Language of document : ECLI:EU:F:2013:196

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (ολομέλεια)

της 11ης Δεκεμβρίου 2013 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Συντάξεις — Μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα — Κανονισμός για την προσαρμογή του ποσοστού εισφοράς στο συνταξιοδοτικό καθεστώς της Ένωσης — Προσαρμογή των αναλογιστικών αξιών — Ανάγκη θεσπίσεως γενικών εκτελεστικών διατάξεων — Διαχρονική εφαρμογή των νέων γενικών εκτελεστικών διατάξεων»

Στην υπόθεση F‑117/11,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής,

Catherine Teughels, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κάτοικος Eppegem (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τον L. Vogel, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους D. Martin και J. Baquero Cruz,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (ολομέλεια),

συγκείμενο από τους S. Van Raepenbusch, Πρόεδρο, M. I. Rofes i Pujol, πρόεδρο τμήματος, E. Perillo (εισηγητή), R. Barents και K. Bradley, δικαστές,

γραμματέας: J. Tomac, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Απριλίου 2013,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 8 Νοεμβρίου 2011, η C. Teughels άσκησε την υπό κρίση προσφυγή το κύριο αίτημα της οποίας ήταν η ακύρωση, αφενός, της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 24ης Μαΐου 2011, με την οποία καθορίστηκε ο αριθμός των συνταξίμων ετών που θα ελαμβάνοντο υπόψη στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της Ένωσης σε περίπτωση μεταφοράς των δικαιωμάτων επί συντάξεως που είχε αποκτήσει η προσφεύγουσα σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα και, αφετέρου, της αποφάσεως της 28ης Ιουλίου 2011, με την οποία η Επιτροπή απέρριψε τη διοικητική ένσταση που υπέβαλε η προσφεύγουσα κατά της αποφάσεως της Επιτροπής C(2011) 1278, της 3ης Μαρτίου 2011, περί των γενικών εκτελεστικών διατάξεων των άρθρων 11 και 12 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), που αφορούν τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων (στο εξής: ΓΕΔ 2011).

 Το νομικό πλαίσιο

2        Το άρθρο 83α του ΚΥΚ ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Η ισορροπία του συστήματος συνταξιοδοτήσεως εξασφαλίζεται σύμφωνα με τους προβλεπόμενους στο παράρτημα XII [του ΚΥΚ] λεπτομερείς κανόνες.

[...]

3.      Επ’ ευκαιρία της ανά πενταετία διενεργούμενης αναλογιστικής αποτίμησης σύμφωνα με το Παράρτημα XII [του ΚΥΚ], και με σκοπό να εξασφαλίζεται η ισορροπία του [συνταξιοδοτικού] συστήματος, το Συμβούλιο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] αποφασίζει σχετικά με το ποσοστό της εισφοράς και την ενδεχόμενη τροποποίηση της ηλικίας συνταξιοδότησης.

4.      Η Επιτροπή υποβάλλει κάθε έτος στο Συμβούλιο ενημερωμένη μορφή της αναλογιστικής αποτίμησης, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2 του Παραρτήματος XII [του ΚΥΚ]. Εφόσον αποδεικνύεται η ύπαρξη απόκλισης τουλάχιστον 0,25 τοις εκατό μεταξύ του ποσοστού της τρέχουσας εισφοράς και του ποσοστού που είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της αναλογιστικής ισορροπίας, το Συμβούλιο εξετάζει κατά πόσον είναι σκόπιμη η αναπροσαρμογή του ποσοστού, σύμφωνα με τους καθοριζόμενους στο Παράρτημα XII [του ΚΥΚ] κανόνες.

[...]»

3        Το άρθρο 84 του KYK ορίζει:

«Η διάρθρωση του συστήματος συνταξιοδοτήσεως που προβλέπεται ανωτέρω καθορίζεται στο παράρτημα VIII [του ΚΥΚ].»

4        Κατά το άρθρο 110, παράγραφος 1, του ΚΥΚ:

«Οι γενικές διατάξεις προς εκτέλεση του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εκδίδονται από κάθε όργανο κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού του και κατόπιν γνώμης της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης [...].»

5        Το άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του KYK, όπως ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1324/2008 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για την αναπροσαρμογή, από 1ης Ιουλίου 2008, του ποσοστού εισφοράς στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των μονίμων υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L345, σ.17), προέβλεπε τα ακόλουθα:

«Ως “το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο της συντάξεως αρχαιότητας” νοείται η αξία σε κεφάλαιο των παροχών που αναλογούν στον υπάλληλο και υπολογίζονται σύμφωνα με τον πίνακα θνησιμότητας που θα αναφέρεται στο άρθρο 9 του παραρτήματος ΧΙΙ [του ΚΥΚ] και βάσει του ετησίου επιτοκίου 3,5 % το οποίο δύναται να αναθεωρηθεί σύμφωνα με τους οριζόμενους στο άρθρο 10 του παραρτήματος ΧΙΙ [του ΚΥΚ] κανόνες.»

6        Το άρθρο 2 του κανονισμού 1324/2008 ορίζει συναφώς:

«Με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2009, το επιτόκιο που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 και το άρθρο 8 του Παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης [...] , είναι 3,1 %.»

7        Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του παραρτήματος VIII του KYK:

«Ο υπάλληλος του οποίου λήγουν τα καθήκοντα για:

—      να εισέλθει στην υπηρεσία διοικήσεως ή εθνικού ή διεθνούς οργανισμού που έχει συνάψει συμφωνία με την Ένωση,

[...]

δικαιούται να μεταφέρει στο ταμείο συντάξεων αυτής της διοικήσεως [ή] αυτού του οργανισμού το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο, με αναγωγή του σχετικού ποσού στην ημερομηνία της πραγματικής μεταφοράς, των δικαιωμάτων του συντάξεως αρχαιότητας που έχει αποκτήσει στην Ένωση [...].»

8        Αντιστρόφως, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 11 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ:

«Ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία της Ένωσης :

—      μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό

[...]

δικαιούται, από της μονιμοποιήσεώς του και μέχρι τη στιγμή που θεμελιώνει το δικαίωμα συντάξεως αρχαιότητας [...] να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στην Ένωση το κεφάλαιο, με αναγωγή του σχετικού ποσού στο χρόνο της πραγματικής μεταφοράς του, που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης τα οποία έχει αποκτήσει βάσει των προαναφερομένων υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων.

Σε παρόμοια περίπτωση το όργανο στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος καθορίζει, μέσω γενικών εκτελεστικών διατάξεων, λαμβάνοντας υπόψη τον βασικό μισθό του υπαλλήλου, την ηλικία του και τη συναλλαγματική ισοτιμία κατά την ημερομηνία της αιτήσεως μεταφοράς, τον αριθμό των συντάξιμων ετών που συνυπολογίζει σύμφωνα με το ενωσιακό συνταξιοδοτικό καθεστώς δυνάμει του χρόνου προϋπηρεσίας, βάσει του μεταφερθέντος κεφαλαίου, αφαιρουμένου του ποσού που αντιπροσωπεύει την ανατίμηση του κεφαλαίου μεταξύ της ημερομηνίας της αιτήσεως μεταφοράς και της πραγματικής ημερομηνίας που διενεργήθηκε η μεταφορά.

Ο υπάλληλος μπορεί να κάνει χρήση της ευχέρειας αυτής μία μόνον φορά ανά κράτος μέλος και ανά ταμείο συντάξεων.»

9        Το άρθρο 26, παράγραφος 4, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, το όργανο όπου υπηρετεί ο υπάλληλος καθορίζει τον αριθμό συντάξιμων ετών που λαμβάνει υπόψη σύμφωνα με το δικό του καθεστώς, κατ’ εφαρμογή των γενικών [εκτελεστικών] διατάξεων που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2 του Παραρτήματος VIII [του ΚΥΚ], οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τις διατάξεις του παρόντος Παραρτήματος [...]».

10      Με την απόφαση C(2004) 1588 της 28ης Απριλίου 2004 που δημοσιεύτηκε στις Διοικητικές πληροφορίες αριθ. 60 της 9ης Ιουνίου 2004, η Επιτροπή θέσπισε τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις (στο εξής: ΓΕΔ 2004) των άρθρων 11 και 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ που αφορούν τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Οι ΓΕΔ 2004 παραπέμπουν σε δύο πίνακες με αναλογιστικές αξίες, οι οποίοι περιέχονται αντιστοίχως σε δύο παραρτήματα, το παράρτημα 1 που αφορά τις αναλογιστικές αξίες (V1) για τον υπολογισμό του ποσού που αντιστοιχεί στο δυνάμενο να μεταφερθεί ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο (αναλογιστικό ισοδύναμο), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 1, καθώς και του άρθρου 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, και το παράρτημα 2 που αφορά τις αναλογιστικές αξίες (V2) για τον υπολογισμό των προς αναγνώριση συνταξίμων ετών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφοι 2 και 3, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.

11      Οι αναλογιστικές αξίες V1 και V2, υπολογιζόμενες αναλόγως της ηλικίας κατά την ημερομηνία της αιτήσεως και βάσει των παραμέτρων που προβλέπει το παράρτημα ΧΙΙ του ΚΥΚ, είναι ίδιες.

12      Με απόφαση της 3ης Μαρτίου 2011 η Επιτροπή κατήργησε τις ΓΕΔ 2004 και θέσπισε τις ΓΕΔ 2011, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στις Διοικητικές Πληροφορίες αριθ. 17 της 28ης Μαρτίου 2011.

13      Οι ΓΕΔ 2011 άρχισαν να ισχύουν την 1η Απριλίου 2011 και στο άρθρο τους 9 διευκρινίζεται ότι:

“Οι παρούσες γενικές εκτελεστικές διατάξεις [...] αρχίζουν να ισχύουν την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της δημοσιεύσεώς τους στις [Διοικητικές πληροφορίες].

Καταργούν και αντικαθιστούν τις [ΓΕΔ 2004].

Εντούτοις, [οι ΓΕΔ 2004] εξακολουθούν να εφαρμόζονται στις μεταφορές βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1 και του άρθρου 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ στην περίπτωση που η λήξη καθηκόντων επήλθε πριν από την [1η Ιανουαρίου] 2009. Εξακολουθούν επίσης να εφαρμόζονται στους φακέλους των υπαλλήλων των οποίων η αίτηση μεταφοράς βάσει του άρθρου 11, παράγραφοι 2 και 3, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ είχε πρωτοκολληθεί πριν από την [1η Ιανουαρίου] 2009.

Οι συντελεστές μετατροπής [...] που προβλέπονται στο παράρτημα 1 εφαρμόζονται από [1ης Ιανουαρίου] 2009. Οι εν λόγω συντελεστές μετατροπής θα προσαρμοστούν αυτομάτως με την έναρξη ισχύος της αναθεωρήσεως του επιτοκίου που αναφέρεται στο άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.»

14      Σε αντίθεση προς τις ΓΕΔ 2004, το παράρτημα 1 των ΓΕΔ 2011 περιέχει μόνον έναν πίνακα στον οποίο περιλαμβάνονται αναλογιστικές αξίες, οι οποίες πλέον αποκαλούνται «συντελεστές μετατροπής» και ισχύουν τόσο για τον υπολογισμό του ποσού που αντιστοιχεί στο δυνάμενο να μεταφερθεί ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο όσο και για τον υπολογισμό των προς αναγνώριση συνταξίμων ετών. Οι εν λόγω συντελεστές μετατροπής, οι οποίοι επίσης υπολογίζονται λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως μεταφοράς, καθώς επίσης και βάσει των παραμέτρων που προβλέπονται στο παράρτημα XII του ΚΥΚ, είναι υψηλότεροι από τις αναλογιστικές αξίες V1 και V2 που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 1 και 2 των ΓΕΔ 2004.

 Το ιστορικό της διαφοράς

15      Η προσφεύγουσα, υπάλληλος της Επιτροπής, ζήτησε, στις 3 Νοεμβρίου 2009, τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει στο Office national des pensions του Βελγίου, πριν εισέλθει στην υπηρεσία της Επιτροπής (στο εξής: αίτηση μεταφοράς).

16      Με υπηρεσιακό σημείωμα της 29ης Ιουνίου 2010 (στο εξής: πρώτη πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών) το οποίο απηύθυνε στην προσφεύγουσα η αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής, στην προκειμένη περίπτωση ο τομέας «Μεταφορές» του τμήματος «Συντάξεις» του Γραφείου «Διαχείριση και εκκαθάριση ατομικών δικαιωμάτων» PMO (στο εξής: PMO 4) καθόρισε σε 22 έτη, 1 μήνα και 6 ημέρες τον συντάξιμο χρόνο που έπρεπε να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της Ένωσης και προερχόταν από τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που η προσφεύγουσα είχε αποκτήσει στο Βέλγιο. Επειδή το υπόλοιπο προς μεταφορά κεφάλαιο, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό των 12 531,41 ευρώ, δεν ήταν δυνατόν να μετατραπεί σε συντάξιμο χρόνο στο πλαίσιο του ΚΥΚ, θα κατεβάλετο στην προσφεύγουσα σε περίπτωση οριστικής μεταφοράς των συνταξιοδοτικών της δικαιωμάτων. Στην πρώτη πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών διευκρινίζετο επίσης ότι, σε περίπτωση τροποποιήσεως των γενικών εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου 11 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, δεν θα ετροποποιείτο ο αναγνωρισμένος αριθμός των συνταξίμων ετών. Η προσφεύγουσα διέθετε προθεσμία δύο μηνών για να αποδεχθεί ή να αρνηθεί την πρώτη πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών.

17      Η προσφεύγουσα ζήτησε διευκρινίσεις επί της πρώτης προτάσεως αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών. Επακολούθησαν ανταλλαγές ηλεκτρονικών μηνυμάτων.

18      Εν τω μεταξύ, με ανακοίνωση προς το προσωπικό, της 5ης Μαΐου 2010 (στο εξής: ανακοίνωση της 5ης Μαΐου 2010), οι υπηρεσίες της Επιτροπής διευκρίνισαν ότι «οι ενημερωμένες [γενικές εκτελεστικές διατάξεις] θα ετίθεντο σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα [που θα έπετο] της δημοσιεύσεώς τους στις Διοικητικές πληροφορίες» και ότι «όλες οι αιτήσεις μεταφοράς που θα είχαν πρωτοκολληθεί πριν από την έναρξη ισχύος [των νέων γενικών εκτελεστικών διατάξεων] θα εκρίνοντο βάσει των [ΓΕΔ 2004]».

19      Εξάλλου, ο γενικός διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης «Ανθρώπινοι πόροι και ασφάλεια» της Επιτροπής, με υπηρεσιακό σημείωμα της 25ης Μαΐου 2010, το οποίο απηύθυνε στον γενικό γραμματέα της Επιτροπής, καθώς και σε άλλους τρεις γενικούς διευθυντές του θεσμικού αυτού οργάνου, επισήμανε ότι «προκειμένου να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη διαφάνεια του συστήματος μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, καθώς και αυξημένη ασφάλεια δικαίου [είχε] αποφασίσει να εγκρίνει ένα τροποποιημένο κείμενο των [γενικών εκτελεστικών διατάξεων], το οποίο δεν προβλέπει πλέον αναδρομική ισχύ».

20      Επίσης, σε ανακοίνωση προς το προσωπικό, η οποία δημοσιεύτηκε στις Διοικητικές πληροφορίες της 30ής Ιουλίου 2010 (στο εξής: ανακοίνωση της 30ής Ιουλίου 2010), η Επιτροπή τόνισε ότι «οι ενημερωμένες [γενικές εκτελεστικές διατάξεις] θα ετίθεντο σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα [που θα έπετο] της δημοσιεύσεώς τους στις Διοικητικές πληροφορίες» και ότι «όλες οι αιτήσεις μεταφοράς που θα είχαν πρωτοκολληθεί πριν από την έναρξη ισχύος [των μελλοντικών γενικών εκτελεστικών διατάξεων] θα εκρίνοντο βάσει των [ΓΕΔ 2004]». Στην ανακοίνωση της 30ής Ιουλίου 2010 διευκρινίζεται ότι η τροποποίηση των ΓΕΔ 2004 αφορούσε την μεταφορά, προς εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα, των δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν στην Ένωση, καθώς και τη μεταφορά προς το συνταξιοδοτικό καθεστώς της Ένωσης, των δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν σε κράτος μέλος.

21      Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 20ής Αυγούστου 2010 και κατόπιν αιτήματος της προσφεύγουσας, το PMO 4 παρέτεινε μέχρι την 30ή Σεπτεμβρίου 2010 την προθεσμία εντός της οποίας η προσφεύγουσα όφειλε να τοποθετηθεί επί της πρώτης προτάσεως αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών. Η προσφεύγουσα ούτε αποδέχτηκε ούτε αρνήθηκε τυπικώς την εν λόγω πρώτη πρόταση.

22      Με ανακοίνωση προς το προσωπικό, της 17ης Σεπτεμβρίου 2010 (στο εξής: ανακοίνωση της 17ης Σεπτεμβρίου 2010), η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, «ενόψει της θεσπίσεως, από την Επιτροπή, των νέων γενικών εκτελεστικών διατάξεων [...] των άρθρων 11 και 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ», «πολλοί» υπάλληλοι είχαν υποβάλει αιτήσεις μεταφοράς των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων και ότι «περισσότερες από 10 000 αιτήσεις» είχαν πρωτοκολληθεί στο PMO 4 από την 1η Ιανουαρίου 2010. Ωστόσο, στην ανακοίνωση της 17ης Σεπτεμβρίου 2010 διευκρινίζετο ότι «παρά την ατυχή ανακοίνωση που εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, από την διοίκηση τον Μάιο του 2010, η εφαρμογή των νέων [γενικών εκτελεστικών διατάξεων] και ιδίως, των νέων αναλογιστικών αξιών, θα έπρεπε να βασιστεί στους κανόνες που καθορίζει ο ΚΥΚ και ιδίως ο κανονισμός [...] 1324/2008 [...]. Συνεπώς, [οι νέες γενικές εκτελεστικές διατάξεις] έπρεπε αναγκαστικά να εφαρμοστούν σε όλες τις μεταφορές [των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν σε κράτος μέλος, προς το συνταξιοδοτικό καθεστώς της Ένωσης ] για τις οποίες η σχετική αίτηση είχε υποβληθεί από την 1η Ιανουαρίου 2009 και σε όλες τις μεταφορές [προς εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα, του κεφαλαίου που αντιστοιχούσε στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αποκτήθηκαν από υπάλληλο στην Ένωση] όσον αφορά τις αποχωρήσεις από την υπηρεσία από την αναφερθείσα ημερομηνία». Τέλος, σύμφωνα με την ανακοίνωση της 17ης Σεπτεμβρίου 2010 «ο μικρός αριθμός των αιτήσεων για τις οποίες είχε ήδη προταθεί ή έγκριση μεταφοράς ή η καταβολή του κεφαλαίου από το ταμείο του αρχικού συνταξιοδοτικού συστήματος, θα αποτελούσαν αντικείμενο προσήκοντος χειρισμού. Οι ενδιαφερόμενοι συνάδελφοι θα ενημερωθούν προσωπικώς με επιστολή το ταχύτερο δυνατό σχετικά με την έκβαση της αιτήσεώς τους περί μεταφοράς».

23      Μετά την ανακοίνωση της 17ης Σεπτεμβρίου 2010, το PMO 4 ενημέρωσε την προσφεύγουσα με ηλεκτρονικό μήνυμα της 28ης Σεπτεμβρίου 2010, ότι, ενόψει της εφαρμογής των μελλοντικών γενικών εκτελεστικών διατάξεων «οι οποίες θα ίσχυαν αναδρομικώς από την 1η Ιανουαρίου 2009», η Επιτροπή «όφειλε να αναθεωρήσει την πρόταση που της είχε απευθύνει».

24      Στις 17 Δεκεμβρίου 2010, η προσφεύγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, στρεφόμενη κατά της ανακοινώσεως της 17ης Σεπτεμβρίου 2010. Η διοικητική αυτή ένσταση απερρίφθη στις 12 Απριλίου 2011 με το αιτιολογικό ότι η ανακοίνωση της 17ης Σεπτεμβρίου 2010 δεν περιείχε βλαπτική πράξη.

25      Μετά τη θέσπιση των ΓΕΔ 2011, στις 24 Μαΐου 2011 το PMO 4 απηύθυνε στην προσφεύγουσα δεύτερη πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών (στο εξής: δεύτερη πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών), συνοδευόμενη από σημείωμα το οποίο εξηγούσε ότι η νέα πρόταση «ακύρωνε και αντικαθιστούσε» την πρώτη πρόταση αναγνωρίσεως συντάξιμων ετών. Στη δεύτερη πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών αναφέρεται ότι οι συντελεστές μετατροπής που ελήφθησαν υπόψη στην πρώτη πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών είχαν «περιπέσει σε αχρησία» και «εστερούντο νομικής βάσεως από 1ης Ιανουαρίου 2009» λόγω της ενάρξεως ισχύος, κατά την ημερομηνία αυτήν, του επιτοκίου που καθόριζε ο κανονισμός 1324/2008. Το εν λόγω επιτόκιο αποτελούσε ένα από τα στοιχεία που ελαμβάνοντο υπόψη για τον υπολογισμό των συντελεστών μετατροπής που έπρεπε να εφαρμοστούν κατά τη μετατροπή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν προηγουμένως σε αριθμό αναγνωρισμένων συνταξίμων ετών στο πλαίσιο του ΚΥΚ. Κατά συνέπεια, η πρώτη πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών «έπρεπε να θεωρηθεί ως άκυρη και μηδέποτε γενόμενη». Κατ’ εφαρμογή των συντελεστών μετατροπής οι οποίοι καθορίστηκαν με τις ΓΕΔ 2011, ο αναγνωρισμένος συντάξιμος χρόνος ανερχόταν σε 17 έτη και 7 μήνες.

26      Στις 3 Ιουνίου 2011 η προσφεύγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, στρεφόμενη κατά των ΓΕΔ 2011 και, ιδίως, κατά του άρθρου 9 των εν λόγω ΓΕΔ, εκτιμώντας ότι η διάταξη αυτή παραβίαζε την αρχή της μη αναδρομικότητας.

27      Με απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011, η οποία κοινοποιήθηκε στον δικηγόρο της προσφεύγουσας την 29η Ιουλίου 2011, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) απέρριψε τη διοικητική ένσταση (στο εξής: απόφαση απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως), αφού διευκρίνισε ότι, «ανεξαρτήτως του ερωτήματος κατά πόσον οι ΓΕΔ [2011] δύνανται να χαρακτηρισθούν ως βλαπτική πράξη, η [δεύτερη] πρόταση [αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών] [...] θεωρήθηκε ως βλαπτική πράξη» και ότι, κατά συνέπεια, αυτή η δεύτερη πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών «αποτελούσε αντικείμενο της παρούσας αποφάσεως».

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

28      Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 4 Ιανουαρίου 2012, η Επιτροπή ήγειρε ένσταση απαραδέκτου, βάσει του άρθρου 78 του Κανονισμού Διαδικασίας, και ζήτησε από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να αποφανθεί επί της ενστάσεως, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της υποθέσεως.

29      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 27 Ιανουαρίου 2012, η προσφεύγουσα υπέβαλε παρατηρήσεις επί της ενστάσεως απαραδέκτου που πρότεινε η Επιτροπή.

30      Με έγγραφο της 25ης Μαΐου 2012, η Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ενημέρωσε τους διαδίκους ότι το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεκδικάσει την ένσταση απαραδέκτου με την ουσία της υποθέσεως.

31      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:

–        να ακυρώσει την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως·

–        εφόσον παραστεί ανάγκη, να ακυρώσει τη δεύτερη πρόταση αναγνωρίσεως των συνταξίμων ετών·

–        «εν ανάγκη, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 277 [ΣΛΕΕ]», να ακυρώσει τις ΓΔΕ 2011 και, ειδικότερα, το άρθρο 9 των εν λόγω ΓΕΔ·

        να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.

32      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:

–        να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη·

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

33      Με έγγραφο της 28ης Ιανουαρίου 2013, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ζήτησε από τους διαδίκους, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, να διευκρινίσουν ορισμένα σημεία των δικογράφων τους και να προσκομίσουν διάφορα έγγραφα. Οι διάδικοι συμμορφώθηκαν προς τα ως άνω μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου.

34      Η υπόθεση, η οποία αρχικά είχε ανατεθεί στο τρίτο τμήμα του Δικαστηρίου, παραπέμφθηκε στην ολομέλειά του και οι διάδικοι ενημερώθηκαν σχετικώς με έγγραφο της Γραμματείας του Δικαστηρίου, της 7ης Φεβρουαρίου 2013, το οποίο περιείχε κλήση προς συμμετοχή στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση και κοινοποίηση της προκαταρκτικής εκθέσεως ακροατηρίου.

 Σκεπτικό

 Επί του αντικειμένου της προσφυγής

35      Με το πρώτο αίτημά της η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία απερρίφθη η διοικητική ένσταση που υπέβαλε.

36      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι αιτήματα ακυρώσεως τα οποία ρητώς στρέφονται κατά της αποφάσεως που απορρίπτει διοικητική ένσταση έχουν ως αποτέλεσμα, στην περίπτωση που η εν λόγω απόφαση στερείται αυτοτελούς περιεχομένου, να επιλαμβάνεται το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της βλαπτικής πράξεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η ένσταση (απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1989, 293/87, Vainker κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 8).

37      Εν προκειμένω, η διοικητική ένσταση της 3ης Ιουνίου 2011, καίτοι εστρέφετο κατά των ΓΕΔ 2011, θεωρήθηκε από την ΑΔΑ ως αποκλειστικώς στρεφόμενη κατά της δεύτερης προτάσεως αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών και αυτή η άποψη δεν αμφισβητήθηκε από την προσφεύγουσα ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.

38      Ωστόσο, η απόφαση με την οποία απερρίφθη η διοικητική ένσταση επικυρώνει τη δεύτερη πρόταση αναγνωρίσεως των συνταξίμων ετών. Συνεπώς, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το αίτημα που στρέφεται κατά της αποφάσεως απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως στην ουσία στρέφεται κατά της δεύτερης προτάσεως αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών, η οποία, εξάλλου, αποτελεί αντικείμενο του δεύτερου αιτήματος της προσφεύγουσας.

39      Με το τρίτο αίτημά της, η προσφεύγουσα ζητεί «στο μέτρο που είναι αναγκαίο, [..] εν ανάγκη, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 277 [ΣΛΕΕ]», την ακύρωση των ΓΔΕ 2011 και, ειδικότερα, του άρθρου 9 των εν λόγω ΓΕΔ.

40      Από την αναφορά στο άρθρο 277 ΣΛΕΕ και από τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της προσφυγής, προκύπτει ότι η προσφεύγουσα με το τρίτο αίτημά της στην ουσία εγείρει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 9 των ΓΕΔ, οι οποίες αποτελούν πράξη γενικής ισχύος, ένσταση η οποία, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι βάσιμη, εν προκειμένω θα είχε ως αποτέλεσμα μόνον την ακύρωση της δεύτερης προτάσεως αναγνωρίσεως των συνταξίμων ετών, η οποία, εξάλλου, αποτελεί το αντικείμενο του δεύτερου αιτήματος της προσφεύγουσας.

41       Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι πρέπει να εξετασθεί μόνον το αίτημα ακυρώσεως της δεύτερης προτάσεως αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών.

 Επί της ενστάσεως απαραδέκτου

 Επιχειρήματα των διαδίκων

42      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, επειδή στρέφεται κατά της δεύτερης προτάσεως αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών, η οποία δεν συνιστά βλαπτική πράξη.

43      Κατά την Επιτροπή, η διοικητική διαδικασία που εφαρμόζεται στον χειρισμό των αιτήσεων μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος περιλαμβάνει πολλά στάδια. Η πρόταση αναγνωρίσεως των συνταξίμων ετών αποτελεί ένα μόνον από αυτά τα στάδια.

44      Η αναγνώριση συνταξίμων ετών που περιέχεται στην πρόταση που κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο καθίσταται οριστική μόνον όταν τα οικεία εθνικά ταμεία συντάξεων ή ταμεία συντάξεων διεθνών οργανισμών θα έχουν πράγματι καταβάλει στον τραπεζικό λογαριασμό της Επιτροπής τα ποσά που αντιστοιχούν στο τιμαριθμοποιημένο κεφάλαιο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του, κατά συνέπεια, η απόφαση αναγνωρίσεως των συνταξίμων ετών που κοινοποιείται στον υπάλληλο μετά την είσπραξη του μεταφερθέντος κεφαλαίου είναι η μόνη βλαπτική πράξη για τον υπάλληλο ο οποίος υπέβαλε αίτηση μεταφοράς.

45      Υπό τις συνθήκες αυτές, η δεύτερη πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών συνιστά προπαρασκευαστική πράξη, της οποίας το μόνο αντικείμενο είναι η προετοιμασία της τελικής αποφάσεως αναγνωρίσεως των συνταξίμων ετών.

46      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ισχυρίσθηκε επίσης ότι τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του υπαλλήλου δεν αποκρυσταλλώνονται με την πρόταση αναγνωρίσεως των συνταξίμων ετών, κατά μείζονα λόγο όταν η πρόταση αυτή δεν έχει γίνει αποδεκτή από τον ενδιαφερόμενο, και ότι, μεταξύ της διατυπώσεως της εν λόγω προτάσεως και της εκδόσεως της αποφάσεως η οποία περατώνει τη διαδικασία, το ποσό του μεταφερθέντος κεφαλαίου και, συνεπώς, ο αριθμός των συνταξίμων ετών που λαμβάνονται υπόψη είναι δυνατόν να μεταβληθούν. Συναφώς, η Επιτροπή βασίζεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, το οποίο ορίζει ότι το αρμόδιο θεσμικό όργανο καθορίζει «βάσει του μεταφερθέντος κεφαλαίου» τον αριθμό των συνταξίμων ετών που συνυπολογίζει σύμφωνα με το συνταξιοδοτικό καθεστώς της Ένωσης δυνάμει του χρόνου προϋπηρεσίας.

47      Αντιθέτως, η προσφεύγουσα φρονεί ότι, κατά την νομολογία, πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών συνιστά βλαπτική πράξη, ανεξαρτήτως της αποδοχής της ή μη από τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης

48      Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το σύστημα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, επιτρέποντας τον συντονισμό μεταξύ των εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων και του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της Ένωσης, αποσκοπεί στη διευκόλυνση της μετακινήσεως, προς τη διοίκηση της Ένωσης, ενός απασχολούμενου σε κράτος μέλος, στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, καθώς και σε διεθνείς οργανισμούς, και στη διασφάλιση, με τον τρόπο αυτό, της δυνατότητας της Ένωσης να προσελκύει ειδικευμένο και έμπειρο προσωπικό (διάταξη του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 2010, C‑286/09 και C‑287/09, Ricci, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

49      Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικό Δικαστήριο] έκρινε, ειδικότερα, ότι οι προτάσεις αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών που κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο για αποδοχή είναι «αποφάσεις» με διπλό αποτέλεσμα: αφενός, να διατηρηθεί υπέρ του υπαλλήλου στην οικεία εθνική έννομη τάξη το ποσό που αντιστοιχεί στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αυτός είχε αποκτήσει στο πλαίσιο του αντίστοιχου συνταξιοδοτικού συστήματος και, αφετέρου, να διασφαλιστεί ότι στην έννομη τάξη της Ένωσης, και υπό την επιφύλαξη της συνδρομής ορισμένων πρόσθετων προϋποθέσεων, τα εν λόγω δικαιώματα θα ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της Ένωσης (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 2008, Τ‑90/07 P και Τ‑99/07 P, Βέλγιο και Επιτροπή κατά Genette, σκέψη 91 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

50      Επίσης, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης είχε ήδη κρίνει ότι οι προτάσεις αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών συνιστούν μονομερείς πράξεις, χωρίς να απαιτείται η λήψη οποιουδήποτε άλλου μέτρου από το αρμόδιο θεσμικό όργανο, και οι οποίες είναι βλαπτικές για τον ενδιαφερόμενο. Εάν γινόταν δεκτή η αντίθετη άποψη, οι εν λόγω πράξεις δεν θα ήταν δυνατόν να αποτελέσουν, αυτοτελώς, αντικείμενο ένδικης αμφισβήτησης ή, τουλάχιστον, δεν θα ήταν δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής, παρά μόνον κατόπιν εκδόσεως μεταγενέστερης αποφάσεως, η οποία δεν θα εξεδίδετο από την ΑΔΑ, αλλά από διαφορετική αρχή, σε απροσδιόριστο χρόνο. Η άποψη αυτή δεν διασφαλίζει το δικαίωμα των υπαλλήλων να απολαμβάνουν αποτελεσματική δικαστική προστασία ούτε ικανοποιεί την απαίτηση της ασφάλειας δικαίου, η οποία είναι σύμφυτη με τους κανόνες περί προθεσμιών που περιέχονται στον ΚΥΚ (διάταξη του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 10ης Οκτωβρίου 2007, F‑17/07, Pouzol κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψεις 52 και 53).

51      Τέλος, η ίδια νομολογιακή τάση επιβεβαιώθηκε και με την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 11ης Δεκεμβρίου 2012, F‑122/10, Cocchi και Falcione κατά Επιτροπής (κατά της οποίας εκκρεμεί αναίρεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση Τ-103/13 P, σκέψεις 37 έως 39), με την οποία το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι η αναγνώριση συνταξίμων ετών συνιστούσε βλαπτική πράξη για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο.

52      Από τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 49 έως 51 της παρούσας αποφάσεως εν τέλει προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας μεταφοράς που περιεγράφη ανωτέρω και αποτελείται από πολλά στάδια, η πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών την οποία οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής απευθύνουν στον υπάλληλο για αποδοχή είναι μονομερής πράξη, η οποία δύναται να αποσπασθεί από το διαδικαστικό πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώνεται, εκδιδόμενη βάσει δέσμιας αρμοδιότητας, παρασχεθείσας ex lege στην Επιτροπή, δεδομένου ότι απορρέει απευθείας από το ατομικό δικαίωμα που παρέχει ρητώς το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του KYK στους υπαλλήλους και στο λοιπό προσωπικό κατά την ανάληψη υπηρεσίας στην Ένωση.

53      Ειδικότερα, η άσκηση της αναφερθείσας δέσμιας αρμοδιότητας υποχρεώνει την Επιτροπή να καταρτίσει πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών, η οποία θα βασίζεται σε όλα τα αναγκαία στοιχεία που οφείλει να λάβει από τις οικείες εθνικές αρχές ή τους οικείους διεθνείς οργανισμούς στο πλαίσιο στενού συντονισμού και καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών τους και των υπηρεσιών της Επιτροπής. Συνεπώς, μια τέτοια πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως έκφραση «απλής προθέσεως» των υπηρεσιών του θεσμικού οργάνου να ενημερώσουν τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, αναμένοντας την τελική αποδοχή του, καθώς και, στη συνέχεια, την είσπραξη του κεφαλαίου που θα τους επιτρέψει να αναγνωρίσουν τα συντάξιμα έτη. Αντιθέτως, μια τέτοια πρόταση συνιστά την αναγκαία δέσμευση εκ μέρους του θεσμικού οργάνου να προβεί σε ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή του δικαιώματος μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του υπαλλήλου, το οποίο ο εν λόγω υπάλληλος άσκησε υποβάλλοντας την αίτηση μεταφοράς. Όσον αφορά τη μεταφορά του τιμαριθμοποιημένου κεφαλαίου στο συνταξιοδοτικό καθεστώς της Ένωσης, πρόκειται για εκτέλεση χωριστής υποχρεώσεως η οποία βαρύνει τις οικείες εθνικές αρχές ή τους οικείους διεθνείς οργανισμούς και η οποία είναι αναγκαία για να ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο ταμείο του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της Ένωσης.

54      Επιπλέον, η άσκηση της δέσμιας αρμοδιότητας στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ υποχρεώνει την Επιτροπή να επιδείξει όλη την αναγκαία επιμέλεια, ώστε να παράσχει στον υπάλληλο ο οποίος υπέβαλε αίτηση εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του KYK τη δυνατότητα να αποδεχθεί την πρόταση αναγνωρίσεως των συνταξίμων ετών εν πλήρη γνώσει τόσο των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον υπολογισμό του αριθμού των συνταξίμων ετών που λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του ΚΥΚ όσο και των κανόνων που διέπουν τις μεθόδους υπολογισμού «κατά την ημερομηνία της αιτήσεως μεταφοράς», όπως διευκρινίζεται στο κείμενο του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του KYK. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι το όργανο στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος «καθορίζει», μέσω γενικών εκτελεστικών διατάξεων, λαμβάνοντας υπόψη τον βασικό μισθό, την ηλικία και τη συναλλαγματική ισοτιμία κατά την ημερομηνία της αιτήσεως μεταφοράς, τον «αριθμό των συνταξίμων ετών» που λαμβάνονται υπόψη.

55      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών συνιστά βλαπτική πράξη για τον υπάλληλο ο οποίος υπέβαλε αίτηση μεταφοράς των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων.

56      Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται και από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται κατωτέρω.

57      Πρώτον, επιβεβαιώνοντας προηγούμενη πρακτική η οποία αποτυπωνόταν στους όρους που περιελαμβάνοντο στις προτάσεις αναγνωρίσεως των συνταξίμων ετών, οι ΓΕΔ 2011 προβλέπουν πλέον ρητώς στο άρθρο 8 ότι η αποδοχή εκ μέρους του υπαλλήλου της προτάσεως αναγνωρίσεως των συνταξίμων ετών, εφόσον δηλωθεί, είναι «αμετάκλητη». Ωστόσο, το αμετάκλητο της αποδοχής εκ μέρους του υπαλλήλου δικαιολογείται μόνον στην περίπτωση που η Επιτροπή έχει κοινοποιήσει στον ενδιαφερόμενο πρόταση το περιεχόμενο της οποίας έχει υπολογιστεί και παρουσιαστεί με όλη την αναγκαία επιμέλεια και η οποία δεσμεύει την Επιτροπή, υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση αποδοχής εκ μέρους του ενδιαφερομένου, την υποχρεώνει να συνεχίσει τη διαδικασία μεταφοράς βάσει της προτάσεως αυτής.

58      Δεύτερον, η πρόταση αναγνωρίσεως των συνταξίμων ετών, καταρχήν, καταρτίζεται βάσει μεθόδου υπολογισμού που είναι η ίδια με την εφαρμοζόμενη κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο καταβάλλεται στην Ένωση, από τα οικεία εθνικά ταμεία ή τα οικεία ταμεία διεθνών οργανισμών, το σύνολο του οριστικώς μεταβιβαζόμενου κεφαλαίου.

59      Εκείνο που, ενδεχομένως, θα μπορούσε να αλλάξει μεταξύ της ημερομηνίας της προτάσεως περί αναγνωρίσεως των συνταξίμων ετών και της ημερομηνίας της οριστικής εισπράξεως του κεφαλαίου θα μπορούσε να είναι το ύψος του σχετικού ποσού, δεδομένου ότι το ποσό του δυνάμενου να μεταφερθεί τιμαριθμοποιημένου κεφαλαίου κατά την ημερομηνία της αιτήσεως μεταφοράς ενδέχεται να είναι διαφορετικό του ποσού του κεφαλαίου κατά την ημερομηνία κατά την οποία γίνεται πράγματι η μεταφορά, αναλόγως, παραδείγματος χάριν, των διακυμάνσεων των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Ακόμη και στην περίπτωση αυτήν, η οποία, πάντως, αφορά μόνον τις μεταφορές κεφαλαίων εκπεφρασμένων σε νομίσματα εκτός του ευρώ, η μέθοδος υπολογισμού που εφαρμόζεται στις δύο αυτές αξίες είναι τελικώς η ίδια.

60      Τρίτον, η άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία μόνον η απόφαση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών, η οποία εκδίδεται μετά την οριστική είσπραξη του σχετικού κεφαλαίου, συνιστά βλαπτική για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο πράξη, είναι σαφώς αντίθετη προς τον σκοπό της διοικητικής διαδικασίας μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, σκοπός της εν λόγω διαδικασίας είναι να επιτρέψει στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο να αποφασίσει, εν πλήρη γνώσει όλων των στοιχείων και πριν μεταφερθεί οριστικώς στο συνταξιοδοτικό καθεστώς της Ένωσης το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στο σύνολο των εισφορών του, εάν είναι ευνοϊκότερη για αυτόν η σώρευση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει προηγουμένως με εκείνα που αποκτά ως υπάλληλος της Ένωσης, ή, αντιθέτως, η διατήρηση των εν λόγω δικαιωμάτων στην οικεία εθνική έννομη τάξη (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Βέλγιο και Επιτροπή κατά Genette, σκέψη 91). Τελικώς, η προαναφερθείσα άποψη της Επιτροπής θα ανάγκαζε τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο να αμφισβητήσει τη μέθοδο με την οποία οι υπηρεσίες της Επιτροπής υπολόγισαν τον αριθμό των συνταξίμων ετών τα οποία δικαιούται, μόνον αφού τα αρχικά εθνικά ταμεία συντάξεων ή ταμεία συντάξεων διεθνών οργανισμών θα είχαν μεταφέρει οριστικώς το σχετικό κεφάλαιο στην Επιτροπή, αυτό όμως στην πράξη θα αναιρούσε την ίδια την ουσία του δικαιώματος που παρέχει στον υπάλληλο το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ να επιλέξει μεταξύ της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων ή της διατήρησής τους στα αρχικά εθνικά ταμεία συντάξεων ή ταμεία διεθνών οργανισμών.

61      Τέταρτον, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι οι προτάσεις αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών είναι προπαρασκευαστικές πράξεις, επειδή κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ ο αριθμός των συνταξίμων ετών πρέπει να υπολογιστεί «βάσει του μεταφερθέντος κεφαλαίου».

62      Συναφώς, επιβάλλεται κατ’ αρχάς η υπόμνηση ότι από το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ προκύπτει ότι το αρμόδιο θεσμικό όργανο «καθορίζει» τον αριθμό των συνταξίμων ετών κατ’ αρχάς «μέσω γενικών εκτελεστικών διατάξεων, λαμβάνοντας υπόψη τον βασικό μισθό του υπαλλήλου, την ηλικία του και την συναλλαγματική ισοτιμία κατά την ημερομηνία της αιτήσεως μεταφοράς» και ότι, στη συνέχεια, λαμβάνει υπόψη τον αριθμό των συνταξίμων ετών που καθορίστηκε με αυτόν τον τρόπο σύμφωνα με το συνταξιοδοτικό καθεστώς της Ένωσης «βάσει του μεταφερθέντος κεφαλαίου».

63      Το περιεχόμενο της ανωτέρω διατάξεως αποτυπώνεται στα κείμενα του άρθρου 7 των ΓΕΔ 2004 και του άρθρου 7 των ΓΕΔ 2011. Τα δύο αυτά άρθρα όντως ορίζουν, στην παράγραφό τους 1, ότι ο αριθμός των συνταξίμων ετών που λαμβάνονται υπόψη υπολογίζεται «βάσει του δυνάμενου να μεταφερθεί ποσού που αντιπροσωπεύει τα αποκτηθέντα δικαιώματα [...], αφαιρουμένου του ποσού που αντιπροσωπεύει την ανατίμηση του κεφαλαίου μεταξύ της ημερομηνίας πρωτοκολλήσεως της αιτήσεως μεταφοράς και της ημερομηνίας που πράγματι διενεργήθηκε η μεταφορά».

64      Στην παράγραφο 2 των άρθρων 7 των ΓΕΔ 2004 και ΓΕΔ 2011 διευκρινίζεται πάντως ότι ο αριθμός των συνταξίμων ετών που λαμβάνονται υπόψη «στη συνέχεια υπολογίζεται [...] βάσει του μεταφερθέντος ποσού», σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο που αναφέρεται στην πρώτη περίπτωση της ίδιας παραγράφου.

65      Συνεπώς, από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οι προτάσεις αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών υπολογίζονται βάσει του δυνάμενου να μεταφερθεί ποσού κατά την ημερομηνία πρωτοκολλήσεως της αιτήσεως, όπως αυτό κοινοποιήθηκε στις υπηρεσίες της Επιτροπής από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ή υπηρεσίες διεθνών οργανισμών, αφαιρουμένου, ενδεχομένως, του ποσού που αντιπροσωπεύει την ανατίμηση του κεφαλαίου μεταξύ της ημερομηνίας πρωτοκολλήσεως της αιτήσεως μεταφοράς και της ημερομηνίας κατά την οποία πράγματι διενεργήθηκε η μεταφορά, δεδομένου ότι, όντως, το ποσόν αυτής της διαφοράς δεν πρέπει να βαρύνει το συνταξιοδοτικό καθεστώς της Ένωσης.

66      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η δεύτερη πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών συνιστά βλαπτική πράξη και ότι, συνεπώς, το αίτημα ακυρώσεως είναι παραδεκτό. Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου που πρότεινε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.

 Επί της ουσίας

67      Προς στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως που στρέφεται κατά της δεύτερης προτάσεως αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών, η προσφεύγουσα προβάλλει έναν και μοναδικό λόγο ακυρώσεως που αντλείται από «την παράβαση του άρθρου 11[,] παράγραφος 2[,] του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ [και] του άρθρου 26[,] παράγραφος 4[,] του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ, την προσβολή κεκτημένων δικαιωμάτων και την παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας, καθώς και την πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως».

 Επιχειρήματα των διαδίκων

68      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση, σε περίπτωση που προτίθεται να τροποποιήσει τις αναλογιστικές αξίες οι οποίες εφαρμόζονται στις αιτήσεις μεταφοράς στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης, των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί σε κράτος μέλος (στο εξής: μεταφορές «in»), να θεσπίσει προηγουμένως νέες γενικές εκτελεστικές διατάξεις. Ωστόσο, η Επιτροπή θέσπισε νέες γενικές εκτελεστικές διατάξεις μόλις στις 3 Μαρτίου 2011. Συνεπώς, οι ΓΕΔ 2004, οι οποίες ίσχυαν πριν από την αναφερθείσα ημερομηνία, ήταν οι μόνες εφαρμοστέες στην αίτηση μεταφοράς.

69      Η θέση σε ισχύ, την 1η Ιανουαρίου 2009, του κανονισμού 1324/2008 δεν επηρεάζει τα επιτόκια που εφαρμόζονται κατά τον υπολογισμό των προς αναγνώριση συνταξίμων ετών. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω κανονισμός αναθεώρησε το επιτόκιο που προβλέπεται στο άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, το οποίο εφαρμόζεται αποκλειστικώς σε περίπτωση μεταφοράς, σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα, του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου, δηλαδή του κεφαλαίου που αντιστοιχεί στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αποκτήθηκαν στο συνταξιοδοτικό καθεστώς της Ένωσης (στο εξής: μεταφορές «out»), και συνεπώς δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση μεταφοράς «in».

70      Εξάλλου, καμία διάταξη του ΚΥΚ ή του κανονισμού 1324/2008 δεν επιβάλλει την άμεση, αυτόματη, εφαρμογή του επιτοκίου που καθορίστηκε με τον εν λόγω κανονισμό, όταν πρόκειται για τον υπολογισμό του αριθμού των συνταξίμων ετών σε περίπτωση μεταφοράς «in».

71      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο της πενταετούς αναλογιστικής αποτιμήσεως, η οποία διενεργείται βάσει του άρθρου 83α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ, ο κανονισμός 1324/2008 δύναται να προσαρμόσει μόνον το ποσοστό εισφοράς στο συνταξιοδοτικό καθεστώς της Ένωσης και το επιτόκιο που προβλέπεται στις διατάξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 2 του ανωτέρω κανονισμού. Θεσπίζοντας τα μέτρα αυτά με τον ανωτέρω κανονισμό, το Συμβούλιο «εξήντλησε» το σύνολο των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 83α του ΚΥΚ. Το Συμβούλιο δεν είναι αρμόδιο να εκδώσει απόφαση η οποία να επηρεάζει τον υπολογισμό που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.

72      Επιπλέον, η αναθεώρηση του επιτοκίου, η οποία αποφασίστηκε από το Συμβούλιο, δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί υποχρεωτικώς και ταυτοχρόνως σε όλους τους αναλογιστικούς υπολογισμούς.

73      Η προσφεύγουσα επίσης υποστηρίζει ότι τα δικαιώματά της αποκρυσταλλώθηκαν κατά την ημερομηνία της αιτήσεως μεταφοράς, δηλαδή στις 3 Νοεμβρίου 2009 και, συνεπώς, θα έπρεπε να έχουν καθοριστεί κατ’ εφαρμογή των ΓΕΔ 2004, οι οποίες ίσχυαν αποκλειστικά κατά την ημερομηνία αυτήν.

74      Τέλος, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η αναδρομική εφαρμογή των ΓΕΔ 2011 ήταν «απροσδόκητη». Και αυτό δεδομένου ότι το υπηρεσιακό σημείωμα του γενικού διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης «Ανθρώπινο δυναμικό και ασφάλεια», της 25ης Μαΐου 2010, και η ανακοίνωση της 30ής Ιουλίου 2010 είχαν αναγγείλει ότι οι νέοι κανόνες δεν θα είχαν αναδρομική εφαρμογή.

75      Η Επιτροπή αντιτείνει ότι, ακόμη και αν ο κανονισμός 1324/2008 δεν ήταν δυνατόν να τροποποιήσει το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη δεν αναφέρει το εφαρμοστέο επιτόκιο για τον υπολογισμό του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου, ωστόσο, οι γενικές εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ εφαρμόζουν συντελεστές μετατροπής οι οποίοι «έχουν άμεση συνάρτηση προς το επιτόκιο που αναφέρεται στο άρθρο 8 του παραρτήματος VIII [του ΚΥΚ]».

76      Κατά την άποψη της Επιτροπής, η αναθεώρηση του επιτοκίου που προβλέπεται στο άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, η οποία ίσχυσε από 1ης Ιανουαρίου 2009 με την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1324/2008, συνεπαγόταν «αναγκαστικά» την τροποποίηση, κατά την ίδια ημερομηνία, των προαναφερθέντων συντελεστών μετατροπής. Συνεπώς, οι συντελεστές μετατροπής που προβλέπονται στις ΓΕΔ 2004 «περιέπεσαν σε αχρησία» και στερούνται νομικής βάσεως, ανεξαρτήτως οιασδήποτε τυπικής ή εκ των πραγμάτων καταργήσεώς τους.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης

77      Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτίαση που αντλείται από την πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ουδόλως τεκμηριώνεται, δεδομένου ότι δεν προβλήθηκε κανένα επιχείρημα προς στήριξή της. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί βάσει του άρθρου 35, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του Κανονισμού Διαδικασίας.

78      Στο πλαίσιο του μοναδικού λόγου ακυρώσεως που προβάλλει, η προσφεύγουσα προτείνει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 9, τρίτο εδάφιο, τελευταία περίοδος, καθώς και του άρθρου 9, τέταρτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, των ΓΕΔ 2011. Κατά την προσφεύγουσα, οι διατάξεις αυτές των ΓΕΔ 2011 προβλέπουν ότι οι συντελεστές μετατροπής που περιέχονται στο παράρτημα 1 των ΓΕΔ 2011 και οι οποίοι έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό 1324/2008, εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2009, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του εν λόγω κανονισμού, ενώ κατά την ημερομηνία αυτήν το παράρτημα 2 των ΓΕΔ 2004, το οποίο προέβλεπε διαφορετικούς συντελεστές μετατροπής, εφαρμοστέους από την 1η Μαΐου 2004, δεν υπέστη καμία τυπική τροποποίηση. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι μία τέτοια τυπική τροποποίηση επιβαλλόταν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ και ότι η εφαρμογή, με αναδρομικό αποτέλεσμα από 1ης Ιανουαρίου 2009, των νέων συντελεστών μετατροπής που προβλέπονται στο παράρτημα 1 των ΓΔΕ 2011, και στις περιπτώσεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού, των οποίων η αίτηση μεταφοράς «in» είχε υποβληθεί πριν από την ανωτέρω ημερομηνία, παραβιάζει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας.

79      Προς δικαιολόγηση της νομιμότητας του άρθρου 9, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, των ΓΕΔ 2011, η Επιτροπή κατ’ ουσίαν υποστηρίζει ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 1324/2008 κατέστησε ανενεργείς και αυτομάτως στερούμενες νομικής βάσεως τις ΓΕΔ 2004, όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού του αριθμού των συνταξίμων ετών που έπρεπε να ληφθούν υπόψη.

–       Επί των συνεπειών του κανονισμού 1324/2008 στις ΓΕΔ 2004

80      Από το γράμμα του άρθρου 2 του κανονισμού 1324/2008 προκύπτει ότι ο εν λόγω κανονισμός έχει δύο σκοπούς όσον αφορά τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης.

81      Ο πρώτος σκοπός αφορά τον καθορισμό, με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, του επιτοκίου που εφαρμόζεται κατά τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του υπαλλήλου που επανέρχεται στην υπηρεσία της Ένωσης, αφού προηγουμένως είχε εργαστεί για ένα χρονικό διάστημα σε όργανο της Ένωσης. Είναι σαφές εκ των προτέρων ότι ο σκοπός αυτός δεν αφορά την υπό κρίση υπόθεση.

82      Ο δεύτερος σκοπός αφορά τον καθορισμό του επιτοκίου που πρέπει να εφαρμοστεί για τον υπολογισμό του «ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου» της συντάξεως αρχαιότητας. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ για τις μεταφορές «out» και όχι στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του ίδιου παραρτήματος για τις μεταφορές «in».

83      Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 11 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ περιέχει σαφή διάκριση μεταξύ αφενός, της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 μεταφοράς «out» και, αφετέρου, της αναφερόμενης στην παράγραφο 2 μεταφοράς «in».

84      Στην περίπτωση μεταφοράς «out», το άρθρο 11, παράγραφος 1, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ ορίζει ότι ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δικαιούται να μεταφέρει «το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο με αναγωγή του σχετικού ποσού στην ημερομηνία της πραγματικής μεταφοράς των δικαιωμάτων συντάξεως αρχαιότητας που έχει αποκτήσει στην Ένωση». Αντιθέτως, σε περίπτωση μεταφοράς «in», η παράγραφος 2 της ίδιας διατάξεως προβλέπει ότι ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος έχει τη ευχέρεια να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στην Ένωση «το κεφάλαιο, με αναγωγή του σχετικού ποσού στον χρόνο της πραγματικής μεταφοράς του, που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης τα οποία έχει αποκτήσει [στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα ή σε αντίστοιχο σύστημα διεθνούς οργανισμού όπου υπαγόταν προηγουμένως]». Στην περίπτωση μεταφοράς «out», το μεταφερόμενο χρηματικό ποσόν είναι «το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο» των δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν στην Ένωση· στην περίπτωση της μεταφοράς «in», το μεταφερόμενο χρηματικό ποσό είναι το «τιμαριθμοποιημένο κεφάλαιο», δηλαδή ένα χρηματικό ποσό το οποίο κατ’ ουσίαν αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αποκτήθηκαν βάσει προηγουμένων δραστηριοτήτων του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου στο οικείο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα ή σε αντίστοιχο σύστημα διεθνούς οργανισμού, με αναγωγή του σχετικού ποσού, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, στην πραγματική ημερομηνία που διενεργήθηκε η μεταφορά (βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Δεκεμβρίου 2013, C‑166/12, Časta, σκέψη 26).

85      Πάντως, το «ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο» που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ και «το τιμαριθμοποιημένο κεφάλαιο» στο οποίο αναφέρεται η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου είναι δύο διαφορετικές νομικές έννοιες οι οποίες υπάγονται σε δύο διαφορετικές έννομες τάξεις, ανεξάρτητες μεταξύ τους.

86      Ειδικότερα, κατά το δίκαιο που διέπει τον ΚΥΚ, το «ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο» συνιστά αυτοτελή έννοια, σύμφυτη προς το συνταξιοδοτικό καθεστώς της Ένωσης. Στο άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ ορίζεται ως «η αξία σε κεφάλαιο των παροχών [της συντάξεως αρχαιότητας] που αναλογούν στον υπάλληλο και υπολογίζονται σύμφωνα με τον πίνακα θνησιμότητας που αναφέρεται στο άρθρο 9 του παραρτήματος ΧΙΙ [του ΚΥΚ] και βάσει του ετησίου επιτοκίου 3,1 % το οποίο δύναται να αναθεωρηθεί σύμφωνα με τους οριζόμενους στο άρθρο 10 του παραρτήματος ΧΙΙ [του ΚΥΚ] κανόνες». Συγκεκριμένα, η πλέον πρόσφατη αναθεώρηση που αναφέρεται στο άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, επήλθε μέσω του κανονισμού 1324/2008, ο οποίος μείωσε το επιτόκιο από 3,5 σε 3,1 %.

87      Αντιθέτως, ο ΚΥΚ δεν περιέχει ορισμό του «τιμαριθμοποιημένου κεφαλαίου» ούτε την μέθοδο υπολογισμού του, και αυτό λόγω του ότι ο υπολογισμός και οι τρόποι ελέγχου του υπάγονται αποκλειστικά, κατά πάγια νομολογία, στην αρμοδιότητα των οικείων εθνικών αρχών ή υπηρεσιών διεθνών οργανισμών (προαναφερθείσα απόφαση Βέλγιο και Επιτροπή κατά Genette, σκέψεις 56 και 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

88      Εντούτοις, η Επιτροπή εμμένει στην άποψη ότι το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο αποτελεί επίσης «μέθοδο υπολογισμού» η οποία θα πρέπει να εφαρμόζεται όχι μόνον σε περίπτωση μεταφοράς «out», όταν δηλαδή τα χρηματικά ποσά εξέρχονται από τα ταμεία του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της Ένωσης για να καταβληθούν σε συνταξιοδοτικό σύστημα κράτους μέλους ή διεθνούς οργανισμού, αλλά επίσης και σε περίπτωση μεταφοράς «in» όταν, αντιστρόφως, χρηματικά ποσά καταβάλλονται στα ταμεία του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της Ένωσης.

89      Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, ως μέθοδος υπολογισμού, το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο εφαρμόζεται και στις δύο περιπτώσεις μεταφοράς δικαιωμάτων επί συντάξεως αρχαιότητας. Η Επιτροπή επισημαίνει συναφώς ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ προβλέπει, από το 2004 που άρχισε να ισχύει η μεταρρύθμιση του ΚΥΚ, νέο όρο προς τον οποίο πρέπει να συμμορφώνονται οι οικείες εθνικές αρχές, δηλαδή ότι το ποσό του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει το σύνολο των εισφορών που τους έχει καταβάλει ο υπάλληλος ο οποίος εισήλθε στην υπηρεσία της Ένωσης πρέπει να υποστεί «αναγωγή στον χρόνο της πραγματικής μεταφοράς του». Κατά την Επιτροπή, αυτός ο νέος όρος, δεδομένου ότι περιέχεται στον ΚΥΚ, επιβάλλει στις οικείες εθνικές αρχές την υποχρέωση να προβούν σε αναγωγή του κεφαλαίου σύμφωνα με τις παραμέτρους που αναφέρονται στον ΚΥΚ, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το επιτόκιο, μετά την πλέον πρόσφατη αναθεώρησή του με τον κανονισμό 1324/2008.

90      Η άποψη της Επιτροπής δεν είναι, ωστόσο, ορθή από νομικής απόψεως.

91      Ειδικότερα, από τη νομολογία προκύπτει ότι το σύστημα μεταφοράς «in» συνίσταται σε δύο διακριτά διοικητικά στάδια. Το πρώτο στάδιο συνίσταται στον υπολογισμό του τιμαριθμοποιημένου κεφαλαίου από τις αρμόδιες εθνικές υπηρεσίες ή υπηρεσίες διεθνών οργανισμών οι οποίες διαχειρίζονται το συνταξιοδοτικό σύστημα στο οποίο υπαγόταν ο ενδιαφερόμενος, μέχρις ότου εισέλθει στην υπηρεσία της Ένωσης. Το στάδιο αυτό υπάγεται καθ’ ολοκληρίαν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των προαναφερθεισών υπηρεσιών. Αντιθέτως, το δεύτερο στάδιο συνίσταται στη μετατροπή, από το οικείο θεσμικό όργανο της Ένωσης, του τιμαριθμοποιημένου κεφαλαίου, όπως υπολογίστηκε από τις εν λόγω υπηρεσίες, σε συντάξιμα έτη που λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της Ένωσης, βάσει κανόνων που διέπουν το εν λόγω καθεστώς, συμπεριλαμβανομένων και των κανόνων που περιέχονται στις γενικές εκτελεστικές διατάξεις, τις οποίες οφείλει να θεσπίσει κάθε θεσμικό όργανο για τις μεταφορές «in» (βλ., κατά την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Βέλγιο και Επιτροπή κατά Genette, σκέψεις 56 και 57).

92      Συνεπώς, οι δύο αποφάσεις, εκ των οποίων η πρώτη αφορά τον καθορισμό του τιμαριθμοποιημένου κεφαλαίου και η δεύτερη την μετατροπή αυτού του κεφαλαίου σε συντάξιμα έτη, εκδίδονται στο πλαίσιο δύο διαφορετικών εννόμων τάξεων και κάθε μία από τις εν λόγω αποφάσεις υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο που προσιδιάζει στην αντίστοιχη έννομη τάξη (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 18ης Μαρτίου 2004, Τ‑204/01, Lindοrfer κατά Συμβουλίου, σκέψεις 28 έως 31).

93      Το γεγονός ότι, μετά τη μεταρρύθμιση του ΚΥΚ του 2004, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ προβλέπει ότι οι οικείες εθνικές αρχές ή οι υπηρεσίες διεθνών οργανισμών οφείλουν να τιμαριθμοποιήσουν, στον χρόνο της πραγματικής μεταφοράς, το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει το σύνολο των εισφορών που κατέβαλε ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού ο οποίος εισέρχεται στην υπηρεσία της Ένωσης, καίτοι συνεπάγεται ορισμένες υποχρεώσεις των εν λόγω αρχών ή υπηρεσιών, εντούτοις δεν συνεπάγεται, λόγω ελλείψεως ρητών σχετικών διατάξεων, ότι η εν λόγω τιμαριθμοποίηση θα πρέπει να γίνει κατά τον τρόπο που έχει καθοριστεί για τις μεταφορές «out». Αντιθέτως, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Časta, σκέψεις 25 και 26, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να εφαρμόζουν είτε τη λεγόμενη μέθοδο «του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου» είτε τη μέθοδο «του κατ’ αποκοπήν ποσού εξαγοράς» ή ακόμη και άλλες μεθόδους.

94      Συνεπώς, πρώτον, όταν πρόκειται για τον υπολογισμό του τιμαριθμοποιημένου κεφαλαίου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ή υπηρεσίες διεθνών οργανισμών, ενόψει της μεταφοράς «in», το εν λόγω κεφάλαιο καθορίζεται βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου και σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζει το δίκαιο αυτό ή, προκειμένου για διεθνή οργανισμό, από τους κανόνες που τον διέπουν, όχι όμως βάσει του άρθρου 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ ούτε του επιτοκίου που καθορίζεται στη διάταξη αυτήν. Εξάλλου, η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται στη σκέψη 57 της προαναφερθείσας αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου Βέλγιο και Επιτροπή κατά Genette, όπου διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση μεταφοράς «in», η απόφαση σχετικά με τον υπολογισμό των δυνάμενων να μεταφερθούν συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων εκδίδεται στο πλαίσιο της οικείας εθνικής έννομης τάξης και υπόκειται μόνον στον έλεγχο των εθνικών δικαστηρίων (βλ., κατά την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Časta, σκέψη 24).

95      Ως εκ τούτου, το άρθρο 2 του κανονισμού 1324/2008 δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως στοιχείο της μεθόδου υπολογισμού του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αποκτήθηκαν από τον υπάλληλο ή από μέλος του λοιπού προσωπικού πριν εισέλθει στην υπηρεσία της Ένωσης και ότι δεν πρέπει να ληφθεί υποχρεωτικά υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ή υπηρεσίες διεθνών οργανισμών κατά την τιμαριθμοποίηση του εν λόγω μεταφερτέου κεφαλαίου.

96      Δεύτερον, όταν πρόκειται για τον υπολογισμό, από τις υπηρεσίες του οικείου θεσμικού οργάνου, του αριθμού των συνταξίμων ετών που πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της Ένωσης, υπολογισμός ο οποίος είναι διαφορετικός από τον υπολογισμό του τιμαριθμοποιημένου κεφαλαίου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 91 έως 93 της παρούσας αποφάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ούτε το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, το οποίο αφορά τις μεταφορές «in», ούτε κάποια άλλη διάταξη του ΚΥΚ προβλέπει ρητώς την υποχρέωση εφαρμογής του επιτοκίου που αναφέρεται στο άρθρο 8 του ιδίου παραρτήματος κατά τον υπολογισμό του αριθμού συνταξίμων ετών στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού καθεστώτος της Ένωσης. Συνεπώς, το επιχείρημα της Επιτροπής, κατά το οποίο οι συντελεστές μετατροπής σε περίπτωση μεταφοράς «in» «τελούν σε άμεση συνάρτηση» προς το επιτόκιο που αναφέρεται στο άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, δεν βασίζεται σε καμία διάταξη του ΚΥΚ.

97      Εξάλλου, το Συμβούλιο δεν δύναται μέσω ενός εκτελεστικού κανονισμού, εκδοθέντος βάσει του άρθρου 83α του ΚΥΚ, να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, αμφισβητώντας την αυτονομία που ο νομοθέτης της Ένωσης απένειμε, μέσω της εν λόγω διατάξεως, στα θεσμικά όργανα της Ένωσης παρέχοντας σε αυτά την εξουσία να καθορίζουν, μέσω γενικών εκτελεστικών διατάξεων, τον αριθμό των συνταξίμων ετών σε περίπτωση μεταφοράς «in».

98      Το άρθρο 7, παράγραφος 2, των ΓΕΔ 2004 όντως παραπέμπει, για τις ανάγκες του υπολογισμού του αριθμού των συνταξίμων ετών τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη βάσει του κεφαλαίου που πράγματι μεταφέρθηκε στο συνταξιοδοτικό καθεστώς της Ένωσης, στις αναλογιστικές αξίες V2 που περιέχονται στον πίνακα του παραρτήματος 2 των ΓΕΔ 2004, οι οποίες, στην συνέχεια, δυνάμει του ιδίου παραρτήματος, «υπολογίζονται βάσει των παραμέτρων που προβλέπονται στο παράρτημα XII του ΚΥΚ». Πάντως, μεταξύ των εν λόγω παραμέτρων, αναφέρεται το επιτόκιο που καθορίζεται στο άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.

99      Εντούτοις, το παράρτημα 2 των ΓΕΔ 2004 αναφέρει τις αναλογιστικές αξίες, όπως αυτές υπολογίζονται βάσει, ιδίως, του επιτοκίου 3,5 % που προβλεπόταν στο άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, πριν τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1324/2008. Αυτές ακριβώς οι αναλογιστικές αξίες ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή για την κατάρτιση της πρώτης προτάσεως αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ είχε, εν τω μεταξύ, τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1324/2008.

100    Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ και, ιδίως, για τους σκοπούς της αναπροσαρμογής των συντελεστών μετατροπής σε περίπτωση μεταφοράς «in» και δεδομένου του επιτοκίου 3,1 % που προβλέπεται στο άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1324/2008, εναπόκειτο στην Επιτροπή, σύμφωνα με το προμνησθέν άρθρο 11, παράγραφος 2, το οποίο για την εφαρμογή του παραπέμπει σε γενικές εκτελεστικές διατάξεις, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, να τροποποιήσει τις ΓΕΔ 2004 και να καταρτίσει νέο πίνακα αναλογιστικών αξιών. Αυτό ακριβώς έπραξε η Επιτροπή θεσπίζοντας τις ΓΕΔ 2011 που περιείχαν σε παράρτημα νέες αναλογιστικές αξίες, οι οποίες, στις τελευταίες αυτές γενικές εκτελεστικές διατάξεις αποκαλούνται «συντελεστές μετατροπής» για τους σκοπούς του υπολογισμού των συνταξίμων ετών.

101    Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι το άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, όπως τροποποιήθηκε κατόπιν της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 1324/2008, δεν θα ήταν δυνατόν να εφαρμοστεί στις μεταφορές «in», παρά μόνο μέσω των γενικών εκτελεστικών διατάξεων των οποίων η θέσπιση εναπόκειται στα θεσμικά όργανα σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Εν προκειμένω, η εφαρμογή του προμνησθέντος άρθρου 8 απορρέει από την αναφορά στις «παραμέτρους που προβλέπονται στο παράρτημα ΧΙΙ του ΚΥΚ» οι οποίες περιέχονται στην επικεφαλίδα του παραρτήματος 2, των ΓΕΔ 2004, δεδομένου ότι το ίδιο το προαναφερθέν παράρτημα ΧΙΙ στο άρθρο του 1, παράγραφος 2, στο άρθρο του 10 και στο άρθρο του 12, παραπέμπει στο επιτόκιο που αναφέρεται στο άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Ωστόσο, η επικεφαλίδα του άρθρου 2 των ΓΔΕ 2004 έχει διευκρινιστικό χαρακτήρα ως προς τη μέθοδο υπολογισμού που επελέγη από την Επιτροπή βάσει την εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που της παρέχει το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, και δύναται να χρησιμεύσει μόνον στην ερμηνεία του συστήματος κανόνων που περιέχονται στον πίνακα των αναλογιστικών αξιών (όσον αφορά την κανονιστική ισχύ της επικεφαλίδας ενός άρθρου οδηγίας, βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Απριλίου 2003, C‑144/00, Hoffmann, σκέψεις 37 έως 40). Επιπλέον, τέτοιες διαδοχικές παραπομπές, οι οποίες, επιπροσθέτως, είναι σε μεγάλο βαθμό γριφώδεις, δεν είναι δυνατόν να υπερισχύουν των σαφών στοιχείων που περιέχονται στον αναφερθέντα πίνακα αναλογιστικών αξιών, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της ασφάλειας δικαίου.

102    Εν κατακλείδι, το επιχείρημα της Επιτροπής με το οποίο υποστηρίζεται ότι η μέθοδος υπολογισμού του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου που προβλέπεται στο άρθρο 8 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ έπρεπε αναγκαστικά να εφαρμοστεί και κατά τον καθορισμό του τιμαριθμοποιημένου κεφαλαίου, ακόμη και κατά τον καθορισμό του αριθμού των συνταξίμων ετών που προβλέπονται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, αντιβαίνει προς το περιεχόμενο της εν λόγω διατάξεως και τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης, ο οποίος, εν προκειμένω, θέλησε να διατηρήσει στο πλαίσιο του ΚΥΚ σαφή διάκριση μεταξύ των δύο περιπτώσεων μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, «in» και «out», και συνεπώς σαφή διάκριση μεταξύ του τιμαριθμοποιημένου κεφαλαίου και του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου.

103    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η άποψη της Επιτροπής κατά τη οποία ο κανονισμός 1234/2008 κατέστησε ανενεργείς και αυτoμάτως στερούμενες νομικής βάσεως τις ΓΕΔ 2004, καθόσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού του αριθμού των συνταξίμων ετών, πάσχει πλάνη περί το δίκαιο, δεδομένου ότι η αιτιολόγηση της άποψης αυτής δεν λαμβάνει υπόψη ούτε το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού ούτε το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.

104    Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η Επιτροπή εδικαιούτο να εφαρμόσει τους νέους συντελεστές μετατροπής που περιέχονται στο παράρτημα 1 των ΓΔΕ 2011, στις αιτήσεις μεταφοράς που υποβλήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος των εν λόγω ΓΔΕ, ήτοι πριν από την 1η Απριλίου 2011.

–        Επί της αναδρομικής εφαρμογής των συντελεστών μετατροπής που περιλαμβάνονται στο παράρτημα 1 των ΓΔΕ 2011

105    Επιβάλλεται εκ προοιμίου η υπόμνηση ότι, κατά γενικώς αναγνωρισμένη αρχή, ένας νέος κανόνας εφαρμόζεται, πλην εξαιρέσεων, άμεσα σε καταστάσεις που πρόκειται να γεννηθούν, καθώς και στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων που γεννήθηκαν, ενόσω τελούσε εν ισχύι ο παλαιός κανόνας, χωρίς ωστόσο να έχουν διαμορφωθεί πλήρως (απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 13ης Ιουνίου 2012, F‑31/10, Guittet κατά Επιτροπής, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

106    Συνεπώς, είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί αν, κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος των νέων συντελεστών μετατροπής που προβλέπονται στις ΓΕΔ 2011, ήτοι την 1η Απριλίου 2011, η προσφεύγουσα τελούσε σε κατάσταση η οποία είχε γεννηθεί και εξ ολοκλήρου διαμορφωθεί υπό την ισχύ των ΓΔΕ 2004. Μόνον υπ’ αυτήν την προϋπόθεση θα μπορούσε πράγματι να γίνει δεκτό ότι οι συντελεστές μετατροπής που προβλέπονται στις ΓΔΕ 2011 εφαρμόστηκαν αναδρομικά στην προσφεύγουσα. Στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να εξετασθεί η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που πρότεινε η προσφεύγουσα και, ειδικότερα, η νομιμότητα της αναδρομικής εφαρμογής των συντελεστών μετατροπής που προβλέπονται στις ΓΕΔ 2011, υπό το πρίσμα των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (βλ., κατά την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Guittet κατά Επιτροπής, σκέψη 48).

107    Εν προκειμένω, για να είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η κατάσταση ενός υπαλλήλου ή ενός μέλους του λοιπού προσωπικού που έχει υποβάλει αίτηση μεταφοράς «in» έχει διαμορφωθεί εξ ολοκλήρου υπό την ισχύ των αναλογιστικών αξιών V2 που αποτελούσαν παράρτημα των ΓΕΔ 2004, πρέπει να αποδειχθεί ότι το αργότερο την ημέρα που προηγήθηκε της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος των νέων συντελεστών μετατροπής που προβλέπονται στις ΓΕΔ 2011, ήτοι στις 31 Μαρτίου 2011, ο ενδιαφερόμενος είχε αποδεχθεί την πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών, την οποία του είχε κοινοποιήσει η Επιτροπή βάσει των ΓΕΔ 2004.

108    Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 21 της παρούσας αποφάσεως, η προσφεύγουσα ούτε αποδέχτηκε ούτε αρνήθηκε τυπικώς την πρώτη πρόταση συνταξίμων ετών. Σε σχέση με το δικαίωμά της προς μεταφορά «in», η κατάστασή της, καίτοι γεννήθηκε υπό την ισχύ των ΓΕΔ 2004, εντούτοις, δεν είχε διαμορφωθεί εξ ολοκλήρου υπό την ισχύ των ΓΕΔ 2004, κατά το χρονικό σημείο ενάρξεως ισχύος των ΓΕΔ 2011 οι οποίες, συνεπώς, δεν εφαρμόστηκαν αναδρομικώς στην προκειμένη περίπτωση.

109    Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα δεν δύναται να επικαλεστεί ούτε κεκτημένο δικαίωμα ούτε τη μη τήρηση των προϋποθέσεων ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Cocchi και Falcione, σκέψεις 42 και 43).

110    Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το αίτημα ακυρώσεως της δεύτερης προτάσεως αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

111    Κατά συνέπεια, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

112    Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας και υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του ογδόου κεφαλαίου του δευτέρου τίτλου του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Βάσει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να αποφασίσει, όταν απαιτείται από λόγους επιείκειας, ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται εν μέρει μόνο στα δικαστικά έξοδα ή ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί για τους ως άνω λόγους.

113    Από το προπαρατεθέν σκεπτικό προκύπτει ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε. Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι η στάση της Επιτροπής προκάλεσε στην προσφεύγουσα απόλυτα δικαιολογημένες ανησυχίες και δισταγμούς. Πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι στην απόφαση απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως η Επιτροπή παραδέχτηκε, με δική της πρωτοβουλία, ότι εθεώρησε τη δεύτερη πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών ως βλαπτική πράξη. Ωστόσο, ενώ στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής η Επιτροπή εδικαιούτο να προτείνει ένσταση απαραδέκτου ζητώντας από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να αποφανθεί επί της εν λόγω ενστάσεως, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της υποθέσεως, εντούτοις, σε αντίθεση προς την προαναφερθείσα θέση της, υποστήριξε ότι η πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών «προφανώς» δεν ήταν βλαπτική πράξη. Επιπλέον, η Επιτροπή διευκρίνισε τρεις φορές, ήτοι στην πρώτη πρόταση αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών, καθώς και στις ανακοινώσεις της 5ης Μαΐου και της 30ής Ιουλίου 2010, ότι στις αιτήσεις που θα είχαν πρωτοκολληθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ΓΕΔ 2011 θα εφαρμόζοντο οι ΓΕΔ 2004. Επιπροσθέτως, στις ανακοινώσεις αυτές δεν υπάρχει καμία μνεία της σημασίας που ηδύνατο να έχει, στο πλαίσιο αυτό, η αποδοχή των προτάσεων αναγνωρίσεως συνταξίμων ετών εκ μέρους των ενδιαφερόμενων υπαλλήλων ή μελών του λοιπού προσωπικού. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της υποθέσεως δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (ολομέλεια)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της C. Teughels.


Van Raepenbusch

Rofes i Pujol

Perillo

Barents

 

      Bradley

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Δεκεμβρίου 2013.

H Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

W. Hakenberg

 

      S. Van Raepenbusch


** Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.