Language of document : ECLI:EU:F:2013:185

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

της 21ης Νοεμβρίου 2013 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση — Συμβασιούχος υπάλληλος — Σύμβαση αορίστου χρόνου — Καταγγελία — Καταληφθείσα θέση που προϋποθέτει διαπίστευση ασφαλείας — Άρνηση χορηγήσεως διαπιστεύσεως ασφαλείας από την εθνική αρχή ασφαλείας — Μεταρρύθμιση της αποφάσεως από το όργανο επιλύσεως διαφορών — Μη δέσμευση της αρμόδιας για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχής από τα συμπεράσματα της εθνικής αρχής ασφαλείας και του οργάνου επιλύσεως διαφορών»

Στην υπόθεση F‑122/12,

με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ δυνάμει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής,

Bruno Arguelles Arias, πρώην συμβασιούχος υπάλληλος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτοικος Awans (Βέλγιο), εκπροσωπούμενος από τον J. Lecuyer, δικηγόρο,

προσφεύγων-ενάγων,

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τους M. Bauer και A. Bisch,

καθού-εναγομένου,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. I. Rofes i Pujol (εισηγήτρια), πρόεδρο, R. Barents και K. Bradley, δικαστές,

γραμματέας: W. Hakenberg

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Σεπτεμβρίου 2013,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 22 Οκτωβρίου 2012, ο B. Arguelles Arias ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση της αποφάσεως της αρμόδιας για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχής (στο εξής: ΑΣΣΠΑ) του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 12ης Ιανουαρίου 2012, η οποία κοινοποιήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2012, περί καταγγελίας της συμβάσεώς του με ισχύ από 31 Μαΐου 2012, καθώς και αποζημίωση προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη, οι οποίες εκτιμώνται, αντιστοίχως και προσωρινώς, σε 160 181,85 ευρώ και σε 25 000 ευρώ.

 Το νομικό πλαίσιο

2        Το άρθρο 3α του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ) ορίζει τα εξής:

«1.      Για τους σκοπούς του παρόντος καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό ως “συμβασιούχοι υπάλληλοι” νοούνται οι υπάλληλοι οι οποίοι δεν τοποθετούνται σε θέση προβλεπόμενη στον πίνακα θέσεων, ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται στο αντίστοιχο όργανο, και οι οποίοι προσλαμβάνονται για να εκτελούν καθήκοντα είτε με μειωμένο ωράριο είτε με πλήρες ωράριο:

α)      σε ένα όργανο για την εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας ή την παροχή υπηρεσιών διοικητικής υποστήριξης·

[…]».

3        Δυνάμει του άρθρου 119, τα άρθρα 47 έως 50α του ΚΛΠ, σχετικά με τις πρακτικές λεπτομέρειες απολύσεως των έκτακτων υπαλλήλων, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στους συμβασιούχους.

4        Το άρθρο 47 του ΚΛΠ ορίζει τα εξής:

«Εκτός από την περίπτωση θανάτου, η υπαλληλική σχέση του εκτάκτου υπαλλήλου λύεται:

[…]

γ)      όταν υφίσταται σύμβαση αορίστου χρόνου:

i)      στο τέλος της προθεσμίας καταγγελίας που προβλέπεται στη σύμβαση· η προθεσμία καταγγελίας δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα μήνα για κάθε πλήρες έτος υπηρεσίας, με ελάχιστο όριο τους τρεις μήνες και ανώτατο όριο τους δέκα μήνες. […]

[…]»

5        Mε απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, το Συμβούλιο εξέδωσε, επί τη βάσει του άρθρου 110 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), του άρθρου 79, παράγραφος 2, και του άρθρου 85, παράγραφος 2, του ΚΛΠ, γενικές εκτελεστικές διατάξεις σχετικά με τις προϋποθέσεις προσλήψεως και υπηρεσίας των συμβασιούχων υπαλλήλων στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου (στο εξής: ΓΕΔ), οι οποίες έχουν εφαρμογή στους συμβασιούχους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται, ιδίως, επί τη βάσει του άρθρου 3α του ΚΛΠ.

6        Το άρθρο 5 των ΓΕΔ, προβλέπει, όσον αφορά τη διαπίστευση ασφαλείας, τα εξής:

«1.      ΄Οταν η [Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου] εκτιμά ότι η φύση των καθηκόντων που ανατίθενται στον συμβασιούχο υπάλληλο απαιτεί ιδιαίτερες προφυλάξεις στον τομέα της ασφάλειας, απαιτείται διαπίστευση ασφαλείας σύμφωνα με την απόφαση για την έγκριση των κανονισμών ασφαλείας του Συμβουλίου [...].

2.      Η ΑΣΣΠΑ μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση:

α)      στην περίπτωση που ο υπάλληλος αρνείται να υποβληθεί στις έρευνες ασφαλείας·

β)      στην περίπτωση που η διαπίστευση ασφαλείας δεν χορηγείται στον υπάλληλο κατόπιν των ερευνών·

γ)      στην περίπτωση που η χορηγηθείσα στον υπάλληλο διαπίστευση ασφαλείας ανακαλείται.

3.      Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα [στοιχεία] β΄ και γ΄, της παραγράφου 2, η ΑΣΣΠΑ θα πρέπει, κατ’ αρχάς, να ελέγξει αν είναι δυνατόν να τοποθετηθεί ο συμβασιούχος υπάλληλος σε άλλη θέση για την οποία δεν απαιτείται διαπίστευση ασφαλείας, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τον λόγο της μη χορηγήσεως διαπιστεύσεως.

[…]»

7        Το άρθρο 8 των ΓΕΔ, σχετικά με τις ομάδες καθηκόντων, προβλέπει τα εξής:

«Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι [τους οποίους αφορά το άρθρο] 3α [του ΚΛΠ] προσλαμβάνονται από τη [Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου] για να ασκήσουν καθήκοντα σε θέση που δεν προβλέπεται στον πίνακα θέσεων για την εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας ή την παροχή υπηρεσιών διοικητικής υποστηρίξεως στην ομάδα καθηκόντων I.»

8        Στις 31 Μαρτίου 2011, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2011/292/ΕΕ, σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 141, σ. 17), με την οποία θεσπίσθηκε ολοκληρωμένο σύστημα ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών το οποίο θα καλύπτει το Συμβούλιο, τη Γενική Γραμματεία του (στο εξής: Γενική Γραμματεία) και τα κράτη μέλη.

9        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/292 έχει ως εξής:

«“Διαβαθμισμένες πληροφορίες ΕΕ” (ΔΠΕΕ): κάθε πληροφορία ή υλικό που έχει χαρακτηρισθεί με διαβάθμιση ασφαλείας ΕΕ και των οποίων η άνευ αδείας κοινολόγηση μπορεί να βλάψει ποικιλοτρόπως τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.»

10      Από το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2011/292 προκύπτει ότι οι διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης εμπίπτουν σε ένα από τα ακόλουθα επίπεδα διαβαθμίσεως: «[très secret] UE», «[secret UE]», «[confidentiel] UE», «[restreint UE]».

11      Το άρθρο 7 της αποφάσεως 2011/292, που αφορά την ασφάλεια του προσωπικού, ορίζει τα εξής:

«1.      Ως ασφάλεια προσωπικού νοείται η εφαρμογή μέτρων προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι πρόσβαση στις [διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης] επιτρέπεται μόνο στα πρόσωπα τα οποία έχουν:

–        […]

–        λάβει [διαπίστευση] ασφαλείας του αντίστοιχου επιπέδου, εφόσον απαιτείται, και

–        […]

2. Οι διαδικασίες ελέγχου ασφαλείας του προσωπικού αποσκοπούν στην εξακρίβωση του κατά πόσον μπορεί να επιτραπεί σε ένα πρόσωπο, βάσει της νομιμοφροσύνης, της φερεγγυότητας και της αξιοπιστίας του, η πρόσβαση σε [διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης].

[…]»

12      Το άρθρο 15 της αποφάσεως 2011/292, που αφορά την οργάνωση της ασφάλειας στο Συμβούλιο, προβλέπει τα εξής:

«[…]

2.      Ο Γενικός Γραμματέας είναι η Αρχή Ασφαλείας της [Γενικής Γραμματείας]. Υπ’ αυτή την ιδιότητα, ο Γενικός Γραμματέας:

[…]

γ)       χορηγεί [διαπιστεύσεις ασφαλείας προσωπικού] της [ Ένωσης] στους υπαλλήλους της [Γενικής Γραμματείας] και το λοιπό προσωπικό σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, προτού αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες με διαβάθμιση [confidentiel] UE ή υψηλότερη·

[…]».

13      Το παράρτημα I της αποφάσεως 2011/292 περιέχει τις διατάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 7 της αποφάσεως αυτής.

14      Ο τίτλος II του παραρτήματος I της αποφάσεως 2011/292, με τον τίτλο «Έγκριση πρόσβασης σε [διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης]», ορίζει τα εξής:

«3. Ένα πρόσωπο μπορεί να λάβει άδεια πρόσβασης σε πληροφορίες με διαβάθμιση [confidentiel] UE ή υψηλότερη μόνο εφόσον:

[…]

β)      του έχει χορηγηθεί [διαπίστευση ασφαλείας προσωπικού] αντίστοιχου επιπέδου ή έχει λάβει άλλη δέουσα [διαπίστευση] βάσει των καθηκόντων του, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις· […]

[…]

4.      Κάθε κράτος μέλος και η [Γενική Γραμματεία] προσδιορίζουν τις θέσεις στο πλαίσιο της δομής τους που απαιτούν πρόσβαση σε πληροφορίες με διαβάθμιση [confidentiel] UE ή υψηλότερη και, ως εκ τούτου, απαιτούν [διαπίστευση ασφαλείας προσωπικού] του αντίστοιχου επιπέδου.»

15      Ο τίτλος III του παραρτήματος I της αποφάσεως 2011/292, με τον τίτλο «Απαιτήσεις Ελέγχου Ασφαλείας Προσωπικού», ορίζει τα εξής:

«5.      Αφού παραλάβουν δεόντως εξουσιοδοτημένη αίτηση, οι [Εθνικές Αρχές Ασφαλείας] ή άλλες αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν την ευθύνη για την εξασφάλιση της διεξαγωγής ερευνών ασφαλείας επί των υπηκόων τους οι οποίοι ζητούν πρόσβαση σε πληροφορίες με διαβάθμιση [confidentiel] UE ή υψηλότερη. Οι προδιαγραφές της έρευνας είναι σύμφωνες με τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις.

[…]

Διαδικασίες [διαπιστεύσεως ασφαλείας προσωπικού] στη [Γενική Γραμματεία]

17.      Όσον αφορά τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της [Γενικής Γραμματείας] η Αρχή Ασφαλείας της [Γενικής Γραμματείας] διαβιβάζει το συμπληρωμένο ερωτηματολόγιο ασφαλείας προσωπικού στην [Εθνική Αρχή Ασφαλείας] του κράτους μέλους του οποίου το άτομο έχει την ιθαγένεια, αιτούμενη να διεξαχθεί έρευνα ασφαλείας για το επίπεδο των [διαβαθμισμένων πληροφοριών της Ένωσης] στο οποίο το άτομο θα ζητήσει πρόσβαση.

18.      Όταν πληροφορίες σημαντικές για έρευνα ασφαλείας γίνονται γνωστές στη [Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου] σχετικά με πρόσωπο που έχει υποβάλει αίτηση [διαπιστεύσεως ασφαλείας προσωπικού] της [Ένωσης], η [Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου], ενεργώντας σύμφωνα με τους οικείους κανόνες και κανονισμούς, ειδοποιεί σχετικά την αρμόδια [Εθνική Αρχή Ασφαλείας].

19. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας ασφαλείας, η αρμόδια [Εθνική Αρχή Ασφαλείας] κοινοποιεί στην Αρχή Ασφαλείας της [Γενικής Γραμματείας] τα αποτελέσματα της εν λόγω έρευνας χρησιμοποιώντας το τυποποιημένο έντυπο αλληλογραφίας που έχει ορίσει η Επιτροπή Ασφαλείας.

α)       Όταν η έρευνα ασφαλείας καταλήγει στη διαβεβαίωση ότι δεν είναι γνωστό τίποτε αρνητικό που θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη νομιμοφροσύνη, τη φερεγγυότητα και την αξιοπιστία του προσώπου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή της [Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου] μπορεί να χορηγήσει [διαπίστευση ασφαλείας προσωπικού] της [Ένωσης] στον ενδιαφερόμενο και να επιτρέψει την πρόσβαση σε [διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης] έως το αντίστοιχο επίπεδο και έως συγκεκριμένη ημερομηνία.

β)      Όταν η έρευνα ασφαλείας δεν καταλήγει σε αυτή τη διαβεβαίωση, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή της [Γενικής Γραμματείας] ειδοποιεί τον ενδιαφερόμενο, ο οποίος μπορεί να ζητήσει ακρόαση από την [αρμόδια για τους διορισμούς αρχή]. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να ζητήσει από την αρμόδια [Εθνική Αρχή Ασφαλείας] οποιεσδήποτε περαιτέρω διευκρινίσεις μπορεί να της δώσει σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις. Εάν επιβεβαιωθεί το αποτέλεσμα, δεν χορηγείται [διαπίστευση ασφαλείας προσωπικού] της [Ένωσης].

20. Η έρευνα ασφαλείας μαζί με τα πορίσματά της υπόκειται στις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που ισχύουν εν προκειμένω στο οικείο κράτος μέλος, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την άσκηση προσφυγών. Κατά των αποφάσεων της [αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής] της [Γενικής Γραμματείας] μπορούν να ασκηθούν προσφυγές σύμφωνα με τον ΚΥΚ [...] και το [ΚΛΠ] […].

[…]»

16      Ο βελγικός νόμος για τη διαβάθμιση και τις διαπιστεύσεις, βεβαιώσεις και προειδοποιήσεις ασφαλείας, της 11ης Δεκεμβρίου 1998 (Moniteur belge της 7ης Μαΐου 1999, σ. 15752), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 3ης Μαΐου 2005 (Moniteur belge της 27ης Μαΐου 2005, σ. 24993, στο εξής: νόμος για τις διαπιστεύσεις ασφαλείας), ορίζει τα εξής:

«[…]

Άρθρο 12. Ο παρών νόμος εφαρμόζεται όταν, ενόψει της προασπίσεως της ακεραιότητας του εθνικού εδάφους, των στρατιωτικών σχεδίων άμυνας, της εκπληρώσεως των αποστολών των ενόπλων δυνάμεων, της εσωτερικής ασφάλειας του κράτους, περιλαμβανομένης της ασφάλειας στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, της σταθερότητας της δημοκρατικής και συνταγματικής τάξεως, της εξωτερικής ασφάλειας του κράτους και των διεθνών σχέσεων, του επιστημονικού ή οικονομικού δυναμικού της χώρας ή κάθε άλλου θεμελιώδους συμφέροντος του κράτους, της ασφάλειας των Βέλγων υπηκόων στην αλλοδαπή, ή της λειτουργίας των κρατικών οργάνων λήψεως αποφάσεων, ή κατ’ εφαρμογή των συνθηκών που δεσμεύουν το Βέλγιο, η αρμόδια αρχή για τη ρύθμιση της προσβάσεως σε θέση, λειτούργημα ή βαθμό, σε πληροφορίες, έγγραφα ή στοιχεία, σε διαβαθμισμένο υλικό, σε χώρους, κτίρια ή τοποθεσίες ή για την οργάνωση της συνάψεως και της εκτελέσεως δημοσίων συμβάσεων επιτάσσει την ύπαρξη διαπιστεύσεως ασφαλείας.

[…]

Άρθρο 22. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας ασφαλείας, η αρχή ασφαλείας αποφαίνεται με αιτιολογημένη απόφαση, εντός της προθεσμίας που τάσσει ο Βασιλιάς, επί της χορηγήσεως της απαιτούμενης διαπιστεύσεως ασφαλείας, επί τη βάσει της εκθέσεως έρευνας που της υποβάλλει η υπηρεσία πληροφοριών και ασφαλείας, η οποία προέβη στην έρευνα.

Εάν κρίνει ότι είναι χρήσιμο για την εξέταση της εκθέσεως έρευνας, η αρχή ασφαλείας ζητεί από την υπηρεσία αυτή να της διαβιβάσει αντίγραφο του φακέλου έρευνας στο σύνολό του. Μπορεί επίσης να ζητήσει από την υπηρεσία αυτή τη διαβίβαση οποιασδήποτε συμπληρωματικής πληροφορίας την οποία κρίνει χρήσιμη για την εξέταση της εκθέσεως έρευνας.

Η απόφαση κοινοποιείται, κατόπιν παρεμβάσεως του αξιωματικού ασφαλείας, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο ζητείται η διαπίστευση, εντός της προθεσμίας που τάσσει ο Βασιλιάς.

[…]»

17      Ο νόμος της 11ης Δεκεμβρίου 1998, για τη σύσταση οργάνου επιλύσεως διαφορών στον τομέα των διαπιστεύσεων, βεβαιώσεων και προειδοποιήσεων ασφαλείας (Moniteur belge της 7ης Μαίου 1999, σ. 15758), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 3ης Μαΐου 2005 (Moniteur belge της 27ης Μαΐου 2005, σ. 24989, στο εξής: νόμος για τη σύσταση οργάνου επιλύσεως διαφορών, ορίζει τα εξής:

«[…]

Άρθρο 4.

[1].      Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου [για τις διαπιστεύσεις ασφαλείας], δεν χορηγείται η απαιτούμενη διαπίστευση ασφαλείας, […] το πρόσωπο για το οποίο ζητείται η διαπίστευση μπορεί, εντός 30 ημερών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως […], να ασκήσει προσφυγή […] ενώπιον του οργάνου [επιλύσεως διαφορών].

[…]

Άρθρο 6. […]

Ο προσφεύγων μπορεί να εκθέσει τις απόψεις του ενώπιον του οργάνου [επιλύσεως διαφορών], εφόσον αυτό ζητηθεί από το όργανο ή κατόπιν αιτήσεως του ιδίου του προσφεύγοντος. Ο προσφεύγων μπορεί να επικουρείται από δικηγόρο.

[…]

Άρθρο 9. […]

Οι αποφάσεις του οργάνου [επιλύσεως διαφορών] είναι αιτιολογημένες. Κοινοποιούνται, με συστημένη επιστολή, στην αρχή ασφαλείας και στην υπηρεσία πληροφοριών και ασφαλείας, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία είτε προέβη στην έρευνα ασφαλείας είτε κατήρτισε τον φάκελο ελέγχου ασφαλείας. Από της κοινοποιήσεώς τους καθίστανται άμεσα εκτελεστές.

[…]

Οι αποφάσεις του οργάνου [επιλύσεως διαφορών] δεν υπόκεινται σε ένδικο βοήθημα ή μέσο.

[…] 

Άρθρο 11. Όταν η προσφυγή ασκείται λόγω αρνήσεως χορηγήσεως [...] βεβαιώσεως ασφαλείας, το όργανο [επιλύσεως διαφορών] μπορεί, εφόσον εκτιμήσει, αφού ακούσει τον προσφεύγοντα ή τον δικηγόρο του, ότι οι λόγοι που προβάλλονται προς στήριξη της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι βάσιμοι και επαρκείς, να απαιτήσει από την αρχή ασφαλείας να χορηγήσει τη βεβαίωση ασφαλείας.

[…]

Άρθρο 12. […]

[6]      Οι αποφάσεις του οργάνου [επιλύσεως διαφορών] είναι αυτοδικαίως εκτελεστές από της κοινοποιήσεώς τους και δεν υπόκεινται σε ένδικο βοήθημα ή μέσο.

[7]      Η ενώπιον του οργάνου [επιλύσεως διαφορών] διαδικασία δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

[…]»

 Το ιστορικό της διαφοράς

18      Ο προσφεύγων-ενάγων [στο εξής: προσφεύγων] προσελήφθη από το Συμβούλιο ως συμβασιούχος υπάλληλος υπό την έννοια του άρθρου 3α, του ΚΛΠ, στην ομάδα καθηκόντων Ι, βαθμός 1, κλιμάκιο 1, για το χρονικό διάστημα από την 1η Οκτωβρίου 2007 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Τοποθετήθηκε στη Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) «Διοίκηση Προσωπικού», στη Διεύθυνση «Συσκέψεις, οργάνωση, υποδομές», στο τμήμα «Συσκέψεις», στην υπηρεσία «Κλητήρες» της Γενικής Γραμματείας, για την άσκηση καθηκόντων υπαλλήλου επιφορτισμένου με την εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας και/ή την παροχή υπηρεσιών διοικητικής υποστηρίξεως, υπό την έννοια του άρθρου 80, παράγραφος 2, του ΚΛΠ.

19      Το άρθρο 7 της συμβάσεως προσλήψεως του προσφεύγοντος όριζε ότι «[ο] υπάλληλος που θα κληθεί να ασκήσει τα καθήκοντά του σε τομέα δραστηριοτήτων ο οποίος απαιτεί υψηλό βαθμό εμπιστευτικότητας υπόκειται σε έρευνα ασφαλείας [,] σύμφωνα με την απόφαση 2001/264/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2001, για την έγκριση κανονισμών ασφαλείας του Συμβουλίου (ΕΕ L 101, σ. 1)]».

20      Από την υπ’ αριθ. 58/09 ανακοίνωση της Γενικής Γραμματείας προς το προσωπικό, της 11ης Μαρτίου 2009, η οποία ακύρωσε και αντικατέστησε την υπ’ αριθ. 14/09 και την υπ’ αριθ. 91/05 ανακοίνωση προς το προσωπικό, προκύπτει ότι όλοι οι υπάλληλοι γραφείου του Συμβουλίου που είναι τοποθετημένοι στη ΓΔ «Διοίκηση Προσωπικού», στη Διεύθυνση «Συσκέψεις, οργάνωση, υποδομές», ενδέχεται να χρειαστεί να έχουν πρόσβαση στις διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης και ότι το ελάχιστο επίπεδο διαπιστεύσεως ασφαλείας που πρέπει να διαθέτουν είναι είτε «[secret] UE» για ορισμένους κλητήρες αιθουσών διασκέψεων είτε «[confidentiel] UE» για όλους τους άλλους.

21      Το Συμβούλιο και ο προσφεύγων συνήψαν συμφωνία για την παράταση της συμβάσεως προσλήψεως του προσφεύγοντος για νέα χρονική περίοδο τριών ετών, από την 1η Ιανουαρίου 2010 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2013. Κινήθηκε συναφώς η διαδικασία αιτήσεως διαπιστεύσεως ασφαλείας. Ο προσφεύγων επέστρεψε το σχετικό έντυπο στις 8 Δεκεμβρίου 2010 και η αίτηση πρωτοκολλήθηκε την επομένη.

22      Από τις 16 Μαΐου 2011, ο προσφεύγων τοποθετήθηκε στη ΓΔ «Διοίκηση Προσωπικού», στη Διεύθυνση «Πρωτόκολλο, Συσκέψεις», στο Τμήμα «Υπηρεσίες/Τεχνική υποστήριξη», στην υπηρεσία «Κλητήρες αιθουσών διασκέψεων». Μετά την έκδοση των ΓΕΔ του Συμβουλίου, στις 16 Ιουνίου 2011, η σύμβαση προσλήψεως συμβασιούχου υπαλλήλου που υπέγραψε ο προσφεύγων ανανεώθηκε, την 1η Οκτωβρίου 2011, για αόριστο χρόνο, με το υπ’ αριθ. 1 συμπλήρωμα στη συμφωνία παρατάσεως της εν λόγω συμβάσεως.

23      Με έγγραφο της 17ης Νοεμβρίου 2011, ο πρόεδρος της εθνικής αρχής ασφαλείας του Βελγίου (στο εξής: ΕΑΑ) ενημέρωσε τον αξιωματικό ασφαλείας του Συμβουλίου ότι, κατόπιν εξετάσεως του φακέλου του προσφεύγοντος, απορρίφθηκε η αίτηση διαπιστεύσεως ασφαλείας στο επίπεδο «secret».

24      Στις 5 Δεκεμβρίου 2011, ο αξιωματικός ασφαλείας του Συμβουλίου κάλεσε τον προσφεύγοντα σε συνέντευξη και τον ενημέρωσε επισήμως για την απόφαση περί αρνήσεως χορηγήσεως διαπιστεύσεως ασφαλείας. Από τα έγγραφα που επισυνάπτει το Συμβούλιο σε παράρτημα στην απάντησή του στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας προκύπτει ότι, κατά την ίδια ημερομηνία, ο προσφεύγων υπέγραψε αντίγραφο του από 17 Νοεμβρίου 2011 εγγράφου του προέδρου της ΕΑΑ με τη μνεία «pour prise de connaissance» («έλαβα γνώση»).

25      Στις 5 Δεκεμβρίου 2011 επίσης, ο προϊστάμενος του τμήματος του προσφεύγοντος, αφού έλαβε γνώση της αποφάσεως της ΕΑΑ, είχε συνομιλία με τον προσφεύγοντα. Κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου ΔΔ, ο προϊστάμενος αυτός διευκρίνισε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι ο κυριότερος σκοπός της συνομιλίας ήταν να ενημερωθεί ο προσφεύγων ότι επρόκειτο να μεταφερθεί από την υπηρεσία «Κλητήρες αιθουσών διασκέψεων» στην υπηρεσία «Κλητήρες ορόφου του κτιρίου Justus Lipsius», για την οποία η απαιτούμενη διαπίστευση ασφαλείας ήταν χαμηλότερου επιπέδου. Ο προϊστάμενος του προσφεύγοντος προσέθεσε ότι το μέτρο αυτό είχε άμεσο αποτέλεσμα, δυνάμει του καθήκοντος μέριμνας της Γενικής Γραμματείας.

26      Στις 8 Δεκεμβρίου 2011, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή ενώπιον του βελγικού οργάνου επιλύσεως διαφορών στον τομέα των διαπιστεύσεων, βεβαιώσεων και προειδοποιήσεων ασφαλείας (στο εξής: όργανο επιλύσεως διαφορών).

27      Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 3, των ΓΕΔ, το οποίο επιβάλλει στην ΑΣΣΠΑ την υποχρέωση να διερευνήσει, πριν προβεί στην καταγγελία συμβάσεως, τη δυνατότητα τοποθετήσεως του ενδιαφερομένου σε άλλη θέση για την οποία δεν απαιτείται διαπίστευση ασφαλείας, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τον λόγο για τον οποίο δεν χορηγήθηκε η διαπίστευση, το τμήμα «Σύμβουλοι Διευθύνσεως» της ΓΔ «Διοίκηση Προσωπικού» συνέταξε ένα σημείωμα στις 11 Ιανουαρίου 2012 (στο εξής: σημείωμα της 11ης Ιανουαρίου 2012). Με το σημείωμα αυτό κατέληξε στην αδυναμία μετατάξεως του ενδιαφερομένου σε κάποια άλλη θέση, λαμβανομένων υπόψη των επαγγελματικών προσόντων του, της διαδικασίας προσλήψεώς του, δηλαδή της επιλογής συμβασιούχων για τη θέση του κλητήρα, των πραγματικών περιστατικών που προβάλλει η ΕΑΑ, καθώς και της υποχρεώσεως του Συμβουλίου να λαμβάνει ιδιαίτερες προφυλάξεις στον τομέα της ασφάλειας.

28      Ο προϊστάμενος του τμήματος «Ατομικά δικαιώματα» κάλεσε τον προσφεύγοντα για συνέντευξη στις 16 Ιανουαρίου 2012 και του ενεχείρισε ένα σημείωμα της 12ης Ιανουαρίου 2012 το οποίο τον ενημέρωνε για την απόφαση της ΑΣΣΠΑ να καταγγείλει τη σύμβασή του με ισχύ από 31 Μαΐου 2012, κατόπιν προθεσμίας καταγγελίας τεσσάρων μηνών, αρχομένης την 1η Φεβρουαρίου 2012 (στο εξής: επίδικη απόφαση). Από την αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, των ΓΕΔ, οι οποίες προβλέπουν τη δυνατότητα της ΑΣΣΠΑ να καταγγείλει τη σύμβαση υπαλλήλου στην περίπτωση κατά την οποία, κατόπιν των ερευνών που διεξήχθησαν, δεν του χορηγήθηκε η διαπίστευση ασφαλείας. Με την ίδια ως άνω απόφαση, ο προσφεύγων κλήθηκε να λάβει τις άδειές του πριν από την έναρξη της προθεσμίας καταγγελίας και απηλλάγη από τα καθήκοντά του από τις 16 Ιανουαρίου 2012.

29      Η από 17 Ιανουαρίου 2012 αίτηση του προσφεύγοντος με αντικείμενο, αφενός, τη διατήρηση της καταστάσεώς του μέχρι την περάτωση της διαδικασίας της προσφυγής που άσκησε και, αφετέρου, τη μη εκτέλεση της αποφάσεως περί απολύσεώς του μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του οργάνου επιλύσεως διαφορών απορρίφθηκε από το Συμβούλιο με έγγραφο της 26ης Ιανουαρίου 2012. Η απόρριψη στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, πρώτον, στο γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε να παραμείνει στη θέση του χωρίς να διαθέτει διαπίστευση ασφαλείας· δεύτερον, στο γεγονός ότι η ενώπιον του οργάνου επιλύσεως διαφορών διαδικασία δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, τρίτον, στα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτιολογία της αποφάσεως της ΕΑΑ και, τέταρτον, στην υποχρέωση του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου να διασφαλίσει τη νομιμότητα, τη φερεγγυότητα και τη σοβαρότητα όλων των προσώπων που έχουν εξουσία προσβάσεως στις διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης.

30      Στις 8 Μαρτίου 2012, το όργανο επιλύσεως διαφορών τροποποίησε την απόφαση της ΕΑΑ και επέβαλε στην αρχή αυτή την υποχρέωση να χορηγήσει στον προσφεύγοντα τη διαπίστευση ασφαλείας επιπέδου «secret». Η απόφαση του εν λόγω οργάνου διαλαμβάνει τα εξής:

«[…] Στην προσφυγή του και κατά τη συζήτηση […], [ο προσφεύγων] αμφισβητεί το υποστατό των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε η απόφαση, με την εξαίρεση των καταδικών από το [t]ribunal de police λόγω οδικών παραβάσεων. Διατείνεται ότι ουδέποτε καταδικάστηκε για τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στον φάκελο και ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο, εκτός από τις οδικές παραβάσεις. Καταθέτει συναφώς αντίγραφα πρακτικών των διαφόρων δικογραφιών που παρατίθενται στην απόφαση. Στον φάκελο που αφορά τα πλέον σοβαρά πραγματικά περιστατικά […] η ίδια η ομοσπονδιακή [α]στυνομία καταλήγει, στο τελικό πρακτικό, ότι τα καταγγελθέντα πραγματικά περιστατικά που αφορούν [τον προσφεύγοντα] δεν αποδεικνύονται και ότι η συμμετοχή του προσφεύγοντος ήταν ήσσονος σημασίας. Όσον αφορά τα λοιπά παρατιθέμενα πρακτικά, ο προσφεύγων διατείνεται ότι ουδέποτε διώχθηκε ενώπιον του tribunal correctionnel, επικαλούμενος το ποινικό μητρώο του.

[…]

[O προσφεύγων δεν αρνείται ότι έχει ορισμένα χρέη, αλλά αφορούν μικρά ποσά. […].

Το [ό]ργανο [επιλύσεως διαφορών] διαπιστώνει ότι ο ενδιαφερόμενος είναι γνωστός στις αστυνομικές υπηρεσίες για παλαιά πραγματικά περιστατικά, ότι ουδέποτε διώχθηκε για τα περιστατικά αυτά και ότι δεν υπάρχουν σημαντικά χρέη ικανά να δημιουργήσουν, όσον αφορά τον ενδιαφερόμενο, κίνδυνο διαρροής.

[…]»

31      Στις 30 Μαρτίου 2012, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά της επίδικης αποφάσεως.

32      Στις 24 Μαΐου 2012 πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση στο Συμβούλιο, προκειμένου να εξετασθεί η διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος και η συνακόλουθη επ’ αυτής κρίση. Στη συνεδρίαση παρέστησαν ο προσφεύγων και ο δικηγόρος του. Από το από 11 Ιουνίου 2012 έγγραφο του Συμβουλίου που απευθύνθηκε στον δικηγόρο του προσφεύγοντος προκύπτει ότι, κατά την εν λόγω συνεδρίαση, συνομολογήθηκε ότι ο προσφεύγων θα διαβίβαζε στο Συμβούλιο αντίγραφο των εγγράφων που κατατέθηκαν ενώπιον του οργάνου επιλύσεως διαφορών, βάσει των οποίων θα ήταν δυνατόν να αποδειχθεί ότι ο προσφεύγων δεν είχε καμία συμμετοχή, ούτε έμμεση, στα πραγματικά περιστατικά των οποίων γίνεται μνεία στην απόφαση της ΕΑΑ περί αρνήσεως χορηγήσεως διαπιστεύσεως ασφαλείας και στην απόφαση του οργάνου επιλύσεως διαφορών η οποία ακύρωσε την εν λόγω απορριπτική απόφαση.

33      Στις 12 Ιουνίου 2012, ο δικηγόρος του προσφεύγοντος απήντησε στο από 11 Ιουνίου 2012 έγγραφο του Συμβουλίου, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Αντίθετα προς ό,τι πίστευα, δεν είμαι πλέον σε θέση να σας διαβιβάσω αντίγραφο των εγγράφων που κατατέθηκαν ενώπιον του [ο]ργάνου [επιλύσεως διαφορών] στον τομέα των διαπιστεύσεων. Τα έγγραφα αυτά είναι εμπιστευτικά και δεν μπορούν να υποβληθούν στον έλεγχο του Συμβουλίου. Αφορούν τον ιδιωτικό βίο του πελάτη μου και το Συμβούλιο […] δεν έχει την αρμοδιότητα να τα εξετάσει.»

34      Το Συμβούλιο απέρριψε τη διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος με απόφαση της 20ής Ιουλίου 2012. Κατά κύριο λόγο, η απόρριψη στηρίζεται, ιδίως, στο γεγονός ότι η θέση που κατέχει ο προσφεύγων καθιστά αναγκαία την πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης, με συνέπεια ο προσφεύγων να μη μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του εάν δεν είναι κάτοχος διαπιστεύσεως ασφαλείας. Στηρίζεται, περαιτέρω, στο καθήκον μέριμνας που υπέχει ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου, ο οποίος οφείλει να διασφαλίζει τη νομιμοφροσύνη, την αξιοπιστία και τη σοβαρότητα όλων των προσώπων που έχουν την άδεια προσβάσεως στις διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης, καθώς και στα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτιολογία της από 17 Νοεμβρίου 2011 αποφάσεως της ΕΑΑ. Επικουρικώς, η απόφαση του Συμβουλίου υπενθυμίζει ότι το γράμμα της αποφάσεως του οργάνου επιλύσεως διαφορών δεν παρέχει τη δυνατότητα να αποκατασταθεί η ειδική σχέση εμπιστοσύνης που χάθηκε μεταξύ του προσφεύγοντος και του θεσμικού οργάνου του, επειδή ακόμη και μια ήσσονος σημασίας συμμετοχή σε τέτοιας βαρύτητας περιστατικά καθώς και η ύπαρξη χρεών αρκούν για να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς τη νομιμοφροσύνη, την αξιοπιστία και την έλλειψη τρωτών σημείων που απαιτούνται από τον προσφεύγοντα στο πλαίσιο της ασκήσεως των καθηκόντων του, καθώς και ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων ηθικής που απαιτούνται για την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων στη Γενική Γραμματεία.

 Αιτήματα των διαδίκων

35      Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ:

–        να ακυρώσει την επίδικη απόφαση και, εφόσον χρειάζεται, την απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεώς του κατά της ως άνω αποφάσεως·

–        να υποχρεώσει το Συμβούλιο να ανορθώσει την υλική ζημία του, την οποία αυτός αποτιμά προσωρινώς σε 160 181,85 ευρώ·

–        να υποχρεώσει το Συμβούλιο να αποκαταστήσει την ηθική βλάβη του, την οποία αυτός αποτιμά προσωρινώς σε 25 000 ευρώ·

–        να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

36      Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη,

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί του πρώτου αιτήματος, που αφορά την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως και, εφόσον χρειάζεται, την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως

37      Κατά πάγια νομολογία, από τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ προκύπτει ότι προσφυγή προσώπου το οποίο αφορά ο ΚΥΚ στρεφομένη κατά αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ) ή κατά της αποχής της ΑΔΑ από το να λάβει μέτρο επιβαλλόμενο από τον ΚΥΚ είναι παραδεκτή μόνον αν ο ενδιαφερόμενος είχε προηγουμένως υποβάλει στην ΑΔΑ διοικητική ένσταση και αν η ένσταση αυτή είχε αποτελέσει, τουλάχιστον εν μέρει, αντικείμενο ρητής ή σιωπηρής απορρίψεως. Δυνάμει του άρθρου 117 του ΚΛΠ, η νομολογία αυτή εφαρμόζεται επίσης, κατ’ αναλογία, στην προσφυγή συμβασιούχου υπαλλήλου κατά αποφάσεως της ΑΣΣΠΑ ή κατά της παραλείψεως της αρχής αυτής να λάβει μέτρο επιβαλλόμενο από το ΚΛΠ.

38      Η διοικητική ένσταση και η ρητή ή σιωπηρή απόρριψή της αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας σύνθετης διαδικασίας και συνιστούν απλώς προϋπόθεση για να επιληφθεί της υποθέσεως ο δικαστής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή, ακόμη και αν τυπικά βάλλει κατά της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, έχει ως αποτέλεσμα να υποβάλλεται στην κρίση του δικαστή η βλαπτική πράξη κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση, εκτός από την περίπτωση που η απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως έχει διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό της πράξεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική αυτή ένσταση. Έχει κριθεί κατ’ επανάληψη ότι ρητή απόφαση περί απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως δύναται, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της, να μην έχει χαρακτήρα επιβεβαιωτικό της πράξεως την οποία αμφισβητεί ο προσφεύγων. Συντρέχει τέτοια περίπτωση όταν στην απόφαση με την οποία απορρίπτεται η διοικητική ένσταση γίνεται επανεξέταση της καταστάσεως του προσφεύγοντος, με γνώμονα νέα νομικά και πραγματικά στοιχεία, ή όταν η απόφαση αυτή τροποποιεί ή συμπληρώνει την αρχική απόφαση. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόρριψη της διοικητικής ενστάσεως αποτελεί πράξη υποκείμενη στον έλεγχο του δικαστή, ο οποίος τη λαμβάνει υπόψη κατά την αξιολόγηση της νομιμότητας της αμφισβητουμένης πράξεως, ή ακόμη τη θεωρεί βλαπτική πράξη που υποκατέστησε την τελευταία (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2011, T‑325/09 P, Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 32).

39      Δεδομένου ότι, στο σύστημα του ΚΥΚ ή του ΚΛΠ, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως την οποία αμφισβητεί και να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής αυτής ενστάσεως, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει κρίνει παραδεκτή την προσφυγή ανεξαρτήτως του αν αυτή στρέφεται μόνον κατά της αποφάσεως που αποτέλεσε αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως, κατά της αποφάσεως απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως ή κατά αμφοτέρων των αποφάσεων από κοινού, αρκεί η διοικητική ένσταση να υποβλήθηκε και η προσφυγή να ασκήθηκε εντός των προθεσμιών που τάσσουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ Παρά ταύτα, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της δίκης, ο δικαστής δύναται να αποφασίσει ότι παρέλκει να αποφανθεί ειδικά επί του αιτήματος που στρέφεται κατά της αποφάσεως απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως όταν διαπιστώνει ότι το αίτημα αυτό δεν είναι αυτοτελές και, στην πραγματικότητα, συγχέεται με το αίτημα που στρέφεται κατά της αποφάσεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1989, 293/87, Vainker κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 7 και 8). Η περίπτωση αυτή συντρέχει ιδίως όταν ο δικαστής διαπιστώνει ότι η απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, ενδεχομένως επειδή είναι σιωπηρή, είναι αμιγώς επιβεβαιωτική της αποφάσεως που αποτέλεσε αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως και ότι, επομένως, η ακύρωση της μεν δεν θα παρήγε στη νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου χωριστά αποτελέσματα από εκείνα που απορρέουν από την ακύρωση της δε (απόφαση Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 33).

40      Eν προκειμένω, η αορίστου χρόνου σύμβαση του προσφεύγοντος καταγγέλθηκε τον Ιανουάριο του 2012, με ισχύ από τις 31 Μαΐου 2012, βάσει των πορισμάτων της έρευνας που διεξήγαγε η ΕΑΑ και της οποίας τα αποτελέσματα έγιναν γνωστά τον Νοέμβριο του 2011. Η απόφαση του οργάνου επιλύσεως διαφορών με την οποία τροποποιήθηκε η απόφαση της ΕΑΑ φέρει ημερομηνία 8 Μαρτίου 2012 και η διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος, με την οποία αυτός βάλλει κατά της επίδικης αποφάσεως, φέρει ημερομηνία 30 Μαρτίου 2012. Από τη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι, τον Μάιο του 2012, το Συμβούλιο πραγματοποίησε συνεδρίαση στην οποία παρίστατο ο προσφεύγων και ότι, στις 11 Ιουνίου 2012, το Συμβούλιο ζήτησε από τον δικηγόρο του προσφεύγοντος να του διαβιβάσει συμπληρωματικά έγγραφα, πράγμα που ο τελευταίος αρνήθηκε να πράξει.

41      Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόφαση της 20ής Ιουλίου 2012 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως περιέχει επανεξέταση της καταστάσεως του προσφεύγοντος, με γνώμονα νέα νομικά και πραγματικά στοιχεία, εν προκειμένω την απόφαση του οργάνου επιλύσεως διαφορών της 8ης Μαρτίου 2012 και την άρνηση του προσφεύγοντος να προσκομίσει τα έγγραφα που ζήτησε το Συμβούλιο. Επομένως, η απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως συνιστά πράξη υποκείμενη στον έλεγχο του Δικαστηρίου ΔΔ, το οποίο θα τη λάβει υπόψη κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως.

42      Ο προσφεύγων προβάλλει πέντε λόγους προς στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από την παραβίαση της αποφάσεως 2011/292 και των ΓΕΔ, καθώς και του νόμου για τις διαπιστεύσεις ασφαλείας και του νόμου για τη σύσταση του οργάνου επιλύσεως διαφορών και των εκτελεστικών βασιλικών διαταγμάτων. Ο δεύτερος λόγος στηρίζεται στην έλλειψη αιτιολογίας της βλαπτικής πράξεως. Ο τρίτος λόγος αντλείται από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, από τη μη τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και από την προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως. Με τον τέταρτο λόγο προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Ο πέμπτος λόγος αντλείται από τον δυσανάλογο χαρακτήρα της απολύσεως και της μη τηρήσεως της υποχρεώσεως της ΑΣΣΠΑ να εξετάσει ενδεχόμενη νέα τοποθέτηση του προσφεύγοντος ή διατήρησή του στα αρχικά καθήκοντα. Το Δικαστήριο ΔΔ θα εξετάσει τους λόγους ακυρώσεως κατά τη σειρά αυτή.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 7 της αποφάσεως 2011/292 και του παραρτήματος Ι αυτής, ιδίως του σημείου 20, των ΓΕΔ, καθώς και του νόμου για τις διαπιστεύσεις ασφαλείας, του νόμου για τη σύσταση οργάνου επιλύσεως διαφορών και των εκτελεστικών βασιλικών διαταγμάτων.

43      Ο προσφεύγων διαρθρώνει τον λόγο αυτό σε δυο σκέλη: το πρώτο σκέλος αφορά την έλλειψη νομικής βάσεως που στηρίζει την απόλυση, η οποία είναι παράνομη. Το δεύτερο σκέλος αφορά την υπέρβαση εξουσίας που διέπραξε το Συμβούλιο επιχειρώντας να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση την εκτίμηση της ΕΑΑ και του οργάνου επιλύσεως διαφορών.

–       Επιχειρήματα των διαδίκων επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως

44      Ο προσφεύγων θεωρεί ότι η απόλυσή του αντιβαίνει προς το άρθρο 7 της αποφάσεως 2011/292 και το παράρτημα Ι αυτής, ιδίως το σημείο 20, προς τον νόμο για τις διαπιστεύσεις ασφαλείας, τον νόμο για τη σύσταση οργάνου επιλύσεως διαφορών και τα εκτελεστικά βασιλικά διατάγματα, καθώς και προς τις ΓΕΔ.

45      Υποστηρίζει ότι, εφόσον ο νομοθέτης προέβλεψε προσφυγή στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως των διαπιστεύσεων ασφαλείας, στερείται σημασίας το γεγονός ότι η άσκηση της προσφυγής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εν προκειμένω, εφόσον η απόφαση της ΕAΑ μπορούσε να τροποποιηθεί κατ’ έφεση, το Συμβούλιο δεν μπορούσε να εκτελέσει την επίδικη απόφαση χωρίς να αναμείνει την περάτωση της διαδικασίας. Στην υπό κρίση υπόθεση, εφόσον ο προσφεύγων έλαβε τη διαπίστευση ασφαλείας, η καταγγελία της συμβάσεώς του στερείται νομικής βάσεως και, επομένως, είναι παράνομη.

46      Ο προσφεύγων προσθέτει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, των ΓΕΔ παρέχει στο θεσμικό όργανο τη δυνατότητα να καταγγείλει τη σύμβαση υπαλλήλου στον οποίο δεν χορηγήθηκε διαπίστευση ασφαλείας, αλλά δεν περιέχει σχετική υποχρέωση, σε αντιδιαστολή προς την εντύπωση που επιχειρεί να δημιουργήσει το Συμβούλιο.

47      Το Συμβούλιο ζητεί να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

48      Το Δικαστήριο ΔΔ υπενθυμίζει εκ προοιμίου ότι, δυνάμει του άρθρου 35, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του Κανονισμού Διαδικασίας, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει τους ισχυρισμούς και τα προβαλλόμενα πραγματικά και νομικά επιχειρήματα.

49      Πράγματι, προκειμένου να τηρηθεί η ασφάλεια δικαίου και να διασφαλιστεί η χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, είναι αναγκαίο, για να κριθεί ότι παραδεκτώς προβάλλεται ένας λόγος ακυρώσεως ή μια αιτίαση, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται ο προσφεύγων να προκύπτουν με σαφή και κατανοητό τρόπο από το κείμενο του ίδιου του δικογράφου της προσφυγής, για να παράσχουν στον καθού τη δυνατότητα να προετοιμάσει την άμυνά του και στο Δικαστήριο ΔΔ να αποφανθεί επί της προσφυγής, ενδεχομένως χωρίς άλλα στοιχεία (απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 10ης Νοεμβρίου 2011, F‑18/09, Mehrzaoui κατά Συμβουλίου, σκέψεις 42 και 43).

50      Πάντως, μολονότι στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως ο προσφεύγων προσάπτει στο Συμβούλιο ότι παρέβη, με την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, το άρθρο 7 της αποφάσεως 2011/292, τον νόμο για τις διαπιστεύσεις ασφαλείας, τον νόμο για τη σύσταση του οργάνου επιλύσεως διαφορών και τα σχετικά εκτελεστικά διατάγματα, οι αιτιάσεις αυτές απλώς διατυπώνονται και δεν στηρίζονται σε καμία επιχειρηματολογία, αντίθετα προς τον κανόνα του άρθρου 35, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του Κανονισμού Διαδικασίας. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

51      Στο μέτρο που ο προσφεύγων δεν αναφέρει σε τι συνίσταται εν προκειμένω η παράβαση των διατάξεων του σημείου 20 του παραρτήματος Ι της αποφάσεως 2011/2020, η αιτίαση σχετικά με την υποτιθέμενη παράβαση των διατάξεων αυτών πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο μοναδικός σκοπός των διατάξεων αυτών είναι ο καθορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας, αφενός, στις έρευνες ασφαλείας που διεξάγουν τα κράτη μέλη, περιλαμβανομένων και των προσφυγών που ασκούνται κατά των αποτελεσμάτων, δηλαδή της νομοθεσίας που ισχύει στο οικείο κράτος μέλος και, αφετέρου, στις προσφυγές που ασκούνται κατά των αποφάσεων της ΑΔΑ ή της ΑΣΣΠΑ, της Γενικής Γραμματείας, εν προκειμένω του ΚΥΚ.

52      Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει, κατά συνέπεια, να εξετασθεί αν, όπως υποστηρίζει ο προσφεύγων, η επίδικη απόφαση, αφενός, εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, των ΓΕΔ, οι οποίες προβλέπουν μόνο τη δυνατότητα και όχι την υποχρέωση για την ΑΣΣΠΑ να καταγγείλει τη σύμβαση υπαλλήλου στην περίπτωση που αυτός δεν έλαβε τη διαπίστευση ασφαλείας κατόπιν των σχετικών ερευνών και, αφετέρου, στερείται νομικής βάσεως, εφόσον το όργανο επιλύσεως διαφορών έδωσε εντολή στην ΕΑΑ να χορηγήσει στον προσφεύγοντα τη διαπίστευση ασφαλείας επιπέδου «secret».

53      Από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/292 προκύπτει, κατ’ αρχάς, ότι ως ασφάλεια προσωπικού νοείται η εφαρμογή μέτρων προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι πρόσβαση στις διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης επιτρέπεται μόνο στα πρόσωπα τα οποία έχουν ανάγκη γνώσης, έχουν λάβει διαπίστευση ασφαλείας του αντίστοιχου επιπέδου, εφόσον απαιτείται, και έχουν ενημερωθεί ως προς τις ευθύνες τους.

54      Στη συνέχεια, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, της αποφάσεως 2011/292, ο γενικός γραμματέας είναι η αρχή ασφαλείας της Γενικής Γραμματείας και, υπό την ιδιότητα αυτή, χορηγεί τις διαπιστεύσεις ασφαλείας του προσωπικού της Ένωσης στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της αποφάσεως αυτής, προτού αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες με διαβάθμιση «confidentiel UE» ή υψηλότερη.

55      Τέλος, η διαπίστευση ασφαλείας του προσωπικού της Ένωσης για πρόσβαση στις διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης ορίζεται στο προσάρτημα Α της αποφάσεως 2011/292, ως «η έγκριση της [ΑΔΑ] της [Γενικής Γραμματείας], η οποία παρέχεται σύμφωνα με την παρούσα απόφαση μετά την ολοκλήρωση έρευνας ασφαλείας από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους που πιστοποιεί ότι ένα άτομο μπορεί, υπό την προϋπόθεση ότι έχει αναγνωρισθεί η ανάγκη γνώσης του, να έχει πρόσβαση στις [διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης] μέχρις ενός συγκεκριμένου επιπέδου [...] έως προκαθορισμένη ημερομηνία. Το άτομο αυτό θεωρείται ότι έχει λάβει “[διαπίστευση] ασφαλείας”».

56      Eπομένως, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου είναι ο μόνος αρμόδιος να αποφασίζει για τη χορήγηση ή την άρνηση χορηγήσεως διαπιστεύσεως ασφαλείας του προσωπικού της Ένωσης στα μέλη του προσωπικού της Γενικής Γραμματείας.

57      Είναι σαφές ότι, κατ’ εφαρμογή του παραρτήματος I, τίτλος III, σημείο 5, της αποφάσεως 2011/292, οι εθνικές αρχές ασφαλείας ή άλλες αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν την ευθύνη για την εξασφάλιση της διεξαγωγής ερευνών ασφαλείας επί των υπηκόων τους, εφόσον οι εν λόγω αρχές βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση από τον γενικό γραμματέα του Συμβουλίου όσον αφορά την πρόσβαση στις πληροφορίες εντός των διαφόρων κρατών μελών.

58      Εξάλλου, δυνάμει του παραρτήματος I, τίτλος III, σημείο 19, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 2011/292, όταν η έρευνα ασφαλείας καταλήγει στη διαβεβαίωση ότι δεν είναι γνωστό τίποτε αρνητικό που θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη νομιμοφροσύνη, τη φερεγγυότητα και την αξιοπιστία του ενδιαφερομένου, η ΑΔΑ ή η ΑΣΣΠΑ, προκειμένου για συμβασιούχους υπαλλήλους, της Γενικής Γραμματείας μπορεί να χορηγήσει διαπίστευση ασφαλείας του προσωπικού της Ένωσης στον ενδιαφερόμενο και να επιτρέψει την πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης έως το αντίστοιχο επίπεδο και έως συγκεκριμένη ημερομηνία.

59      Από το γράμμα της παρατεθείσας στην προηγούμενη σκέψη διατάξεως προκύπτει ότι η ΑΔΑ ή η ΑΣΣΠΑ, προκειμένου για τους συμβασιούχους υπαλλήλους, της Γενικής Γραμματείας δεν δεσμεύεται από τα πορίσματα της έρευνας ασφαλείας που διεξήχθη από τις εθνικές αρχές ασφαλείας, μάλιστα δε από τα πορίσματα του οργάνου επιλύσεως διαφορών, και ότι, ακόμη και όταν το αποτέλεσμα είναι ευνοϊκό για τον ενδιαφερόμενο, δεν είναι υποχρεωμένη να του χορηγήσει διαπίστευση ασφαλείας του προσωπικού της Ένωσης και διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί τη χορήγηση.

60      Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της διαδικασίας διαπιστεύσεως ασφαλείας, ο οποίος, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2011/292, έγκειται στην εξακρίβωση του κατά πόσον μπορεί να επιτραπεί σε ένα πρόσωπο, βάσει της νομιμοφροσύνης, της φερεγγυότητας και της αξιοπιστίας του, η πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης, η ΑΣΣΠΑ μπορούσε, λαμβανομένων υπόψη των αρνητικών για τον προσφεύγοντα στοιχείων τα οποία αποκαλύφθηκαν κατά το πέρας της έρευνας που διεξήγαγε η ΕΑΑ και κοινοποιήθηκαν στο Συμβούλιο με έγγραφο της 17ης Νοεμβρίου 2011, να έχει αμφιβολίες ιδίως ως προς την έλλειψη κινδύνου εκμεταλλεύσεως τρωτών σημείων του προσφεύγοντος και να αποφασίσει ότι δεν έπρεπε να του χορηγήσει τη διαπίστευση ασφαλείας που χρειαζόταν.

61      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, στη Γενική Γραμματεία, ο προσφεύγων κατείχε θέση για την οποία χρειαζόταν διαπίστευση ασφαλείας. Αφού εξέτασε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 3, των ΓΕΔ, εάν ήταν δυνατή η τοποθέτηση του προσφεύγοντος σε άλλη θέση για την οποία δεν θα ήταν αναγκαία η διαπίστευση ασφαλείας και συνήγαγε, από το σημείωμα της 11ης Ιανουαρίου 2012, του οποίου το περιεχόμενο επαναλαμβάνεται στη σκέψη 27 της αποφάσεως αυτής, ότι η τοποθέτηση σε άλλη θέση δεν είναι δυνατή, η ΑΣΣΠΑ μπορούσε, χωρίς να παραβεί το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, των ΓΕΔ, να αποφασίσει την καταγγελία της συμβάσεως του προσφεύγοντος, κατά τη λήξη της προθεσμίας καταγγελίας των τεσσάρων μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 47, στοιχείο γ΄, περίπτωση i, του ΚΛΠ.

62      Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι το όργανο επιλύσεως διαφορών επέβαλε στην ΕΑΑ την υποχρέωση να χορηγήσει στον προσφεύγοντα τη διαπίστευση ασφαλείας επιπέδου «secret», γεγονός το οποίο θα μπορούσε να στερήσει νομικής βάσεως την απόφαση περί καταγγελίας της συμβάσεώς του.

63      Πράγματι, από το γράμμα του παραρτήματος I, τίτλος III, σημείο 20, της αποφάσεως 2011/292 προκύπτει ότι η έρευνα ασφαλείας μαζί με τα πορίσματά της υπόκειται στις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που ισχύουν εν προκειμένω στο οικείο κράτος μέλος, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την άσκηση προσφυγών. Στο βελγικό δίκαιο, το άρθρο 11, πρώτο εδάφιο, του νόμου για τη σύσταση του οργάνου επιλύσεως διαφορών προβλέπει ότι το όργανο αυτό μπορεί, εφόσον εκτιμά, κατόπιν ακροάσεως του προσφεύγοντος ή του δικηγόρου του, ότι οι λόγοι που προβάλλονται προς στήριξη της αποφάσεως περί αρνήσεως της χορηγήσεως διαπιστεύσεως δεν είναι βάσιμοι και επαρκείς, να απαιτήσει από την εθνική αρχή ασφαλείας να χορηγήσει τη βεβαίωση ασφαλείας.

64      Eν προκειμένω, η χορήγηση στον προσφεύγοντα διαπιστεύσεως ασφαλείας επιπέδου «secret» από την ΕΑΑ κατόπιν της αποφάσεως του οργάνου επιλύσεως διαφορών αποφασίσθηκε κατ’ εφαρμογή του νόμου για τις διαπιστεύσεις ασφαλείας και ισχύει για την πρόσβαση στις πληροφορίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού καθώς και για την πρόσβαση στις διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης, προκειμένου για το προσωπικό των κρατών μελών το οποίο αφορά το άρθρο 14, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2011/292.

65      Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 56 και 59 της αποφάσεως αυτής, για την πρόσβαση του προσωπικού της Γενικής Γραμματείας στις διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης, μόνον η ΑΔΑ ή η ΑΣΣΠΑ, προκειμένου για συμβασιούχους υπαλλήλους, έχει την εξουσία, κατά την περάτωση έρευνας ασφαλείας που διεξάγεται από τις εθνικές αρχές, να αποφασίσει για τη χορήγηση ή την άρνηση χορηγήσεως διαπιστεύσεως ασφαλείας του προσωπικού της Ένωσης, χωρίς να δεσμεύεται από τα πορίσματα της εν λόγω έρευνας, εν προκειμένω από τα πορίσματα του οργάνου επιλύσεως διαφορών.

66      Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

–       Επιχειρήματα του προσφεύγοντος επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως

67      Ο προσφεύγων διατείνεται ότι το Συμβούλιο τείνει να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση την εκτίμηση της ΕΑΑ και την εκτίμηση του οργάνου επιλύσεως διαφορών χρησιμοποιώντας την έννοια της «σχέσεως εμπιστοσύνης». Με τον τρόπο αυτό, ενήργησε καθ’ υπέρβαση εξουσίας. Πράγματι, το όργανο επιλύσεως διαφορών αντελήφθη τα σφάλματα που διέπραξε η ΕΑΑ υπό την έννοια ότι ο προσφεύγων δεν ήταν οφειλέτης και ότι, με την προσκόμιση του ποινικού του μητρώου, ο προσφεύγων απέδειξε ότι τα πορίσματα της ΕΑΑ ήσαν ανακριβή. Εφόσον ο προσφεύγων έλαβε τη διαπίστευση ασφαλείας, το Συμβούλιο οφείλει να σεβαστεί την απόφαση αυτή.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

68      Επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση, αφενός, ότι η διαδικασία διαπιστεύσεως ασφαλείας αποσκοπεί στην εξακρίβωση του κατά πόσον μπορεί να επιτραπεί σε ένα πρόσωπο, βάσει της νομιμοφροσύνης, της φερεγγυότητας και της αξιοπιστίας του, η πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης και, αφετέρου, ότι ο κατάλογος των κριτηρίων που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την έρευνα, ο οποίος περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι, τίτλος ΙΙΙ, σημείο 8, της αποφάσεως 2011/292, δεν είναι εξαντλητικός. Επιπλέον, στα κριτήρια που απαριθμούνται στο εν λόγω σημείο 8, στοιχεία α΄ έως κ΄, προστίθενται αντιστοίχως, στα σημεία 9 και 10, το οικονομικό υπόβαθρο και το ιατρικό ιστορικό ενός ατόμου, ο χαρακτήρας, η συμπεριφορά και η οικονομική κατάσταση συζύγου, συγκατοίκου ή στενού συγγενούς που μπορούν επίσης να ληφθούν υπόψη ως κριτήρια.

69      Το Δικαστήριο ΔΔ τονίζει ότι, κατά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, το Συμβούλιο διέθετε μόνο τα πορίσματα της ΕΑΑ και ότι, λαμβανομένων υπόψη των αρνητικών για τον προσφεύγοντα στοιχείων που αποκάλυψε η έρευνα ασφαλείας, δεν αποδείχθηκε, ιδίως, η έλλειψη κινδύνου εκμεταλλεύσεως τρωτών σημείων όσον αφορά τον προσφεύγοντα. Επομένως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 61 της αποφάσεως αυτής, η ΑΣΣΠΑ μπορούσε, τον Ιανουάριο του 2012, να αρνηθεί τη χορήγηση της διαπιστεύσεως ασφαλείας του προσωπικού της Ένωσης και να αποφασίσει την καταγγελία της συμβάσεώς του.

70      Λαμβάνοντας υπόψη την από 8 Μαρτίου 2012 απόφαση του οργάνου επιλύσεως διαφορών, το Συμβούλιο, στο πλαίσιο της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος, επανεξέτασε τη δυνατότητα να του χορηγήσει τη διαπίστευση ασφαλείας του προσωπικού της Ένωσης και, προς τον σκοπό αυτό, διοργάνωσε, μεταξύ άλλων, τη συνεδρίαση της 24ης Μαΐου 2012, στην οποία παρέστη ο προσφεύγων επικουρούμενος από τον δικηγόρο του, από τον οποίο το Συμβούλιο ζήτησε αντίγραφο των εγγράφων που κατατέθηκαν ενώπιον του οργάνου επιλύσεως διαφορών. Ο δικηγόρος δέχθηκε, αρχικώς, να προσκομίσει τα έγγραφα αυτά, στη συνέχεια όμως αρνήθηκε να τα κοινοποιήσει λόγω του ότι είναι εμπιστευτικά και θα αποκάλυπταν τον ιδιωτικό βίο του πελάτη του.

71      Καίτοι είναι αληθές ότι το όργανο επιλύσεως διαφορών τροποποίησε την απόφαση της ΕΑΑ κατά τρόπο ευνοϊκό για τον προσφεύγοντα, πάντως, η τελική διαπίστωση στην οποία κατέληξε το προαναφερθέν όργανο, ότι δηλαδή «ο ενδιαφερόμενος είναι γνωστός στις αστυνομικές υπηρεσίες για παλαιά πραγματικά περιστατικά, ότι ουδέποτε διώχθηκε για τα περιστατικά αυτά και ότι δεν υπάρχουν σημαντικά χρέη ικανά να δημιουργήσουν, όσον αφορά τον ενδιαφερόμενο, κίνδυνο διαρροής», πρέπει να σταθμιστεί με άλλες διαπιστώσεις, λιγότερο θετικές, που περιλαμβάνονται στην ίδια απόφαση, κατά τις οποίες «[ο προσφεύγων] δεν αρνείται ότι έχει κάποια χρέη» ή «[σ]τον φάκελο που αφορά τα σοβαρότερα πραγματικά περιστατικά [...] η ίδια η [ο]μοσπονδιακή αστυνομία καταλήγει στο τελικό πρακτικό ότι τα καταγγελθέντα πραγματικά περιστατικά που αφορούν [τον προσφεύγοντα] δεν αποδεικνύονται και ότι η συμμετοχή του ήταν ήσσονος σημασίας».

72      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αποδείχθηκε ότι το συμπέρασμα ότι η συμμετοχή του προσφεύγοντος στα σοβαρότερα περιστατικά που περιλαμβάνονται στην απόφαση της ΕΑΑ ήταν «ήσσονος σημασίας» ερμηνεύθηκε από το Συμβούλιο υπό την έννοια ότι ο προσφεύγων είχε συμμετάσχει στα εν λόγω μεγαλύτερης βαρύτητας περιστατικά, έστω και περιθωριακά, μάλιστα δε ότι είχε συναναστραφεί κύκλους αμφίβολης ηθικής, περιστάσεις που δικαιολογούν, αυτές καθεαυτές, υπό το πρίσμα του καθήκοντος μέριμνας του Συμβουλίου, την άρνηση χορηγήσεως διαπιστεύσεως ασφαλείας. Αντιθέτως, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι από το συμπέρασμα αυτό προκύπτει ότι απλώς κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιον της ομοσπονδιακής αστυνομίας στο πλαίσιο υποθέσεως που ερευνήθηκε έναντι τρίτων προσώπων και ότι ουδόλως συνάγεται από τα πρακτικά των καταθέσεων αυτών ότι αναμίχθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο στα πραγματικά περιστατικά που αποτέλεσαν το αντικείμενο των διώξεων.

73      Λαμβανομένης υπόψη της ως άνω πληροφορίας που παρέσχε ο προσφεύγων, η οποία δεν περιλαμβανόταν στον φάκελο, το Δικαστήριο ΔΔ ζήτησε, κατ’ αρχάς, από το Συμβούλιο να διευκρινίσει αν ήταν διατεθειμένο να επανεξετάσει την επίδικη απόφαση υπό το πρίσμα των υποβληθέντων στο όργανο επιλύσεως διαφορών πρακτικών των προαναφερθεισών καταθέσεων, τα οποία ο προσφεύγων όφειλε να αποστείλει στο Συμβούλιο, το οποίο δεν είχε, άλλως, πρόσβαση σ’ αυτά. Περαιτέρω, το Δικαστήριο ΔΔ ζήτησε από τον προσφεύγοντα να διευκρινίσει αν είναι εν προκειμένω έτοιμος να προσκομίσει τα εν λόγω πρακτικά στο Συμβούλιο, πράγμα το οποίο αρνήθηκε να πράξει τον Μάιο του 2012. Το Συμβούλιο απήντησε καταφατικώς, ενώ ο προσφεύγων επανέλαβε την άρνησή του και διευκρίνισε ότι δεν τον ενδιαφέρει το ενδεχόμενο επανεντάξεως στην παλαιά θέση του στο Συμβούλιο, δεδομένου ότι το ένδικο βοήθημά του αποσκοπεί εφεξής μόνο στην ανόρθωση της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη.

74      Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ενόψει των στοιχείων που διέθετε και της στάσεως του προσφεύγοντος, του μόνου προσώπου που ήταν σε θέση να προσκομίσει στο Συμβούλιο τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του οργάνου επιλύσεως διαφορών, η ΑΣΣΠΑ της Γενικής Γραμματείας ενήργησε στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της και δεν υποκατέστησε με τη δική της εκτίμηση την εκτίμηση του οργάνου επιλύσεως διαφορών, αρνούμενη να επανεξετάσει την επίδικη απόφαση στο πλαίσιο της αποφάσεώς της περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως.

75      Συνεπώς, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, καθώς και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του πρέπει να απορριφθούν.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας της βλαπτικής πράξεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

76      Ο προσφεύγων διατείνεται ότι η επίδικη απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη και δεν παραπέμπει σε κανένα έγγραφο το οποίο να του παρέχει τη δυνατότητα να κατανοήσει τον λόγο της απολύσεώς του. Με τον τρόπο αυτόν, το Συμβούλιο δεν τήρησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεών του, την οποία επιβάλλει το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

77      Το Συμβούλιο ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

78      Όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολογήσεως των βλαπτικών πράξεων, το Δικαστήριο ΔΔ υπενθυμίζει ότι, μεταξύ των εγγυήσεων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών, περιλαμβάνεται, ιδίως, η αρχή της χρηστής διοικήσεως, την οποία καθιερώνει το άρθρο 41 του Χάρτη, με την οποία συνδέεται, ειδικότερα, «η υποχρέωση της Διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της» (απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 11ης Ιουλίου 2013, F‑46/11, Tzirani κατά Επιτροπής, σκέψη 136 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

79      Επιπλέον, η υποχρέωση αιτιολογήσεως των βλαπτικών πράξεων συνιστά ουσιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης από την οποία χωρεί παρέκκλιση μόνο για επιτακτικούς λόγους (απόφαση Tzirani κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 137 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία ).

80      Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία που απαιτεί το άρθρο 296 ΣΛΕΕ πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εξέδωσε την πράξη (απόφαση Tzirani κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 138 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

81      Η υποχρέωση αιτιολογήσεως βλαπτικής πράξεως, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ έχει σκοπό, αφενός, να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις ως προς το αν η πράξη είναι βάσιμη ή αν είναι ενδεχομένως πλημμελής οπότε μπορεί να αμφισβητηθεί το κύρος της ενώπιον του δικαστή της Ένωσης και, αφετέρου, να παράσχει τη δυνατότητα στον δικαστή της Ένωσης να ελέγξει τη νομιμότητα της πράξεως αυτής. Ως εκ τούτου, η αιτιολογία πρέπει, καταρχήν, να κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο ταυτόχρονα με τη βλαπτική γι’ αυτόν πράξη, καθόσον η έλλειψη αιτιολογίας δεν μπορεί να καλυφθεί εκ του ότι ο ενδιαφερόμενος πληροφορείται την αιτιολογία της πράξεως κατά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστή της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 7ης Δεκεμβρίου 2011, Τ‑562/10, HTTS κατά Συμβουλίου, σκέψη 32).

82      Επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι κανένας επιτακτικός λόγος δεν επιβάλλει τον αποκλεισμό των συμβασιούχων υπαλλήλων από την προστασία κατά των αδικαιολόγητων απολύσεων, ιδίως όταν υπηρετούν με σύμβαση αορίστου χρόνου ή όταν, υπηρετούντες με σύμβαση ορισμένου χρόνου, απολύονται πριν από την προβλεπόμενη λήξη της. Πάντως, για να εξασφαλισθεί επαρκής σχετική προστασία, πρέπει στους μεν ενδιαφερομένους να παρέχεται η δυνατότητα να διαπιστώσουν αν τα έννομα συμφέροντά τους έγιναν ή όχι σεβαστά και να εκτιμήσουν τη σκοπιμότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη, στη δε τελευταία να παρέχεται η δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό της, πράγμα που σημαίνει ότι η αρμόδια αρχή υπέχει υποχρέωση αιτιολογήσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 24ης Απριλίου 2008, F‑74/06, Λογγινίδης κατά Cedefop, σκέψη 49).

83      Κατά πάγια, επίσης, νομολογία, η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως το περιεχόμενο της πράξεως, τη φύση των προβληθέντων λόγων και το συμφέρον που έχει ενδεχομένως ο αποδέκτης στην παροχή εξηγήσεων. Για ν’ αξιολογηθεί άλλωστε η επάρκεια της αιτιολογίας, πρέπει να συνεκτιμηθεί αυτή μέσα στην αλληλουχία στην οποία εντάσσεται η έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως (απόφαση Λογγινίδης κατά Cedefop, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

84      Σε περίπτωση μέτρου απολύσεως υπαλλήλου προσληφθέντος με σύμβαση αορίστου χρόνου, ιδιαιτέρως σημαντικό είναι οι λόγοι για τη λήψη του μέτρου αυτού να διατυπώνονται σαφώς και εγγράφως, κατά προτίμηση στο ίδιο το κείμενο της οικείας αποφάσεως. Και τούτο διότι μέσω αυτής της πράξεως —η νομιμότητα της οποίας εκτιμάται κατά τον χρόνο της εκδόσεώς της— υλοποιείται η απόφαση του οργάνου. Πάντως, η υποχρέωση διατυπώσεως των λόγων απολύσεως μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι πληρούται αν ο ενδιαφερόμενος ενημερώθηκε προσηκόντως, σε συνομιλίες του με την ιεραρχία του, για τους λόγους αυτούς, η δε απόφαση της ΑΣΣΠΑ μεσολάβησε λίγο χρόνο μετά τις συνομιλίες αυτές. Η ΑΣΣΠΑ μπορεί επίσης, αν συντρέχει λόγος, να συμπληρώσει αυτή την αιτιολογία κατά το στάδιο της απαντήσεως στη διοικητική ένσταση του ενδιαφερομένου (προαναφερθείσα απόφαση Λογγινίδης κατά Cedefop, σκέψη 51).

85      Eν προκειμένω, τονίζεται, πρώτον, ότι η επίδικη απόφαση στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, των ΓΕΔ, οι οποίες προβλέπουν τη δυνατότητα της ΑΣΣΠΑ να καταγγείλει τη σύμβαση υπαλλήλου στην περίπτωση κατά την οποία ο υπάλληλος αυτός δεν έλαβε διαπίστευση ασφαλείας κατόπιν των σχετικών ερευνών· δεύτερον, ότι ο προσφεύγων γνώριζε το δυσμενές γι’ αυτόν αποτέλεσμα της έρευνας ασφαλείας που διεξήγαγε η ΕΑΑ, διότι στις 8 Δεκεμβρίου 2011 αμφισβήτησε τα πορίσματα της έρευνας αυτής ενώπιον του οργάνου επιλύσεως διαφορών· και, τρίτον, αφενός, ότι στις 5 Δεκεμβρίου 2011 ο προσφεύγων είχε συνομιλίες πρώτα με τον αξιωματικό ασφαλείας του Συμβουλίου και στη συνέχεια με τον προϊστάμενο του τμήματός του, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι επρόκειτο να τοποθετηθεί σε θέση που απαιτούσε διαπίστευση ασφαλείας χαμηλότερου επιπέδου και, αφετέρου, ότι, στις 16 Ιανουαρίου 2012, είχε συνομιλία με τον προϊστάμενο του τμήματος «Ατομικά δικαιώματα», κατά τη διάρκεια της οποίας ο τελευταίος του διαβίβασε την απόφαση περί καταγγελίας της συμβάσεώς του. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να πλανάται ως προς τους λόγους για τους οποίους η ΑΣΣΠΑ της Γενικής Γραμματείας εξέδωσε την επίδικη απόφαση.

86      Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται από το περιεχόμενο του εγγράφου που ο προσφεύγων απηύθυνε στο Συμβούλιο στις 17 Ιανουαρίου 2012, στο οποίο προσάπτει στο θεσμικό όργανο ότι δεν ανέμεινε την περάτωση της διαδικασίας ενώπιον του οργάνου επιλύσεως διαφορών προτού προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως. Το Συμβούλιο απάντησε στο έγγραφο αυτό με το έγγραφο της 26ης Ιανουαρίου 2012, με το οποίο απέρριψε τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.

87      Τέλος, η απάντηση στη διοικητική ένσταση, με την οποία η επίδικη απόφαση επανεξετάσθηκε όχι μόνον υπό το πρίσμα των πορισμάτων της ΕΑΑ αλλά και λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του οργάνου επιλύσεως διαφορών, παρέσχε στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να εκτιμήσει το βάσιμο της εν λόγω αποφάσεως και τη σκοπιμότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ.

88      Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, από μη τήρηση της εκατέρωθεν ακροάσεως και από προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

89      Ο προσφεύγων προβάλλει προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως υπό την έννοια του άρθρου 41, παράγραφος 2, του Χάρτη, διότι δεν είχε τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του πριν από τις 12 Ιανουαρίου 2012, ημερομηνία της επίδικης αποφάσεως.

90      Το Συμβούλιο ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού. Πράγματι, ο προσφεύγων είχε εκθέσει πλειστάκις τις απόψεις του ενώπιον των ιεραρχικώς ανωτέρων του πριν του κοινοποιηθεί η απόφαση περί καταγγελίας της συμβάσεώς του. Το Συμβούλιο παραθέτει τις συνομιλίες του προσφεύγοντος της 5ης Δεκεμβρίου 2011 με τον αξιωματικό ασφαλείας του Συμβουλίου και με τον προϊστάμενο του τμήματός του, καθώς και της 16ης Ιανουαρίου 2012 με τον προϊστάμενο του τμήματος «Ατομικά Δικαιώματα».

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

91      Κατά πάγια νομολογία, ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, σε κάθε διαδικασία που κινείται κατά προσώπου και η οποία μπορεί να καταλήξει σε βλαπτική γι’ αυτό πράξη, συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να διασφαλίζεται, ακόμη και αν δεν υπάρχει καμία ρύθμιση σχετικά με την εν λόγω διαδικασία. Η αρχή αυτή, η οποία ανταποκρίνεται στις επιταγές της χρηστής διοικήσεως, επιβάλλει να παρέχεται η δυνατότητα σε οποιονδήποτε μπορεί να γίνει αποδέκτης βλαπτικής πράξεως να διατυπώνει λυσιτελώς τη γνώμη του σχετικά με τα εις βάρος του στοιχεία που θεμελιώνουν την εν λόγω πράξη (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 8ης Μαρτίου 2005, T‑277/03, Βλαχάκη κατά Επιτροπής, σκέψη 64).

92      Εν προκειμένω, το Συμβούλιο δεν απέδειξε, για παράδειγμα, μέσω εγγράφου κλήσεως των ιεραρχικώς ανωτέρων του προσφεύγοντος, ότι ο τελευταίος είχε τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.

93      Αντιθέτως, ο προσφεύγων προσέθεσε στον φάκελο το από 17 Νοεμβρίου 2011 έγγραφο της ΕΑΑ, το οποίο απευθυνόταν στον αξιωματικό ασφαλείας του Συμβουλίου και συνιστά ένδειξη περί του ότι ο προσφεύγων ενημερώθηκε εγκαίρως για την απόφαση της ΕΑΑ και, κατά συνέπεια, ήταν σε θέση να διατυπώσει λυσιτελώς τη γνώμη του πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.

94      Πράγματι, αφενός, στο έγγραφο αυτό ζητείται από τον αποδέκτη πρώτον, να ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο για την απόφαση της ΕΑΑ, δεύτερον, να τον ενημερώσει για τη δυνατότητά του να ασκήσει προσφυγή ενόψει αμφισβητήσεως της αποφάσεως αυτής και, τρίτον, να αποστείλει στην ΕΑΑ υπογεγραμμένο και χρονολογημένο αντίγραφο του εγγράφου. Δεν αμφισβητείται, πάντως, ότι η ενημέρωση αυτή πραγματοποιήθηκε, επειδή το Συμβούλιο προσέθεσε στον φάκελο, όπως του ζητήθηκε από το Δικαστήριο ΔΔ στο πλαίσιο μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, αντίγραφο του προαναφερθέντος εγγράφου, υπογεγραμμένο από τον προσφεύγοντα στις 5 Δεκεμβρίου 2011 με την ιδιόχειρη μνεία «pour prise de connaissance» («έλαβα γνώση») και ο προσφεύγων άσκησε στις 8 Δεκεμβρίου 2011 διοικητική προσφυγή ενώπιον του οργάνου επιλύσεως διαφορών.

95      Εξάλλου, κατ’ εφαρμογή του παραρτήματος I, τίτλος III, σημείο 19, στοιχείο β΄, της αποφάσεως 2011/292, ο προσφεύγων μπορεί να ζητήσει ακρόαση από την ΑΣΣΠΑ. Το Συμβούλιο διατείνεται, με τα υπομνήματά του, ότι ο προσφεύγων έλαβε την πληροφορία αυτή από τον αξιωματικό ασφαλείας, όταν, στις 5 Δεκεμβρίου 2011, του ανακοίνωσε τα πορίσματα της έρευνας της ΕΑΑ, πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε ο ίδιος ο εν λόγω αξιωματικός κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου ΔΔ. Με την έγγραφη απάντησή του στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που έλαβε το Δικαστήριο ΔΔ, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι δεν είχε τον χρόνο να προβεί στο διάβημα αυτό πριν από τη λήξη της συμβάσεώς του και, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, επισήμανε ότι, λαμβανομένων υπόψη των πορισμάτων της έρευνας της ΕΑΑ, είχε προτιμήσει να επικεντρωθεί στην προσφυγή ενώπιον του οργάνου επιλύσεως διαφορών, θεωρώντας ότι, εάν η απόφαση της ΕΑΑ ετροποποιείτο, το Συμβούλιο θα ήταν υποχρεωμένο να επανεξετάσει την απόφασή του περί καταγγελίας της συμβάσεώς του.

96      Επιβάλλεται να ερευνηθεί, στη συνέχεια, στο μέτρο που η επίδικη απόφαση αποτέλεσε το αντικείμενο επανεξετάσεως από την ΑΣΣΠΑ υπό το πρίσμα της αποφάσεως του οργάνου επιλύσεως διαφορών, αν διασφαλίσθηκαν τα δικαιώματα άμυνας του προσφεύγοντος πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως.

97      Συναφώς, όπως προκύπτει από τη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως, το Συμβούλιο διοργάνωσε συνεδρίαση στην οποία παρέστη ο προσφεύγων, επικουρούμενος από τον δικηγόρο του, προκειμένου να εξετασθεί η διοικητική ένσταση και η συνακόλουθη επ’ αυτής κρίση και, με έγγραφο της 11ης Ιουνίου 2012, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον προσφεύγοντα να προσκομίσει στο Συμβούλιο τα πρακτικά των διαφόρων δικογραφιών που παρέθεσε στην απόφασή της η ΕΑΑ καθώς και το τελικό πρακτικό της ομοσπονδιακής αστυνομίας το οποίο είχε κατατεθεί ενώπιον του οργάνου επιλύσεως διαφορών και το οποίο θα μπορούσε να αποδείξει ότι, όπως υποστήριξε ο προσφεύγων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εξέθεσε τις απόψεις του απλώς ως μάρτυρας και, κατά συνέπεια, δεν είχε εμπλακεί προσωπικά στα πλέον σοβαρά πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στα πορίσματα της έρευνας που διεξήγαγε η ΕΑΑ. Δεν αμφισβητείται όμως ότι ο προσφεύγων, αφού δέχθηκε, αρχικώς, να διαβιβάσει τα έγγραφα αυτά στο Συμβούλιο, στη συνέχεια αρνήθηκε να το πράξει.

98      Η συμπεριφορά αυτή του προσφεύγοντος κατά την εξέταση από το Συμβούλιο της από 20 Μαρτίου 2012 διοικητικής ενστάσεώς του, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως λαμβανομένης υπόψη της τροποποιήσεως, στις 8 Μαρτίου 2012, της αποφάσεως της ΕΑΑ από το όργανο επιλύσεως διαφορών δεν συμβιβάζεται με την τήρηση του θεμελιώδους καθήκοντος αφοσιώσεως και συνεργασίας έναντι του θεσμικού οργάνου που τον απασχολεί, καθήκον που υπέχει κάθε υπάλληλος δυνάμει του άρθρου 11 του ΚΥΚ, που εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στους συμβασιούχους υπαλλήλους δυνάμει του άρθρου 81 του ΚΛΠ. Το ως άνω καθήκον πίστεως και συνεργασίας δεν επιβάλλεται μόνο κατά την υλοποίηση των ειδικών καθηκόντων που ανατίθενται στον υπάλληλο, αλλά εκτείνεται και σε όλη τη σφαίρα των σχέσεων που υφίστανται μεταξύ του υπαλλήλου και του θεσμικού οργάνου στο οποίο ανήκει (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 26ης Νοεμβρίου 1991, Τ‑146/89, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψη 72).

99      Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο ΔΔ διαπιστώνει ότι, ακόμη και αν το Συμβούλιο δεν διοργάνωσε συνεδρίαση μεταξύ της ΑΣΣΠΑ και του προσφεύγοντος με αποκλειστικό σκοπό να του δοθεί η ευκαιρία να εκθέσει τις απόψεις του όσον αφορά τη σχεδιαζόμενη καταγγελία της συμβάσεώς του και πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, οι συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε και κοινοποιήθηκε η εν λόγω απόφαση καθώς και η διαδικασία που ακολούθησε το Συμβούλιο για να απαντήσει στη διοικητική ένσταση, στο πλαίσιο της εξετάσεως της οποίας η ΑΣΣΠΑ επανεξέτασε την επίδικη απόφαση υπό το πρίσμα νέων πραγματικών και νομικών στοιχείων, εξασφάλισαν στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει επωφελώς την άποψή του σε σχέση με τα εις βάρος του προβαλλόμενα στοιχεία.

100    Επομένως, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από τη πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

101    Προς στήριξη του λόγου αυτού, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον τον απέλυσε χωρίς να λάβει υπόψη το ενδεχόμενο τροποποιήσεως της αποφάσεως της ΕΑΑ. Το Συμβούλιο όφειλε να διατηρήσει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο προσφεύγων μέχρι το πέρας της διαδικασίας προσφυγής ενώπιον του οργάνου επιλύσεως διαφορών. Επιπλέον, το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, καθόσον θεώρησε ότι η απόλυση ήταν υποχρεωτική, ενώ, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, των ΓΕΔ, πρόκειται για σχετική δυνατότητα που διαθέτει το Συμβούλιο.

102    Το Συμβούλιο ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

103    Από το άρθρο 47, στοιχείο γ΄, του ΚΛΠ, που εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στους συμβασιούχους υπαλλήλους δυνάμει του άρθρου 119 του ΚΥΚ, προκύπτει ότι η καταγγελία συμβάσεως αορίστου χρόνου εμπίπτει στην εξουσία εκτιμήσεως της αρμόδιας αρχής, εφόσον χωρεί τηρουμένης της προθεσμίας καταγγελίας που προβλέπεται στη σύμβαση και σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου. Το Δικαστήριο ΔΔ δεν μπορεί να ελέγξει το βάσιμο της εκτιμήσεως αυτής, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη πρόδηλης πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1997, Τ‑123/95, B κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 70).

104    Στο πλαίσιο της εξετάσεως των λόγων ακυρώσεως που προβάλλει ο προσφεύγων, το Δικαστήριο ΔΔ οφείλει να βεβαιωθεί ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των στοιχείων επί των οποίων στήριξε την επίδικη απόφαση. Πλην όμως, προκειμένου για κατάσταση όπως αυτή της υπό κρίση διαφοράς, στο πλαίσιο της οποίας αναγνωρίζεται στη Διοίκηση ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, η κατάφαση πρόδηλης πλάνης της Διοικήσεως κατά την εκ μέρους της εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ικανής να δικαιολογήσει την ακύρωση της αποφάσεως η οποία ελήφθη βάσει αυτής της εκτιμήσεως, προϋποθέτει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία, το βάρος προσκομίσεως των οποίων φέρει ο προσφεύγων, αρκούν για την ανατροπή των εκτιμήσεων της Διοικήσεως (απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 19ης Φεβρουαρίου 2013, F‑17/11, BB κατά Επιτροπής, σκέψη 60).

105    Όσον αφορά τον ορισμό της έννοιας της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως, όταν η ΑΣΣΠΑ διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως, το Δικαστήριο ΔΔ έχει ήδη διευκρινίσει ότι η πλάνη είναι πρόδηλη οσάκις μπορεί να γίνει αντιληπτή ευχερώς και να εντοπιστεί βάσει των στοιχείων (απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 24ης Μαρτίου 2011, F‑104/09, Canga Fano κατά Συμβουλίου, σκέψη 35). Υπό το πρίσμα του ορισμού αυτού πρέπει να εξετασθεί αν η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

106    Συναφώς, το Δικαστήριο ΔΔ διαπιστώνει, πρώτον, ότι, λαμβανομένων υπόψη των πορισμάτων της έρευνας που διεξήγαγε η ΕΑΑ, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να παραμείνει στη θέση του. Δεύτερον, από το σημείωμα της 11ης Ιανουαρίου 2012, του οποίου το περιεχόμενο παρατίθεται στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι απεδείχθη αδύνατη η μετάταξη του προσφεύγοντος σε άλλη θέση. Τρίτον, από το γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 7, του νόμου για τη σύσταση οργάνου επιλύσεως διαφορών προκύπτει ότι η διαδικασία ενώπιον του οργάνου επιλύσεως διαφορών δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Τέταρτον, στο μέτρο που ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου δεν δεσμευόταν από τα πορίσματα της έρευνας που διεξήγαγε η ΕΑΑ, δεν επρόκειτο να δεσμευθεί ούτε από την απόφαση του οργάνου επιλύσεως διαφορών, του οποίου οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές μόνο στο πεδίο εφαρμογής του νόμου για τις διαπιστεύσεις ασφαλείας και δεν μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω τη νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον αποφάσισε να προβεί στην εκτέλεση της επίδικης αποφάσεως χωρίς να αναμείνει το πέρας της διαδικασίας προσφυγής.

107    Επιβάλλεται να προστεθεί ότι το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον θεώρησε ότι η απόλυση ήταν υποχρεωτική, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, των ΓΕΔ, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των εγγράφων του φακέλου. Πράγματι, αφενός, πριν αποφασίσει να καταγγείλει τη σύμβαση του προσφεύγοντος, η ΑΣΣΠΑ εξέτασε αν ήταν δυνατή η μετάταξη του προσφεύγοντος σε άλλη θέση για την οποία δεν ήταν αναγκαίο να διαθέτει διαπίστευση ασφαλείας του προσωπικού της Ένωσης. Αφετέρου, λαμβανομένων υπόψη των πορισμάτων του οργάνου επιλύσεως διαφορών, η ΑΣΣΠΑ κάλεσε τον προσφεύγοντα σε συνεδρίαση τον Μάιο του 2012, στην οποία αυτός παρέστη με τον δικηγόρο του, και του έδωσε την ευκαιρία να αποδείξει ότι τα αρνητικά γι’ αυτόν στοιχεία που προέκυψαν κατά την έρευνα που διεξήγαγε η ΕΑΑ στερούνταν παντελώς ερείσματος.

108    Επομένως, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από τον δυσανάλογο χαρακτήρα της απολύσεως και από μη τήρηση της υποχρεώσεως της ΑΣΣΠΑ να εξετάσει ενδεχόμενη τοποθέτηση σε άλλη θέση ή διατήρηση στα αρχικά καθήκοντα

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

109    Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η τελευταία έκθεση βαθμολογίας του πιστοποιεί ότι διαθέτει αξιοσημείωτα προσόντα, εφόσον είναι ένας από τους καλύτερους κλητήρες αιθουσών, αφού και τα δεκατρία κριτήρια αξιολογήσεως βαθμολογήθηκαν με τον βαθμό «καλώς» ή «λίαν καλώς», όπως ακριβώς και οι γλωσσικές του γνώσεις.

110    Λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του οργάνου επιλύσεως διαφορών, το οποίο επέβαλε στην ΕΑΑ την υποχρέωση να χορηγήσει στον προσφεύγοντα τη διαπίστευση ασφαλείας, το Συμβούλιο όφειλε να αναθεωρήσει την επίδικη απόφαση, επειδή ο προσφεύγων παρέχει όλες τις εγγυήσεις για να διατηρήσει τη θέση του, ή, τουλάχιστον, για να επανενταχθεί στα προηγούμενα καθήκοντά του κλητήρα ορόφου, εφόσον η θέση αυτή δεν απαιτούσε διαπίστευση ασφαλείας ούτε επέβαλλε να τηρηθεί διαδικασία ελέγχου ασφαλείας.

111    Το Συμβούλιο ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

112    Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το καθήκον αρωγής και η αρχή της χρηστής διοικήσεως συνεπάγονται, μεταξύ άλλων, ότι οσάκις λαμβάνει απόφαση επί της καταστάσεως υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού, ακόμη και στο πλαίσιο της ασκήσεως ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που δύνανται να ασκήσουν επιρροή επί της αποφάσεώς της· στο πλαίσιο αυτό οφείλει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά ομοίως το συμφέρον του οικείου υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού. Λαμβανομένου δε υπόψη του εύρους της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα όργανα κατά την εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, ο έλεγχος του δικαστή της Ένωσης πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα εάν η αρμόδια αρχή κινήθηκε εντός εύλογων ορίων ή εάν, αντιθέτως, άσκησε την εξουσία της εκτιμήσεως κατά τρόπο εσφαλμένο (απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 13ης Ιουνίου 2012, F‑63/11, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, που αποτελεί το αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, υπόθεση T‑368/12 P).

113    Προκειμένου να αποφασίσει αν έπρεπε ή όχι να απολύσει τον προσφεύγοντα, η ΑΣΣΠΑ όφειλε να εξετάσει όχι μόνο το πρόδηλο συμφέρον του προσφεύγοντος να διατηρηθεί η εργασιακή σχέση που τον συνέδεε με το θεσμικό όργανο, αλλά και το συμφέρον της υπηρεσίας, όπως καθορίζεται από την ανάγκη για το Συμβούλιο, το οποίο είναι επιφορτισμένο με τη διαχείριση των διαβαθμισμένων πληροφοριών της Ένωσης, να βεβαιωθεί για τη νομιμοφροσύνη, τη φερεγγυότητα και την αξιοπιστία του προσωπικού που απασχολεί.

114    Προκειμένου για τη στάθμιση των επίμαχων συμφερόντων, από το σημείωμα της 11ης Ιανουαρίου 2012, του οποίου το περιεχόμενο εκτίθεται στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 3, των ΓΕΔ, ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου όντως εξέτασε το ενδεχόμενο να τοποθετηθεί ο προσφεύγων σε άλλη θέση. Εντούτοις, ο προσφεύγων δεν τοποθετήθηκε σε άλλη θέση εξαιτίας των επαγγελματικών προσόντων του, της διαδικασίας επιλογής κατά το πέρας της οποίας προσελήφθη, των αρνητικών γι’ αυτόν στοιχείων που αποκαλύφθηκαν μετά την ολοκλήρωση της έρευνας ασφαλείας της ΕΑΑ και της υποχρεώσεως του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου να λαμβάνει ειδικές προφυλάξεις στον τομέα της ασφάλειας.

115    Συναφώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ερμηνεία του σημειώματος της 11ης Ιανουαρίου 2012 στην οποία προβαίνει ο προσφεύγων και κατά την οποία, λαμβανομένης υπόψη της τελευταίας εκθέσεως βαθμολογίας του, τα προσόντα του ήσαν επαρκή ώστε να διατηρήσει τα καθήκοντα του κλητήρα αιθουσών ή, τουλάχιστον, τα προηγούμενα καθήκοντα του κλητήρα ορόφου.

116    Πράγματι, όσον αφορά τη δυνατότητα να παραμείνει στη θέση του ή να αναλάβει τα προηγούμενα καθήκοντά του, από το άρθρο 7, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2011/292 σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. 58/09 ανακοίνωση στο προσωπικό, της οποίας το περιεχόμενο, για τις ανάγκες της υποθέσεως, παρατίθεται στη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι όλοι οι κλητήρες αιθουσών των οποίων τα καθήκοντα μπορεί να καθιστούν αναγκαία την πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης με διαβάθμιση «[confidentiel] UE» ή «[secret] UE» πρέπει να λαμβάνουν διαπίστευση ασφαλείας. Δεδομένου ότι δεν είχε λάβει διαπίστευση ασφαλείας, ο προσφεύγων δεν μπορούσε να ασκήσει τα καθήκοντα για τα οποία προσελήφθη το 2007, τα οποία ήσαν της ίδιας φύσεως με εκείνα που ασκούσε πριν από την καταγγελία της συμβάσεώς του, προς ικανοποίηση των ιεραρχικώς ανωτέρων του, όπως προκύπτει από την τελευταία έκθεση βαθμολογίας του.

117    Όσον αφορά τη δυνατότητα να τοποθετηθεί ο προσφεύγων σε άλλη θέση πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, η ΑΣΣΠΑ όφειλε να λάβει υπόψη τις απαιτήσεις της ενδεχόμενης απασχολήσεως σε σχέση με τα προσόντα και τις δυνατότητες του προσφεύγοντος. Εφόσον προσελήφθη κατά το πέρας διαδικασίας επιλογής συμβασιούχων υπαλλήλων για τη θέση κλητήρα, προκειμένου να εκτελεί χειρωνακτική εργασία ή να παρέχει υπηρεσίες διοικητικής υποστηρίξεως, πράγμα που αντιστοιχεί στην ομάδα καθηκόντων I, ο προσφεύγων θα μπορούσε να τοποθετηθεί μόνο σε θέση που παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά, η οποία έπρεπε, δυνάμει του άρθρου 8 των ΓΕΔ, να είναι μια από τις θέσεις που δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα θέσεων. Πάντως, από την υπ’ αριθ. 58/09 ανακοίνωση στο προσωπικό προκύπτει ότι, για να ασκήσει τα καθήκοντα που αντιστοιχούν στις θέσεις εργασίας οι οποίες παρουσιάζουν τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά, το προσωπικό πρέπει να λάβει διαπίστευση ασφαλείας με διαβάθμιση «[confidentiel] UE» ή υψηλότερη.

118    Το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι, παρά το γεγονός ότι δεν έχει λάβει διαπίστευση ασφαλείας του προσωπικού της Ένωσης, θα μπορούσε, όπως άλλοι συνάδελφοί του, να απασχοληθεί σε θέση κλητήρα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, καίτοι είναι αληθές ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Συμβούλιο επισήμανε ότι, μεταξύ των 120 προσώπων που εντάχθηκαν στην υπηρεσία των κλητήρων, εκ των οποίων 88 σε θέσεις κλητήρων αίθουσας συνεδριάσεων, οι 3 δεν διαθέτουν διαπίστευση ασφαλείας, πάντως, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ο προϊστάμενος του τμήματος του προσφεύγοντος, τα τρία αυτά πρόσωπα, για τα οποία ισχύει παρέκκλιση που χορήγησε ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου, συμπεριφέρθηκαν πάντοτε με ακεραιότητα, πλησιάζουν την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, είναι τοποθετημένα σε μη ευαίσθητους τομείς και εξαιρούνται από την κινητικότητα. Το Συμβούλιο προσέθεσε ότι, εν πάση περιπτώσει, στην επίμαχη υπηρεσία δεν υπάρχει κανένας συμβασιούχος υπάλληλος που δεν διαθέτει διαπίστευση ασφαλείας.

119    Όσον αφορά τη συνεκτίμηση των λόγων για τους οποίους η ΑΣΣΠΑ αρνήθηκε να χορηγήσει στον προσφεύγοντα τη διαπίστευση ασφαλείας του προσωπικού της Ένωσης, αρκεί η διαπίστωση ότι τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτιολογία της αποφάσεως της ΕΑΑ μπορούσαν θεμιτώς, υπό το πρίσμα του καθήκοντος μέριμνας που υπέχει το Συμβούλιο, να δικαιολογήσουν τις ανησυχίες της ΑΣΣΠΑ ως προς το ενδεχόμενο να εκτεθεί ο προσφεύγων σε κίνδυνο εκμεταλλεύσεως των τρωτών σημείων του.

120    Ούτε η ερμηνεία που προτείνει ο προσφεύγων κατά την οποία τα αρνητικά γι’ αυτόν στοιχεία που αποκαλύφθηκαν κατά το πέρας της έρευνας που διεξήγαγε η ΕΑΑ αποδυναμώθηκαν από το όργανο επιλύσεως διαφορών μπορεί να ευδοκιμήσει.

121    Πράγματι, αρκεί συναφώς η διαπίστωση ότι, εφόσον δεν τέθηκε στη διάθεση του Συμβουλίου αντίγραφο των πρακτικών των ακροάσεων τα οποία κατατέθηκαν στο όργανο επιλύσεως διαφορών, η αιτιολογία της από 8 Μαρτίου 2012 αποφάσεως του οργάνου επιλύσεως διαφορών δεν ήταν ικανή να διαλύσει την αβεβαιότητα που δημιούργησαν στο Συμβούλιο τα πορίσματα της αποφάσεως της ΕΑΑ ως προς τα ενδεχόμενα τρωτά σημεία του προσφεύγοντος.

122    Υπό τις συνθήκες αυτές, μολονότι το όργανο επιλύσεως διαφορών είχε επιβάλει στην ΕΑΑ την υποχρέωση να χορηγήσει στον προσφεύγοντα τη διαπίστευση ασφαλείας επιπέδου «secret», η ΑΣΣΠΑ δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει ως εργοδότης του προσφεύγοντος, καθόσον, αφενός, έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε να λάβει άδεια προσβάσεως σε διαβαθμισμένες πληροφορίες της Ένωσης, αφετέρου, αποφάσισε, ελλείψει θέσεως στην οποία θα μπορούσε να απασχοληθεί, να καταγγείλει τη σύμβασή του και, τέλος, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του οργάνου επιλύσεως διαφορών, να απορρίψει τη διοικητική ένσταση που ασκήθηκε κατά της επίδικης αποφάσεως.

123    Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος των αιτημάτων με αντικείμενο την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως και, εφόσον χρειάζεται, την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, στο σύνολό του.

 Επί του δευτέρου και του τρίτου σκέλους των αιτημάτων, με αντικείμενο την ανόρθωση της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης

 Επιχειρήματα των διαδίκων

124    Ο προσφεύγων εκτιμά ότι η υλική ζημία που του προκάλεσε η επίδικη απόφαση θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την καταβολή εκ μέρους του Συμβουλίου του ποσού των 160 181,85 ευρώ, νομιμοτόκως, υπό την επιφύλαξη αυξήσεως ή μειώσεως του ποσού αυτού κατά τη διάρκειας της δίκης.

125    Όσον αφορά την ηθική βλάβη, θεωρεί ότι η ακύρωση και μόνο της επίδικης αποφάσεως δεν αρκεί για την ανόρθωσή της και ζητεί να καταδικαστεί το Συμβούλιο στην καταβολή ποσού 25 000 ευρώ, καθοριζόμενου ex aequo et bono, υπό την επιφύλαξη αυξήσεως ή μειώσεως του ποσού αυτού κατά τη διάρκεια της δίκης.

126    Το Συμβούλιο ζητεί την απόρριψη του αιτήματος αποζημιώσεως.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

127    Κατά πάγια νομολογία, όταν η ζημία την οποία επικαλείται ο προσφεύγων οφείλεται στην έκδοση αποφάσεως της οποίας ζητείται η ακύρωση, η απόρριψη του αιτήματος ακυρώσεως συνεπάγεται, κατ’ αρχήν, την απόρριψη του αιτήματος αποζημιώσεως, εφόσον αυτά συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους (απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, F‑121/10, Heath κατά ΕΚΤ, σκέψη 129).

128    Αντιθέτως, όταν η ζημία δεν οφείλεται στην έκδοση αποφάσεως ή όταν το αίτημα ακυρώσεως δεν απορρίπτεται, η στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Διοικήσεως προϋποθέτει ότι ο προσφεύγων αποδεικνύει την ύπαρξη παράνομης πράξεως, πραγματικής ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτών. Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, η έλλειψη μίας εξ αυτών αρκεί για την απόρριψη αγωγής αποζημιώσεως (προπαρατεθείσα απόφαση ΒΒ κατά Επιτροπής, σκέψη 82).

129    Εν προκειμένω, η υλική ζημία και η ηθική βλάβη που επικαλείται ο προσφεύγων οφείλονται στην άσκηση της αποφασιστικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου, το οποίο κατήγγειλε τη σύμβαση αορίστου χρόνου του προσφεύγοντος. Όμως, εφόσον το αίτημα ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως απορρίφθηκε χωρίς το Δικαστήριο ΔΔ να διαπιστώσει παρανομία στην άσκηση της αποφασιστικής αρμοδιότητας της ΑΣΣΠΑ, το αίτημα αποζημιώσεως του προσφεύγοντος πρέπει να απορριφθεί.

130    Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή‑αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

131    Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας και υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του ογδόου κεφαλαίου του δευτέρου τίτλου του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Βάσει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο ΔΔ δύναται να αποφασίσει, για λόγους επιείκειας, ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται εν μέρει μόνο στα δικαστικά έξοδα ή ότι δεν καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.

132    Από το σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε. Επιπροσθέτως, το Συμβούλιο ζήτησε ρητώς με τα αιτήματά του να καταδικαστεί ο προσφεύγων στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο προσφεύγων φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Ο Β. Arguelles Arias φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Rofes i Pujol

Barents

Bradley

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Νοεμβρίου 2013.

Η Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

W. Hakenberg

 

      M. I. Rofes i Pujol


* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.