«Αν το διοικητικό συμβούλιο παραλείψει:

1.      σύμφωνα με το άρθρο 13, να καταρτίσει και να υποβάλει στον ελεγκτή της εταιρίας προς εξέταση έναν ισολογισμό προς έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 14,

2.      σύμφωνα με το άρθρο 15, να συγκαλέσει μια πρώτη ελεγκτική γενική συνέλευση ή,

3.      σύμφωνα με το άρθρο 17, να ζητήσει από το tingsrätten τη θέση της εταιρίας υπό εκκαθάριση,

τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι αλληλεγγύως υπεύθυνα για τις υποχρεώσεις της εταιρίας οι οποίες ανακύπτουν κατά τον χρόνο κατά τον οποίο διαρκεί η παράλειψη.

Το πρόσωπο το οποίο, τελώντας εν γνώσει της παραλείψεως του διοικητικού συμβουλίου, ενεργεί εξ ονόματος της εταιρίας, ευθύνεται αλληλεγγύως με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου για τις υποχρεώσεις που ανακύπτουν κατά τον τρόπο αυτό για την εταιρία.

Η ευθύνη κατά τα σημεία 1 και 2 δεν ισχύει για τα πρόσωπα που αποδεικνύουν ότι δεν επέδειξαν αμέλεια.

[...]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

9        Ο F. Koot, κάτοικος Κάτω Χωρών, ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Copperhill από τις 9 Σεπτεμβρίου 2007 μέχρι και τις 5 Σεπτεμβρίου 2009, οπότε κατέστη αναπληρωματικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου, θέση την οποία διατήρησε μέχρι τις 22 Ιανουαρίου 2010.

10      Η Evergreen κατείχε το 40 % των μετοχών της Copperhill και, στις 11 Σεπτεμβρίου 2007, απέκτησε ακόμη 50 % των μετοχών της εν λόγω εταιρίας.

11      Μεταξύ της 10ης Οκτωβρίου 2007 και της 2ας Δεκεμβρίου 2009, η Copperhill είχε την έδρα της στον Δήμο Åre (Σουηδία), ο οποίος υπάγεται στη δικαιοδοσία του Östersunds tingsrätt (πρωτοδικείου Östersund), όπου η εταιρία αυτή ασκούσε κατά την περίοδο εκείνη τη δραστηριότητά της και όπου ανήγειρε ξενοδοχείο.

12      Για την κατασκευή του ξενοδοχείου αυτού, η Copperhill ανέθεσε τις εργασίες εκσκαφής και, ιδίως, την τοποθέτηση πλακιδίων στα μπάνια σε δύο τοπικές επιχειρήσεις, την Toréns Entreprenad i Östersund AB (στο εξής: Toréns) και την Kakelmässan Norr Handelsbolag (στο εξής: Kakelmässan).

13      Στις 23 Μαρτίου 2009, δεδομένου ότι η Copperhill ανέστειλε τις πληρωμές της λόγω οικονομικών δυσχερειών, το Östersunds tingsrätt αποφάσισε να υποβάλει την εν λόγω επιχείρηση σε μέτρα εξυγιάνσεως («företagsrekonstruktion»). Στο πλαίσιο των μέτρων αυτών, η Toréns και η Kakelmässan έλαβαν μέρος μόνον των αντιστοίχων απαιτήσεών τους έναντι της Copperhill. Τα υπόλοιπα των εν λόγω απαιτήσεων εισπράχθηκαν από την Invest i Årefjällen i Stockholm AB (στο εξής: Invest).

14      Στις 10 Αυγούστου 2010, η Invest άσκησε δύο αγωγές, κατά του F. Koot και της Evergreen αντιστοίχως, ενώπιον του Östersunds tingsrätt. Προς στήριξη της αγωγής της κατά του F. Koot, η Invest υποστήριξε ότι ο τελευταίος ήταν υποχρεωμένος να την αποζημιώσει δυνάμει του άρθρου 18 του κεφαλαίου 25 του νόμου περί μετοχικών εταιριών. Η αγωγή κατά της Evergreen στηριζόταν, αφενός, στις αρχές της παρεκκλίσεως από την περιορισμένη ευθύνη και, αφετέρου, στο γεγονός ότι η Evergreen είχε «υποσχεθεί» να εξοφλήσει την Toréns και την Kakelmässan ή να παράσχει στην Copperhill τα αναγκαία κονδύλια προς τούτο.

15      Όσον αφορά τη δικαιοδοσία του Östersunds tingsrätt να αποφανθεί επί των εν λόγω ενδίκων διαφορών, η Invest υποστήριξε ότι η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε στο Åre και ότι εκεί επίσης επήλθε η ζημία. Ο F. Koot και η Evergreen υποστήριξαν ότι, δεδομένου ότι είχαν αντιστοίχως κατοικία και έδρα στις Κάτω Χώρες, το δικαστήριο αυτό δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει τις διαφορές αυτές.

16      Στις 26 Απριλίου 2011, το Östersunds tingsrätt αποφάσισε να απορρίψει τις αγωγές της Invest και έκρινε ότι δεν έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί των επίμαχων διαφορών. Κατά το δικαστήριο αυτό, οι εν λόγω διαφορές δεν ενέπιπταν στις διαφορές εκ συμβάσεως ούτε στις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, υπό την έννοια του άρθρου 5, σημεία 1 και 3, του κανονισμού 44/2001. Συνεπώς, σύμφωνα με τον γενικό κανόνα του άρθρου 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, οι εν λόγω διαφορές έπρεπε να εκδικασθούν ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους της κατοικίας του F. Koot και της έδρας της Evergreen.

17      Η Invest άσκησε έφεση κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του Hovrätten för Nedre Norrland, ζητώντας του να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια, εκχώρησε τις απαιτήσεις της στην ÖFAB.

18      Το Hovrätten för Nedre Norrland φρονεί ότι, προκειμένου να κριθεί αν τα σουηδικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να αποφανθούν επί της διαφοράς της κύριας δίκης, πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 5, σημεία 1 και 3, του κανονισμού 44/2001.

19      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν οι εν λόγω διατάξεις συνιστούν γενική εξαίρεση από το άρθρο 2 του κανονισμού 44/2001 όσον αφορά τις αγωγές αποζημιώσεως, υπό την έννοια ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού αυτού έχει εφαρμογή αν δεν έχει εφαρμογή το σημείο 1 του εν λόγω άρθρου. Επιπλέον, το δικαστήριο αυτό εκτιμά ότι το Δικαστήριο μέχρι τώρα δεν είχε την ευκαιρία να αποφανθεί επί του ζητήματος αν αγωγές με τις οποίες ζητείται να κριθούν ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου μετοχικής εταιρίας, δυνάμει του άρθρου 18 του κεφαλαίου 25 του νόμου περί μετοχικών εταιριών, καθώς και ένας μέτοχος τέτοιας εταιρίας, κατά παρέκκλιση από την περιορισμένη ευθύνη, ως υπεύθυνοι για τις οφειλές της εν λόγω εταιρίας εμπίπτουν στο άρθρο 5, σημείο 3, του εν λόγω κανονισμού.

20      Όσον αφορά την παρέκκλιση από την περιορισμένη ευθύνη, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά τη νομολογία του Högsta domstolen (ανωτάτου δικαστηρίου), οι μέτοχοι μιας μετοχικής εταιρίας μπορούν, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, να κριθούν υπεύθυνοι για τις οφειλές της οικείας εταιρίας. Μεταξύ των παραγόντων που ενδέχεται να έχουν σημασία προς τούτο θα μπορούσαν να παρατεθούν η κακόπιστη ή καταχρηστική συμπεριφορά των μετόχων, η έλλειψη ιδίων κεφαλαίων, καθώς και το γεγονός ότι η εταιρία αυτή δεν είχε ως σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας.

21      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, το Hovrätten för Nedre Norrland αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 5, σημεία 1 και 3, του κανονισμού […] 44/2001 […] την έννοια ότι εισάγει γενική παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα του άρθρου 2 σε περίπτωση αγωγών αποζημιώσεως;

2)      Έχουν οι όροι “ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας” του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού [44/2001] την έννοια ότι καλύπτουν την αγωγή ενός πιστωτή κατά μέλους του διοικητικού συμβουλίου μιας εταιρίας, στην περίπτωση που με την αγωγή ζητείται να αναγνωρισθεί η ευθύνη του μέλους του διοικητικού συμβουλίου για τις οφειλές της εταιρίας, αν το μέλος αυτό παρέλειψε να θέσει σε εφαρμογή τις διαδικασίες για τον έλεγχο της οικονομικής καταστάσεως της εταιρίας, αλλά αντιθέτως συνέχισε τη δραστηριότητα της εταιρίας και την επιβάρυνε με επιπλέον οφειλές;

3)      Έχουν οι όροι “ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας” του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού [44/2001] την έννοια ότι καλύπτουν την αγωγή ενός πιστωτή κατά του μετόχου μιας εταιρίας, στην περίπτωση που με την αγωγή ζητείται να αναγνωρισθεί η ευθύνη του μετόχου για τις οφειλές της εταιρίας, αν ο μέτοχος επέτρεψε τη συνέχιση της δραστηριότητας της εταιρίας, παρά το ότι δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια για τη δραστηριότητα αυτή και η εταιρία όφειλε να τεθεί υπό εκκαθάριση;

4)      Έχουν οι όροι “ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας” του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού [44/2001] την έννοια ότι καλύπτουν την αγωγή ενός πιστωτή κατά μετόχου εταιρίας ο οποίος έχει δεσμευθεί να εξοφλήσει τις οφειλές της εταιρίας;

5)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο [δεύτερο] ερώτημα, όταν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου είναι κάτοικος Κάτω Χωρών και η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων των μελών του διοικητικού συμβουλίου αφορά σουηδική εταιρία, θεωρείται μια ενδεχόμενη ζημία ως επελθούσα στις Κάτω Χώρες ή στη Σουηδία;

6)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο [τρίτο] και στο [τέταρτο] ερώτημα, αν ο μέτοχος είναι κάτοικος Κάτω Χωρών και η εταιρία είναι σουηδική, θεωρείται μια ενδεχόμενη ζημία ως επελθούσα στις Κάτω Χώρες ή στη Σουηδία;

7)      Αν το άρθρο 5, σημείο 1 ή 3, του κανονισμού [44/2001] έχει εφαρμογή σε μια από τις προπεριγραφείσες καταστάσεις, έχει σημασία για την εφαρμογή του το αν μια απαίτηση έχει εκχωρηθεί από τον αρχικό πιστωτή σε τρίτον;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος

22      Με το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν οι όροι «ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχουν την έννοια ότι καλύπτουν τις αγωγές τις οποίες ασκεί ο πιστωτής μιας μετοχικής εταιρίας με αίτημα να κριθούν υπεύθυνοι για τις οφειλές της εταιρίας αυτής, αφενός, ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρίας και, αφετέρου, ένας μέτοχος αυτής, δεδομένου ότι επέτρεψαν στην εν λόγω εταιρία να εξακολουθήσει να λειτουργεί ενώ δεν διέθετε αρκετά κεφάλαια και όφειλε να τεθεί υπό εκκαθάριση.

23      Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξετασθεί το επιχείρημα του F. Koot ότι οι αγωγές που στρέφονται κατ’ αυτού εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού, δεδομένου ότι οι αγωγές αυτές στηρίζονται σε διατάξεις του σουηδικού δικαίου που σκοπούν στη θέση υπό εκκαθάριση των μετοχικών εταιριών των οποίων τα ίδια κεφάλαια είναι ανεπαρκή.

24      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 44/2001 εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού μόνον τις αγωγές που απορρέουν άμεσα από διαδικασία αφερεγγυότητας και συνδέονται στενά με αυτή (βλ. υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 2ας Ιουλίου 2009, C-111/08, SCT Industri, Συλλογή 2009, σ. I‑5655, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 19ης Απριλίου 2012, C-213/10, F-Tex, σκέψη 29).

25      Όπως προκύπτει από την κατατεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και από τις εξηγήσεις της Σουηδικής Κυβερνήσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι επίμαχες στην κύρια δίκη αγωγές δεν εντάσσονται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αφερεγγυότητας, αλλά ασκήθηκαν αφού η Copperhill υποβλήθηκε σε διαδικασία εξυγιάνσεως. Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως παρατηρεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ότι η άσκηση των επίμαχων στην κύρια δίκη αγωγών δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του συνδίκου, ασκούμενο προς το συμφέρον της ομάδας των πιστωτών, αλλά πρόκειται για δικαιώματα τα οποία η ÖFAB είναι ελεύθερη να ασκεί προς το συμφέρον της.

26      Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι οι επίμαχες στην κύρια δίκη αγωγές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001.

27      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο και στο τρίτο ερώτημα, επισημαίνεται, αφενός, ότι, κατά πάγια νομολογία, οι όροι «διαφορές εκ συμβάσεως» και «ενοχές εξ αδικοπραξίας», υπό την έννοια του άρθρου 5, σημεία 1, στοιχείο α΄, και 3, του κανονισμού 44/2001, πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς, με γνώμονα κυρίως το σύστημα και τους σκοπούς του κανονισμού αυτού (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, C-509/09 και C-161/10, eDate Advertising και Martinez, Συλλογή 2011, σ. Ι-10269, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

28      Αφετέρου, καθόσον ο κανονισμός 44/2001 αντικατέστησε, στις σχέσεις των κρατών μελών, τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών), η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο όσον αφορά τις διατάξεις της Συμβάσεως αυτής ισχύει και για τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, όταν οι διατάξεις των κοινοτικών αυτών πράξεων μπορούν να χαρακτηριστούν ως ισοδύναμες (βλ., μεταξύ άλλων, προμνησθείσα απόφαση eDate Advertising και Martinez, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

29      Τα άρθρα 2 και 5, σημεία 1, στοιχείο α΄, και 3, του κανονισμού 44/2001 που είναι σχετικά με την υπόθεση της κύριας δίκης απορρέουν, όσον αφορά την οριοθέτηση των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων που διέπουν οι διατάξεις αυτές, από το ίδιο σύστημα με τα άρθρα 2 και 5, σημεία 1 και 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών και, επιπλέον, έχουν συνταχθεί σχεδόν κατά πανομοιότυπο τρόπο. Λαμβανομένης υπόψη της ισοδυναμίας αυτής, πρέπει, σύμφωνα με τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 44/2001, να διασφαλιστεί η ερμηνευτική συνέχεια των δύο αυτών πράξεων (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C-189/08, Ζuid-Chemie, Συλλογή 2009, σ I‑6917, σκέψη 19).

30      Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το διαλαμβανόμενο στο κεφάλαιο ΙΙ του κανονισμού 44/2001 σύστημα διεθνούς δικαιοδοσίας στηρίζεται στον γενικό κανόνα του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, κατά τον οποίο τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας των διαδίκων. Κατά παρέκκλιση μόνον από τον γενικό κανόνα της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της κατοικίας του εναγομένου, το κεφάλαιο ΙΙ, τμήμα 2, του κανονισμού 44/2001 προβλέπει ορισμένους κανόνες ειδικής δικαιοδοσίας, μεταξύ των οποίων το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού αυτού (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Zuid-Chemie, προμνησθείσα, σκέψεις 20 και 21, καθώς και της 12ης Μαΐου 2011, C‑ 144/10, BVG, Συλλογή 2011, σ. I‑3961, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

31      Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι οι εν λόγω κανόνες ειδικής δικαιοδοσίας χρήζουν στενής ερμηνείας, η οποία δεν πρέπει να βαίνει πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπει ο κανονισμός 44/2001 (βλ., υπό την έννοια αυτή, προμνησθείσα απόφαση Zuid-Chemie, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

32      Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, η έννοια της «ενοχής εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας», κατά το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, καλύπτει οποιαδήποτε αξίωση θέτει ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά «διαφορές εκ συμβάσεως», κατά το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού (βλ., όσον αφορά την ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 189/87, Καλφέλης, Συλλογή 1988, σ. 5565, σκέψη 18, της 26ης Μαρτίου 1992, C-261/90, Reichert και Kockler, Συλλογή 1992, σ. I‑2149, σκέψη 16, της 27ης Οκτωβρίου 1998, C‑51/97, Réunion européenne κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. I-6511, σκέψη 22, καθώς και της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑334/00, Tacconi, Συλλογή 2002, σ. I‑7357, σκέψη 21).

33      Συναφώς, επισημαίνεται, αφενός, ότι η έννοια των «διαφορών εκ συμβάσεως», κατά το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001, δεν είναι δυνατό να νοηθεί ως αφορώσα μια κατάσταση στην οποία δεν υφίσταται δέσμευση την οποία συμβαλλόμενος ανέλαβε ελεύθερα έναντι του αντισυμβαλλομένου του. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του περιεχομένου στο άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, κανόνα ειδικής δικαιοδοσίας για τις διαφορές εκ συμβάσεως προϋποθέτει τον προσδιορισμό νομικής υποχρεώσεως την οποία ένα πρόσωπο ανέλαβε ελεύθερα έναντι άλλου προσώπου και στην οποία στηρίζεται η αγωγή (βλ., όσον αφορά την ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών, απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2005, C-27/02, Engler, Συλλογή 2005, σ. I‑481, σκέψεις 50 και 51, καθώς και απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, C-419/11, Česká spořitelna, σκέψεις 46 και 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

34      Αφετέρου, κατά πάγια νομολογία, ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας δύναται να στοιχειοθετηθεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να αποδειχθεί αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και του γεγονότος από το οποίο απορρέει η ζημία αυτή (βλ., όσον αφορά την ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών, απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976, 21/76, Bier, γνωστή ως «Ορυχεία ανθρακικού καλίου της Αλσατίας», Συλλογή τόμος 1976, σ. 613, σκέψη 16, καθώς και απόφαση Zuid-Chemie, προμνησθείσα, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

35      Όσον αφορά τις επίμαχες στην κύρια δίκη αγωγές, από την κατατεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει ότι αυτές σκοπούν στη θεμελίωση της ευθύνης του F. Koot, ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Copperhill, δυνάμει του άρθρου 18 του κεφαλαίου 25 του νόμου περί μετοχικών εταιριών, καθώς και της ευθύνης της Evergreen, ως μετόχου της εταιρίας αυτής δυνάμει της παρεκκλίσεως από τον κανόνα του περιορισμού της ευθύνης, όπως αναπτύχθηκε από τη νομολογία του Högsta domstolen.

36      Όπως προκύπτει επίσης από την απόφαση περί παραπομπής, οι εν λόγω αγωγές δεν στηρίζονται σε δέσμευση την οποία συμβαλλόμενος ανέλαβε ελεύθερα έναντι του αντισυμβαλλομένου του, αλλά στον ισχυρισμό ότι το μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Copperhill, που δεν τήρησε ορισμένες διατυπώσεις για τον έλεγχο της οικονομικής καταστάσεως της εταιρίας αυτής, καθώς και ο κύριος μέτοχος της εταιρίας αυτής αμέλησαν να τηρήσουν τις εκ του νόμου υποχρεώσεις τους, επιτρέποντας στην εν λόγω εταιρία να εξακολουθήσει να λειτουργεί, ενώ δεν διέθετε αρκετά κεφάλαια και όφειλε να τεθεί υπό εκκαθάριση. Δυνάμει της εφαρμοστέας νομοθεσίας, το εν λόγω μέλος του διοικητικού συμβουλίου και ο εν λόγω μέτοχος είναι δυνατόν, ενδεχομένως, να θεωρηθούν υπεύθυνοι για τις οφειλές της Copperhill.

37      Μολονότι οι επίμαχες στην κύρια δίκη αγωγές έχουν ως σκοπό να καταστήσουν το εν λόγω μέλος του διοικητικού συμβουλίου και τον εν λόγω μέτοχο υπεύθυνους για τις οφειλές της Copperhill, καθιστούν προπάντων δυνατή την είσπραξη απαιτήσεων η οποία, λόγω του ότι το μέλος του διοικητικού συμβουλίου και ο μέτοχος της εταιρίας αυτής δεν είχαν εκπληρώσει τις εκ του νόμου υποχρεώσεις τους, δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί πλήρως όσον αφορά την εταιρία αυτή. Εν προκειμένω, οι αγωγές αυτές σκοπούν ως εκ τούτου στην αποκατάσταση της ζημίας που απορρέει από το ότι η Toréns και η Kakelmässan πραγματοποίησαν εργασίες για την Copperhill χωρίς να είναι σε θέση, στη συνέχεια, να εισπράξουν τα πλήρη ποσά τα οποία όφειλε η τελευταία αυτή εταιρία για τις εν λόγω εργασίες.

38      Συνεπώς, οι επίμαχες στην κύρια δίκη αγωγές, χωρίς να προδικάζεται ο χαρακτηρισμός άλλων αγωγών που θα μπορούσαν να ασκηθούν κατά μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή μετόχου μιας εταιρίας, εμπίπτουν στο άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001.

39      Συναφώς, η Σουηδική και η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι ο χαρακτηρισμός των επίμαχων στην κύρια δίκη αγωγών υπό το πρίσμα του άρθρου 5, σημεία 1 και 3, του κανονισμού 44/2001, δεδομένου ότι οι αγωγές αυτές σκοπούν στη θεμελίωση της ευθύνης του μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή του μετόχου μιας μετοχικής εταιρίας για τις οφειλές της εταιρίας αυτής, θα έπρεπε ακολουθήσει τον χαρακτηρισμό των οφειλών της εταιρίας αυτής ως συμβατικών ή εξωσυμβατικών, κατά περίπτωση.

40      Η ερμηνεία αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή.

41      Συγκεκριμένα, η εν λόγω ερμηνεία θα είχε ως συνέπεια τον πολλαπλασιασμό των δικαστηρίων που έχουν δικαιοδοσία για την εκδίκαση αγωγών που βάλλουν κατά της ίδιας πλημμελούς συμπεριφοράς του μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή του μετόχου της οικείας εταιρίας, αναλόγως της φύσεως των διαφόρων οφειλών της εταιρίας αυτής οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο τέτοιων αγωγών. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο σκοπός της εγγύτητας των κανόνων ειδικής δικαιοδοσίας που προβλέπει το άρθρο 5, σημεία 1 και 3, του κανονισμού 44/2001, οι οποίοι στηρίζονται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της συμβάσεως ή του τόπου στον οποίο συνέβη το ζημιογόνο γεγονός και του δικαστηρίου που καλείται να επιληφθεί της οικείας διαφοράς (βλ., υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Φεβρουαρίου 2010, C-381/08, Car Trim, Συλλογή 2010, σ. I‑1255, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 16ης Μαΐου 2013, C-228/11, Melzer, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), αντιτάσσεται στον καθορισμό του δικαστηρίου το οποίο έχει δικαιοδοσία αναλόγως της φύσεως των οφειλών της οικείας εταιρίας. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, όσον αφορά έναν εναγόμενο που είναι υπεύθυνος για τις οφειλές τρίτου, η ερμηνεία αυτή των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5 του κανονισμού αυτού δεν θα είχε τον απαιτούμενο από τη σκέψη 11 του εν λόγω κανονισμού βαθμό προβλεψιμότητας.

42      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο, στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι όροι «ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχουν την έννοια ότι καλύπτουν τις αγωγές, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, τις οποίες ασκεί ο πιστωτής μιας μετοχικής εταιρίας με αίτημα να κριθούν υπεύθυνοι για τις οφειλές της εταιρίας αυτής, αφενός, ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρίας και, αφετέρου, ένας μέτοχος αυτής, δεδομένου ότι επέτρεψαν στην εν λόγω εταιρία να εξακολουθήσει να λειτουργεί ενώ δεν διέθετε αρκετά κεφάλαια και όφειλε να τεθεί υπό εκκαθάριση.

 Επί του τετάρτου ερωτήματος

43      Με το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν οι όροι «ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχουν την έννοια ότι καλύπτουν την αγωγή ενός πιστωτή κατά μετόχου εταιρίας ο οποίος έχει δεσμευθεί να εξοφλήσει τις οφειλές της εταιρίας αυτής.

44       Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να παράσχουν στο Δικαστήριο τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου αυτό να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑249/97, Gruber, Συλλογή 1999, σ. I‑5295, σκέψη 19, και της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, C‑177/10, Rosado Santana, Συλλογή 2011, σ. Ι‑7907, σκέψη 33).

45      Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο, καθόσον απαιτείται η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης να είναι χρήσιμη γι’ αυτό, πρέπει να προσδιορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που θέτει ή, τουλάχιστον, να διευκρινίζει τις πραγματικές περιστάσεις τις οποίες αφορούν τα ερωτήματα αυτά (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 2005, C-134/03, Viacom Outdoor, Συλλογή 2005, σ. I-1167, σκέψη 22· της 12ης Απριλίου 2005, C-145/03, Keller, Συλλογή 2005, σ. I-2529, σκέψη 29, καθώς και της 1ης Δεκεμβρίου 2011, C-145/10, Painer, Συλλογή 2011, σ. Ι‑12533, σκέψη 46).

46      Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όσον αφορά το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει μόνον ότι η Evergreen είχε «υποσχεθεί» να εξοφλήσει την Toréns και την Kakelmässan ή να παράσχει στην Copperhill τα αναγκαία κονδύλια προς τούτο, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει τις πραγματικές περιστάσεις της «υποσχέσεως» αυτής ούτε το νομικό θεμέλιο ή το αντικείμενο της αγωγής που ασκήθηκε κατά του προσώπου το οποίο έδωσε την εν λόγω «υπόσχεση». Υπό τις συνθήκες αυτές, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δώσει μια χρήσιμη ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001.

47      Κατά συνέπεια, το τέταρτο ερώτημα πρέπει να κριθεί απαράδεκτο.

 Επί του πέμπτου και του έκτου ερωτήματος

48      Με το πέμπτο και το έκτο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν η φράση «τόπο[ς] όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, όσον αφορά αγωγές με τις οποίες ζητείται να κριθούν ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου καθώς και ένας μέτοχος μετοχικής εταιρίας υπεύθυνοι για τις οφειλές της εταιρίας αυτής, ο εν λόγω τόπος βρίσκεται εντός του κράτους μέλους της έδρας της εν λόγω εταιρίας.

49      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι, κατά πάγια νομολογία, ο κανόνας ειδικής δικαιοδοσίας τον οποίο προβλέπει, κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της κατοικίας του εναγομένου, το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, στηρίζεται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός, συνδέσμου ο οποίος δικαιολογεί την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας στο τελευταίο για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργανώσεως της δίκης (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις eDate Advertising και Martinez, προμνησθείσα, σκέψη 40, καθώς και της 25ης Οκτωβρίου 2012, C‑133/11, Folien Fischer και Fofitec, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

50      Πράγματι, στις ενοχές εξ αδικοπραξίας, ο δικαστής του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός είναι κατά κανόνα ο πλέον κατάλληλος να αποφανθεί, ιδίως για λόγους εγγύτητας με τη διαφορά και εύκολης διεξαγωγής των αποδείξεων (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Folien Fischer και Fofitec, προμνησθείσα, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

51      Αφετέρου, η φράση «τόπο[ς] όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 αφορά και τον τόπο επελεύσεως της ζημίας και τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, οπότε ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί, κατ’ επιλογή του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου του ενός ή του άλλου από τους δύο αυτούς τόπους (βλ. απόφαση Folien Fischer και Fofitec, προμνησθείσα, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Οι δύο αυτοί τόποι μπορούν, από απόψεως διεθνούς δικαιοδοσίας, να αποτελέσουν σημαντικά συνδετικά στοιχεία της διαφοράς με το δικάζον δικαστήριο, δεδομένου ότι έκαστος των τόπων αυτών είναι ικανός, αναλόγως των περιστάσεων, να παράσχει ιδιαιτέρως χρήσιμα στοιχεία όσον αφορά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας και την οργάνωση της δίκης (απόφαση eDate Advertising κ.λπ., προμνησθείσα, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

52      Ως εκ τούτου, όσον αφορά τις επίμαχες στην κύρια δίκη αγωγές, ασκηθείσες από τους πιστωτές μετοχικής εταιρίας κατά του μέλους του διοικητικού συμβουλίου και του κυρίου μετόχου της εταιρίας αυτής, λόγω του ότι αμέλησαν να τηρήσουν τις εκ του νόμου υποχρεώσεις τους όσον αφορά την εν λόγω εταιρία, ο τόπος όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός πρέπει να παρουσιάζει τόσο για τους ενάγοντες όσο και για τους εναγομένους υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας. Ομοίως, υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να υπάρχει, από πλευράς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργανώσεως της δίκης, ιδιαιτέρως στενός σύνδεσμος μεταξύ των αγωγών που ασκήθηκαν και του εν λόγω τόπου.

53      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, σε κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στην οποία εκδικάζονται αγωγές στηριζόμενες στον ισχυρισμό ότι το μέλος του διοικητικού συμβουλίου και ο κύριος μέτοχος της Copperhill δεν τήρησαν τις εκ του νόμου υποχρεώσεις τους όσον αφορά τον έλεγχο της οικονομικής καταστάσεως της εταιρίας αυτής και την εκ μέρους της συνέχιση της δραστηριότητάς της, ενώ δεν διέθετε αρκετά κεφάλαια και όφειλε να τεθεί υπό εκκαθάριση, αυτό που έχει σημασία δεν είναι η οικονομική κατάσταση ή η δραστηριότητα της εν λόγω εταιρίας, αλλά το συμπέρασμα που πρέπει να αντληθεί από την ενδεχόμενη παράλειψη ασκήσεως του ελέγχου που όφειλαν να ασκήσουν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου και ο μέτοχος.

54      Από την κατατεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει ότι, το διάστημα κατά το οποίο επήλθαν τα επίδικα πραγματικά περιστατικά , η Copperhill είχε την έδρα της στον Δήμο Åre, ο οποίος υπάγεται στη δικαιοδοσία του Östersunds tingsrätt, όπου η εταιρία αυτή ασκούσε κατά την περίοδο εκείνη τη δραστηριότητά της και όπου ανήγειρε ξενοδοχείο. Υπό τις συνθήκες αυτές, φαίνεται ότι οι ασκηθείσες δραστηριότητες καθώς και η σχετική με τις δραστηριότητες αυτές οικονομική κατάσταση συνδέονται με τον τόπο αυτόν. Εν πάση περιπτώσει, τα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση και τη δραστηριότητα της εταιρίας αυτής, τα οποία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων διαχειρίσεως τις οποίες υπέχουν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου και ο μέτοχος, έπρεπε να είναι διαθέσιμα στον τόπο αυτόν. Το ίδιο ισχύει για τα στοιχεία που αφορούν την προβαλλόμενη μη εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεων. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει την ακρίβεια των στοιχείων αυτών.

55      Συνεπώς, στο πέμπτο και στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η φράση «τόπο[ς] όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, όσον αφορά αγωγές με τις οποίες ζητείται να κριθούν ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου καθώς και ένας μέτοχος μετοχικής εταιρίας υπεύθυνοι για τις οφειλές της εταιρίας αυτής, ο εν λόγω τόπος βρίσκεται στον τόπο με τον οποίο συνδέονται οι δραστηριότητες που ασκήθηκαν εκ μέρους της εν λόγω εταιρίας καθώς και η σχετική με τις δραστηριότητες αυτές οικονομική κατάσταση.

 Επί του εβδόμου ερωτήματος

56      Με το έβδομο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν το γεγονός ότι η επίμαχη απαίτηση εκχωρήθηκε από τον αρχικό πιστωτή σε τρίτον επηρεάζει, υπό συνθήκες όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, τον καθορισμό του δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία, δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001.

57      Συναφώς, υπενθυμίζεται αφενός, όπως υπογραμμίσθηκε στη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως, ότι οι κανόνες ειδικής δικαιοδοσίας του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 εξυπηρετούν ένα σκοπό εγγύτητας και στηρίζονται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της συμβάσεως ή του τόπου στον οποίο συνέβη το ζημιογόνο γεγονός και του δικαστηρίου που καλείται να επιληφθεί της οικείας διαφοράς. Διαφορά η οποία αφορά απαιτήσεις που απορρέουν από «ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» εξακολουθεί, κατ’ αρχήν, να έχει στενό σύνδεσμο με τον τόπο στον οποίο συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, ακόμη και αν οι εν λόγω απαιτήσεις έχουν εκχωρηθεί.

58      Αφετέρου, επισημαίνεται ότι, αν γινόταν δεκτό ότι μια εκχώρηση απαιτήσεων, στην οποία προέβη ο αρχικός πιστωτής, μπορεί να επηρεάσει τον καθορισμό του δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία, υπό την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, τούτο θα αντέβαινε επίσης σε έναν από τους σκοπούς του κανονισμού αυτού, τον οποίο υπενθυμίζει η σκέψη 11 του εν λόγω κανονισμού, κατά την οποία οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας.

59      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο έβδομο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι η επίμαχη απαίτηση εκχωρήθηκε από τον αρχικό πιστωτή σε τρίτον δεν επηρεάζει, υπό συνθήκες όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, τον καθορισμό του δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία, δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001.

 Επί των δικαστικών εξόδων

60      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Οι όροι «ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχουν την έννοια ότι καλύπτουν τις αγωγές, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, τις οποίες ασκεί ο πιστωτής μιας μετοχικής εταιρίας με αίτημα να κριθούν υπεύθυνοι για τις οφειλές της εταιρίας αυτής, αφενός, ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρίας και, αφετέρου, ένας μέτοχος αυτής, δεδομένου ότι επέτρεψαν στην εν λόγω εταιρία να εξακολουθήσει να λειτουργεί, ενώ δεν διέθετε αρκετά κεφάλαια και όφειλε να τεθεί υπό εκκαθάριση.

2)      Η φράση «τόπο[ς] όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, όσον αφορά αγωγές με τις οποίες ζητείται να κριθούν ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου καθώς και ένας μέτοχος μετοχικής εταιρίας υπεύθυνοι για τις οφειλές της εταιρίας αυτής, ο εν λόγω τόπος βρίσκεται στον τόπο με τον οποίο συνδέονται οι δραστηριότητες που ασκήθηκαν εκ μέρους της εν λόγω εταιρίας καθώς και η σχετική με τις δραστηριότητες αυτές οικονομική κατάσταση.

3)      Το γεγονός ότι η επίμαχη απαίτηση εκχωρήθηκε από τον αρχικό πιστωτή σε τρίτον δεν επηρεάζει, υπό συνθήκες όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, τον καθορισμό του δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία, δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική.