Language of document : ECLI:EU:F:2012:47

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(τρίτο τμήμα)

της 28ης Μαρτίου 2012

Υπόθεση F‑19/10

Letizia Marsili

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Γενικός διαγωνισμός — Μη εγγραφή στον πίνακα επιτυχόντων — Αξιολόγηση της προφορικής δοκιμασίας — Σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, και με την οποία η L. Marsili ζητεί, κυρίως, την ακύρωση της απόφασης της εξεταστικής επιτροπής του γενικού διαγωνισμού EPSO/AST/51/08 με την οποία το όνομα της προσφεύγουσας-ενάγουσας δεν περιελήφθη στον πίνακα επιτυχόντων.

Απόφαση:      Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων — Τρόπος διεξαγωγής και περιεχόμενο των εξετάσεων — Εξουσία εκτίμησης της εξεταστικής επιτροπής — Δικαστικός έλεγχος — Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα III)

2.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Αξιολόγηση των ικανοτήτων των υποψηφίων — Εξουσία εκτίμησης της εξεταστικής επιτροπής — Δικαστικός έλεγχος — Όρια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα III, άρθρο 5)

3.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Εξεταστική επιτροπή — Απόρριψη υποψηφιότητας — Υποχρέωση αιτιολόγησης — Περιεχόμενο — Τήρηση του απορρήτου των εργασιών

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25· παράρτημα III, άρθρο 6)

4.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Εξεταστική επιτροπή — Σύνθεση — Ισόρροπη εκπροσώπηση γυναικών και ανδρών

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα III, άρθρο 3, εδ. 5)

1.      Η εξεταστική επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτίμησης όσον αφορά την οργάνωση των εργασιών του διαγωνισμού και το συγκεκριμένο περιεχόμενο των εξετάσεων που διεξάγονται στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού. Ο δικαστής δεν μπορεί να ελέγχει τον τρόπο διεξαγωγής του διαγωνισμού παρά μόνο κατά το μέτρο που είναι αναγκαίο προς εξασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων και της αντικειμενικότητας της επιλογής που έγινε μεταξύ αυτών. Δεν εναπόκειται στον δικαστή αυτό να ελέγχει ούτε το συγκεκριμένο περιεχόμενο μιας εξέτασης, εκτός εάν το περιεχόμενο αυτό εξέρχεται του πλαισίου που ορίζει η προκήρυξη του διαγωνισμού ή βρίσκεται σε δυσαναλογία με τους σκοπούς της εξέτασης ή του διαγωνισμού.

Όταν πρόκειται για κριτήρια που δεν έχουν σχέση με ειδικές γνώσεις που πρέπει να έχει ο υποψήφιος, αλλά με προσόντα όπως «ενδιαφέρον για την εργασία», «ικανότητα προσαρμογής» ή «δημιουργικότητα», τα οποία πρέπει να αποδείξει ότι έχει ο υποψήφιος, τα προσόντα αυτά του υποψηφίου μπορούν να αξιολογούνται με βάση τη συμπεριφορά του και τις δηλώσεις του κατά την προφορική εξέταση, χωρίς να χρειάζεται να έχει υποβληθεί στον υποψήφιο καμία ερώτηση που να έχει άμεση ή προφανή σχέση με τα εν λόγω προσόντα.

Επομένως, το γεγονός και μόνο ότι δεν έχει υποβληθεί καμία ερώτηση που να έχει άμεση και προφανή σχέση με την απόδειξη των προσόντων αυτών, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο, δεν αποτελεί απόδειξη του ότι η εξεταστική επιτροπή δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει τα προσόντα αυτά.

(βλ. σκέψεις 20, 23 και 24)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 7 Φεβρουαρίου 2002, T‑193/00, Felix κατά Επιτροπής, σκέψη 35

ΔΔΔΕΕ: 5 Μαΐου 2010, F‑48/09, Schopphoven κατά Επιτροπής, σκέψη 31

2.      Οι εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή ενός διαγωνισμού όταν αξιολογεί τις γνώσεις και τις ικανότητες των υποψηφίων δεν υπόκεινται στον έλεγχο του ΔΔΔ.

Επιπλέον, στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού, οι επιδόσεις των υποψηφίων αξιολογούνται συγκριτικά. Επομένως, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι ένας υποψήφιος έχει πράγματι τα προσόντα που απαιτούνται κατά την προκήρυξη του διαγωνισμού, αυτό δεν αποδεικνύει την ύπαρξη πρόδηλου σφάλματος στην εκτίμηση της εξεταστικής επιτροπής.

Η εξεταστική επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτίμησης κατά την αξιολόγηση των επιδόσεων των υποψηφίων στις εξετάσεις και οι αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο παρά μόνο σε περίπτωση πρόδηλης παράβασης των κανόνων που διέπουν τις εργασίες αυτές.

(βλ. σκέψεις 39, 42 και 52)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 9 Οκτωβρίου 1974, 112/73, 144/73 και 145/73, Campogrande κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 53· 16 Ιουνίου 1987, 40/86, Κολυβάς κατά Επιτροπής, σκέψη 11· 4 Ιουλίου 1996, C‑254/95 P, Κοινοβούλιο κατά Innamorati, σκέψη 32

ΔΔΔΕΕ: 11 Σεπτεμβρίου 2008, F‑127/07, Coto Moreno κατά Επιτροπής, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

3.      Η υποχρέωση αιτιολόγησης μιας βλαπτικής απόφασης, π.χ. μιας απόφασης εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού που αφορά έναν υποψήφιο, αποσκοπεί αφενός να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τις αναγκαίες ενδείξεις για να κρίνει αν η απόφαση είναι ή δεν είναι βάσιμη και αφετέρου να καταστήσει δυνατό τον δικαστικό έλεγχο.

Όταν πρόκειται για αποφάσεις εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού, αυτή η υποχρέωση αιτιολόγησης πρέπει να συνδυάζεται με την τήρηση του απορρήτου που περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής δυνάμει του άρθρου 6 του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ.

Το απόρρητο αυτό θεσπίστηκε προκειμένου να διασφαλιστούν η ανεξαρτησία των εξεταστικών επιτροπών των διαγωνισμών και η αντικειμενικότητα των εργασιών τους, ώστε να προστατεύονται από εξωτερικές παρεμβάσεις και πιέσεις, προερχόμενες είτε από την ίδια την κοινοτική διοίκηση είτε από τους υποψηφίους είτε από τρίτους. Συνεπώς, η τήρηση του απορρήτου αυτού αποκλείει τόσο τη δημοσιοποίηση της στάσης που τήρησε κάθε μέλος της εξεταστικής επιτροπής όσο και την αποκάλυψη οποιουδήποτε στοιχείου που αφορά εκτιμήσεις προσωπικής φύσης σχετικά με τους υποψηφίους.

Κατά τη φάση της εξέτασης των ικανοτήτων των υποψηφίων, οι εργασίες της εξεταστικής επιτροπής είναι κυρίως συγκριτικής φύσης και επομένως καλύπτονται από το απόρρητο των εργασιών αυτών.

Με δεδομένο το ότι η υποχρέωση αιτιολόγησης μιας βλαπτικής απόφασης πρέπει οπωσδήποτε να συνδυάζεται με την τήρηση του απορρήτου των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, η γνωστοποίηση των βαθμών του υποψηφίου στις γραπτές και προφορικές δοκιμασίες συνιστά επαρκή αιτιολόγηση των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής.

Η αιτιολόγηση αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα των αποκλεισθέντων υποψηφίων και παρέχει στο ΔΔΔ τη δυνατότητα να προβαίνει στον ενδεδειγμένο για αυτό το είδος διαφορών δικαστικό έλεγχο.

(βλ. σκέψεις 47 έως 52)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: Campogrande κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 53)· 26 Νοεμβρίου 1981, 195/80, Michel κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 22· Κοινοβούλιο κατά Innamorati, προπαρατεθείσα, σκέψεις 23, 24, 28, 31 και 32· Κολυβάς κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 11

4.      Το παράρτημα III του ΚΥΚ, και ειδικότερα το άρθρο του 3, το οποίο αφορά τη σύνθεση των εξεταστικών επιτροπών των διαγωνισμών, δεν προβλέπει τη δυνατότητα διορισμού αναπληρωματικών μελών, έστω και αν η νομολογία δέχεται ότι η διοίκηση μπορεί να διορίζει τέτοια αναπληρωματικά μέλη. Επομένως, οι διατάξεις του παραρτήματος αυτού αναφέρονται καταρχήν σε εξεταστικές επιτροπές αποτελούμενες από τακτικά μέλη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στα αναπληρωματικά μέλη.

Η φράση «εξεταστική επιτροπή αποτελούμενη από περισσότερα από τέσσερα μέλη», η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 3, πέμπτο εδάφιο, του παραρτήματος III του ΚΥΚ, σημαίνει «εξεταστική επιτροπή αποτελούμενη από περισσότερα από τέσσερα τακτικά μέλη».

Συγκεκριμένα, τα αναπληρωματικά μέλη της εξεταστικής επιτροπής μπορούν να εκφέρουν γνώμη σχετικά με τα προσόντα ενός υποψηφίου που υποβάλλεται σε προφορική εξέταση μόνο εφόσον αντικαθιστούν ένα τακτικό μέλος που απουσιάζει, αφού ο αριθμός των ατόμων που έχουν δικαίωμα ψήφου κατά τη λήψη των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των τακτικών μελών της. Επομένως, ο διορισμός αναπληρωματικών μελών δεν μεταβάλλει κατ’ ουσία τον αριθμό των μελών της εξεταστικής επιτροπής.

Η κατ’ αναλογία εφαρμογή της φράσης «εξεταστική επιτροπή αποτελούμενη από περισσότερα από τέσσερα μέλη» στα αναπληρωματικά μέλη δεν είναι εξάλλου δυνατή, διότι για κάθε διαγωνισμό πρέπει να προσδιορίζεται ένα μόνο όριο πέρα από το οποίο έχει εφαρμογή ο κανόνας του άρθρου 3, πέμπτο εδάφιο, του παραρτήματος III του ΚΥΚ.

Τέλος, προκειμένου να εξακριβώνεται κατά πόσον έχει τηρηθεί ο κανόνας του άρθρου 3, πέμπτο εδάφιο, του παραρτήματος III του ΚΥΚ, πρέπει καταρχήν να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα τακτικά μέλη της εξεταστικής επιτροπής, διότι αυτά είναι εκείνα που, κατά κανόνα, έχουν δικαίωμα να μετέχουν στην καθαυτή διεξαγωγή των εξετάσεων. Η τήρηση του εν λόγω κανόνα πρέπει να εξακριβώνεται κατά τη δημοσίευση του πίνακα των μελών της εξεταστικής επιτροπής και όχι κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων.

(βλ. σκέψεις 83 έως 86, 88 και 91)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 12 Μαρτίου 2008, T‑100/04, Giannini κατά Επιτροπής, σκέψη 207· 13 Οκτωβρίου 2008, T‑43/07 P, Νεοφύτου κατά Επιτροπής, σκέψη 53

ΔΔΔΕΕ: 23 Νοεμβρίου 2010, F‑50/08, Bartha κατά Επιτροπής, σκέψεις 39 και 41