Language of document : ECLI:EU:C:2014:194

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

PEDRO CRUZ VILLALÓN

της 20ής Μαρτίου 2014 (1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑12/13 P και C‑13/13 P

Gérard Buono

Jean‑Luc Buono

Roger Louis Paul Del Ponte

Serge Antoine Di Rocco

Jean Gérald Lubrano

Jean Lubrano

Jean Lucien Lubrano

Fabrice Marin

Robert Marin

(υπόθεση C‑12/13 P)


Syndicat des thoniers méditerranéens

Marc Carreno

Jean Louis Donnarel

Jean‑François Flores

Gérald Jean Lubrano

Hervé Marin

Nicolas Marin

Sébastien Marin

Serge Antoine José Perez

(υπόθεση C‑13/13 P)

«Αίτηση αναιρέσεως — Ποσοστώσεις αλιείας — Λήψη επειγόντων μέτρων από την Επιτροπή — Αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Παραδεκτό — Ενεργητική νομιμοποίηση νομικών προσώπων προς άσκηση αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης — Εξωσυμβατική ευθύνη για νόμιμη πράξη — Εφαρμογή της αποφάσεως FIAMM από το Γενικό Δικαστήριο — Ευθύνη για παράνομη πράξη — Ζημία που γεννά υποχρέωση αποζημιώσεως — Απώλεια ευκαιρίας»





1.        Στις παρούσες συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, άρρηκτα συνδεδεμένες με την υπόθεση C‑611/12 P, Giordano κατά Επιτροπής, ασκείται αίτηση για την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 7ης Νοεμβρίου 2012, T‑574/08, Syndicat des thoniers méditerranéens κ.λπ. κατά Επιτροπής, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή αποζημιώσεως για εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ασκήθηκε εκ μέρους διαφόρων ιδιοκτητών σκαφών κυκλωτικής αλίευσης τόννου (γρι‑γρι) και ενός επαγγελματικού συνδικάτου που εκπροσωπεί τα συμφέροντα του κλάδου αλιείας τόννου. Σε αντίθεση με την υπόθεση C‑611/12 P, οι αναιρεσείοντες στις κρινόμενες αιτήσεις τους επικαλούνται λόγο που αντλείται από εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για νόμιμη πράξη, ο οποίος δεν έχει προβληθεί στην ως άνω υπόθεση C‑611/12 P.

2.        Στις παρούσες προτάσεις θα εστιάσω, ως εκ τούτου, στα στοιχεία που διαφοροποιούν τις δύο εν προκειμένω συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως από την υπόθεση C‑611/12 P. Επιπλέον, μολονότι οι αιτήσεις της παρούσας υπόθεσης αποτελούν αντικείμενο συνεκδίκασης, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί εξαρχής ότι τα αντίστοιχα δικόγραφα περιλαμβάνουν διαφορετικές επιχειρηματολογίες, οι οποίες πρέπει να εξεταστούν με ξεχωριστό τρόπο κατά την ανάπτυξη των παρουσών προτάσεων. Περαιτέρω περιπλέκει την υπόθεση η προσβολή της αποφάσεως από το αναιρεσείον στην υπόθεση C‑13/13 P, Syndicat des thoniers méditerranéens, επαγγελματικό συνδικάτο το οποίο εκπροσωπεί τα συμφέροντα του κλάδου της αλιείας τόννου, για τον λόγο ότι δεν του αναγνωρίσθηκε έννομο συμφέρον για την προσφυγή του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί ενδελεχώς, καθώς εγείρει το ιδιαίτερο ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης νομικών προσώπων εκπροσωπούντων συμφέροντα του κλάδου τους στο πλαίσιο αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης.

I –    Νομοθετικό πλαίσιο

3.        Το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ ορίζει το εφαρμοστέο καθεστώς σχετικά με την εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως εξής:

«Στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Κοινότητα υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.»

4.        Η αλιεία ερυθρού τόννου ρυθμίζεται τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ήδη από το 1997 η Ένωση αποτελεί μέρος της Διεθνούς Σύμβασης για τη διατήρηση των θυννοειδών του Ατλαντικού, η οποία μέσω της διεθνούς επιτροπής για τη διατήρηση των θυννοειδών του Ατλαντικού (ICCAT) θεσπίζει συστάσεις και σχέδια με σκοπό τη διατήρηση του εν λόγω ζωντανού υδρόβιου πόρου. Συμμορφούμενη με τις αποφάσεις της ICCAT, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εκδώσει διάφορες νομοθετικές πράξεις, εκ των οποίων ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, ο κανονισμός (EK) 520/2007, για τη θέσπιση τεχνικών μέτρων διατήρησης για ορισμένα αποθέματα άκρως μεταναστευτικών ειδών και για την [κατάργηση] του κανονισμού (ΕΚ) 973/2001 (2), και ο κανονισμός 1559/2007 για τη θέσπιση πολυετούς σχεδίου αποκατάστασης του τόννου στον Ανατολικό Ατλαντικό και στη Μεσόγειο και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 520/2007 (3).

5.        Οι ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις της Ένωσης εμπίπτουν επιπλέον στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 2371/2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (4). Ο εν λόγω κανονισμός εισάγει δέσμη μέτρων γενικού χαρακτήρα με σκοπό τη διατήρηση, τη διαχείριση και την εκμετάλλευση των έμβιων υδρόβιων πόρων, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται στην επικράτεια των κρατών μελών ή σε κοινοτικά ύδατα ή από αλιευτικά σκάφη των κρατών μελών της Ένωσης.

6.        Ένα από τα πιο σημαντικά μέτρα που προβλέπονται στον κανονισμό 2371/2002 είναι το άρθρο 7, υπό τον τίτλο «Επείγοντα μέτρα της Επιτροπής», δυνάμει του οποίου:

«1.      Εάν υπάρχει ένδειξη σοβαρής απειλής για τη διατήρηση των έμβιων υδρόβιων πόρων ή για το θαλάσσιο οικοσύστημα που προκαλείται από αλιευτικές δραστηριότητες, και απαιτεί άμεσες ενέργειες, η Επιτροπή, κατόπιν τεκμηριωμένης αίτησης ενός κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, μπορεί να αποφασίζει τη λήψη επειγόντων μέτρων, η διάρκεια των οποίων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των 6 μηνών.

2.Το κράτος μέλος κοινοποιεί την αίτηση ταυτόχρονα στην Επιτροπή, στα άλλα κράτη μέλη και στα οικεία περιφερειακά γνωμοδοτικά συμβούλια. Τα συμβούλια αυτά μπορούν να υποβάλλουν τα γραπτά σχόλιά τους στην Επιτροπή εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης.

Η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.Τα επείγοντα μέτρα έχουν άμεση ισχύ. Κοινοποιούνται στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα.

4.Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορούν να παραπέμψουν την απόφαση της Επιτροπής στο Συμβούλιο εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης.

5. Το Συμβούλιο, ενεργώντας με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση εντός ενός μηνός από την παραπομπή.»

7.        Ο κανονισμός (ΕΚ) 40/2008 καθορίζει, για το 2008, τις αλιευτικές δυνατότητες και τους συναφείς όρους στα κοινοτικά ύδατα για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται ο ερυθρός τόννος (5). Το κείμενο εισάγει περιορισμούς στα αλιεύματα και καθορίζει την ποσότητα ερυθρού τόννου που μπορούν να αλιεύουν τα κοινοτικά σκάφη στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο. Οι εν λόγω περιορισμοί και ποσότητες τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) 446/2008 της Επιτροπής (6).

8.        Με βάση πληροφορίες που συνέλεξαν οι επιθεωρητές της κατά τη διάρκεια των αποστολών τους στα οικεία κράτη μέλη, η Επιτροπή έκρινε ότι οι αλιευτικές δυνατότητες για τον τόννο στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο, οι οποίες έχουν χορηγηθεί για την αλιεία με σκάφη γρι‑γρι που φέρουν σημαία Ελλάδας, Γαλλίας, Ιταλίας, Κύπρου και Μάλτας ή είναι νηολογημένα σε ένα από αυτά τα κράτη, θα θεωρούνται ότι έχουν εξαντληθεί στις 16 Ιουνίου 2008. Οι αλιευτικές δυνατότητες για το ίδιο απόθεμα το οποίο έχει χορηγηθεί σε σκάφη γρι‑γρι τα οποία φέρουν σημαία Ισπανίας ή είναι νηολογημένα στο κράτος αυτό θα θεωρούνται ότι έχουν εξαντληθεί στις 23 Ιουνίου 2008. Τούτων λαμβανομένων υπόψη, η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 2371/2002, εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 530/2008, για τη θέσπιση επειγόντων μέτρων όσον αφορά τα σκάφη γρι‑γρι που αλιεύουν τόννο στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο (7). Τα τρία άρθρα του κανονισμού 530/2008 έχουν ως εξής:

«Άρθρο 1

Απαγορεύεται η αλιεία τόννου με σκάφη γρι‑γρι τα οποία φέρουν τη σημαία της Ελλάδας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Κύπρου και της Μάλτας ή είναι νηολογημένα σε ένα τα κράτη αυτά, στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο, από τις 16 Ιουνίου 2008.

Απαγορεύεται επίσης η διατήρηση επί του σκάφους, η τοποθέτηση σε κλωβούς για πάχυνση ή εκτροφή, η μεταφόρτωση, η μεταβίβαση ή εκφόρτωση αυτών των αποθεμάτων, τα οποία έχουν αλιευθεί από τα προαναφερόμενα σκάφη από την ημερομηνία αυτή.

Άρθρο 2

Απαγορεύεται η αλιεία τόννου με σκάφη γρι‑γρι τα οποία φέρουν τη σημαία της Ισπανίας ή είναι νηολογημένα στο κράτος αυτό, στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο, από τις 23 Ιουνίου 2008.

Απαγορεύεται επίσης η διατήρηση επί του σκάφους, η τοποθέτηση σε κλωβούς για πάχυνση ή εκτροφή, η μεταφόρτωση, η μεταβίβαση ή εκφόρτωση αυτών των αποθεμάτων, τα οποία έχουν αλιευθεί από τα προαναφερόμενα σκάφη από την ημερομηνία αυτή.

Άρθρο 3

1.Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, από τις 16 Ιουνίου 2008, οι επιχειρήσεις της Κοινότητας δεν δέχονται την εκφόρτωση, την τοποθέτηση σε κλωβούς για πάχυνση ή εκτροφή, ή τη μεταφόρτωση σε κοινοτικά ύδατα ή λιμένες, τόννου ο οποίος έχει αλιευθεί στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο, από σκάφη γρι‑γρι.

2.Επιτρέπεται η εκφόρτωση, η τοποθέτηση σε κλωβούς για πάχυνση ή εκτροφή και η μεταφόρτωση σε κοινοτικά ύδατα ή λιμένες, τόννου ο οποίος έχει αλιευθεί στον Ατλαντικό Ωκεανό, ανατολικά του γεωγραφικού μήκους 45°Δ, και στη Μεσόγειο, από σκάφη γρι‑γρι τα οποία φέρουν τη σημαία της Ισπανίας, ή είναι νηολογημένα στο κράτος αυτό, έως τις 23 Ιουνίου 2008.»

II – Ιστορικό

 A.      Επί της υπόθεσης C‑12/13 P

9.        Οι Gérard Buono, Jean‑Luc Buono, Roger Del Ponte, Serge Antoine Di Rocco, Jean Gérald Lubrano, Jean Lubrano, Jean Lucien Lubrano, Fabrice Marin και Robert Marin (στο εξής: αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑12/13 P ή αναιρεσείοντες) είναι πλοιοκτήτες γαλλικής υπηκοότητας των αντίστοιχων σκαφών γρι‑γρι αλιείας τόννου που δραστηριοποιούνται στα ύδατα της Μεσογείου. Όλοι τους είναι μέλη του Syndicat des thoniers méditerranéens.

10.      Δυνάμει της ενωσιακής νομοθεσίας είχε χορηγηθεί ποσόστωση αλιείας 4 164 τόνων ερυθρού τόννου στη Γαλλική Δημοκρατία για το 2008, εκ των οποίων το 90 % αντιστοιχούσε στα σκάφη γρι‑γρι με γαλλική σημαία που δραστηριοποιούνταν στην Μεσόγειο.

11.      Έκαστος των αναιρεσειόντων διέθετε για το έτος 2008 ειδική άδεια αλιείας τόννου, η οποία υπόκειτο σε ατομική αλιευτική ποσόστωση. Η άδεια επέτρεπε την αλιεία από την 1η Απριλίου έως και την 30ή Ιουνίου 2008.

12.      Μετά τη χορήγηση της εν λόγω άδειας, οι αναιρεσείοντες ξεκίνησαν την αλιευτική τους περίοδο εντός των υδάτων της Μεσογείου, η οποία διεκόπη τη 16η Ιουνίου 2008 συνεπεία της έκδοσης και θέσης σε ισχύ του κανονισμού 530/2008 της Επιτροπής, η εφαρμογή του οποίου επέφερε την ανάκληση των ως άνω αναφερόμενων αδειών.

 B.      Επί της υπόθεσης C‑13/13 P

13.      Το Syndicat des thoniers méditerranéens (στο εξής: STM) είναι επαγγελματικό συνδικάτο, η λειτουργία του οποίου διέπεται από τον τόμο IV του γαλλικού εργατικού κώδικα (code du travail), και στο οποίο γίνονται δεκτοί ως μέλη εργαζόμενοι στον κλάδο της αλιείας τόννου.

14.      Οι Marc Carreno, Jean Louis Donnarel, Jean‑François Flores, Gérald Jean Lubrano, Hervé Marin, Nicolas Marin, Sébastien Marin και Serge Antoine José Perez (στο εξής: ατομικώς αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑13/13 P ή ατομικώς αναιρεσείοντες), γαλλικής υπηκοότητας, είναι πλοιοκτήτες και/ή μέτοχοι των αντίστοιχων θυνναλιευτικών σκαφών γρι‑γρι, που δραστηριοποιούνται εντός των υδάτων της Μεσογείου. Άπαντες είναι μέλη του STM.

15.      Όπως εκτίθεται στο σημείο 10 ανωτέρω, είχε χορηγηθεί ποσόστωση 4 164 τόνων αλιείας ερυθρού τόννου στη Γαλλική Δημοκρατία για το 2008, εκ των οποίων το 90 % αντιστοιχούσε στα σκάφη γρι‑γρι με γαλλική σημαία που δραστηριοποιούνταν στην Μεσόγειο.

16.      Έκαστος των ατομικώς αναιρεσειόντων διέθετε για το έτος 2008 ειδική άδεια αλιείας ερυθρού τόννου, υποκείμενη σε ατομική αλιευτική ποσόστωση. Η άδεια επέτρεπε την αλιεία από την 1η Απριλίου έως και την 30ή Ιουνίου 2008.

17.      Μετά τη χορήγηση της εν λόγω άδειας, οι ατομικώς αναιρεσείοντες ξεκίνησαν την αλιευτική τους περίοδο εντός των υδάτων της Μεσογείου, η οποία διεκόπη τη 16η Ιουνίου 2008 συνεπεία της έκδοσης και θέσης σε ισχύ του κανονισμού 530/2008 της Επιτροπής, η εφαρμογή του οποίου επέφερε την ανάκληση των ως άνω αναφερόμενων αδειών.

III – Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

18.      Στις 24 Δεκεμβρίου 2008 κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ασκηθείσα από το STM, τους αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑12/13 P και τους ατομικώς αναιρεσείοντες, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω της απαγορεύσεως αλιείας που επιβλήθηκε με τον κανονισμό 530/2008 της Επιτροπής.

19.      Στις 25 Μαρτίου 2010 ο πρόεδρος του έκτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου ανέστειλε τη διαδικασία μέχρις εκδόσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υπόθεσης AJD Tuna (8) και του Γενικού Δικαστηρίου επί των υποθέσεων Norilsk Nickel Harjavalta και Umicore κατά Επιτροπής (9) καθώς και Etimine και Etiproducts κατά Επιτροπής (10). Κατόπιν της εκδόσεως των αντίστοιχων αποφάσεων στις εν λόγω υποθέσεις, οι διάδικοι κλήθηκαν να λάβουν θέση επί της επιρροής που ασκούν οι εν λόγω αποφάσεις στην παρούσα δίκη.

20.      Στις 12 Απριλίου 2011 το Γενικό Δικαστήριο έλαβε γνώση ότι οι αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑12/13 P είχαν αλλάξει δικηγόρο.

21.      Τόσο με τις προφορικές όσο και με τις γραπτές παρατηρήσεις του, το STM ζητούσε από το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωρίσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης για τη ζημία που προκλήθηκε εξαιτίας του κανονισμού 530/2008. Εντούτοις, το STM δεν αμφισβήτησε το κύρος του εν λόγω κανονισμού και θεμελίωσε το αίτημά του στην ύπαρξη εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης για νόμιμη πράξη. Ομοίως, το STM ζητούσε από το Γενικό Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή στην καταβολή του ποσού των 30 000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το οποίο θα διετίθετο για την επιμόρφωση των μελών του συνδικάτου επί ζητημάτων κοινοτικής νομοθεσίας περί αλιείας.

22.      Με τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους, οι ατομικώς αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑13/13 P ζητούσαν από το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωρίσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης για τη ζημία που προκλήθηκε από τον κανονισμό 530/2008. Εντούτοις, οι ατομικώς αναιρεσείοντες, ομοίως με το STM, δεν αμφισβήτησαν το κύρος του εν λόγω κανονισμού, θεμελιώνοντας το αίτημά τους στην ύπαρξη εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης για νόμιμη πράξη. Επιπλέον, οι ατομικώς αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑13/13 P ζητούσαν από το Γενικό Δικαστήριο να καταδικαστεί η Επιτροπή στην καταβολή των εξής ποσών:

–        για τον Marc Carreno: συμβολική αποζημίωση ύψους 1 ευρώ·

–        για τον Jean‑Louis Donnarel: 351 685 ευρώ·

–        για τον Jean‑François Flores: συμβολική αποζημίωση ύψους 1 ευρώ·

–        για τον Jean‑Gérald Lubrano: 237 160 ή 474 320 ευρώ (αντιστοίχως, πριν ή μετά τη φορολόγηση)·

–        για τους Hervé Marin, Robert Marin, Nicolas Marin και Sébastien Marin: συμβολική αποζημίωση ύψους 1 ευρώ·

–        για τον Serge Antoine José Perez: 838 970 ευρώ.

23.      Με τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους, οι αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑12/13 P ζητούσαν από το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωριστεί η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης για τη ζημία που υπέστησαν εξαιτίας του κανονισμού 530/2008. Μολονότι στο αρχικό στάδιο είχαν θεμελιώσει το αίτημά τους στην εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης για νόμιμη πράξη, κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση AJD Tuna, οι αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑12/13 Ρ θεμελίωσαν το αίτημά τους στον παράνομο χαρακτήρα του εν λόγω κανονισμού. Ομοίως, ζητούσαν από το Γενικό Δικαστήριο να τους καταβληθούν τα εξής ποσά:

–        για τους Jean‑Luc Buono και Gérard Buono: 323 053 ή 564 956 ευρώ (αντιστοίχως, πριν ή μετά τη φορολόγηση)·

–        για τον Roger Louis Paul Del Ponte: 518 707 ή 703 707 ευρώ (αντιστοίχως, πριν ή μετά τη φορολόγηση)·

–        για τον Serge Antoine Di Rocco: 388 047 ή 634 207 ευρώ (αντιστοίχως, πριν ή μετά τη φορολόγηση)·

–        για τον Gérald Lubrano 213 588 ευρώ·

–        για τους Jean Lubrano και Jean Lucien Lubrano: 212 358 ευρώ, και

–        για τους Fabrice Marin και Robert Marin: 466 665 ή 610 820 ευρώ (αντιστοίχως, πριν ή μετά τη φορολόγηση).

24.      Άπαντες οι αναιρεσείοντες ζητούσαν επίσης από το Γενικό Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων.

25.      Από την πλευρά της, η Επιτροπή ζητούσε από το Γενικό Δικαστήριο να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η αγωγή και να καταδικαστούν οι αντίδικοι στα δικαστικά έξοδα.

26.      Με την από 7ης Νοεμβρίου 2012 απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτη την αγωγή του STM, απέρριψε τις αγωγές των λοιπών εναγόντων και καταδίκασε όλους τους ενάγοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων.

27.      Όσον αφορά το έννομο συμφέρον του STM, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στην πάγια νομολογιακή θέση του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως, δυνάμει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, δεν αναγνωρίζεται σε επαγγελματικές ενώσεις παρά μόνο στις περιπτώσεις που αυτές μπορούν να επικαλεστούν είτε ίδιο συμφέρον, διακρινόμενο από το συμφέρον των μελών τους, είτε αξίωση αποζημιώσεως που τους εκχωρήθηκε από άλλα πρόσωπα. Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το STM δεν είχε αποδείξει ούτε ίδιο έννομο συμφέρον ούτε εκχώρηση αξίωσης αποζημιώσεως από άλλο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να καθίσταται απαράδεκτη η αγωγή του.

28.      Στην συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο προέβη στην εξέταση του ισχυρισμού που προέβαλε ο G. Buono σχετικά με την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης για παράνομη πράξη. Ως προς το σημείο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο εστίασε αποκλειστικά στην προϋπόθεση του πραγματικού και βέβαιου χαρακτήρα της ζημίας. Στηριζόμενο στην απόφαση επί της υπόθεσης Cofradía de pescadores «San Pedro» de Bermeo κ.λπ. κατά Συμβουλίου (11), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ποσόστωση αλιείας αποτελεί απλώς και μόνον ένα θεωρητικό ανώτατο όριο αλιείας και ουδόλως γεννά αξιώσεις υπέρ του δικαιούχου της ποσόστωσης. Μολονότι ο G. Buono είχε θεμελιώσει την υπεράσπισή του στην προσβολή του δικαιώματος εξάντλησης της ποσόστωσής του εξαιτίας αποφάσεως της Επιτροπής, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο ενάγων δεν απέδειξε τον πραγματικό και βέβαιο χαρακτήρα της ζημίας που είχε υποστεί. Κατά συνέπεια, απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό.

29.      Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τον ισχυρισμό που αντλείται από εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης για νόμιμη πράξη. Αφού μνημόνευσε τη νομολογία του Δικαστηρίου επί του ζητήματος, το Γενικό Δικαστήριο επικεντρώθηκε στον ασυνήθη χαρακτήρα της προκληθείσας ζημίας. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η αλιευτική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από δύο γνωρίσματα: η ποσόστωση δεν γεννά αγώγιμες αξιώσεις και η δραστηριότητα επιφέρει αποτελέσματα απρόβλεπτης φύσεως. Τα ως άνω δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι επαρκή για την απόρριψη του αιτήματος ως προς τον ασυνήθη χαρακτήρα της προκληθείσας ζημίας, αιτιολογία εξάλλου για την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό.

IV – Η αίτηση αναιρέσεως και τα αιτήματα των διαδίκων

30.      Στις 11 Ιανουαρίου 2013 κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου οι αιτήσεις αναιρέσεως οι οποίες ασκήθηκαν από τους αναιρεσείοντες στις υποθέσεις C‑12/13 P και C‑13/13 P κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 7ης Νοεμβρίου 2012.

31.      Με διάταξη της 26ης Φεβρουαρίου 2013, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 54 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως, τη συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑12/13 P και C‑13/13 P.

32.      Οι αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑12/13 P ζητούν από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

–        να αναγνωρίσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

33.      Οι αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑13/13 P ζητούν από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

–        να αναγνωρίσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

34.      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·

–        επικουρικώς, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως για εξωσυμβατική ευθύνη·

–        να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα έξοδα της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας καθώς και της πρωτοβάθμιας διαδικασίας.

V –    Επί των αιτήσεων αναιρέσεως

 A.      Επί του παραδεκτού των διάφορων προβαλλόμενων λόγων (C‑12/13 P και C‑13/13 P)

35.      Πριν από την εξέταση των βασικών ζητημάτων των αιτήσεων αναιρέσεως, κρίνεται σκόπιμο να υπογραμμισθεί ότι αμφισβητείται το παραδεκτό διάφορων προβαλλόμενων λόγων. Πρόκειται για την περίπτωση του λόγου που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση του εγγενούς οικονομικού κινδύνου που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑13/13 P, καθώς και για την περίπτωση του λόγου που αντλείται από προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος ιδιοκτησίας που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑12/13 P.

36.      Στην πρώτη περίπτωση, με την αίτηση αναιρέσεως αμφισβητείται η ανάλυση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τη λειτουργία της ποσόστωσης, το υποστατό της αγώγιμης αξίωσης και την προβλεψιμότητα της εξάντλησης της ποσόστωσης. Εντούτοις, ο λόγος αυτός δεν διατυπώνεται με αυτοτελή τρόπο, διότι αποτελεί συνέχεια της συλλογιστικής του προηγούμενου λόγου ο οποίος εστιάζει στην εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για νόμιμη πράξη. Συνεπώς, καθόσον στον λόγο αυτό αναπαράγονται επιχειρήματα ήδη παρόντα σε άλλους λόγους της αγωγής, προτείνω την απόρριψη του λόγου ως απαράδεκτου.

37.      Το ίδιο ισχύει και με τον προβαλλόμενο στην υπόθεση C‑12/13 P λόγο, ο οποίος θεμελιώνεται στην προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων. Οι αναιρεσείοντες στηρίζουν τα επιχειρήματά τους στο θεμελιώδες δικαίωμα της ιδιοκτησίας με σκοπό να αποδείξουν ότι η συγκεκριμένη ζημία γεννά υποχρέωση αποκαταστάσεως. Ωστόσο, τούτο αποτελεί ακριβώς το εξεταζόμενο ζήτημα στον λόγο που αντλείται από εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης για παράνομη πράξη. Συνεπώς, και για την ίδια αιτιολογία με το αμέσως ανωτέρω σημείο, προτείνω την απόρριψη του λόγου ως απαράδεκτου.

 B.      Επί του λόγου που αντλείται από ενεργητική νομιμοποίηση του STM για την άσκηση αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης (C‑13/13 P)

38.      Το STM προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εφάρμοσε ορθώς τις προϋποθέσεις ενεργητικής νομιμοποίησης που ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα στις αγωγές περί εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης. Το STM κρίνει ότι, κατά την εξέταση περί του παραδεκτού της αγωγής του, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά, δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό περί γενικού συμφέροντος του STM και δεν αξιολόγησε ορθά τον αυτοτελή χαρακτήρα της προκληθείσας ζημίας.

39.      Κρίνεται αναγκαία μια συνοπτική μνεία στη νομολογία του Δικαστηρίου για την ορθότερη εκτίμηση της αιτιολογικής βάσης του ως άνω λόγου.

40.      Ήδη με την απόφαση Union syndicale – Service public européen κ.λπ. κατά Συμβουλίου (12), το Δικαστήριο απαίτησε από τα νομικά πρόσωπα που ζητούν αποκατάσταση της ζημίας για πράξεις των Κοινοτήτων να αποδεικνύουν τον αυτοτελή χαρακτήρα της εν λόγω ζημίας. Με άλλη διατύπωση, ένα νομικό πρόσωπο δικαιούται να απαιτήσει αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη συγκεκριμένα και ατομικώς ο φορέας και όχι εκείνης που υπέστησαν συλλογικώς τα μέλη του (13).

41.      Ομοίως, μια δεύτερη περίπτωση αναδύθηκε με σαφήνεια μέσω της αποφάσεως Ireks‑Arkady κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (14) με την οποία επετράπη στα νομικά πρόσωπα να ασκούν αγωγή αποζημιώσεως για εξωσυμβατική ευθύνη στην περίπτωση που τους έχει εκχωρηθεί η αξίωση για αποκατάσταση της ζημίας. Στην περίπτωση αυτή, θεωρείται ότι δικαιούχος είναι το νομικό πρόσωπο στο οποίο έχει εκχωρηθεί η αξίωση και όχι ο εκχωρών το δικαίωμα, ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο τον δρόμο για την ενεργητική νομιμοποίηση του νομικού προσώπου (15).

42.      Μολονότι γίνεται δεκτό ότι το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο βαρύνεται με την απόδειξη την συνδρομής των εν λόγω προϋποθέσεων, πρέπει να επισημανθεί, στο συγκεκριμένο πλαίσιο της αγωγής για εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, η στενή σχέση μεταξύ της πρώτης προϋπόθεσης της ενεργητικής νομιμοποίησης (αυτοτελής ζημία) και μιας εκ των ουσιαστικών προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν την ευθύνη (πραγματικός και βέβαιος χαρακτήρας της ζημίας). Καθίσταται εμφανές ότι η απαίτηση αυτοτελούς ζημίας ως προϋπόθεσης ενεργητικής νομιμοποίησης ενδεχομένως αλληλοεπικαλύπτεται με την προϋπόθεση πραγματικής και βέβαιης ζημίας. Σε περίπτωση όμως που η απόδειξη του αυτοτελούς χαρακτήρα της ζημίας καθίσταται ιδιαιτέρως επαχθής, ελλοχεύει ο κίνδυνος να απαιτείται κατ’ oυσίαν η απόδειξη πραγματικής και βέβαιης ζημίας. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαίο να διακριθούν τα δύο χρονικά σημεία κατά τα οποία ένα νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει, αφενός, τον αυτοτελή χαρακτήρα της ζημίας και, αφετέρου, τον πραγματικό και βέβαιο χαρακτήρα της. Σε αντίθετη περίπτωση, ελλοχεύει ο κίνδυνος μετατροπής των προϋποθέσεων ενεργητικής νομιμοποίησης σε προϋποθέσεις ουσίας, κατάσταση η οποία πρέπει να αποφευχθεί προκειμένου να μην επιβαρυνθεί ο αναιρεσείων με υπερβολικό βάρος απόδειξης, το οποίο ενδέχεται να αποτελέσει εμπόδιο στην πρόσβασή του στη δικαιοσύνη.

43.      Στην παρούσα υπόθεση, το STM προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν αναγνώρισε τη συνδρομή ουδεμίας εκ των ως άνω αναφερόμενων δύο προϋποθέσεων.

44.      Ως προς την προϋπόθεση σχετικά με την ιδιότητα του δικαιούχου αξίωσης αποζημιώσεως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς διαπίστωσε ότι η αγωγή του STM έχει αυτοτελή χαρακτήρα σε σχέση με τις ατομικώς ασκούμενες αγωγές που ασκήθηκαν από τους ατομικώς αναιρεσείοντες στην ίδια υπόθεση. Σε αντίθετη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες δεν θα είχαν ασκήσει μεμονωμένες αγωγές επιπλέον της ασκηθείσας από το STM. Για τον λόγο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στις σκέψεις 24 έως 27 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το STM δεν δρούσε υπό την ιδιότητά του ως νομικό πρόσωπο στο οποίο ορισμένα μέλη έχουν εκχωρήσει την αξίωση αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας.

45.      Χρήζει ιδιαίτερης προσοχής η προϋπόθεση σχετικά με τον αυτοτελή χαρακτήρα της ζημίας που υπέστη το νομικό πρόσωπο. Ως προς το σημείο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν είχε αποδείξει την προβαλλόμενη ηθική βλάβη.

46.      Πράγματι, το δικόγραφο της αγωγής αποζημιώσεως δεν περιέχει ουδεμία αναφορά στη ζημία που υπέστη το STM. Η μόνη μνεία εντός του δικογράφου βρίσκεται στο αιτητικό, όπου διατυπώνονται τα αιτήματα του ενάγοντος, τα οποία περιλαμβάνουν αίτημα αποζημιώσεως του STM για κατ’ αποκοπήν ποσό 30 000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο επρόκειτο να διατεθεί για την επιμόρφωση των μελών του συνδικάτου.

47.      Καθίσταται πρόδηλο ότι η απλή αναφορά στην ύπαρξη ηθικής βλάβης, χωρίς την παραμικρή συμπληρωματική ένδειξη σχετικά με τα συγκεκριμένα περιστατικά της εν λόγω βλάβης, δεν μπορεί να θεμελιώσει αξίωση για αποκατάσταση της ζημίας. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του δικογράφου της αγωγής αποζημιώσεως, κατά την κρίση μου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διότι κήρυξε απαράδεκτο το ένδικο βοήθημα της αγωγής λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του STM, ενώ η πλημμέλεια του δικογράφου ήταν τόσο σημαντική που βάρυνε μάλλον το ίδιο το δικόγραφο.

48.      Όπως είναι ήδη γνωστό, το άρθρο 44 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου ορίζει, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, ότι το δικόγραφο της προσφυγής περιέχει «το αντικείμενο της διαφοράς και συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση». Η μη τήρηση της προϋποθέσεως αυτής δικαιολογεί το απαράδεκτο του δικογράφου, αλλά δεν καθιστά απαράδεκτη την προσφυγή λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, όπως έχει ήδη επισημανθεί σε άλλες περιπτώσεις.

49.      Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, η αγωγή δεν καθίσταται απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, καθόσον δεν είναι γνωστή η ζημία που υπέστη το STM λόγω της παντελούς έλλειψης σχετικής μνείας στο δικόγραφο του ενάγοντος νομικού προσώπου. Η αγωγή του STM θα μπορούσε να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης στην περίπτωση πρόδηλης έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων αφότου έχει ήδη περιγραφεί η ζημία και οι συγκεκριμένες περιστάσεις της. Εντούτοις, εν προκειμένω, το δικόγραφο όχι μόνο δεν περιέχει ουδεμία αναφορά επί των αποδείξεων, αλλά παραλείπει οποιαδήποτε μνεία στην ίδια τη ζημία, γεγονός το οποίο δυσχεραίνει την ίδια τη δυνατότητα εκτίμησης του παραδεκτού του ένδικου βοηθήματος.

50.      Για τον λόγο αυτό, προτείνω στο Δικαστήριο να προβεί σε αντικατάσταση αιτιολογίας και να αναγνωρίσει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, διότι απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή που ασκήθηκε από το STM, ενώ στην πραγματικότητα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής, λόγω της μη συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

51.      Ωστόσο, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα που επιφέρει το εν λόγω συμπέρασμα δεν τροποποιεί το αποτέλεσμα που επέφερε η απόφαση, κρίνεται σκόπιμη η απόρριψη του προβαλλόμενου από το STM λόγου ως αλυσιτελούς.

 Γ.      Επί του λόγου που αντλείται από εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης για παράνομη πράξη (C‑12/13 P)

52.      Οι αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑12/13 P προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διότι έκρινε ότι η ζημία που υπέστη δεν είναι «βέβαιη». Διατείνονται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αξιολόγησε ορθώς το διαφυγόν κέρδος ή, επικουρικώς, την απώλεια ευκαιριών που υπέστησαν εξαιτίας του κανονισμού 530/2008. Κατά τους αναιρεσείοντες, το γεγονός ότι ο ίδιος ο κανονισμός επισημαίνει ότι οι ποσοστώσεις είχαν εξαντληθεί σε προηγούμενες περιόδους καθώς και το γεγονός ότι τα ισπανικά σκάφη γρι‑γρι εξάντλησαν την ποσόστωσή τους κατά τη διάρκεια της επιπλέον εβδομάδας που τους χορηγήθηκε αποτελούν επαρκή στοιχεία για την απόδειξη της ύπαρξης «βέβαιης» ζημίας.

53.      Η Επιτροπή προβάλλει προκαταρκτικά ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι θέτει νέο ζήτημα που δεν περιείχε η αρχική αγωγή. Ως προς την ουσία της υπόθεσης, η Επιτροπή απορρίπτει τον λόγο και επαναλαμβάνει την προγενέστερη θέση της στην υπόθεση, η οποία θεμελιώνεται κυρίως στην ανυπαρξία δικαιώματος εξάντλησης της ποσόστωσης, γεγονός το οποίο καθιστά αδύνατο τον προσδιορισμό της ζημίας. Η περίσταση αυτή θα δικαιολογούσε από μόνη της το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει το Γενικό Δικαστήριο με τη διαπίστωσή του ότι η ζημία που υπέστησαν δεν ήταν «βέβαιη».

54.      Ως προς το παραδεκτό υποβολής του λόγου, κρίνεται αδιαμφισβήτητο ότι ο λόγος είναι απολύτως παραδεκτός, δεδομένου ότι το περιεχόμενο των λόγων της αιτήσεώς τους δεν διευρύνθηκε μονομερώς από τους διαδίκους, καθόσον η εν λόγω διεύρυνση είναι αποτέλεσμα της κλήσεως του Γενικού Δικαστηρίου προς τους διαδίκους να λάβουν θέση επί της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση AJD Tuna. Το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε τα μέρη να καταθέσουν τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους επί της ως άνω αποφάσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, καθόσον στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε άκυρο τον κανονισμό 530/2008. Για τον λόγο αυτό, εκτιμώ ότι η διεύρυνση των λόγων στην πρωτοβάθμια διαδικασία, όπως αντανακλάται επί του παρόντος στην αναιρετική διαδικασία, ορθώς έλαβε χώρα και δεν χωρεί ενδεχόμενο απαραδέκτου αυτής.

55.      Ως προς την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, αρκεί η παραπομπή στις ήδη ως άνω αναφερόμενες προτάσεις μου επί της υπόθεσης C‑611/12 P, και ειδικότερα στα σημεία 38 έως 69, στα οποία αναλύεται ενδελεχώς ότι η απώλεια ευκαιρίας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αποζημιώσεως. Για τους εκεί εκτιθέμενους λόγους, οι οποίοι τυγχάνουν απολύτου εφαρμογής στην παρούσα αναιρετική διαδικασία, δεδομένου ότι οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις και στις δύο υποθέσεις στηρίζονται στο ίδιο σκεπτικό, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

56.      Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να γίνει δεκτός ο λόγος των αναιρεσειόντων στην υπόθεση C‑12/13 P, ο οποίος θεμελιώνεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 340, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ως προς τον «βέβαιο» χαρακτήρα της ζημίας που υπέστησαν.

 Δ.      Επί του λόγου που αντλείται από εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης για νόμιμη πράξη (C‑12/13 P και C‑13/13 P)

57.      Τόσο οι αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑12/13 P όσο και οι ατομικώς αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑13/13 P προβάλλουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διότι έκρινε ότι ο κανονισμός 530/2008 δεν συνιστά περιορισμό που επιφέρει «ασυνήθη» και «ειδική» ζημία.

58.      Επισημαίνω προκαταρκτικά ότι θα αναφερθώ στον λόγο που προβλήθηκε στην υπόθεση C‑13/13 P ως προς τους ατομικώς αναιρεσείοντες, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, εκτιμώ, υπό την επιφύλαξη των ως άνω εκτιθέμενων διαφοροποιήσεων, ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε απαράδεκτη την αγωγή του STM.

59.      Στην περίπτωση των αναιρεσειόντων στην υπόθεση C‑12/13 P, γίνεται συνοπτική παραπομπή στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στο πλαίσιο της υπόθεσης FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής προς υποστήριξη του αιτήματός τους (16). Στην περίπτωση των ατομικώς αναιρεσειόντων στην υπόθεση C‑13/13 P, προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι έσφαλε κρίνοντας ότι η αναγνωρισθείσα ποσόστωση δεν ισοδυναμεί με αγώγιμη αξίωση και ότι δεν ερμήνευσε ορθά την έννοια του «εγγενούς οικονομικού κινδύνου», ενώ επίσης παραμόρφωσε τη λειτουργία της ποσόστωσης.

60.      Η Επιτροπή προβάλλει ότι οι σκέψεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με την εξωσυμβατική ευθύνη για νόμιμη πράξη θέτουν ένα ερμηνευτικό ζήτημα διότι δεν καθίσταται σαφές αν το Γενικό Δικαστήριο αναγνωρίζει ή όχι την ύπαρξη ευθύνης αυτής της φύσεως. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή προτείνει την αντικατάσταση της αιτιολογίας και την απόρριψη του αιτήματος εκ μέρους του Δικαστηρίου, το οποίο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση μη συνδρομής της εν λόγω ευθύνης ή στην κρίση ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε επαλλήλως τον ασυνήθη χαρακτήρα της ζημίας.

61.      Προκειμένου να εξεταστεί το ζήτημα της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, κρίνεται απαραίτητη η παραπομπή κυρίως στις αποφάσεις του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν στις υποθέσεις Dorsch Consult (17) και FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, προαναφερθείσα. Στις εν λόγω υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε —χωρίς να προβώ στο σημείο αυτό σε περιττή λεπτομερή επανάληψη του περιεχομένου τους— ότι σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή, επί της αρχής, η στοιχειοθέτηση της εν λόγω ευθύνης θα πρέπει, τουλάχιστον, να πληρούνται τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις, που συνίστανται στο υποστατό της ζημίας, στην ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας αυτής και της οικείας πράξεως, καθώς και στον ασυνήθη και ειδικό χαρακτήρα της ζημίας (18).

62.      Επιβάλλεται η επισήμανση ότι η συλλογιστική στις προαναφερθείσες αποφάσεις Dorsch Consult και FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής έχει υποθετικό χαρακτήρα. Τούτο σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν αναγνωρίζει εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για νόμιμη πράξη, αλλά απλώς παραθέτει τις προϋποθέσεις στην υποθετική περίπτωση που αναγνωριζόταν σχετική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η υπόθεση FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, εκδοθείσα οκτώ έτη κατόπιν της αποφάσεως Dorsch Consult, επιβεβαιώνει κατηγορηματικά τον υποθετικό χαρακτήρα της σχετικής ευθύνης.

63.      Ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο ακολουθεί την ως άνω συλλογιστική προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Εκτιμώ ότι η απάντηση μπορεί να δοθεί ανατρέχοντας σε νομολογία προγενέστερη των προαναφερθεισών αποφάσεων Dosrch Consult και FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής.

64.      Πράγματι, κατά τη δεκαετία του 1970, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αποφανθεί επί της ενδεχόμενης ευθύνης της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας για νόμιμη πράξη, και συγκεκριμένα στο πλαίσιο της υπόθεσης Compagnie d’approvisionnement, de transport et de crédit SA και Grands Moulins de Paris κατά Επιτροπής. Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση λόγου που αντλούνταν από ευθύνη για νόμιμη πράξη, έκρινε ότι η σχετική «ενδεχόμενη» ευθύνη, απορρέουσα από «νόμιμη κανονιστική πράξη» (19), δεν υφίστατο στην κρινόμενη υπόθεση. Ήδη από την απόφαση αυτή δημιουργείται αμφισημία ως προς τον προσδιορισμό της έκτασης της εξωσυμβατικής ευθύνης για νόμιμη πράξη, καθόσον ο χαρακτηρισμός της ως «ενδεχομένης» κατηγορίας αναδεικνύει τη διστακτικότητα του Δικαστηρίου ως προς το επίμαχο ζήτημα.

65.      Η υποθετική αυτή συλλογιστική συνεχίζεται στην υπόθεση Biovilac κατά ΕΟΚ, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ευθύνη για νόμιμη πράξη πρέπει «να τύχει εφαρμογής, αν υποτεθεί ότι γίνεται δεκτό στο κοινοτικό δίκαιο σύστημα ευθύνης άνευ πταίσματος» (20). Εντούτοις, το Δικαστήριο αποφεύγει να αποφανθεί περί της ύπαρξης του εν λόγω συστήματος κατά τον χρόνο έκδοσης της αποφάσεως. Η ίδια συλλογιστική κάνει την εμφάνισή της στην απόφαση Développement και Clemessy κατά Επιτροπής, στην οποία το Δικαστήριο επαναλαμβάνει εκ νέου ότι «[δεν] χρειάζεται να εξεταστεί αν η αρχή της αντικειμενικής ευθύνης υπάρχει στην κοινοτική έννομη τάξη» (21).

66.      Φτάνουμε λοιπόν στην υπόθεση Dorsch Consult, στην οποία το Δικαστήριο εξετάζει εκ νέου το ζήτημα, ενώ πλέον έχει ιδρυθεί το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο εκδίκασης αίτησης αναιρέσεως. Ως προς την εξωσυμβατική ευθύνη για νόμιμη πράξη, το Γενικό Δικαστήριο είχε υιοθετήσει θέση παρόμοια με τις ως άνω περιγραφόμενες, συμπεραίνοντας ότι δεν είχε προκληθεί εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας για νόμιμη πράξη, χρησιμοποιώντας υποθετική συλλογιστική, όμοια με εκείνη του Δικαστηρίου στο παρελθόν «εν όψει των ιδιαιτέρων πτυχών της υπό κρίση αγωγής» (22). Το Δικαστήριο δεν αναίρεσε τη συλλογιστική αυτή και επικύρωσε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στο σύνολό της, με την εκ νέου υπόμνηση ότι η εξωσυμβατική ευθύνη για νόμιμη πράξη παραμένει μια ανεπιβεβαίωτη κατηγορία (23).

67.      Στην υπόθεση FIAMM και FIAMM Technologies κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (24), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι είχε φτάσει η στιγμή για την αναγνώριση ύπαρξης εξωσυμβατικής ευθύνης για νόμιμη πράξη. Ωστόσο, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως, το Δικαστήριο αναίρεσε την κρίση αυτή του Γενικού Δικαστηρίου και προέβη στην εξής δήλωση αυτολεξεί: «κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, δεν υφίσταται καθεστώς ευθύνης που να καθιστά δυνατή τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της [Ένωσης] λόγω συμπεριφοράς της που εμπίπτει στο πεδίο της κανονιστικής αρμοδιότητάς της» (25).

68.      Κατόπιν αυτών, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε την εν λόγω νομολογιακή θέση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

69.      Το Γενικό Δικαστήριο ξεκινά, στις σκέψεις 69 έως 75 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με τη λεπτομερή περιγραφή των γενικών γραμμών της συλλογιστικής του Δικαστηρίου στην απόφαση FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής. Μολονότι γίνεται αναφορά σε διάφορα χωρία της εν λόγω αποφάσεως, πρέπει να τονισθεί ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στη σκέψη 176 της αποφάσεως FIAMM, ήτοι στο χωρίο στο οποίο το Δικαστήριο απορρίπτει κατηγορηματικά την ύπαρξη εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για νόμιμη πράξη κατά το τότε στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης.

70.      Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο δίδει απάντηση στο ερώτημα αν, στο πλαίσιο της κρινόμενης υπόθεσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση βαρύνεται με εξωσυμβατική ευθύνη για νόμιμη πράξη. Προς τον σκοπό αυτό, το Γενικό Δικαστήριο εστιάζει στην προϋπόθεση του ασυνήθους χαρακτήρα της προβαλλόμενης ζημίας και συμπεραίνει ότι δεν προκλήθηκε ουδεμία ζημία τέτοιας φύσεως.

71.      Συμπερασματικά, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει στη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι πράγματι δεν πληρούνταν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την «ενδεχόμενη» στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης για νόμιμη πράξη. Αυτή η υποθετική παρενθετική αναφορά είναι το μοναδικό σημείο στο οποίο διευκρινίζει το Γενικό Δικαστήριο ότι η απόφαση δεν αποδέχεται την ευθύνη για νόμιμη πράξη, αλλά ότι απλώς εξετάζει τον ισχυρισμό του διαδίκου στο υποθετικό πλαίσιο μιας μελλοντικής, όχι όμως παρούσης, συνδρομής των προϋποθέσεων εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης για νόμιμη πράξη.

72.      Μολονότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μπορεί να χαρακτηρίζεται από κάποια αμφισημία, είναι αδιαμφισβήτητο ότι τοποθετείται στην ίδια συλλογιστική γραμμή με την ως άνω παρατιθέμενη νομολογία. Πράγματι, αν και η υποθετική συλλογιστική που αναπτύσσεται ήδη από τη δεκαετία του 1970 μάλλον χαρακτηρίζεται από έλλειψη σαφήνειας, εντούτοις αποτελεί πράγματι τη συλλογιστική μέθοδο την οποία έχει αναπτύξει το Δικαστήριο ως προς την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης για νόμιμη πράξη. Θα ήταν αντιφατικό να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο η χρήση αυτής της υποθετικής συλλογιστικής, αφ’ ης στιγμής η τελευταία αποτελεί ήδη πρακτική του Δικαστηρίου εδώ και δεκαετίες.

73.      Επί της ουσίας, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο προβαίνει σε ένα είδος επάλληλης εξέτασης του «ασυνήθους» χαρακτήρα της ζημίας. Υπό την έννοια και την προοπτική αυτή, είναι σαφές ότι οι αναιρεσείοντες δεν απέδειξαν τον «ασυνήθη» χαρακτήρα της ζημίας την οποία υπέστησαν εξαιτίας του κανονισμού 530/2008 και για την αποκατάσταση της οποίας ζητούσαν αποζημίωση ως προς το σύνολό αυτής. Πρόκειται, μάλιστα, για κατάφωρη ζημία, η οποία δεν ταυτίζεται με απλή απώλεια ποσόστωσης της αγοράς, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο επικαλούμενο πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η λειτουργία του άρθρου 7 του κανονισμού 2731/2002 είναι αποκλειστικά η παροχή δυνατότητας στην Επιτροπή να θεσπίσει συντηρητικά μέτρα με σκοπό τη διασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ των υδρόβιων πόρων και της ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο της εξωσυμβατικής ευθύνης για νόμιμη πράξη, το οποίο διαφέρει της περίπτωσης εξωσυμβατικής ευθύνης για παράνομη πράξη, καθίσταται δυσχερής ο χαρακτηρισμός ως «ασυνήθους» ζημίας που προέκυψε ως συνέπεια νόμιμης άσκησης εξουσίας της Επιτροπής η οποία προβλέπεται στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται μάλιστα για εξουσία της οποίας η άσκηση πρέπει να βασίζεται σε τεχνικά κριτήρια, τα οποία, όπως ισχυρίστηκε η Επιτροπή, περιελήφθησαν προσηκόντως στον φάκελο της υπόθεσης κατά τη θέσπιση της απαγορεύσεως.

74.      Για τους ως άνω λόγους, συμπεραίνω ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν υποστεί «ασυνήθη» ζημία στην περίπτωση που θα αναγνωριζόταν εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για νόμιμη πράξη.

75.      Ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος κρίνεται απορριπτέος.

VI – Έκδοση οριστική αποφάσεως επί της διαφοράς (C‑12/13 P)

76.      Σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, «[ε]άν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου», οπότε μπορεί «το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση».

77.       Κατά την κρίση μου, το Δικαστήριο δύναται να αποφανθεί μερικώς επί της υπόθεσης C‑12/13 P.

78.      Κατά πάγια νομολογία, στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης για παράνομη πράξη των θεσμικών οργάνων και άλλων οργάνων της στοιχειοθετείται αξίωση αποζημιώσεως σε περίπτωση που πληρούνται τρεις προϋποθέσεις, ήτοι ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και η παράβαση να είναι κατάφωρη, να έχει αποδειχθεί το υποστατό της ζημίας και, τέλος, να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως υποχρεώσεως που βαρύνει την Κοινότητα και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (26).

 A.      O παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και ο κατάφωρος χαρακτήρας της παράβασης

79.      Όπως έχει ήδη εκτεθεί ανωτέρω, η παρούσα υπόθεση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου δεν είναι άλλος από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση AJD Tuna. Η σχετική νομολογία είναι πλούσια και η προσβολή της θεμελιώδους αυτής αρχής για την Ένωση αρκεί προκειμένου να κριθεί ότι πρόκειται για κατάφωρη παράβαση (27).

80.      Ωστόσο, ο μοναδικός παραβιαζόμενος κανόνας εκ των όσων επικαλούνται οι αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑12/13 P είναι η αναφερόμενη αρχή, καθόσον το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει αν ο κανονισμός είχε παραβιάσει, μεταξύ άλλων, τις αρχές της αναλογικότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Κατόπιν της εξαντλητικής ανάλυσης του Δικαστηρίου στην υπόθεση AJD Tuna, η μοναδική παραβίαση που μπορεί να προσαφθεί στον κανονισμό είναι εκείνη της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας. Οι αναιρεσείοντες περιορίστηκαν, κατά παραβίαση της ως άνω αρχής, ως προς την άσκηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων τους κατά μία εβδομάδα λιγότερη σε σχέση με τα σκάφη γρι‑γρι με ισπανική σημαία.

81.      Επομένως, πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με την ύπαρξη παραβιαζόμενου κανόνα που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και σχετικά με τον κατάφωρο χαρακτήρα της εν λόγω παράβασης.

 B.      Άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως υποχρεώσεως που βαρύνει την Ένωση και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες

82.      Ομοίως, κατά την κρίση μου, υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης υποχρέωσης που βαρύνει την Ένωση και της προκληθείσας ζημίας, καθώς είναι πρόδηλο ότι αποκλειστικά ο κανονισμός 530/2008 είναι η αιτία της απρόβλεπτης διακοπής των δραστηριοτήτων των αναιρεσειόντων στην υπόθεση C‑12/13 P.

83.      Ωστόσο, κρίνεται επιβεβλημένο να ληφθεί υπόψη μια παράμετρος που επηρεάζει την έκταση της ευθύνης.

84.      Η παράνομη πράξη που προκάλεσε τη ζημία στους αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑13/13 P είναι, όπως έχει ήδη εκτεθεί, η παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, η οποία θεμελιώνεται στη διαφορετική και μη δικαιολογημένη αντιμετώπιση μεταξύ των σκαφών γρι‑γρι υπό ισπανική σημαία και των υπόλοιπων σκαφών. Δεδομένου ότι τα σκάφη γρι‑γρι υπό ισπανική σημαία είχαν στη διάθεσή τους μία επιπλέον εβδομάδα αλιευτικής περιόδου, οι αναιρεσείοντες στερήθηκαν μια πολύτιμη περίοδο δραστηριότητας την οποία, αντιθέτως, είχαν στη διάθεσή τους άλλα σκάφη.

85.      Δεδομένου ότι η ευθύνη που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες θεμελιώνεται σε παράνομη πράξη, και δεδομένου ότι έχει ήδη απορριφθεί ανωτέρω η ύπαρξη λοιπών ελαττωμάτων του κανονισμού 530/2008, κρίνω συμπερασματικά ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μόνο μεταξύ της πράξης που συνιστά την άνιση μεταχείριση, ήτοι της παροχής μίας επιπλέον εβδομάδας αλιευτικής δραστηριότητας της οποίας ωφελήθηκαν τα σκάφη γρι‑γρι υπό ισπανική σημαία, και της προκληθείσας ζημίας. Εξαιτίας της κριθείσας ως παράνομης από το Δικαστήριο διάκρισης, περιήλθαν σε μειονεκτικότερη θέση οι αναιρεσείοντες αποκλειστικά για το χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας, όχι ωστόσο και για εκείνο της επόμενης εβδομάδας, κατά τη διάρκεια της οποίας εμποδίστηκε η δραστηριότητα όλων των σκαφών αλιείας τόννου, συμπεριλαμβανομένων των ισπανικών.

86.      Το γεγονός ότι η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης στηρίζεται κατ’ εξοχήν στον παράνομο χαρακτήρα της ζημίας, όπως ισχυρίστηκαν οι αναιρεσείοντες στην παρούσα υπόθεση, καθιστά υποχρεωτικό τον περιορισμό της αιτιώδους συνάφειας στη σύνδεση μεταξύ των παράνομων γεγονότων και της ζημίας που υπέστησαν, χωρίς να είναι δυνατή η επέκταση σε λοιπά γεγονότα, ακόμα κι αν τούτα σχετίζονται άμεσα με τις περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης. Εφόσον η διαπιστωθείσα παράνομη πράξη αφορά την εβδομάδα κατά τη διάρκεια της οποίας στερήθηκαν αδικαιολόγητα τη δυνατότητα άσκησης της οικονομικής τους δραστηριότητας, η εβδομάδα αυτή αποτελεί το κρίσιμο χρονικό διάστημα ως προς την εξωσυμβατική ευθύνη λόγω παράνομης πράξης.

87.      Για τον λόγο αυτό, προτείνω στο Δικαστήριο να περιορίσει την σχέση αιτιώδους συνάφειας στο χρονικό διάστημα μεταξύ της 16ης και της 23ης Ιουνίου 2008, κατά τη διάρκεια του οποίου ο κανονισμός 530/2008 παρανόμως απαγόρευσε την αλιευτική δραστηριότητα στους αναιρεσείοντες, σε αντιδιαστολή με τα ισπανικά σκάφη γρι‑γρι.

88.      Συνεπώς, πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με την ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παράνομων γεγονότων και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες, υπό τον όρο ότι η ζημία περιορίζεται στο χρονικό διάστημα μεταξύ της 16ης και της 23ης Ιουνίου 2008.

 Γ.      Πραγματική και βέβαιη ζημία

89.      Τέλος, επιβάλλεται να εξετασθεί αν απεδείχθη η φύση της ζημίας ως προς τον πραγματικό και βέβαιο χαρακτήρα της.

90.      Όπως ήδη εξέθεσα στα σημεία 49 έως 61 των προτάσεών μου στην υπόθεση Giordano κατά Επιτροπής, η νομολογία του Δικαστηρίου έχει δεχθεί επανειλημμένως ότι ο πραγματικός χαρακτήρας της ζημίας δεν είναι απαραίτητα απόλυτος, δεδομένου ότι μπορεί να θεμελιώνεται στην περίπτωση απώλειας σοβαρής ευκαιρίας, η οποία προκλήθηκε άμεσα από μια παράνομη πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντί επανάληψης, στο σημείο αυτό, των ήδη λεπτομερώς εκτεθέντων στα σημεία 38 έως 69 των προτάσεών μου στην υπόθεση Giordano, θα περιοριστώ στην υπόμνηση ότι η σοβαρή απώλεια ευκαιριών συνιστά πραγματική και βέβαιη ζημία η οποία γεννά αξίωση αποκατάστασης.

91.      Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑12/13 P διέθεταν άδεια αλιείας η οποία τους επέτρεπε την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας μέχρι και την 30ή Ιουνίου 2008. Επίσης, και χωρίς τούτο να αμφισβητείται από την Επιτροπή, οι ποσοστώσεις αλιείας σκαφών παρόμοιων με τους αναιρεσείοντες κατά κανόνα εξαντλούντο κατά τα προηγούμενα έτη.

92.      Επίσης, η ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ότι θα επέρχετο εξάντληση πριν από την ημερομηνία της αλιευτικής περιόδου δεν φαίνεται να εμπόδισε τα ισπανικά σκάφη γρι‑γρι να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους μεταξύ της 16ης και της 23ης Ιουνίου 2008, και μάλιστα εντός των υδάτων στα οποία αλίευαν συνήθως τα σκάφη γρι‑γρι υπό γαλλική σημαία, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες στην υπόθεση C‑12/13 P.

93.      Ακριβώς επειδή η απώλεια ευκαιρίας δεν καλύπτει το συνολικό ποσό των απολεσθέντων κερδών, τα επιχειρήματα της Επιτροπής απλώς επιβεβαιώνουν ότι δεν ήταν απολύτως βέβαιη η κάλυψη της ποσόστωσης των αναιρεσειόντων κατά τη διάρκεια της εβδομάδας μεταξύ της 16ης και της 23ης Ιουνίου 2008, χωρίς ωστόσο αυτό να αναιρεί τον σοβαρό χαρακτήρα της απολεσθείσας ευκαιρίας.

94.      Βεβαίως, οι διάδικοι δεν είχαν στον πρώτο βαθμό την ευκαιρία να αναπτύξουν λεπτομερώς τους ισχυρισμούς τους περί των συγκεκριμένων δυνατοτήτων κέρδους των αναιρεσειόντων στην υπόθεση C‑12/13 P για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα του έτους 2008. Το ζήτημα, το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αποτίμηση της ζημίας που υπέστησαν, δεν τέθηκε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με τους όρους που εκτέθηκαν ανωτέρω.

95.      Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αναπέμψει μερικώς την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο με σκοπό να αποφανθεί, υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτεθέντων, επί της ακριβούς αποτιμήσεως της προκληθείσας ζημίας.

VII – Δικαστικά έξοδα

 Α.      Επί της υπόθεσης C‑12/13 P

96.      Μολονότι προτείνεται η μερική αναπομπή της υπόθεσης στο Γενικό Δικαστήριο, εκτιμώ ότι το κύριο ζήτημα της παρούσας αίτησης αναιρέσεως έχει ήδη επιλυθεί ως προς τα βασικά σημεία του. Για τον λόγο αυτό, και σύμφωνα με τα άρθρα 138, παράγραφος 1, και 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της πρωτοβάθμιας διαδικασίας στην υπόθεση T‑574/08, που κατέληξε στην απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2012, καθώς και στα δικαστικά έξοδα της κατ’ αναίρεση δίκης.

 Β.      Επί της υπόθεσης C‑13/13 P

97.      Σύμφωνα με το άρθρο 138, παράγραφος 1, και 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες και οι τελευταίοι ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.

VIII – Πρόταση

98.      Με βάση τα προεκτεθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

Στην υπόθεση C‑12/13 P

1)         Να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 7ης Νοεμβρίου 2012, T‑574/11, Syndicat des thoniers méditerranéens κ.λπ. κατά Επιτροπής, μόνον κατά το μέρος του σκεπτικού που αφορά τον λόγο που αντλείται από εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω παράνομης πράξεως, όπως αυτό αναπτύσσεται στις σκέψεις 48 έως 66 της εν λόγω αποφάσεως.

2)         Να δεχθεί την αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης και να αναγνωρίσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης για ζημία που προκλήθηκε λόγω της εκδόσεως του κανονισμού 530/2008 της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 2008, καθόσον αποδείχθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης του άρθρου 340, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3)         Να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί επί της αποτιμήσεως της ζημίας που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες.

4)         Να καταδικάσει την Επιτροπή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της πρωτοβάθμιας διαδικασίας στην υπόθεση T‑574/08, που κατέληξε στην απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2012, καθώς και στα δικαστικά έξοδα της κατ’ αναίρεση δίκης.

Στην υπόθεση C‑13/13 P

1)         Να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.

2)         Να καταδικάσει τους Syndicat des thoniers méditerranéens, Marc Carreno, Jean Louis Donnarel, Jean‑François Flores, Gérald Jean Lubrano, Hervé Marin, Nicolas Marin, Sébastien Marin και Serge Antoine José Perez στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της κατ’ αναίρεση δίκης.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.


2 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 2007 (EE L 123, σ. 13).


3 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2007 (EE L 340, σ. 8).


4 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002 (EE L 358, σ. 59).


5 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 2008, περί καθορισμού, για το 2008, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και των συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε άλλα ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων (ΕΕ L 19, σ. 1).


6 – Κανονισμός, της 22ας Μαΐου 2008, για την προσαρμογή ορισμένων ποσοστώσεων τόννου για το 2008, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2847/93 του Συμβουλίου για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται στην κοινή αλιευτική πολιτική (ΕΕ L 134, σ. 11).


7 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 2008 (ΕΕ L 155, σ. 9).


8 – Απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, C-221/09 (Συλλογή 2011, σ. I-1655).


9 – Διάταξη της 7ης Σεπτεμβρίου 2010, T-532/08 (Συλλογή 2010, σ. ΙΙ-3959).


10 – Διάταξη της 7ης Σεπτεμβρίου 2010, T-539/08 (Συλλογή 2010, σ. II‑4017).


11 – Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2005, T-415/03 (Συλλογή 2005, σ. ΙΙ-4355).


12 – Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1975, 72/74 (Συλλογή τόμος 1975, σ. 141).


13 – Στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 5ης Ιουλίου 1984, 114/83, Société d’initiatives et de coopération agricoles και Société interprofessionnelle des producteurs et expéditeurs de fruits, légumes, bulbes et fleurs d’Ille-et-Vilaine κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 2589, σκέψεις 3 έως 5).


14 – Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979, 238/78 (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 451).


15 – Στο ίδιο πνεύμα, απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1982, 256/80, 257/80, 265/80, 267/80 και 5/81, Birra Wührer κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 85, σκέψεις 8 έως 14). Συναφής και η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1996, T‑53/96, Syndicat des producteurs de viande bovine κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. II‑1579, σκέψη 11).


16 – Απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, C-120/06 P και C-121/06 P (Συλλογή 2008, σ. I‑6513).


17 –      Απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000, C‑237/98 P, Dorsch Consult (Συλλογή 2000, σ. I‑4549).


18 – Προαναφερθείσες αποφάσεις Dorsch Consult (σκέψη 19) και FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (σκέψη 169).


19 – Απόφαση της 13ης Ιουνίου 1972, 9/71 και 11/71 (Rec. 1972, σ. 391, σκέψη 46).


20 – Απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984, 59/83 (Συλλογή 1984, σ. 4057, σκέψη 28).


21 – Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, 267/82 (Συλλογή 1986, σ. 1907, σκέψη 33).


22 – Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 1998, T-184/95, Dorsch Consult Ingenieurgesellschaft mbH κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-667, σκέψη 69).


23 – Απόφαση του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα υπόθεση Dorsch Consult: «Σε περίπτωση αποδοχής, στο κοινοτικό δίκαιο, της αρχής της ευθύνης της Κοινότητας λόγω νόμιμης πράξεως, η στοιχειοθέτηση μιας τέτοιας ευθύνης προϋποθέτει […]» (σκέψη 18).


24 – Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2005 (T-69/00 P, Συλλογή 2005, σ. ΙΙ‑5393).


25 – Προπαρατεθείσα απόφαση (σκέψη 176).


26 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 4ης Ιουλίου 2000, C‑352/98 Ρ, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-5291, σκέψη 42)· της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-312/00 Ρ, Επιτροπή κατά Camar και Tico (Συλλογή 2002, σ. Ι-11355, σκέψη 53), και της 10ης Ιουλίου 2003, C‑472/00 Ρ, Επιτροπή κατά Fresh Marine (Συλλογή 2003, σ. Ι-7541, σκέψη 25).


27 –      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1978, 83/76 και 94/76, 4/77, 15/77 και 40/77, HNL κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1978, σ. 381, σκέψη 5)· προαναφερθείσα απόφαση Ireks-Arkady κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (σκέψη 11)· απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, 106/81, Kind κατά ΕΟΚ (Συλλογή 1982, σ. 2885, σκέψεις 22 έως 25), και της 18ης Απριλίου 1991, C‑63/89, Assurances du crédit κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-1799, σκέψεις 14 έως 23).