Language of document : ECLI:EU:F:2012:35

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

της 20ής Μαρτίου 2012

Υπόθεση F‑2/12 R

Emil Hristov

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής
και

Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων

«Υπαλληλική υπόθεση — Ασφαλιστικά μέτρα —Αίτηση αναστολής εκτελέσεως — Επείγον — Δεν υφίσταται»

Αντικείμενο:      Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 278 ΣΛΕΕ και 157 EA, καθώς και του άρθρου 279 ΣΛΕΕ το οποίο εφαρμόζεται στη Συνθήκη ΕΚΑΕ δυνάμει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο Ε. Hristov ζητεί την αναστολή εκτελέσεως της από 6 Οκτωβρίου 2011 αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΜΑ) περί διορισμού του εκτελεστικού διευθυντή του ΕΜΑ.

Απόφαση: Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απορρίπτεται. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Περίληψη

1.      Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Προσωρινά μέτρα — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — «Fumus boni juris» — Επείγον — Σωρευτικός χαρακτήρας — Στάθμιση όλων των εμπλεκόμενων συμφερόντων — Σειρά εξετάσεως και τρόπος ελέγχου — Εξουσία εκτιμήσεως του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων

(Άρθρα 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρα 102 § 2 και 103 § 1)

2.      Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Προσωρινά μέτρα — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — Επείγον — Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία — Βάρος αποδείξεως — Συμφέρον του αιτούντος για χορήγηση του προσωρινού μέτρου

(Άρθρα 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 102 § 2)

1.      Δυνάμει του άρθρου 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, οι αιτήσεις προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν, μεταξύ άλλων, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητεί ο αιτών.

Οι προϋποθέσεις του επείγοντος χαρακτήρα και του εκ πρώτης όψεως βασίμου της αιτήσεως (fumus boni juris) πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς, οπότε η αίτηση προσωρινών μέτρων πρέπει να απορρίπτεται εφόσον δεν συντρέχει μία εκ των προϋποθέσεων αυτών. Εναπόκειται ομοίως στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να προβεί σε στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων.

Στο πλαίσιο αυτού του συνολικού ελέγχου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και παραμένει ελεύθερος να καθορίσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της συγκεκριμένης υποθέσεως, τον τρόπο με τον οποίο θα διακριβωθεί αν πληρούνται οι διάφορες προϋποθέσεις αυτές, καθώς και τη σειρά της εξετάσεως αυτής, δεδομένου ότι κανένας κανόνας δικαίου δεν του επιβάλλει την υποχρέωση να ακολουθήσει προκαθορισμένη ανάλυση προκειμένου να εκτιμήσει την ανάγκη προσωρινής ρυθμίσεως.

(βλ. σκέψεις 11 έως 13)


Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 3 Ιουλίου 2008, F‑52/08 R, Plasa κατά Επιτροπής, σκέψεις 21 και 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 15 Φεβρουαρίου 2011, F‑104/10 R, de Pretis Cagnodo και Trampuz de Pretis Cagnodo κατά Επιτροπής, σκέψη 16

2.      Σκοπός της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι να εξασφαλισθεί η αποκατάσταση ζημίας, αλλά να κατοχυρωθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της επί της ουσίας αποφάσεως. Για να επιτευχθεί ο δεύτερος αυτός σκοπός, πρέπει τα ζητούμενα μέτρα να έχουν τον χαρακτήρα του επείγοντος, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποτραπεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα έννομα αποτελέσματά τους πριν την έκδοση της αποφάσεως επί της κύριας δίκης. Επιπλέον, στον διάδικο ο οποίος ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου απόκειται να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης, χωρίς να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.

Στο πλαίσιο, όμως, του ελέγχου της προϋποθέσεως σχετικά με το επείγον, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να λάβει υπόψη την προβαλλόμενη σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία μόνο στο μέτρο που αυτή δύναται να θίξει τα συμφέροντα του διαδίκου που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου.

(βλ. σκέψεις 15 και 18)


Παραπομπή:

ΔΕΕ: 25 Μαρτίου 1999, C‑65/99 P(R), Willeme κατά Επιτροπής, σκέψη 62

ΓΔΕΕ: 10 Σεπτεμβρίου 1999, T‑173/99 R, Elkaïm και Mazuel κατά Επιτροπής, σκέψη 25· 19 Δεκεμβρίου 2002, T‑320/02 R, Esch-Leonhardt κ.λπ. κατά ΕΚΤ, σκέψη 27

ΔΔΔΕΕ: 14 Ιουλίου 2010, F‑41/10 R, Bermejo Garde κατά ΕΟΚΕ, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία