Language of document : ECLI:EU:F:2012:184

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(τρίτο τμήμα)

της 12ης Δεκεμβρίου 2012

Υπόθεση F‑43/10

Maria Concetta Cerafogli

κατά

Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ)

«Υπαλληλική υπόθεση — Προσωπικό της ΕΚΤ — Καταγγελία για ηθική παρενόχληση — Διοικητική έρευνα — Πρόσβαση στον φάκελο της έρευνας — Έκθεση της έρευνας — Πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως»

Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα βάσει του άρθρου 36.2 του πρωτοκόλλου για το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που προσαρτάται στη Συνθήκη ΕΕ και στη Συνθήκη ΛΕΕ, με την οποία η M. Cerafogli ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση της αποφάσεως της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) της 17ης Νοεμβρίου 2009 με την οποία περατώθηκε η διοικητική έρευνα που κινήθηκε κατόπιν της καταγγελίας της περί δυσμενούς διακρίσεως (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Η προσφεύγουσα φέρει τα δικαστικά έξοδά της, καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η ΕΚΤ.

Περίληψη

1.      Υπαλληλικές προσφυγές — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας — Αντικείμενο — Διαταγή απευθυνόμενη στη Διοίκηση — Δικαστική αναγνώριση — Απαράδεκτο

(Όροι απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άρθρο 42)

2.      Υπαλληλικές προσφυγές — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας — Ειδική προσφυγή — Τυπικά στοιχεία — Επαρκώς σαφής χαρακτήρας — Έκθεση ορισμένων αιτιάσεων σε παραρτήματα που κοινοποιήθηκαν εκπρόθεσμα — Απαράδεκτο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2· όροι απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άρθρο 41· κανόνες για θέματα προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άρθρο 8.1.6)

3.      Υπαλληλικές προσφυγές — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας — Ειδική προσφυγή — Συμφωνία μεταξύ της ειδικής προσφυγής και του δικογράφου της προσφυγής — Ταυτότητα αντικειμένου και υποθέσεως — Τροποποίηση της αιτίας της διαφοράς — Απαράδεκτο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91· όροι απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άρθρο 41)

4.      Ένδικη διαδικασία — Δεδικασμένο — Περιεχόμενο — Απαράδεκτο δεύτερης προσφυγής — Προϋποθέσεις — Ταυτότητα αντικειμένου — Προσβολή πράξεως κατ’ ουσίαν πανομοιότυπης με εκείνη που προσβλήθηκε με την πρώτη προσφυγή, αλλά η οποία στηρίζεται σε άλλους πραγματικούς και νομικούς λόγους — Έλλειψη δεδικασμένου

5.      Υπάλληλοι — Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας — Δικαιώματα και υποχρεώσεις — Εσωτερική έρευνα σχετικά με φερόμενη ηθική παρενόχληση — Δικαιώματα του καταγγέλλοντος περί ακροάσεως και προσβάσεως στον φάκελο της έρευνας — Όρια

(Κανονισμός 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 20)

6.      Υπαλληλικές προσφυγές — Λόγοι — Λόγος αντλούμενος από προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως — Κρίνεται αυτεπαγγέλτως

7.      Υπάλληλοι — Βλαπτική απόφαση — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Απόφαση εντασσόμενη σε πλαίσιο γνωστό στον αποδέκτη — Συνεκτίμηση του νομικού πλαισίου

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25)

8.      Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα — Εκτελεστική Επιτροπή — Συνεδριάσεις — Προθεσμία για την αποστολή στα μέλη των εγγράφων που αφορούν την ημερήσια διάταξη — Μη τήρηση — Παρατυπία μη δυνάμενη να επιφέρει την ακύρωση αποφάσεως της Εκτελεστικής Επιτροπής — Βάρος αποδείξεως

(Εσωτερικός κανονισμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άρθρο 3 § 1)

9.      Υπαλληλικές προσφυγές — Λόγοι — Πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως — Έννοια — Βάρος αποδείξεως

10.    Υπάλληλοι — Ηθική παρενόχληση — Έννοια — Συνάδελφος ο οποίος έχει αρνητική γνώμη για υπάλληλο και γνωστοποιεί στην ιεραρχία αιτιάσεις σχετικά με την ποιότητα της εργασίας του και τη συμπεριφορά του — Δεν εμπίπτει — Απαιτείται η αίσθηση του φερόμενου ως θύματος παρενόχλησης να δικαιολογείται αντικειμενικά

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 12α)

11.    Ένδικη διαδικασία — Δικαστικά έξοδα — Καθορισμός των εξόδων — Αποδοτέα έξοδα — Έννοια — Αμοιβή οφειλόμενη στον δικηγόρο υπαλλήλου για υπηρεσίες που παρέσχε στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας — Δεν περιλαμβάνεται

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρα 86 και 91)

1.      Στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας κατά το άρθρο 42 των όρων απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να απευθύνει διαταγές στη Διοίκηση ή να διατυπώνει αναγνωριστικού χαρακτήρα κρίσεις.

(βλ. σκέψη 43)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 15 Δεκεμβρίου 2010, F‑66/09, Saracco κατά ΕΚΤ, σκέψη 39

2.      Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 41 των όρων απασχολήσεως του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και στο άρθρο 8.1.6 των κανόνων για θέματα προσωπικού της Τράπεζας έχει άτυπο χαρακτήρα, όπως και η διαδικασία διοικητικής ενστάσεως που θεσπίζει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

Κατά συνέπεια, η ειδική προσφυγή του άρθρου 41 των όρων απασχολήσεως, που συμπληρώνεται από το άρθρο 8.1.6 των κανόνων για θέματα προσωπικού, δεν πρέπει να τηρεί καθιερωμένο τύπο για να είναι παραδεκτή και η Τράπεζα οφείλει να την εξετάζει με ευρύτητα πνεύματος. Για να είναι παραδεκτή, αρκεί η προσφυγή αυτή να είναι επαρκώς σαφής ώστε η Τράπεζα να μπορεί να γνωρίζει τους λόγους και τα επιχειρήματα που ο ενδιαφερόμενος διατυπώνει κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Υπό τις συνθήκες αυτές, η εκπρόθεσμη κοινοποίηση ενός παραρτήματος δεν μπορεί a priori να θεωρηθεί παραβίαση της αρχής ότι οι προθεσμίες είναι δημοσίας τάξεως αν η ίδια η ειδική προσφυγή ασκήθηκε εντός της προβλεπομένης προθεσμίας.

Ωστόσο, στο ειδικό πλαίσιο στο οποίο τα παραρτήματα που κοινοποιήθηκαν μετά την προβλεπόμενη προθεσμία δεν έχουν αμιγώς αποδεικτικό χαρακτήρα, άλλα αντιθέτως εκθέτουν λεπτομερώς τις αιτιάσεις του υπαλλήλου, και εφόσον πρέπει να θεωρηθούν ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ειδικής του προσφυγής, η εκπρόθεσμη αποστολή των παραρτημάτων αυτών συνιστά παράβαση της προθεσμίας που προβλέπεται για την άσκηση της ειδικής προσφυγής.

Επιπλέον, έστω και αν η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία έχει άτυπο χαρακτήρα, πρόκειται για διαδικασία που αποσκοπεί στον φιλικό διακανονισμό και προς την οποία είναι ασύμβατος ο εκ μέρους του υπαλλήλου εξαναγκασμός της διοικήσεως να αναζητήσει στο σώμα της ειδικής προσφυγής του και σε σημαντικά παραρτήματα τα σκόρπια στοιχεία των διαφόρων επιχειρημάτων του, μολονότι διαθέτει εύλογη προθεσμία δύο μηνών για να ασκήσει την προσφυγή αυτή.

(βλ. σκέψεις 50 έως 52 και 54 έως 56)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 22 Ιουνίου 1990, T‑32/89 και T‑39/89, Μαρκόπουλος κατά Δικαστηρίου, σκέψη 28· 7 Μαρτίου 1996, T‑146/94, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψη 48· 13 Ιανουαρίου 1998, T‑176/96, Volger κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 65

ΔΔΔΕΕ: 1 Ιουλίου 2010, F‑45/07, Mandt κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 111 και 113

3.      Ο κανόνας της συμφωνίας μεταξύ της ειδικής προσφυγής και του δικογράφου της προσφυγής πρέπει να νοείται υπό την έννοια ότι, υπό την επιφύλαξη των ενστάσεων ελλείψεως νομιμότητας και των λόγων δημοσίας τάξεως, δεν υπάρχει κανονικά τροποποίηση της αιτίας της διαφοράς και, ως εκ τούτου, απαράδεκτο λόγω μη τηρήσεως του κανόνα αυτού παρά μόνον εάν ο προσφεύγων, προσβάλλοντας με την ειδική προσφυγή του μόνον το τυπικό κύρος της βλαπτικής γι’ αυτόν πράξεως, περιλαμβανομένων των διαδικαστικών πτυχών της, προβάλλει με το δικόγραφο της προσφυγής του λόγους ουσίας ή, αντιστρόφως, εάν ο προσφεύγων, αφού προσέβαλε με τη διοικητική ένστασή του μόνον την ουσιαστική νομιμότητα της βλαπτικής γι’ αυτόν πράξεως, προβάλλει με το δικόγραφο της προσφυγής τους λόγους που αφορούν το τυπικό κύρος της, περιλαμβανομένων των διαδικαστικών πτυχών της.

(βλ. σκέψη 61)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: Mandt κατά Κοινοβουλίου, προαναφερθείσα, σκέψεις 110, 119 και 120· 29 Σεπτεμβρίου 2011, F‑72/10, da Silva Tenreiro κατά Επιτροπής, σκέψη 59, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑643/11 P

4.      Προς διασφάλιση τόσο της σταθερότητας του δικαίου και των εννόμων σχέσεων όσο και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλεται οι δικαστικές αποφάσεις που κατέστησαν αμετάκλητες μετά την εξάντληση των προβλεπομένων ενδίκων μέσων ή μετά την εκπνοή των προθεσμιών που τάσσονται για την άσκηση αυτών των ενδίκων μέσων να μην μπορούν πλέον να αμφισβητηθούν.

Συναφώς, μια προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω της ισχύος δεδικασμένου που περιβάλλει προγενέστερη δικαστική απόφαση με την οποία κρίθηκε προσφυγή η οποία αφορούσε τους ίδιους διαδίκους, είχε το ίδιο αντικείμενο και στηριζόταν στην ίδια αιτία. Η πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση συνιστά ουσιώδες στοιχείο βάσει του οποίου δύναται να χαρακτηρισθεί το αντικείμενο της προσφυγής, αλλά, στις περιπτώσεις όπου πλείονες προσφυγές στρέφονταν κατά διαφορετικών αποφάσεων που έλαβε τυπικώς η Διοίκηση, από το στοιχείο αυτό και μόνο δεν μπορεί να συναχθεί έλλειψη ταυτότητας αντικειμένου μεταξύ των διαφόρων προσφυγών, εφόσον οι εν λόγω διαφορετικές αποφάσεις έχουν κατ’ ουσίαν πανομοιότυπο περιεχόμενο και στηρίζονται στην ίδια αιτιολογία.

Τέλος, ακόμη και αν οι αιτιάσεις στις οποίες στηρίζεται μια προσφυγή ταυτίζονται εν μέρει με εκείνες που προβλήθηκαν στο πλαίσιο προγενέστερης δίκης, η δεύτερη προσφυγή δεν συνιστά επανάληψη της πρώτης, αλλά εισάγει νέα διαφορά, κατά το μέτρο που στηρίζεται και σε άλλους πραγματικούς και νομικούς λόγους.

(βλ. σκέψεις 68 και 69)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 19 Σεπτεμβρίου 1985, 172/83 και 226/83, Hoogovens Groep κατά Επιτροπής, σκέψη 9· 30 Σεπτεμβρίου 2003, C‑224/01, Köbler, σκέψη 38

ΠΕΚ: 5 Ιουνίου 1996, T‑162/94, NMB Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 37· 12 Δεκεμβρίου 1996, T‑177/94 και T‑377/94, Altmann κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 52

ΓΔΕΕ: 25 Ιουνίου 2010, T‑66/01, Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής, σκέψεις 197, 207 και 208

5.      Εφόσον διαδικασία έρευνας κινηθείσα κατόπιν αιτήσεως αρωγής υπαλλήλου συνοδευόμενη από καταγγελία για ηθική παρενόχληση δεν μπορεί να θεωρηθεί διαδικασία έρευνας κινηθείσα κατά του εν λόγω υπαλλήλου, ο ενδιαφερόμενος δεν δύναται να επικαλεσθεί την υποχρέωση του οργάνου να κάνει σεβαστά τα δικαιώματα άμυνας που επιβάλλεται ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης σε κάθε διαδικασία που κινείται κατά προσώπου και δύναται να καταλήξει σε βλαπτική για αυτό πράξη. Από το γεγονός όμως ότι απόφαση συνιστά, από διαδικαστικής απόψεως, βλαπτική πράξη δεν μπορεί να συναχθεί αυτομάτως, χωρίς να ληφθεί υπόψη η φύση της κινηθείσας διαδικασίας, ότι η αρχή έχει την υποχρέωση να ακούσει επωφελώς τον ενδιαφερόμενο. Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές στις οποίες στηρίζονται η νομοθεσία, η διοικητική πρακτική και η νομολογία της Ένωσης στους τομείς του ανταγωνισμού, των κρατικών ενισχύσεων και των συγκεντρώσεων των επιχειρήσεων, προκύπτει ότι έχει καθοριστεί μια διαβάθμιση μεταξύ των ενδιαφερομένων τρίτων, για να καθοριστεί το εύρος του δικαιώματός τους ακροάσεως, ανάλογα με τη βλάβη που δύναται να προκληθεί στα συμφέροντά τους. Ωστόσο, ελλείψει οποιασδήποτε διατάξεως και οποιουδήποτε πλαισίου που να δικαιολογούν εφαρμογή των δικαιωμάτων άμυνας, στον ενδιαφερόμενο ως προς διοικητική διαδικασία πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, να λαμβάνει θέση και να γνωστοποιεί επωφελώς την άποψή του επί των στοιχείων που τον αφορούν και τα οποία είναι καλύτερα σε θέση να προσκομίσει και τα οποία δεν αποδεικνύεται ότι η Διοίκηση μπορεί να τα έχει κατ’ άλλο τρόπο στη διάθεσή της.

Όσον αφορά εσωτερική διοικητική έρευνα σχετικά με φερόμενη ηθική παρενόχληση κινηθείσα κατόπιν καταγγελίας υπαλλήλου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έστω και αν η διενέργεια της έρευνας δεν στρεφόταν κατά του καταγγέλλοντος, αυτός μπορεί να επικαλεσθεί, δυνάμει της αρχής της χρηστής διοικήσεως, το δικαίωμα ακροάσεως σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον αφορούν, στον βαθμό που απόφαση περί απορρίψεως της καταγγελίας αυτής δύναται να έχει σοβαρές συνέπειες, καθόσον τα σχετικά με την ηθική παρενόχληση πραγματικά περιστατικά δύνανται να έχουν πολύ καταστροφικά αποτελέσματα στην κατάσταση της υγείας του θύματος και η ενδεχόμενη αναγνώριση εκ μέρους της διοικήσεως της υπάρξεως ηθικής παρενοχλήσεως δύναται, αυτή καθαυτήν, να επηρεάσει ευμενώς τη θεραπευτική διαδικασία ψυχολογικής αποκατάστασης του παρενοχληθέντος προσώπου. Ωστόσο, το διαδικαστικό δικαίωμα που μπορεί να προβάλει ο καταγγέλλων και το οποίο διακρίνεται από τα δικαιώματα άμυνας δεν είναι εξίσου ευρύ με τα τελευταία αυτά δικαιώματα. Αρκεί, συναφώς, να του δοθεί επαρκής δυνατότητα να εκθέσει επωφελώς την άποψή του και να εξηγήσει, ενδεχομένως, γιατί το πόρισμα που σχεδιάζεται να περιληφθεί στο σχέδιο της εκθέσεως της έρευνας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Επιπλέον, το διαδικαστικό δικαίωμα που έχει ο καταγγέλλων δεν είναι απόλυτο. Στο πλαίσιο έρευνας σχετικά με πραγματικά περιστατικά ηθικής παρενόχλησης, εφόσον η έκθεση της έρευνας είναι εμπεριστατωμένη και για κανένα στοιχείο του φακέλου δεν μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία ότι δεν αναπαράγει την ουσία των συλλεγεισών μαρτυριών, δεν είναι παράλογη, πλην ειδικών περιστάσεων, η πρόθεση προστασίας των μαρτύρων με εγγύηση της ανωνυμίας και του απορρήτου κάθε στοιχείου δυνάμενου να αποκαλύψει την ταυτότητά τους, προκειμένου, προς το ίδιο το συμφέρον των καταγγελλόντων, να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή ουδέτερων και αντικειμενικών ερευνών με την αμέριστη συνεργασία των μελών του προσωπικού. Ομοίως δεν φαίνεται παράλογη η πρόθεση προλήψεως κάθε κινδύνου επηρεασμού a posteriori των μαρτύρων από τα κατηγορούμενα πρόσωπα ή ακόμη και από τους καταγγέλλοντες. Περαιτέρω, δεν είναι παράλογο ούτε το να θεωρηθεί ότι το απόρρητο των μαρτυριών είναι αναγκαίο για να προφυλαχθούν οι σχέσεις εργασίας προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, δεν έχει αποδειχθεί ότι, όταν η έρευνα δεν ενισχύει τη γνώμη τους, η πλήρης διαφάνεια συναφώς θα μπορούσε να εξαλείψει το αίσθημα ματαίωσης και καχυποψίας των προσώπων που είναι πεπεισμένα ότι υφίστανται ηθική παρενόχληση.

Περαιτέρω, το άρθρο 20 του κανονισμού 45/2001, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, νομιμοποιεί τους περιορισμούς του διαδικαστικού δικαιώματος που έχει ο καταγγέλλων. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι μαρτυρίες που συνελέγησαν στο πλαίσιο έρευνας σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά ηθικής παρενόχλησης δεν αφορούν μόνον τον υποβαλόντα την καταγγελία, αλλά και τα κατηγορούμενα μέλη του προσωπικού και αυτά που εξετάστηκαν στο πλαίσιο των ερευνών. Στην περίπτωση αυτή, όπου πρόκειται για τα δικαιώματα και άλλων προσώπων πέραν του υποβαλόντος την καταγγελία, υφίσταται σημαντική διαφορά με τις περιπτώσεις όπου οι προσφεύγοντες ζητούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε πραγματικά περιστατικά που τους αφορούν αποκλειστικά.

(βλ. σκέψεις 85, 86, 91 έως 93, 95, 97 και 98)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 21 Νοεμβρίου 1991, C‑269/90, Technische Universität München, σκέψεις 23 έως 25· 29 Απριλίου 2004, C‑111/02 P, Κοινοβούλιο κατά Reynolds, σκέψη 57· 9 Νοεμβρίου 2006, C‑344/05 P, Επιτροπή κατά De Bry, σκέψη 37· 29 Ιουνίου 2010, C‑441/07 P, Επιτροπή κατά Alrosa, σκέψη 91

ΠΕΚ: 27 Νοεμβρίου 1997, T‑290/94, Kaysersberg κατά Επιτροπής, σκέψεις 108 και 113· 7 Ιουνίου 2006, T‑213/01 και T-214/01, Österreichische Postsparkasse κατά Επιτροπής, σκέψη 106· 17 Οκτωβρίου 2006, T‑406/04, Bonnet κατά Δικαστηρίου, σκέψη 76

ΓΔΕΕ: 12 Μαΐου 2010, T‑491/08 P, Bui Van κατά Επιτροπής, σκέψη 75

ΔΔΔΕΕ: 30 Νοεμβρίου 2009, F‑80/08, Wenig κατά Επιτροπής, σκέψη 48· 16 Μαΐου 2012, F‑42/10, Skareby κατά Επιτροπής, σκέψεις 46 και 48

6.      Δεδομένου ότι λόγος αντλούμενος από το δικαίωμα ακροάσεως δύναται να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως, ο προσφεύγων δικαιούται να επικαλεστεί την αρχή αυτή στο στάδιο της έγγραφης διαδικασίας.

(βλ. σκέψη 89)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 11 Σεπτεμβρίου 2008, F‑51/07, Bui Van κατά Επιτροπής, σκέψη 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

7.      Μια βλαπτική πράξη είναι επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον εκδόθηκε εντός πλαισίου που είναι γνωστό στον ενδιαφερόμενο και το οποίο του παρέχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενο του ληφθέντος έναντι αυτού μέτρου. Κατά συνέπεια, δύναται να γίνει δεκτή αιτιολογία συνιστάμενη σε αναφορά σε αιτιολογημένη και κοινοποιηθείσα έκθεση ή γνωμοδότηση.

Επιπλέον, η αιτιολογία πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με το πλαίσιο στο οποίο εκδόθηκε η επίδικη πράξη και, ειδικότερα, σε σχέση με το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν τον οικείο τομέα. Επομένως, δεδομένου ότι το νομικό πλαίσιο δύναται, σε υπόθεση ηθικής παρενόχλησης, να εμποδίζει την πρόσβαση του καταγγέλλοντος στο σύνολο των μαρτυριών που συνελέγησαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απόφαση περί περατώσεως της έρευνας είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη καθόσον παραπέμπει μόνο στην έκθεση της έρευνας, η οποία δεν συνοδεύεται από τις μαρτυρίες αυτές.

(βλ. σκέψεις 108, 111 και 112)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 8 Ιουνίου 2011, T‑20/09 P, Επιτροπή κατά Marcuccio, σκέψεις 67 και 68

ΔΔΔΕΕ: 23 Νοεμβρίου 2010, F‑65/09, Marcuccio κατά Επιτροπής, σκέψη 61

8.      Από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προκύπτει ότι τα έγγραφα που αφορούν την ημερήσια διάταξη πρέπει να αποστέλλονται, καταρχήν, στην Εκτελεστική Επιτροπή τουλάχιστον δύο ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του οργάνου αυτού. Επομένως, η προθεσμία αυτή είναι απλώς εκείνη εντός της οποίας τα εν λόγω έγγραφα πρέπει να αποσταλούν στα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής και όχι εκείνη εντός της οποίας τα εν λόγω έγγραφα πρέπει να είναι στη διάθεσή τους.

Εν πάση περιπτώσει, προκειμένου μια παράβαση των κανόνων που προβλέπει ο εσωτερικός κανονισμός της Εκτελεστικής Επιτροπής να μπορεί να συνιστά ουσιώδη παρατυπία δυνάμενη να θίξει το κύρος αποφάσεως του εν λόγω οργάνου, εναπόκειται στον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι η απόφαση αυτή θα μπορούσε να έχει διαφορετικό περιεχόμενο αν δεν υπήρχε η παράβαση αυτή. Η προϋπόθεση αυτή όμως δεν πληρούται στην περίπτωση όπου ο ενδιαφερόμενος περιορίζεται να εικάσει ότι, δεδομένου ότι τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής έλαβαν το έγγραφο την ημέρα της συνεδριάσεώς της, δεν μπόρεσαν να λάβουν πράγματι γνώση του εγγράφου αυτού προτού αποφασίσουν σχετικά με τις συνέπειες που έπρεπε να συναγάγουν από το εν λόγω έγγραφο.

(βλ. σκέψεις 116 και 117)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 9 Μαρτίου 1999, T‑212/97, Hubert κατά Επιτροπής, σκέψη 53

ΔΔΔΕΕ: 7 Μαΐου 2008, F‑36/07, Lebedef κατά Επιτροπής, σκέψη 57· 13 Σεπτεμβρίου 2011, F‑68/10, Behnke κατά Επιτροπής, σκέψη 42

9.      Ένα σφάλμα μπορεί να χαρακτηριστεί πρόδηλο μόνον εφόσον μπορεί ευχερώς να εντοπιστεί κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων από τα οποία ο νομοθέτης έχει εξαρτήσει την άσκηση εξουσίας λήψεως αποφάσεων. Κατά συνέπεια, η διαπίστωση πρόδηλης πλάνης της διοικήσεως κατά την εκ μέρους της εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ικανής να δικαιολογήσει την ακύρωση αποφάσεως, προϋποθέτει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία, το βάρος προσκομίσεως των οποίων φέρει ο προσφεύγων, αρκούν για την ανατροπή των εκτιμήσεων της διοικήσεως. Δηλαδή ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από το πρόδηλο σφάλμα πρέπει να απορρίπτεται εάν, παρά τα στοιχεία που προσκομίζει ο προσφεύγων, η προσβαλλόμενη εκτίμηση μπορεί να γίνει δεκτή ως αληθής ή έγκυρη. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν στην επίμαχη απόφαση έχουν εμφιλοχωρήσει σφάλματα που, ακόμη και θεωρούμενα στο σύνολό τους, είναι ελάσσονα και ανίκανα να έχουν καθορίσει την απόφαση της διοικήσεως.

(βλ. σκέψη 131)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 29 Σεπτεμβρίου 2011, F‑80/10, AJ κατά Επιτροπής, σκέψεις 34 έως 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 28 Μαρτίου 2012, F‑36/11, BD κατά Επιτροπής, σκέψη 83

10.    Η αρνητική γνώμη που μόνιμος ή μη υπάλληλος έχει για συνάδελφό του και το γεγονός ότι εν λόγω μόνιμος ή μη υπάλληλος γνωστοποίησε στην ιεραρχία αιτιάσεις που αφορούν τον χρόνο που ο εν λόγω συνάδελφος αφιερώνει στην υπηρεσία, τις καθυστερήσεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και τη δυσκολία που επιδεικνύει για συνεργασία δεν συνιστούν, αυτά καθαυτά, ηθική παρενόχληση.

Περαιτέρω, από το άρθρο 12α του ΚΥΚ προκύπτει ότι, καίτοι η αίσθηση του προσώπου που ισχυρίζεται ότι αποτελεί θύμα παρενόχλησης συνιστά σημαντικό στοιχείο, η αίσθηση αυτή πρέπει ωστόσο να δικαιολογείται αντικειμενικά. Εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω πρόσωπο δεν μπορεί να επικαλεσθεί την επισφαλή κατάσταση της ψυχολογικής και σωματικής υγείας του για να αποδείξει παράβαση της έννοιας της ηθικής παρενόχλησης. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι αρνητικές παρατηρήσεις που ιεραρχικά ανώτερος υπάλληλος απευθύνει σε μόνιμο ή μη υπάλληλο δεν μπορούν να θεωρηθούν προσβλητικές για τον υπάλληλο αυτό ελλείψει άλλων στοιχείων.

(βλ. σκέψεις 167, 171 και 203)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 9 Δεκεμβρίου 2008, F‑52/05, Q κατά Επιτροπής, σκέψη 135, που δεν ακυρώθηκε επί του σημείου αυτού με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2011, T‑80/09 P, του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης· Skareby κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 65

11.    Οι δαπάνες για αμοιβή δικηγόρου κατά την ένδικη διαδικασία συνιστούν έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 86 επ. του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και πρέπει να αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο αυτό. Όσον αφορά τις δαπάνες για αμοιβή δικηγόρου κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, στο άρθρο 91 του ίδιου Κανονισμού διαλαμβάνονται, μεταξύ των εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν, μόνο τα έξοδα που είναι συμφυή με τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, εξαιρουμένων εκείνων που αφορούν το προγενέστερο της διαδικασίας αυτής στάδιο. Επομένως, το να αναγνωρισθεί στις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία η ιδιότητα ζημίας επανορθώσιμης στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως θα ερχόταν σε αντίθεση προς τον χαρακτήρα των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν κατά το στάδιο αυτό ως μη δυναμένων να αναζητηθούν.

(βλ. σκέψη 218)

Παραπομπή:

ΠΕΚ: 14 Σεπτεμβρίου 2005, T‑140/04, Ehcon κατά Επιτροπής, σκέψη 79

ΓΔΕΕ: 8 Νοεμβρίου 2011, T‑88/09, Idromacchine κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 100, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, υπόθεση C‑34/12 P