Language of document : ECLI:EU:F:2013:64

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(δεύτερο τμήμα)

της 16ης Μαΐου 2013

Υπόθεση F‑104/10

Mario Alberto de Pretis Cagnodo

Serena Trampuz de Pretis Cagnodo

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Κοινωνική ασφάλιση — Σοβαρή ασθένεια — Έννοια — Νοσοκομειακή περίθαλψη — Ανάληψη δαπάνης — Απευθείας εξόφληση εκ μέρους του γραφείου εκκαθαρίσεως — Μη πρόβλεψη από τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις ανώτατων ορίων για τις δαπάνες ενδιαιτήσεως — Υποχρέωση προηγούμενης ενημερώσεως του άμεσα ασφαλισμένου σε περίπτωση υπέρογκης χρεώσεως»

Αντικείμενο:      Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο M.-Α. de Pretis Cagnodo και η σύζυγός του, S. Trampuz de Pretis Cagnodo, ζητούν την ακύρωση των αποφάσεων ζητούν την ακύρωση των αποφάσεων του γραφείου εκκαθαρίσεως της Ispra (Ιταλία) (στο εξής: γραφείο εκκαθαρίσεως) του κοινού συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως (στο εξής: ΚΣΥΑ), όπως αυτές προκύπτουν από το δελτίο πληρωμής υπ’ αριθ. 10 της 1ης Οκτωβρίου 2009, με το οποίο το γραφείο εκκαθαρίσεως αρνείται την απόδοση σε ποσοστό 100 % των δαπανών νοσηλείας, στα οποία υπεβλήθη η προσφεύγουσα από της 13ης Φεβρουαρίου 2009 έως την 25η Μαρτίου 2009, και επιβαρύνει τον προσφεύγοντα με το ποσό των 28 800 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε δαπάνες ενδιαιτήσεως, κατά τη διάρκεια νοσηλείας της προσφεύγουσας, οι οποίες κρίθηκαν υπέρμετρες.

Απόφαση:      Η απόφαση του γραφείου εκκαθαρίσεως της Ispra (Ιταλία), όπως αυτή προκύπτει από το δελτίο πληρωμής υπ’ αριθ. 10 της 1ης Οκτωβρίου 2009, περί μη καλύψεως, για λογαριασμό του Μ.‑Α. de Pretis Cagnodo, του ποσού των 28 800 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δαπάνες ενδιαιτήσεως της S. Trampuz de Pretis Cagnodo οι οποίες κρίθηκαν υπέρμετρες, ακυρώνεται. Η προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων της και καταδικάζεται στο σύνολο των δικαστικών εξόδων των Μ.-Α. de Pretis Cagnodo και S. Trampuz de Pretis Cagnodo.

Περίληψη

1.      Υπαλληλικές προσφυγές — Ενεργητική νομιμοποίηση — Πρόσωπα που υπόκεινται στον ΚΥΚ — Έννοια — Σύζυγος πρώην υπαλλήλου — Εμπίπτει

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 72 § 1, εδ. 1, και 90)

2.      Ένδικη διαδικασία — Εισαγωγικό δικόγραφο — Τυπικά στοιχεία — Σαφής και ακριβής έκθεση των προβαλλόμενων λόγων — Διασταλτική ερμηνεία

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 19, εδ. 4, και παράρτημα I, άρθρο 7 § 1· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρο 35 § 1, στοιχείο ε΄)

3.      Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Υγειονομική ασφάλιση — Ασθένειες που αναγνωρίζονται ως «εξίσου σοβαρές» με τις ρητώς αναφερόμενες στο άρθρο 72 του ΚΥΚ — Κριτήρια που ορίζει η Επιτροπή — Σωρευτικός χαρακτήρας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 72)

4.      Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Υγειονομική ασφάλιση — Σοβαρή ασθένεια — Άρνηση αναγνωρίσεως — Δικαστικός έλεγχος — Όρια — Αμφισβήτηση ιατρικών εκτιμήσεων οι οποίες έχουν διατυπωθεί νομοτύπως

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 72 § 1, 73 και 78)

5.      Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Υγειονομική ασφάλιση — Έξοδα ασθενείας — Απόδοση των καταβληθέντων — Κάλυψη εξόδων νοσηλείας — Υποχρέωση να συνοδεύεται η αίτηση περί αναλήψεως από προϋπολογισμό των προς ανάληψη δαπανών — Δεν υφίσταται

(Ρύθμιση περί υγειονομικής ασφαλίσεως, άρθρο 52)

6.      Υπάλληλοι — Κοινωνική ασφάλιση — Υγειονομική ασφάλιση — Έξοδα ασθενείας — Απόδοση των καταβληθέντων — Υποχρεώσεις των οργάνων — Τήρηση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και του καθήκοντος μέριμνας σε περίπτωση υπέρογκης χρεώσεως — Περιεχόμενο

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 72· ρύθμιση περί υγειονομικής ασφαλίσεως, άρθρα 43 και 52· κανονισμός 1605/2002 του Συμβουλίου, άρθρο 27)

1.      Ένα θεσμικό όργανο δεν δύναται θεμιτώς να υποστηρίζει ότι ο σύζυγος πρώην υπαλλήλου δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς να υποβάλει μόνος του, εν πλήρει γνώσει της καταστάσεως, παρατηρήσεις επί αποφάσεως περί μη καλύψεως των δαπανών νοσηλείας του, ή ακόμη και να υποβάλει διοικητική ένσταση κατά της εν λόγω αποφάσεως. Εξάλλου, από το άρθρο 72, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ προκύπτει ότι ο σύζυγος πρώην υπαλλήλου καλύπτεται έναντι των κινδύνων ασθενείας. Επομένως, ο προμνησθείς σύζυγος είναι πρόσωπο που υπόκειται στον ΚΥΚ κατά την έννοια του άρθρου 90 αυτού και δύναται να προσφύγει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, είτε με αίτηση, ζητώντας της να λάβει απόφαση περί αυτού, είτε με διοικητική ένσταση κατά βλαπτικής για το ίδιο πράξεως.

(βλ. σκέψεις 51 και 56)

2.      Κατά το άρθρο 35, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει τους προβαλλόμενους νομικούς και πραγματικούς λόγους και επιχειρήματα. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι αρκούντως σαφή και ακριβή, προκειμένου να μπορέσει ο μεν καθού να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης [στο εξής: Δικαστήριο ΔΔ] να αποφανθεί επί της προσφυγής ενδεχομένως χωρίς περαιτέρω στοιχεία.

Καθόσον η χρήση του υποδείγματος δικογράφου που είναι αναρτημένο στον Curia, τον ιστότοπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο τμήμα που είναι αφιερωμένο στο Δικαστήριο ΔΔ, στη στήλη «χρήσιμες πληροφορίες», δεν είναι υποχρεωτική για τους διαδίκους, οσάκις εξετάζει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 35, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο ΔΔ οφείλει, στον βαθμό κατά τον οποίο ο εντοπισμός των ισχυρισμών και των προβαλλόμενων πραγματικών και νομικών επιχειρημάτων είναι δυνατός, να ερμηνεύει την εν λόγω διάταξη κατά τρόπο αρκούντως ευρύ ώστε να σέβεται το δικαίωμα των προσφευγόντων να επιλέγουν ελεύθερα τον δικηγόρο τους, ανεξαρτήτως του κράτους εντός του οποίου ο εν λόγω δικηγόρος νομιμοποιείται να ασκεί το επάγγελμά του, δικαίωμα το οποίο τους παρέχεται από το άρθρο 19, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του παραρτήματος I του Οργανισμού, εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ.

(βλ. σκέψεις 57 και 59)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: απόφαση Γκάγκαλης κατά Συμβουλίου, F‑89/09, EU:F:2010:155, σκέψεις 36 και 37

3.      Όσον αφορά την αναγνώριση μιας ασθένειας ως σοβαρής, τα κριτήρια που μνημονεύονται στο σημείο 1 του κεφαλαίου 5 του τίτλου III των γενικών εκτελεστικών διατάξεων αναφορικά με tην απόδοση ιατρικών δαπανών, τις οποίες εξέδωσε η Επιτροπή, ήτοι μείωση του προσδόκιμου ζωής, χρόνια νόσηση, αναγκαιότητα επιθετικών διαγνωστικών και/ή θεραπευτικών παρεμβάσεων και εμφάνιση ή κίνδυνος εμφανίσεως βαριάς αναπηρίας, είναι σωρευτικά κριτήρια. Επομένως, η μη συνδρομή έστω και ενός εξ αυτών δικαιολογεί την έκδοση αποφάσεως περί μη αναγνωρίσεως της ασθενείας ως σοβαρής.

Τα εν λόγω κριτήρια δεν είναι προδήλως απρόσφορα ή εσφαλμένα από πλευράς του επιδιωκόμενου σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην υπαγωγή παθήσεων στην έννοια των ασθενειών «σοβαρότητας ανάλογης» με εκείνης των ασθενειών που αναφέρονται ρητώς στο άρθρο 72 του ΚΥΚ. Συγκεκριμένα, οι τέσσερις ασθένειες που αναφέρονται ρητώς στο άρθρο 72 του ΚΥΚ μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να έχουν οργανικές ή ψυχικές επιπτώσεις ιδιαιτέρως σοβαρές, να είναι διαρκούς ή χρόνιας φύσεως και να απαιτούν επίπονα θεραπευτικά μέτρα τα οποία καθιστούν αναγκαία μια σαφή προηγούμενη διάγνωση, στοιχείο που προϋποθέτει ειδικές αναλύσεις ή εξετάσεις. Οι ασθένειες αυτές μπορούν επίσης να εκθέσουν το πρόσωπο για το οποίο πρόκειται σε σοβαρό κίνδυνο αναπηρίας. Επιπροσθέτως, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 72, παράγραφος 1, του ΚΥΚ προκύπτει ότι, ακόμη κι αν συνδέονται με κάποια εκ των τεσσάρων ασθενειών που αναφέρονται ρητώς στο εν λόγω άρθρο, μόνον οι περιπτώσεις που παρουσιάζουν ιδιαίτερη σοβαρότητα δύνανται να χαρακτηρισθούν σοβαρή ασθένεια και να παράσχουν, ως εκ τούτου, στον ασθενή τη δυνατότητα να επωφεληθεί του ευνοϊκότερου καθεστώτος που ισχύει επί αναγνωρίσεως ασθενείας ως σοβαρής.

(βλ. σκέψεις 75 έως 78)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: απόφαση Allen κατά Επιτροπής, F‑23/10, EU:F:2011:162, σκέψεις 49 έως 51

4.      Όσον αφορά απόφαση περί μη αναγνωρίσεως ως σοβαρής της ασθενείας του συζύγου πρώην υπαλλήλου, απόκειται στο Δικαστήριο ΔΔ να εξετάσει αν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εκτίμησε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά και εφάρμοσε επακριβώς τις συναφείς νομικές διατάξεις. Επομένως, στο πλαίσιο του περιορισμένου δικαστικού ελέγχου που ασκεί προκειμένου για ζητήματα ιατρικής φύσεως, το Δικαστήριο ΔΔ είναι αρμόδιο να εξετάσει κατά πόσον η προμνησθείσα αρχή, πριν αρνηθεί να χαρακτηρίσει ως σοβαρή την ασθένεια που επέβαλε τη νοσηλεία του ενδιαφερόμενου, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη συνάγοντας από τα ιατρικά πορίσματα που περιήλθαν εις γνώσιν της και επί των οποίων το Δικαστήριο ΔΔ δεν μπορεί να αποφανθεί, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση παραμορφώσεως του περιεχομένου τους εκ μέρους της Διοικήσεως, ότι δεν διαπιστώνεται σωρευτική συνδρομή των εν λόγω κριτηρίων.

Συναφώς, εν συγκρίσει προς τις καθαυτό ιατρικές εκτιμήσεις που διατυπώνονται από ιατρική επιτροπή ή επιτροπή αναπηρίας, επιτροπές των οποίων οι κανόνες λειτουργίας παρέχουν εχέγγυα αντικειμενικότητας και ισορροπίας μεταξύ των μερών, οι γνώμες που εκφράζονται μονομερώς από συμβούλους ιατρούς οι οποίοι συνδέονται με τα θεσμικά όργανα δεν παρέχουν τα ίδια εχέγγυα ισορροπίας μεταξύ των μερών.

Συνακολούθως, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου ΔΔ, οσάκις αυτό αποφαίνεται επί της αναγνωρίσεως ασθενείας ως σοβαρής, να ασκεί έλεγχο ενδελεχέστερο εκείνου που ασκεί επί των αποφάσεων που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 73 ή του άρθρου 78 του ΚΥΚ, κατόπιν παρεμβάσεως της ιατρικής επιτροπής ή της επιτροπής αναπηρίας. Ωστόσο, είναι σαφές ότι ο δικαστής δεν διαθέτει τις αναγκαίες ιατρικές γνώσεις οι οποίες θα του επέτρεπαν να επικυρώσει ή να απορρίψει μια ιατρική εκτίμηση ή ακόμη και να προκρίνει μία μεταξύ πλειόνων αντικρουόμενων ιατρικών εκτιμήσεων

Εντούτοις, μολονότι ο δικαστικός έλεγχος δεν καταλαμβάνει τις καθαυτό ιατρικές εκτιμήσεις όπως αυτές που αφορούν τη σοβαρότητα ασθενείας, οσάκις ο προσφεύγων βάλλει κατά της εκτιμήσεως στην οποία προέβη η Διοίκηση σε σχέση με την κατάστασή του, αμφισβητώντας την ιατρική γνώμη επί της οποίας αυτή στηρίζεται, ο δικαστής οφείλει να βεβαιωθεί ότι ο ιατρικός σύμβουλος προέβη σε συγκεκριμένη και εμπεριστατωμένη εξέταση της καταστάσεως επί της οποίας εκλήθη να γνωμοδοτήσει. Συναφώς, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι το βάρος αποδείξεως της διενέργειας μιας τέτοιας εξετάσεως φέρει η Διοίκηση.

(βλ. σκέψη 79 έως 81, 84, 85 και 87)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: απόφαση Biedermann κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, 2/87, EU:C:1988:17, σκέψη 8

ΓΔΕΕ: αποφάσεις Blackman κατά Κοινοβουλίου, T‑33/89 και T‑74/89, EU:T:1993:21, σκέψη 44, G κατά Επιτροπής, T‑199/01, EU:T:2002:271, σκέψη 59, Hecq κατά Επιτροπής, T‑191/01, EU:T:2004:146, σκέψη 63

ΔΔΔΕΕ: αποφάσεις Botos κατά Επιτροπής, F‑10/07, EU:F:2007:161, σκέψη 41, Allen κατά Επιτροπής, EU:F:2011:162, σκέψεις 68 έως 71 και 76

5.      Όσον αφορά αίτηση για απόδοση δαπανών νοσηλείας δυνάμει των γενικών εκτελεστικών διατάξεων που εκδίδονται από την Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 52 του κοινού συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως, δεν μπορεί να καταλογισθεί στον ενδιαφερόμενο ότι δεν προσκόμισε έγγραφο έχον αποδεικτική αξία σχετικά με τις δαπάνες ενδιαιτήσεως στις οποίες επρόκειτο να υποβληθεί. Πράγματι, καίτοι θα ήταν ενδεδειγμένο για τους ασφαλισμένους να έχουν στην κατοχή τους ένα τέτοιο έγγραφο, ούτε στην κοινή ρύθμιση ούτε στις γενικές εκτελεστικές διατάξεις εντοπίζεται διάταξη η οποία να τους υποχρεώνει να προμηθεύονται σε επίσημη μορφή προϋπολογισμό δαπάνης και να τον διαβιβάζουν στο γραφείο εκκαθαρίσεως με την αίτηση περί απευθείας αναλήψεως των δαπανών.

(βλ. σκέψη 108)

6.      Κατ’ επιταγήν της αρχής της χρηστής διοικήσεως, η Επιτροπή και, κατ’ επέκταση, τα γραφεία εκκαθαρίσεως του κοινού συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως (ΚΣΥΑ), των οποίων η ίδρυση καταλέγεται μεταξύ των διαχειριστικών αποστολών της Επιτροπής και των οποίων τον έλεγχο, προκειμένου για την τήρηση των αρχών της χρηστής δημοσιονομικής διαχειρίσεως, διενεργεί το κεντρικό γραφείο, οφείλουν να επαγρυπνούν ώστε να μη δαπανώνται κονδύλια του ΚΣΥΑ για την εξόφληση τιμολογίων νοσηλείας των οποίων τα ποσά είναι, εκ πρώτης όψεως, υπέρογκα σε σχέση με το μέσο κόστος ανάλογων παροχών στη χώρα εντός της οποίας έχουν πραγματοποιηθεί οι δαπάνες. Εξάλλου, κατά το άρθρο 27 του κανονισμού 1605/2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 43 της κοινής ρυθμίσεως σχετικά µε την υγειονομική ασφάλιση των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής επί της διαχειρίσεως του ΚΣΥΑ, η Επιτροπή οφείλει να εκτελεί τον προϋπολογισμό ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες τηρώντας την αρχή της χρηστής διοικήσεως, ήτοι ενεργώντας συμφώνως προς τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας

Ομοίως, στο πλαίσιο της απευθείας αναλήψεως των δαπανών νοσηλείας η Επιτροπή υποχρεούται, άλλωστε, να τηρεί το καθήκον αρωγής έναντι του προσωπικού των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, δικαιούχου του ΚΣΥΑ. Το εν λόγω καθήκον αρωγής επιβάλλει στην Επιτροπή και, κατ’ επέκταση, στα γραφεία εκκαθαρίσεως του ΚΣΥΑ, στην περίπτωση κατά την οποία λαμβάνουν τιμολόγιο για ποσό ιδιαιτέρως υψηλό στο οποίο, ενώ οι ιατρικές παροχές απαριθμούνται και περιγράφονται, η ενδιαίτηση τιμολογείται απλώς για ορισμένο ποσό ανά ημέρα, άνευ ουδεμίας λεπτομέρειας για τον τύπο του δωματίου ή για συμπληρωματικές παροχές οι οποίες θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν ένα τόσο υψηλό ποσό, την υποχρέωση να μην προβούν στην άμεση εξόφλησή του, έστω και αν πρόκειται για περίπτωση απευθείας αναλήψεως δαπανών, αλλά να ζητήσουν έγγραφη πληροφόρηση εκ μέρους του εκδόντος το τιμολόγιο νοσηλευτικού ιδρύματος, καθώς και την υποχρέωση να ενημερώσουν τον άμεσα ασφαλισμένο, τον οποίο, εν τέλει, το γραφείο εκκαθαρίσεως επιβαρύνει, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, τουλάχιστον με ένα μέρος των δαπανών νοσηλείας για τις οποίες έχει εκδοθεί το τιμολόγιο και, ενδεχομένως, όπως εν προκειμένω, με το σύνολο των δαπανών που θεωρούνται υπέρμετρες.

(βλ. σκέψεις 111 έως 114)