Language of document : ECLI:EU:F:2012:129

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(δεύτερο τμήμα)

της 18ης Σεπτεμβρίου 2012

Υπόθεση F‑96/09

Eva Cuallado Martorell

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Υπαλληλική υπόθεση — Γενικός διαγωνισμός — Αποκλεισμός από τις προφορικές δοκιμασίες λόγω των αποτελεσμάτων στις γραπτές δοκιμασίες — Αιτήσεις επανεξετάσεως — Ειδικό δικαίωμα των υποψηφίων να έχουν πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες που τους αφορούν — Αντικείμενο και περιεχόμενο — Δικαίωμα προσβάσεως στα διορθωμένα γραπτά των εξετάσεων — Δεν υφίσταται»

Αντικείμενο: Προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει των άρθρων 236 ΕΚ και 152 ΕΑ, με την οποία η Cuallado Martorell ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση, αφενός, της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού EPSO/AD/130/08, που διοργανώθηκε από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO), περί αποκλεισμού της προσφεύγουσας από τις προφορικές δοκιμασίες και, αφετέρου, των αποφάσεων περί μη κοινοποιήσεως προς αυτήν των διορθωμένων γραπτών της και του ατομικού δελτίου αξιολόγησης.

Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Η Επιτροπή φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Προκήρυξη διαγωνισμού — Καθιέρωση δικαιώματος, για τους μη επιτυχόντες υποψήφιους, πρόσβασης σε ορισμένες πληροφορίες — Μη σεβασμός του δικαιώματος αυτού από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) — Υπηρεσιακό πταίσμα ικανό να γεννήσει ευθύνη της Διοικήσεως

(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 41, 42 και 47)

2.      Υπάλληλοι — Προσφυγή — Προηγούμενη διοικητική ένσταση — Τυπικά στοιχεία — Επαρκώς σαφής χαρακτήρας

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2)

3.      Υπάλληλοι — Ευρωπαϊκή Ένωση — Θεσμικά όργανα — Δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα — Κανονισμός 1049/2001 — Πρόσβαση στα γραπτά των δοκιμασιών στο πλαίσιο διαγωνισμού για την πρόσληψη υπαλλήλων της Ένωσης — Υπαγωγή στο καθεστώς του ΚΥΚ — Υποχρέωση κοινοποιήσεως στους μη επιτυχόντες υποψηφίους των διορθωμένων γραπτών τους — Δεν υφίσταται — Διαφύλαξη του απορρήτου των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα III, άρθρο 6· κανονισμός 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)

4.      Υπάλληλοι — Διαγωνισμός — Εξεταστική επιτροπή — Απόρριψη υποψηφιότητας — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο — Διαφύλαξη του απορρήτου των εργασιών

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25· παράρτημα VIII, άρθρο 6)

5.      Υπάλληλοι — Ένδικη διαδικασία — Δικαστικά έξοδα — Επιβάρυνση με τα δικαστικά έξοδα — Συνεκτίμηση λόγων επιείκειας — Καταδίκη στα δικαστικά έξοδα του νικήσαντος διαδίκου

(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, άρθρα 87 §§ 1 και 2 και 88)

1.      Μολονότι η προκήρυξη του διαγωνισμού αναγνωρίζει στους αποτυχόντες υποψηφίους το ειδικό δικαίωμα να έχουν πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες που τους αφορούν άμεσα και ατομικά προκειμένου να λάβουν πληροφορίες και έγγραφα βάσει των οποίων θα μπορούσαν μετά λόγου γνώσεως να αποφασίσουν ως προς τη σκοπιμότητα προσβολής της αποφάσεως περί αποκλεισμού τους από τον διαγωνισμό, ο απόλυτος σεβασμός εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO) του εν λόγω ειδικού δικαιώματος, τόσο όσον αφορά το περιεχόμενο του εν λόγω δικαιώματος όσο και την προθεσμία απάντησης, αποτελεί την έκφραση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την αρχή της χρηστής διοικήσεως, από το δικαίωμα της πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα και από το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προσφυγής, σύμφωνα με τα άρθρα 41, 42 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά συνέπεια, ο μη σεβασμός από την EPSO του συγκεκριμένου δικαιώματος που παρέχεται στους υποψηφίους, εκτός του ότι θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να ασκούν οι μη επιτυχόντες υποψήφιοι προσφυγές ή διοικητικές ενστάσεις χωρίς επαρκή στοιχεία, συνιστά ενδεχομένως υπηρεσιακό πταίσμα επί του οποίου μπορεί να θεμελιωθεί δικαίωμα αποζημίωσης του υποψηφίου.

(βλ. σκέψεις 46 έως 48)

2.      Η διοικητική ένσταση δεν απαιτείται να έχει ορισμένο τύπο. Αρκεί να δηλώνεται σαφώς και επακριβώς η βούληση του ενισταμένου να προσβάλει απόφαση που τον αφορά. Εξάλλου, η Διοίκηση πρέπει να εξετάζει τις διοικητικές ενστάσεις με ευρύτητα πνεύματος και, προκειμένου να θεωρηθεί ότι πρόκειται περί διοικητικής ενστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, αρκεί ο λόγος που προβάλλεται να έχει ήδη προβληθεί με σαφήνεια, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, ώστε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να είναι σε θέση να γνωρίζει τις πλημμέλειες που ο ενδιαφερόμενος αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Εντούτοις, δεδομένου ότι ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας είναι η φιλική διευθέτηση της διαφοράς που αναφύεται κατά τη στιγμή της υποβολής της ενστάσεως, η εν λόγω αρχή πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει με επαρκώς σαφή τρόπο τα επιχειρήματα που προβάλλει ο ενδιαφερόμενος κατά της διοικητικής αποφάσεως. Επομένως, η διοικητική ένσταση πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να περιέχει έκθεση των επιχειρημάτων και ισχυρισμών που προβάλλονται κατά της διοικητικής αποφάσεως κατά της οποίας στρέφεται.

(βλ. σκέψεις 60 και 61)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 31 Μαΐου 1988, 167/86, Rousseau κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψη 8· 14 Ιουλίου 1988, 23/87 και 24/87, Aldinger και Virgili κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 13

ΓΔΕΕ: 7 Μαρτίου 1996, T‑146/94, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψη 44· 13 Ιανουαρίου 1998, T‑176/96, Volger κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 65· 16 Φεβρουαρίου 2005, T‑354/03, Reggimenti κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 43

3.       Στα θέματα πρόσβασης των υποψηφίων στα γραπτά τους καθώς και στα δελτία ατομικής αξιολόγησης που συνέταξε η εξεταστική επιτροπή για τα γραπτά αυτά, το άρθρο 6 του παραρτήματος III του ΚΥΚ αποτελεί ειδική διάταξη η οποία υπερισχύει των γενικών κανόνων του κανονισμού 1049/2001, όσον αφορά την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, εφόσον ρυθμίζει την πρόσβαση σε συγκεκριμένα είδη εγγράφων. Η διάταξη αυτή, η οποία ορίζει ότι οι εργασίες της εξεταστικής επιτροπής είναι απόρρητες, αντιτίθεται τόσο στην αποκάλυψη των θέσεων που έλαβαν τα ατομικά μέλη των εξεταστικών επιτροπών όσο και στην αποκάλυψη κάθε στοιχείου που έχει σχέση με εκτιμήσεις προσωπικού ή συγκριτικού χαρακτήρα που αφορούν τους υποψηφίους. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα που προβλέπει ο κανονισμός 1049/2001 δεν έχει εφαρμογή, το άρθρο 6 του παραρτήματος III του ΚΥΚ δεν υποχρεώνει την EPSO να κοινοποιήσει στους υποψηφίους τα διορθωμένα γραπτά τους.

Επομένως, όταν ένα θεσμικό όργανο της Ένωσης αρνείται να κοινοποιήσει σε υποψήφιο το διορθωμένο γραπτό του στις δοκιμασίες, ο υποψήφιος δεν μπορεί να στηριχθεί βασίμως στην έννοια της διαφάνειας για να θέσει υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 6 του παραρτήματος III του ΚΥΚ.

Γεγονός παραμένει ωστόσο ότι το άρθρο 6 του παραρτήματος III του ΚΥΚ επιδιώκει έναν αυτοτελή σκοπό που δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος και αφορά ειδικώς την πρόσβαση στις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής. Πάντως, μολονότι η προκήρυξη του διαγωνισμού αναγνωρίζει στους μη επιτυχόντες υποψηφίους το ειδικό δικαίωμα να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικές με τη συμμετοχή τους στον διαγωνισμό, το δικαίωμα αυτό δεν είναι ούτε απόλυτο ούτε άνευ περιορισμών, αλλά τους παρέχει το δικαίωμα να λάβουν αντίγραφο του γραπτού τους στις δοκιμασίες, καθώς και το δελτίο ατομικής αξιολογήσεως του γραπτού τους με τη βαθμολογία της εξεταστικής επιτροπής.

(βλ. σκέψεις 81, 84, 85, 95, 96 και 99)

Παραπομπή:

ΔΕΕ: 4 Ιουλίου 1996, C‑254/95 P, Κοινοβούλιο κατά Innamorati, σκέψη 24

ΓΔΕΕ: 27 Μαρτίου 2003, T‑33/00, Martínez Páramo κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 44· 5 Απριλίου 2005, T‑376/03, Hendrickx κατά Συμβουλίου, σκέψη 56· 14 Ιουλίου 2005, T‑371/03, Le Voci κατά Συμβουλίου, σκέψη 124

4.      Η υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας βλαπτικής αποφάσεως αποσκοπεί, αφενός, στο να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τις αναγκαίες ενδείξεις ώστε να γνωρίζει αν η απόφαση είναι ή δεν είναι βάσιμη και, αφετέρου, στο να καταστήσει δυνατό τον δικαστικό έλεγχο. Όσον αφορά τις αποφάσεις εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού, αυτή η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει, πάντως, να συμβιβάζεται με την τήρηση του απορρήτου που περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής βάσει του άρθρου 6 του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού πρέπει, υπό τις συνθήκες αυτές, να λαμβάνει υπόψη τη φύση των εν λόγω εργασιών, οι οποίες, κατά κανόνα, περιλαμβάνουν δύο τουλάχιστον διακεκριμένα στάδια, ήτοι, πρώτον, την εξέταση των αιτήσεων συμμετοχής, προκειμένου να επιλεγούν οι υποψήφιοι στους οποίους θα επιτραπεί να μετάσχουν στον διαγωνισμό, και, δεύτερον, την εξέταση των προσόντων των υποψηφίων για την προς πλήρωση θέση, ώστε να καταρτιστεί πίνακας επιτυχόντων. Το δεύτερο στάδιο των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού είναι πρωτίστως συγκριτικής φύσεως και, ως εκ τούτου, καλύπτεται από το απόρρητο που είναι σύμφυτο με τις εργασίες αυτές. Τα κριτήρια διορθώσεως που καθορίζει η εξεταστική επιτροπή πριν από τις δοκιμασίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συγκριτικής φύσεως εκτιμήσεων στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή ως προς τα προσόντα των υποψηφίων. Επομένως, τα κριτήρια αυτά καλύπτονται από το απόρρητο των διαβουλεύσεων όπως και οι εκτιμήσεις της εξεταστικής επιτροπής. Οι συγκριτικής φύσεως εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή αντικατοπτρίζονται στους βαθμούς με τους οποίους η τελευταία βαθμολογεί τους υποψηφίους. Λαμβανομένου υπόψη του απορρήτου που πρέπει να περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, γνωστοποίηση των βαθμών που έλαβε ο υποψήφιος στις διάφορες δοκιμασίες συνιστά επαρκή αιτιολογία των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίσει η επιτροπή τις απαντήσεις εκείνες του υποψηφίου οι οποίες κρίθηκαν ανεπαρκείς ή τους λόγους για τους οποίους οι απαντήσεις αυτές κρίθηκαν ανεπαρκείς.

(βλ. σκέψη 88)


Παραπομπή:

ΔΕΕ: Κοινοβούλιο κατά Innamorati, προπαρατεθείσα, σκέψεις 23 έως 31

ΓΔΕΕ: Martínez Páramo κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 43 έως 52

ΔΔΔΕΕ: 30 Απριλίου 2008, F‑16/07, Dragoman κατά Επιτροπής, σκέψη 63

5.      Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του ογδόου κεφαλαίου του δευτέρου τίτλου του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εντούτοις, κατά το άρθρο 88 του Κανονισμού Διαδικασίας, ένας διάδικος, έστω και νικήσας, μπορεί να καταδικαστεί εν μέρει στα δικαστικά έξοδα, αν όχι στο σύνολό τους, αν τούτο δικαιολογεί η στάση του, περιλαμβανομένης και της στάσης του προ της κινήσεως της δίκης, ειδικότερα αν υποχρέωσε τον αντίδικό του σε έξοδα κρινόμενα ως προκληθέντα χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως.

Το εν λόγω άρθρο 88 πρέπει να εφαρμοστεί στην περίπτωση που η EPSO παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από την προκήρυξη του διαγωνισμού να παράσχει στον υποψήφιο που υποβάλλει αίτηση προς τούτο και ασκεί ακολούθως διοικητική ένσταση και στη συνέχεια προσφυγή πρόσθετες πληροφορίες όσον αφορά τη συμμετοχή του στον διαγωνισμό. Συναφώς, ακόμη και αν οι ζητηθείσες πληροφορίες δεν ήταν απαραίτητες για τη σύνταξη της διοικητικής ενστάσεως, δεν αποκλείεται, εάν η προσφεύγουσα τις διέθετε εγκαίρως, να μπορούσε να προετοιμάσει την ένσταση και το δικόγραφο της προσφυγής της καλύτερα, ή ακόμη και να αποφάσιζε να μην ασκήσει προσφυγή.

(βλ. σκέψεις 111 και 112)