Language of document : ECLI:EU:F:2012:164

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(τρίτο τμήμα)

της 27ης Νοεμβρίου 2012

Υπόθεση F‑59/11

Peter Sipos

κατά

Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς
(εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)

«Υπαλληλική υπόθεση — Έκτακτος υπάλληλος — Απόφαση περί μη ανανεώσεως συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου συναφθείσας δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ — Προϋποθέσεις συνάψεως συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο β΄, του ΚΛΠ για ορισμένο χρόνο — Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως»

Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, με την οποία ο P. Sipos ζητεί, πρώτον, την ακύρωση της αποφάσεως του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), της 29ης Σεπτεμβρίου 2010, περί απορρίψεως της αιτήσεως του προσφεύγοντος‑ενάγοντος να ανανεωθεί για δεύτερη φορά η σύμβασή του εκτάκτου υπαλλήλου η οποία υπεγράφη στις 16 Ιουλίου 2005 βάσει του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ) και, κατ’ επέκταση, την εφαρμογή ως προς αυτόν του άρθρου 8, πρώτο εδάφιο, του ΚΛΠ, δεύτερον, την ακύρωση της αποφάσεως της 1ης Αυγούστου 2010 με την οποία το ΓΕΕΑ προσέλαβε τον προσφεύγοντα‑ενάγοντα για ορισμένο χρόνο ως έκτακτο υπάλληλο δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο β΄, του ΚΛΠ, καθόσον η πρόσληψη αυτή αποτελεί στην πραγματικότητα δεύτερη ανανέωση της υπογραφείσας στις 16 Ιουλίου 2005 συμβάσεως και συνεπώς θα έπρεπε να είχε συναφθεί βάσει του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ ως αορίστου χρόνου και, τρίτον, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο προσφεύγων‑ενάγων λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του ΓΕΕΑ.

Απόφαση: Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Ο προσφεύγων‑ενάγων φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα καθώς και τα έξοδα στα οποία υπεβλήθη το ΓΕΕΑ.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Πρόσληψη — Σύναψη συμβάσεως για την προσωρινή κάλυψη μόνιμης θέσεως προσωρινώς — Προϋποθέσεις

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 1α § 1· Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρα 2, στοιχείο β΄, 3, 4, 5 και 8, εδ. 2)

2.      Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι υπαγόμενοι στο άρθρο 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ — Ανανέωση συμβάσεως κατόπιν πρώτης παρατάσεως για ορισμένο χρόνο — Μετατροπή συμβάσεως ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου — Προϋποθέσεις

(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρα 2, στοιχείο α΄, και 8, εδ. 1)

3.      Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Πρόσληψη — Ανανέωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου — Εξουσία εκτιμήσεως της Διοικήσεως — Όρια — Συμφέρον της υπηρεσίας

4.      Υπάλληλοι — Έκτακτοι υπάλληλοι — Πρόσληψη — Μη ανανέωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Δεν υφίσταται — Εξαίρεση — Απόφαση απορρίπτουσα αίτηση εκτάκτου υπαλλήλου περί ανανεώσεως της συμβάσεώς του ορισμένου χρόνου

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 25, εδ. 2, και 90 § 1)

1.      Από το άρθρο 1α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 έως 5 του ΚΛΠ προκύπτει ότι οι μόνιμες θέσεις των θεσμικών οργάνων καλύπτονται, κατ’ αρχήν, από μονίμους υπαλλήλους και ότι, επομένως, μόνον κατ’ εξαίρεση τέτοιες θέσεις μπορούν να καταληφθούν από μη μονίμους υπαλλήλους. Συγκεκριμένα, καίτοι το άρθρο 2, στοιχείο β΄, του ΚΛΠ ρητώς ορίζει ότι έκτακτοι υπάλληλοι δύνανται να προσληφθούν προς πλήρωση μόνιμης θέσεως, εντούτοις διευκρινίζει επίσης ότι τούτο μπορεί να γίνει μόνον προσωρινά. Επιπλέον, το άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο, του ΚΛΠ ορίζει ότι η σύμβαση προσλήψεως εκτάκτου υπαλλήλου δεν μπορεί να υπερβεί μια τετραετία και δύναται να ανανεωθεί μόνο μία φορά για δύο έτη κατ’ ανώτατο όριο. Κατά τη λήξη της περιόδου αυτής, λύεται υποχρεωτικά η υπαλληλική σχέση του εκτάκτου υπαλλήλου είτε με παύση των καθηκόντων του είτε με μονιμοποίησή του υπό τις προϋποθέσεις του ΚΥΚ.

(βλ. σκέψεις 37 και 38)

2.      Για να θεωρηθεί μια σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου βάσει του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ, σε περίπτωση δεύτερης ανανεώσεως, ως αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8, πρώτο εδάφιο, του προαναφερθέντος καθεστώτος, πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις, ήτοι, αφενός, να πρόκειται για σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ και, αφετέρου, η σύμβαση αυτή να αποτελεί ανανέωση συμβάσεως ήδη ανανεωθείσας.

Συναφώς, η Διοίκηση μπορεί να συνάψει σύμβαση αορίστου χρόνου δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του ΚΛΠ μόνον εάν η θέση στην οποία οι αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές έχουν προσδώσει προσωρινό χαρακτήρα είναι διαθέσιμη στον πίνακα θέσεων που προσαρτάται στην ενότητα προϋπολογισμού του εν λόγω οργάνου.

(βλ. σκέψεις 40 και 42)

3.      Εφόσον η Διοίκηση δεν έχει θεσπίσει καθεστώς το οποίο να καθιερώνει την αρχή της ανανεώσεως των συμβάσεων υπό προϋποθέσεις, η αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς την απόφαση περί ανανεώσεως συμβάσεως ορισμένου χρόνου, η οποία ωστόσο υπόκειται στο συμφέρον της υπηρεσίας που επιτάσσει την πρόσληψη των καλύτερων υποψηφίων στις κενές θέσεις. Επομένως, ο προσφεύγων μπορεί να αποδείξει ότι η Διοίκηση υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως μη ανανεώνοντας τη σύμβασή του, εάν αποδείξει ότι ήταν προφανές ότι οι επιδόσεις του και η επαγγελματική του πείρα ήταν τόσο εξαιρετικές ώστε θα παραγκώνιζαν κάθε άλλο πιθανό υποψήφιο ή τουλάχιστον ότι οι επιδόσεις του και η επαγγελματική του πείρα ήταν ανώτερες από εκείνες του προσώπου που τελικά επελέγη για την επίμαχη θέση.

(βλ. σκέψεις 56 και 57)

Παραπομπή:

ΓΔΕΕ: 6 Φεβρουαρίου 2003, T‑7/01, Pyres κατά Επιτροπής, σκέψεις 50 και 64· 1 Μαρτίου 2005, T‑258/03, Mausolf κατά Ευρωπόλ, σκέψεις 47 έως 49

ΔΔΔΕΕ: 27 Νοεμβρίου 2008, F‑35/07, Klug κατά EMEA, σκέψεις 65 και 66

4.      Η Διοίκηση δεν υποχρεούται να αιτιολογεί την απόφασή της να μην ανανεώσει μια σύμβαση κατά την ημερομηνία λήξεώς της. Συγκεκριμένα, κατά κανόνα, καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη οφείλει να θεωρεί πιθανό, ήδη από την έναρξη της συμβατικής σχέσεως, το ενδεχόμενο ότι το άλλο μέρος θα κάνει χρήση του δικαιώματός του να επικαλεστεί τους όρους της συμβάσεως αυτής, όπως είχαν συνομολογηθεί, και ιδίως την προβλεπόμενη ημερομηνία λήξεως της συμβάσεως. Κατά συνέπεια, πλην της περιπτώσεως στην οποία έχει θεσπισθεί από τη Διοίκηση καθεστώς το οποίο να καθιερώνει την αρχή της ανανεώσεως των συμβάσεων εργασίας υπό προϋποθέσεις, η Διοίκηση δεν υποχρεούται, δεδομένου ότι δεν υφίσταται δικαίωμα ανανεώσεως συμβάσεως ορισμένου χρόνου, να αιτιολογεί τη βούλησή της να διατηρήσει την αρχικώς καθορισθείσα ημερομηνία λήξεως της συμβάσεως.

Αντιθέτως, η απόφαση της Διοικήσεως να απορρίψει την αίτηση εκτάκτου υπάλληλου περί ανανεώσεως της συμβάσεώς του πρέπει να είναι αιτιολογημένη σύμφωνα με το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, διότι συνιστά βλαπτική πράξη.

(βλ. σκέψη 71)

Παραπομπή:

ΔΔΔΕΕ: 29 Σεπτεμβρίου 2009, F‑114/07, Wenning κατά Ευρωπόλ, σκέψη 142 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 23 Νοεμβρίου 2010, F‑8/10, Gheysens κατά Συμβουλίου, σκέψη 64