Language of document : ECLI:EU:F:2013:78

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(μονομελές)

της 18ης Ιουνίου 2013

Υπόθεση F‑98/11

Bernard Jargeac κ.λπ.

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Αποδοχές — Οικογενειακά επιδόματα — Σχολικό επίδομα — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — Αφαίρεση επιδόματος της ιδίας φύσεως το οποίο λαμβάνεται από άλλη πηγή — Προσφυγή εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως αβάσιμη»

Αντικείμενο:      Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία οι Β. Jargeac, J.-A. Aliaga Artero, R. Charrière, R. Clarke, F. Domingues, H. Hughes, J. Lanneluc και A.-I. Zein (στο εξής: οκτώ πρώτοι προσφεύγοντες) ζητούν, αφενός, την ακύρωση των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί αφαιρέσεως από τα προβλεπόμενα από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ) σχολικά επιδόματα που χορηγήθηκαν στους υπαλλήλους του ποσού των υποτροφιών λόγω ανωτάτων σπουδών τις οποίες χορήγησε στα τέκνα τους το Centre de documentation et d'information sur l'enseignement Supérieur (Κέντρο τεκμηρίωσης και ενημέρωσης σχετικά με τις ανώτατες σπουδές) του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου (στο εξής: Cedies), διότι αποτελούν επιδόματα της ιδίας φύσεως με τα προβλεπόμενα από τον ΚΥΚ σχολικά επιδόματα, καθώς και, αφετέρου, την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής περί αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. O P. Finch άσκησε την κρινόμενη προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία κλήθηκε να την ενημερώσει σχετικά με την ενδεχόμενη λήψη υποτροφίας χορηγούμενης από το Cedies στο τέκνο του και με την οποία ανεστάλη, εν αναμονή της εν λόγω πληροφορήσεως, η καταβολή του προβλεπόμενου από τον ΚΥΚ σχολικού επιδόματος από 1ης Δεκεμβρίου 2010.

Απόφαση:      Η προσφυγή, κατά το μέτρο που ασκήθηκε από τον P. Finch, απορρίπτεται ως προδήλως απαράδεκτη. Η προσφυγή, κατά το μέτρο που ασκήθηκε από τους Β. Jargeac, J.-A. Aliaga Artero, R. Charrière, R. Clarke, F. Domingues, H. Hughes, J. Lanneluc και A.-I. Zein, απορρίπτεται ως προδήλως στερούμενη νομικού ερείσματος. Ο Β. Jargeac και οι λοιποί οκτώ υπάλληλοι ή πρώην υπάλληλοι των οποίων τα ονόματα αναγράφονται στο παράρτημα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα και καταδικάζονται στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Περίληψη

1.      Επιτροπή — Άσκηση των αρμοδιοτήτων — Εξουσιοδότηση υπογραφής — Επιτρέπεται — Προϋποθέσεις

(Εσωτερικός κανονισμός της Επιτροπής, άρθρο 27)

2.      Υπάλληλοι — Αποδοχές — Οικογενειακά επιδόματα — Σχολικό επίδομα — Προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα περί μη σωρεύσεως επιδομάτων του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ σε περίπτωση χορηγήσεως επιδομάτων της ιδίας φύσεως από άλλη πηγή — Εφαρμογή επί της λουξεμβουργιανής χρηματικής ενισχύσεως για σπουδαστές — Επιτρέπεται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 67 §§ 1, στοιχείο γ΄, και 2)

3.      Υπάλληλοι — Αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων — Επίκληση της άγνοιας ως προς την ύπαρξη αντικανονικής χορηγήσεως επιδόματος εκ μέρους υπαλλήλου που παρέλειψε να δηλώσει επιδόματα της ιδίας φύσεως με τα οικογενειακά επιδόματα της Ένωσης — Δεν επιτρέπεται

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 67 § 2 και 85· παράρτημα VII, άρθρα 1 έως 3)

1.      Στην περίπτωση αποφάσεων υπογεγραμμένων από υπάλληλο στο όνομα και υπό τον έλεγχο της Επιτροπής, η εξουσιοδότηση υπογραφής συνιστά μέτρο σχετικό με την εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών της Επιτροπής, σύμφωνο προς τον εσωτερικό της κανονισμό και αποτελεί το σύνηθες μέσο με το οποίο η Επιτροπή ασκεί τις αρμοδιότητές της.

Πράγματι, στο δίκαιο της Ένωσης, οι μεταβιβάσεις εκτελεστικών αρμοδιοτήτων είναι νόμιμες υπό την προϋπόθεση ότι δεν απαγορεύονται ρητώς από κάποια διάταξη. Το ίδιο πρέπει να ισχύει, κατά μείζονα λόγο, για την απλή εξουσιοδότηση υπογραφής.

(βλ. σκέψεις 38 και 39)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 17 Οκτωβρίου 1972, 8/72, Vereeniging van Cementhandelaren κατά Επιτροπής, σκέψεις 10 έως 14· 17 Ιανουαρίου 1984, 43/82 και 63/82, VBVB και VBBB κατά Επιτροπής, σκέψη 14· 11 Οκτωβρίου 1990, C‑200/89, FUNOC κατά Επιτροπής, σκέψεις 13 και 14

ΓΔΕΕ: 6 Δεκεμβρίου 1994, T‑450/93, Lisrestal κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 34· 14 Μαΐου 1998, T‑338/94, Finnboard κατά Επιτροπής, σκέψη 82· 18 Οκτωβρίου 2001, T‑333/99, X κατά ΕΚΤ, σκέψη 102 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 13 Ιουλίου 2006, T‑165/04, Βουνάκης κατά Επιτροπής, σκέψη 49

2.      Μόνον τα επιδόματα που είναι συγκρίσιμα και επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό είναι επιδόματα «της ιδίας φύσεως» κατά την έννοια του κανόνα περί μη σωρεύσεων επιδομάτων που προβλέπει το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ όσον αφορά τα οικογενειακά επιδόματα. Το αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό επιδομάτων ως επιδομάτων της ιδίας φύσεως είναι ο σκοπός που επιδιώκουν.

Συναφώς, το σχολικό επίδομα που προβλέπει το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του ΚΥΚ και η λουξεμβουργιανή χρηματική ενίσχυση που χορηγείται υπό μορφήν υποτροφιών και δανείων με σκοπό την παροχή στους σπουδαστές χρηματικής συνδρομής για την κάλυψη των δαπανών τους φοιτήσεως και διαβιώσεως κατά τον χρόνο πραγματοποιήσεως των σπουδών τους επιδιώκουν παρεμφερή σκοπό, ήτοι να συνδράμουν στις δαπάνες φοιτήσεως του συντηρούμενου από τον υπάλληλο τέκνου.

Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι οι δικαιούχοι των δύο παροχών δεν είναι τα ίδια πρόσωπα. Συγκεκριμένα, το ότι το προβλεπόμενο από τον ΚΥΚ επίδομα χορηγείται στον υπάλληλο, ενώ η εθνική ενίσχυση λαμβάνεται από το τέκνο ή χορηγείται επισήμως σε αυτό, δεν είναι καθοριστικής σημασίας για την εξακρίβωση του ζητήματος αν οι εν λόγω παροχές είναι της ιδίας φύσεως κατά την έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Δεν είναι καθοριστικής σημασίας ούτε το ότι το εθνικό επίδομα χορηγείται λόγω της διαμονής στο εθνικό έδαφος και, συνεπώς, δεν συνδέεται με σχέση εργασίας, σε αντίθεση με το προβλεπόμενο από τον ΚΥΚ σχολικό επίδομα.

(βλ. σκέψεις 48 έως 50)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 13 Οκτωβρίου 1977, 106/76, Gelders-Deboeck κατά Επιτροπής, σκέψη 16· 13 Οκτωβρίου 1977, 14/77, Emer-van den Branden κατά Επιτροπής, σκέψη 15· 18 Δεκεμβρίου 2007, C‑135/06 P, Weiβenfels κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 89

ΓΔΕΕ: 10 Μαΐου 1990, T‑117/89, Sens κατά Επιτροπής, σκέψη 14· 11 Ιουνίου 1996, T‑147/95, Pavan κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 41

ΔΔΔΕΕ: 13 Φεβρουαρίου 2007, F‑62/06, Guarneri κατά Επιτροπής, σκέψεις 39, 40 και 42· 5 Ιουνίου 2012, F‑83/10, Γιαννακούρης κατά Επιτροπής, σκέψη 37· 5 Ιουνίου 2012, F‑84/10, Χατζηδουκάκης κατά Επιτροπής, σκέψη 37

3.      Σε περίπτωση παραβιάσεως της προβλεπόμενης από το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ υποχρεώσεως δηλώσεως των εθνικών χρηματικών ενισχύσεων ιδίας φύσεως που χορηγούνται από άλλη πηγή, ο δικαιούχος οικογενειακών επιδομάτων υπάλληλος δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί το άρθρο 85 του ΚΥΚ και την άγνοια ως προς την ύπαρξη αντικανονικής χορηγήσεως επιδόματος.

Πράγματι, το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ΚΥΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι στα θεσμικά όργανα απόκειται να εξακριβώσουν εάν τα επιδόματα που δηλώνουν οι υπάλληλοι βάσει της προβλεπομένης στο εν λόγω άρθρο υποχρεώσεως είναι της ιδίας φύσεως με τα οικογενειακά επιδόματα που λαμβάνονται βάσει των άρθρων 1, 2 και 3 του παραρτήματος VΙΙ του ΚΥΚ.

(βλ. σκέψεις 59 έως 61)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 6 Μαρτίου 1996, T‑141/95, Schelbeck κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 38 και 39