Language of document : ECLI:EU:F:2014:14

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (ολομέλεια)

της 12ης Φεβρουαρίου 2014 (*)

«Υπαλληλική υπόθεση — Γενικός διαγωνισμός — Προκήρυξη διαγωνισμού EPSO/AD/177/10 — Μη εγγραφή στον πίνακα επιτυχόντων — Αιτιολόγηση αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού — Κοινοποίηση των θεμάτων μιας δοκιμασίας — Σταθερή σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής»

Στην υπόθεση F‑127/11,

με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής,

Gonzalo de Mendoza Asensi, έκτακτος υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικος Strassen (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενος από τους P. Nelissen Grade και G. Leblanc, δικηγόρους,

προσφεύγων,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους J. Currall και B. Eggers,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (ολομέλεια),

συγκείμενο από τους S. Van Raepenbusch, Πρόεδρο, M. I. Rofes i Pujol, πρόεδρο τμήματος, E. Perillo, R. Barents και K. Bradley (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: W. Hakenberg

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Ιουνίου 2013,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης [στο εξής: Δικαστήριο ΔΔ] στις 29 Νοεμβρίου 2011, ο G. de Mendoza Asensi άσκησε την υπό κρίση προσφυγή το κύριο αίτημα της οποίας ήταν η ακύρωση της αποφάσεως της επιτροπής του γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/177/10 να μην εγγράψει το ονοματεπώνυμό του στον πίνακα επιτυχόντων του εν λόγω διαγωνισμού.

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Στις 16 Μαρτίου 2010, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (στο εξής: EPSO) δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης την προκήρυξη του γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/177/10 για την κατάρτιση πίνακα επιτυχόντων διοικητικών υπαλλήλων βαθμού AD 5 στους τομείς της ευρωπαϊκής δημόσιας διοικήσεως, του δικαίου, της οικονομίας, του λογιστικού ελέγχου και των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών (ΕΕ C 64 A, σ. 1, στο εξής: προκήρυξη του διαγωνισμού).

3        Η προκήρυξη προέβλεπε, στον τίτλο IV, προκαταρκτικές δοκιμασίες συμμετοχής στον διαγωνισμό και, στον τίτλο V, δοκιμασίες οι οποίες θα διεξάγονταν σε ένα από τα κέντρα αξιολογήσεως.

4        Στο σημείο 2 του τίτλου V της προκηρύξεως του διαγωνισμού αναφερόταν ότι οι υποψήφιοι οι οποίοι θα καλούνταν στο κέντρο αξιολογήσεως θα αξιολογούνταν ως προς τις ειδικές δεξιότητές τους στον τομέα επιλογής τους, καθώς και στις ακόλουθες γενικές δεξιότητες:

«–      Ανάλυση και επίλυση προβλημάτων[·]

–        επικοινωνία[·]

–        ποιοτική και αποτελεσματική εργασία[·]

–        εκπαίδευση και εξέλιξη[·]

–        καθορισμός προτεραιοτήτων και οργάνωση[·]

–        επιμονή στην επίτευξη στόχων[·]

–        συνεργασία[·]

–        ηγετικές ικανότητες».

5        Επιπλέον, το σημείο 2 του τίτλου V της προκηρύξεως του διαγωνισμού διευκρίνιζε ότι οι εν λόγω δεξιότητες θα αξιολογούνταν με τις τεχνικές της εξετάσεως περιπτώσεων στον επιλεγμένο τομέα, των ομαδικών ασκήσεων, της προφορικής παρουσιάσεως και της δομημένης συνεντεύξεως.

6        Το σημείο 4 του τίτλου V της προκηρύξεως του διαγωνισμού προέβλεπε ότι οι ειδικές δεξιότητες στον επιλεγμένο τομέα θα βαθμολογούνταν από 0 έως 20 μονάδες, με βάση τις 10 μονάδες. Επιπλέον, από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι οι ειδικές δεξιότητες θα αξιολογούνταν μόνον κατά την εξέταση περιπτώσεων σε επιλεγμένο τομέα. Στο ίδιο σημείο αναφερόταν ότι κάθε μία από τις γενικές δεξιότητες θα βαθμολογούνταν από 0 έως 10 μονάδες, με βάση τις 3 μονάδες για κάθε δεξιότητα, και με 50 μονάδες, με μέγιστη βαθμολογία 80 μονάδες, για το σύνολο των 8 γενικών δεξιοτήτων.

7        Ο προσφεύγων υπέβαλε την υποψηφιότητά του στον διαγωνισμό EPSO/AD/177/10 (στο εξής: διαγωνισμός), στον τομέα του δικαίου. Αφού επέτυχε στις προκαταρκτικές δοκιμασίες συμμετοχής που διεξάγονταν μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, συμμετείχε στις εξετάσεις που διεξήχθησαν στο κέντρο αξιολογήσεως στις Βρυξέλλες (Βέλγιο) στις 29 Σεπτεμβρίου 2010.

8        Με επιστολή της 3ης Φεβρουαρίου 2011, η οποία απεστάλη στον προσφεύγοντα μέσω της ατομικής του μερίδας EPSO, η EPSO του κοινοποίησε ότι η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι τα αποτελέσματά του ήσαν ανεπαρκή για την εγγραφή του στον πίνακα επιτυχόντων και ότι, συγκεκριμένα, είχε βαθμολογηθεί, όσον αφορά τις ειδικές δεξιότητες, με 8 μονάδες, με μέγιστη βαθμολογία 20 μονάδες, ενώ η βάση ήταν 10 μονάδες (στο εξής: απόφαση περί αποκλεισμού). Στην επιστολή αυτήν είχε επισυναφθεί έγγραφο το οποίο έφερε τον τίτλο «φυλλάδιο δεξιοτήτων» και περιείχε τη βαθμολογία του προσφεύγοντος στις δοκιμασίες των γενικών και των ειδικών δεξιοτήτων, καθώς και τα σχόλια της εξεταστικής επιτροπής για κάθε μία από τις γενικές δεξιότητες που αξιολογήθηκαν.

9        Με τηλεομοιοτυπία της 8ης Φεβρουαρίου 2011, ο προσφεύγων ζήτησε την επανεξέταση της αποφάσεως περί αποκλεισμού και την πρόσβαση «σε όλες τις διορθωμένες ασκήσεις του, γραπτές ή προφορικές, συμπεριλαμβανομένων και των ερωτήσεων και απαντήσεων, καθώς και στον πίνακα αξιολογήσεως που χρησιμοποίησε η εξεταστική επιτροπή για τη γραπτή άσκηση/εξέταση περιπτώσεων».

10      Με ηλεκτρονική επιστολή της 10ης Φεβρουαρίου 2011, απεστάλη στον προσφεύγοντα μη διορθωμένο αντίγραφο του γραπτού που είχε υποβάλει κατά τη δοκιμασία εξετάσεως περιπτώσεων και του εγγράφου που αφορούσε τη γλωσσικού περιεχομένου δοκιμασία, το οποίο συνοδευόταν από το δελτίο αξιολογήσεως που χρησιμοποιήθηκε για τη δοκιμασία αυτήν.

11      Με επιστολή της 4ης Απριλίου 2011, την οποία απηύθυνε στον προσφεύγοντα μέσω της ατομικής του μερίδας EPSO, η εν λόγω υπηρεσία του ανακοίνωσε ότι η εξεταστική επιτροπή, αφού εντόπισε ορισμένες αναντιστοιχίες στη βαθμολόγηση της εξετάσεως περιπτώσεων, αποφάσισε να αυξήσει την προηγούμενη βαθμολογία του στις γενικές δεξιότητες «επικοινωνία» και «καθορισμός προτεραιοτήτων και οργάνωση», καθώς και τη βαθμολογία του για τις ειδικές δεξιότητες η οποία τελικά από 8 μονάδες, με μέγιστη βαθμολογία 20 μονάδες, μετατράπηκε σε 9 μονάδες, με μέγιστη βαθμολογία 20 μονάδες. Στην επιστολή αυτή, η EPSO ανακοίνωσε στον προσφεύγοντα ότι, κατόπιν των τροποποιήσεων αυτών, η συνολική βαθμολογία του ήταν 71,2 μονάδες, με μέγιστη βαθμολογία 100 μονάδες, ωστόσο παρέμενε κάτω του ορίου της κατώτερης συνολικής βαθμολογίας των υποψηφίων που είχαν εγγραφεί στον πίνακα επιτυχόντων, ήτοι 76,10 μονάδες, και ότι, ως εκ τούτου, η εξεταστική επιτροπή επιβεβαίωνε την απόφασή της να μην τον εγγράψει στον εν λόγω πίνακα. Του απεστάλη επίσης διορθωμένη εκδοχή του «φυλλαδίου δεξιοτήτων».

12      Με ηλεκτρονική επιστολή της 5ης Μαΐου 2011, ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) κατά της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής να μην εγγράψει το ονοματεπώνυμό του στον πίνακα επιτυχόντων. Με την ίδια διοικητική ένσταση, ζήτησε να έχει πρόσβαση «στην αξιολόγηση του κειμένου της εξετάσεως περιπτώσεων, στον πίνακα αξιολογήσεως, καθώς και στις σχετικές διορθώσεις».

13      Με απόφαση της 29ης Αυγούστου 2011, η EPSO, υπό την ιδιότητα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ), απέρριψε τη διοικητική ένσταση (στο εξής: απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως).

 Αιτήματα των διαδίκων και διαδικασία

14      Ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ:

–        πριν αποφανθεί επί της ουσίας και στο πλαίσιο λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, να υποχρεώσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προσκομίσει όσα σχετικά έγγραφα θα επιτρέψουν στο Δικαστήριο ΔΔ να αποφανθεί ως προς την ενδεχόμενη ύπαρξη προδήλου πλάνης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και/ή πλάνης περί το δίκαιο στο πλαίσιο της αξιολογήσεως των επιδόσεών του και, ειδικότερα, να προσκομίσει το αντίγραφο του γραπτού της εξετάσεως περιπτώσεων, το οποίο συνέταξε ο προσφεύγων κατά τη γραπτή δοκιμασία στο κέντρο αξιολογήσεως, συνοδευόμενο από τις διορθωμένες απαντήσεις του·∙

–        να ακυρώσει την απόφαση περί αποκλεισμού·∙

–        να ακυρώσει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής η οποία του κοινοποιήθηκε με επιστολή της 4ης Απριλίου 2011 και επιβεβαιώνει την απόφαση περί αποκλεισμού·

–        να ακυρώσει την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως·

–        να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.

15      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

16      Με έγγραφο της 29ης Ιουνίου 2012, το Δικαστήριο ΔΔ ζήτησε από τους διαδίκους, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, να απαντήσουν σε ορισμένα ερωτήματα και να προσκομίσουν ορισμένα έγγραφα. Ειδικότερα, ζήτησε από την Επιτροπή να προσκομίσει την παραλλαγή του θέματος που χρησιμοποιήθηκε στην εξέταση περιπτώσεων για τον προσφεύγοντα και τουλάχιστον άλλες δύο παραλλαγές που χρησιμοποιήθηκαν κατά τον διαγωνισμό.

17      Ο προσφεύγων συμμορφώθηκε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, προς τα ως άνω μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας τα οποία διέταξε το Δικαστήριο ΔΔ. Αντίθετα, η Επιτροπή, με την από 10 Αυγούστου 2012 απάντησή της, διαβίβασε στο Δικαστήριο ΔΔ μόνον ένα μέρος των εγγράφων που είχαν ζητηθεί, με την αιτιολογία ότι τα κείμενα των διαφόρων παραλλαγών των θεμάτων που χρησιμοποιήθηκαν στον διαγωνισμό χαρακτηρίζονταν από υψηλό βαθμό ευαισθησίας και ότι ήταν ουσιώδους σημασίας να διασφαλιστεί o εμπιστευτικός χαρακτήρας της χρησιμοποιούμενης μεθόδου καταρτίσεως και εφαρμογής των παραλλαγών στο πλαίσιο των διαδικασιών επιλογής της EPSO.

18      Με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 2012, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 44, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ΔΔ, το Δικαστήριο ΔΔ υποχρέωσε την Επιτροπή να του διαβιβάσει την παραλλαγή του θέματος που χρησιμοποιήθηκε κατά την εξέταση περιπτώσεων στην οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων, καθώς και δύο άλλες παραλλαγές οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν κατά τον διαγωνισμό, ήτοι την παραλλαγή στην οποία είχε δοθεί στους υποψηφίους ο ανώτατος μέσος όρος βαθμολογίας και την παραλλαγή στην οποία τους είχε δοθεί ο κατώτατος μέσος όρος βαθμολογίας. Με την ίδια διάταξη του Δικαστηρίου ΔΔ, η κοινοποίηση των ανωτέρω εγγράφων στον προσφεύγοντα θα γινόταν υπό την προϋπόθεση της εμπιστευτικής μεταχειρίσεώς τους, η οποία περιελάμβανε πολλούς όρους, μεταξύ των οποίων την γραπτή ανάληψη υποχρεώσεως των εκπροσώπων του προσφεύγοντος να μην κοινοποιήσουν σε τρίτους το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία προσκόμισε η Επιτροπή και, ιδίως, να μην κοινοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους επί των εν λόγω εγγράφων στον πελάτη τους ή σε τρίτους.

19      Η Επιτροπή διαβίβασε στο Δικαστήριο ΔΔ τα έγγραφα που αναφέρονται στη διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 2012 εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Με επιστολή της 20ής Νοεμβρίου 2012, οι εκπρόσωποι του προσφεύγοντος ανέλαβαν την υποχρέωση να μην κοινοποιήσουν στον προσφεύγοντα ή σε τρίτους το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία διαβίβασε η Επιτροπή, ούτε τις παρατηρήσεις επί των εγγράφων αυτών.

20      Με απόφαση της ολομέλειας του Δικαστηρίου ΔΔ της 31ης Ιανουαρίου 2013, η υπόθεση, η οποία αρχικά είχε ανατεθεί στο δεύτερο τμήμα του Δικαστηρίου ΔΔ, παραπέμφθηκε στην ολομέλειά του.

21      Με διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 2013, το Δικαστήριο ΔΔ υποχρέωσε την Επιτροπή να προσκομίσει «αντίγραφο όλων των οδηγών ή πινάκων αξιολογήσεως που χρησιμοποιήθηκαν από τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής για την αξιολόγηση των γραπτών των υποψηφίων κατά τη δοκιμασία της εξέτασης περιπτώσεων στο πλαίσιο του διαγωνισμού».

22      Με επιστολή που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου ΔΔ στις 19 Φεβρουαρίου 2013, η Επιτροπή διαβίβασε στο Δικαστήριο ΔΔ ένα γενικό οδηγό ο οποίος περιελάμβανε οδηγίες προς τους διορθωτές, ένα λεπτομερή οδηγό ο οποίος έφερε τον τίτλο «νομικό εγχειρίδιο» και ο οποίος περιελάμβανε οδηγίες ως προς τα ουσιαστικά στοιχεία της εξετάσεως περιπτώσεων, ανάλογα με τις διάφορες παραλλαγές, καθώς και το διάγραμμα επισημάνσεως δεξιοτήτων στο λογισμικό, το οποίο ετέθη στη διάθεση των διορθωτών/μελών της εξεταστικής επιτροπής για την αξιολόγηση των δεξιοτήτων των υποψηφίων κατά την εξέταση περιπτώσεων. Ωστόσο, με τη διαβιβαστική επιστολή της η Επιτροπή επισήμανε ότι ο λεπτομερής οδηγός περιελάμβανε τα κριτήρια για τη διόρθωση της δοκιμασίας της εξετάσεως περιπτώσεων και υποστήριξε ότι, συνεπώς, το εν λόγω έγγραφο καλυπτόταν πλήρως από τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής. Υποστήριξε επίσης ότι το διάγραμμα δεξιοτήτων έπρεπε να θεωρηθεί ως εμπιστευτικό και ότι, συνεπώς, μόνο μια μη εμπιστευτική μορφή του θα μπορούσε να περιληφθεί στον φάκελο της δικογραφίας.

23      Αφού εξέτασε τα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή, το Δικαστήριο ΔΔ αποφάσισε, με διάταξη της 18ης Απριλίου 2013, να περιλάβει στον φάκελο της δικογραφίας τον γενικό οδηγό, να επιστρέψει στην Επιτροπή τον λεπτομερή οδηγό με την αιτιολογία ότι, κατόπιν αναγνώσεώς του, το Δικαστήριο ΔΔ έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίος για να αποφανθεί επί του βασίμου των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε ο προσφεύγων στην υπό κρίση υπόθεση, να αποδεχθεί το αίτημα της Επιτροπής όσον αφορά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα του διαγράμματος δεξιοτήτων και να επιτρέψει την κοινοποίηση στον προσφεύγοντα, υπό προϋποθέσεις ως προς την εμπιστευτική μεταχείρισή τους, του γενικού οδηγού και της μη εμπιστευτικής μορφής του διαγράμματος δεξιοτήτων.

 Προκαταρκτικές εκτιμήσεις

24      Το Δικαστήριο διαπιστώνει, εκ προοιμίου, ότι από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι η EPSO ενέκρινε την 3η Ιουλίου 2008 μια έκθεση η οποία φέρει τον τίτλο «Αναπτυξιακό πρόγραμμα». Το πρόγραμμα αυτό προβλέπει, για όλους τους γενικούς διαγωνισμούς που διοργανώνονται από το 2010, την αντικατάσταση της μεθόδου επιλογής η οποία βασίζεται στην αξιολόγηση των γνώσεων των υποψηφίων από τη μέθοδο επιλογής η οποία βασίζεται στη αξιολόγηση των δεξιοτήτων των υποψηφίων (στο εξής: νέα μέθοδος). Ειδικότερα, το αναπτυξιακό πρόγραμμα αναφέρει ως κύριο στοιχείο της επιλογής του προσωπικού για τα καθήκοντα των διοικητικών υπαλλήλων (AD) τη διαδικασία των κέντρων αξιολογήσεως, όπου οι υποψήφιοι οφείλουν να συμμετάσχουν σε πολλές δοκιμασίες, μεταξύ των οποίων μια εξέταση περιπτώσεων, μια δομημένη συνέντευξη, μια προφορική παρουσίαση και μια ομαδική άσκηση.

25      Όσον αφορά τις προφορικές δοκιμασίες οι οποίες διεξάγονται στο κέντρο αξιολογήσεως, η νέα μέθοδος προβλέπει πολλά μέτρα που σκοπό έχουν να εξουδετερώσουν διάφορες γνωστικές προκαταλήψεις, οι οποίες παρατηρούνται γενικά στους αξιολογητές, ώστε να διασφαλισθεί η συνέπεια της βαθμολογήσεως.

26      Ειδικότερα, από τα υπομνήματα που κατέθεσε η καθής, προκύπτουν τα ακόλουθα:

–        oι υποψήφιοι εξετάζονται για την ίδια δοκιμασία από τουλάχιστον δύο μέλη της εξεταστικής επιτροπής και κάθε γενική δεξιότητα αξιολογείται κατά τη διάρκεια δύο διαφορετικών εξεταστικών συναντήσεων, επομένως από πολλά μέλη της εξεταστικής επιτροπής·

–        oι δοκιμασίες έχουν προκαθορισμένη δομή και βασίζονται σε προσχεδιασμένη μεθοδολογία που εφαρμόζει εκ των προτέρων καθορισμένους δείκτες συμπεριφοράς, ώστε να εξισορροπείται το «φαινόμενο του φωτοστεφάνου», το οποίο είναι μια γνωστική προκατάληψη που επηρεάζει την αντίληψη την οποία είναι δυνατόν να έχει ο αξιολογητής για τα πρόσωπα και η οποία συνίσταται στην τάση που έχει κάθε αξιολογητής να υπερεκτιμά ή να υποτιμά έναν υποψήφιο μόνον βάσει της πρώτης εντυπώσεως·

–        τουλάχιστον το ήμισυ των μελών της εξεταστικής επιτροπής είναι υπάλληλοι των θεσμικών οργάνων ειδικά αποσπασμένοι για τον σκοπό αυτόν στην EPSO, οι οποίοι ασκούν τα καθήκοντα τους ως μέλη εξεταστικών επιτροπών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και οι οποίοι έχουν μετάσχει επιτυχώς σε σεμινάρια επιμορφώσεως πέντε ημερών σχετικά με τις τεχνικές αξιολογήσεως· τα υπόλοιπα μέλη της εξεταστικής επιτροπής έχουν επίσης μετάσχει σε ειδική επιμόρφωση·

–        σε κάθε υποψήφιο εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια αξιολογήσεως και η ίδια μεθοδολογία·

–        ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής συμμετέχει κατά τα πρώτα λεπτά στην κάθε δοκιμασία, ώστε να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή της μεθοδολογίας·

–        οι τελικές αποφάσεις λαμβάνονται συλλογικά από όλα τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής βάσει των αποτελεσμάτων σε όλες τις δοκιμασίες·

–        διεξάγονται μελέτες και αναλύσεις για την επαλήθευση της συνέπειας της βαθμολογήσεως.

27      Ο διαγωνισμός EPSO/AD/177/10 διοργανώθηκε βάσει της νέας μεθόδου.

 Σκεπτικό

1.     Επί του αντικειμένου της προσφυγής

28      Με το δεύτερο και το τρίτο αίτημά του ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως περί αποκλεισμού, καθώς και την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής που του κοινοποιήθηκε με επιστολή της 4ης Απριλίου 2011, η οποία ελήφθη κατόπιν αιτήσεως επανεξετάσεως του προσφεύγοντος και με την οποία επιβεβαιώθηκε η απόφαση περί αποκλεισμού.

29      Ωστόσο, κατά τη νομολογία, όταν ένας υποψήφιος διαγωνισμού ζητεί να επανεξεταστεί απόφαση εξεταστικής επιτροπής, βλαπτική γι’ αυτόν πράξη συνιστά η απόφαση που λαμβάνεται από την εξεταστική επιτροπή μετά από επανεξέταση της καταστάσεως του υποψηφίου (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 2006, T‑173/05, Heus κατά Επιτροπής, σκέψη 19). Κατά συνέπεια, η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής η οποία κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με επιστολή της 4ης Απριλίου 2011 υποκατέστησε την απόφαση περί αποκλεισμού· επομένως, πρέπει να εξετασθεί μόνον το αίτημα ακυρώσεως που στρέφεται κατά της αποφάσεως η οποία κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με επιστολή της 4ης Απριλίου 2011.

30      Όσον αφορά το τέταρτο αίτημα με το οποίο ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι μια προσφυγή ρητώς στρεφόμενη κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται διοικητική ένσταση έχει ως αποτέλεσμα, στην περίπτωση που η εν λόγω απόφαση στερείται αυτοτελούς περιεχομένου, να επιλαμβάνεται το Δικαστήριο ΔΔ της πράξεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση (απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, F‑6/10, Munch κατά OHMI, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

31      Στην υπό κρίση υπόθεση, η απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως στερείται αυτοτελούς περιεχομένου, δεδομένου ότι περιορίζεται στην επιβεβαίωση της αποφάσεως περί αποκλεισμού, την οποία υποκατέστησε η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με επιστολή της 4ης Απριλίου 2011, ενώ δεν επανεξετάσθηκε η κατάσταση του προσφεύγοντος υπό το πρίσμα νέων επιχειρημάτων ή γεγονότων, και επομένως παρέλκει αυτοτελής απόφανση επί του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως.

32      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Δικαστήριο ΔΔ πρέπει να αποφανθεί μόνον επί του αιτήματος λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας και επί του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με επιστολή της 4ης Απριλίου 2011 και η οποία επιβεβαιώνει την απόφαση περί αποκλεισμού (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

2.     Επί του αιτήματος λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας

33      Με τo δικόγραφο της προσφυγής του, ο προσφεύγων ζήτησε από το Δικαστήριο ΔΔ, πριν αποφανθεί επί της ουσίας και στο πλαίσιο λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, να υποχρεώσει την καθής να προσκομίσει όσα σχετικά έγγραφα θα του επιτρέψουν να αποφανθεί ως προς την ενδεχόμενη ύπαρξη προδήλου πλάνης περί τα πράγματα και/ή περί το δίκαιο στο πλαίσιο της αξιολογήσεως των επιδόσεών του και, ειδικότερα, να προσκομίσει το κείμενο της εξετάσεως περιπτώσεων επί του οποίου εκλήθη να εξετασθεί, καθώς και τις διορθωμένες απαντήσεις του.

34      Εντούτοις, βάσει των εγγράφων που οι διάδικοι επισύναψαν στα υπομνήματά τους και των εγγράφων τα οποία προσκομίστηκαν στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το Δικαστήριο ΔΔ κρίνει ότι έχει επαρκώς διαφωτισθεί, ώστε να αποφανθεί επί της προσφυγής, και αποφασίζει ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα με το οποίο ζητείται η λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, άλλων από τα μέτρα τα οποία ήδη έχουν ληφθεί.

3.     Επί του αιτήματος ακυρώσεως

35      Προς στήριξη του ακυρωτικού αιτήματός του, ο προσφεύγων προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως οι οποίοι αντλούνται, αντιστοίχως, από:

–        παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως·

–        παραβίαση της αρχής της ανεξαρτησίας της εξεταστικής επιτροπής·

–        παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, αντλούμενου από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως

36      Ο προσφεύγων διαρθρώνει τον υπό κρίση λόγο ακυρώσεως σε δύο σκέλη, το πρώτο εκ των οποίων έγκειται στο το ότι οι υποψήφιοι οι οποίοι εξετάσθηκαν τελευταίοι τέθηκαν σε ευνοϊκότερη κατάσταση έναντι των λοιπών υποψηφίων και το δεύτερο στο ότι υπήρξαν άκρως πολλές αλλαγές στη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού κατά τη διάρκεια των προφορικών δοκιμασιών.

 Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

37      Ο προσφεύγων επισημαίνει ότι οι δοκιμασίες της εξετάσεως περιπτώσεων διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια τριών μηνών και ότι δεν υπήρχαν ουσιαστικές αλλαγές μεταξύ των θεμάτων που δόθηκαν στους υποψηφίους σε κάθε μία από τις διεξαγόμενες δοκιμασίες. Η κατάσταση αυτή έθεσε τους υποψηφίους σε διαφορετικές καταστάσεις, ανάλογα με τον χρόνο κατά τον οποίον υποβλήθηκαν στις δοκιμασίες. Ειδικότερα, οι υποψήφιοι οι οποίοι εξετάσθηκαν τελευταίοι αφενός, είχαν περισσότερο χρόνο να προετοιμαστούν και, αφετέρου, είχαν τη δυνατότητα να συλλέξουν πληροφορίες από τους υποψηφίους οι οποίοι είχαν ήδη υποβληθεί στις δοκιμασίες, ως προς το περιεχόμενο των διαφόρων παραλλαγών που χρησιμοποιήθηκαν. Συναφώς, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι πληροφορίες σχετικά με τις εξετάσεις περιπτώσεων κυκλοφορούσαν μεταξύ των υποψηφίων που είχαν ήδη υποβληθεί στις δοκιμασίες και των υποψηφίων που δεν είχαν ακόμη υποβληθεί σε αυτές, ώστε οι τελευταίοι αυτοί υποψήφιοι είχαν τη δυνατότητα να εστιάσουν συναφώς τις προσπάθειές τους κατά την προετοιμασία τους λαμβάνοντας υπόψη τις εν λόγω πληροφορίες.

38      Κατά τον προσφεύγοντα, για να αποφύγει την κατάσταση αυτήν, η EPSO έπρεπε να είχε οργανώσει όλες τις δοκιμασίες της εξετάσεως περιπτώσεων την ίδια ημέρα, όπως, εξάλλου, επέβαλε η απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 27ης Οκτωβρίου 1976, 130/75, Prais κατά Συμβουλίου, και έπραξε η EPSO για τους διαγωνισμούς που διοργάνωσε το 2011.

39      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων, αφού υπενθύμισε ότι οι υποψήφιοι είχαν τη δυνατότητα να μετάσχουν στη δοκιμασία εξετάσεως περιπτώσεων στη γερμανική, στην αγγλική και στη γαλλική γλώσσα, τόνισε ότι από τα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας προέκυπτε ότι οι υποψήφιοι οι οποίοι μετέσχον στην εν λόγω δοκιμασία στη γερμανική ή στη γαλλική γλώσσα είχαν όλοι την ίδια παραλλαγή του θέματος. Επομένως, οι υποψήφιοι αυτοί είχαν περισσότερες ευκαιρίες να συλλέξουν πληροφορίες από τους άλλους υποψήφιους ως προς το περιεχόμενο της παραλλαγής του θέματος επί της οποίας θα εξετάζονταν.

40      Η Επιτροπή φρονεί ότι με τη νέα μέθοδο και ιδίως με την εξέταση περιπτώσεων που αυτή η μέθοδος προβλέπει, η οποία δεν αποσκοπεί στην εξέταση των γνώσεων αλλά των δεξιοτήτων των υποψηφίων, δεν απαιτείται καμία γνώση συγκεκριμένου τομέα του δικαίου της Ένωσης ή της νομολογίας της Ένωσης, αλλά απαιτούνται μόνον πολύ γενικές γνώσεις σε συνδυασμό με δεξιότητες σε θέματα δικαίου. Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι ένας υποψήφιος έχει συλλέξει από άλλους υποψηφίους, πληροφορίες σχετικά με την εξέταση περιπτώσεων είναι δυνατόν να αποτελεί και μειονέκτημα, δεδομένου ότι η προαναφερθείσα δοκιμασία είχε σχεδιασθεί με τρόπο ώστε να αναιρεί ενδεχόμενη εκ των προτέρων γνώση του θέματος της δοκιμασίας εκ μέρους ενός υποψηφίου. Εν πάση περιπτώσει, οι υποψήφιοι οι οποίοι συνέλεξαν πληροφορίες σχετικά με την εξέταση περιπτώσεων και οι οποίοι προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τις πληροφορίες αυτές κατά την προετοιμασία της δοκιμασίας θα πρέπει να διαπίστωσαν ότι η δοκιμασία δεν αντιστοιχούσε στην προετοιμασία τους.

41      Επιπλέον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο των υποτιθέμενων ανταλλαγών πληροφοριών μεταξύ υποψηφίων σχετικά με την εξέταση περιπτώσεων. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι η EPSO ελέγχει τις ανταλλαγές πληροφοριών στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτυώσεως και σε άλλα μέσα ηλεκτρονικής επικοινωνίας, ώστε να είναι σε θέση να εντοπίζει τυχόν διαρροή πληροφοριών και να αντιδρά αναλόγως, σε περίπτωση που κυκλοφορούν πολύ λεπτομερείς σχετικές πληροφορίες. Η Επιτροπή διαβεβαιώνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρξε καμία ένδειξη τέτοιας διαρροής πληροφοριών.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

42      Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου της αποφάσεως με την οποία η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού αρνείται να εγγράψει έναν υποψήφιο στον πίνακα επιτυχόντων, το Δικαστήριο ΔΔ ελέγχει την τήρηση των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, ήτοι των κανόνων, ιδίως των διαδικαστικών κανόνων, τους οποίους ορίζει ο ΚΥΚ και η προκήρυξη διαγωνισμού, καθώς και τους κανόνες οι οποίοι διέπουν τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, ιδίως το καθήκον αμεροληψίας το οποίο υπέχει, την εκ μέρους της τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων, καθώς και την απουσία καταχρήσεως εξουσίας (απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 13ης Δεκεμβρίου 2012, F‑101/11, Mileva κατά Επιτροπής, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

43      Όσον αφορά, ιδίως, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων, η νομολογία διευκρίνισε ότι εναπόκειται στην εξεταστική επιτροπή να εξασφαλίζει με αυστηρότητα την τήρηση της εν λόγω αρχής κατά τη διεξαγωγή διαγωνισμού. Καίτοι η εξεταστική επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τις λεπτομέρειες και το αναλυτικό περιεχόμενο των δοκιμασιών διαγωνισμού, εντούτοις εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης η άσκηση του απαραίτητου ελέγχου για τη διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων και της αντικειμενικότητας της επιλογής των υποψηφίων από την εξεταστική επιτροπή (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Μαρτίου 2008, T‑100/04, Giannini κατά Επιτροπής, σκέψη 132).

44      Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειται επίσης στην ΑΔΑ, ως διοργανώτρια του διαγωνισμού, καθώς και στην εξεταστική επιτροπή, να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες ώστε όλοι οι υποψήφιοι στον ίδιο διαγωνισμό να εξετασθούν, όσον αφορά τις γραπτές εξετάσεις, στην ίδια δοκιμασία υπό τις ίδιες συνθήκες (προαναφερθείσα απόφαση Prais κατά Συμβουλίου, σκέψη 13). Επομένως, εναπόκειται στην εξεταστική επιτροπή να μεριμνά ώστε οι εξετάσεις να παρουσιάζουν ουσιαστικά τον ίδιο βαθμό δυσκολίας για όλους τους υποψηφίους (απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 15ης Απριλίου 2010, F‑2/07, Matos Martins κατά Επιτροπής, σκέψη 171 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

45      Πάντως, κάθε διαγωνισμός, ως εκ της φύσεώς του, εμπεριέχει εν γένει τον κίνδυνο δυσμενούς μεταχειρίσεως, δεδομένου του αναγκαστικώς περιορισμένου αριθμού ερωτήσεων που δύνανται να τεθούν κατά την εξέταση σε σχέση με ένα συγκεκριμένο θέμα. Συναφώς, έγινε δεκτό ότι παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως υφίσταται μόνον όταν η εξεταστική επιτροπή δεν περιόρισε, κατά την επιλογή των θεμάτων, τον κίνδυνο άνισων ευκαιριών στο γενικώς αποδεκτό για κάθε εξέταση όριο (προπαρατεθείσα απόφαση Giannini κατά Επιτροπής, σκέψη 133).

46      Βάσει της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 43 έως 45 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο ΔΔ κρίνει ότι, λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχει η επιτροπή ενός διαγωνισμού, η απόφαση να μην εγγράψει έναν υποψήφιο στον πίνακα επιτυχόντων πρέπει να ακυρωθεί, αν αποδεικνύεται ότι ο διαγωνισμός διοργανώθηκε με τρόπο ώστε να ενέχει κίνδυνο άνισης μεταχειρίσεως πέραν του κινδύνου που εμπεριέχεται σε όλους τους διαγωνισμούς, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ο ενδιαφερόμενος υποψήφιος ότι πράγματι ευνοήθηκαν ορισμένοι υποψήφιοι.

47      Στην υπό κρίση υπόθεση, από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι η εξέταση περιπτώσεων συνίσταται σε μια δοκιμασία η οποία αποσκοπεί στην εξέταση των δεξιοτήτων των υποψηφίων σε υποθετική κατάσταση, που όμως δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, και στο πλαίσιο της οποίας οι προηγουμένως αποκτηθείσες γνώσεις διαδραματίζουν πολύ περιορισμένο ρόλο. Συναφώς, το Δικαστήριο ΔΔ διαπιστώνει ότι το σημείο 4.1 («εξέταση περιπτώσεων») του επεξηγηματικού φυλλαδίου με τίτλο «Κέντρο αξιολογήσεως», το οποίο διανεμήθηκε στους υποψήφιους που είχαν κληθεί στο κέντρο αξιολογήσεως και στο οποίο δεν κάνει καμία αναφορά ο προσφεύγων στην αίτησή του περί επανεξετάσεως της αποφάσεως περί αποκλεισμού, διευκρινίζει ότι οι υποψήφιοι πρέπει να διατυπώσουν τη γραπτή τους απάντηση στην εξέταση περιπτώσεως βασιζόμενοι μόνο στα έγγραφα που τέθηκαν στη διάθεσή τους.

48      Επιπλέον, από τα υπομνήματα της Επιτροπής προκύπτει ότι η εξέταση περιπτώσεως στο πλαίσιο του επίμαχου διαγωνισμού είχε διατυπωθεί σε δεκαέξι παραλλαγές οι οποίες είχαν σχεδιαστεί με τρόπο ώστε, ενώ είχαν όλες το ίδιο επίπεδο δυσκολίας, περιείχαν διαφορές σε βαθμό επαρκή ώστε να εμποδίζουν τους υποψηφίους να διευκολυνθούν από ενδεχόμενη πρότερη γνώση μιας άλλης παραλλαγής. Συναφώς το Δικαστήριο ΔΔ διαπίστωσε, αφού έλαβε γνώση των τριών από τις δεκαέξι παραλλαγές της εξετάσεως περιπτώσεων του εν λόγω διαγωνισμού, ότι αυτή η εξέταση περιπτώσεων ουδόλως συνίστατο σε ένα απλό κείμενο μερικών γραμμών, το οποίο ένας υποψήφιος θα μπορούσε να ενθυμηθεί και να το εξηγήσει ευχερώς σε έναν άλλο υποψήφιο, αλλά είχε τη μορφή ενός φακέλου που περιείχε περισσότερες από είκοσι σελίδες, οι οποίες περιελάμβαναν έναν αριθμό εγγράφων πολύ διαφορετικών μεταξύ τους.

49      Υπό το φως των προαναφερθέντων στοιχείων, διαπιστώνεται ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον πως το γεγονός ότι οι τελευταίοι κατά σειράν εξετασθέντες υποψήφιοι είχαν περισσότερο χρόνο για να προετοιμασθούν για τη δοκιμασία της εξετάσεως περιπτώσεων και ότι ορισμένοι υποψήφιοι θα μπορούσαν να λαμβάνουν πληροφορίες από άλλους υποψηφίους σχετικά με το περιεχόμενο της παραλλαγής στην οποία επρόκειτο να εξετασθούν ήταν δυνατόν να έχει δώσει στους τελευταίους κατά σειρά υποψηφίους πραγματικό πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων υποψηφίων.

50      Επιπροσθέτως, ο προσφεύγων δεν προσπάθησε να αντικρούσει τα επιχειρήματα της Επιτροπής ότι η νέα μέθοδος έχει ακριβώς ως σκοπό να διασφαλίσει ότι κατά τη διεξαγωγή των δοκιμασιών στο κέντρο αξιολογήσεως όλοι οι υποψήφιοι θα ετύγχαναν ίσης μεταχειρίσεως και ότι τα αποτελέσματα των δοκιμασιών αυτών δεν θα νοθεύονταν από γνωστικές προκαταλήψεις των αξιολογητών, δεδομένου ότι η ύπαρξη γνωστικών προκαταλήψεων έχει αποδειχθεί επιστημονικά και μια υπεύθυνη Διοίκηση δεν θα μπορούσε να τις αγνοήσει.

51      Ειδικότερα όσον αφορά την υποτιθέμενη διαρροή πληροφοριών σχετικά με την εξέταση περιπτώσεων, διαπιστώνεται ότι ο προσφεύγων περιορίζεται σε εικασίες, χωρίς να προσκομίσει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ή κάποια ένδειξη ως προς το αληθές των ισχυρισμών του. Ερωτηθείς από το Δικαστήριο ΔΔ κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ως προς το θέμα αυτό, ο προσφεύγων παραδέχθηκε ότι δεν διέθετε κανένα αντικειμενικό αποδεικτικό στοιχείο περί της υπάρξεως διαρροής. Επιπλέον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπήρξαν τέτοιες διαρροές πληροφοριών, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο ΔΔ κανένα στοιχείο ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η Επιτροπή, σύμφωνα με τα οποία, με τη νέα μέθοδο, το γεγονός ότι ένας υποψήφιος διαθέτει πληροφορίες σχετικά με μια εξέταση περιπτώσεων είναι τουλάχιστον άχρηστο, ακόμη και δυσμενές για αυτόν.

52      Στη συνέχεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω περιστάσεων, το γεγονός ότι όλες οι δοκιμασίες της εξετάσεως περιπτώσεων δεν διεξήχθησαν την ίδια ημέρα δεν συνεπάγεται, στην υπό κρίση υπόθεση, διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των υποψηφίων δυνάμενη να ευνοήσει ορισμένους από τους υποψηφίους έναντι άλλων, ούτε συνιστά κίνδυνο άνισης μεταχειρίσεώς τους σε επίπεδο υψηλότερο από αυτό το οποίο εμπεριέχει εκ φύσεως κάθε διαγωνισμός.

53      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα το οποίο ο προσφεύγων βασίζει στο γεγονός ότι οι υποψήφιοι οι οποίοι επέλεξαν να συμμετέχουν στην εξέταση περιπτώσεων στη γερμανική ή στην γαλλική γλώσσα εξετάσθηκαν στην ίδια παραλλαγή του θέματος και για πολλές ημέρες. Ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων που αναφέρθηκαν στις σκέψεις 47 έως 48 της παρούσας αποφάσεως, ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι οι υποψήφιοι που εξετάστηκαν τελευταίοι κατά σειρά έτυχαν ευνοϊκής μεταχειρίσεως.

54      Τέλος, ο προσφεύγων δεν δύναται να επικαλεσθεί επωφελώς τη σκέψη 14 της προαναφερθείσας αποφάσεως Prais κατά Συμβουλίου, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «είναι […] πολύ σημαντικό να είναι η ημερομηνία των γραπτών εξετάσεων η ίδια για όλους τους υποψήφιους». Πράγματι, αρκεί η παρατήρηση ότι το συμπέρασμα αυτό πρέπει να εκτιμηθεί στο αρχικό πλαίσιο στο οποίο πραγματικά εντασσόταν, δηλαδή την περίπτωση γραπτής εξετάσεως κοινής για όλους του υποψηφίους η οποία διοργανώνεται στο πλαίσιο διαγωνισμού που σκοπεί στην αξιολόγηση των γνώσεων των υποψηφίων. Αντίθετα, στην υπό κρίση περίπτωση, η δοκιμασία τη διεξαγωγή της οποίας αμφισβητεί ο προσφεύγων συνίσταται σε εξέταση περιπτώσεων η οποία παρουσιάζεται σε δεκαέξι παραλλαγές και η οποία δεν σκοπεί στην αξιολόγηση των γνώσεων, αλλά των δεξιοτήτων των υποψηφίων.

55      Για τους ανωτέρω λόγους, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

56      Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, διότι η σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής μετεβλήθη πλειστάκις κατά την εξέταση των διαφόρων υποψηφίων.

57      Συναφώς, ο προσφεύγων προβάλλει ότι, κατά τη διάρκεια των προφορικών δοκιμασιών στις οποίες μετέσχε, ουδέποτε αξιολογήθηκε από τα ίδια μέλη της εξεταστικής επιτροπής και ότι, συνεπώς, κανένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής δεν μετείχε στο σύνολο των δοκιμασιών. Συνεπώς, η εξεταστική επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμά του να αξιολογηθεί από ικανό αριθμό μελών της εξεταστικής επιτροπής. Επιπλέον, ο προσφεύγων τόνισε ότι, κατά τις προφορικές δοκιμασίες, τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής ήταν διαφορετικά για σχεδόν όλους τους υποψηφίους και, για τον λόγο αυτόν, η εξεταστική επιτροπή προέβη σε ιδιαιτέρως αποσπασματική συγκριτική αξιολόγηση του συνόλου των υποψηφίων. Εξάλλου, κατά τον προσφεύγοντα, ο ανεπαρκής αριθμός των μονίμων μελών της εξεταστικής επιτροπής, καθώς και οι πολυάριθμες αλλαγές της συνθέσεώς της, δεν αντισταθμίστηκαν με τη μόνιμη παρουσία του προέδρου ή του αντιπροέδρου της εν λόγω επιτροπής.

58      Τέλος, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι τα πρόσωπα που επιφορτίσθηκαν με τη διόρθωση της εξετάσεως περιπτώσεων δεν ήταν μέλη της εξεταστικής επιτροπής, αλλά αξιολογητές διορισμένοι από την EPSO, και ότι κάθε εβδομάδα τα πρόσωπα αυτά αντικαθίσταντο από άλλα πρόσωπα. Ωστόσο, δεδομένων των συντόμων προθεσμιών που είχαν οριστεί από την EPSO, η εξεταστική επιτροπή δεν είχε τον χρόνο να ελέγξει τις διορθώσεις των εν λόγω αξιολογητών. Συνεπώς, δεν ήταν δυνατόν να διασφαλιστεί η συνέπεια της βαθμολογήσεως.

59      Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, με το υπό κρίση σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων αμφισβητεί αποκλειστικά τις προφορικές δοκιμασίες, ενώ για τις ειδικές δεξιότητες οι οποίες αξιολογήθηκαν μόνον κατά την εξέταση περιπτώσεων ο βαθμός του ήταν κατώτερος από τον απαιτούμενο κατώτατο βαθμό. Συνεπώς, η Επιτροπή υποστηρίζει κυρίως ότι ο προσφεύγων δεν έχει συμφέρον να προβάλει το υπό κρίση σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, δεδομένου ότι, και αν ακόμη ακυρώνονταν οι βαθμοί του στις γενικές δεξιότητες, αυτό δεν θα συνεπαγόταν κανένα ευνοϊκό αποτέλεσμα για αυτόν.

60      Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή θεωρεί ότι το υπό κρίση σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως στερείται επίσης νομικής βάσεως. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, η διατήρηση της σταθερής συνθέσεως της εξεταστικής επιτροπής δεν συνιστά αυτοτελώς επιδιωκόμενο στόχο, αλλά μια λύση απορρέουσα από τη νομολογία για να εξισορροπήσει ορισμένες ατέλειες της διαδικασίας βάσει της οποίας διεξάγονταν οι προφορικές δοκιμασίες πριν από το 2010. Λαμβανομένου υπόψη ότι η νέα μέθοδος δεν παρουσιάζει πλέον αυτές τις ατέλειες, δεν ήταν πλέον αναγκαίο για την εξεταστική επιτροπή, προκειμένου να τηρήσει τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αντικειμενικότητας κατά τη βαθμολόγηση, να μεριμνά για τη σταθερότητα της συνθέσεώς της καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας του διαγωνισμού. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε το επιχείρημά της δηλώνοντας ότι δεν ζητούσε να εγκαταλειφθεί πλήρως η αρχή της σταθερής συνθέσεως της εξεταστικής επιτροπής, αλλά να επαναπροσδιοριστεί λαμβανομένης υπόψη της νέας μεθόδου.

–       Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

61      Ο δικαστής της Ένωσης έχει την εξουσία να εκτιμήσει, βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, εάν η ορθή απονομή της δικαιοσύνης δικαιολογεί την απόρριψη μιας προσφυγής ως αβάσιμης, χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί επί της αιτιάσεως περί απαραδέκτου την οποία προέβαλε ο καθού (απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, F‑26/10, AZ κατά Επιτροπής, σκέψη 34).

62      Στις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως και για λόγους οικονομίας της δίκης, επιβάλλεται να εξετασθεί, καταρχάς, η επί της ουσίας επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος, πριν το Δικαστήριο ΔΔ αποφανθεί επί του απαραδέκτου.

63      Υπενθυμίζεται ότι τα όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σχετικά με τον καθορισμό των διαδικαστικών λεπτομερειών ενός διαγωνισμού και ότι δεν εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να ελέγξει αυτές τις διαδικαστικές λεπτομέρειες, παρά μόνον κατά το μέτρο που είναι αναγκαίο για να διασφαλισθούν η ίση μεταχείριση και η αντικειμενικότητα της επιλογής μεταξύ των υποψηφίων (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, F‑46/12, Höpcke κατά Επιτροπής, σκέψη 63).

64      Η υποχρέωση προσλήψεως υπαλλήλων οι οποίοι κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας, η οποία επιβάλλεται με το άρθρο 27 του ΚΥΚ στα όργανα της Ένωσης, συνεπάγεται ότι η ΑΔΑ και η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού οφείλουν να μεριμνούν, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, ώστε οι διαγωνισμοί να διεξάγονται με βάση τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ υποψηφίων και της αντικειμενικότητας κατά τη βαθμολόγηση.

65      Βάσει των ανωτέρω αρχών έχει κριθεί ότι η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως η οποία έχει απονεμηθεί στην εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού, όσον αφορά τον καθορισμό των διαδικαστικών λεπτομερειών και του αναλυτικού περιεχομένου των δοκιμασιών στις οποίες οφείλουν να μετάσχουν οι υποψήφιοι, πρέπει να αντισταθμίζεται με αυστηρή τήρηση των κανόνων οι οποίοι διέπουν την οργάνωση των εν λόγω δοκιμασιών. Συνεπώς, εναπόκειται στην εξεταστική επιτροπή να μεριμνά για την αυστηρή τήρηση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων κατά τη διεξαγωγή των δοκιμασιών και της αντικειμενικής επιλογής μεταξύ των ενδιαφερομένων (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 25ης Μαΐου 2000, T‑173/99, Elkaïm και Mazuel κατά Επιτροπής, σκέψη 87). Προς τον σκοπό αυτόν, η εξεταστική επιτροπή οφείλει να διασφαλίσει τη συνεπή εφαρμογή των κριτηρίων αξιολογήσεως σε όλους τους εξεταζόμενους υποψηφίους, εξασφαλίζοντας ιδίως τη σταθερότητα της συνθέσεώς της (βλ., σχετικά με επιτροπή επιλογής στο πλαίσιο διαδικασίας για την κατάρτιση πίνακα επιτυχόντων εκτάκτων υπαλλήλων, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, T‑92/01, Girardot κατά Επιτροπής, σκέψεις 24 έως 26∙ βλ., περαιτέρω, απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 29ης Σεπτεμβρίου 2010, F‑41/08, Honnefelder κατά Επιτροπής, σκέψη 35).

66      Η νομολογία διευκρίνισε ότι η τήρηση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αντικειμενικής βαθμολογήσεως προϋποθέτει, στο μέτρο του δυνατού, τη σταθερότητα της συνθέσεως της εξεταστικής επιτροπής καθ’ όλη τη διάρκεια των δοκιμασιών (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 10ης Νοεμβρίου 2004, T‑165/03, Vonier κατά Επιτροπής, σκέψη 39).

67      Ωστόσο, δεν αποκλείεται η συνέπεια της βαθμολογήσεως να μπορεί να διασφαλισθεί με μέσα άλλα, πέραν της διατηρήσεως της σταθερότητας της συνθέσεως της εξεταστικής επιτροπής καθ’ όλη τη διάρκεια των δοκιμασιών. Βάσει των συλλογισμών αυτών, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι, όταν, σε περίπτωση κωλύματος, τα μόνιμα μέλη μιας εξεταστικής επιτροπής αντικαθίστανται, για τις δοκιμασίες στις οποίες συμμετέχουν ορισμένοι υποψήφιοι, από αναπληρωματικά μέλη, ώστε να επιτρέψουν στην εξεταστική επιτροπή να ολοκληρώσει τις εργασίες της εντός εύλογης προθεσμίας, η σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής δύναται εντούτοις να παραμείνει αρκούντως σταθερή, αν η εν λόγω εξεταστική επιτροπή έχει προβλέψει τον αναγκαίο συντονισμό, ο οποίος θα διασφαλίσει της συνεπή εφαρμογή των κριτηρίων βαθμολογήσεως (βλ., συναφώς, προαναφερθείσα απόφαση Giannini κατά Επιτροπής, σκέψεις 208 έως 216).

68      Στο ίδιο πνεύμα, επισημαίνεται ότι τα μέτρα που λαμβάνει μια εξεταστική επιτροπή για να εκπληρώσει την υποχρέωσή της να διασφαλίσει τη σταθερότητα της συνθέσεώς της πρέπει, ενδεχομένως, να εκτιμώνται υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των προσλήψεων για τις οποίες έχει διοργανωθεί ο διαγωνισμός και των πρακτικής φύσεως απαιτήσεων που είναι εγγενείς στη διοργάνωση αυτήν, χωρίς βέβαια να μπορεί η εξεταστική επιτροπή να απαλλάσσεται της υποχρεώσεώς της προς τήρηση των θεμελιωδών εγγυήσεων της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων και της αντικειμενικής επιλογής μεταξύ αυτών (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 5ης Απριλίου 2005, T‑336/02, Christensen κατά Επιτροπής, σκέψη 44).

69      Είναι γεγονός ότι οι εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή ενός διαγωνισμού, όταν αξιολογεί τις δεξιότητες, τις γνώσεις ή τις ικανότητες των υποψηφίων, είναι συγκριτικής φύσεως (βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Φεβρουαρίου 2004, T‑19/03, Κωνσταντοπούλου κατά Δικαστηρίου, σκέψη 43). Εντούτοις, δεν είναι δυνατόν να αποκλεισθεί ότι, στο πλαίσιο της οργανώσεως των δοκιμασιών ενός διαγωνισμού και των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής, αρκεί για τη διασφάλιση της συγκριτικής φύσεως της εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής να διατηρείται η σταθερότητα της συνθέσεώς της μόνο σε ορισμένα στάδια του διαγωνισμού.

70      Δεδομένου ότι η διατήρηση ορισμένης σταθερότητας της συνθέσεως της εξεταστικής επιτροπής δεν αποτελεί, αυτή καθ’ εαυτή, μέσο διασφαλίσεως της τηρήσεως των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αντικειμενικής βαθμολογήσεως, πρέπει να εξετασθεί αν, στην υπό κρίση υπόθεση, ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε ο διαγωνισμός καθιστούσε δυνατή τη διασφάλιση της τηρήσεως των εν λόγω αρχών.

71      Στην προκειμένη περίπτωση, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή, τόσο με την απάντησή της σχετικά με τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ανέφερε, χωρίς να αντικρουσθεί από τον προσφεύγοντα, ότι, ενώ η σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής δεν παρέμεινε σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια των δοκιμασιών, εντούτοις συνεδρίασε, καταρχάς, όταν αποφασίστηκε ο τρόπος με τον οποίο θα διεξάγονταν οι δοκιμασίες, στη συνέχεια κάθε δύο ή τρεις ημέρες, κάθε φορά που οι βαθμοί που είχαν απονεμηθεί στους υποψηφίους αποτελούσαν αντικείμενο κοινής συζητήσεως, ούτως ώστε η επιτροπή να προβεί σε εκτίμηση των δεξιοτήτων των υποψηφίων που είχαν εξετασθεί στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα και, τέλος, όταν έλεγξε τη συνέπεια των εκτιμήσεων που αφορούσαν τους υποψηφίους, μετά το πέρας του συνόλου των δοκιμασιών

72      Επιπλέον, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα μέτρα που υιοθέτησε η EPSO στο πλαίσιο της νέας μεθόδου, τα οποία αποσκοπούν στο να εξισορροπήσουν διάφορες γνωστικές προκαταλήψεις που παρατηρούνται γενικότερα στους αξιολογητές και συνεπώς στο να διασφαλίσουν τη συνέπεια της βαθμολογήσεως. Ειδικότερα, υπενθυμίζεται από το Δικαστήριο ΔΔ ότι τα μέτρα αυτά προβλέπουν δοκιμασίες οι οποίες έχουν προκαθορισμένη δομή και βασίζονται σε προσχεδιασμένη μεθοδολογία που εφαρμόζει εκ των προτέρων καθορισμένους δείκτες συμπεριφοράς, τη συμμετοχή του προέδρου της εξεταστικής επιτροπής κατά τα πρώτα λεπτά της κάθε δοκιμασίας, καθώς και τη διεξαγωγή μελετών και αναλύσεων για την εξακρίβωση της συνέπειας της βαθμολογήσεως (βλ. σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως).

73      Συνεπώς, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η νέα μέθοδος αντικαθιστά το προηγούμενο σύστημα επιλογής βάσει του οποίου τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής ήσαν τα ίδια καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας του διαγωνισμού, με σύστημα επιλογής στο πλαίσιο του οποίου η σταθερότητα της συνθέσεως της εξεταστικής επιτροπής διατηρείται μόνο σε ορισμένα σημαντικά στάδια της διαδικασίας, το οποίο ωστόσο διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των υποψηφίων μέσω ταυτόσημων μεθόδων εργασίας και μέσω της εφαρμογής ταυτόσημων κριτηρίων εκτιμήσεως των επιδόσεων των υποψηφίων.

74      Υπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που αφορούν τη σταθερή σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής κατά τα στάδια που αναφέρθηκαν στη σκέψη 71 της παρούσας αποφάσεως και των μέτρων οργανώσεως και συντονισμού των εργασιών της εν λόγω επιτροπής τα οποία απαριθμούνται στις σκέψεις 72 και 73 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο ΔΔ κρίνει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, τηρήθηκαν οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αντικειμενικής βαθμολογήσεως.

75      Στη συνέχεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες οι αιτιάσεις τις οποίες ο προσφεύγων συνδέει με την υποτιθέμενη απουσία σταθερής συνθέσεως της εξεταστικής επιτροπής, ήτοι η αιτίαση σύμφωνα με την οποία η εξεταστική επιτροπή προσέβαλε το υποτιθέμενο δικαίωμά του να αξιολογηθεί από σημαντικό αριθμό μελών της εξεταστικής επιτροπής, η αιτίαση σύμφωνα με την οποία η εξεταστική επιτροπή προέβη σε πολύ αποσπασματική συγκριτική αξιολόγηση του συνόλου των υποψηφίων και η αιτίαση σύμφωνα με την οποία οι πολυάριθμες αλλαγές στη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής δεν αντισταθμίστηκαν από τη μόνιμη παρουσία του προέδρου ή του αντιπροέδρου της εν λόγω επιτροπής.

76      Όσον δε αφορά την αιτίαση ότι η EPSO χρησιμοποίησε εξωτερικούς διορθωτές και ότι οι διορθωτές αυτοί άλλαζαν κάθε εβδομάδα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η εξεταστική επιτροπή έχει την ευχέρεια να προσφεύγει στη συνδρομή διορθωτών, οσάκις τη θεωρεί αναγκαία. Στην περίπτωση αυτήν, δεν τίθεται ζήτημα πλημμέλειας των εργασιών της, εφόσον οι μέθοδοι διορθώσεως δεν διαφέρουν ανάλογα με τους υποψηφίους, η δε εξεταστική επιτροπή διατηρεί την εξουσία τελικής αξιολογήσεως (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 26ης Ιανουαρίου 2005, T‑267/03, Roccato κατά Επιτροπής, σκέψη 67). Στην υπό κρίση υπόθεση, ο προσφεύγων δεν ισχυρίζεται καν ότι οι μέθοδοι διορθώσεως διέφεραν ανάλογα με τους υποψηφίους και ότι η εξεταστική επιτροπή δεν διατήρησε την εξουσία τελικής αξιολογήσεως, κανένα δε στοιχείο της δικογραφίας δεν υποδεικνύει ότι ίσχυσαν τέτοιες συνθήκες.

77      Τέλος, επισημαίνεται ότι ο προσφεύγων δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού του, σύμφωνα με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή δεν ήταν σε θέση να διασφαλίσει τη συνέπεια της βαθμολογήσεως, επειδή η ΑΔΑ δεν της διέθεσε επαρκή χρόνο. Εν πάση περιπτώσει, από τον φάκελο της δικογραφίας συνάγεται ότι η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού έλεγξε τη συνέπεια της βαθμολογήσεως, δεδομένου ότι, κατόπιν της αιτήσεως επανεξετάσεως της αποφάσεως περί αποκλεισμού, την οποία υπέβαλε ο προσφεύγων, η εξεταστική επιτροπή εντόπισε την ύπαρξη ορισμένης ελλείψεως συνέπειας στη βαθμολόγηση της εξετάσεως περιπτώσεων του προσφεύγοντος και, στη συνέχεια, τον βαθμολόγησε με υψηλότερο βαθμό από αυτόν που είχε λάβει αρχικά στις γενικές δεξιότητες «επικοινωνία» και «καθορισμός προτεραιοτήτων και οργάνωση», καθώς και στις ειδικές δεξιότητες.

78      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από την έλλειψη σταθερής συνθέσεως της εξεταστικής επιτροπής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, χωρίς να χρειαστεί να εξετασθεί αν το δεύτερο αυτό σκέλος είναι παραδεκτό ή λυσιτελές.

79      Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παραβίαση της αρχής της ανεξαρτησίας της εξεταστικής επιτροπής

 Επιχειρήματα των διαδίκων

80      Ο προσφεύγων επισημαίνει ότι στην πλειονότητά τους τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής, συμπεριλαμβανομένου και του προέδρου της, ήταν υπάλληλοι αποσπασμένοι στην EPSO και συνεπώς εξαρτώμενοι από αυτήν, τούτο δε είναι αντίθετο προς την αρχή της ανεξαρτησίας της εξεταστικής επιτροπής.

81      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ να απορρίψει τον υπό κρίση λόγο ακυρώσεως.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

82      Υπενθυμίζεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της σημαντικής λειτουργίας που έχει ανατεθεί στην εξεταστική επιτροπή των διαγωνισμών, ο νομοθέτης έχει προβλέψει σχετικά ορισμένες εγγυήσεις. Ειδικότερα, το άρθρο 30 του ΚΥΚ και το άρθρο 3 του παραρτήματος ΙII αυτού προβλέπουν, πρώτον, ότι για κάθε διαγωνισμό η ΑΔΑ διορίζει εξεταστική επιτροπή, δεύτερον, ότι, εκτός από τον πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής, τα λοιπά μέλη πρέπει να ορίζονται σε ίσο αριθμό από τη Διοίκηση και από την επιτροπή προσωπικού, τρίτον, ότι τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής πρέπει να επιλέγονται μεταξύ των υπαλλήλων, τέταρτον ότι τα μέλη της εν λόγω επιτροπής πρέπει να είναι της ίδιας ομάδας καθηκόντων και να έχουν τον ίδιο τουλάχιστον βαθμό με αυτόν της θέσεως που πρόκειται να πληρωθεί και, πέμπτον, εάν η εξεταστική επιτροπή αποτελείται από περισσότερα από τέσσερα μέλη, πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο μέλη από κάθε φύλο (απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 15ης Ιουνίου 2010, F‑35/08, Παχτίτης κατά Επιτροπής, σκέψεις 53 και 54).

83      Αντίθετα, καμία διάταξη του ΚΥΚ δεν απαγορεύει να είναι μέλη της εξεταστικής επιτροπής υπάλληλοι αποσπασμένοι στην EPSO ειδικά για να ασκήσουν καθήκοντα ως μέλη των εξεταστικών επιτροπών διαγωνισμών.

84      Επιπλέον, από μόνο το γεγονός ότι τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής ήσαν υπάλληλοι αποσπασμένοι στην EPSO για να ασκήσουν καθήκοντα μέλους της εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμών για περιορισμένη χρονική περίοδο δεν είναι δυνατόν να συναχθεί ότι η EPSO ασκούσε, μέσω των υπαλλήλων αυτών, οποιαδήποτε επιρροή στις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής.

85      Σχετικώς, διαπιστώνεται ότι ο προσφεύγων όχι μόνο δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο ΔΔ απόδειξη, ή τουλάχιστον συγκεκριμένες και συγκλίνουσες ενδείξεις, ότι η EPSO άσκησε οποιαδήποτε επιρροή στην εξεταστική επιτροπή, αλλά, στο δικόγραφο της προσφυγής του, περιορίστηκε σε καθαρές εικασίες.

86      Ωστόσο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων ανέπτυξε τον υπό κρίση λόγο ακυρώσεως υποστηρίζοντας ότι, με τη νέα μέθοδο, παρατηρείται ένα είδος αντιστροφής ρόλων μεταξύ της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού και της EPSO, αυτό δε εις βάρος του ρόλου της εξεταστικής επιτροπής, δεδομένου ότι η EPSO αποκτά αυξανόμενη εξουσία να καθορίσει τη φύση των δοκιμασιών και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διεξάγονται. Ειδικότερα, ο προσφεύγων τόνισε ότι, όπως δέχθηκε και η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεώς της, με τη μεθοδολογία του κέντρου αξιολογήσεως περιορίζεται το περιθώριο δράσεως της εξεταστικής επιτροπής σε σχέση με το παρελθόν, ενώ το είδος των μέτρων που θεσπίσθηκαν από την ΑΔΑ με σκοπό τη συνέπεια της βαθμολογήσεως έχει ως αποτέλεσμα να απογυμνώσει την εξεταστική επιτροπή από τις αρμοδιότητές της.

87      Εντούτοις, τα επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων δεν αποδεικνύουν επαρκώς κατά νόμον ότι η EPSO υπερέβη τα όρια των αρμοδιοτήτων τις οποίες απονέμει στην ΑΔΑ το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ, ήτοι να καθορίζει τη φύση του διαγωνισμού και τον τρόπο διεξαγωγής του. Ειδικότερα, κανένα στοιχείο του φακέλου της δικογραφίας δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε ανάμιξη της EPSO κατά την αξιολόγηση των επιδόσεων των υποψηφίων από την εξεταστική επιτροπή ή τη βαθμολόγηση των υποψηφίων, ούτε κατά την κατάρτιση του πίνακα επιτυχόντων. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, ανεξάρτητα από τα μέτρα που θέσπισε η ΑΔΑ για να διασφαλίσει τη συνέπεια της βαθμολογήσεως σύμφωνα με το άρθρο 5 του παραρτήματος III του ΚΥΚ, η επίβλεψη των δοκιμασιών και η κατάρτιση του πίνακα επιτυχόντων υποψηφίων έγινε από την εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού και όχι από την ΑΔΑ.

88      Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ανεξαρτησίας της εξεταστικής επιτροπής.

 Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως ο οποίος αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

89      Ο προσφεύγων ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι η EPSO παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει βάσει του άρθρου 25 του ΚΥΚ, επειδή αρνήθηκε να του κοινοποιήσει πολλά έγγραφα και πληροφορίες και, ιδίως, τις ερωτήσεις στις οποίες απέτυχε, τους λόγους για τους οποίους οι απαντήσεις του ήσαν εσφαλμένες, καθώς και τους πίνακες αξιολογήσεως που χρησιμοποιήθηκαν για τις γραπτές και τις προφορικές δοκιμασίες. Επιπλέον, είχε ζητήσει αντίγραφο της παραλλαγής του θέματος που επεξεργάστηκε κατά τη δοκιμασία της εξετάσεως περιπτώσεων μαζί με τις διορθωμένες απαντήσεις του. Η κοινοποίηση των στοιχείων αυτών ήταν αναγκαία για να του επιτρέψει να κατανοήσει τα λάθη του, τον τρόπο με τον οποίο διορθώθηκαν τα γραπτά του και να εκτιμήσει αν διεπράχθη παράβαση των εφαρμοστέων στην εξεταστική επιτροπή κανόνων.

90      Επιπλέον, ο προσφεύγων φρονεί ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8, σ. 1), η EPSO όφειλε να του διαβιβάσει τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη.

91      Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του υπό κρίση λόγου.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

92      Επιβάλλεται εκ προοιμίου η υπενθύμιση, ότι, ενώ βάσει του άρθρου 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ κάθε ατομική απόφαση που λαμβάνεται κατ’ εφαρμογήν του ΚΥΚ και δύναται να είναι βλαπτική για τον παραλήπτη της πρέπει να είναι αιτιολογημένη, εντούτοις, όσον αφορά τις αποφάσεις που λαμβάνονται από εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού, αυτή η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να συμβιβάζεται με την τήρηση του απορρήτου που περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 6 του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ (απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Ιουλίου 1996, C‑254/95 P, Κοινοβούλιο κατά Innamorati, σκέψη 24).

93      Το απόρρητο αυτό θεσπίστηκε προκειμένου να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία των εξεταστικών επιτροπών διαγωνισμών και η αντικειμενικότητα των εργασιών τους, καθόσον αυτές προστατεύονται από εξωτερικές παρεμβάσεις και πιέσεις, προερχόμενες είτε από την ίδια τη Διοίκηση της Ένωσης είτε από τους υποψηφίους είτε από τρίτους. Συνεπώς, η τήρηση του απορρήτου αποκλείει τόσο τη δημοσιοποίηση της στάσεως που τήρησε κάθε μέλος εξεταστικής επιτροπής όσο και την αποκάλυψη οποιουδήποτε στοιχείου που αφορά εκτιμήσεις προσωπικής ή συγκριτικής φύσεως σχετικές με τους υποψηφίους (βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση Κωνσταντοπούλου κατά Δικαστηρίου, σκέψη 27).

94      Λαμβανομένου υπόψη του απορρήτου που πρέπει να περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, η γνωστοποίηση των βαθμών που λαμβάνουν οι υποψήφιοι στις διάφορες δοκιμασίες συνιστά επαρκή αιτιολόγηση των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής (προαναφερθείσες αποφάσεις Κοινοβούλιο κατά Innamorati, σκέψη 31, και Κωνσταντοπούλου κατά Δικαστηρίου, σκέψη 32· απόφαση του Δικαστηρίου ΔΔ της 28ης Μαρτίου 2012, F‑19/10, Marsili κατά Επιτροπής, σκέψη 51).

95      Η αιτιολόγηση αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα των υποψηφίων. Συγκεκριμένα, τους επιτρέπει να πληροφορηθούν την αξιολογική κρίση ως προς τις επιδόσεις τους και να εξακριβώσουν, ενδεχομένως, ότι πράγματι δεν έλαβαν τη βαθμολογία που απαιτείτο από τη σχετική προκήρυξη διαγωνισμού προκειμένου να τους επιτραπεί η συμμετοχή σε ορισμένες δοκιμασίες ή στο σύνολο των δοκιμασιών, ενώ επιτρέπει στο Δικαστήριο ΔΔ να προβεί στον δικαστικό έλεγχο που ενδείκνυται για το είδος αυτό των διαφορών (προαναφερθείσα απόφαση Κωνσταντοπούλου κατά Δικαστηρίου, σκέψη 33).

96      Επιπλέον, η εξεταστική επιτροπή δεν υποχρεούται, κατά την αιτιολόγηση της αποτυχίας ενός υποψηφίου σε μια δοκιμασία, να διευκρινίζει ποιες απαντήσεις του υποψηφίου κρίθηκαν ανεπαρκείς ή να εξηγεί γιατί οι απαντήσεις αυτές κρίθηκαν ανεπαρκείς, δεδομένου ότι μια τόσο λεπτομερής αιτιολόγηση δεν είναι απαραίτητη στον υποψήφιο για να εκτιμήσει αν συντρέχει λόγος να υποβάλει διοικητική ένσταση ή, ενδεχομένως, προσφυγή ή, ακόμη, να παράσχει στον δικαστή τη δυνατότητα να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1995, T‑291/94, Pimley-Smith κατά Επιτροπής, σκέψεις 63 και 64, και προαναφερθείσα απόφαση Κωνσταντοπούλου κατά Δικαστηρίου, σκέψη 34).

97      Στην υπό κρίση υπόθεση, από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι, κατόπιν αιτήματός του, τη 10η Φεβρουαρίου 2011 απεστάλη στον προσφεύγοντα αντίγραφο του μη διορθωμένου γραπτού που είχε συντάξει κατά τη δοκιμασία εξέτασης περιπτώσεων, καθώς και αντίγραφο της δοκιμασίας ως προς τη γνώση της γλώσσας, συνοδευόμενο από το δελτίο αξιολογήσεως που χρησιμοποιήθηκε για τη δοκιμασία αυτήν. Επιπλέον, με την προσβαλλόμενη απόφαση ο προσφεύγων πληροφορήθηκε ότι η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής με την οποία επιβεβαιώθηκε η απόφαση περί αποκλεισμού, βασίστηκε στην αιτιολογία ότι η συνολική βαθμολογία του ήταν χαμηλότερη από την πιο χαμηλή βαθμολογία των υποψηφίων οι οποίοι είχαν εγγραφεί στον πίνακα επιτυχόντων. Τέλος, του απεστάλη το «φυλλάδιο δεξιοτήτων» του, το οποίο, όχι μόνον περιείχε τους βαθμούς του για κάθε μία από τις δεξιότητες που είχαν αξιολογηθεί, αλλά και αναλυτικές εκτιμήσεις για κάθε μία από τις εν λόγω εξετασθείσες δεξιότητες.

98      Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, βάσει της προμνησθείσας νομολογίας, η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, επομένως η EPSO δεν ήταν υποχρεωμένη να διαβιβάσει στον προσφεύγοντα τα έγγραφα που είχε ζητήσει.

99      Ως εκ περισσού, το Δικαστήριο ΔΔ κρίνει ότι η EPSO δεν ήταν υποχρεωμένη, για να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή της προς αιτιολόγηση της αποφάσεώς της, να κοινοποιήσει στον προσφεύγοντα το διορθωμένο γραπτό του, τους λόγους για τους οποίους οι απαντήσεις του ήσαν εσφαλμένες ή τους πίνακες αξιολογήσεως που χρησιμοποιήθηκαν για τις γραπτές και προφορικές δοκιμασίες, δεδομένου ότι τέτοιου είδους έγγραφα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των συγκριτικής φύσεως εκτιμήσεων στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού και καλύπτονται από το απόρρητο των εργασιών της εν λόγω επιτροπής.

100    Επιπλέον, όσον αφορά το αντίγραφο της παραλλαγής του θέματος, στην οποία εξετάσθηκε ο προσφεύγων στο πλαίσιο της εξετάσεως περιπτώσεων, το Δικαστήριο ΔΔ τονίζει ότι, ενώ κατά τη νομολογία ένα έγγραφο εμπίπτει στο απόρρητο που καλύπτει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής όταν η κοινοποίησή του είναι δυνατόν να αποκαλύψει τις ατομικές γνώμες τις οποίες εξέφρασαν μέλη της εξεταστικής επιτροπής ή τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβησαν είτε για συγκεκριμένους υποψηφίους είτε με τον σκοπό συγκρίσεώς τους (προαναφερθείσα απόφαση Κωνσταντοπούλου κατά Δικαστηρίου, σκέψη 27), εντούτοις, το απόρρητο των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού δεν αποκλείει να δικαιολογείται ο εμπιστευτικός χαρακτήρας ενός εγγράφου και από άλλους λόγους. Πάντως, στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο ΔΔ κρίνει ότι η άρνηση της EPSO να κοινοποιήσει στον προσφεύγοντα την παραλλαγή του θέματος επί του οποίου εξετάσθηκε δικαιολογείται από την ανάγκη να αποφύγει, σε περίπτωση κατά την οποία και άλλοι υποψήφιοι θα ζητούσαν την παραλλαγή του θέματος επί του οποίου εξετάσθηκαν, τη δυνατότητα των εν λόγω υποψηφίων, αφού μελετήσουν από κοινού τις διαθέσιμες παραλλαγές, να εντοπίσουν και στη συνέχεια να δημοσιοποιήσουν τη μέθοδο που εφαρμόζεται για την κατάρτιση των διαφόρων παραλλαγών ενός θέματος, καθώς και των δεικτών που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των υποψηφίων.

101    Τέλος, οι ανωτέρω διαπιστώσεις δεν αναιρούνται βάσει του άρθρου 8 του Χάρτη ή του κανονισμού 45/2001. Ειδικότερα, τονίζεται ότι, όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 2 του κανονισμού 45/2001, ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα νοούνται μόνον οι πληροφορίες οι οποίες επιτρέπουν να εξακριβωθεί η ταυτότητα ενός προσώπου. Κατά συνέπεια, δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων, ο προσφεύγων δικαιούται να έχει πρόσβαση στα δεδομένα τα οποία διαθέτει η EPSO και επιτρέπουν την ταυτοποίησή του, αλλά δεν δικαιούται να έχει πρόσβαση στο διορθωμένο γραπτό του, στις ερωτήσεις στις οποίες απέτυχε, στους λόγους για τους οποίους οι απαντήσεις του ήσαν εσφαλμένες ή στον πίνακα αξιολογήσεως ο οποίος χρησιμοποιήθηκε. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση κατά την οποία θεωρηθεί ότι το διορθωμένο γραπτό ενός υποψηφίου αποτελεί προσωπικό δεδομένο, οπότε ό εν λόγω υποψήφιος θα ηδύνατο, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού 45/2001, να ζητήσει τη διόρθωσή του, αυτό όμως θα ήταν παράλογο.

102    Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως ο οποίος αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

103    Επειδή κανένας από τους λόγους ακυρώσεως δεν είναι βάσιμος, πρέπει να απορριφθεί το υπό κρίση αίτημα ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, η προσφυγή στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

104    Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του ογδόου κεφαλαίου του δευτέρου τίτλου του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Βάσει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο ΔΔ μπορεί να αποφασίσει, όταν απαιτείται από λόγους επιείκειας, ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται εν μέρει μόνο στα έξοδα ή ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί για τους ως άνω λόγους.

105    Από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αποφάσεως προκύπτει ότι ηττηθείς διάδικος είναι ο προσφεύγων. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή ζήτησε ρητώς, με τα αιτήματά της, να καταδικαστεί ο προσφεύγων στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο προσφεύγων φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (ολομέλεια)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Ο G. de Mendoza Asensi φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Van Raepenbusch

Rofes i Pujol

Perillo

Barents

 

      Bradley

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Φεβρουαρίου 2014.

Η Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

W. Hakenberg

 

      S. Van Raepenbusch


* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.