Language of document : ECLI:EU:F:2013:93

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(τρίτο τμήμα)

της 26ης Ιουνίου 2013

Συνεκδικασθείσες υποθέσεις F‑135/11, F‑51/12 και F‑110/12

BU

κατά

Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA)

«Υπαλληλική υπόθεση — Έκτακτος υπάλληλος — Μη ανανέωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου — Βλαπτική πράξη — Αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ — Αίτηση αναχαρακτηρισμού της συμβάσεως — Εύλογη προθεσμία — Διοικητική ένσταση κατά αποφάσεως περί απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως — Άρθρο 8 του ΚΛΠ — Καθήκον μέριμνας»

Αντικείμενο:      Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, και πρωτοκολληθείσα με αριθμό F‑135/11, με την οποία ο BU ζητεί την ακύρωση της «αποφάσεως της 30ής Μαΐου 2011» του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA ή στο εξής: οργανισμός) με την οποία η αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων προσλήψεως αρχή του EMA (στο εξής: ΑΣΣΠΑ) «[αρνήθηκε] να εξετάσει τις δυνατότητες ανανεώσεως της συμβάσεώς [του] εργασίας ως εκτάκτου υπαλλήλου». Με δεύτερο δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 7 Μαΐου 2012, το οποίο πρωτοκολλήθηκε με αριθμό F‑51/12, ο BU ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της 1ης Σεπτεμβρίου 2011, με την οποία η ΑΣΣΠΑ απέρριψε την «αίτησή» του, που επισυνάπτεται στο από 23 Αυγούστου 2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του, περί ανανεώσεως της συμβάσεώς του εργασίας ως εκτάκτου υπαλλήλου. Με τρίτο δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης την 1η Οκτωβρίου 2012, το οποίο πρωτοκολλήθηκε με αριθμό F‑110/12, ο BU ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της 21ης Νοεμβρίου 2011, με την οποία η ΑΣΣΠΑ απέρριψε την αίτησή του για αναχαρακτηρισμό της συμβάσεώς του εργασίας ως επικουρικού υπαλλήλου της 16ης Σεπτεμβρίου 2002.

Απόφαση:      Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως του BU, η οποία κοινοποιήθηκε με επιστολή της 30ής Μαΐου 2011, ακυρώνεται. Η προσφυγή F‑135/11 απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Οι προσφυγές F‑51/12 και F‑110/12 απορρίπτονται. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων φέρει τα δικαστικά έξοδά του και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα του BU στις υποθέσεις F‑135/11 και F‑51/12. Ο BU φέρει τα δικαστικά έξοδά του και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων στην υπόθεση F‑110/12.

Περίληψη

1.      Υπαλληλικές προσφυγές — Προσβολή συμβάσεως εργασίας επικουρικού υπαλλήλου, συμβασιούχου υπαλλήλου ή συμβασιούχου υπαλλήλου επιφορτισμένου με επικουρικά καθήκοντα — Αίτηση αναχαρακτηρισμού της συμβάσεως αυτής ως συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου — Ένδικα βοηθήματα

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91· Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρο 2, στοιχείο α΄)

2.      Υπαλληλικές προσφυγές — Αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως — Προθεσμία υποβολής — Εύλογη προθεσμία — Αίτηση αναχαρακτηρισμού συμβάσεως — Κριτήρια εκτιμήσεως

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 46· Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 1· Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρο 2, στοιχείο α΄)

3.      Υπαλληλικές προσφυγές — Βλαπτική πράξη — Έννοια — Επιστολή προς έκτακτο υπάλληλο με την οποία του υπενθυμίζεται η λήξη της συμβάσεώς του — Δεν εμπίπτει — Απόφαση περί μη ανανεώσεως συμβάσεως — Εμπίπτει

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2)

4.      Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Πρόσληψη — Ανανέωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου — Εξουσία εκτιμήσεως της Διοικήσεως — Δικαστικός έλεγχος — Περιεχόμενο

(Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρα 8 και 47, εδ. 1, στοιχείο β΄)

5.      Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Πρόσληψη — Μη ανανέωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου — Δικαστικός έλεγχος — Περιεχόμενο — Απόφαση που εκδίδεται χωρίς να έχει προηγηθεί εξέταση της καταστάσεως του υπαλλήλου ως προς το συμφέρον της υπηρεσίας — Έλλειψη νομιμότητας

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρα 2, στοιχείο α΄, και 8, εδ. 1)

6.      Υπαλληλικές προσφυγές — Ακυρωτική απόφαση — Αποτελέσματα — Ακύρωση αποφάσεως περί μη ανανεώσεως συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου — Δυνατότητα της Διοικήσεως να εκδώσει νέα απόφαση που να συνάδει προς την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης — Απόρριψη του αιτήματος για αποκατάσταση της υλικής ζημίας που προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

1.      Επικουρικός υπάλληλος, συμβασιούχος υπάλληλος ή συμβασιούχος υπάλληλος επιφορτισμένος με επικουρικά καθήκοντα δύναται να υποβάλει στη Διοίκηση, κατόπιν παρελεύσεως των προθεσμιών για άσκηση ένδικου βοηθήματος κατά της συμβάσεώς του, αίτηση ούτως ώστε, λαμβανομένων υπόψη των καθηκόντων που πράγματι εκπλήρωσε, η περίοδος υπηρεσίας που τυπικά συμπληρώθηκε σε εκτέλεση της συμβάσεώς του να αναγνωριστεί υπέρ αυτού ως περίοδος υπηρεσίας συμπληρωθείσα υπό την ιδιότητα εκτάκτου υπαλλήλου, και σε περίπτωση που η αίτησή του απορριφθεί, ο υπάλληλος αυτός δύναται να ασκήσει ενώπιον του δικαστή προσφυγή κατά της απορρίψεως της αιτήσεώς του, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ.

(βλ. σκέψη 22)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 21 Σεπτεμβρίου 2011, T‑325/09 P, Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 88

ΔΔΔΕΕ: 13 Ιουνίου 2012, F‑105/11, Davids κατά Επιτροπής, σκέψη 56

2.      Μολονότι το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ δεν προβλέπει καμία προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να υποβάλλονται οι αιτήσεις δυνάμει της διατάξεως αυτής, η τήρηση εύλογης προθεσμίας απαιτείται σε όλες τις περιπτώσεις, πλην εκείνων για τις οποίες ο νομοθέτης έχει καθορίσει προθεσμία ή την έχει αποκλείσει ρητώς. Πράγματι, η νομική βάση για τον καθορισμό εύλογης προθεσμίας ελλείψει ρητής διατάξεως των νομοθετημάτων είναι η αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία δεν επιτρέπει στα θεσμικά όργανα και στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα να ενεργούν χωρίς χρονικό περιορισμό, διακυβεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη σταθερότητα κεκτημένων νομικών καταστάσεων. Κατά συνέπεια, η απουσία καθορισμένης από τον ΚΥΚ προθεσμίας δεν μπορεί αφεαυτής να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεως χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε χρονικού περιορισμού. Το εύλογο μιας προθεσμίας πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με το σύνολο των περιστάσεων κάθε υποθέσεως και, ειδικότερα, με τα συμφέροντα του ενδιαφερομένου που διακυβεύονται στη δίκη, την περιπλοκότητα της υποθέσεως και τη συμπεριφορά των διαδίκων.

Στην περίπτωση αιτήσεως για αναχαρακτηρισμό συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου ως συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο α΄, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, καίτοι η δυνατότητα υποβολής αιτήσεως για έναν τέτοιο αναχαρακτηρισμό μπορεί να συνιστά πρόσφορο μέτρο κατά της καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, δεν μπορεί εντούτοις να συναχθεί ότι μια πολυετής προθεσμία μπορεί να θεωρηθεί εύλογη.

Στο πλαίσιο αυτό, η πενταετής προθεσμία που εφαρμόζεται στις διαφορές με αίτημα αποζημιώσεως στον τομέα της δημόσιας διοικήσεως κατ’ αναλογίαν προς το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου δεν συνιστά οπωσδήποτε εύλογη προθεσμία. Πράγματι, υφίσταται θεμελιώδης διαφορά μεταξύ αγωγής αποζημιώσεως με αίτημα την επιδίκαση αποζημιώσεως και των αντισταθμιστικών τόκων ή τόκων υπερημερίας και αιτήσεως για αναχαρακτηρισμό προγενέστερης συμβάσεως. Η αίτηση αυτή συνεπάγεται, στην πραγματικότητα, τη λήψη μέτρων που οδηγούν στην αναδρομική ανασύσταση της σχέσεως εργασίας μεταξύ του υπαλλήλου και του εργοδότη του, τα οποία μπορούν, εξάλλου, να επηρεάσουν την εργασιακή διάρθρωση και την πολιτική του προσωπικού διοικήσεως, ιδίως σε έναν οργανισμό με περιορισμένο προσωπικό.

Πράγματι, στην περίπτωση αναχαρακτηρισμού απαιτείται μια όσο το δυνατόν ταχύτερη απόκριση, καθόσον το διακύβευμα δεν είναι αμελητέο, δεδομένου ότι αφορά την ίδια τη φύση της εργασιακής σχέσεως του ενδιαφερόμενου με τη Διοίκηση, με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από τη διαφορά καθεστώτος μεταξύ επικουρικού και εκτάκτου προσωπικού, καθώς και μεταξύ εκτάκτων υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και με σύμβαση αορίστου χρόνου.

(βλ. σκέψεις 24, 25, 31 και 32)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 28 Φεβρουαρίου 2013, C‑334/12 RX-II, Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, σκέψη 28

ΠΕΚ: 25 Μαρτίου 1998, T‑202/97, Koopman κατά Επιτροπής, σκέψη 25· 26 Ιουνίου 2009, T‑114/08 P, Marcuccio κατά Επιτροπής, σκέψη 25

ΓΔΕΕ: Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 67 και 87· 14 Δεκεμβρίου 2011, T‑433/10 P, Allen κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 26 και 31

ΔΔΔΕΕ: 1 Φεβρουαρίου 2007, F‑125/05, Τσαρνάβας κατά Επιτροπής, σκέψη 50· 11 Μαΐου 2010, F‑30/08, Νανόπουλος κατά Επιτροπής, σκέψη 117· 13 Απριλίου 2011, F‑73/09, Sukup κατά Επιτροπής, σκέψη 83

3.      Επιστολή με την οποία απλώς υπενθυμίζονται σε έκτακτο υπάλληλο οι όροι της συμβάσεώς του σχετικά με την ημερομηνία λήξεώς της, χωρίς να περιέχεται σε αυτήν οποιοδήποτε νέο στοιχείο ως προς τους εν λόγω όρους, δεν συνιστά βλαπτική πράξη. Εντούτοις, στην περίπτωση κατά την οποία μια σύμβαση δύναται να ανανεωθεί, η απόφαση της Διοικήσεως, κατόπιν επανεξετάσεως, να μην ανανεώσει την εν λόγω σύμβαση συνιστά βλαπτική πράξη, η οποία διαχωρίζεται από την οικεία σύμβαση και κατά της οποίας δύναται να υποβληθεί διοικητική ένσταση ή να ασκηθεί προσφυγή εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών.

(βλ. σκέψη 36)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 15 Οκτωβρίου 2008, T‑160/04, Ποταμιάνος κατά Επιτροπής, σκέψη 21

ΔΔΔΕΕ: 15 Σεπτεμβρίου 2011, F‑102/09, Bennett κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ, σκέψεις 57 και 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία

4.       Λόγω της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η Διοίκηση στο πεδίο της ανανεώσεως των συμβάσεων εκτάκτων υπαλλήλων, ο έλεγχος του δικαστή της Ένωσης επί της εκτιμήσεως αυτής πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα εάν, λαμβανομένων υπόψη των λόγων και μέσων που την οδήγησαν στην εκτίμησή της, η αρμόδια αρχή κινήθηκε εντός μη επιλήψιμων ορίων ή εάν, αντιθέτως, χρησιμοποίησε την εξουσία της κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο.

Εντούτοις, μολονότι η Διοίκηση διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ο δικαστής της Ένωσης, επιλαμβανόμενος προσφυγής ακυρώσεως κατά πράξεως εκδοθείσας στο πλαίσιο της ασκήσεως της εν λόγω εξουσίας, ασκεί κανονικά έλεγχο νομιμότητας, ο οποίος εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο δικαστής της Ένωσης διασφαλίζει τη τήρηση του καθήκοντος μέριμνας. Πλην όμως, το καθήκον αυτό, όπως και η αρχή της χρηστής διοικήσεως, συνεπάγονται, μεταξύ άλλων, ότι, οσάκις λαμβάνει απόφαση επί της καταστάσεως υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού, ακόμη και στο πλαίσιο της ασκήσεως ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που δύνανται να ασκήσουν επιρροή επί της αποφάσεώς της. Στο πλαίσιο αυτό, η αρμόδια αρχή οφείλει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά ομοίως το συμφέρον του οικείου υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού.

Ειδικότερα, η Διοίκηση οφείλει κατά μείζονα λόγο να προβαίνει σε αποτελεσματική, πλήρη και εμπεριστατωμένη εξέταση, οσάκις προβλέπει εσωτερική διαδικασία που περιλαμβάνει διαβούλευση με τους προϊσταμένους ενός υπαλλήλου ενόψει πιθανής ανανεώσεως της συμβάσεώς του. Στην πραγματικότητα, η συμβουλευτική αυτή διαδικασία δεν θα είχε καμία χρησιμότητα, εάν οι προϊστάμενοι των οποίων η γνώμη ζητείται δεν όφειλαν να ασκούν τις συμβουλευτικές αρμοδιότητές τους υπό τις ως άνω περιστάσεις και εάν η επιφορτισμένη με τη λήψη αποφάσεως αρχή δεν όφειλε, αυτή καθαυτή, να λάβει πραγματικά υπόψη τις συστάσεις τους.

(βλ. σκέψεις 48 έως 51)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 28 Μαΐου 1980, 33/79 και 75/79, Kuhner κατά Επιτροπής, σκέψη 22· 29 Οκτωβρίου 1981, 125/80, Arning κατά Επιτροπής, 125/80, σκέψη 19

ΔΔΔΕΕ: 13 Ιουνίου 2012, F‑63/11, Macchia κατά Επιτροπής, F‑63/11, σκέψεις 45, 47 και 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑368/12 P

5.      Μολονότι ο δικαστής της Ένωσης δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει την επιλογή της πολιτικής προσωπικού που προτίθεται να ακολουθήσει ένα θεσμικό όργανο προκειμένου να φέρει εις πέρας τις αποστολές που του ανατίθενται, δύναται νομίμως, οσάκις επιλαμβάνεται αιτήματος ακυρώσεως αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου, να βεβαιωθεί ότι οι λόγοι επί των οποίων η Διοίκηση θεμελιώνει την απόφασή της δεν είναι ικανοί να διακυβεύσουν την τήρηση των κριτηρίων και των βασικών όρων που καθορίζει ο νομοθέτης με τον ΚΥΚ και οι οποίοι αποσκοπούν ιδίως στην εξασφάλιση στους συμβασιούχους υπαλλήλους της δυνατότητας να επιτύχουν, ενδεχομένως, μακροπρόθεσμα, ορισμένη σταθερότητα στην απασχόλησή τους. Αυτή είναι και η ερμηνεία που πρέπει να δίδεται στο άρθρο 8, πρώτο εδάφιο, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, το οποίο ορίζει ότι η σύμβαση του κατ’ άρθρο 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ εκτάκτου υπαλλήλου μπορεί να ανανεωθεί άπαξ για ορισμένο χρόνο και ότι κάθε μεταγενέστερη ανανέωση γίνεται για αόριστο χρόνο, στοιχείο το οποίο άπτεται ακριβώς των μέτρων για την αποτροπή της εργασιακής επισφάλειας. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το καθήκον αρωγής το οποίο συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αρμόδια αρχή οφείλει να διερευνήσει το ενδεχόμενο υπάρξεως θέσεως στην οποία ο έκτακτος υπάλληλος θα μπορούσε, προς το συμφέρον της υπηρεσίας και λαμβανομένων υπόψη των προτεραιοτήτων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, να προσληφθεί ή να συνεχίσει να προσφέρει χρήσιμες υπηρεσίες. Η ερμηνεία αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν ο εργοδότης προβλέπει διαδικασία σκοπούσα στην εκτίμηση της δυνατότητας παρατάσεως της εργασιακής σχέσεως που τον συνδέει με τους υπαλλήλους του.

Εξ αυτού έπεται ότι η αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας αρχή παραβιάζει το καθήκον μέριμνας και το άρθρο 8 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, οσάκις προβάλλει ως λόγο για την απόρριψη αιτήσεως περί ανανεώσεως συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου, η οποία έχει συναφθεί δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του εν λόγω Καθεστώτος, κατά τρόπο αφηρημένο, τις δημοσιοοικονομικές δυνατότητες και τα προσόντα και τις ικανότητες του ενδιαφερομένου, παραλείποντας να διερευνήσει, στο πλαίσιο εξατομικευμένης εξετάσεως της καταστάσεως του ενδιαφερομένου και των υπηρεσιών που θα μπορούσε να παράσχει στο θεσμικό όργανο, κατά πόσον το επιδιωκόμενο από αυτή συμφέρον της υπηρεσίας δύναται να συμβιβαστεί με την ανάθεση στον ενδιαφερόμενο νέων καθηκόντων και ευθυνών και, ως εκ τούτου, με τη δυνατότητα ανανεώσεως της συμβάσεως αυτής ή με τη σύναψη νέας συμβάσεως εκτάκτου ή συμβασιούχου υπαλλήλου.

(βλ. σκέψεις 57, 59 και 60)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 8 Μαρτίου 2012, C‑251/11, Huet, σκέψη 37

ΔΔΔΕΕ: 9 Δεκεμβρίου 2010, F‑87/08, Schuerings κατά ETF, σκέψεις 58 και 60, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑107/11 P· 9 Δεκεμβρίου 2010, F‑88/08, Vandeuren κατά ETF, σκέψεις 59 και 60, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑108/11 P· Macchia κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 54, 60 και 61

6.      Όσον αφορά την ακύρωση από τον δικαστή της Ένωσης αποφάσεως της Διοικήσεως περί μη ανανεώσεως συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου, λόγω απουσίας πλήρους και εμπεριστατωμένης εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών με συνεκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας και των προσόντων και δεξιοτήτων του οικείου υπαλλήλου, καθόσον δεν δύναται να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να εκδώσει η Διοίκηση εκ νέου απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως του προσφεύγοντος ως εκτάκτου υπαλλήλου, κατόπιν πλήρους και εμπεριστατωμένης επανεξετάσεως του φακέλου και λαμβάνοντας υπόψη το σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως, η Διοίκηση δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αποζημιώσει τον εν λόγω υπάλληλο λόγω απώλειας αποδοχών κατόπιν της λήξεως της συμβάσεώς του ως εκτάκτου υπαλλήλου, έστω και αν πρόκειται για ποσό αποζημιώσεως προσωρινώς εκτιμώμενο σε ένα ευρώ.

(βλ. σκέψεις 64 έως 66)